A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Ο Αόρατος πόλεμος - ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ-ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'


Άλλες εµπειρίες, µέσα απο τις οποίες αποκτάται η απιστία
στον εαυτό µας και η εµπιστοσύνη και το θάρρος στο Θεό.

Επειδή όλη η δύναµις µε την οποία νικώνται οι εχθροί µας,
γεννιέται από την µη εµπιστοσύνη στον εαυτό µας και από την ελπίδα
στο Θεό, είναι ανάγκη να προµηθευθής αδελφέ µου, από τις ειδήσεις
αυτές, για να αποκτήσης την δύναµι αυτή, µε την βοήθεια του Θεού,
γνώριζε λοιπόν µε βεβαιότητα, ότι, ούτε όλα τα προτερήµατα, είτε
φυσικά είναι, είτα αποκτηµένα, ούτε όλα τα χαρίσµατα που δίνονται
δωρεάν, ούτε η γνώσις όλη της θείας Γραφής, ούτε το πως εργαστήκαµε
πολλά χρόνια το Θεό και συνηθίσαµε στην εργασία του· όλα αυτά, δεν
θα µας κάνουν να εκπληρώσουµε το θείο του θέληµα, αν και σε κάθε
καλό θεάρεστο, που θα πρέπει να κάνουµε και σε κάθε κίνδυνο, που
πρέπει να αποφύγουµε και σε κάθε σταυρό που πρέπει να σηκώσουµε
κατά το θέληµά του, άν, λέω, δεν ανυψώση την καρδιά µας µία
ξεχωριστή βοήθεια του Θεού και δεν µας δυναµώση για να τά
εκτελέσουµε, καθώς είπε ο Κύριος «χωρίς εµένα δεν µπορείτε να κάνετε
τίποτε» (Ιωάν. 15,15). Ώστε, εµείς πρέπει σε όλη µας τη ζωή και σε
όλες τις ηµέρες και ώρες και στιγµές, να εχουµε αυτή την
αποφασιστική γνώµη, οτι µε κανένα τρόπο και κανένα λογισµό, δεν θα
µπορέσουµε ποτέ να εµπιστευθούµε και να ελπίσουµε στόν εαυτό µας.
Για την στο Θεό ελπίδα, κοντά σ’ εκείνα που σου είπα στο γ'
κεφάλαιο, γνώριζε, οτι δεν είναι άλλο ευκολώτερο στο Θεό, οσον το να
νικήσης τους εχθρούς σου, τόσο τους λίγους, όσο και τους πολλούς· τόσο
τους παλιούς και ανδρείους, οσο και τους νέους και αδυνάτους. Λοιπόν,
µία ψυχή, ας είναι φορτωµένη απο αµαρτίες, ας έχη όλα τα
ελαττώµατα του κόσµου· ας είναι µολυσµένη, όσο µπορεί να φαντασθή
κάποιος, ας δοκίµασε όσο θέλησε και όσο µπόρεσε να µεταχειρισθή
κάθε µέσο και αγώνα, για να αφήση την αµαρτία και να κάνη το καλό
και δέν µπόρεσε ποτέ να αποκτήση κανένα µικρό µερίδιο καλού,
µάλιστα να προχωρά ακόµη πιό βαθειά στο κακό, όµως, µε όλα αυτά,
δεν πρέπει να σταµατήση ποτέ, να ελπίζη στον Θεό, ούτε πρέπει ναεγκαταλείψη ποτέ τα όπλα και τους αγώνες τους πνευµατικούς,
αλλά πρέπει να πολεµάει πάντα ανδρειωµένα. Γιατί, πρέπει να
γνωρίζης ότι σε αυτό τον αόρατο πόλεµο δεν χάνει όποιος δεν παύσει
ποτέ από του να πολεµά και να ελπίζη στον Θεό, του οποίου η βοήθεια,
δεν λείπει ποτέ από τους πολεµιστές του, µολονότι και µερικές φορές
επιτρέπει να µένουν πληγωµένοι· ας πολεµή λοιπόν ο καθένας, διότι σ’
αυτόν τον πόλεµο στηρίζεται το παν. Και το ιατρικό είναι ετοιµο και
δραστικό, για να δοθή στους πολεµιστές, που γυρεύουν τον Θεό και
την βοήθειά του, µε σταθερή ελπίδα. Γιατί σε καιρό που αυτοί δεν το
ελπίζουν, θα εξαφανισθούν οι εχθροί τους όπως έχει γραφή, «έχασε την

πολεµική του δύναµι ο µαχητής της Βαβυλώνος» (Ιερ. 51,30).

Ο Αόρατος πόλεμος - ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ-ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'


Το λάθος που κάνουν πολλοί νοµίζοντας ως αρετή την
µικροψυχία

Σχετικά µε αυτό, βρίσκονται σε πλάνη πολλοί, όσοι νοµίζουν για
αρετή την ολιγοψυχία και την υπερβολική λύπη που τους συνοδεύει
ύστερα από την αµαρτία, µη γνωρίζοντας οτι αυτή προέρχεται από
κρυφή υπερηφάνεια και πρόληψι, που έχουν κάνει θεµέλια πάνω στην
ελπίδα και στο θάρρος που έχουν στό εαυτό τους και στις δυνάµεις
τους. Γιατί αυτοί υπολογίζοντας τον εαυτό τους ότι είναι κάτι, κατά
κάποιον τρόπο, ξεθάρρεψαν πολύ, και βλέποντας µε την δοκιµή της
πτώσεως, οτι δεν έχουν καµµία δύναµι, ταράζονται και απορρούν, σαν
για κανένα πράγµα καινούργιο και ολιγοψυχούν βλέποντας πεσµένο στή
γή εκείνο στο οποίο βασίσθηκαν (δηλαδή τον εαυτόν τους), πάνω στον
οποίο είχαν αποθέσει το θάρρος και την ελπίδα τους. Αυτό όµως δεν
γίνεται και στον ταπεινό, ο οποίος µόνο στό Θεό έχει την ελπίδα και το
θάρρος του, χωρίς να έχη καµία ελπίδα στον εαυτό του. Γι’ αυτό, όταν
πέση σε κάθε είδους σφάλµα, αν και αισθάνεται πόνο και λύπη, µε όλο
τούτο δεν ταράσσεται ούτε απορεί. Γιατί ξέρει οτι αυτό του συνέβη απο
την αθλιότητα και την αδυναµία του εαυτού του, η οποία γνωρίζοντας

πολύ καλά µε το φως της αλήθειας.

Ο Αόρατος πόλεμος - ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ-ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'


Πώς µπορεί να γνωρίσει κάποιος εάν εργάζεται µε την µη
εµπιστοσύνη στον εαυτό του και µε την ολοκληρωτική ελπίδα
στον Θεό

Πολλές φορές νοµίζουν µερικοί αυθάδεις ότι δεν έχουν κανένα
θάρρος στόν εαυτό τους και ότι όλη τους την ελπίδα και πεποίθησι,
την έχουν στον Θεό· όµως δεν είναι έτσι· και γι’ αυτό βεβαιώνονται
από το αποτέλεσµα που έρχεται σε αυτούς απο τον ξεπεσµό τους,
όταν συµβή. Γιατί αν ίσως αυτοί λυπούνται στό ξεπεσµό τους καί,
κατά κάποιο τρόπο, απελπίζονται και νοµίζουν ότι µπορούν στό εξής
να κάνουν καλό, αυτό είναι σίγουρο σηµείο, ότι και προ του ξεπεσµού
τους πίστευαν στόν εαυτό τους και όχι στόν Θεό. Και εάν η λύπη και η
απελπισία τους είναι µεγάλη, είναι ολοφάνερο ότι και πολύ πίστευαν
στόν εαυτό τους και λίγο στό Θεό, γιατί όποιος δεν εµπιστεύεται πολύ
στόν εαυτό του και ελπίζει στό Θεό, όταν ξεπέσει, δεν απορεί τόσο
πολύ, ούτε λυπάται υπερβολικά, εφόσον γνωρίζει, ότι αυτό του
συµβαίνει για την αδυναµία του εαυτού του και για την λίγη ελπίδα
που έχει στον Θεό µάλιστα τότε απισθή περισσότερο στόν εαυτό του
και µε περισσότερη ταπείνωσι ελπίζει στό Θεό και µισώντας
περισσότερο από κάθε άλλον τα άτακτα πάθη, που είναι ή αιτία του
ξεπεσµού του, µε ένα µεγάλο πόνο ήσυχο και ειρηνικό, γιά τη λύπη του
Θεού, αποκτά βέβαια την απιστία στόν εαυτό του, καταδιώκει όµως τους
εχθρούς του µέχρι θανάτου µε µεγαλύτερη γενναιότητα και
αποφασιστι-κότητα.
Αυτά που είπα, επιθυµώ να τα σκεφθούν µερικοί, που νοµίζουν πως
είναι ενάρετοι και πνευµατικοί, οι οποίοι, όταν πέσουν σε κανένα ε-
λάττωµα, δεν µπορούν, ούτε θέλουν να ειρηνεύσουν· και µερικές
φορές θέλοντας να ελευθερωθούν από την πολλή λύπη και την
ενόχλησι, που τους συµβαίνει από την αγάπη του εαυτού τους, τρέχουν
αµέσως γι’ αυτό και µόνο στόν πνευµατικό πατέρα, στόν οποίον έπρεπε
κυρίως να πηγαίνουν για να ξεπλυθούν από τήν µόλυνσι της αµαρτίας
και να λάβουν δύναµι κατά του εαυτού τους, µε το αγιώτατο µυστήριο

της µετανοίας και της εξοµολογήσεως.

Ο Αόρατος πόλεμος - ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ-ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'


Η ελπίδα και η εµπιστοσύνη στον Θεό.

Είναι πολύ αναγκαίο σε αυτό τον πόλεµο, το να µην
εµπιστευώµαστε τον εαυτόν µας, όπως είπαµε· παρόλα αυτά, εάν
απελπισθούµε µόνο, δηλαδή, εάν αποβάλουµε, µόνον κάθε πεποίθησι
του εαυτού µας, βέβαια, ή τραπούµε σε φυγή, ή θα νικηθούµε, και θα
κυριευθούµε από τους εχθρούς. Γι’ αυτό, κοντά στη ολοκληρωτική
απάρνησι του εαυτού µας, χρειάζεται ακόµη και η πλήρης ελπίδα και
εµπιστοσύνη στό Θεό, ελπίζοντας δηλαδή από αυτόν µόνο κάθε καλόν
και κάθε βοήθεια και νίκη. Γιατί, καθώς από τον εαυτό µας, όπου
είµαστε το τίποτα, τίποτα άλλο δεν περιµένουµε, παρά γκρεµίσµατα και
πτώσεις, για τα οποία και πρέπει να µην έχουµε εµπιστοσύνη στόν
εαυτό µας τελείως, κατά αυτό τον τρόπο θα απολαύσουµε οπωσδήποτε
από τον Θεόν κάθε νίκη, αµέσως µόλις οπλίσουµε την καρδιά µας µε
µίαν ζωντανή ελπίδα σε αυτόν, ότι θα λάβουµε την βοήθεια του
σύµφωνα µε εκείνο το ψαλµικό «σ’ αυτόν έλπισε η καρδιά µου και
βοηθήθηκα» (Ψαλµ. 27,9).
Αυτη την ελπίδα, µαζί και βοήθεια, µπορούµε να πετύχουµε για τέσ-
σερις λόγους.
α') Γιατί την ζητάµε από ένα Θεό, ο οποίος µε το να είναι
Παντοδύναµος, ο,τι θέλει µπορεί να το κάνη και στη συνέχεια µπορεί
να βοηθήση και µας.
β') Γιατί, την ζητάµε από ένα Θεό ο οποίος, όντας άπειρα σοφός,
όλα, τα πάντα γνωρίζει µε πλήρη τελειότητα, και εποµένως γνωρίζει
όλο εκείνο που ταιριάζει στη σωτηρία µας.
γ') Γιατί ζητάµε αυτή την βοήθεια, από ένα Θεό, ο οποίος, για να
είναι ατέλειωτα αγαθός, µε µία αγάπη και θέλησι που δεν περιγράφεται,
είναι πάντα έτοιµος για να δώση από ώρα σε ώρα, και από στιγµή σε
στιγµή, όλη τη βοήθεια που µας χρειάζεται, για την πνευµατική και
ολοκληρωτική νίκη του εαυτού µας, αµέσως όταν τρέξουµε στην
αγκαλιά του µε σταθερή ελπίδα.
Καί πως είναι δυνατόν, ο καλός εκείνος Ποιµένας µας, που έτρεχε
τριαντατρία χρόνια αναζητώντας το χαµένο πρόβατο, µε τόσο δυνατές
φωνές, που βράχνιασε ο λάρυγκας, που περπάτησε δρόµο τόσο
κοπιαστικό και ακανθώδη, που εχυσε όλο του το αίµα και έδωσε τη
ζωή, πως είναι δυνατόν, λέω, τώρα που αυτό το πρόβατο ακολουθεί
πίσω του, και µε επιθυµία φωνάζει, και τον παρακαλεί, να µη γυρίσει
σε αυτό τους οφθαλµούς του; πως µπορεί να µην το ακούσεη; και να
µην το βάλη στους θείους του ώµους, κάνοντας γιορτή µε όλους τους
Αγγέλους του ουρανού; και αν ο Θεός µας δεν παύει από το να γυρεύη
µε µεγάλη επιµέλεια και αγάπη, να βρη κατά την ευαγγελική
παραβολή, τη χαµένη δραχµή, τον τυφλό και κωφό αµαρτωλό, πως
γίνεται τώρα να εγκαταλείψη αυτόν, που σάν χαµένο πρόβατο, φωνάζει
και καλεί τον δικό του Ποιµένα; και ποιός θα πιστέψη ποτέ, πως ο
Θεός, που χτυπάει πάντα την καρδιά του ανθρώπου, επιθυµώντας να
µπη µέσα και να δειπνήση, σύµφωνα µε την ιερή Αποκάλυψι12
,
δίνοντας σε αυτόν τα χαρίσµατά του, ότι, όταν του ανοίγη την καρδιά ο
άνθρωπος και τον προσκαλή, αυτός θα έπρεπε να κάνη µε την θέλησί
του τον κωφό και να µη θέλη να µπη;
Ο δ' τρόπος για ν’ απόκτηση κάποιος αυτήν την στο Θεόν ελπίδα
και βοήθεια, είναι το να τρέξη µε την µνήµη του στην αλήθεια των
θείων Γραφών, οι οποίες, σε τόσα µέρη µας δείχνουν φανερά, οτι δεν
έµεινε ποτέ ντροπιασµένος και αβοήθητος, όποιος έλπισε στον Θεό.
«Κοιτάξτε τις αρχαίες γενεές και στοχασθήτε· ποιος εµπιστεύθηκες
στον Κύριο και καταντροπιάσθηκε;» (Σειράχ 2,9)13
.
Με τα τέσσαρα λοιπόν αυτά όπλα οπλίσου, αδελφέ µου. Και άρχισε
το έργο, και πολέµησε για να νικήσης· και βέβαια από αυτά θα
αποκτήσης, όχι µόνον την ολοκληρωτική ελπίδα στον Θεό, αλλά και
την ολοκληρωτική απελπισία στον εαυτό σου, για την οποία δεν
παραλείπω να σου υπενθυµίσω και σε αυτό το κεφάλαιο, οτι έχεις
πολλή ανάγκη από την γνώσι της· επειδή, στόν άνθρωπο είναι τόσον
πολλή προσκολληµένη η εµπιστοσύνη στον εαυτό του, ότι είναι κατά
κάποιον τρόπο κάτι και τόσο λεπτή, που σχεδόν πάντα ζή κρυφά µέσα
στην καρδιά µας, και µας φαίνεται πως δεν έχοµε εµπιστοσύνη στόν
εαυτό µας και έχοµε ελπίδα στό Θεό. Οπότε, για να φεύγης εσύ, όσο
µπορείς, αύτη την µάταιη υπόληψι, και να εργάζεσαι µε την έλειψι
εµπιστοσύνης στόν εαυτό σου και µε την ελπίδα στό Θεό, είναι
ανάγκη να προπορεύεται η σκέψις της αδυναµίας σου, πιό πρίν από
την σκέψη της παντοδυναµίας του Θεού, και πάλι αυτές οι δύο µαζί να
προπορεύωνται πρίν από κάθε µας πράξι.

--------------------------------------------------------

12 Τα λόγια της Αποκαλύψεωςς είναι αυτά: «Να, στέκοµαι µπροστά στην πόρτα και κτυπώ.
Αν κάποιος ακούση την φωνή µου και µου ανοίξη την πόσρτα, θα µπω στο σπίτι τουκαι θα
δειπνήσω µαζί του κι αυτός µαζί µου» (3, 20).
13 Για αυτό και ο βασιλεύς Αύγαρος, αφού αναστήλωσε την αχειροποίητη εικόνα του Κυρίου µας,
πάνω στην Πόρτα της πόλης Έδεσσα, έγραψε και αυτά τα λόγια σε αυτή «Χριστέ ο Θεός, ο

είς σε ελπίζων, ουκ αποτυγχάνει ποτέ» (απο τον Συναξαριστή της ις' του Αυγούστου).

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ (17 Ἰουλίου)




Γέννηση και ανατροφή

Η παρθενομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στη μικρή πόλη Αντιόχεια της Πισιδίας, γύρω στο έτος 270, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός ή ο Κλαύδιος Καίσαρας. Οι γονείς της άνηκαν στην ανώτερη
τάξη της περιοχής της Πισιδίας, ο πατέρας ήταν διακεκριμένος και σεβαστός από τους εθνικούς ιερέας των ειδώλων, λεγόταν δε Αιδέσιος.
Αμέσως μετά τη γέννηση της Μαρίνας, έφυγε από την παρούσα ζωή η μητέρα της. Έτσι ο πατέρας αναγκάστηκε να αναθέσει την ανατροφή της θυγατέρας του σε μία άλλη γυναίκα.


Ασπάζεται την χριστιανική πίστη

Φαίνεται ότι η γυναίκα στην οποία ο Αιδέσιος είχε εμπιστευτεί την ανατροφή της κόρης του ήταν χριστιανή. Έτσι και η μικρή Μαρίνα γαλουχήθηκε νωρίς στη νέα πίστη του Χριστού. Και σε ηλικία 12 ετών
έλαβε το Βάπτισμα και συγκαταριθμήθηκε ως μέλος στην εκλεκτή ποίμνη του Κυρίου. Με αμείωτο ενδιαφέρον ποθούσε να μάθει καθετί πού είχε σχέση με τον Ιησού Χριστό. Κι όλα αυτά δημιούργησαν
μέσα της την ιερή επιθυμία να μαρτυρήσει, για το Σωτήρα και Λυτρωτή της, αν Εκείνος τη θεωρούσε ποτέ άξια για κάτι τέτοιο.
O πατέρας της Αιδέσιος όταν πληροφορήθηκε ότι ήταν χριστιανή, τυφλωμένος από το φανατισμό της ειδωλολατρικής θρησκείας του, μίσησε το ίδιο το σπλάχνο του και αποκλήρωσε τη μοναχοκόρη του.

Το άνομο σχέδιο του επάρχου

Μαρίνα είχε γίνει πλέον 15 ετών. Ο Θεός δεν την είχε προικίσει μόνο με πλούσια ψυχικά χαρίσματα, αλλά και με σωματικό κάλλος εντυπωσιακό. Ο έπαρχος όμως Ολύβριος θέλησε και προσπάθησε να την
πάρει για γυναίκα του επειδή ένιωσε μέσα του έρωτα γι’ αυτήν. Εκείνος, αντικρύζοντάς την, έμεινε και πάλι θαμπωμένος από το σωματικό της κάλλος και την εσωτερική λάμψη του προσώπου της. Χωρίς
καθυστέρηση λοιπόν της ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να αναλάβει την προστασία της και σύντομα να την κάνει γυναίκα του.
Η νεαρή χριστιανή παρέμεινε σιωπηλή, ενώ μέσα της προσευχόταν θερμά, ζητώντας από τον Θεό να τη στηρίξει και να τη φωτίσει ώστε να φερθεί καθώς αρμόζει στις αφιερωμένες σ’ Εκείνον ψυχές.
Στην επιμονή του Ολυβρίου να λάβει απάντηση στην πρότασή του, εκείνη απάντησε πώς είναι αδύνατο να την αποδεχτεί. Η έκπληξη του επάρχου ήταν μεγάλη. Στην ερώτησή του γιατί ήταν αδύνατο,
έλαβε τη σεμνή αλλά γεμάτη αποφασιστικότητα και παρρησία απάντηση: Διότι είμαι χριστιανή! Και μόνο το άκουσμα της λέξης «χριστιανή» ήταν αρκετό να κάνει τον έπαρχο εκτός εαυτού.

Αρχίζουν τα μαρτύρια της Αγίας

Για ένα μικρό διάστημα ο έπαρχος προσπάθησε, να πείσει τη νέα τούτη χριστιανή να αλλάξει γνώμη και να δεχθεί τον γάμο, τάζοντάς της τιμές, καλοπέραση και δόξα πλάι του. Εκείνη όμως, ενισχυόμενη
από τον Κύριο, στον όποιο δεν έπαυσε να προσεύχεται μυστικά, επέμενε στην ομολογία της πίστεως στον Ιησού Χριστό.
Τότε την έστησε μπροστά σε δικαστήριο, από το οποίο ζήτησε επίσημα κατά το ρωμαϊκό δίκαιο να μάθει αν όντως ήταν χριστιανή. Η Μαρίνα ομολόγησε και εδώ με γενναιότητα και παρρησία τη χριστιανική
της ιδιότητα, γεγονός πού κατέπληξε τους παρισταμένους, οι οποίοι έβλεπαν τόσο ηρωισμό και θάρρος σε μια νεαρή γυναίκα!
Εξαιτίας της ομολογίας της καταδικάστηκε στην ποινή της μαστίγωσης. Η καρτερικότητά της όμως και η αντοχή ήταν τέτοιες πού άφησε κατάπληκτους έπαρχο, αξιωματούχους και λαό. Έχοντας υψωμένο
το βλέμμα της στον ουρανό, δεν έπαυσε να προσεύχεται, να επικαλείται τη βοήθεια του Κυρίου και τη στήριξή του για να υπομείνει με ανδρεία τις μαστιγώσεις.

Ο έπαρχος έδωσε εντολή να σταματήσουν οι στρατιώτες τη μαστίγωση και να την οδηγήσουν στη φυλακή, ελπίζοντας ενδόμυχα ότι ίσως μετά απ’ αυτό να συνετισθεί η Μαρίνα και ν’ αλλάξει στάση.
Ύστερα από λίγες ημέρες με εντολή του επάρχου οδηγήθηκε εκ νέου στο δικαστήριο, όπου και πάλι ομολόγησε πίστη στο Χριστό και αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα. Αφού την κρέμασαν, καταξέσχισαν
τα πλευρά της με σιδερένια νύχια. Τα βασανιστήρια ήταν τόσο σκληρά, πού όλο το κάλλος του νεανικού της σώματος εξαφανίστηκε. Στη συνέχεια ρίχνεται και πάλι στη φυλακή και αφήνεται χωρίς τροφή
και φροντίδα.

Πειράζεται από το μισόκαλο διάβολο

Ο φθονερός διάβολος θέλησε να δοκιμάσει να κάμψει ο ίδιος την Αγία. Έτσι λοιπόν πήρε ο ίδιος τη μορφή μεγάλου και φοβερού δράκοντος (φιδιού) και πρόβαλε ξαφνικά μπροστά στη Μαρίνα.
Από το στόμα του πετούσε φλόγες, ενώ τα αγριωπά μάτια του λαμπύριζαν απειλητικά και η γλώσσα του ήταν κατακόκκινη. Καθώς σερνόταν, σύρριξε εκνευριστικά και προκαλούσε τρόμο και σύγχυση,
επιδιώκοντας να φοβίσει τη μάρτυρα και να την αποσπάσει από την προσευχή της.
Διαπιστώνοντας όμως ότι εκείνη η μακάρια καλλιπάρθενος δεν διέκοπτε την προσευχή της, κατευθύνθηκε εναντίον της και άνοιξε το στόμα του απειλητικά, δείχνοντας ότι θέλει να την καταπιεί. Και ναι μεν
η μεγαλομάρτυς έγινε έντρομη από το φόβο της, χωρίς καθυστέρηση όμως επικαλέστηκε το σωτήριο όνομα του Σωτήρος Χριστού. Και, ώ του θαύματος, ο δράκοντας διερράγη και έγινε άφαντος, η δε
Μαρίνα χαίροντας έψαλε ύμνους και νικητήρια στον Θεό.

Ο διάβολος μετασχηματίσθηκε σε άνθρωπο κατάμαυρο, με τρομερή και κακάσχημη εμφάνιση, σαν μαύρου σκυλιού. Η Μαρίνα όμως, στερεωμένη όσο ποτέ στην πίστη, τον άρπαξε από τα μαλλιά και μ’ ένα
σφυρί πού ήταν κάπου εκεί ξεχασμένο, τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι και στη ράχη και τον ταπείνωσε εντελώς. Και ενώ η μεγαλομάρτυς άρχισε και πάλι να προσεύχεται και να υμνεί τον Κύριο, ο διάβολος,
σκοτεινός και άσχημος όρμησε εναντίον της και κραυγάζοντας την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει αν δεν σταματούσε να προσεύχεται.
Και η αγία Μαρίνα, παίρνοντας από την προσευχή της νέο θάρρος κατά του μετασχηματισμένου σε άνθρωπο διαβόλου, τον άρπαξε από τα μαλλιά της κεφαλής του και τον μαστίγωσε.

Βλέπει ουράνιες οπτασίες

Μετά από αυτό δυνατό φως καταύγασε το σκοτεινό χώρο της φυλακής της, πού έβγαινε από ένα Σταυρό, του οποίου η κορυφή υψωνόταν στον ουρανό. Πάνω από το Σταυρό πετούσε κυκλικά ένα περιστέρι
καθαρό και άμωμο. Ο συναξαριστής της αγίας Μαρίνας δίνει και την εξήγηση των συμβολισμών του οράματος: Όλα αυτά σήμαιναν το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, το φώς, τη δόξα του Πατέρα. Ο Σταυρός,
τον εσταυρωμένο Χριστό. Και το περιστέρι, το Άγιο Πνεύμα.

Το περιστέρι κατέβηκε κάποια στιγμή, πλησίασε την καλλιπάρθενο Μαρίνα και της είπε: «Χαίρε, Μαρίνα, η λογική περιστερά του Θεού, διότι νίκησες τον πονηρό δαίμονα και ντρόπιασες τον εχθρό.
Χαίρε πιστή και αγαθή δούλη του Κυρίου σου, τον οποίο πόθησες με όλη την καρδιά σου και μίσησες κάθε πρόσκαιρη απόλαυση. Χαίρε και αγάλλου, γιατί έφτασε η μέρα να λάβεις το στεφάνι της νίκης
και να μπεις, όπως το αξίζεις, στολισμένη, μαζί με τις φρόνιμες παρθένες στο νυμφώνα του Χριστού και βασιλιά σου».
Ενώ η αγία Μαρίνα άκουγε τα λόγια αυτά συντελέστηκε στο σώμα της άλλο θαύμα: Όλες οι πληγές του επουλώθηκαν και η νεαρή μάρτυς απέκτησε και πάλι το κάλλος το όποιο θαύμαζαν όλοι.

Σκληρότερα μαρτύρια και το μακάριο τέλος

Ο έπαρχος Ολύβριος βλέποντας την υγιής προσπάθησε με κολακείες να την μεταπείσει όμως μάταια. Το μένος του επάρχου έφτασε στο αποκορύφωμά του. Γεμάτος λοιπόν θυμό δίνει εντολή να
γυμνώσουν τη μάρτυρα, να την κρεμάσουν στο ξύλο και να καίνε με λαμπάδες το σώμα της.
Στη συνέχεια, γέμισαν ένα μεγάλο λέβητα με νερό, κατέβασαν την καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα από το ξύλο, την έδεσαν γερά και τη βούτηξαν με το κεφάλι προς τα κάτω μέσα στο νερό για να πεθάνει
από πνιγμό. Η μάρτυς και πάλι προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο και Θεό της, οπότε «παρευθύς σεισμός μέγας ἐγένετο καί ἐφάνη πάλιν ἡ πρώτη περιστερά ἐπάνω του ὕδατος, βαστάζουσα εἰς τό στόμα
στέφανον. Αὐτήν τήν ὥρα ἐφάνη καί ὁ πύρινος στύλος, ἐπάνω δέ τούτου Σταυρός». Η μάρτυς βγήκε από το νερό σώα, τα δεσμά της είχαν λυθεί και στεκόταν και πάλι σε στάση προσευχής, δοξάζουσα τον
Θεό. Το δε περιστέρι κάθισε πάνω στο κεφάλι της, κρατώντας στο στόμα του το στεφάνι και είπε προς τη Μαρίνα: «Εἰρήνη σέ σένα, δούλη τοῦ Θεοῦ. Ἔχε θάρρος καί λάβε ἀπό τή δεξιά τοῦ Ὑψίστου αὐτό τό
οὐράνιο στεφάνι».

Λέγοντας αυτά η θεϊκή περιστερά, πέταξε και κάθισε πάνω σ’ εκείνο το Σταυρό και απευθυνόμενη προς τη μεγαλομάρτυρα είπε δυνατά, έτσι πού ν’ ακούνε όλοι: «Έλα, Μαρίνα, στις άνω μονές του
Παραδείσου, για ν’ απολαύσεις το στεφάνι της αφθαρσίας στα αγαπητά σκηνώματα του Κυρίου, να χαίρεσαι μαζί με τους αγίους και να αναπαύεσαι αιώνια».
Η φωνή αυτή πού ακούστηκε από πολλούς, συγκλόνισε άντρες και γυναίκες, αρκετοί δε απ’ αυτούς ομολόγησαν πώς ήταν έτοιμοι να πιστέψουν και να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για το Χριστό.
Ο έπαρχος πρόσταξε να θανατώσουν όσους είχαν πριν λίγο ομολογήσει πίστη στο Χριστό.

Ο Ολύβριος, για να προλάβει μεγαλύτερο κακό για τους ειδωλολάτρες, διέλυσε το δικαστήριο και προσποιήθηκε ότι δίνει εντολή να μεταφέρουν την αγία Μαρίνα και πάλι στη φυλακή. Στην ουσία όμως,
έδωσε μυστικά προσταγή στον επικεφαλής της φρουράς να πάρουν την καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα και να την αποκεφαλίσουν στον τόπο της καταδίκης. Εκεί η αγία, αφού προσευχήθηκε για τελευταία
φορά πάνω στη γη, έσκυψε και το ξίφος του δημίου «ἐκκόψαν τήν κεφαλήν της, περιέβαλεν αὐτήν μέ τόν ἀδαμάντινον στέφανον τοῦ μαρτυρίου».

Τα ιερά λείψανά της

Μετά τον διά του ξίφους θάνατο της οι χριστιανοί παρέλαβαν κρυφά το τίμιο λείψανο και το ενταφίασαν με τιμές πού αρμόζουν στους μάρτυρες της πίστεως.
Άγνωστο πότε ακριβώς μετακομίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη, εφόσον είναι αληθινή η πληροφορία ότι το έτος 1230 σταυροφόροι της Δύσεως μετέφεραν τα λείψανα αυτά από την πρωτεύουσα του
Βυζαντίου στη Βενετία, γεγονός πού οι Ρωμαιοκαθολικοί γιορτάζουν στις 17 Ιουλίου 
.
Η καλλιπάρθενος αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτης των παιδιών και μάλιστα ειδική για τη θεραπεία όσων απ’ αυτά είναι άρρωστα και καχεκτικά.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α'. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Μνηστευθεῖσα τῷ Λόγῳ Μαρίνα ἔνδοξε, τῶν ἐπιγείων τὴν σχέσιν πᾶσαν κατέλιπες, καὶ ἐνήθλησας λαμπρῶς ὡς καλλιπάρθενος, τὸν γὰρ ἀόρατον ἐχθρὸν κατεπάτησας στερρῶς ὀφθέντα σοὶ Ἀθληφόρε. Καὶ νῦν πηγάζεις τῷ κόσμῳ τῶν ἰαμάτων τὰ δωρήματα.




Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Ο Αόρατος πόλεμος - ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ-ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'


∆εν πρέπει να εµπιστευώµαστε, ούτε να δίνουµε θάρρος ποτέ στον
εαυτό µας.

Το να µην εµπιστεύεσαι τον εαυτόν σου8
, αγαπητέ µου αδελφέ,
είναι τόσο αναγκαίο σε αυτόν τον πόλεµο, που χωρίς αυτό, να είσαι
βέβαιος, ότι, όχι µόνον δεν θα µπορέσεις να πετ΄θχεις τη νίκη που
επιθυµείς, άλλ' ούτε καν να αντισταθείς στο παραµικρό και αυτό, ας
τυπωθεί καλά στο νου σου.
Γιατί, εµείς πράγµατι, όντας φυσικά διεφθαρµένοι απο τη φύσι µας
από τον καιρό της παραβάσεως του Αδάµ, εχουµε σε µεγάλη υπόληψι
τον εαυτό µας, η οποία αν και δεν είναι αλήθεια, παρά ένα ψέµα και
τίποτα άλλο, εµείς όµως, νοµίζουµε µε µία απατηλή εντύπωση, πως
είµαστε κάποιοι.
9
Αυτό είναι ένα ελάττωµα, που πολλύ δύσκολα
αναγνωρίζεται, και που δεν αρέσει στό Θεό, ο οποίος αγαπά να εχουµε
εµείς µία γνώσι χωρίς δόλο γι’ αυτή την βεβαιότατη αλήθεια.
∆ηλαδή, να ξέρουµε, οτι κάθε χάρι και αρετή που έχουµε,
προέρχεται από αυτόν µόνο, που είναι η πηγή κάθε αγαθού και οτι,
από µάς, δεν µπορεί να προέλθη κανένα καλό, ούτε κανένας καλός
λογισµός, που να του αρέση. Αν και αυτή η αναγκαιότατη αλήθεια
(δηλαδή, το να µη πιστεύουµε στον εαυτόν µας) είναι έργο του θεϊκού
του χεριού, που συνηθίζει να το δίνη στους αγαπηµένους του φίλους,
πότε µε εµπνεύσεις και φωτισµούς, πότε µε σκληρά µαστιγώµατα και
θλίψεις, πότε µε βίαιους και σχεδόν ανίκητους πειρασµούς, και πότε
µε άλλα µέσα, που εµείς δεν καταλαβαίνουµε· µε όλα αυτά, θέλει να
γίνεται και απο µέρους µας εκείνο, που ανήκει, και είναι δυνατόν σε
µάς. Γι’ αυτό λοιπόν, αδελφέ µου, σου σηµειώνω εδώ τέσσερεις
τρόπους, µε τους οποίους µπορείς, µε τη βοήθεια του Θεού, να πετύχης
αυτή την αµφιβολία του εαυτού σου, δηλαδή, το να µην εµπιστεύεσαι
ποτέ τον εαυτό σου.
Ο α' είναι το να γνωρίσης την µηδαµινότητά σου10 και να σκεφθής,
οτι απο µόνος σου δεν µπορείς να κάνης κανένα καλό, για το οποίο να
γίνης άξιος της βασιλείας των ουρανών.
Ό β' το να ζητής για αυτό πολλές φορές βοήθεια από τον Θεό µε
θερµές και ταπεινές δεήσεις, επειδή αυτό είναι χάρισµα δικό Του· και
αν θέλης να το πάρης, πρέπει πρώτα να σκεφθής τον εαυτό σου, όχι
µόνο γυµνό από αυτή τη γνώσι του εαυτού σου, αλλά και κατά τα
πάντα αδύνατο να την απόκτησεις· έπειτα, να µιλάς µε οικειότητα
πολλές φορές µπροστά στη µεγαλειότητα του Θεού, και πιστεύω
σταθερά, εξ αιτίας του πελάγους της ευσπλαγχνίας του, θα σου την
δώση, όταν αυτός γνωρίση, µην αµφιβάλλης καθόλου, οτι θα την
απολαύσεις.
Ό γ' τρόπος, είναι το να συνηθίσης να φοβάσαι πάντα τον εαυτό
σου· να φοβάσαι τους αναρίθµητους εχθρούς, στους οποίους, δεν είσαι
δυνατός να κάνης ούτε την παραµικρή αντίστασι, να φοβάσαι τη πολύ
δυνατή τους συνήθεια στο να πολεµούν· τις πανουργίες, τα
στρατηγήµατα τους, τις µεταµορφώσεις τους σε αγγέλους φωτός· τα
αναρίθµητα τεχνάσµατα και παγίδες, που σου στήνουν κρυφά στόν ίδιο
το δρόµο της αρετής.
Ό δ' τρόπος είναι, όταν πέσης σε κανένα ελάττωµα να σκεφθής
καθαρά την απόλυτη αδυναµία σου· επειδή, γι' αυτό το σκοπό
παραχώρησε ο Θεός να πέσης, για να µάθης καλύτερα την ασθένειά
σου11 και έτσι να µάθης, όχι µόνο να περιφρονής εσύ ο ίδιος τον εαυτό
σου σαν ένα τίποτα, αλλά και να θέλης να σε καταφρονούν και οι
άλλοι σαν τέτοιου είδους ασθενή. Γιατί χωρίς αυτή την θέλησι, δεν
είναι δυνατό να γίνη αυτή η ενάρετη δυσπιστία του εαυτού σου, η
οποία έχει το θεµέλιό της στην αληθινή ταπείνωσι και στην
προλεγόµενη έµπρακτη γνώσι της δοκιµής.
Οπότε, καθ' ένας βλέπει πόσο απαραίτητο είναι σ’ εκείνον που
θέλει να ενωθή µε το ουράνιο φως, το να γνωρίση τον εαυτό του, την
οποία γνώσι συνηθίζει να την δίνη η ευσπλαγχνία του Θεού στους
υπερήφανους και προληπτικούς, µέσα απο τις πτώσεις, αφίνοντάς τους
δηλαδή µε δίκαιο τρόπο να πέφτουν σε κανένα ελάττωµα (από το οποίο
νοµίζουν πως ηµπορούν να φυλαχτούν) για να γνωρίσουν την αδυναµία
τους, και να µη εµπιστεύωνται πλέον στον εαυτόν τους καθόλου.
Αλλά αυτό το µέσο, το τόσο άθλιο και αναγκαστικό, δεν συνηθίζει
να το µεταχειρίζεται πάντοτε ο Θεός, παρά, όταν τα άλλα µέσα, τα πιό
ελεύθερα, όπως είπαµε, δεν προξενούν στον άνθρωπο αυτή την
επίγνωσι του εαυτού του· γιατί τότε παραχωρεί να πέση ο άνθρωπος σε
σφάλµατα τόσο µεγαλύτερα ή µικρότερα, όσο είναι µεγαλύτερη ή
µικρότερη και η υπερηφάνεια και η υπόληψις, που έχει για τον εαυτό του·
ώστε, όπου δεν υπάρχει καµία απολύτως υπόληψις· καθώς συνέβη στη
ΙΙαρθένο Μαρία, εκεί δεν υπάρχει παροµοίως ούτε και καµία πτώσις·
λοιπόν, όταν εσύ πέσεις, τρέξε αµέσως µε τον λογισµό στη ταπεινή
γνώσι του εαυτού σου, και µε επίµονη προσευχή ζήτησε από το Θεό
να σου δώση το αληθινό φώς, γιά να γνωρίσης την µηδαµινότητά σου
και να µην δείχνης εµπιστοσύνη καθόλου στον εαυτόν σου, εάν θέλης
να µη πέσης πάλι και µάλιστα σε µεγαλύτερη βλάβη και φθορά.
-------------------------------------------------------

8
Ο προφήτης Ιερεµίας καταραµένο ονοµάζει και αποστάτη του Θεού, εκείνον που θαρρεύεται και
ελπίζει στον εαυτό του λέγοντας: «Τάδε λέγει Κύριος· Επικατάρατος ος την ελπίδα εχει επ'
άνθρωπον και στηρίσει σάρκα βραχίονος αυτού έπ' αυτόν, και από Κυρίου αποστή η καρδιά
αυτου» (ιζ' 5). Αυτό το ρητό ερµηνεύοντας ο µέγας Βασίλειος λέγει οτι για αυτόν, που εχει την
ελπίδα αυτού πάνω σε άνθρωπο, φανέρωσε ο προφήτης το να µην έλπίζουµε σε άλλον· µε το να
να στηρίζη τη σάρκα ο βραχίονας αυτού, εφανέρωσε το να ελπίζουµε στον εαυτό µας· και τα δύο
δε αυτά τα ωνόµασε αποστασία από τον Θεόν (βλ. κατά πλάτος, µβ'). Και µε άλλον τρόπο το ρητό
αυτό ερµηνευόντας, συµπεραίνει οτι είναι καταραµένος και αποστάτης, εκείνος, που ελπίζει στον
εαυτό του. Γιατί,
λέει, οτι όποιος ελπίζει στον άνθρωπο είναι καταραµένος και του Θεού αποστάτης. Βλέπε και εδώ πόσο
άριστη είναι η τάξις, που χρησιµοποιεί το βιβλίο αυτό, γιατί αρχίζει τον πόλεµο από την
φιλαυτία, η οποία είναι η προκαταρκτική αιτία και η ρίζα και η αρχή όλων των άλλων παθών
και κακιών.
9
Το να νοµίζουµε οτι είµαστε κάποιοι, αυτό ονοµάζεται υπερηφάνεια (οίησις), η οποία είναι
ένα πάθος, που γεννιέται µεν από την φιλαυτία, γεννά δε αυτά πάλι και γίνεται ρίζα και αρχή και
αιτία όλων των άλλων παθών τόσο δέ λεπτό και κρυφό πάθος είναι η οίησις αυτή, σε τρόπο πού,
για την πολλή λεπτότητα του, ούτε το αισθάνονται καθόλου εκείνοι που το έχουν· όσο όµως είναι
λεπτό και κρυφό, τόσο είναι και µεγάλο κακό. Γιατί, την πρώτη
εκείνη πόρτα του νού, από την οποία πρόκειται να µπη η χάρις του Θεού και να κατοικήση στον
ανθρωπον, αυτό το καταραµένο πάθος στέκεται και την κλείνει και δεν αφήνει την χάρι να µπη, η
οποία δίκαια αναχωρεί1
γιατί πως µπορεί να ερθει η χάρις να φωτίση ή να βοηθήση τον άνθρωπο
εκείνο, που νοµίζει πως είναι κάτι µεγάλο; πως είναι σοφός; και πως δεν έχει ανάγκη από άλλη
βοήθεια; ο Κύριος να µας λυτρώση από τέτοιο εωσφορικό πάθος και αρρώστια, αυτούς που
έχουν το πάθος αυτό της περηφανίας· την βασανίζει ο Θεός µε τον προφήτη, λέγοντας·
«Αλοίµονο σ’ εκείνου ςπου νοµίζουν ότι είναι σοφοί» (Ήσ. 5,21)· και ο Απόστολος µας
παραγγέλνει αυτό· «Μην έχετε την ψευδαίσθησι ότι είσθε σοφοί» (Ρωµ. 12,16)· και ο Σολοµώντας
«Μη νοµίζης σοφό τον εαυτό σου» (Παρ. 3,7).
10 Γι’ αυτό λέει ο θείος Χρυσόστοµος, οτι όποιος νοµίζει τον εαυτό του ότι δεν είναι τίποτα,
εκείνος περισσότερο από όλους γνωρίζει τον εαυτόν του· «ούτος µάλιστα εστίν ο εαυτόν ειδώς, ό
µηδέν εαυτόν είναι νοµίζων». Ο δε θείος Μάξιµος «Αρετής όρος εστίν, ή της ανθρωπινής
ασθενείας κατ' έπίγνωσιν προς την θείαν δύναµιν ενωσις» (κεφ. οθ' της ι' εκατονταδ. Φιλοκαλ.). Ό
δε Πέτρος ο ∆αµασκηνός· «ουδέν κρειττον του γνώναι την οικείαν ασθένειαν και αγνωσίαν, ουδέ
χείρον του ταύτην αγνοείν» (Φιλοκ. σελ. 611. Περί του µη απογινώσκειν).
11 Όχι µόνον όταν πέση κάποιος σε κανένα αµάρτηµα, άλλα και οταν πέση σε διάφορες δυστυχίες,
περιστάσεις και θλίψεις, και µάλιστα σε ασθένειες σωµατικές και πολυχρονίους, πρέπει να
γνωρίζη την ταπεινή γνώσι του εαυτού του και της αδυναµίας του, και να ταπεινώνεται, γιατί
για αυτό σκοπό παραχωρούνται από το Θεό να µας έρχονται όλοι απλά οι πειρασµοί οι απο του
διαβόλου, οι απο των ανθρώπων και οι απο της φύσεως. Οπότε και ο Απόστολος αυτό το
σκοπό σκεπτόµενος, έλεγε οτι γι’ αυτό και µόνο αυτό ακολούθησαν οι στην Ασία
θανατηφόροι πειρασµοί. «Άλλ' αυτοί εν εαυτοϊς το άπόκριµα του θανάτου έσχήκαµεν, ίνα µη
πεποιθότες ώµεν έφ' εαυτοίς, αλλ' επί τω Θεώ, τω εγείροντι τους νεκρούς» (Β' Κορ. α' 9). Και
για να πώ µε συντοµία όποιος θέλει να γνωρίση την ασθένειά του στην πράξι, ας παρατηρήση, όχι
πολύ χρόνο, αλλά µιας µόνο ηµέρας τους λογισµούς και τα λόγια και τα έργα, που σκέφθηκε και
µίλησε και έκανε και βρίσκοντας οτι οι περισσότεροί του λογισµοί και τα λόγια και τα έργα
είναι λανθασµένα, στραβά, ανόητα και κακά, απο την δοκιµή αυτή θα καταλάβη πόσο είναι
ασθενής ο εαυτός του και από την κατανόηση αυτή και την αληθινή γνώσι, οπωσδήποτε θα
ταπεινωθή, και στό εξης δεν θα ελπίζη στον εαυτό του. Όχι λιγώτερο από αυτά που είπαµε
πιό πάνω, θα µας φέρη στην επίγνωσι της ασθένειά µας, η υλική αρχή του είναι µας, δηλαδή,
όταν σκεφτούµε πως το είναι µας,...

Ο Αόρατος πόλεμος - ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ-ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'



Σε τι βρίσκεται η χριστιανική τελειότητα. Για να την
αποκτήση κάποιος, πρέπει να πολεµά. Τα τέσσερα αναγκαία σ’

αυτόν τον πόλεµο.

Το µεγαλύτερο και τελειότερο κατόρθωµα, που µπορεί να πη ή
να συλλογισθή ο άνθρωπος, είναι το να πλησίαση κάπως στο Θεό και
να ενωθεί µε αυτόν. Λοιπόν, εάν εσύ, αγαπητέ µου εν Χριστώ
αναγνώστη, επιθυµείς να φθάσης σε αυτήν την κορυφή, πρώτα
πρέπει να γνωρίσης, απο τι αποτελείται η πνευµατική ζωή και η
χριστιανική τελειότητα1
. Γιατί, είναι πολλοί, που λένε, πως αυτή η
ζωή και η τελειότητα βρίσκεται στις νηστείες, στις αγρυπνίες, στις
γονυκλισίες, στις χαµαι-κοιτίες και σε άλλες παρόµοιες σκληραγωγίες
του σώµατος. Αλλοι πάλι λένε πως βρίσκεται στις πολλές προσευχές
και στις µεγάλες ακολουθίες. Και άλλοι πολλοί νοµίζουν, ότι η
τελειότητα βρίσκεται ολόκληρη στη νοερά προσευχή2
, στη µοναξιά
και στην αναχώρησι, στη σιωπή και στην εκπαίδευσι µε τον
κανόνα· δηλαδή, το να βαδίζουν µε τον κανόνα και το µέτρο, και
ούτε να φτάνουν σε υπερβολές, ούτε σε ελλείψεις. Οι αρετές όµως
αυτές, µόνες τους, δεν είναι αυτό που ζητάµε ως χριστιανική
τελειότητα, αλλά είναι άλλοτε µέσα και όργανα, για να απολαύση
κάποιος την χάρι του Αγίου Πνεύµατος, άλλοτε πάλι είναι καρπός
του Αγίου Πνεύµατος.
Καί ότι µεν είναι πολύ δυνατά όργανα, για την απόλαυσι της χάρης
του Αγίου Πνεύµατος, δεν υπάρχει καµµία αµφιβολία, γιατί βλέπουµε
πολλούς ενάρετους που τα µεταχειρίζονται όπως πρέπει, µε αυτό τον
σκοπόν, για να αποκτήσουν δηλαδή ισχύ και δύναµι κατά της κακίας και
της χαλαρότητας, για να δυναµώνουν εναντίον των πειρασµών και της
πλάνης των τριών κοινών εχθρών, δηλαδή της σάρκας, του κόσµου και
του διαβόλου, για να παίρνουν από εκείνες την πνευµατική βοήθεια, που
είναι αναγκαίες σε όλους τους δούλους του Θεού, και µάλιστα στους
αρχαρίους, και απλά, για να αξιωθούν να πάρουν τα χαρίσµατα του
Αγίου Πνεύµατος· δηλαδή, «ΙΙνεύµα γνώσεως και ευσεβείας· ΙΙνεύµα
βουλής και ισχύος· Πνεύµα σοφίας και συνέσεως· ΙΙνεύµα φόβου Θεού»,
καθώς τα απαριθµεί ο Ησαΐας (11,2).
Οτι αυτές οι πράξεις είναι και καρπός του Πνεύµατος και έχουν ως
αποτέλεσµα την «αγάπη, χαρά, πίστι, εγκράτεια» (Γαλ. 5,22), όπως είπε
ο Παύλος, και αυτό είναι χωρίς αµφιβολία. Γιατί οι πνευµατικοί άνδρες
παιδεύουν το σώµα µε αυτές τις σκληραγωγίες, γιατί λύπησε τον Ποιητή
του3
και για να το κρατάνε πάντα ταπεινωµένο και υποτεταγµένο στο να
εργάζεται τα του Θεού. Σιωπούν και µονάζουν, για να αποφεύγουν και
την παραµικρή λύπη προς τον Θεό. Προσεύχονται και προσέχουν στη
λατρεία του Θεού και στα έργα της ευσέβειας, για να έχουν το
πολίτευµά τους στους ουρανούς· µελετάνε τη ζωή και το πάθος του
Κυρίου µας, όχι για τίποτα άλλο, παρά να γνωρίσουν περισσότερο την
δική τους κακία, και την αγαθότητα και ευσπλαγχνία του Θεού,
ακολουθούν τον Ίησού Χριστό µε το να απαρνούνται τον εαυτό τους και
µε το σταυρό στους ώµους, για να θερµαίνωνται περισσότερο στην
αγάπη του Θεού και στο µίσος του εαυτού των.
Οι αρετές όµως που αναφέρθηκαν, µπορούν να προξενήσουν σε
εκείνους, που θέτουν όλο τους το βάρος σε αυτές, περισσοτέρη βλάβη
από τις φανερές αµαρτίες· όχι εξαιτίας αυτών (γιατί, αυτές είναι όλες
αγιώτατες), αλλ' εξ αιτίας εκείνων που τις µεταχειρίζονται, επειδή,
αυτοί προσέχοντας σ’ αυτές µόνο, αφήνουν την καρδιά τους να τρέχη
στα δικά τους θελήµατα και τα θελήµατα του διαβόλου, ο οποίος
βλέποντας τους πως πηγαίνουν από τον ευθύ δρόµο, τους αφήνει όχι
µόνον να αγωνίζωνται µέ χαρά σε αυτούς τους σωµατικούς αγώνες,
αλλά ακόµη να επεκτείνωνται, µε τον µάταιο λογισµό τους, και ως στα
µεγαλεία του Παραδείσου. Όθεν και νοµίζουν οι τοιούτοι πως
υψώθησαν µέχρι τα τάγµατα των Αγγέλων και πως αισθάνονται τον Θεό
µέσα τους· και κάποτε, βυθισµένοι µέσα σε κάποιες σκέψεις και
λογισµούς περιέργους και υψηλούς, νοµίζουν πως άφησαν σχεδόν τον
κόσµο αυτόν και αρπάγησαν µέχρι τον τρίτο ουρανό.
Αλλα, σε πόσα σφάλµατα είναι µπλεγµένοι αυτοί και πόσο είναι
µακριά από την αληθινή τελειότητα, µπορεί να το καταλάβη ο κάθε
ένας από την ζωή και τα ήθη τους. Γιατί, αυτοί θέλουν να
προτιµούνται από τους άλλους σε κάθε τι που υπάρχει· είναι
ιδιόρρυθµοι και ισχυρογνώµονες στο θέληµά τους είναι, τυφλοί σε όλα
τα δικά τους, µε επιµέλεια όµως εξετάζουν τους λόγους και τις πράξεις
των άλλων, αν τους αγγίξη κάποιος λίγο στη µάταιη υπόληψι της τιµής
τους, που αυτοί νοµίζουν πως έχουν και που (σε υπόληψι) θέλουν να τους
έχουν και οι άλλοι· ή εάν τους εµπόδιση κάποιος από κείνες τις
ευλάβειες και τις αρετές, µε τις οποίες καταπιάνονται (ο Θεός να
φυλάει!) αµέσως συγχύζονται, αµέσως ανάβουν όλοι από θυµό και
γίνονται έξαλλοι.
Καί, αν ο Θεός θέλοντας να τους φέρη σε ακριβή γνώσι του εαυτού
τους και στον αληθινό δρόµο της τελειότητας, τους στείλη θλίψεις και
αρρώστειες ή παραχωρήση να τους έρθουν διωγµοί (οι οποίοι είναι το
δοκιµαστήριο που δοκιµάζει τους γνήσιους και αληθινούς δούλους του),
τότε φανερώνουν τα κρυφά της καρδιάς τους, πως είναι διεφθαρµένοι
από την υπερηφάνεια. Γιατί, σε κάθε λυπηρό γεγονός που συµβαίνει,
δεν θέλουν να ακολουθήσουν το θέληµα του Θεού, µένουν
αναπαυµένοι στις δίκαιες, αν και κρυφές κρίσεις του Θεού, ούτε
θέλουν κατά το παράδειγµα του ταπεινωθέντα και παθόντα Υιού
αυτού, του Κυρίου ηµών Ιησού Χριστού, να ταπεινωθούν κάτω απο
όλα τα κτίσµατα, εχοντας για αγαπητούς φίλους τους τους διώκτες,
σαν όργανα της θείας αγαθότητας και συνεργούς της σωτηρίας τους.
Οπότε είναι φανερό πως βρίσκονται σε µεγάλο κίνδυνο. Γιατί, έχοντας
το εσωτερικό µάτι, δηλαδή τον νου τους, σκοτεινό, βλέπουν µε εκείνο τον
εαυτόν τους· και σκεπτόµενοι να πετύχουν τις εξωτερικές πράξεις που
κάνουν, πως είναι καλές, νοµίζουν πως έφτασαν στην τελειότητα· και
κατά αυτόν τον τρόπο υπερηφανευόµενοι, κατακρίνουν τους άλλους.
Γι’ αυτό δεν είναι δυνατό να αλλάξη άλλος κάποιους απο αυτούς, πάρα
µόνο µία ξεχωριστή βοήθεια του Θεού. Γιατί ευκολώτερα µετατρέπεται
στό καλό ο φανερός αµαρτωλός, παρά ο απόκρυφος και σκεπασµένος
µε το κάλυµµα των φαινοµενικών αρετών.
Τώρα λοιπόν που γνώρισες πολύ καλά οτι η πνευµατική ζωή και η
τελειότητα δεν στέκεται σε αυτές τις αρετές, που είπαµε, γνώριζε ότι
δεν αποτελείται από άλλα παρά από4
στην γνώσι της αγαθότητας και
της µεγαλειότητας του Θεού και της δικής µας µηδεναµηνότητας και
κλίσεως σε κάθε κακό στη αγάπη του Θεού και στο µίσος του εαυτού
µας· στην υποταγή, όχι µόνο του Θεού, άλλα και όλων των κτισµάτων,
για την αγάπη του Θεού1
στην αποστροφή κάθε δικού µας θελήµατος,
τέλειας υπακοής στό Θείο θέληµα· και ακόµη, να τα θέλουµε όλα αυτά
και να τα κάνουµε ξεκάθαρα για τη δόξα του Θεού5
και µόνο για να
αρέσουµε σε αυτόν, και γιατί έτσι θέλει και αυτός και έτσι πρέπει να
τον αγαπάµε και να τον υπηρετούµε.
Αυτός είναι ο νόµος της αγάπης, αυτός που έχει γραφτεί από το
χέρι του ίδιου του Θεού στις καρδίες των πιστών δούλων του. Αυτή
είναι η απάρνησις του εαυτού µας, την οποία ζητεί από εµάς ο Θεός.
Αυτός είναι ο γλυκός ζυγός του Ιησού και το φορτίο του το ελαφρό.
Αυτή είναι η υποταγή στο θέληµα του Θεού, στην οποία µας
προσκαλεί ο λυτρωτής µας και ∆ιδάσκαλος µε το δικό του παράδειγµα
και µε τη φωνή του6
.
Λοιπόν, εσύ αδελφέ, που επιθυµείς να φθάσης στό ύψος αυτής της
τελειότητας, επειδή και είναι ανάγκη να κάνης µία ακατάπαυστη πάλη µε
τον εαυτό σου, για να νικήσης γενναία και να εξουδετερώσης όλα τα
θελήµατα µεγάλα και µικρά, αναγκαστικά, πρέπει να ετοιµασθής µε
κάθε προθυµία της ψυχής σου σε αυτό τον πόλεµο (γιατί, το στεφάνι δεν
δίνεται σε άλλο, παρά µόνο στον γενναίο πολεµιστή)· ο οποίος πόλεµος,
καθώς είναι δυσκολώτερος από κάθε άλλο πόλεµο (γιατί πολεµώντας
εναντίον του εαυτού µας, πολεµούµαστε από τον ίδιον τον εαυτό µας),
έτσι και η νίκη που πετυχαίνουµε σε αυτόν, θα είναι ενδοξότερη από
κάθε άλλη, και περισσότερο ευπρόσδεκτη στόν Θεό. Γιατί αν θελήσης
να θανατώσης τα άτακτα πάθη σου, και τις επιθυµίες και θελήµατά σου,
θα αρέσης στόν Θεό περισσότερο, και θα τον υπηρετής καλύτερα, παρά
να µαστιγώνεσαι µέχρι να βγάλης αίµα, και να νηστεύης περισσότερο
από τους παλιούς ερηµίτες, και παρά να επέστρεφες στο καλό χιλιάδες
ψυχές, όντας εσύ κυριευµένος από τα πάθη7.
Γιατί, αν κι ο Θεός αγαπά περισσότερο την επιστροφή των ψυχών,
από τη νέκρωσι ενός µικρού θελήµατος, όµως εσύ, αγαπητέ, δεν πρέπει
να θέλης, ούτε να κάνης τίποτα άλλο βασικώτερο, απο εκείνο που ο
Θεός ζητά, και θέλει πλέον αποκλειστικά απο σένα· γιατί αυτός,
βεβαιότατα, καλύτερα ευχαριστείται στο να αγωνίζεσαι για να
απονεκρώσης εσύ τα δικά σου πάθη, παρά στο να κάνης οποιοδήποτε
άλλο πράγµα, και ας είναι µεγάλο και σπουδαίο, παραβλέποντας τα
πάθη σου.
Τώρα λοιπόν, που έµαθες απο τι αποτελείται η χριστιανική
τελειότητα και ότι για να την αποκτήσης πρέπει να έχης ένα παντοτινό
και σκληρότατο πόλεµο εναντίον του εαυτού σου, είναι ανάγκη να
προµηθευθής τέσσερα πράγµατα, σαν οπλισµό πολύ ασφαλή και
αναγκαίο, για να γίνης νικητής σε αυτόν τον αόρατο πόλεµο και να
λάβης το στεφάνι. Και αυτά είναι: α') το να µην εµπιστεύεσαι ποτέ τον
εαυτόν σου, β') το να έχης πάντα όλο σου το θάρρος και την ελπίδα στο
Θεό γ') το να αγωνίζεσαι πάντα· και δ') το να προσεύχεσαι. Για αυτά

θέλω να σου µιλήσω ξεχωριστά, συν Θεώ, σύντοµα.

------------------------------------------------------

1
Ή τελειότητα των χριστιανών απαιτείται σαν εντολή και παραδίδεται στην Καινή ∆ιαθήκη γιατί
λεγει ο Κύριος· «να είσθε τέλιοι, όπως ακριβώς είναι και ο Πατέρας σας» (Ματθ. 5,48). Και ο
Παύλος λέει «τη κακία νηπιάζετε, ταίς δε φρεσί τέλειοι γίνεσθε» (Α' Κορινθ. 14,20)· και πάλι
«να είσθε τέλειοι και να εκπληρώνετε σ εόλα το θέληµα του Θεού» (Κολοσ. 8,12). Και πάλι·
«Στην τελειότητα ας οδηγούµαστε» (Εβρ. 6,1). Προανεκηρύχθηκε αυτή σαν εντολή στην Παλαιά
∆ιαθήκη, γιατί λέει στους Ιουδαίους ο Θεός στο ∆ευτερονόµιο: «Να είσαι τέλειος απέναντι
Κυρίου του Θεού σου» (18,18). Και ο ∆αβίδ διατάζει τα ίδια στον υιό του τον Σολοµώντα. «Καί
τώρα παιδί µου Σολοµώντα, να γνωρίσης τον Θεό των πατέρων σου και να τον υπηρετήσης µε όλη
σου την καρδιά και προθυµία ψυχής» (Α' Παραλ. 28,9). Συµπεραίνουµε λοιπόν, ότι απαιτεί ο Θεός
απο ολους τους χριστιανούς να ασκούν και να είναι γεµάτοι απο την τελειότητα, δηλαδή ζητάει απο
µάς ο Θεός, να γίνουµε τέλειοι σε όλες τις αρετές.
2
Για αυτή βλέπε πιό κάτω στο µς' κεφάλαιο.

3
Σηµείωσε, ότι, κατά τους θεολόγους, βλάβη του Θεού λέγεται, κάθε αµαρτία απλά, γιατί
βλάπτει, πληγώνει και εναντιώνεται στο Θεόν. Και κατα το οτι αυτή µεν δεν υπάρχει σαν
ζωντανός οργανισµός, βλάπτει και έναντιώνεται στο είναι του Θεού, και καθότι είναι κακό,
βλάπτει την αγαθότητα του Θεού, καθότι είναι ασθένεια και αδυναµία, βλάπτει την δύναµί του,
καθότι αγνωσία, βλάπτει την σοφία του. Και απλά, καθότι αυτή είναι και λέγεται ατελειότητα
και παράλλειψη, βλάπτει και έναντιώνεται στις άπειρες τελειότητες του Θεού και καθότι
παράβαση και ανοµία βλάπτει και πληγώνει τους νόµους και τις εντολές του Θεού και καθώς,
κάθε λόγος εναντίον του Θεού, ονοµάζεται βλασφηµία, γιατί βλάπτει την φήµη και το όνοµα
του Θεού, έτσι και κάθε αµαρτία βλάβη λέγεται του Θεού, όχι µόνο γιατί απο µόνη της
εναντιώνεται σαν µεγαλύτερο κακό στο µεγαλύτερο κακό, άλλά γιατί και σαν γίνεται στα
κτίσµατα του Θεού, κάνει να βλασφηµήται ο Κτίστης αυτών, πως είναι και αυτός τέτοιος
κακός, και στη συνέχεια οτι έκτισε και τέτοια κακά· καθώς και η αρετή των κτισµάτων, κάνει
να δοξάζεται και ο Κτίστης τους.

4
Βλέπε αγαπητέ, πόσο άριστη είναι η τάξι και η µέθοδος, που µεταχειρίζεται αυτό το βιβλίο.
Επειδή κάθε τάξι και τέχνη, από το σκοπό της γνωρίζεται, σύµφωνα µε το φιλοσοφικό αξίωµα
και το τέλος που προκατασκευάζεται και στοχεύεται σύµφωνα µε την διάνοια, αρχή γίνεται και
λόγος της εργασίας και της επιχειρήσεως κάθε πράγµατος· γιά αυτό και το βιβλίο αυτό, πρίν
απο κάθε τι άλλο, προσθέτει εδώ στην αρχή, την τελειότητα και το σκοπό όλου αυτού του
αοράτου πολέµου, ώστε γνωρίζοντάς τα όλοι εκείνοι που πρόκειται να πολεµήσουν, να µην πλανηθούν µε τίποτα άλλο, αλλά να κατευθύνωνται προς αυτό, σάν σε σηµείο και προς µία
κατεύθυνσι να οδηγούν όλες τις πράξεις τους.
5
Γι’ αυτό και ο θείος Απόστολος διατάζει να κάνουµε γενικά όλα µας τα έργα για µόνο την δόξαν του
Θεού λέγοντας «Είτε τρώτε, είτε πίνετε, είτε κάτι άλλο κάνετε, όλα να τά κάνετε για την δόξα» (Α'
Κορ. 10,31).
6
Και αληθινά, το να υποτασσώµαστε στο θέληµα τού Θεού πάντα και να προτιµάµε αυτό από το
δικό µας, και µε την φωνή του µας το εδίδαξε ο αρχηγός και τελειωτής της σωτηρίας µας
Ιησούς, ο οποίος µας παράγγειλε να προσευχώµαστε και να λέµε «Πάτερ ηµών ο εν τοις
ουρανοίς ... γεννηθήτω το θέληµά σου ως εν ουρανώ και επί της γης» (Ματθ. 6,10), και µε το
παράδειγµά του, γιατί και στην αρχή της ζωής του, αµέσως που µπήκε στο κόσµο, το θέληµα του
Θεού εζήτησε να κάνη κατά τον Παύλο που λέει: «Να,έρχοµαι νακάνω το θέληµά σου» (Έβρ.
16,9)· και στο µέσον του Ευαγγελίου του, αυτό έλεγε «κατέβηκα από τον ουρανό, όχι για να
κάνω το δικό µου θέληµα, αλλά το θέληµα εκείνου που µ’ έστειλε» (Ίωάν. 6,38)· και στο τέλος
της ζωής του, αυτό το ίδιο εσφράγισε λέγοντας, στην προσευχή· «Πάτερ, ας µη γίνη το δικό µου
θέληµα, αλλά το δικό σου» (Λουκ. 22,42).
7
Τα ίδια σχεδόν λέει και ο άββας Ισαάκ (λογ. κγ'), όπου λέει: «Είναι καλλίτερο να λύσης τονεαυτό
σου από τον σύνδεσµο της αµαρτίας, παρά νε ελευθερώσης δούλους από την δουλεία»· και αλλά
πολλά σύµφωνα µε αυτά που εξηγούνται εδώ (ανάγνωσε και τον νς' λόγο του ιδίου)

Ὁ Ἀόρατος πόλεμος - ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ



Ἀπόδοση στὴ νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος

Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, 

Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Καὶ δικαιότατη καὶ αὐτὴ ποὺ πρέπει εἶναι ἡ ἐπωνυμία ποὺ παίρνει τὸ ψυχωφελέστατο βιβλίο. Γιατὶ ἂν καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἱερὰ καὶ θεόπνευστα βιβλία τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης, ὠνομάσθηκαν ἀμέσως ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια πράγματα, ποὺ διδάσκουν (ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ἡ Γένεσις τοῦ Μωϋσῆ ὠνομάστηκε, ἐπειδὴ ἀναφέρει γιὰ τὴν ἀπὸ τὸ μηδὲν γέννησι καὶ Δημιουργία καὶ τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια, γιατὶ ἰστοριογραφοῦν τὰ καλὰ καὶ σωτηριώδη μηνύματα τῶν ἀνθρώπων. Ποιὸς δὲν βλέπει γιατί καὶ αὐτὸ ἐδῶ τὸ βιβλίο ὠνομάσθηκε κατάλληλα Ἀόρατος Πόλεμος, ἀπὸ αὐτὴν ἀμέσως τὴν ὕλη καὶ τὶς ὑποθέσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἀσχολεῖται;
Γιατὶ διδάσκει αὐτή, (ὄχι γιὰ κάποιον ἀντιληπτὸ καὶ ὁρατὸ πόλεμο, ὄχι γιὰ ἐχθροὺς σωματικοὺς καὶ ὀφαλμοφανεῖς, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἀόρατο πόλεμο ποὺ γίνεται στὸ μυαλό, στὸν ὁποῖο παίρνει μέρος κάθε χριστιανός, ἀμέσως ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ βαπτισθῇ καὶ ὑποσχεθῇ ἀπέναντι στὸν Θεό, νὰ πολεμάῃ σὲ αὐτὸν μέχρι νὰ πεθάνῃ, γιὰ χάρι τοῦ θείου αὐτοῦ ὀνόματος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σχετικὰ μὲ αὐτὸν τὸν πόλεμο, παραβολικὰ γράφτηκε στοὺς Ἀριθμούς... Γι᾿ αὐτὸ λέγεται στὸ βιβλίο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΥΡΙΟΥ (Ἀριθμ. 21,14), καὶ διδάσκει γιὰ ἐχθροὺς ἀσώματους καὶ ἀφανεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὰ διάφορα πάθη, οἱ θελήσεις τῆς σάρκας καὶ οἱ πονηροὶ δαίμονες, οἱ ὁποῖοι μισοῦν τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν σταματᾶνε ἡμέρα καὶ νύκτα νὰ μᾶς πολεμᾶνε. Ὅπως εἶπε ὁ μακάριος Παῦλος «δὲν ἔχουμε νὰ παλαίψουμε μὲ ἀνθρώπους, ἀλλὰ μὲ ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, δηλαδὴ μὲ τοὺς κυρίαρχους τοῦ κόσμου τούτου, τὰ πονηρὰ πνεύματα ποὺ βρίσκονται ἀνάμεσα στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό». (Ἐφεσ. 6,12).
Καὶ οἱ στρατιῶτες ποὺ πολεμοῦν σὲ αὐτὸ τὸν πόλεμο εἶναι ὅλοι οἱ χριστιανοί, ὅπως μαθαίνουμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ βιβλίο. Ἀρχιστράτηγος τῶν χριστιανῶν παρουσιάζεται ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, περιτριγυρισμένος μὲ ὅλους τοὺς χιλιάρχους καὶ ἑκατοντάρχους, δηλαδὴ μὲ ὅλα τὰ τάγματα τῶν «Ἀγγέλων καὶ τῶν Ἁγίων»· πεδίο ἀγῶνα καὶ τόπος καὶ πολεμήστρα, μέσα στὸν ὁποῖο ὁ πόλεμος αὐτὸς γίνεται, εἶναι ἡ ἴδια ἡ καρδιὰ καὶ ὅλος ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος, καὶ χρόνος τοῦ πολέμου εἶναι ὅλη μας ἡ ζωή.
Ποιά πάλι εἶναι τὰ ὅπλα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξοπλίζει τοὺς στρατιῶτες του ὁ Ἀόρατος αὐτὸς Πόλεμος; Ἀκοῦστε· ἡ περικεφαλαία αὐτῶν καὶ τὸ σκουτάρι, εἶναι ἡ ἐκπληρωμένη δυσπιστία καὶ ἡ ἀπελπισία τοῦ ἑαυτοῦ τους. Ἡ σημαία τους καὶ τὸ σιδερένιο πουκάμισο, εἶναι τὸ θάρρος πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ βέβαιη ἐλπίδα. Ὁ θώρακας καὶ τὸ περιστήθιό τους, εἶναι ἡ μελέτη τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου. Ἡ ζώνη τους εἶναι ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὰ σαρκικὰ πάθη. Τὰ ὑποδήματά τους, εἶναι ἡ ταπείνωσις καὶ ἡ ἐπίγνωσις τῆς ἀσθένειάς τους. Ἡ ἀσπίδα, δηλαδὴ τὸ καλκάνι τους, εἶναι ἡ ὑπομονὴ στοὺς πειρασμοὺς καὶ ἡ ἀπομάκρυνσις τῆς ἀμέλειας. Ἡ μάχαιρα, ποὺ κρατᾶνε ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι, εἶναι ἡ ἱερὰ προσευχή, τόσο ἡ λεγόμενη νοερὰ καὶ προφορική, ὅσο καὶ αὐτὴ ποὺ γίνεται μὲ τὴν μελέτη. Καί, τρίλογχο κοντάρι, ποὺ κρατοῦνε ἀπὸ τὸ ἄλλο χέρι, εἶναι τὸ νὰ μὴ κάνουν συγκατάθεσι στὸ πάθος, ποὺ τοὺς πολεμεῖ, νὰ τὸ διώχνουν μὲ ὀργὴ καὶ νὰ τὸ μισοῦν καὶ νὰ τὸ συχαίνωνται ἀπὸ τὴν καρδιά τους. Τροφή τους, ἀπὸ τὴν ὁποία παίρνουν γιὰ νὰ δυναμώνουν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, εἶναι ἡ συνεχὴς μετάληψις τῆς θείας Κοινωνίας, τόσο τῆς θείας μυσταγωγίας τοῦ θυσιαστηρίου, ὅσο καὶ τῆς νοερᾶς, καὶ ἀέρας φωτεινὸς καὶ ἀνέφελος, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο βλέπουν ἀπὸ μακριὰ τοὺς ἐχθρούς, εἶναι ἡ παντοτινὴ γύμνασις τοῦ νοῦ στὸ νὰ γνωρίζῃ σωστὰ τὰ πράγματα καὶ ἡ παντοτεινὴ γύμνασις τῆς θελήσεως, στὸ νὰ θέλῃ μόνον νὰ εὐαρεστῇ τὸ Θεό, καὶ ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς καὶ ἡ ἡσυχία.
Ἐδῶ, ἐδῶ σὲ αὐτὸν τὸν Ἀόρατο Πόλεμο, ἢ νὰ ποῦμε καλύτερα, σὲ αὐτὸν τὸν Πόλεμο τοῦ Κυρίου, μαθαίνουν οἱ στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ τὶς διαφόρες ἀπάτες, τὶς κάθε εἴδους μηχανοραφίες, τὰ δύσκολα στρατηγήματα καὶ τὶς τέχνες ποὺ μεταχειρίζονται ἐναντίον αὐτῶν οἱ νοητοὶ ἐχθροὶ μέσα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις, μέσα ἀπὸ τὴν φαντασία, μέσα ἀπὸ τὴν στέρησι τῆς εὐλαβείας καὶ μάλιστα, μέσα ἀπὸ τὶς τέσσερες προσβολές, ποὺ φέρνουν τὸν καιρὸ τοῦ θανάτου, τῆς ἀπιστίας, λέω, τῆς ἀπογνώσεως, τῆς κενοδοξίας καὶ τῆς μεταμορφώσεώς των σὲ φωτεινοὺς Ἀγγέλους. Καὶ στὴ συνέχεια, μελετᾶνε καὶ αὐτοί, πῶς νὰ λύνουν καὶ νὰ ἀντιπολεμοῦν, αὐτὲς τὶς μηχανὲς τῶν ἐχθρῶν. Καὶ ἐδῶ διδάσκονται, ποιά τάξι καὶ ποιό νόμο πρέπει νὰ κρατοῦν καὶ πόσο γενναῖα νὰ πολεμοῦν. Καὶ γιὰ νὰ πῶ μὲ συντομία, ἀπὸ τὸ βιβλίο αὐτὸ κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾷ τὴν σωτηρία του, μαθαίνει πῶς νὰ νικήσῃ τοὺς ἀόρατους ἐχθρούς του, γιὰ νὰ ἀποκτήσῃ κούρση καὶ θησαυρούς, δηλαδὴ ἀρετὲς θεῖες καὶ ἀληθινὲς καὶ γιὰ νὰ πάρει βραβεῖο καὶ στεφάνι ἁμαράντινο, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ ἕνωση μὲ τὸ Θεὸ καὶ στὸ τωρινὸ αἰῶνα καὶ στὸ μέλλοντα.
Δεχθεῖτε λοιπὸν αὐτὸ τὸ βιβλίο, φιλόχριστοι ἀναγνῶστες, μὲ χαρὰ καὶ εὐνοϊκὰ καὶ μάθετε ἀπὸ αὐτὸ τὴν τέχνη τοῦ Ἀόρατου Πολέμου· φροντίστε ὄχι μόνο νὰ πολεμῆτε ἁπλά, ἀλλὰ νὰ πολεμῆτε καὶ νόμιμα καὶ ὅπως πρέπει, γιὰ νὰ στεφανωθῆτε. Ἐπειδή, κατὰ τὸν Ἀπόστολο «ἐὰν καὶ ἀθλῆται κανείς, δὲν στεφανώνεται, ἂν δὲν ἀθλήσῃ νόμιμα» (Β´ Τιμόθ. 5)». Ἐξοπλισθῆτε μὲ τὰ ὅπλα ποὺ σᾶς διδάσκει, γιὰ νὰ θανατώσετε μὲ αὐτὰ τοὺς νοητοὺς καὶ ἀόρατους ἐχθρούς σας, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὰ πάθη ποὺ φθείρουν τὴν ψυχὴ καὶ οἱ δαίμονες ποὺ εἶναι οἱ δημιουργοὶ αὐτῶν τῶν παθῶν. «Ντυθῆτε τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ ἀντισταθῆτε στὰ τεχνάσματα τοῦ διαβόλου» (Ἐφεσ. 3,10). Νὰ θυμᾶστε ὅτι ὑποχεσθήκατε στὸ ἅγιο βάπτισμα ὅτι ἀπαρνῆσθε καὶ πολεμᾶτε τὸν σατανᾶ καὶ ὅλα τὰ ἔργα του καὶ κάθε λατρεία του καὶ κάθε ἁμαρτία του, τὰ ὁποῖα ἔργα του εἶναι αὐτὰ τῆς φιληδονίας, τῆς φιλοδοξίας καὶ τῆς φιλαργυρίας καὶ τὰ ὑπόλοιπα πάθη. Ὁπότε καὶ νὰ ἀγωνίζεστε, ὅσο μπορεῖτε, γιὰ νὰ κατατροπώσετε, γιὰ νὰ τὸν ντροπιάσετε καὶ γιὰ νὰ τὸν νικήσητε μὲ ὅλη σας τὴν τελειότητα. Ποιὰ δὲ εἶναι ἡ πληρωμὴ καὶ ὁ μισθός, ποὺ ἔχετε νὰ πάρετε γιὰ αὐτὴ τὴ νίκη σας; Πολὺς καὶ μεγάλος. Καὶ ἀκοῦστε αὐτὸ αὐτολεξεί ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ στόμα τοῦ Κυρίου, ὁποὺ μᾶς τὸ ὑπόσχεται στὴν Ἱερὴ Ἀποκάλυψι. «Σὲ ὅποιον νικήσει θὰ τοῦ δώσω νὰ φάῃ τὸν καρπὸ ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς ζωῆς, ποὺ βρίσκεται στὸν παράδεισο τοῦ Θεοῦ μου» (κεφ. 2,7). «Τὸν νικητὴ δὲν θὰ τὸν πειράξη ὁ δεύτερος θάνατος» (Ἀποκ. 2,11). «Σὲ ὅποιον νικήσῃ θὰ τοῦ δώσω ἀπὸ τὸ κρυμμένο μάννα» (Ἀποκ. 2,17). «Στὸ νικητὴ θὰ τοῦ δώσω τὴν ἐξουσία ποὺ κι ἐγὼ πῆρα ἀπὸ τὸν Πατέρα μου κι ἀκόμη θὰ τοῦ δώσω τὸ ἄστρο τὸ πρωινό» (Ἀποκ. 2,28). «Τὸν νικητὴ θὰ τὸν ντύσῃ ὁ Θεὸς μὲ τὰ λευκὰ ροῦχα τῆς νίκης· δὲν θὰ διαγράψω τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς καὶ θὰ τὸν ἀναγνωρίζω ὡς δικό μου μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀγγέλους του» (Ἀποκ. 3,5). «Τὸν νικητὴ θὰ τὸν κάνω στῦλο στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ μου» (Ἀποκ. 3,12). «Τὸν νικητὴ θὰ τὸν βάλω νὰ καθίσῃ μαζί μου στὸν θρόνο μου» (Ἀποκ. 3,21). «Ὁ νικητὴς θὰ τὰ κληρονομήσῃ ὅλα, κι ἐγὼ θὰ εἶμαι Θεός του κι αὐτὸς παιδί μου» (Ἀποκ. 21,7).
Βλέπετε ἀξιώματα; βλέπετε μισθούς; βλέπετε τὸ ὀκταπλάσιο αὐτὸ στεφάνι, τὸ ὁποῖο εἶναι γεμάτο ἄνθη καὶ ἁμαράντινο, ἀλλὰ πολλὰ περισσότερα στεφάνια θὰ σᾶς πλέξουν ἀδελφοί, ἂν νικήσετε τὸν διάβολο· σὲ αὐτὸ λοιπὸν μαθητεύετε, στὸ νὰ ἀγωνίζεστε καὶ νὰ ἐγκρατεύεστε «γιὰ νὰ μὴ πάρη κανένας τὸ στεφάνι σας» (Ἀποκαλ. 3,11). Γιατὶ, εἶναι ἀλήθεια, ὅτι εἶναι ντροπὴ μεγάλη, ἐκεῖνοι μὲν ποὺ ἀγωνίζονται στοὺς σωματικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς ἀγῶνες καὶ στὰ πένταθλα νὰ ἐγκρατεύωνται ἀπὸ ὅλα, γιὰ νὰ πάρουν ἕνα φθαρτὸ στεφάνι ἀπὸ ἀγριελιά, ἢ σέλινο ἢ ἀπὸ κλαδὶ κουκουναριᾶς, ἢ φοινικιᾶς ἢ δάφνης ἢ μυρσίνης ἢ κάποιου ἄλλου φυτοῦ. Καὶ ἐσεῖς ποὺ ἔχετε νὰ πάρετε τέτοιο ἄφθαρτο στεφάνι, νὰ περνᾶτε μὲ ἀμέλεια καὶ ἀδιαφορία τὴν ζωή σας. Καὶ ἂς σᾶς πείσῃ σὲ αὐτὸ ὁ Παύλος ποὺ λέει «Δὲν γνωρίζετε ὅτι οἱ δρομεῖς ὅλοι τρέχουν στὸ στάδιο, ἕνας ὅμως λαμβάνει τὸ βραβεῖο; Τρέχετε, λοιπὸν κι ἐσεῖς ἔτσι, ὥστε νὰ κατακτήσετε τὸ βραβεῖο. Οἱ ἀθλητὲς ποὺ ἑτοιμάζονται γιὰ τὸν ἀγῶνα, ὑποβάλλονται σὲ κάθε εἴδους ἀποχή· ἐκεῖνοι γιὰ νὰ λάβουν ἕνα στεφάνι ποὺ μαραίνεται, ἐνῷ ἐσεῖς ἀμάραντο» (Α´ Κορινθ. 9,24).
Αὐτὴ λοιπὸν τὴ νίκη καὶ τὴ λαμπρότητα αὐτῶν τῶν στεφανιῶν εὔχομαι νὰ ἀπολαύσουμε· νὰ θυμηθῆτε, ἀδελφοί μου, νὰ δεηθῆτε στὸ Κύριο καὶ γιὰ τὴν συγχώρεσι τῶν ἁμαρτιῶν ἐκείνου, ποὺ ἔγινε βοηθός σας αὐτοῦ τοῦ ὡραίου, μέσα ἀπὸ τὸ βιβλίο αὐτῆς τῆς ἐκδόσεως· πάνω ἀπὸ ὅλα, ὅμως, θυμηθῆτε νὰ σηκώσετε τὰ μάτια στὸν οὐρανό, καὶ νὰ εὐχαριστήσετε καὶ νὰ δοξάσετε τὸν Πρωταίτιο καὶ Αὐτοδίδακτο αὐτῆς τῆς νίκης Θεὸ καὶ Ἀρχιστράτηγό σας Ἰησοῦ Χριστό, καὶ ἂς λέγῃ ὁ καθένας πρὸς αὐτὸν ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Ζοροβάβελ «Ἀπὸ ἐσένα προέρχεται ἡ νίκη.... Καὶ ἡ δόξα εἶναι δική σου, καὶ ἐγὼ δικός σου συγγενής» (Β´ Ἔσδρ. 59). Καὶ αὐτὸ τοῦ Προφήτη Δαβὶδ «Σὲ σένα ἀνήκει, Κύριε, ἡ μεγαλωσύνη, καὶ ἡ δύναμις, καὶ τὸ καύχημα, καὶ ἡ νίκη, καὶ ἡ ἐξομολόγησις, καὶ ἡ ἰσχύς» (Α´ Παραλειπ. 29,11). Τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ







ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ’: Πως πρέπει να πολεµά κάποιος εναντίον της αµελείας 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΣΤ': Ο στρατιώτης τοῦ Χριστού πρἐπει να ἀποφεύγη μέ ὄλη του τή δύναμι τίς ταραχές καί ἐνοχλήσεις ἂν θέλει νά πολεμήση καλά τοῦς ἐχθρούς του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΘ' : πόλεμος καὶ ἡ ἀπάτη ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ διάβολος γιὰ ἐκείνους ποὺ κρατάει στὴν ὑπηρεσία τῆς ἁμαρτίας.