A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΙΣ,ΕΛΠΙΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ (17 Σεπτεμβρίου)




Η Αγία Σοφία και οι τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού (117 – 138 μ.Χ.). Οι τρεις θυγατέρες της Αγίας Σοφίας, πήραν τα ονόματα τους από το χωρίο της Καινής Διαθήκης: «νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.» ( Α' Κορινθίους. 13:13).


Η Αγία Σοφία, τίμια και θεοσεβής γυναίκα, γρήγορα χήρεψε και με τις τρεις κόρες της ήλθε στη Ρώμη. Εκεί καταγγέλθηκαν ως φημισμένες χριστιανές. Τότε ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε ότι οι τέσσερις γυναίκες ήταν χριστιανές και διέταξε να τις συλλάβουν.



Αφού απομόνωσαν τη μητέρα, άρχισαν να ανακρίνουν τις κόρες. Πρώτη παρουσιάστηκε στο βασιλιά η δωδεκάχρονη Πίστη. Με δελεαστικούς λόγους ο Ανδριανός προσπάθησε να πείσει την Πίστη να αρνηθεί το Χριστό και θα της χορηγούσε τα πάντα, για να ζήσει ευτυχισμένη ζωή, αλλά αντιμετώπισε το άκαμπτο φρόνημα της νεαρής. Τα λόγια της Αγίας Γραφής αποτέλεσαν δυναμική απάντηση της Πίστης: «ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ» (Γαλ. 2: 20) δηλαδή «ζω εμπνεόμενη από την πίστη μου στον Χριστό, που με αγάπησε και έδωσε τον εαυτό Του για τη σωτηρία μου». Τότε, μετά από βασανιστήρια, την αποκεφάλισαν.



Επίσης με τα λόγια της Αγίας Γραφής απάντησε και η δεκάχρονη Ελπίδα, όταν τη ρώτησαν αν αξίζει να υποβληθεί σε τέτοια βασανιστήρια: «ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν» (Α΄ Τιμοθ. 4:10). Δηλαδή, «ναι, διότι έχουμε στηρίξει τις ελπίδες μας στον ζωντανό Θεό, που είναι σωτήρ όλων των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των πιστών». Αμέσως τότε και αυτή αποκεφαλίστηκε.



Αλλά δεν υστέρησε σε απάντηση και η εννιάχρονη Αγάπη. Είπε ότι η ύπαρξή της είναι στραμμένη «εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὴν ὑπομονὴν τοῦ Χριστοῦ» (Β’ Θεσσαλ. 3: 5). Βέβαια δεν άργησαν να αποκεφαλίσουν και αυτή.



Περήφανη για τα παιδιά της η Σοφία, ενταφίασε με τιμές τις κόρες της και παρέμεινε για τρεις μέρες στους τάφους τους, παρακαλώντας το Θεό να την πάρει κοντά του. Ο Θεός άκουσε την προσευχή της και η Σοφία παρέδωσε το πνεύμα της δίπλα στους τάφους των παιδιών της.

 “ορθοδοξος συναξαριστης”


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
᾿Εν ταῖς μάρτυσι λάμπεις Σοφία ἔνδοξε, καὶ στεφάνοις τῆς νίκης περι­κοσμεῖσαι λαμπροῖς· δι᾿ ὃ ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς εὐφημοῦμέν σε, ὅτι θυγάτρια σεμνὰ τῷ μαρτυρίῳ ὁδηγεῖς, ᾿Αγάπην Πίστιν ᾿Ελπίδα· μεθ᾿ ὧν μὴ παύσῃ πρεσβεύειν, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.



Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α'. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
 Ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἀνεβλάστησας ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Κυρίου, Σοφία μάρτυς σεμνὴ, καὶ προσήγαγες Χριστῷ καρπὸν ἡδύτατον τοὺς τῆς νηδύος σου βλαστούς, δι' ἀγώνων εὐαγῶν, Ἀγάπην τε καὶ Ἐλπίδα σὺν τῇ θεόφρονι Πίστει, μεθ' ὧν δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.


Η Αγία Σοφία και οι Θυγατέρες της Πίστις, Ελπίς και Αγάπης (17 Σεπτεμβρίου)



Χήρα με τρεις θυγατέρες στη Ρώμη

Στα χρόνια πού βασίλευε στην κοσμοκράτειρα Ρώμη ο Αδριανός, σε μια πόλη της Ιταλίας, ζούσε η ευσεβής και πιστή στον Θεό Σοφία. Καταγόταν από σπουδαία οικογένεια, αλλά
σχετικά νωρίς έμεινε χήρα με τρεις θυγατέρες. Για λόγους πού δεν είναι γνωστοί, αργότερα η Σοφία πήρε τις τρεις κόρες της και πήγε στη Ρώμη, όπου συνέχισαν την ενάρετη ζωή τους.
Δεν επέλεξε συμπτωματικά και τα ονόματα των τριών θυγατέρων της, αφού τους έδωσε τα ονόματα πού συνοψίζουν τις τρεις βασικές αρετές του χριστιανού, τις οποίες επισημαίνει
ο απόστολος Παύλος στον «ύμνο της αγάπης» (Α 7 Κορ. 13,13): νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη. Και τόσο με το παράδειγμά της όσο και με την ανατροφή πού τους έδωσε, οι
τρεις θυγατέρες της επιβεβαίωναν στην πράξη ότι όντως βίωναν και την πίστη και την ελπίδα και την αγάπη. Ήταν αντάξια προς τη ρίζα και τον κορμό κλαδιά!

Συλλαμβάνονται και οδηγούνται στον αυτοκράτορα

Δεν άργησε να γίνει γνωστή στη Ρώμη η άφιξη της Σοφίας και των θυγατέρων της, όχι μόνο γιατί ήταν αυτό σπουδαία οικογένεια, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι μία χήρα γυναίκα
με τρεις ωραιότατες κόρες ζούσαν με σύνεση και αρετή, σε μια κοινωνία κατά βάση έκφυλη και αμαρτωλή. Ο Αντίοχος, πού ήταν διοικητής της Ρώμης, ενημέρωσε τον αυτοκράτορα
Αδριανό, ότι οι τέσσερις αυτές ψυχές πιστεύουν στον Θεό των χριστιανών και περιφρονούν τούς δικούς τους θεούς. Ο αυτοκράτορας εξοργίστηκε. Και έδωσε αμέσως εντολή στον
επικεφαλής των σωματοφυλάκων του να σπεύσουν να συλλάβουν τη Σοφία και τις τρεις θυγατέρες της, προκειμένου να τις οδηγήσουν ενώπιον του.

Ομολογία πίστεως και μητρικές παραινέσεις

Στη συνέχεια, αφού διέταξε να απομακρύνουν τις τρεις θυγατέρες από τη μητέρα τους και να τις φυλάνε σε άλλο μέρος. Την προέτρεψε να θυσιάσει στα είδωλα και η αγία με
αποφασιστικότητα ομολόγησε την Χριστιανική της πίστη. Αφού είδα την Σοφία να επιμένει στην ομολογία της έδωσε εντολή να την φυλακίσουν.
Έτσι η μητέρα τους Σοφία βρήκε την ευκαιρία και το χρόνο να απευθύνει στις κόρες της τις απαραίτητες παραινέσεις, λέγοντας τα έξης:
«Εγώ, παιδιά μου αγαπημένα, ως μητέρα πού σας έφερα στον κόσμο, σας ανέθρεψα εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Επειδή λοιπόν οι περιστάσεις σας καλούν σε πνευματικούς
αγώνες, δείξτε ποιά από σας είναι ο άξιος καρπός των λόγων μου. Τη δε αρετή, στην οποία εδώ και χρόνια έχετε ασκηθεί, ας μη την καταβάλει το κακό πού προσωρινά θα
εκδηλωθεί εναντίον σας. Ούτε η αδύναμη πλάνη να υπερισχύσει της χριστιανικής αλήθειας, πού είναι από καθετί πιο ισχυρή. Δεν σας κρύβω, βέβαια, ότι η νεαρή ηλικία σας μου
προκαλεί μικρό φόβο. Γι’ αυτό δείξτε προσοχή και μη δειλιάσετε μπροστά στην απειλή, αφού ακατάβλητη δύναμη σας θα έχετε τη συμμαχία του Χριστού μας. Κάνετε ώστε με τον
αγώνα σας να σκιρτήσουν από χαρά τα γηρατειά μου. Κρατήστε ανυποχώρητη την ομολογία της πίστεώς σας στον Κύριο, για να σας στεφανώσει με τα ίδια τα χέρια του. Και τότε
θα είστε για πάντα μαζί του, θα απολαμβάνετε την άφθαρτη και αιώνια χαρά και θα είστε μαζί με τούς αγγέλους και όλους τούς αγίους του. Άλλωστε, γνώρισμα των συνετών είναι να
θυσιάζουν τα μικρά για τα μεγάλα, τα ασταθή για τα διαρκή, τα πρόσκαιρα για τα αιώνια. Διότι το πιο πολύτιμο πράγμα είναι το να εξαγοράσει ο άνθρωπος με το αίμα τού μαρτυρίου
του, πού θα χύσει υπέρ τού Χριστού, την ουράνια βασιλεία του».


Ο δικαστής κολακεύει, υπόσχεται και απειλεί

Ενώ μ’ αυτά τα λόγια ενίσχυε τις τρεις θυγατέρες της η μητέρα τους Σοφία, οι αντάξιες κόρες έτσι της απάντησαν: «Εσύ, σεβαστή μας μητέρα, να μας στηρίξεις με τις παραινέσεις
σου, πού τις θεωρούμε αγαθό φυλαχτό. Αλλά και ο Κύριος μας, πού μας παρότρυνε να μη μεριμνήσουμε πώς ή τι θα πούμε όταν μας οδηγήσουν ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων
(πρβλ. Ματθ. 10, 18-19), εκείνος, όντας αξιόπιστος, δεν θα διαψευσθεί. Και ως παντοδύναμος πού είναι θα τηρήσει την υπόσχεσή του και θα μας χαρίσει σοφία, με την οποία θα
μπορέσουμε να νικήσουμε τη σοφία των ειδωλολατρών πού είναι ανόητη».
Ο αυτοκράτορας με κολακείες και υποσχέσεις και μετά με απειλές προσπάθησε να αλλάξει τις αγνές κόρες, αλλά αυτές, παρόλο το νεαρό της ηλικίας τους, με αποφασιστικότητα
ομολόγησαν την πίστη τους και επιζητούσαν τα αιώνια αγαθά και τον ουράνιο Νυμφίο τους Χριστό. Οι τρεις θυγατέρες της άγιας Σοφίας είπαν στο δικαστή: «Σε πληροφορούμε πώς
αν τυχόν λυπηθείς το κάλλος της νεότητάς μας, πού όπως είπες θεωρείς κάτι το εξαιρετικά σπουδαίο, και δεν μας υποβάλεις σε σκληρά βασανιστήρια, θα μας στενοχωρήσεις
περισσότερο. Γιατί στην περίπτωση αυτή θα μας βλάψεις πραγματικά, αφού θα γίνεις αίτια να στερηθούμε την ανταπόδοση των μεγάλων και άφθαρτων αγαθών».

Η γενναιόφρονη στάση των τριών νεανίδων εξέπληξε το δικαστή. Έτσι άποφάσισε να τις χωρίσει και να εξετάσει την κάθε μία ιδιαίτερα, ελπίζοντας να τις αποδυναμώσει και να
επιτύχει στο σκοπό του. Στην αρχή φώναξε τη μητέρα τους Σοφία και τη ρώτησε για το όνομα και την ηλικία των θυγατέρων της. Εκείνη απάντησε πώς η πρώτη ονομάζεται Πίστις
και είναι δώδεκα χρονών, η δεύτερη Ελπίς και είναι δέκα και η τρίτη Αγάπη και είναι εννέα χρονών.

Βασανίζεται και τελειούται η Πίστις

Τότε πρόσταξε να οδηγηθεί μπροστά του η μεγαλύτερη από τις τρεις, η Πίστις. Οργισμένος της είπε: « Θυσίασε, νεαρή μου, στη θεά Άρτεμη, όπως εδώ και πολλά χρόνια κάνουμε
όλοι μας». Με έκπληξη του όμως διαπίστωσε ότι η εντολή του έπεσε στο κενό.
Έτσι πρόσταξε να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Με πρώτο αυτό του ραβδισμού. Της αφήρεσαν την εσθήτα, της έδεσαν πισθάγκωνα τα χέρια και οι δήμιοι την έδειραν με χοντρές
ράβδους. Αλλ’ ώ του θαύματος. Η τρυφερή δωδεκάχρονη μάρτυς του Χριστού φαινόταν όχι ραβδιζόμενη, αλλά έδειχνε σα να ραίνεται με ρόδα, ενώ στο σώμα της δεν υπήρχε ούτε
ίχνος μωλωπισμού! Τότε διέταξε να προχωρήσουν σε ωμότερες πράξεις· να αποκόψουν τούς μόλις σχηματιζόμενους μαστούς της Πίστεως. Και τότε συνέβη το πρωτοφανές και
εξαίσιο γεγονός: από τις τομές αντί για αίμα έτρεξε σαν από βρύση γάλα! Μετά έβαλαν την μάρτυρα του Χριστού να ξαπλώσει σε πυρακτωμένη σχάρα. Όσο όμως εκείνος
επινοούσε βασανιστήρια, άλλο τόσο και ο Θεός των χριστιανών προστάτευε την πιστή του δούλη και τη δόξαζε. Επόμενο μαρτύριο ήταν να τη ρίξουν σε ένα τεράστιο τηγάνι πού
ήταν πάνω από αναμμένη φωτιά, γεμάτο πίσσα και άσφαλτο. Η Πίστις πρόφτασε να επικαλεστεί την εξ ύψους βοήθεια. Η φωτιά και η πίσσα πού κόχλαζε μεταβλήθηκαν σε δροσιά.
Το γεγονός προκάλεσε το θαυμασμό πολλών παρευρισκομένων, πού δόξαζαν τον Θεό των χριστιανών, όχι όμως και τού δικαστή, ο οποίος φανερά εκνευρισμένος και για να
προλάβει την προσχώρηση ειδωλολατρών στη χριστιανική πίστη, αποφάσισε τον διά ξίφους θάνατο της αγίας μάρτυρος.

Όταν εξήγγειλε την απόφασή του αυτή, η Πίστις χάρηκε. Και η χαρά της διακρινόταν καθαρά στο πρόσωπο της. Αμέσως δε παρεκάλεσε την μεν μητέρα της να προσευχηθεί για να
μείνει σταθερή ως το τέλος, τις δε δύο μικρότερες αδελφές της παρότρυνε να μη δειλιάσουν και χάσουν το βραβείο της άνω κλήσεως. Συγκεκριμένα είπε: « Γνωρίζετε καλά ποιόν
ακολουθήσαμε στη ζωή μας και με ποιού τη σφραγίδα σφραγιστήκαμε κατά τη βάπτισή μας. Ας μείνουμε λοιπόν ακλόνητες στην πίστη μας έως τέλους. Ας μη φοβηθούμε και
υποχωρήσουμε. Κόρες μιας μητέρας είμαστε. Αυτή μας γέννησε, μας έθρεψε σωματικά και πνευματικά. Το ίδιο φρόνημα και το ίδιο τέλος ας έχουμε και οι τρεις αδελφές. Η πρώτη
ας είναι παράδειγμα και για τις άλλες δύο».

Τα λόγια αυτά της Πίστεως γέμισαν θάρρος και δύναμη την Ελπίδα και την Αγάπη, πού με τη σειρά τους έδωσαν κουράγιο στην αδελφή τους, ενώ την παρεκάλεσαν να προσευχηθεί
και για κείνες στο Σωτήρα Χριστό να μείνουν σταθερές και ακλόνητες για να αξιωθούν το στεφάνι της αιώνιας ζωής. Στη συνέχεια η Πίστις, έσκυψε τον αυχένα και ο δήμιος
κατεβάζοντας με δύναμη το ξίφος του, της έκοψε το κεφάλι, ενώ η ψυχή της στεφανωμένη ανήλθε προς το νυμφίο της Χριστό, την κεφαλή όλων.

Η άθληση και το τέλος της Ελπίδος

Έδωσε εντολή και έφεραν μπροστά του τη δεύτερη, την Ελπίδα. Χωρίς περιστροφές της είπε: «Άκουσέ με, νεαρή μου, και πέσε να προσκυνήσεις τη μεγάλη θεά Άρτεμη. Κι αφού το
κάνεις αυτό, φύγε ελεύθερη και χαρούμενη». Η Ελπίς όμως δεν δίστασε να του απαντήσει: «Καθώς πίστεψες πώς είμαι αδελφή της προηγούμενης, έτσι να πιστέψεις και στην
απόφασή μου να δείξω και στην πράξη πώς είμαι όντως αδελφή της. Και θέλω να ξέρεις ότι τίποτα απολύτως, ευχάριστο ή δυσάρεστο, δεν θα με κάνει να αλλάξω γνώμη, ούτε την
πίστη μου στο Χριστό και Θεό μου».

Έδωσε εντολή ν’ αρχίσουν τα βασανιστήρια. Της αφήρεσαν τα ρούχα και τη μαστίγωσαν με ωμά βούνευρα. Η Ελπίς έδειχνε ακατάβλητη υπομονή και καρτερία, γεγονός πού
εξόργισε ακόμα περισσότερο το δικαστή. Γι’ αυτό διέταξε να τη ρίξουν μέσα σε πυρωμένο καμίνι. Ενώ οι φλόγες υψώνονταν, την ίδια δεν την άγγιζαν. Ο δικαστής πρόσταξε να
κρεμάσουν την Ελπίδα σε ένα ξύλο και οι δήμιοι να ξεσκίσουν το παιδικό σώμα της με τα ειδικά σιδερένια νύχια. Η ίδια, επιστρατεύοντας ουράνια δύναμη και ένα μειδίαμα στα χείλη
της είπε στο δικαστή! «Νομίζεις πώς με τα βασανιστήρια θα με κάμψεις· εγώ όμως αντλώ θάρρος από το Χριστό, ο οποίος θα σε αποδυναμώσει γιατί κήρυξες αδυσώπητο πόλεμο
σε μια νεαρή κόρη, πού μόνο στήριγμά της έχει τον αληθινό Θεό».


Η παρρησία της νεαρής χριστιανής εξόργισε ακόμα περισσότερο τον δικαστή, ο οποίος έδωσε εντολή να ετοιμάσουν ένα λέβητα και αφού τον γεμίσουν με πίσσα και ρετσίνι να τον
βάλουν πάνω σε δυνατή φωτιά ώσπου να κοχλάσουν τα υλικά αυτά κι υστέρα να ρίξουν μέσα την Ελπίδα. Ο Θεός όμως για μια ακόμα φορά έσωσε την καλλίνικη μάρτυρα: Πριν τη
ρίξουν στο μείγμα πού κόχλαζε, ο λέβητας διαλύθηκε, το δε μείγμα χύθηκε τριγύρω, με αποτέλεσμα να κάψει πολλούς ειδωλολάτρες πού παρακολουθούσαν με περιέργεια τα όσα
συνέβαιναν. Αποφάσισε να θανατωθεί η μάρτυς Ελπίς διά τού ξίφους.
Καθώς ή Ελπίς άκουσε την τελική απόφαση τού δικαστή, ως τελευταία επιθυμία ζήτησε από τη μητέρα της να προσευχηθεί για κείνη, ενώ η ίδια παρότρυνε με λόγια θερμά τη
μικρότερη αδελφή, την Αγάπη, να μη υποκύψει στις υποσχέσεις η απειλές τού δικαστή, αλλά να ακολουθήσει το παράδειγμα των δύο μεγαλύτερων αδελφών της.
Όταν την οδήγησαν στο σημείο όπου θα μαρτυρούσε για τον Ιησού Χριστό, η σορός της αδελφής της Πίστεως, κείτονταν ακόμα, ακέφαλη, στο χώμα. Έπεσε στα γόνατα, το
αγκάλιασε και το φιλούσε, τιμώντας το ως λείψανο μιας αγίας μάρτυρος, αλλά και σε εκδήλωση μεγάλης αδελφικής αγάπης. Έτσι, ήρεμη και με ακλόνητη πίστη και
αποφασιστικότητα, έκαμψε τον αυχένα της, το δε ξίφος τού δημίου απέκοψε τη νεανική κεφαλή της, για να προστεθεί και η μάρτυς τού Χριστού Ελπίς στο νέφος των άγιων του.

Το μαρτύριο της Αγάπης

Μετά το φρικτό μαρτύριο της Πίστεως και της Ελπίδος ο δικαστής, εξουθενωμένος διέταξε να φέρουν την Αγάπη. Αύτη ήταν μόλις εννέα χρονών. Ασφαλώς και θα την έπειθε.
Πιθανόν να είχε τρομάξει από το θάνατο των δύο μεγαλύτερων αδελφών της.
Αφού τη ρώτησε διάφορα και την κολάκεψε με καλά λόγια και υποσχέσεις, περίμενε πώς θα είχε πεισθεί να θυσιάσει, αλλά είχε κάνει λάθος στις εκτιμήσεις του, γιατί η Αγάπη τού
είπε με θάρρος τα έξης: «Μη ξεγελιέσαι από τη νεαρή ηλικία μου και νομίζεις πώς θα με εξαπατήσεις και θα με παρασύρεις. Σύντομα θα διαπιστώσεις ότι κι εγώ, η μικρότερη, είμαι
βλαστάρι από την ίδια ρίζα και τον κορμό. Από την ίδια μάνα είμαι γεννημένη, όπως και οι δύο αδελφές μου πού μαρτύρησαν για το Χριστό. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θα ντροπιάσω τη
μητέρα και τις δύο αδελφές μου. Είμαι μάλιστα αποφασισμένη και να τις ξεπεράσω στην άθληση και την καρτερία, διότι ξέρω από τα όσα συνέβησαν μ’ αυτές ότι θα έχω αμέριστη
τη βοήθεια τού Κυρίου και Θεού μου».


Διέταξε να την κρεμάσουν και να την τεντώσουν με χοντρά σχοινιά τόσο πολύ, πού να σπάσουν οι αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών της. Η προστασία όμως τού Θεού ήταν
και εδώ άμεση. Τη διαφύλαξε σώα και άβλαβή. Έπειτα ετοιμάστηκε πυρακτωμένο καμίνι.
Πόση όμως ήταν η έκπληξη όλων όταν είδαν τη νεαρή μάρτυρα τού Χριστού να πηδάει μόνη της στο καμίνι, πριν προλάβουν να το κάνουν οι δήμιοι. Αλλ’ ώ τού θαύματος και πάλι!
Αντί να γίνει παρανάλωμα τού πυρός, εκείνη στεκόταν ανάμεσα στις φλόγες και ένιωθε σα να βρίσκεται σε ευχάριστο λουτρό. Και το πιο αξιοθαύμαστο; Οι φλόγες σε λίγο
διασκορπίστηκαν και άρχισαν να καίνε τούς ειδωλολάτρες γύρω από το καμίνι! Ακόμα και στον δικαστή προκάλεσαν εγκαύματα.
Έτσι με τα εγκαύματα στο σώμα του, έδωσε νέα εντολή: Να τρυπήσουν τα μέλη τού σώματος της καλλίνικης μάρτυρος με περόνια. Όταν έγινε κι αυτό και επειδή η Αγάπη λίγο
νοιαζόταν για τα φρικτά βασανιστήρια, αφού είχε «βοηθό και σκεπαστή» της τον Θεό, ο δικαστής έβγαλε την τελική του απόφαση, όμοια με των δύο άλλων αδελφών: τον διά τού
ξίφους αποκεφαλισμό της τρίτης.

Την απόφαση άκουσε η Αγάπη με γενναιότητα και ανδρεία, θεωρώντας την ως την ασφαλή σφραγίδα και επιδοκιμασία της πίστεως και ομολογίας της προς τον Θεό, γι’ αυτό και τού
απηύθυνε από τα βάθη της καρδιάς της την ακόλουθη προσευχή: «Σε ευχαριστώ, Παναγία Τριάδα, πού είσαι μία θεότητα, μία δόξα και μία δύναμη, διότι και μένα την ελάχιστη με
ανέδειξες άξια για τον ουράνιο νυμφώνα σου και με συναρίθμησες με τις δύο αδελφές μου, οι οποίες μαρτύρησαν για σένα. Και σε παρακαλώ, πανάγαθε Θεέ μου, μετά το
μαρτυρικό μου τέλος, να ευδοκήσεις να επιζήσει η μητέρα μου, για να επιτελέσει για μας τις δούλες σου όσα είναι καθιερωμένα και αρμόζουν στους κεκοιμημένους».

Φθάνοντας η μακαριστή Αγάπη στο τόπο τού αποκεφαλισμού, έσκυψε πρόθυμα τον αυχένα της και ο δήμιος εκτέλεσε την εντολή τού δικαστή. Έτσι ολοκληρώθηκε η τριπλή θυσία
των αγίων και καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

Η μητέρα τους Σοφία παρακολουθούσε από κάποια απόσταση την τελευταία πράξη τού μαρτυρίου. Κι αφού έφυγαν οι δήμιοι και οι ειδωλολάτρες πού έβλεπαν τα γινόμενα,
έσπευσε και αγκάλιασε το άψυχο σώμα της κόρης της Αγάπης. Το φιλούσε με μητρική αγάπη, αλλά και σεβασμό, αφού αυτό ανήκε σε μια μάρτυρα τού Χριστού. Στη συνέχεια,
εκτελώντας όσα αρμόζουν στους κεκοιμημένους, ράντισε με μύρο το σώμα, το τύλιξε με πολυτελή σάβανα και το έβαλε δίπλα στις σορούς των λειψάνων των δύο άλλων θυγατέρων
της, για τις οποίες είχε πράξει προηγουμένως τα ίδια. Κατόπιν εναπέθεσε και τα τρία σε μικρό ναό πού είχε χτίσει με δαπάνη της. Με τον τρόπο αυτό η φιλόχριστη μητέρα Σοφία
έκανε σε όλους τούς χριστιανούς τη μεγάλη πνευματική δωρεά, να έχουν στους αιώνες έναν ανεκτίμητο πλούτο και έναν αδαπάνητο θησαυρό: τρεις άγιες μάρτυρες, κατά σάρκα και
πνεύμα αδελφές, την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη. Με τις πρεσβείες τους θεραπεύονται ψυχικά και σωματικά πάθη, ενισχύονται οι πιστοί στον πνευματικό τους αγώνα,
γνωρίζουν τον Θεό, σώζονται.

Η εν ειρήνη κοίμηση της αγίας Σοφίας

Τρείς ημέρες μετά το μαρτυρικό τέλος της Αγάπης και τον ενταφιασμό της, η μητέρα της Σοφία πήγε στο ναίσκο για να τελέσει τα καθιερωμένα ιερά μνημόσυνα των τριών
καλλινίκων μαρτύρων θυγατέρων της. Εκεί ακριβώς και πάνω από τη λάρνακα πού είχαν εναποτεθεί τα ιερά σώματα των αγίων, έκανε γονατιστή την ακόλουθη προσευχή:
«Τίμια σφάγια, πού βρίσκεσθε πλέον κοντά στον Θεό, θυσίες πού γίνατε ευπρόσδεκτες από τον Ιησού Χριστό, δεχθείτε τη μητέρα σας ως συγκάτοικο στην ίδια σκηνή, στην
ουράνια κατοικία σας».
Αυτά είπε με πίστη η γενναία και εξαίρετη αυτή μητέρα. Και ήταν τέτοια η επιθυμία της καρδιάς και του νου της, πού εισακούσθηκαν τα λόγια της και
«κοιμήθηκε τον ύπνο πού αρμόζει στους δικαίους», γράφει ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής και συναξαριστής της. Έτσι ετελειώθη και πήγε να συναντήσει τις τρεις θυγατέρες
της πού μαρτύρησαν για το Χριστό.
Κάποιες ευσεβείς γυναίκες πού ήταν μαζί της επιτέλεσαν και για την άγια Σοφία τα καθιερωμένα και αρμόζοντα, τοποθέτησαν δε τη σορό της στην ίδια λάρνακα όπου ήταν
εναποτεθειμένα και τα λείψανα των τριών θυγατέρων της.

ΠΗΓΗ: xristianos.gr”


ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΘΕ Ν' ΑΠΟΘΑΝΩ



Τὸ νὰ μιλᾷ κανένας σήμερα καὶ νὰ γράφει γιὰ κάποια πράγματα τῆς θρησκείας, ὁ πολὺς κόσμος τὸ νομίζει γιὰ ἀνοησία. Καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀνοησία ἔχει τὴν ἰδέα πῶς εἶναι τὸ νὰ γράφει γιὰ τοὺς ἅγιους μάρτυρες, καὶ μάλιστα γιὰ κείνους ποὺ μαρτυρήσανε κατὰ τὰ νεότερα χρόνια ποὺ βασιλεύανε οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στὴ χριστιανοσύνη, ἐπειδὴς ὁ λίγος καιρὸς ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπ᾿ αὐτοὺς κάνει ὦστε νὰ τοὺς νοιώθουμε πολὺ κοντά μας, ἀνθρώπους σὰν κ᾿ ἐμᾶς, ἐνῷ τοὺς ἀρχαίους μάρτυρες τοὺς βλέπουμε μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ποὺ περάσανε ἀπὸ τότε ποὺ μαρτυρήσανε καὶ στὴ φαντασία μας παρουσιάζονται εὐκολότερά με τὸν φωτοστέφανο τοῦ ἁγίου.Κανένας λαὸς δὲν ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅσο ἔχυσε ὁ δικός μας, ἀπὸ καταβολὴ τοῦ χριστιανισμοῦ ἴσαμε σήμερα. Κι αὐτὸς ὁ ματωμένος ποταμὸς εἶναι μια πορφύρα ποὺ φόρεσε ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, καὶ ποὺ Θά ῾πρεπε νὰ τὴν ἔχουμε γιὰ τὸ μεγαλύτερο καύχημα, κι ὄχι νὰ τὴν καταφρονοῦμε καὶ νὰ μὴ μιλοῦμε ποτὲ γι᾿ αὐτή, καὶ μάλιστα νὰ ντρεπόμαστε νὰ μιλήσουμε γι᾿ αὐτή, σὲ καιρὸ ποὺ δὲ ντρεπόμαστε γιὰ τὶς πιὸ ντροπιασμένες καὶ σιχαμερὲς παραλυσίες ποὺ κάνουνε οἱ ἄνθρωποι στὸν ἀδιάντροπο καιρό μας.
Εμεῖς οἱ σημερινοὶ πονηρεμένοι ἄνθρωποι φροντίζουμε μονάχα γιὰ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ μας, καὶ γιὰ τοῦτο ἡ ψυχή μας ἔχασε τὴν εὐαισθησία της, μ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ γιατρικὰ ποὺ λέμε πῶς ἔχουμε. Καὶ γι᾿ αὐτὸ περιφρονοῦμε καὶ τοὺς λέμε ἀνόητους ἐκείνους ποὺ δὲν κοιτάζουνες τὸ ὑλικὸ συμφέρο τους, ἀλλὰ κάνουνε κάποιες θυσίες. Κατὰ πολὺ ἀνόητους καὶ μικρόμυαλους θεωροῦμε ἐκείνους ποὺ θυσιάσανε τὴ ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τους, ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἁμαρτωλὴ κρίση μας, δὲν κοιτάξανε νὰ χαροῦνε τὰ νιάτα τους καὶ ν᾿ ἀπολάψουνε τοῦτον τὸν κόσμο, ποὺ εἶναι χειροπιαστὸς καὶ σίγουρος, ἀλλὰ βασανιστήκανε, φυλακωθήκανε, δαρθήκανε καί, στὸ τέλος, σφαχτήκανε ἢ κρεμαστήκανε, οἱ ἄμυαλοι, γιὰ κάποιους ἴσκιους ποὺ λέγουνται ἀθάνατη ζωὴ καὶ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια βροντοφωνεῖ πῶς ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὰ μαρτύρια ποὺ τραβᾷ ἀπὸ αἰῶνες, εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ βλογημένη ἀπὸ τὸν Κύριο, κι ὄχι ἡ Δυτική, ἡ καλοπερασμένη ἡ ὑπερήφανη ἀφέντρα, ποὺ ὄχι μονάχα τὸ αἷμα της δὲν ἔχυσε γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἔκαιγε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν τῆς ἤτανε ὑπάκουοι.Οἱ δικοί μας οἱ ἅγιοι, ποὺ μαρτυρήσανε στὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε σκλάβοι στοὺς Τούρκους, ἤτανε ταπεινοί, ἁπλοί, λιγομίλητοι, μὲ τὴ φωτιὰ τῆς πίστης στὰ στήθιά τους, ἀπονήρευτοι κι ἀγράμματοι, ἀφοῦ τὸ μόνο ποὺ γνωρίζανε νὰ λένε μπροστὰ στὸν ἀγριεμένο τὸν κριτὴ ἤτανε Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θ᾿ ἀποθάνω!

Νέοι ἄνθρωποι, παλικάρια ἀπάνω στ᾿ ἄνθος τῆς νιότης τους, πηγαίνανε προθυμερὰ νὰ παραδοθοῦνε γιὰ τ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, κι ἀντὶς ἀρραβωνιάσματα καὶ σφαζόντανε σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ἡ κρεμαζόντανε μὲ τὴ θελιά, στὸν λαιμό τους καί, γιὰ νὰ τοὺς τυραγνᾶνε περισσότερο οἱ ἄπιστοι, κόβανε τὸν λαιμό τους σιγὰ-σιγὰ μὲ στομωμένα μαχαίρια ἢ τοὺς χωρίζανε μὲ σάπια σχοινιὰ ποὺ κοβόντανε, γιὰ νὰ τοὺς ξανακρεμάσουνε. Καὶ τὰ μόνα ποὺ ξέρανε ἀπὸ τὴ Θρησκεία μας οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ αὐτοὺς ἤτανε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: «Ὅποιος μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στους ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κὶ ἐγὼ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό, κι ὅποιος μ᾿ ἀρνηθεῖ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ κ᾿ εγώ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό». Καθὼς καὶ τὰ λόγια, τοῦτα, ποὺ εἶπε ὁ Κύριος: «Μὴ φοβηθεῖτε ἀπὸ κείνους ποὺ σκοτώνουνε τὸ σῶμα, μὰ ποὺ δὲν μποροῦνε νὰ σκοτώσουνε τὴν ψυχή», καί: «Ὅποιος χάσει τὴ ζωή του γιὰ τ᾿ ὄνομά μου, αὐτός θὰ ζήσει στην αἰώνια ζωή».Ὤ! Τι ὕψος καὶ πόση πνευματικὴ εὐπρέπεια εἶχε ἡ φυλή μας, τὸν καιρὸ ποὺ θαρροῦμε ἐμεῖς πὼς ἤτανε ἀγράμματη καὶ βάρβαρη. Ἐμεῖς, οἱ σημερινοί, εἴμαστε βάρβαροι, ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε ὅσο πρέπει την εὐγένεια καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θυσίας γιὰ τ᾿ ὄνομα του Χριστοῦ, ποὺ τὴν προσφέρανε μὲ τὰ κορμιά τους ἐκείνοι οἱ λεονταρόψυχοι, ποὺ γι᾿ αὐτούς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης πὼς δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἵματα, μήτε ἀπὸ θέλημα της σάρκας, μήτε ἀπὸ θέλημα ἀντρός, ἀλλὰ πὼς γεννηθήκανε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ γενεὰ ἡ δική μας, «ἡ μοιχαλὶς καὶ ἁμαρτωλός», ἂς κάνει τὸν ἔξυπνον ἐκεῖ ποὺ δὲν χωρᾷ καμιὰ ἐξυπνάδα, ἂς περιπαίζει ἐκείνους ποὺ δώσανε τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Θὰ ἔρθει μέρα ποὺ θὰ δώσει ἀπολογία καὶ σὲ τοῦτο τον κόσμο καὶ στὸν ἄλλον, καὶ τότε θὰ καταλάβει σὲ τί σκοτάδι βρισκότανε...

* Φώτης Κόντογλου,από το βιβλίο του,Πονεμένη Ρωμιοσύνη.

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Ἃγιος Νικήτας ὁ Γότθος ὁ μεγαλομάρτυρας (15 Σεπτεμβρίου)



Ο Άγιος Νικήτας κατάγοταν από το έθνος των Γότθων, που είχαν εγκατασταθεί πέραν του Ίστρου ποταμού (Ίστρος, κατά τον Γεωγράφο Mελέτιο, καλείται ο ποταμός Δούναβις από το σημείο που ενώνετε με τον ποταμό Σαύο μέχρι την Μαύρη Θάλασσα ή κατ' άλλους από την Aξιούπολη και κάτω, μέχρι τις εκβολές του.), στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Από παιδί ο Νικήτας διδάχθηκε την αγία πίστη από το Γότθο επίσκοπο Θεόφιλο, ο όποιος συχνά υπενθύμιζε στο Νικήτα τα λόγια του Απ. Παύλου: «ένε ἐν οἲς ἔμαθες... ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδᾳς, τὰ δυνάμενα σὲ σοφίσαι εἰς σωτηρίαν διὰ πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Β'πρόςΤιμόθεον, γ' 14-15). Δηλαδή, μένε ακλόνητος σ' εκείνα που έμαθες. Από μικρό παιδί γνωρίζεις τις Άγιες Γραφές, που μπορούν να σου μεταδώσουν την αληθινή σοφία, που οδηγεί στη σωτηρία δια μέσου της πίστεως στον Ιησού Χριστό. Και έτσι έγινε.

Όταν ο ηγεμόνας Αθανάριχος συνέλαβε το Νικήτα και τον απείλησε για να αρνηθεί το Χριστό, αυτός έμεινε αμετακίνητος σ' αυτά που έμαθε από παιδί. Ομολόγησε με θάρρος το Χριστό μπροστά στον ηγεμόνα, ο όποιος όταν τον άκουσε εξαγριώθηκε πολύ. Διέταξε αμέσως και του έσπασαν τα κόκαλα με τον πιο φρικτό τρόπο. Άλλα το μίσος των Βαρβάρων ήταν τόσο, ώστε μετά τον έριξαν στη φωτιά, όπου βρήκε το θάνατο. Η φωτιά, όμως, με τη θεία θέληση σεβάστηκε το λείψανο του. Το πήρε
κάποιος ευσεβής χριστιανός και το διαφύλαξε σε θήκη.



Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νίκην ἔστησας, κατὰ τῆς πλάνης, νίκης εἴληφας, ἄφθαρτον γέρας, ἐπαξίως Νικήτα φερώνυμε, σὺ γὰρ νικήσας ἐχθρῶν τὴν παράταξιν, διὰ πυρὸς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.



Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τῆς πλάνης τεμών, τὸ κράτος τῇ ἐνστάσει σου, καὶ νίκης λαβών, τὸ στέφος τῇ ἀθλήσει σου, τοῖς Ἀγγέλοις ἔνδοξε, συναγάλλῃ Νικήτα φερώνυμε, σὺν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Οἶκος
Γνῶσιν ἐνθεὶς τὴ ψυχή μου, κάθαρόν μου τὴν φρένα καὶ τῶν σῶν ἐντολῶν ἐργάτην Σῶτερ ἀνάδειξον, ἵνα ἰσχύσω καταπαλαῖσαι τὰς ποικίλας τῶν παθῶν μου ἐπαναστάσεις, νικητικὸν ἀφθαρσίας βραβεῖόν τε δέξασθαι, πρεσβείαις τοῦ σοῦ γενναίου ἀθλοφόρου Νικήτα, φιλάνθρωπεκαὶ γὰρ αὐτὸς ἡμᾶς ἐν τῇ μνήμῃ αὐτοῦ συνεκαλέσατο, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ιωάννης Καποδίστριας-Τα πιστέυω του

header-img

Μελετώντας κανείς τη ζωή του Καποδίστρια, δηλ. τις πεποιθήσεις, τις ιδέες και τη στάση του απέναντι σε αυτοκράτορες, καγκελάριους, διπλωμάτες, προύχοντες, Φαναριώτες και τόσους άλλους, προβληματίζεται. Προβληματίζεται και διερωτάται από πού αντλούσε την ευθύτητα, την ανδρεία, τη σταθερότητα, τη σωφροσύνη αλλά και τη διορατικότητα για να υψώσει μια φωνή δίκαιη και αληθινή.

«Ας λέγουν και ας γράφουν ό,τι θέλουν. Θά έλθη όμως κάποτε καιρός, ότε οι άνθρωποι κρίνονται όχι σύμφωνα με όσα είπον ή έγραψαν περί των πράξεών των, αλλά κατ' αυτήν την μαρτυρίαν των πράξεών των. Υπ' αυτής της πίστεως, ως αξιώματος, δυναμούμενος έζησα μέσα εις τον κόσμον μέχρι τώρα, οπότε ευρίσκομαι εις την δύσιν της ζωής μου, καί υπήρξα πάντοτε ευχαριστημένος δια τούτο. Μου είναι αδύνατον πλέον να αλλάξω τώρα.Θα συνεχίσω εκπληρών πάντοτε το χρέος μου, ουδόλως φροντίζων περί του εαυτού μου, καί ας γίνη ό,τι γίνη».

Με αυτό ακριβώς το ήθος επέλεξε να υπηρετήσει ως διπλωμάτης στη Ρωσία. Συνειδητοποίησε ότι, η μόνη ελπίδα, για να σωθεί το υπόδουλο γένος, είναι η ομόδοξη Ρωσία και όχι οι υπόλοιπες, Προτεσταντικές και Καθολικές στο θρήσκευμα, Δυνάμεις. Ως διπλωμάτης στην υπηρεσία του Τσάρου δεν απορροφήθηκε από το κοσμοπολίτικο περιβάλλον της Ρωσικής αυλής: «Είμαι ευχαριστημένος... (γράφει στον πατέρα του) Αντιστάθηκα στις πιό μεγάλες και γοητευτικές προτάσεις ... Έμεινα σταθερός στο να παραιτηθώ από λαμπρές και ανετότατες θέσεις ... προκειμένου να μείνω με όλη μου την καρδιά προσκολλημένος ... σε όσα εγώ πιστεύω ως ιερά καθήκοντα ... Μού προσφέρθηκαν περισσότερες από μιά ωραίες αποκαταστάσεις. Τις αρνήθηκα χωρίς δυσαρέσκειαν. Θα είχα γίνει Κροίσος στα πλούτη, αλλά στους αντίποδες. Θα είχα προχωρήσει κατά χίλια βήματα στην σταδιοδρομία μου, αλλά έξω από τις αρχές μου, από την ατμόσφαιρά μας. Δεν το θέλησα και ούτε θα το θελήσω ποτέ... Ελπίζω στην θεϊκή προστασία ...».

Την ψυχική ανάπαυση και ψυχαγωγία τη βρίσκει αλλού: «Επέρασα την Μεγάλη Εβδομάδα με τον Μητροπολίτην. Καί παρητήθην όλων των οχληρών διπλωματικών γευμάτων. Το αυτό έπραξα και κατά τας δύο πρώτας ημέρας του Πάσχα κατά το εκκλησιαστικόν τυπικόν των οποίων μόνον ηδυνήθην να εκπληρώσω τα θρησκευτικά μου καθήκοντα.» Ανέβηκε τα σκαλιά της διπλωματίας ζώντας πραγματικά μια ζωή ασκητική και δεν έπαυε να διακηρύττει: «Είμαι πεπεισμένος ποτέ να μην εγκαταλείψω τα συμφέροντα της πατρίδας μου. Καμιά θεώρηση των πραγμάτων, οποιαδήποτε κι αν είναι, δεν θα μπορούσε να μ' επηρεάσει να αποστασιοποιηθώ από τα καθήκοντα που μου επιβάλλει η τιμή μου. Τι χρησιμότητα έχει για μένα η υψηλή εύνοια με την οποία με τιμά ο αυτοκράτορας, εφόσον δεν θα είχα τη δυνατότητα να τη χρησιμοποιήσω για να βοηθήσω αυτούς τους ανθρώπους (δηλ. τους συμπατριώτες του), στους οποίους ανήκω ολόψυχα και αποκλειστικά». Ακόμα στον ίδιο τον Τσάρο έλεγε: «Μένω εις τον τόπον μου (το υπουργείο των Εξωτερικών της Ρωσίας) και θέλω μείνει εν όσω θέλω ελπίζει να τους είμαι ωφέλιμος (στους Έλληνες). Οποίαν ημέραν ίδω ότι τα χρέη του υπουργήματός μου είναι ασυμβίβαστα με τα χρέη τα οποία με απαιτεί η πατρίς, πιστεύσατέ με, Κύριέ μου, ότι δεν θέλω αναβάλει ουδεποσώς ν' ακολουθήσω τον δρόμον, τον οποίο πρέπει ν' ακολουθήση πάς τίμιος άνθρωπος».

Δεν δίστασε μάλιστα ν' αποκαλύψει ότι: «... δεν ηθέλησα ποτέ να είμαι υπήκοός Του, αλλά υπηρέτης Του. Είναι διότι μίαν φοράν είπον εις την Α.Μ. ότι δεν θα αντήλλασον τον τάφον μου που έχω εις την Κέρκυραν με οιανδήποτε αποκατάστασιν εν τω κόσμω».

Όταν το 1815 ο Τσάρος του ανακοίνωσε την πρόθεσή του να τον διορίσει Υπουργό των Εξωτερικών, αρχικά δεν δέχτηκε, διότι δεν θα μπορούσε να θυσιάσει τα συμφέροντα της πατρίδας του ευρισκόμενος στην υψηλή αυτή θέση. Απάντησε, λοιπόν, στον Τσάρο: «Μεγαλειότατε, εντίμως σας δηλώνω ότι οσάκις ευρεθώ προ του τραγικού διλήμματος να υποστηρίξω τα συμφέροντα της σκλαβωμένης πατρίδος μου ή τα συμφέροντα της αχανούς αυτοκρατορίας σας, δεν θα διστάσω ούτε στιγμή: Θα τεθώ με το μέρος της πατρίδος μου ... Θα ήταν εκ μέρους μου αχαριστία, θα παρέβαινα τα καθήκοντά μου προς την γήν που με γέννησε, εάν, προκειμένου να απαλλαγώ από τις πιέσεις που θα μου έκαναν, θεωρούσα τον εαυτό μου ξένον προς την Ελλάδα. Αισθάνομαι όμως τον εαυτό μου ανίκανον για μιά τέτοια θυσία! ... Θα ευρίσκομαι σε συνεχή επικοινωνία μαζί τους, θα τους βοηθώ!...» και «Είμαι Έλλην και θα μείνω Έλλην για πάντα».

Αυτή την εντιμότητα του την αναγνώρισαν μέχρι και οι εχθροί του. Ως πολιτικό αντίπαλο, μπορεί ο Μέττερνιχ να τον πολεμούσε με ασίγαστο μίσος, αλλά ως άνθρωπο τον θαύμαζε: «Ο μόνος αντίπαλος που δύσκολα ηττάται είναι ο απόλυτα έντιμος άνθρωπος. Και τέτοιος είναι ο Καποδίστριας». Πιστός στη ζωή που επέλεξε απομακρύνθηκε εκούσια από τη θέση του Υπουργού των Εξωτερικών όταν κατάλαβε ότι δεν μπορεί να ελπίζει βοήθεια από τον Τσάρο στον αγώνα των Ελλήνων. Αντιτάχθηκε σθεναρά απέναντί του αρνούμενος να εκτελέσει αποφάσεις: «Ναί, βεβαίως το βλέπω, όπως και σείς. Αλλά δεν είμαι εγώ εκείνος που θα τις εκτελέσει!». Έδωσε την παραίτησή του στον Τσάρο «πιστά αφοσιωμένος στην έντιμη μοίρα της πατρίδος του».

Η αυτοκράτειρα μητέρα του Τσάρου Νικολάου, Μαρία Θεοδώρεβνα, τον πίεζε να μην αποδεχθεί την εκλογή του ως Κυβερνήτη της Ελλάδος λέγοντας του: «Στην Ελλάδα θα διακινδυνεύσετε τη ζωή σας». Προφητικά λόγια! Ο Καποδίστριας όμως απάντησε: «Εάν δεν δεχθώ την εκλογή μου και η Ελλάς γονατίσει, τί θα πούν για μένα; Νά ένας άνθρωπος, που θα μπορούσε να τη σώσει και προτίμησε μιά λαμπρή θέση στη Ρωσία από τη σωτηρία της πατρίδας του και την άφησε να χαθεί. Αφιέρωσα τη νεότητά μου στην υπηρεσία του αείμνηστου μεγαλόψυχου γιού σας. Έτσι μπορώ σήμερα να προσφέρω στην Ελλάδα τη θυσία των γηρατειών μου!..».

Υπερασπίστηκε την απόφασή του απέναντι στον Τσάρο: «Η απόφασή μου είναι αμετάκλητη. Πάνω απ' όλα ανήκω στη χώρα μου. Δεν έχω την ψευδαίσθηση να πιστεύω ότι εγώ μονάχος μπορώ να τη σώσω. Όταν βλέπω όμως σε ποιών ανθρώπων τα χέρια βρίσκεται τώρα η τύχη της, δεν μπορώ να αποκρύψω ότι διαθέτω περισσότερα μέσα απ' αυτούς. Πιστεύετε, μεγαλειότατε, ότι θα εγκατέλειπα μιά τόσο λαμπρή θέση, μιά τόσο ένδοξη υπηρεσία και μιά τέλεια εξασφάλιση στη Ρωσία ... εάν δεν ένιωθα ότι με προστάζει η επιτακτική ανάγκη των περιστάσεων της χώρας μου και η έλλειψη των ανθρώπων... Μην πιστέψετε καθόλου, μεγαλειότατε, ότι πηγαίνω στην Ελλάδα με τη ρωσική λιβρέα στους ώμους μου. Δεν είμαι εγώ εκείνος που θα σας βοηθούσε να στήσετε εκεί τις σημαίες σας και δεν είμαι εγώ εκείνος που θα σας δάνειζε το χέρι του για να επιτευχθεί ένα δεύτερο έγκλημα, σαν εκείνο του διαμελισμού της Πολωνίας!..»



Αρνήθηκε να δεχθεί την αποζημίωση που δικαιούνταν από τον Τσάρο για τις υπηρεσίες του - ισόβια σύνταξη εξήντα χιλιάδων φράγκων - με κριτήριο το συμφέρον της πατρίδας του και όχι το δικό του. Αναγνώριζε ότι το ποσό αυτό θα τον βοηθούσε ν' ανακουφίσει τους δυστυχισμένους Έλληνες, αλλά θα έδινε την ευκαιρία στους αντιπάλους του να τον κατηγορήσουν ότι εξαρτάται οικονομικά από τη Ρωσία.

Ο Καποδίστριας γνώριζε ότι «η κάθοδός του εις την Ελλάδα σημαίνει άνοδον εις τον Γολγοθάν», ήρθε όμως έχοντας την πεποίθηση ότι: «Ο Θεός είναι προστάτης μου ... και άνευ ταύτης της πίστεως ούτε εμαυτόν θα ηδυνάμην να κατανοήσω, ούτε να ελπίσω τι». Τοποθέτησε υπεράνω του εαυτού του το συμφέρον της πατρίδας: «Ευτυχείς, διότι ηδυνήθημεν να προσφέρωμεν δι' αυτό το τόσον θεάρεστον έργον τα λείψανα της μετρίας κατατάσεώς μας εις το θυσιαστήριον της πατρίδος!» Το μόνο που ζήτησε από τον Μουστοξύδη κατά τον ερχομό του στην Ελλάδα ήταν: «Ελπίζων δε να έχω και μίαν στέγην εις την Ελλάδα, ως αρχηγός της διοικήσεως, καλόν νομίζω το να περιλαμβάνη και εν μικρόν παρεκκλήσιον...».

Στην πατρίδα πλέον και ελεύθερος από κάθε δέσμευση υλοποίησε την ανασύσταση του Ελληνικού κράτους θέτοντας πρώτα - πρώτα τις βασικές αρχές. Πρώτη και κύρια αρχή ήταν να διαφυλαχθεί η πίστη και η ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας διότι: «Οι Έλληνες ... ηνωμένοι δια της εις Χριστόν και εις την Αγίαν του Εκκλησίαν σταθεράς πίστεώς των ... υποστάντες την οθωμανικήν δυναστείαν, υπό μόνην την σκέπην της Εκκλησίας των διεσώθησαν. Άμα δε τώ ανεγερθήναι εις σώμα Έθνους, οι αυτών αντιπρόσωποι ανεκήρυξαν την Ελληνικήν θρησκείαν, θρησκείαν της επικρατείας, ...» και δεύτερο να διασωθεί η ταυτότητα του Έθνους η οποία «... σύγκειται εκ των ανθρώπων, οίτινες από της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαυσαν ομολογούντες την Ορθόδοξον Πίστιν και την γλώσσαν των Πατέρων αυτών λαλούντες, και διέμειναν υπό την πνευματικήν ή κοσμικήν δικαιοδοσίαν της Εκκλησίας των, όπου ποτέ της Τουρκίας και αν κατοικώσι».

Η Εκκλησία έσωσε την πατρίδα και η Εκκλησία του Χριστού θα αποτελέσει τη «σωτηρία του Έθνους, το λίκνο του μέλλοντος». Για να γίνει αυτό εφικτό, ο Καποδίστριας οργάνωσε συστηματικά και γρήγορα την παιδεία. «Αποτελεί θεία τιμή το να αναθρέψει κάποιος Ελληνόπαιδες, με τις γνώσεις της ιεράς μας θρησκείας, να τους εκπαιδεύσει στην πάτριον γλώσσα και να τους προπαρασκευάσει για ανώτερες πανεπιστημιακές σπουδές».

Με την οργάνωση της παιδείας προσπάθησε τα παιδιά να σπουδάσουν στην πατρίδα τους διότι: «Τα παιδιά μας, ούτως εκείσε κείμενα, οποίας και άν απολαμβάνουν φροντίδος παρά των φιλανθρώπων προστατών, κινδυνεύουν όμως να εκστραφούν της οικείας φύσεως, χάνοντα βαθμηδόν και την αίσθησιν των θρησκευτικών χρεών των, και την χρήσιν της γλώσσης των, και την μνήμην των εφεστίων και ιδιογενών ηθών». Και αλλού: «Χωρίς να γνωρίζουν καλά την Γερμανικήν και την Ελληνικήν, χωρίς να έχουν μίαν κάποιαν ηλικίαν εις την οποίαν ημπορεί κανείς να στερηθή την εκκλησίαν χωρίς να χάση την θρησκείαν του, δεν θα συνεβούλευα ποτέ να τοποθετηθούν εις έν Ινστιτούτον όπου ασκείται η θρησκεία των Διαμαρτυρομένων».



Πίστευε στην αξία στη εκπαίδευσης βάσει όμως αξιών και χρηστών ηθών. Εφόσον λοιπόν ο λαός θα μορφωθεί με τις αξίες του ευαγγελίου κατόπιν θα ιδρυθή η Ελλάς.

Χαρακτηριστική υπήρξε η συνομιλία με τον γραμματέα του Νικόλαο Δραγούμη, ο οποίος την εξιστορεί:

- Σύ δε τί προτιμάς, γράμματα άνευ χρηστών ηθών ή χρηστά ήθη άνευ γραμμάτων;

Και επειδή κατανεύσας τους οφθαλμούς εσιώπησα, αυτός επαναλαβών τον λόγον

- Δεν αποκρίνεσαι; Προσέθετο. Διέστρεψε λοιπόν και σε, τόσω νέον, η ελληνική οίησις; Πολλοί λογιώτατοι Έλληνες τους οποίους εγνώρισα εις Βιένναν και αλλαχού, ενόμιζον εαυτούς σοφωτάτους διότι έμαθον ολίγα γράμματα. Αλλ' εάν, ως καυχάσθε, είσθε απόγονοι των Ελλήνων, έπρεπε και να μη λησμονήτε ότι σοφίαν εκείνοι ούτε ενόμιζον ούτε ωνόμασαν μόνην την άσκησιν του νού, αλλά και της ψυχής την καλλιέργειαν. Ο μόνον γράμματα γινώσκων, στερούμενος δε ψυχικής αγωγής, είναι και του χειρίστου κακούργου χείρων, ως μαθών να κακουργή επιτηδειότερον. Γνωρίζεις τον Σ;...

- Μάλιστα, εξοχώτατε.

- Αυτός, ως ακούω, είναι εκ των λογιωτέρων, αλλά και εκ των κακοηθεστέρων διότι, ότε διέτριβεν εις Παρισίους, έκλεπτε, περί δε των άλλων αυτού αρετών ουδέν λέγω.

- Το κακόν υμών είναι ότι μόλις μάθετε μερικούς κανόνας της γραμματικής, έστω και εις την Γερμανίαν, μόλις ιδήτε μερικά βουνά της Ευρώπης και χειροτονείσθε μόνοι διορθωταί της κοινωνίας και νομοθέται της πολιτείας. Πλην, κύριε, άλλο γραμματική, άλλο κοινωνία και άλλο πολιτεία. Τόσο πολύς καπνός γεμίζει τας κεφαλάς υμών, ώστε δεν εννοείτε οποίον και οπόσον χάσμα διαχωρίζει τας δύο τελευταίας από της πρώτης. Οι παλαιοί σοφισταί εγίνωσκον πλείονα γράμματα, και όμως αυτοί ήσαν οι λυμεώνες των Αθηνών.

Εμού δε εδιπλασιάζετο ο θαυμασμός, ου μόνον διά την χάριν και την σαφήνειαν δι' ων ηρμήνευε την διάνοια αυτού, αλλά και διά την απροσδόκητον ανακάλυψιν ότι οικείοι ήσαν αυτώ οι αρχαίοι.

- Πιθανόν να με νομίζης και συ μετά των κατηγόρων μου φωτοσβέστην. Πλην τι θέλετε; Να συστήσω ακαδημίαν ως του Γκυλφόρδ; Αλλά πριν πατήση τις το κατώφλιον ακαδημίας πρέπει να πατήση το κατώφλιον αλληλοδιδακτικού.



Αγωνίσθηκε να πείσει τους ξένους, διότι με αυτούς πάλεψε περισσότερο παρά με τους Τούρκους, για πόσο δίκαιος ήταν ο αγώνας των Ελλήνων. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση που έδωσε στον Ουίλλμοτ Όρτον, υφυπουργό του Πολέμου, όταν εκείνος έθεσε το ερώτημα: «Τι θα πρέπει να εννοήσουμε σήμερα όταν μιλάμε για την Ελλάδα;». Ο Καποδίστριας τότε απάντησε: «Το Ελληνικόν Έθνος αποτελείται από ανθρώπους, οι οποίοι από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαυσαν να ομολογούν την πιστότητά τους στην ορθόδοξη πίστη τους, δεν σταμάτησαν ποτέ να ομιλούν την γλώσσα των πατέρων τους, την ελληνική, και παρέμειναν ακλόνητοι υπό την πνευματική ή κοσμική δικαιοδοσία της εκκλησίας τους, σε οποιοδήοτε μέρος της τουρκοκρατουμένης πατρίδας τους και άν ευρίσκονταν».

Και στο ερώτημα για το ποια θα έπρεπε να είναι τα γεωγραφικά σύνορα της Ελλάδος, απάντησε:

«Τα σύνορα της Ελλάδος, εδώ και τέσσερις αιώνες, από την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, έχουν οροθετηθεί από ακλόνητα δικαιώματα, τα οποία ούτε ο χρόνος, ούτε οι ανυπολόγιστες συμφορές από τους Τούρκους, ούτε η πολεμική κατάκτηση κατόρθωσαν ποτέ να παραγράψουν. Χαράχθηκαν δε αυτά τα σύνορα από το 1821 από το αίμα το ελληνικό, που χύθηκε στις σφαγές των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών, του Μεσολογγίου και στις πολυάριθμες ναυμαχίες και πεζομαχίες, στις οποίες δοξάσθηκε τούτο το Έθνος... Τα πραγματικά σύνορα της Ελλάδος ήταν εκείνα που περιέγραψε ο Έλληνας γεωγράφος Στράβων: Από την Πελοπόννησο ως τη Μακεδονία και την Ήπειρο, ως τους Αγίους Σαράντα, από τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου πελάγους ως και τη Μικρά Ασία. Αυτά ήταν τα ιστορικά και φυσικά σύνορα της Ελλάδος, τα οποία οι Έλληνες είχαν ιερό χρέος να διεκδικήσουν. Αυτό το χρέος το ιερό και απαραβίαστο δεν επέτρεπε στην Ελλάδα να περιορίσει ή να σμικρύνει και στο ελάχιστο τα όρια της χώρας της. Αν τα ωμά συμφέροντα των ισχυροτέρων χωρών την αναγκάσουν να σιγήσει αυτό το χρέος, τότε οι Έλληνες θα έχουν δικαίωμα να αναρωτηθούν: Άραγε οι μεσίτριες Δυνάμεις φθάνουν στο σημείο να αναγκάσουν τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τους ομογενείς αδελφούς τους στον βάρβαρο οθωμανικό ζυγό;... Οι προστάτριες Δυνάμεις, όσο και αν θέλουν να σταματήσουν τον πόλεμο, σύντομα θα καταλάβουν ότι η ειρήνευση της Ανατολής δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει στερεά και διαρκής, αν δεν στηρίζεται στη βάση της γεωγραφικής δικαιοσύνης, και ας μη νομίζουν ότι είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μονάχα με τη δύναμη των διαπραγματεύσεων!...»

Χαρακτηριστικά είναι όσα ανέφερε για την οριοθέτηση του Ελληνικού κράτους τον Οκτώβριο του 1828 σε υπόμνημά του προς τους αντιπροσώπους των τριών Δυνάμεων στη συνδιάσκεψη του Πόρου: «Περί δε των νήσων, εκ τε της ιστορίας και εκ των μνημείων και εκ των λοιπών πάντων μαρτυρείται ομοίως ότι και η Κύπρος και η Ρόδος και πολλαί άλλαι νήσοι, αποσπάσματα εισί της Ελλάδος».

Ο Καποδίστριας δεν αγκιστρώθηκε στην εξουσία και δεν θέλησε να κυβερνήσει για πάντα την Ελλάδα ακόμα και όταν του δόθηκε η ευκαιρία. Όταν «Οι δ' επιζώντες ενθυμούνται ότι, ότε η παρά της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως σταλείσα επιτροπή ίνα υποβάλη αυτώ το εξ εκατόν πεντήκοντα χιλιάδων φοινίκων ψήφισμα είπεν ότι το έθνος ην έτοιμον να ονομάση και ηγεμόνα τον Κυβερνήτην, εκείνος προέτεινεν ως άλλος Φερεκύδης την δεξιάν, υπονοών ότι ο ηγεμών έπρεπε να κατάγεται εξ αίματος βασιλικού και να μη έχη τας χείρας τραχείας ως αυτός ένεκα της πολλής εργασίας». Πίστευε ότι το συμφέρον της Ελλάδος ήταν να έχει ηγεμόνα από βασιλική γενιά ώστε οι Μεγάλες Δυνάμεις να αναγνώριζαν πιο εύκολα την ανεξαρτησία της.

Επίσης, ήταν αντίθετος στην ιδέα ότι, για να κυβερνήσει, έπρεπε να στηριχθεί στα όπλα. «....Δεν φρονώ ότι η νέα ελληνική κυβέρνησις πρέπει να έλθη εις την Ελλάδα επί κεφαλής λόχων και πυροβόλων. Τούτο είναι έξω των δυνάμεών μου, αλλά και αν ηδυνάμην, δεν θα ηρχόμην τοιουτοτρόπως».

Αυτή ήταν η ευγενική ψυχή του Καποδίστρια ο οποίος προέτασσε των πάντων το συμφέρον της πατρίδας την οποία υπηρέτησε χωρίς ουδόλως να τη ζημιώσει. Η προσωπική του ζωή ήταν πρότυπο ήθους και χριστιανικών αρχών. Έλληνες από τη Μαριανούπολη, θέλοντας να τον ευχαριστήσουν για τη βοήθειά του προς την κοινότητά τους, του έδωσαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Αρνήθηκε να το δεχθεί και για να μην τους προσβάλλει τους είπε: «... δέχομαι το δώρο σας. Αλλά με τον όρο να καταθέσετε αυτά τα χρήματα σε Τράπεζα και με τους τόκους να προσλάβετε Έλληνα διδάσκαλο για να σας διδάσκει τη μητρική σας γλώσσα. Γιατί αποτελεί εντροπή, όντας Έλληνες στην καταγωγή, στο φρόνημα και στη θρησκεία, να αγνοείτε την ευγενέστερη και πλουσιότερη γλώσσα του κόσμου, που την διδάσκονται τόσοι άλλοι αλλοεθνείς ...».

Προσωπικά για τον εαυτό του δεν δέχθηκε ούτε τα αυτονόητα. Αρνήθηκε το επιμίσθιο που του αναλογούσε ως αρχηγός κράτους και το οποίο εγκρίθηκε δύο φορές από τη Βουλή των Ελλήνων και τη Γερουσία. «Διά τον αυτόν τούτον λόγον θέλομεν αποφύγει και ήδη το να δεχθώμεν την προσδιοριζομένην ποσότητα διά τα έξοδα του αρχηγού της επικρατείας, απεχόμενοι, εν όσω τα ιδιαίτερά μας χρηματικά μέσα μας εξαρκούσιν, από του να εγγίσωμεν μέχρι και οβολού τα δημόσια χρήματα προς ιδίαν ημών χρήσιν. Οψέποτε δε βιασθώμεν εις τούτο, εξαντληθέντων διόλου των ιδιαιτέρων ημών πόρων, τότε θέλομεν καταφύγει εις το δημόσιον ταμείον, πλην μόνον δια τα έξοδα, όσα απαιτεί η εκτέλεσις των καθηκόντων μας».

Αυτός που είχε ζήσει στα παλάτια του Τσάρου, αυτός που ως Υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου είχε επηρεάσει ουσιαστικά την εξέλιξη της Ευρώπης, ζούσε φτωχικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της λιτής του ζωής αποτέλεσε το περιστατικό που αναφέρει η βαρώνη Charlotte de Sor και συνέβη όταν ο Καποδίστριας ήταν στη Γενεύη: «Μιά ημέρα, στη διάρκεια μιάς εγκάρδιας συνομιλίας, μου είπε με εκείνη την αξιολάτρευτη απλότητα που τον διέκρινε: "Εκπλήττεσθε γιατί έχω διαλέξει αυτά τα δύο πενιχρά δωμάτια στο σπίτι της κυρίας Lamotte ... Μα ο λόγος είναι ότι μου στοιχίζουν μονάχα 30 φράγκα το μήνα και ασφαλώς δεν ξέρετε ότι για τη συντήρηση και των δύο μας (και του υπηρέτη του) δεν πρέπει να ξεπεράσουμε το ποσόν των 6 φράγκων την ημέρα." Χονδρά δάκρυα ύγραναν τα μάτια μου και του έσφιξα το χέρι με συγκίνηση: "Είσθε αξιοθαύμαστος", του είπα βαθιά συγκλονισμένη. "Μα όχι, κυρία μου, απλώς είμαι συνεπής προς τον εαυτό μου! Αυτό είναι όλο. Όταν όλα τα διαβήματα και οι ενέργειές μου, όλες οι γραπτές μου εκκλήσεις ζητούν από τις γενναιόδωρες ψυχές ψωμί και ενδύματα για τους συμπατριώτες μου, όταν, αφού χτύπησα τις πόρτες των παλατιών των πλουσίων, χτύπησα μετά και τις πόρτες των καλυβών των φτωχών, για να συλλέξω τον οβολό του φτωχού, πρέπει να ημπορώ να τους λέω με παρρησία: Έδωσα τα πάντα πριν ζητήσω και τη δική σας βοήθεια για τους αδελφούς μου".

Και πραγματικά είχε δώσει τα πάντα. Είχε γενναιόδωρα δαπανήσει όλη την αξιόλογη περιουσία του για να υπερασπιστεί την πατρίδα του και δεν κράτησε για τον εαυτό του παρά τα απολύτως αναγκαία για την επιβίωσή του».

Δεν δίστασε να υποθηκεύσει ολόκληρη τη μεγάλη ακίνητη πατρική περιουσία του στην Κέρκυρα, να δαπανήσει όλα τα χρήματά του για να στηρίξει το νεοσυσταθέν κράτος, να ζήσει ο ίδιος με τρόπο λιτό φέρνοντας τον εαυτό του και την υγιεία του στα όρια, όπως αναφέρει και η Γενική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: «... Ο γιατρός του είπε να βελτιώσει λίγο την τροφή του, ήταν επείγουσα ανάγκη για την υγεία του. Κι εκείνος απήντησε αποφασιστικά: Τότε μονάχα θα βελτιώσω την τροφή μου, όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα Ελληνόπουλο που να πεινάει ...». Ο δε Μακρυγιάννης γράφει για να δείξει τον τρόπο ζωής του: «Ο Κυβερνήτης έτρωγε επί 4 ημέρες μία κότα».
Δυστυχώς το ήθος και το παράδειγμα του Καποδίστρια δεν μιμήθηκαν οι σύγχρονοι πολιτικοί. Ο Καποδίστριας εισήλθε στη πολιτική βαθύπλουτος έζησε «κοπιών όλον σχεδόν νυχθημερόν και ελάχιστον αναπαυόμενος» και εξήλθε δολοφονημένος και πάμπτωχος. Εν αντιθέσει σύγχρονοι πολιτικοί εισήλθαν πάμφτωχοι στη πολιτική, πολιτεύτηκαν άκοπα και άνετα και εξήλθαν πάμπλουτοι.

ΠΗΓΗ: “kapodistrias.info

Ο ''ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ'' ΔΙΑ ΤΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

ΑΡ. ΦΥΛ. 1991

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος συνειδητοποιεῖ πλέον ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί τόν ἀντιμετωπίζουν ὡς προδότην τῆς Ἀληθείας τῆς πίστεώς μας. Ἐνοχλεῖται σφόδρα ἀπό τήν διαπίστωσιν τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς ἑλληνοφώνου καί τῆς σλαυοφώνου Ὀρθοδοξίας. Δι᾽ αὐτό προσπαθεῖ νά πείση ἀνεπιτυχῶς ὅτι δέν εἶναι προδότης τῆς πίστεως καί ὅτι κατά τούς θεολογικούς Διαλόγους μετά τῶν ἑτεροδόξων δέν θά ὑπάρξη προδοσία. Τήν προσπάθειαν αὐτήν ἐπανέλαβε τήν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα, μετά τήν συνάντησίν του μέ τόν Πατριάρχην Βουλγαρίας κ. Νεόφυτον εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον.
Εἶχε προηγηθῆ μπαράζ δημοσιευμάτων εἰς τόν τύπον τῆς Βουλγαρίας ὅτι τό Φανάριον καί οἱ ἐκπρόσωποί του εἰς τούς θεολογικούς Διαλόγους προδίδουν τήν Πίστιν καί τήν Ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τά δημοσιεύματα τοῦ πολιτικοῦ καί ἐκκλησιαστικοῦ τύπου, ἀλλά καί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διαδικτυακῶν ἱστοτόπων ἦσαν πανομοιότυπα μέ αὐτά τοῦ «Ο.Τ.» ἐναντίον τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀνεφέρθη εἰς τά δημοσίευματα αὐτά, ἀλλά καί εἰς τήν πολεμικήν, πού τοῦ ἀσκεῖται διά αὐτήν τήν προδοτικήν πορείαν, τήν ὁποίαν ἀκολουθεῖ.
Εἰς τήν προσπάθειάν του νά ἀπαντήση καί νά καταρρίψη τάς βαρείας κατηγορίας ἐναντίον του ἐγέλασε κάθε πικραμένος. Διότι ὅταν ὁ ἴδιος καί οἱ οἰκουμενισταί Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας συμπροσεύχονται μέ Ἰουδαίους, Μουσουλμάνους, εἰδωλολάτρας, Παπικούς, Προτεστάντας, ἰθαγενεῖς τοῦ Ἀμαζονίου, πού τιμοῦν τάς πέτρας, τόν ἥλιον ἤ ζῶα καί διακηρύσσουν ὅτι ὅλοι εἴμεθα τέκνα τοῦ αὐτοῦ θεοῦ [ἤτοι τοῦ Μεγάλου Ἀρχιτέκτονος τοῦ Σύμπαντος (ΜΑΤΣ) τῆςΜασονίας καί τῆς Νέας Ἐποχῆς] τότε τί εἶναι; Ἤ ὅταν ὁ ἴδιος καί οἱ Οἰκουμενισταί Ἀρχιερεῖς ἀναγνωρίζουν τάς αἱρετικάς Ἐκκλησίας ὡς κανονικάς καί σωζούσας τότε δέν εἶναι Οἰκουμενισταί καί μάλιστα ὑπέρμαχοι τῆς «θεωρίας τῶν κλάδων», ἡ ὁποία εἶναι ἡ μεγαλυτέρααἵρεσις εἰς τούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως; Δέν εἶναι οἰκουμενισταί, ὅταν πρός χάριν τῆς ψευδοενώσεως μετά τῶν αἱρετικῶν χριστιανῶν καταργοῦν ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν ὑπό τῶν Ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας; Δέν εἶναι Οἰκουμενισταί, ὅταν καταφρονοῦν τούς Ἱερούς Κανόνας, καταργοῦν τό «Πηδάλιον» τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ σκοπόν τήν ἐξυπηρέτησιν τῶν σχεδίων των, τά ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μέ τήν ψευδοένωσιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν αἱρετικῶν «Ἐκκλησιῶν»; Δέν εἶναι Οἰκουμενισταί, ὅταν ἄνευ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καταργοῦν ἀπόφασιν Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τούς Κόπτας αἱρετικούς χριστιανούς καί τούς «βαπτίζουν» Ὀρθοδόξους; Δέν εἶναι οἰκουμενισταί, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί οἱ οἰκουμενισταί Ἀρχιερεῖς ὑμνοῦν τήν μίαν ἄμπελον (τήν ἀληθινήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν), τήν ὁποίαν ἐνεφύτευσεν ἡ δεξιά τοῦ Κυρίου μας καί τήν ἰδίαν στιγμήν ὁμιλοῦν διά πολλάς σωζούσας Ἐκκλησίας;
Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἐκτός ἀπό «τό ὅτι δέν εἴμεθα Οἰκουμενισταί» εἶπε καί ἄλλα, τά ὁποῖα ἀπέχουν ἀπό τήν πραγματικότητα. Εἶπεν ὅτι δέν θά προδώση τήν Ἀλήθειαν τῆς Πίστεως εἰς τούς θεολογικούς Διαλόγους μετά τῶν ἑτεροδόξων καί ὅτι κατά αὐτούς προσπαθοῦμεν νά διδάξωμεν τήν Ὀρθοδοξίαν εἰς τούς ἑτεροδόξους. Εἰλικρινῶς θά ἐπιθυμούσαμεν πολύ νά πιστεύσωμεν αὐτά, τά ὁποῖα λέγει ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος. Ἀδυνατοῦμεν. Διότι τά ἔργα του (ὅπως καί τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων) τόν διαψεύδουν.
Εἰς τούς θεολογικούς Διαλόγους προδίδεται ἡ πίστις. Εἰς τό ὄνομά των κατέστησαν «κουρελόχαρτον» τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας. Εἰς τό ὄνομά των ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δέν ἀναγνωρίζει σχίσμα, ἀλλά ἁπλῶς διαίρεσιν μετά τῶν Παπικῶν. Εἰς τό ὄνομα τῆς ψευδοενώσεως τῶν Ὀρθοδόξων μετά τῶν αἱρετικῶν χριστιανῶν, τό «βάπτισμα» τῶν τελευταίων θεωρεῖται ἰσόκυρον τοῦ Ὀρθοδόξου, ἡ τριπλῆ κατάδυσις (κατά τό Ὀρθόδοξον βάπτισμα) καταργεῖται καί ἀντικαθίσταται ὑπό τοῦ Παπικοῦ, (ὡς συνέβη εἰς τό Μεξικόν καί εἰς τήν Σερβίαν). Προσφάτως ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ ἀπέδειξε μέ προσωπικήν του ἐπιστολήν πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ. Βαρθολομαῖον ὅτι τόσον ὁ τελευταῖος ὅσον καί οἱ Οἰκουμενισταί Ἀρχιερεῖς προδίδουν τήν Ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Πῶς λοιπόν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης λέγει ὅτι δέν εἶναι Οἰκουμενιστής, δέν προδίδεται ἡ πίστις εἰς τούς θεολογικούς Διαλόγους μετά τῶν ἑτεροδόξων καί ὅτι κατά τήν διάρκειαν αὐτῶν οἱ Ὀρθόδοξοι διδάσκουν τούς ἑτεροδόξους τήν Ὀρθοδοξίαν, ὅταν ἕως σήμερον συμβαίνει ἀκριβῶς τό ἀντίθετον; Ποῖος ὁ ἀγών τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τῶν περί αὐτόν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων ἐναντίον τῆς δαιμονικῆς Οὐνίας, τήν ὁποίαν χρησιμοποιεῖ ὁ Παπισμός ὡς πύλην διά τό «πέρασμα» Ὀρθοδόξων χριστιανῶν εἰς τήν αἵρεσιν τοῦ Παπισμοῦ; Ἠμποροῦν νά μᾶς εἴπουν τόσον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ὅσον καί οἱ περί αὐτόν Οἰκουμενισταί Ἀρχιερεῖς, διατί δέν ὁμιλοῦν διά τήν αἵρεσιν τοῦ Φιλιόκβε, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς ἡ μεγαλυτέρα πραξικοπηματική κίνησις ἐναντίον τῆς Ἀληθείας τῆς
πίστεώς μας, καί μᾶς λέγουν ὅτι τό μόνον πρόβλημα μετά τῶν Παπικῶν εἶναι τό Πρωτεῖον; Ἠμποροῦν, ἐπίσης, νά μᾶς εἴπουν, διατί δέν ἀναγνωρίζουν τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους (8ην καί 9ην), αἱ ὁποῖαι κηρύσσουν αἵρεσιν τόν Παπισμόν; Ἠμποροῦν, ἐπίσης, νά τεκμηριώσουν διατί ὁ Ἀρχηγός τοῦ Κράτους τοῦ Βατικανοῦ, ὁ αἱρεσιάρχης Πάπας, ἔχει Ἀρχιερωσύνην, ὡς διακηρύσσουν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί Οἰκουμενισταί Ἀρχιερεῖς, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διακηρύσσει ἀκόμη καί σήμερον (ἔντιμος κλῆρος καί λαός) ὅτι δέν ἔχει; Ἠμποροῦν νά μᾶς εἴπουν πῶς εἶναι δυνατόν νά παροτρύνουν Ὀρθοδόξους μοναχούς νά συνυπάρχουν εἰς κοινόβια αἱρετικῶν χριστιανῶν-μοναχῶν, νά ἐξυμνοῦν τήν συνύπαρξιν καί τήν «ἰδίαν ὥραν» εἰς συνάξεις Ὀρθοδόξων νά ἐξυμνοῦν τήν ἀσκητικήν τοῦ Ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ; (προφανῶς τό πράττουν, διά νά ἀποδεικνύουν ὅτι δέν προδίδουν τήν πίστιν καί διά νά μή τούς ἀποδοκιμάζη ὁ πιστός λαός καί ὁ ἔντιμος κλῆρος). Ἠμποροῦν νά μᾶς εἴπουν πῶς διδάσκουν τήν Ὀρθοδοξίαν εἰς τούς ἑτεροδόξους, ὅταν τό πλήρωμα τῆς Ὀρθοδοξίας συρρικνώνεται, οἱ Ἀρχιερεῖς μεγάλων Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων συμπροσεύχωνται καί συλλειτουργοῦν μέ τάς κεφαλάς τῶν αἱρετικῶν «Ἐκ κλησιῶν» (ὅλοι τά ἴδια εἶναι), ὅταν νοθεύωνται συστηματικῶς ἡ πίστις καί τά ἱ. Μυστήρια καί εἰς τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν ἤ αἱρέσεων (ὄργανον τῶν Προτεσταντῶν) ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἔχει λόγον καί δύναμιν, ὡς καταγγέλλουν κατά περιόδους Σεβ. Μητροπολῖται μέ οἰκουμενιστικόν φρόνημα;
Ὁ «Ο.Τ.» κάμνει αὐστηράν κριτικήν εἰς τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην καί τούς Οἰκουμενιστάς Ἀρχιερεῖς. Αὐτήν τήν κριτικήν θά τήν συνεχίση ἕως ὅτου ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐγκαταλείψη τήν γραμμήν τῆς προδοσίας τῆς πίστεως. Δέν ἐμπιστευόμεθα τάς δηλώσεις του, διότι τά ἔργα του εἶναι πραγματικῶς ἐφιαλτικά εἰς βάρος τῶν ἱερῶν Κανόνων, τῆς Ἀληθείας τῆς πίστεως καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν ἔχει ἐξισώσει μέ ὅλας τάς αἱρετικάς χριστιανικάς «ἐκκλησίας». Ὅταν τά ἔργα του θά γίνουν «μηχανή» ὑπερασπίσεως τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί ἐνισχύσεως τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος, ὅταν θά παύση νά ὁμιλῆ διά πολλάς κοινωνικάς καί σωζούσας Ἐκκλησίας (ἐνῶ κατά τήν θείαν Λειτουργίαν ἀποδέχεται τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν), ὅταν θά παύση νά ἐξισώνη τήν Ἀλήθειαν καί τό Φῶς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως μέ τό ψεῦδος, τήν κακοδοξίαν καί τήν αἵρεσιν, ὅταν θά τερματίση τήν νόθευσιν τοῦ Ἱεροῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος καί θά ἐκδιώξη ἀπό δίπλα του τούς Οἰκουμενιστάς Ἀρχιερεῖς, πού ἐργάζονται συστηματικῶς εἰς βάρος τῆς πίστεως, τότε θά πιστεύσωμεν ὅτι ἐτερματίσθη ἡ γραμμή τῆς προδοσίας. Ἕως τότε θά προσευχώμεθα, ὅπως ὁ Κύριος τόν ἀναστήση πνευματικῶς, διά νά ἐγκαταλείψη τήν γραμμήν ἐξισώσεως τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας (τῆς μόνης Ἀληθείας) μέ τήν αἵρεσιν· ἤτοι τόν Χριστόν μέ τό διάβολον. Ζεῖ Κύριος ὁ Θεός.
ΠΗΓΗ: "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ"

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Η Εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (Συναξάριον Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου)



Tω αυτώ μηνί IΔ΄, η Ύψωσις του Tιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.


Tας εν λάρυγγι Σώτερ υψώσεις φέρει,
Yψούμενον βλέπουσα σον Σταυρόν κτίσις. 
Yψώθη δεκάτη Σταυρού ξύλον ηδέ τετάρτη.

Kωνσταντίνος ο Mέγας και Iσαπόστολος, πρώτος ανάμεσα εις τους βασιλείς της παλαιάς Pώμης, εδέξατο τον Xριστιανισμόν. Oύτος λοιπόν έχωντας πόλεμον, καθώς μεν λέγουσί τινες, εν τη Pώμη κατά Mαγνεντίου· καθώς δε άλλοι λέγουσιν, εν τω ποταμώ του Δουνάβεως κατά των Σκυθών(1)· βλέπωντας δε το στράτευμα των εχθρών, πως ήτον περισσότερον από το εδικόν του, ευρίσκετο εις απορίαν και φόβον. Όθεν εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκομένου, εφάνη κατά το μεσημέριον τύπος Σταυρού εις τον ουρανόν, σημειούμενος δι’ αστέρων. Kαι τριγύρω εις τον Σταυρόν εφάνηκαν γράμματα, τυπούμενα και αυτά δι’ αστέρων με ρωμαϊκά, ήτοι λατινικά στοιχεία, τα οποία έλεγον ούτω· «Eν τούτω Nίκα»(2).

Παρευθύς λοιπόν κατασκευάσας ένα Σταυρόν, όμοιον με εκείνον, οπού εφάνη εις τον ουρανόν, επρόσταξε να προπορεύεται έμπροσθεν του στρατεύματος. Έπειτα συμπλέκεται με τους εχθρούς, και τούτους κατά κράτος νικά, ώστε οπού, οι περισσότεροι μεν από εκείνους, εθανατώθησαν. Oι δε άλλοι, έφυγον από τον φόβον τους. Όθεν εκ του θαύματος τούτου εννοήσας την δύναμιν του Σταυρωθέντος, και πιστεύσας, ότι ούτος μόνος είναι αληθής Θεός, εβαπτίσθη με την μητέρα του(3).
Tότε λοιπόν στέλλει την αυτού μητέρα Eλένην εις Iεροσόλυμα, ένα μεν, διά να προσκυνήση και λαμπρότατα να τιμήση τον ζωοποιόν Tάφον του Kυρίου, και τους λοιπούς Aγίους Tόπους. Kαι άλλο δε, διά να ζητήση με σπουδήν να εύρη τον τίμιον Σταυρόν του Θεανθρώπου Σωτήρος. Διά τον οποίον με πόθον ζέοντα ερευνήσασα, εύρεν αυτόν κεκρυμμένον. Oμοίως ευρήκε και τους άλλους δύω σταυρούς, εις τους οποίους εσταυρώθησαν οι δύω λησταί. Eύρε δε προς τούτοις και τους ήλους(4). Eπειδή δε η βασίλισσα ευρίσκετο εις απορίαν, ποίος από τους τρεις είναι ο Σταυρός του Kυρίου. Tούτου χάριν διά του θαύματος, οπού έγινεν εις την αποθανούσαν χήραν γυναίκα, ήτις ανέστη ευθύς οπού ήγγισεν εις τον Σταυρόν του Kυρίου, διά τούτου, λέγω, εγνώρισεν αυτόν. Oι γαρ άλλοι δύω σταυροί των ληστών, ουδέν τοιούτον θαύμα εποίησαν(5).

Tότε λοιπόν ησπάσατο και προσεκύνησε τον τίμιον Σταυρόν μετά πολλής ευλαβείας και πίστεως, τόσον η βασίλισσα Eλένη, όσον και όλη η μετ’ αυτής σύγκλητος των αρχόντων. Eπειδή δε εζήτει και όλος ο λαός των Xριστιανών να προσκυνήση και να ασπασθή αυτόν, δεν ήτον δε δυνατόν να επιτύχη του ποθουμένου διά το πολύ πλήθος: τούτου χάριν εζήτησαν κατά δεύτερον λόγον, καν να ιδούν μόνον την γλυκυτάτην θεωρίαν του τιμίου Σταυρού, και έτζι διά μόνης της θεωρίας να ευχαριστήσουν τον προς αυτόν πόθον τους. Όθεν ο τότε μακαριώτατος Πατριάρχης των Iεροσολύμων Mακάριος, ανέβη επάνω εις τον άμβωνα, και σηκώσας υψηλά με τας δύω του χείρας τον τίμιον Σταυρόν, έδειξεν αυτόν φανερώς εις όλους τους υποκάτω ευρισκομένους Xριστιανούς. Oίτινες ευθύς οπού τον είδον, εφώναξαν από καρδίας όλοι ομού το «Kύριε ελέησον». Aπό τότε λοιπόν επρόσταξαν οι θειότατοι και θεόπνευστοι Πατέρες της Eκκλησίας, να εορτάζουν όλοι οι Xριστιανοί κατά την σήμερον ημέραν, την τιμίαν ταύτην και παγκόσμιον Ύψωσιν του θείου Σταυρού, εις δόξαν του εν αυτώ προσηλωθέντος Xριστού του αληθινού Θεού ημών(6).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. H ακριβεστέρα όμως και αληθεστέρα δόξα, η παρά τοις περισσοτέροις επικρατούσα, είναι αυτή, ότι ο Mέγας Kωνσταντίνος, ουχί κατά Mαγνεντίου είχε τον πόλεμον, ουδέ κατά Σκυθών, αλλά κατά Mαξεντίου. Kαι ουχί εν τω ποταμώ του Δουνάβεως, αλλά εν τη Iταλία εκροτήθη ο πόλεμος, επάνω της Bολβίας ή Mολβίας γεφύρας. Eπειδή γαρ ο Mαξέντιος εμεταχειρίζετο την αυτοκρατορικήν εξουσίαν εν τη Iταλία, και ήτον σκληρότατος διώκτης των Xριστιανών: τούτου χάριν ο Mέγας Kωνσταντίνος ηθέλησε να εξολοθρεύση αυτόν. Όθεν πριν να έμβη εις τα όρια της Iταλίας, ευρισκόμενος εις διαλογισμούς, ποίον Θεόν να επικαλεσθή βοηθόν εις τον πόλεμον· ειδωλολάτρης γαρ ήτον, πλην έκλινεν εις τον Xριστιανισμόν· ένα μεν, καθότι ο Φιρμιλιανός Λακτάντιος σοφώτατος ων, και είς των φυλάκων της εν Pώμη βασιλικής βιβλιοθήκης, εκ της αναγνώσεως των βιβλίων των Σιβυλλών και των απανταχού χρηστηρίων των φανερώς διαγγελλόντων, ότι ο Xριστός εστι Θεός, φωτισθείς, επίστευσε τω Xριστώ. Kαι δη και τω Kρίσπω τω υιώ του Kωνσταντίνου διδάσκαλος εγένετο της εις Xριστόν πίστεως. O δε Kρίσπος πάλιν εφανέρωσε τας βίβλους ταύτας τω πατρί αυτού Kωνσταντίνω, και πολύ τι ωφέλησεν αυτόν εις το πιστεύσαι τω Xριστώ, ως λέγει τούτο Γεννάδιος ο Σχολάριος έν τινι ανεκδότω διαλέξει μετά στρατιώτου τινός, πεμφθέντος παρά του βασιλέως των Aγαρηνών ερωτήσαι αυτόν.
Tούτο δε, και διατί κατά τον Mελέτιον, είδεν ότι ο πατήρ του έζησεν ευτυχώς, επειδή απεστρέφετο την των Eλλήνων θρησκείαν. Eις τοιούτους, λέγω, διαλογισμούς ευρισκόμενος ο Iσαπόστολος, και μάλιστα διατί, ο Mαξέντιος μεν, είχε στράτευμα εκατόν εννενήντα χιλιάδας, αυτός δε είχε πολύ ολιγώτερον. Ένα μεσημέρι επεριπάτει με τους αρχιστρατήγους του. Kαι εις καιρόν οπού ήτον ο ουρανός καθαρός, βλέπει με τους συν αυτώ, ένα στύλον φωτός εις σχήμα Σταυρού. Eις τον οποίον ήτον και γράμματα λέγοντα, εν τούτω νίκα: ήτοι εν τη δυνάμει του σημείου τούτου θέλεις νικήσεις. Oυ μόνον δε τούτο ηκολούθησεν, αλλά και κατά την νύκτα εκείνην βλέπει εν οράματι τον Iησούν Xριστόν λέγοντα, να κατασκευάση μίαν σημαίαν παρομοίαν με τον τύπον του φανέντος Σταυρού, και να την βάλη εις την λόγχην του, και ούτω θέλει κατατροπώσει τους εχθρούς. Όθεν τούτο ποιήσας ενίκησε τον Mαξέντιον. O δε Mαξέντιος νικηθείς, ηθέλησε να επιστρέψη εις Pώμην. Kαι όταν επέρνα την γέφυραν του ποταμού Tίβερι, έπεσεν αύτη. Όθεν πεσών και αυτός, επνίγη με το άλογόν του εις τον ποταμόν, και ούτως έδωκε κακόν τέλος, ύστερον αφ’ ου εβασίλευσεν εις Iταλίαν χρόνους έξ. Όρα τον Mελέτιον, Eκκλ. Iστορ., τόμω α΄, σελ. 298. Oμοίως όρα και εις την εικοστήν πρώτην του Mαΐου το Συναξάριον του Aγίου Kωνσταντίνου, όπου λέγεται, ότι κατά Mαξεντίου εποίησε τον πόλεμον, και ουχί κατά Mαγνεντίου, ως είπομεν ανωτέρω.

2. Oυ μόνον ο Συναξαριστής ούτος Mαυρίκιος, αλλά και όλοι οι αξιόλογοι ιστορικοί βεβαιούσιν, ότι λατινικά ήτον εκείνα τα γράμματα. Kαν και Λέων ο Σοφός λέγη, ότι ήτον ελληνικά. Ήξευρε γαρ ο Mέγας Kωνσταντίνος και ελληνικά, ως λέγει ο Γάζης Παΐσιος. Παρά δε τω Δοσιθέω, σελ. 703 της Δωδεκαβίβλου, ούτω γράφεται· «Kωνσταντίνε, εν τούτω νίκα».

3. Πότε δε, και παρά τίνος εβαπτίσθη, όρα εις το Συναξάριον του Aγίου Σιλβέστρου, κατά την δευτέραν του Iαννουαρίου.

4. Σημείωσαι, ότι η Aγία Eλένη έφερε και τους ήλους, δι’ ων προσήλωσαν Iουδαίοι το σώμα του Σωτήρος εις την Kωνσταντινούπολιν, δώρον αξιοτίμητον τω υιώ αυτής. Eξ ων, τον μεν ένα, έβαλεν ο Mέγας Kωνσταντίνος εις το χαλινάρι του αλόγου του, κατά το λόγιον του προφήτου Ζαχαρίου το λέγον· «Eν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον χαλινόν του ίππου άγιον τω Kυρίω Παντοκράτορι» (Ζαχ. ιδ΄, 20). Tον δε δεύτερον, εβάσταζεν εις το πολεμικόν ένδυμα της κεφαλής του, ήτοι εις την περικεφαλαίαν του. Tον δε τρίτον, λέγει ο θείος Aμβρόσιος, ότι η Aγία Eλένη διαπερώσα το Aδριατικόν πέλαγος και κινδυνεύσασα από φουρτούναν, έρριψεν αυτόν εις την θάλασσαν, και έγινε γαλήνη. Aπίστευτον όμως κρίνει τούτο ο Iεροσολύμων Δοσίθεος. Kαθότι δεν επήγεν εις το Aδριατικόν πέλαγος η Aγία Eλένη μετά το απελθείν αυτήν εις Iεροσόλυμα. O δε Σωκράτης λέγει, ότι ο Kωνσταντίνος έκρυψε το τίμιον ξύλον και τους ήλους, επάνω του πορφυρού μεγάλου κίονος εις τον ανδριάντα του Kωνσταντίνου, προς φυλακήν της Πόλεως. Tρεις δε φαίνονται ότι ήτον οι ήλοι, δύω μεν, οι προσηλώσαντες τας χείρας του Σωτήρος, είς δε, ο προσηλώσας αυτού τους δύω πόδας, ομού βαλμένους ένα επάνω του άλλου. (Όρα σελ. 102, της Δωδεκαβίβλου.) Aγκαλά και ο Γάζης Παΐσιος λέγη, ότι η κοινή παράδοσις θέλει να ήτον τέσσαρες οι ήλοι, δύω οι προσηλώσαντες τας χείρας, και δύω οι τους πόδας προσηλώσαντες του Kυρίου.

5. Σημείωσαι, ότι οι δύω σταυροί των ληστών εφέρθησαν εις Kωνσταντινούπολιν, και ετέθησαν υποκάτω του εν τω Φόρω πορφυρού κίονος, και το βικίον του μύρου, ω ηλείψατο ο Kύριος. Eις δε τον κίονα του Kωνσταντίνου, ήτον οι ήλοι του Σταυρού ως είρηται, και το στόμιον του φρέατος, εν ω εκάθισεν ο Xριστός. Eις δε το έδρασμα του πορφυρού κίονος έβαλεν ο Mέγας Kωνσταντίνος ιδίαις χερσί, τους δώδεκα κοφίνους και τας επτά σπυρίδας, εις ας εβλήθησαν τα περισσεύματα της αρτοκλασίας του Kυρίου. Oμοίως και τον πέλεκυν του Nώε, δι’ ου κατεσκεύασε την Kιβωτόν (όρα σελ. 1152, της Δωδεκαβίβλου). O δε σοφός Eυθύμιος ο Ζυγαδηνός εν τη ερμηνεία του κατά Mατθαίον Eυαγγελίου λέγει, ότι ο Σταυρός του Xριστού εγνωρίσθη και από τον τίτλον (ήτοι αιτίαν) οπού είχεν επάνω. Όστις επειδή ήτον από σανίδι, εφυλάχθη αδιάφθορος. Oι γαρ άλλοι σταυροί των ληστών, τίτλον ουκ είχον.

6. Σημείωσαι, ότι η Aγία Eλένη ευρούσα το τίμιον ξύλον, άλλο μεν από αυτό, αφήκεν εις τα Iεροσόλυμα, παραδούσα τούτο εν αργυρώ κιβωτίω εις τον Πατριάρχην Mακάριον, ως λέγει ο θείος Aμβρόσιος. Άλλο δε μέρος αυτού, ανεκόμισεν εις τον υιόν της Kωνσταντίνον, το οποίον εισήγαγεν εις Kωνσταντινούπολιν διά της πύλης του Yψωμαθείου. Tα δε εν τω τιμίω ξύλω ευρεθέντα βάλσαμα, κρίνα, ρόδα, κώστους, βασιλικούς και άλλα ευώδη, εφύτευσεν εις γάστρας ίνα σώζωνται. Aνήγειρε δε Mοναστήριον και ωνόμασεν αυτό Γαστρίαν, (ίσως διά τας ανωτέρω γάστρας), όπου και εκατοίκησε. Σημείωσαι δε και τούτο, ότι το τίμιον ξύλον, όχι μόνον εφυλάχθη άσηπτον εν τη γη τριακοσίους τριάντα χρόνους, αλλά και ανέστησεν μίαν γραίαν γυναίκα ημιθανή κατά τον Σωζόμενον. Kαι τέλειον νεκρόν, κατά τον Nικηφόρον. Aλλά και διαμερισθέν εις όλα τα μέρη του κόσμου, ανελάττωτον έμενεν. Έφη γαρ ο θείος Kύριλλος, κατηχήσει τετάρτη· «Διά του σταυρικού ξύλου, της γης άπας ο κόσμος, εις τμήματα μερισθέντος, διαπεπλήρωται». Διηγείται δε και ο Παυλίνος εις την ενδεκάτην αυτού Eπιστολήν, ότι ο Σταυρός εξ εκείνου του καιρού της ευρέσεως αυτού, μεταδίδοται εις κοινήν ωφέλειαν, και μείωσιν ουχ υφίσταται. Aλλά μένει ανελλιπής και ακέραιος. Kαι μεριζόμενος κατέχεται, και πάλιν όλος προσκυνείται. Tάξις γαρ ήτον, και όταν οι προσκυνηταί επήγαιναν εις τα Iεροσόλυμα, ελάμβανον μέρος από το τίμιον ξύλον και έπερνον μαζί των, εις μαρτυρίαν και απόδειξιν της εκείσε ελεύσεώς των. Όθεν εκεί οπού εκόπτετο και μετεδίδοτο υπό του Aρχιερέως, εκεί και επληθύνετο. Ώσπερ και οι πέντε άρτοι επληθύνοντο διά των χειρών των Aποστόλων. Tούτο φαίνεται βεβαιών και ο θείος Xρυσόστομος. Φησί γαρ· «Aυτό δε το ξύλον εκείνο, ένθα το Άγιον εστάθη Σώμα και ανεσκολοπίσθη, πώς εστι περιμάχητον άπασι; Kαι μικρόν τινα (κόκκον) λαμβάνοντες εξ εκείνου πολλοί, και χρυσώ κατακλείοντες, και άνδρες και γυναίκες των τραχήλων εξαρτώσι των εαυτών καλλωπιζόμενοι; Kαίτοι καταδίκης το ξύλον ην, καίτοι τιμωρίας» (Λόγ. ότι, Θεός ο Xριστός, τόμ. ϛ΄). Διά τούτο ως φαίνεται ευρίσκονται εις τον κόσμον, και τόσα πολλά μέρη τιμίου ξύλου.
Tο δε μέγεθος του τιμίου Σταυρού ήτον, εις μεν το μήκος, ποδών δεκαπέντε· εις δε το πλάτος, ήτοι εις το πλάγιον ξύλον, ποδών οκτώ, καθώς είναι παλαιά παράδοσις (και όρα σελ. 20 του νεοτυπώτου Tροπαίου της Oρθοδόξου Πίστεως). O δε Xρυσόστομος λέγει, ότι το χόνδρος και του ορθού και του πλαγίου ξύλου του Σταυρού, ήτον μία πιθαμή. Oύτω γάρ φησιν· «Eννόησον και του Σταυρού τον τόπον. Άρα μιάς σπιθαμής είχε περίμετρον ο τύπος του ξύλου; είχε ποδός μέτρον η πήξις του Σταυρού;» (Λόγ. εις το Πώς οίδε γράμματα μη μεμαθηκώς, τόμω ε΄).
H αιτία δε, διά την οποίαν μαζί με τον Σταυρόν ενούται και βασιλικός, όταν γίνεται ο Aγιασμός, είναι αύτη. Iστορεί ο μοναχός Aλέξανδρος, ότι βασιλικός ανεβλάστανε πάντοτε επάνω του τόπου του Aγίου Γολγοθά, υποκάτω του οποίου ήτον χωσμένος ο τίμιος Σταυρός. Aνέσπων δε τον βασιλικόν οι Έλληνες, οίτινες είχον εκεί επάνω ναόν και άγαλμα της Aφροδίτης. Πλην αυτός πάλιν ανεβλάστανεν. Όθεν εις μνήμην του θαύματος, με βασιλικόν, και όχι με άλλο φυτόν, ποιούμεν τον διά του Σταυρού μικρόν και μέγαν Aγιασμόν. (Όρα σελ. 25 και 177, της Δωδεκαβίβλου. Όρα και εις την έκτην του Mαρτίου μηνός, όπου εορτάζεται ιδιαίτερον η εύρεσις του Σταυρού και των τιμίων ήλων.)
Προσθέττω εδώ και εκείνα οπού σημειοί ο Γάζης Παΐσιος εις τα προβλήματα οπού λύει του Aλεξίου Mιχαηλοβίτζη βασιλέως Mοσχοβίας εν έτει 1645, ως αξιόλογα, άτινα σώζονται εν χειρογράφοις. Ήγουν ότι το σχήμα του τιμίου Σταυρού, ήτον όμοιον ωσάν το στοιχείον Tαυ. Όθεν το ρητόν εκείνο του Iεζεκιήλ το λέγον· «Δίελθε μέσην Iερουσαλήμ, και δος σημείον επί τα μέτωπα των ανδρών των καταστεναζόντων», και τα εξής (Iεζ. θ΄, 4)· τούτο, λέγω, μετέφρασαν ο Aκύλας και ο Θεοδοτίων ούτω· «Δος το Tαυ επί τα μέτωπα». Συμμαρτυρεί δε τούτοις και ο Ωριγένης, και ο Θεοφόρος Mάξιμος. Όθεν και ο άθεος Λουκιανός εις τον επιγραφόμενον λόγον του «Δίκη φωνηέντων», αποφασίζει να μην έχη άλλην καταδίκην το Tαυ, πάρεξ την σημείωσίν του: ήτοι τον Σταυρόν. Δεν είναι δε, λέγει, διά τούτο τριμερής μόνον ο Σταυρός, ως το T, αλλά και τετραμερής. Kαθότι ο τίτλος οπού εβάλθη υπό του Πιλάτου επάνω εις τον Σταυρόν τον σχήμα έχοντα του T, εσχημάτισε τον Σταυρόν τετραμερή. Eν σανίδι δε ο τίτλος και η επιγραφή εχαράχθη, ως ερμηνεύει Eυθύμιος ο Ζυγαδηνός εις την ερμηνείαν του κατά Mατθαίον, και ουχί εν χάρτη, ως είπομεν ανωτέρω.
Kατά άλλον δε τρόπον λέγεται τριμερής, διά την εκ παραδόσεως ιστορίαν του Λωτ. Όθεν και ο Δαμασκηνός ψάλλει έν τινι τροπαρίω· «Eν τη κυπαρίσσω ως ηυδόκησας, και τη πεύκη, και κέδρω, σαρκί συνανυψούμενος», ακολουθών εις τον Hσαΐαν λέγοντα: «Eν κυπαρίσσω, και πεύκη, και κέδρω άμα, δοξάσαι τον τόπον τον άγιόν μου» (Hσ. ξ΄, 13). Eίχε δε, λέγει, και υποπόδιον ο Σταυρός, επάνω εις το οποίον εβάλθησαν τα ποδάρια του Δεσπότου Xριστού, διά να καρφωθώσιν εις αυτό δυνατώτερα, ως γράφουσιν ο θείος Eιρηναίος, και ο Iουστίνος. Kαι ούτως επληρώθη το Δαβιτικόν· «Yψούτε Kύριον τον Θεόν ημών, και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού, ότι Άγιός εστι» (Ψαλ. ϟη΄, 5).........

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)


ΠΗΓΗ: ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου)



Το 326 μ.Χ. η Αγία Ελένη πήγε στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να ευχαριστήσει το Θεό για τους θριάμβους του γιου της Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο Θείος ζήλος όμως, έκανε την Άγια Ελένη να αρχίσει έρευνες για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού.

Επάνω στο Γολγοθά υπήρχε ειδωλολατρικός ναός της θεάς Αφροδίτης, τον οποίο γκρέμισε και άρχισε τις ανασκαφές. Σε κάποιο σημείο, βρέθηκαν τρεις σταυροί. Η συγκίνηση υπήρξε μεγάλη, αλλά ποιος από τους τρεις ήταν του Κυρίου; Τότε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος με αρκετούς Ιερείς, αφού έκανε δέηση, άγγιξε στους σταυρούς το σώμα μιας ευσεβέστατης κυρίας που είχε πεθάνει. Όταν ήλθε η σειρά και άγγιξε τον τρίτο σταυρό, που ήταν πραγματικά του Κυρίου, η γυναίκα αμέσως αναστήθηκε.

Η είδηση διαδόθηκε σαν αστραπή σε όλα τα μέρη της Ιερουσαλήμ. Πλήθη πιστών άρχισαν να συρρέουν για να αγγίξουν το τίμιο ξύλο. Επειδή, όμως, συνέβησαν πολλά δυστυχήματα από το συνωστισμό, ύψωσαν τον Τίμιο Σταυρό μέσα στο ναό σε μέρος υψηλό, για να μπορέσουν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι.


Αυτή, λοιπόν, την ύψωση καθιέρωσαν οι άγιοι Πατέρες, να γιορτάζουμε στις 14 Σεπτεμβρίου, για να μπορέσουμε κι εμείς να υψώσουμε μέσα στις ψυχές μας το Σταυρό του Κυρίου μας, που αποτελείτο κατ' εξοχήν "όπλον κατά του διαβόλου".

Ορισμένοι Συναξαριστές, αυτή την ημέρα, αναφέρουν και την ύψωση του Τιμίου Σταυρού στην Κωνσταντινούπολη το 628 μ.Χ. από τον βασιλιά Ηράκλειο, πού είχε νικήσει και ξαναπήρε τον Τίμιο Σταυρό από τους Αβάρους, οι οποίοι τον είχαν αρπάξει από τους Αγίους Τόπους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος καὶ τὸ σὸν φυλάττων διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.




Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.
ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως, τῇ ἐπωνύμῳ σου καινὴ πολιτεία, τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι, Χριστὲ Θεός, Εὔφρανον ἐν τῇ δυνάμει σου, τοὺς πιστοὺς Βασιλεῖς ἡμῶν, νίκας χορηγῶν αὐτοῖς, κατὰ τῶν πολεμίων, τὴν συμμαχίαν ἔχοιεν τὴν σήν, ὅπλον εἰρήνης, ἀήττητον τρόπαιον.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὸ προσταχθὲν.
Ἐν Παραδείσῳ με τὸ πρίν, ξύλον ἐγύμνωσεν, οὗπερ τῇ γεύσει, ἐχθρὸς εἰσφέρει νέκρωσιν, τοῦ Σταυροῦ δὲ τὸ ξύλον, τῆς ζωῆς τὸ ἔνδυμα, ἀνθρώποις φέρον, ἐπάγη ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ κόσμος ὅλος ἐπλήσθη πάσης χαρᾶς· ὃν ὁρῶντες ὑψούμενον, Θεῷ ἐν πίστει λαοί, συμφώνως ἀνακράξωμεν· Πλήρης δόξης οἶκός σου. (Δίς)

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὸ προσταχθὲν.
Προδιετύπου μυστικῶς πάλαι τῷ χρόνῳ, Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, Σταυροῦ τὸν τύπον, ὡς τὰς χεῖρας ἐξέτεινε σταυροφανῶς Σωτήρ μου· καὶ ἔστη ἥλιος ἕως ἐχθρούς, ἀνεῖλεν, ἀνθισταμένους σοι τῷ Θεῷ· νῦν δὲ οὗτος ἐσκότισται, ἐπὶ Σταυροῦ σε ὁρῶν, θανάτου κράτος λύοντα, καὶ τὸν ᾍδην σκυλεύοντα.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. β’.
Μόνον ἐπάγη τὸ ξύλον Χριστὲ τοῦ Σταυροῦ σου, τὰ θεμέλια ἐσαλεύθη τοῦ θανάτου Κύριε· ὃν γὰρ κατέπιε πόθῳ ᾍδης, ἀπήμεσε τρόμῳ· ἔδειξας ἡμῖν τὸ σωτήριόν σου Ἅγιε, καὶ δοξολογοῦμέν σε, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς. (Δίς)

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τοῦ Σταυροῦ σου τὸ ξύλον προσκυνοῦμεν Φιλάνθρωπε, ὅτι ἐν αὐτῷ προσηλώθης ζωὴ τῶν ἁπάντων· Παράδεισον ἠνέῳξας Σωτήρ, τῷ πίστει προσελθόντι σοι Ληστῇ· καὶ τρυφῆς κατηξιώθη, ὁμολογῶν σοι, Μνήσθητί μου Κύριε. Δέξαι ὥσπερ ἐκεῖνον καὶ ἡμᾶς, κραυγάζοντας· Ἡμάρτομεν, πάντες τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου, μὴ ὑπερίδῃς ἡμᾶς. (Δίς)

Οἶκος
μετὰ τρίτον οὐρανὸν ἀρθεὶς ἐν Παραδείσῳ, καὶ ῥήματα τὰ ἄρρητα καὶ θεῖα, οὐκ ἐξὸν γλώσσαις λαλεῖν, τὶ τοῖς Γαλάταις γράφει, ὡς ἐρασταὶ τῶν Γραφῶν, ἀνέγνωτε καὶ ἔγνωτε. Ἐμοί, φησί, καυχᾶσθαι μὴ γένοιτο, πλὴν εἰ μὴ ἐν μόνῳ τῷ Σταυρῷ τῷ τοῦ Κυρίου, ἐν παθών, ἔκτεινε τὰ πάθη. Αὐτὸν οὖν καὶ ἡμεῖς βεβαίως κρατῶμεν τοῦ Κυρίου τὸν Σταυρὸν καύχημα πάντες· ἔστι γὰρ σωτήριον ἡμῖν τοῦτο τὸ ξύλον, ὅπλον εἰρήνης ἀήττητον τρόπαιον.

ΠΗΓΗ: ορθόδοξος συναξαριστής