A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

«χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε» ( Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου)



Γ νωρίζω   βέβαια,   πώς   τά   λόγια   αὐτά,   στούς
περισσότερους ἀπό σᾶς,  φαίνονται παράξενα.  Μά πῶς
εἶναι δυνατόν ἀναρωτιέστε, ἄν καί εἴμαστε  ἄνθρωποι,
νά χαιρόμαστε συνέχεια;
Τό νά χαίρεσαι ἁπλᾶ, δέν εἶναι τόσο δύσκολο· τό νά
ἔχεις  ὅμως  συνέχεια  χαρούμενη  διάθεση,  αὐτό  εἶναι
ἀδύνατο, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς.
Ἀπό παντοῦ μᾶς περικυκλώνουν θλιβερά γεγονότα.
Κάποιος ἔχασε τό παιδί, ἤ τή γυναῖκα του, ἤ ἀληθινό
φίλο.  Ἄλλος  ἔχασε  τήν  περιουσία  του·  ἀρρώστησε
βαριά· βρέθηκε σέ δύσκολη περίσταση· συκοφαντήθηκε
ἄδικα.   Ἄλλοι   πάλι   ἀντιμετώπισαν   δυσβάσταχτα
οἰκογενειακά προβλήματα.
∆έν μᾶς φτάνει ὁ χρόνος, ν’ ἀπαριθμήσουμε ὅλα, ὅσα
μᾶς προκαλοῦν ἀθυμία,  τόσο στήν ἰδιωτική,  ὅσο καί
στή δημόσια ζωή μας.

Πηγή κοσμικῆς χαρᾶς

Πολλοί  θεωροῦν  τόν  πλοῦτο  αἰτία  χαρᾶς.  Ἄν  ὁ
πλοῦτος  ἦταν  αἰτία  χαρᾶς,  τότε  οἱ  πλούσιοι  δέν  θά
γευόταν ποτέ λύπη.  Ὑπάρχουν πολλοί πλούσιοι,  πού
νομίζουν, πώς ἡ ζωή τους ἔγινε ἀβίωτη κι εὔχονται νά
πεθάνουν, κάθε φορά πού ἀντιμετωπίζουν μιά δύσκολη
κατάσταση.
Ἄλλοι πάλι νομίζουν,  πώς ἡ ὑγεία εἶναι ἡ αἰτία
τῆς χαράς· ὅμως δέν εἶναι. Πολλοί λοιπόν ἀπ’ αὐτούς,
πού   εἶναι   ὑγιεῖς,   ἄπειρες   φορές   εὐχήθηκαν   νά
πεθάνουν,  ἐπειδή  δέν  μποροῦσαν  νά  ὑποφέρουν  τίς
ἀδικίες, πού γίνονταν στό πρόσωπό τους.
Ἄλλοι πάλι θεωροῦν αἰτία χαρᾶς τή δόξα καί τίς
τιμές.  ∆έστε ὅμως ἕνα βασιλιά!  Ὅσο μεγάλος εἶναι ὁ
ὄγκος  τῶν  ὑποθέσεων  του,  τόσο  μεγάλη  εἶναι  κι  ἡ
λύπη του.

Πηγή πνευματικῆς χαρᾶς

Ἀπ’  τά κοσμικά πράγματα,  τίποτε δέν μπορεῖ νά
μᾶς δώσει χαρά. Μόνο ὁ ἁπλός λόγος τοῦ Παύλου, θά
μᾶς ἀνοίξει τό θησαυρό.  Φτάνει μόνο νά νιώσουμε τά
λόγια αὐτά καί θ’ ἀνακαλύψουμε τό δρόμο.
∆έν εἶπε μόνο  «Χαίρετε πάντοτε»,  ἀλλά πρόσθεσε
καί τήν αἰτία τῆς χαρᾶς, «Χαίρετε πάντοτε ἐν Κυρίῳ»·
ἐκεῖνος πού χαίρεται μέ τή χαρά, πού πηγάζει ἀπ’ τόν
ἴδιο  τόν  Κύριο,  καμμιά  συμφορά,  ἀπ’  ὅσες  πέφτουν
ἐπάνω του, δέν θά μπορέσει νά τοῦ τήν ἀφαιρέσει.

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ αἰτία χαρᾶς

Ὁ  φόβος   τοῦ   Θεοῦ   ἔχει   δύο   ἰδιότητες·   εἶναι
σταθερός καί ἀμετακίνητος· ἀναβλύζει δέ τόση χαρά,
πού δέν αἰσθανόμαστε τίς ἄλλες συμφορές.
Ἐκεῖνος πού φοβᾶται τό Θεό,  ὅπως πρέπει κι ἔχει
θάρρος σ’ αὐτόν, ἔχει καρπωθεῖ τή ρίζα τῆς ἡδονῆς καί
τήν πηγή κάθε χαρᾶς.
Ὅταν πέσει μιά μικρή σπίθα στό πέλαγος, ἀμέσως
ἐξαφανίζεται· ἔτσι κι ὅσα λυπηρά κι ἄν πέσουν στόν
πιστό,  πού φοβᾶται τό Θεό,  σβήνονται καί χάνονται,
σάν νά πέφτουν μέσα σέ ἀχανές πέλαγος χαρᾶς.
Καί τό πιό θαυμαστό! Ἐνῶ παραμένουν τά λυπηρά,
αὐτός  συνεχίζει  νά  χαίρεται.  Ἄν  δέν  ὑπῆρχε  τίποτε,
πού νά τοῦ προξενεῖ λύπη,  δέν θά τοῦ ἦταν σπουδαῖο
πράγμα,  νά μπορεῖ συνέχεια νά χαίρεται· ὅμως τό νά
ὑπάρχουν  τόσα  πολλά,  πού  προκαλοῦν  λύπη  καί  νά
εἶναι  αὐτός  ἀνώτερος  ὅλων,  καί  ἀνάμεσα  σέ  τόσα
λυπηρά, νά εὐφραίνεται, αὐτό εἶναι παράδοξο.
Αὐτό  συμβαίνει  καί  στήν  περίπτωση  τῶν  Ἁγίων.
Ἄν δέν ἐρχόταν σ’  αὐτούς κανένας πειρασμός,  δέν θά
τούς θαυμάζαμε, ἐπειδή συνέχεια χαίρονταν.
Ἐκεῖνο ὅμως πού εἶναι ἐκπληκτικό καί ὑπερβαίνει
τήν  ἀνθρώπινη  φύση,  εἶναι  αὐτό·  ἄν  κι  ἀπό  παντοῦ
τούς  περικύκλωναν  ἀναρίθμητα  κύματα  πειρασμῶν,
αὐτοί βρισκόταν σέ καλύτερη ψυχική κατάσταση, ἀπό
ἐκείνους πού ζοῦσαν ἥρεμη καί γαλήνια ζωή.

Ὁ πιστός εἶναι πάντοτε χαρούμενος

Ὁ θάνατος δέν θεωρεῖται ἀπ’ ὅλους ἡ πιό μεγάλη
συμφορά; Κι ὅμως τόν πιστό δέν τόν τρομάζει· μάλιστα
δέ τόν εὐχαριστεῖ. Γιατί γνωρίζει, πώς ὁ θάνατος εἶναι
ἡ ἀπαλλαγή ἀπ’  τούς πόνους κι ὁ δρόμος,  πού ὁδηγεῖ
στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 
Οὔτε πάλι οἱ ἀρρώστειες μποροῦν νά ζημιώσουν τήν
ψυχή του· Ἔχει πάντοτε στή σκέψη του  «Στίς ὧρες
τοῦ πόνου,  τό Θεό νά ἔχεις καταφυγή· ὅπως ὁ χρυσός
δοκιμάζεται   στή   φωτιά,    ἔτσι   κι   οἱ   ἄνθρωποι
δοκιμάζονται ἀπ’ τό Θεό στό καμίνι τῆς ταπείνωσης». 
Ἔκεῖνο λοιπόν πού πρέπει νά ἐπιζητοῦμε συνέχεια,
εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ· ἄν ἀπ’  τήν ἀρχή καταθέσεις
αὐτή τή ρίζα, ὄχι μόνο ἡ ἄνεση, οἱ τιμές, οἱ δόξες, ἀλλά
κι οἱ ἀρρώστιες, οἱ συκοφαντίες θά βλαστήσουν σέ σένα
καρπούς χαρᾶς.  Ὅπως οἱ ρίζες τῶν δέντρων εἶναι μέν
πικρές, ὅμως δίνουν σέ μᾶς γλυκύτατους καρπούς, ἔτσι
κι   ἡ   κατά   Θεόν   λύπη,   θά   μᾶς   φέρει   πολλή
εὐχαρίστηση.
Ὅσοι  προσευχήθηκαν  μέ  λύπη,  κι  ἔχυσαν  καυτά
δάκρυα,  γνωρίζουν  πόση    μεγάλη  χαρά  ἀπόλαυσαν·
πόσο ἡρέμησε ἡ ψυχή τους· πόσες καλές ἐλπίδες εἶχαν
μετά τήν προσευχή.
Aὐτό πού λέω πάντοτε, θά πῶ καί τώρα: ∆έν εἶναι
ἡ φύση τῶν πραγμάτων,  πού μᾶς στεναχωρεῖ ἤ   μᾶς
χαροποιεῖ, ἀλλά ἡ δική μας διάθεση.

Όμιλίες τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου



Ταπείνωση



Τότε   θά   γίνεις   μεγάλος,   τότε   ἔνδοξος·   ὅταν
ξευτελίζεις τόν ἑαυτό σου· ὅταν δέν ποθεῖς τά πρωτεῖα·
ὅταν  καταδέχεσαι  νά  μειώνεσαι  καί  νά  κινδυνεύεις
συνεχῶς.
Ὅταν ἐπιδιώκεις νά εἶσαι διάκονος πολλῶν· νά τούς
ὑπηρετεῖς    καί    νά    τούς    φοντίζεις·    νά    εἶσαι
προετοιμασμένος γιά τό σκοπό αὐτό, ὅλα νά τά κάνεις
κι ὅλα νά τά πάθεις.
Ἔχοντας   αὐτά   συνεχῶς   στή   σκέψη   μας,   ἄς
ἐπιδιώκουμε  τήν  ταπείνωση  μέ  μεγάλη  προθυμία·
μάλιστα ὅταν μᾶς βρίζουν καὶ μᾶς φτυνουν· ὅταν μᾶς
ἀτιμάζουν καί μᾶς περιφρονοῦν· ὅλα νά τά ὑπομένουμε
μέ εὐχαρίστηση.
Τίποτε δέν μᾶς ὑψώνει στά μάτια τοῦ Θεοῦ τόσο
πολύ καί δέν μᾶς χαρίζει δόξα καί τιμή,  ὅσο ἡ ἀρετή
τῆς ταπείνωσης.

Ἡ ὀμορφιά τῆς ψυχῆς


Τή γυναίκα τήν κάνει ἀξιαγάπητη ὄχι ἡ ὀμορφιά
τοῦ  σώματος,  ἀλλά  ἡ  ἀρετή  τῆς  ψυχῆς  της·  ὄχι  τά
βαψίματα, οὔτε τά χρυσά κοσμήματα καί τά πολυτελή
ροῦχα, ἀλλά ἡ σωφροσύνη, ἡ καλοσύνη κι ὁ φόβος τοῦ
Θεοῦ.
Τό  πνευματικό  κάλλος  κατορθώνεται  μόνο  μέσα
στό   Ναό·   ἐκεῖ   οἱ   ἀπόστολοι   καί   οἱ   Προφῆτες
καθαρίζουν,   στολίζουν,   ἀφαιροῦν   τό   γέρασμα   πού
προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία· ἐκεῖ προσθέτουν τήν ἀκμή τῆς
νεότητας  καί  ἀπομακρύνουν  ἀπ’  τή  ψυχή  μας  κάθε
κηλίδα, κάθε ρυτίδα καί μολυσμό.
Αὐτό  λοιπόν  τό  κάλλος,  ἄς  προσπαθήσουμε,  νά
ἐγκαταστήσουμε μέσα μας καί ἄντρες καί γυναῖκες. Τό
κάλλος  τοῦ  σώματος  τό  μαραίνει  ἡ  ἀρρώστια·  τό
σβήνουν τά γηρατειά· τό καταστρέφει ὁ θάνατος. 
Τό  κάλλος  ὅμως  τῆς  ψυχῆς,  οὔτε  χρόνος,  οὔτε
ἀρρώστια,  οὔτε γηρατειά,  οὔτε θάνατος μπορεῖ νά τό
καταστρέψει· παραμένει γιά πάντα ἀνθηρό.
Γιά   νά   γίνουμε   λοιπόν   φίλοι   μέ   τό   Θεό,   ἄς
φροντίζουμε   κάθε   μέρα   γι’   αὐτό   τό   κάλλος·   ἄς
καθαρίζουμε  κάθε  κηλίδα  μέ  τήν  ἀνάγνωση  τῶν
Γραφῶν, μέ τήν προσευχή, μέ τήν ἐλεημοσύνη καί μέ
τήν μεταξύ μας ἀγάπη.
Τότε  ὁ  Χριστός  θά  ἀγαπήσει  τήν  ὀμορφιά  τῆς
ψυχῆς  μας,  καί  θά  μᾶς  ἀξιώσει  ν’  ἀπολαύσουμε  τά
ἀγαθά τῆς  οὐράνιας Βασιλείας Του.

Ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης



Ἄν κι ἐγκατέλειψα τήν πόλη, δέν ἔπαψα ὅμως νά
σᾶς σκέφτομαι οὔτε λεπτό· ἀγάπησα τήν ὀμορφιά τῆς
ψυχῆς σας·  ὅπου κι ἄν πάω τήν κουβαλῶ μαζί μου.
Οἱ ζωγράφοι φτιάχνουν τίς εἰκόνες τῶν ἀνθρώπων,
ἀνακατεύοντας διάφορα χρώματα· μέ τόν ἴδιο τρόπο κι
ἐγώ   ζωγράφισα τήν εἰκόνα τῆς ψυχῆς σας.  Γι’  αὐτό
πῆρα σάν χρώματα τίς ἀρετές σας· τό ἐνδιαφέρον σας
γιά τίς συνάξεις,  τήν προθυμία σας γιά τήν ἀκρόαση,
τήν ἀγάπη σας στό πρόσωπό μου.
Τή  ζωγραφιά  αὐτή  τήν  εἴχα  πάντα  μέσα  στήν
καρδιά μου· αὐτή μοῦ ’δινε τή μεγάλη παρηγοριά, ὅσο
καιρό βρισκόμουν μακρυά σας.
Ἔφερνα συνέχεια στό νοῦ μου τήν ἀγάπη σας·  ὅταν
ἔμενα  στό  σπίτι,  ὅταν  βάδιζα,    ὅταν  ἀναπαυόμουν. 
Ἔβρισκα    μεγάλη    εὐχαρίστηση    σ’     αὐτές    τίς
ὀνειροπολήσεις.  Ἦταν ἡ  συντροφιά μου, ὄχι μόνο τήν
ἡμέρα, ἀλλά καί τή νύχτα.
έν μποροῦσα νά σᾶς δῶ μέ τά μάτια τοῦ σώματος·
σᾶς ἔβλεπα ὅμως μέ τά μάτια τῆς ἀγάπης.  ∆έν ἦταν
δυνατόν νά εἶμαι κοντά σας μέ τό σῶμα· βρισκόμουν
ὅμως μαζί σας,  μέ τή διάθεση τῆς ψυχῆς.  Πάντα στ’
αὐτιά μου, ἀντηχοῦσε ἡ φωνή σας.
Ἡ ἀρρώστια μου μέ ἀνάγκαζε νά μένω στόν τόπο
ἐκεῖνο, γιατί ἔβλεπα μεγάλη ὠφέλεια ἀπ’ τόν καθαρό
ἀέρα· ἡ δύναμη ὅμως τῆς ἀγάπης σας, δέν τό ἀνεχόταν
αὐτό.  Θεώρησα λοιπόν σάν ὑγεία,  ὅχι τήν ἀπαλλαγή
μου ἀπ’ τήν ἀρρώστια, ἀλλά τή δική σας συντροφιά.

Παιδί μου, θέλεις νά ὑπηρετεῖς τόν Κύριο;

Ἑτοίμασε τή ψυχή σου νά ὑπομείνει πειρασμό



Ἄς μήν ἀποροῦμε, πού ὑποφέρουμε πολλά βάσανα,
ἐνῶ   ἀσχολούμαστε   μέ   πνευματικά   πράγματα.   Οἱ
ληστές δέν τρυποῦν τούς τοίχους,  ἐκεῖ   πού   ὑπάρχει
χορτάρι καί ἄχυρο·  τρυποῦν, ἐκεῖ πού  ὑπάρχει χρυσάφι
κι  ἀσήμι.
Ἔτσι   κάνει   κι   ὁ   διάβολος·   ἐπιτίθεται   μόνον
ἐναντίον ἐκείνων,  πού ἐργάζονται πνευματικά.  Ὅπου
ὑπάρχει ἀρετή,  ἐκεῖ κάνει τήν παρουσία του ὁ φθόνος
κι οἱ συκοφαντίες.
Ἄν    ἐνῶ    ἀσχολούμασταν    μέ    τά    πνευματικά
πράγματα,  γνωρίζαμε  ἀπ’  τήν  ἀρχή,    ὅτι    δέν    θά
πάθουμε    κανένα    κακό,    δέν    θά    κάναμε    κάτι
σπουδαῖο.  Ἡ ἀσχολία μας αὐτή, θά ἦταν ἐγγύηση γιά
τήν   ἀσφάλειά  μας.
Ὅταν    ὅμως  πρόκειται    νά    κάνεις    κάτι    πού
ἀρέσει  στό  Θεό,  ἔχε  στό νοῦ  σου, ὅτι θ’  ἀντιμετω-
πίσεις  θλίψεις,    θάνατο·  Ὅποιος  ἀγωνίζεται  στήν
πυγμαχία, δέν παίρνει βραβεῖο, χωρίς τραύματα. 
Ἐσύ   λοιπόν πού   δέχτηκες νά κατέβεις σέ ἀγῶνα
μέ τό διάβολο, νά  μήν  ἐπιδιώκεις  νά  ζεῖς  ἄνετα. Ὁ
Θεός  δέν  σοῦ  ὑποσχέθηκε,  ὅτι  θά  σ’  ἀνταμείψει σ’
αὐτή  τή ζωή,  ἀλλά  στήν  ἄλλη.
Μιμήσου  τό  ζῆλο  τῶν  Ἀποστόλων  κι  ὅλων  τῶν
Ἁγίων· μή σταματᾶς νά ἐκτελεῖς τά θεάρεστα ἔργα·
μή χάνεις τό θάρρος σου, ἔστω κι ἄν ἄπειρες φορές δεῖς
τό  διάβολο, νά  σοῦ  βάζει  ἐμπόδια.



Τὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ σῶ­μα νο­σεῖ ἐ­πι­κίν­δυ­να

«Τὸ θέ­μα τῆς κοι­νω­νί­ας μὲ τοὺς αἱ­ρε­τι­κούς, ὡς καὶ τῆς ἐν συ­νε­χεί­ᾳ κοι­νω­νί­ας μὲ τοὺς κοι­νω­νοῦν­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι μὲ τὴνπρά­ξη τους αὐ­τὴ ἀ­πο­βαί­νουν ἀ­κοι­νώ­νη­τοι, εἶ­ναι τὸ μεῖ­ζονκαὶ ἐ­πεῖ­γον θέ­μα στὴν ση­με­ρι­νὴ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ ζω­ή. Τὸἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ σῶ­μα νο­σεῖ ἐ­πι­κίν­δυ­να· ὑ­πεύ­θυ­νοι γι­ὰτὴν νό­σο εἴ­μα­στε ὅ­λοι, ὄ­χι μό­νον οἱ κοι­νω­νοῦν­τες μὲ τοὺς ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­σοι κοι­νω­νοῦ­με μὲ τοὺς κοι­νω­νοῦν­τες· ἡ ἐ­κτρο­πὴ καὶ ἡ πα­ρά­βα­ση μοι­ά­ζει μὲ τὰ συγ­κοι­νω­νοῦν­τα δο­χεῖ­α…»   

(“Μαρ­τυ­ρί­α ἢ ἀ­πο­στα­σί­α; Σκέ­ψεις καὶ ἐ­κτι­μή­σεις με­τὰ τὴ Ρα­βέν­να”.    
      Ὀρ­θό­δο­ξος Τύ­πος, φ. 1466, 12.7.2002).


ΠΗΓΗ: “Ορθόδοξος φωνή

῾Ο ῞Αγιος Λουκᾶς ῾Ο ᾿Απόστολος καί Εὐαγγελιστής (18 ᾿Οκτωβρίου)



Λουκάς ο ιατρός

Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς καταγότανε από την Αντιόχεια της Συρίας. Ήταν Έλληνας και από μικρός ασχολήθηκε με τα γράμματα. Γνώριζε πολύ καλά τα Εβραϊκά και την Συριακή γλώσσανκαι φυσικά πολύ καλλίτερα την Ελληνική. Βλέπει κανείς στο Ευαγγέλιο του και στις Πράξεις του να χειρίζεται την Ελληνική γλώσσα, όσον ουδείς άλλος. Πήγε κατόπιν στην Αίγυπτο, διότι η Αλεξάνδρεια εφημίζετο τότε, ως πόλις των γραμμάτων.
Όταν μεγάλωσε, ήλθε στην Ελλάδα και γνώρισε καλά την Ελληνικών σοφία. Το επάγγελμα του ήταν γιατρός και μάλιστα ήταν πολύ καλός γιατρός. Έκτος όμως της ιατρικής, γνώριζε καλά και την ζωγραφική. Ήταν πολύ καλός ζωγράφος.


Συνεργός του Αποστόλου Παύλου

Ενώ όμως γνώριζε τόσα πολλά πράγματα, δεν γνώριζε από την αρχή την ευσέβεια και την Χριστιανική Πίστη. Ήτανε ειδωλολάτρης, όπως κι οι γονείς του.
Προσήλθε στον Χριστιανισμός αργότερα στην Αντιόχεια και κατ’ άλλους, όταν βρισκόταν στην Θήβα της Βοιωτίας. Πάντως άκουσε τον Απόστολο Παύλο. Αί! λοιπόν, από την στιγμή αυτή έγινε ο πιο πιστός και αφοσιωμένος μαθητής του Αποστόλου Παύλου μέχρι του μαρτυρικού θανάτου του. Δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Τα εγκατέλειψε όλα για την διάδοση του Εύαγγελίου. Συνοδεύοντας τον Παύλο περιοδεύει πόλεις και χωριά και ηπείρους. Κηρύττει και αυτός στα έθνη τα μεγαλεία του Θεού και οδηγεί τους ειδωλολάτρες στην πίστη του Χριστού.
Πήγε στη Θράκη, στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία, στην Αχαΐα, στην Πελοπόννησο, στην Ασία, στην Λυκία, στην Κιλικία, στην Κύπρο, στην Συρία, στο Ιλλυρικό και σ’ όλη την Ιουδαία. Δίδαξε παντού.
Για τον Χριστό και το Ευαγγέλιο του δεν λογαριάζει κόπους και ταλαιπωρίες και πείνα και κινδύνους.


Συγγράφει το Ιερό Ευαγγέλιο

Ο Απ. Λουκάς, πού ήταν όχι από τους δώδεκα αλλά από τους εβδομήκοντα μαθητές του Κυρίου, προσέφερε στην ανθρωπότητα τον μεγαλύτερο ν θησαυρό: Το Ιερόν Ευαγγέλιο και τις Πράξεις τον Αποστόλων, θέλησε, δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψη του Χριστού, να γράφει όσα άκουσε από τον Απόστολο Παύλο και άλλους Αποστόλους, περί της ζωής του Κυρίου. Το τρίτον κατά σειράν από τα Ιερά Ευαγγέλια της Εκκλησίας μας ανήκει στον Ευαγγελιστή Λουκά.
Αυτός μάλιστα, μόνος από τους τέσσαρις Ευαγγελιστές, αναφέρει για την γέννηση του Τιμίου Προδρόμου και για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Αυτός διηγείται ζωηρότερα τη Γέννηση του Χριστού. Και αυτά τα άγια Πάθη του Χριστού μας τα περιγράφει παραστατικότατα, με περισσότερες λεπτομέρειες. Επίσης κατέγραψε τις περισσότερες παραβολές μέσα στο Ευαγγέλιο του.

Συγγράφει τις Πράξεις των Αποστόλων

Στις Πράξεις αναφέρει, για την Ανάληψη του Κυρίου. Περιγράφει ζωηρά την Πεντηκοστή και τον φωτισμό, πού δέχθηκαν οι Απόστολοι από το Άγιο Πνεύμα. Στις Πράξεις ομιλεί ακόμη, δια τον λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρος και αρχιδιακόνου Στεφάνου, καθώς και διά τα θαύματα του Αγίου Πέτρου. Αυτά και άλλα πολλά μας αναφέρει στο δεύτερο αυτό βιβλίο. Περισσότερο όμως στις Πράξεις ασχολείται με το έργο και τη δράσι του Αποστόλου Παύλου. Μιλάει για τον διωγμό, πού έκανε ο Παύλος εναντίον των πρώτων Χριστιανών από υπερβολικό ζήλο προς την Ιουδαϊκή πίστη, αλλά και πώς επέστρεψε στο Χριστό μετά το θείον φώς.

Ζωγραφίζει εικόνες της Παναγίας
Και δεν είναι μόνον αυτά τα θαυμαστά, πού έκαμε και έγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς για το καλό της ανθρωπότητας ολοκλήρου. Είναι και άλλα.
Λένε, ότι πρώτος αυτός ζωγράφισε, σαν τεχνίτης άριστος, πού ήταν, τρεις εικόνες 
της Υπεραγίας Θεοτόκου. Την παριστάνει να κράτη στην αγκαλιά της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Υπάρχει μάλιστα παράδοσης, πού αναφέρει, ότι τις έδειξε στην ίδια την Παναγία, η όποια μόλις τις είδε, τις εύλογη σε και είπε:
- «Ἡ Χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος δί’ ἐμοῦ μετ’ αὐτῶν». Με άλλα λόγια: Χάρις του Χριστού, πού γεννήθηκε από μένα, να είναι διά μέσου εμού πάντα μαζί με τις εικόνες αυτές. Και πράγματι! Είναι μαζί στις εικόνες αυτές η χάρις της Παναναγίας διότι τελούνται διά μέσου αυτών αναρίθμητα θαύματα.
Από τις τρεις άγιες αυτές εικόνες, πού ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, η μία εύρίσκεται στην Πελοπόννησο, στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Η άλλη εικών της Παναγίας, πού ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς λένε, ότι βρίσκεται στη μικρά Ρωσία, στη πόλη Βιλίνα, όπου υπάρχει Εκκλησίας της Παναγίας. Και η τρίτη βρίσκεται στο Μοναστήρι του Κύκκου της Κύπρου.
Έκτος από αυτές τις τρεις λέγουν, ότι έκαμε και άλλες εικόνες της Παναγίας, όπως την Οδηγήτρια, πού βρισκότανε στην Κωνσταντινούπολη και η οποία πολλάκις έσωσε την πόλη από τις επιδρομές των βαρβάρων.

Αποστολική Δράση

Μετά το μαρτυρικό τέλος του Απ. Παύλου, γύρισε στην Ελλάδα. Περπατώντας ο Απόστολος από τόπο σε τόπο και διδάσκοντας παντού το κήρυγμα του Ευαγγελίου, έφτασε και στην πόλη των Θηβών. Στην Θήβα ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Γκρέμισε τους ναούς των ειδώλων και έκτισε Ναούς Χριστιανικούς, διά την συνάθροιση των πιστών και την δόξα του Χριστού.
Η δράσις του συνεχίσθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Προχώρησε στην Ασία, έφτασε μέχρι την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Την Θήβα όμως την είχε ως κέντρο. Η διδασκαλία του εκεί δημιούργησε πολλές αντιδράσεις. Έγινε στόχος των Ρωμαίων.
Όλος ο συρφετός των ειδωλολατρών επετέθη εναντίον του. Τον συνέλαβαν και τον βασάνισαν πολύ. Τέλος τον κρέμασαν εκ κλάδου ελαίας. Σε ηλικία 80 ετών, γέρων πλέον, αναχώρησε από τον μάταιο τούτον κόσμον και πήγε, για να συνάντηση τον Σωτήρα Χριστό, τον οποίο τόσον αγάπησε και για τον οποίο, τόσο κουράστηκε. Οι Χριστιανοί, όμως, επήραν το Άγιο Λείψανο του Ευαγγελιστεί και το έθαψαν στην σπουδαιότερη θέση, στο Πολυάνδριο Τον ενταφίασαν δε εντός μιας μαρμάρινης Λάρνακας. Από την Λάρνακα αυτή έβγαινε και μύρο, από το όποιον ευωδίαζε όλη η περιοχή εκείνη.

Εις τον τάφο του Αγίου Ευαγγελιστή εγίνοντο κατόπιν πολλά θαύματα. Πολλοί μάλιστα ξέοντες διά μαχαιριδίου την Λάρνακα, παρεσκεύαζον ιαματικά κολλύρια. Με αυτά έπλυναν τα πονεμένα μάτια τους. Εις το ,μέρος, όπου ετάφη ο Ευαγγελιστής στη Θήβα υπάρχει Ναός εις τιμήν του. Μέσα δε εις αυτόν υπάρχει και η ανωτέρω Λάρνακα. Ο Θεός θέλοντας να τον δοξάσει, και επειδή ήταν γιατρός, όταν ζούσε, έβρεχε κάθε χρόνο πάνω στον τάφο του την ημέρα της μνήμης του στις 18 Οκτωβρίου, κολλύριο. Με αυτό αλείφονταν, όσοι είχαν ασθένεια στα μάτια, και θεραπεύονταν αμέσως.
Το τίμιο λείψανο του μεταφέρθηκε επί του Αυτοκράτορα Κωνστάντου το 313 μ.Χ. από τον Άγ. Αρτέμιο, σαν (θησαυρός πολύτιμος, στην Κωνσταντινούπολη. Μαζί ,με αυτό μεταφέρανε και τα ιερά λείψανα των Αγίων Αποστόλων Ανδρέου του Πρωτοκλήτου από την Πάτρα και Τιμοθέου από την Έφεσο, στην οποίαν τον είχε χειροτονήσει Επίσκοπο ο Απ. Παύλος. Τα τρία λείψανα τα τοποθέτησε σε τρία αργυρά κιβώτια στον Ναό των Αγίων Αποστόλων.


xristianos.gr


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.

Ἀπόστολε Ἅγιε, καὶ Εὐαγγελιστὰ Λουκᾶ, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.




Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἀκέστωρ σοφώτατος, Ἱερομύστα Λουκᾶ, ζωγράφος πανάριστος, τῆς Θεοτόκου Μητρός, ἐδείχθης Ἀπόστολε, ἔγραψας μάκαρ, λόγους, διὰ πνεύματος θείου, ἔδωκας ἐννοῆσαι, συγκατάβασιν ἄκραν, Χριστοῦ τῆς παρουσίας, διὸ πρέσβευε σωθήναι ἠμᾶς.




Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Λουκᾶν τὸν θεηγόρον καὶ τοῦ Παύλου συνέκδημον καὶ Εὐαγγελίου τοῦ τρίτου συγγραφέα θεόπνευστον, ἐν ὕμνοις τιμήσωμεν, πιστοί, ὡς ἄξιον ἐργάτην τοῦ Χριστοῦ. Τῷ φωτι γὰρ τοῦ Κυρίου καταυγασθεὶς μετέδωκε φῶς τῷ κόσμῳ. Γράψας τὰς θαυμαστὰς παραβολάς, σύστασιν ἐκκλησίας τε τῇ ἐπελεύσει τοῦ πνεύματος ἱστορησάμενος.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Μαθητὴς γεvόμενος τοῦ Θεοῦ Λόγου, σὺν τῷ Παύλῳ ἅπασαν, ἐφωταγώγησας τὴv γῆν, καὶ τὴν ἀχλὺν ἀπεδίωξας, τὸ θεῖον γράψας, Χριστοῦ Εὐαγγέλιον.

Ὁ Οἶκος
Ὡς ἰατρὸς καὶ μαθητὴς Λουκᾶ ἠγαπημένος, μυστικῇ χειρουργίᾳ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς μου, καὶ τὰ τοῦ σώματος ὁμοῦ ἴασαι, καὶ δὸς μοι κατὰ πάντα εὐεκτεῖν, καὶ σοῦ τὴν παναοίδιμον γηθόμενος γεραίρειν πανήγυριν, ὄμβροις τε δακρύων, ἀντὶ μύρων τὸ σεπτόν σου καὶ πάντιμον σῶμα καταβρέχειν· ὡς στήλη γὰρ ζωῆς ἐγγεγραμμένη τῷ ναῷ τῷ θαυμαστῷ τῶν Ἀποστόλων πᾶσιν ἐκφώνει, καθάπερ καὶ σὺ τὸ πρῶτον, τὸ θεῖον γράψας Χριστοῦ Εὐαγγέλιον. 





Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Λόγια Ἁγίων Περί Νηστείας



Ἡ ἀρχή τῆς νηστείας

Ἔ λα λοιπόν νά βαδίσουμε μέσα στήν ἱστορία καί
νά  ἐρευνήσουμε  τήν  ἀρχαιότητα  τῆς  νηστείας.  Τό
ἐφεύρημα  δέν  εἶναι  καινούργιο.  Τό  κειμήλιο  εἶναι
πατρικό.   Ἡ   νηστεία   εἶναι   συνομήλικη   μέ   τόν
ἄνθρωπο. Νομοθετήθηκε στόν Παράδεισο.
Εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή πού πῆρε ὁ Ἀδάμ· «ἀπό τό
δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ δέν θά
φᾶτε».  Ἄν ἡ Εὔα εἶχε νηστέψει ἀπ’  τόν καρπό τοῦ
δέντρου,   τώρα   δέν   θά   εἴχαμε   ἀνάγκη   ἀπό   τήν
νηστεία. 
Σκοπός τῆς νηστείας
Ἐπειδή   δέν   νηστεύσαμε,   ξεπέσαμε   ἀπ’   τόν
Παράδεισο.    Ἄς    νηστεύσουμε    λοιπόν    γιά    νά
ἐπανέλθουμε σ’ αὐτόν.

Μέγας Βασίλειος

Ἡ ἀποδεκτή ἀπό τό Θεό νηστεία



Νηστεία  καλόδεχτη  ἀπ’  τό  Θεό  εἶναι  αὐτή,  πού
μαζί μέ τήν ἀποχή τῶν τροφῶν,  συνδυάζεται μέ τήν
ἀποστροφή   ἀπό τ’  ἁμαρτήματα,  τόν φθόνο,  τό μίσος,
τήν κακία, τή συκοφαντία καί τά ἄλλα κακά. 
Αὐτός    πού    νηστεύει    ἀπό    τροφές    καί    δέν
ἐγκρατεύεται  ἀπ’  τά  πάθη,  μοιάζει  μ’  ἐκεῖνον  πού
ἔβαλε  λαμπρά  θεμέλια  στό  σπίτι,  ἀφήνει  ὅμως  νά
συγκατοικοῦν  μαζί  του  σ’  αὐτό  φίδια,  σκορπιοί  καί
φαρμακερὲς ὀχιές.
Στήν  περίπτωση τοῦ  σπιτιοῦ,  ἡ τοποθέτηση τῶν
καλῶν   θεμελίων,   γίνεται   θανατηφόρα   παγίδα   σ’
αὐτούς  πού  μπαίνουν  μέσα,   ἀφοῦ  τά  ἑρπετά  πού
φωλιάζουν μέσα, ἐπιτίθενται ὕπουλα μέ τό δηλητήριο.
Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, πού θεμελίωσε τήν ὑπόληψή
του μέ τή νηστεία στά μάτια τῶν ἀνθρώπων, μέσα του
ὅμως περιθάλπει τά θηριόμορφα πάθη, προξενεῖ βλάβη
σ’ αὐτούς, πού τόν συναναστρέφονται.
Νηστεία τροφῶν καί νηστεία παθῶν
Νηστεύεις  ἀπό  τροφές;  Ἀσφαλῶς  κάνεις  καλά,
γιατί  ἡ  νηστεία  εἶναι  ὅπλο  κατά  τῶν  παθῶν,  γι’
αὐτούς βέβαια, πού τό χρησιμοποιοῦν σωστά.
Νά  νηστέψεις  ὅμως  καί  ἀπ’  τόν  φθόνο,  ὥστε  ἡ
νηστεία σου νά θεωρηθεῖ νηστεία κι ἀπ’ τόν Θεό. Νά
μήν εἶναι προσωπεῖο, γιὰ νά καλύπτονται οἱ διάφορες
κακίες μέ τήν ἀσιτία, σάν κάτω ἀπό παραπέτασμα.

Μέγας Φώτιος

Ἡ νηστεία εἶναι φάρμακο


Ἄν  ἡ  νηστεία  ἦταν  ἀναγκαῖα  στόν  Παράδεισο,
εἶναι   πολύ   περισσότερο   ἀναγκαία   ἔξω   ἀπ’   τόν
Παράδεισο. Ἄν ἦταν χρήσιμο τό φάρμακο πρίν ἀπ’ τόν
τραυματισμό,  εἶναι  πολύ  περισσότερο  χρήσιμο  μετά
ἀπ' τόν τραυματισμό.
Ἡ νηστεία  εἶναι  φάρμακο,  ἀλλά  γίνεται  ἄχρηστο
ἐξαιτίας τῆς ἀπειρίας αὐτοῦ πού τό χρησιμοποιεῖ. 

Πῶς ὀφείλουμε νά νηστεύουμε

Νηστεύεις;  Ἀπόδειξέ το μου μέ τά ἔργα σου.  Ἄν
δεῖς  φτωχό,   νά  τόν  ἐλεήσεις.   Ἄν  δεῖς  ἐχθρό,   νά
συμφιλιωθεῖς μαζί του. Ἄς μή νηστεύει μόνο τό στόμα,
ἀλλά καί τό μάτι καί ἡ ἀκοή,  καί τά πόδια καί τά
χέρια καί ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός μας.
Νά νηστεύουν τά χέρια,  παραμένοντας καθαρά ἀπ’
τήν  ἀρπαγή  καί  τήν  πλεονεξία.  Νά  νηστεύουν  τά
πόδια,  ξεκόβοντας  ἀπ’  τούς  δρόμους  πού  ὁδηγοῦν  σέ
ἁμαρτωλά θεάματα.
∆έν τρῶς κρέας; Νά μήν φᾶς καί τήν ἀκολασία μέ
τά μάτια.  Ἄς νηστεύει καί ἡ ἀκοή.  Καί νηστεία τῆς
ἀκοῆς εἶναι νά μή δέχεται κακολογίες καί διαβολές.
Ἄς νηστεύει καί τό στόμα ἀπό αἰσχρά λόγια καί
λοιδορίες. Γιατί, τί ὄφελος ἔχουμε, ὅταν ἀπέχουμε ἀπ’
τά  πουλερικά  καί  τά  ψάρια,  δαγκώνουμε  ὅμως  καί
κατατρῶμε τούς ἀδελφούς μας; 
 
Ἰωάννης Χρυσόστομος

Τά ἀγαθά τῆς νηστείας



Ἡ νηστεία, ὁ γιατρός αὐτός τῶν ψυχῶν μας,
ἔχει τή δύναμη νά
καταστέλλει τίς πυρώσεις τῆς σάρκας,
καταπραΰνει τό θυμό,
διεγείρει τήν ἐπιθυμία γιά τό καλό,
καθαρίζει τό νοῦ ἀπό πονηρούς λογισμούς,
δαμάζει τήν ἀδάμαστη γλῶσσα,
διδάσκει τό καθένα,
θυμᾶται τά δικά του ἁμαρτήματα
καί τίς δικές του ἐλλείψεις.

Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος


Οἱ καρποί τῆς ἀληθινῆς νηστείας

Ἡ Νηστεία
Γεννᾶ προφῆτες,
∆υναμώνει τούς δυνατούς,
Ἀνεβάζει τήν προσευχή στόν ούρανό
Κάνει τά σπίτια νά προκόβουν
Προστατεύει τά νήπια,
Σωφρονίζει τό νέο,
Κάνει σεβαστό τό γέροντα.

Μέγας Βασίλειος

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Ποιός φταίει γιά τό θάνατο; (Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ)


Ὁ Θεός   δέν   ἔκαμε   τόν   θάνατο,    οὔτε   κι
εὐχαριστιέται πάλι,  νά χάνονται τελείως τά ζωντανά
δημιουργήματά του.
Ἀπό ποῦ λοιπόν ἔρχονται σ’  ἐμᾶς οἱ ἀρρώστιες κι
ὅλα  τά  δυσάρεστα,   ἀπό  τότε  πού  εμφανίσθηκε  ὁ
θάνατος; ’Από τήν ἀρχική παρακοή μας πρός τόν Θεό·
ἀπό τήν προγονική μας ἁμαρτία στόν παράδεισο. Ὥστε
οἱ διάφορες ἀρρώστειες κι ὅλοι οἱ σατανικοί πειρασμοί,
προέρχονται ἀπό τήν ἁμαρτία.
Ἐξ    αἰτίας    τῆς    ἁμαρτίας,     ντυθήκαμε    τούς
δερμάτινους  χιτῶνες,  τό  θνητό  τοῦτο,  ἀρρωστημένο
καί πονεμένο σῶμα· μετακομίσαμε ἀπό τόν χῶρο τῆς
τρυφῆς,   νά  κατοικοῦμε  τώρα  στόν  πρόσκαιρο  καί
φθαρτό τοῦτο κόσμο· καταδικασθήκαμε νά ζοῦμε μιά
ζωή γεμάτη θλίψεις καί συμφορές.
Σάν δρόμος λοιπόν εἶναι ἡ ἀρρώστεια,  δύσκολος κι
ἀπότομος, στόν ὁποῖο μᾶς ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία· τό τέλος
του δρόμου, εἶναι ὁ θάνατος.

Ποιός εἶναι ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς;

Εἶναι ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν τό φῶς τοῦ
ἥλιου κάνει τήν ἐμφάνισή του στόν κόσμο, δέν εἶναι
δυνατόν νά ὑπάρχει συγχρόνως καί τό σκοτάδι· ἄν τό
φῶς  ὅμως  ἐξαφανισθεῖ  κι  ἐγκαταλείψει  τόν  τόπο,
τότε γίνεται βαθύ σκοτάδι.
Ἔτσι, κι ὅταν ὁ Θεός, πού εἶναι αὐτοζωή καί ζωή
γιά  ὅλα  τά  ζωντανά  πλάσματα,  εἶναι  παρών  στήν
ψυχή μας, τότε εἶναι ἀδύνατον, νά εἶναι συγχρόνως σ’
αὐτήν παρών κι ὁ θάνατος.
Ὅταν ὅμως τήν ἐγκαταλείψει ὁ Θεός,  ἐπέρχεται
στήν  ψυχή  ὁ  θάνατος,  πού  δέν  τόν  ἔκανε  ὁ  Θεός·
αἰτία γιά νά ἐγκαταλείψει ὁ Θεός μιά ψυχή,  εἶναι
μόνο ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία.
Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ θάνατος δέν προέρχεται ἀπό
τόν Θεό, ἀλλά ἀπό τήν ἁμαρτία;
Ἀλλοίμονο!  Ἐμεῖς  οἱ  ἴδιοι  προκαλέσαμε     τόν
θάνατό  μας,  ἐπειδή  ἐγκαταλείψαμε  μέ  τή  θέλησή
μας  τόν  ∆εσπότη,  πού  μᾶς  ἔκτισε  γιά  νά  ζοῦμε
αἰώνια.
Μοιάζουμε  δυστυχῶς  τότε,  μέ  τούς  ἀνθρώπους
ἐκείνους,  πού μέρα μεσημέρι,  ὅταν ὁ ἥλιος λάμπει,
αὐτοί κλείνουν τά μάτια τους, γιά νά μήν βλέπουν τό
λαμπρό φῶς του.

Ποιός φταίει ὁ Ἀδάμ ἤ ἐμεῖς;

Ἴσως  πολλοί  ἀπό  τούς  ἀνθρώπους,  κατηγοροῦν
τόν Ἀδάμ,  πῶς πολύ εὔκολα πείσθηκε στόν πονηρό
σύμβουλο,  καί παράκουσε τήν θεϊκή ἐντολή,  καί μέ
τήν παρακοή του αὐτή, μᾶς προξένησε τό θάνατο.
∆έν  εἶναι  ὅμως  τό  ἴδιο,  νά  θελήσει  κανείς  νά
δοκιμάσει  κάποιο  θανατηφόρο  βοτάνι,  πρίν  λάβει
πεῖρα,  καί τό νά ποθεῖ νά φάγει ἀπ’  αὐτό,  ἀφοῦ μέ
τήν πεῖρα ἔμαθε ὅτι εἶναι θανατηφόρο.
Γιατί,  ἐκεῖνος πού ρουφάει ἀπό τό δηλητήριο καί
προξενεῖ  στόν  ἑαυτό  του  τόν  θάνατο,  ἐνῶ  γνωρίζει
πώς   εἶναι   θανατηφόρο,   εἶναι   ἄξιος   μεγαλύτερης
κατηγορίας   ἀπό   τόν   ἄνθρωπο,    πού   πίνει   τό
δηλητήριο χωρίς νά γνωρίζει τά ἀποτελέσματά του.
Ὁ Ἀδάμ παρέβηκε τήν συμβουλή κι ἐντολή τοῦ
ἀγαθοῦ,  ἀφοῦ ξεγελάσθηκε ἀπό τόν πονηρό σατανά,
χωρίς νά ἔχει ἐμπειρία τοῦ κακοῦ.
Ἑμεῖς ὅμως οἱ σημερινοί ἄνθρωποι, παρακοῦμε τίς
ἐντολές  τοῦ  Θεοῦ  καί  ὑπακοῦμε  στίς  ἐντολές  τοῦ
πονηροῦ,  ἐνῶ  γνωρίζουμε  τό  κακό  ἀποτέλεσμα  καί
τίς τιμωρίες πού μᾶς περιμένουν.
Γι’   αὐτό   κι   ὁ   καθένας   ἀπό   μᾶς   εἶναι   πολύ
περισσότερο ἄξιος, νά κατηγορηθεῖ καί νά τιμωρηθεῖ
ἀπό τό Θεό, παρά ὁ προπάτοράς μας Ἀδάμ.

Πῶς θά σωθοῦμε;


Ἄς     μετανοήσουμε     λοιπόν     ἀδελφοί.     Ἄς
ἐπιδείξουμε  πράξεις  θεάρεστες,  καρπούς  ἄξιους  τῆς
μετανοίας μας,  γιά νά κληρονομήσουμε τή βασιλεία
τῶν οὐρανῶν.
Αὐτή   ἔφθασε   ἤδη   πολύ   κοντά   μας·   ἄς   μήν
ἀπομακρύνουμε  τούς  ἑαυτούς  μας  ἀπ’  αὐτήν  μέ  τά
πονηρά ἔργα μας. Φανερώθηκε ἡ αἰώνιος ζωή.
Ἄς τήν κερδίσουμε, ὅσο μποροῦμε μέ τίς ἀρετές. 
Ἄς ἀποφύγουμε τήν ἀθλιότητα ὅλων ἐκείνων τῶν
ἀνθρώπων, πού συνεχίζουν νά κάθονται στό σκοτάδι
καί στή σκιά τοῦ θανάτου.
Ἄς ἀποκτήσουμε τά ἔργα τῆς μετάνοιας· φρόνημα
ταπεινό,  κατάνυξη  καί  πένθος  πνευματικό·  καρδιά
γεμάτη  εὐσπλαγχνία,  πού  ἀγαπᾶ  τή  δικαιοσύνη·
καρδιά  εἰρηνική,  ἀνεκτική,  ἡ  ὁποία  μέ  χαρά  νά
ὑποφέρει  τούς  διωγμούς,  τίς  κατηγορίες  καί  τίς
συκοφαντίες   γιά   χάρη   τῆς   ἀλήθειας   καί   τῆς
δικαιοσύνης.

Ὁμιλία 31η
Στή λιτανεία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ
Γρηγορίου Παλαμᾶ
Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.

Τι θα πει "Πανηγυρική τελετή με άρωμα Φαναρίου" ;


Πήρα αφορμή για το παρόν άρθρο από διάφορες φιλοπατριαρχικές ιστοσελίδες, που διαφημίζουν οικουμενιστικές τελετές προσδίδοντας σε αυτές τις εκφράσεις «άρωμα Φαναρίου» και «Βυζαντινή μεγαλοπρέπεια».

Τι να σημαίνει άραγε η είδηση πως στην τάδε ιερά πανήγυρη, τελέσθηκε με άρωμα Φαναρίου, Βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και κατάνυξη ο Μέγας Αρχιερατικός Εσπερινός ή η Θ. Λειτουργία;

Ο απλός χριστιανός, διαβάζοντας τις λέξεις Φανάρι και Βυζάντιο, σκέπτεται τους αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου να χοροστατούν και να ομοιάζουν με τους μεγάλους φωστήρες της οικουμένης, παλαιούς Πατριάρχες όπως τους αγίους Γερμανό και Μέγα Φώτιο. Τους ιεροψάλτες να αποδίδουν τους ύμνους και να θαρρεί πως ακούει τους μεγάλους άρχοντες του Πατριαρχικού Ναού, Πέτρο Λαμπαδάριο και Ιάκωβο Ναυπλιώτη. Να απαγγέλλεται ο πανηγυρικός της ημέρας και να θαρρεί πως τα χείλη του χρυσορρήμονα Χρυσοστόμου ομιλούν και δοξάζουν τον Θεό και υμνούν την Ορθοδοξία. Για τον απλό λαό μια τέτοια ακολουθία σημαίνει απόλαυση και Χάρη, ορθόδοξη πνευματική ζωή μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Σε μια τέτοια Εκκλησιαστική Σύναξη συναντά ο πιστός τον Ουρανό και γεύεται τις γεύσεις του Παραδείσου. 
Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική σήμερα. Στους Πατριαρχικούς και δυστυχώς Οικουμενιστικούς κύκλους, Φανάρι και Βυζάντιο, προϋποθέτουν την παρουσία πρωτοκλασάτων αιρετικών, ταγών της παπικής και της ποικιλόμορφης προτεσταντικής θρησκευτικής κοινότητας. Σημαίνουν επαίσχυντες συμπροσευχές, ανάρμοστους εναγκαλισμούς με τους αιρετικούς εν πνεύματι δαιμονικό, κοινές αγιαστικές πράξεις που μολύνουν και αμβλύνουν το ορθόδοξο αισθητήριο του λαού. 
Επειδή η πρώτη εικόνα, μας δείχνει μια Ορθόδοξη, ουράνια Εκκλησία και η δεύτερη μια οικουμενιστική, κοσμική συνάθροιση, καλούμαστε να εκτιμήσουμε το γνήσιο και αληθινό, να το αναζητήσουμε στις ορθόδοξες ενορίες, να το στηρίξουμε και να το υπερασπιστούμε. Έτσι θα γίνουμε φορείς της αμωμήτου Πίστεως και Ομολογητές του Ορθοδόξου φρονήματος. 
Ταυτόχρονα καλούμαστε να αναγνωρίσουμε το πλάνο και αιρετικό, να το αναζητήσουμε μέσα στην Ορθοδοξία, να το καταγγείλουμε και να το αποφεύγουμε. Κανείς χριστιανός να μην εκκλησιάζεται σε Ναούς που συμμετέχουν παπικοί καρδινάλιοι και λοιποί αιρετικοί. 
Θα πρέπει επίσης να ξεχωρίσει σε ποια ενορία ακούγεται Ορθόδοξος λόγος και σε ποια οικουμενιστικός. Ποιος ιερεύς είναι Ορθόδοξος και ποιος οικουμενιστής. Ως αρχή του να έχει ο πιστός, τη σαφή τοποθέτηση του ιερέως αν δέχεται ότι ο Πάπας έχει ιερωσύνη και αν τα μυστήρια της παπικής «Εκκλησίας» έχουν αγιαστική Χάρη. Αυτό είναι ένα ξεκάθαρο σημείο διάκρισης. Η θετική απάντηση στα παραπάνω διλλήματα, σημαίνει απλά για τον πιστό χριστιανό, απομάκρυνση από τον συγκεκριμένο ιερέα.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που θα πρέπει να γνωρίζει ο πιστός. Αν δηλαδή ο ιερεύς είναι φιλενωτικός και υπέρ των πρακτικών για την ενότητα. Δεν αρκεί να δηλώνει απλά πως ο Πάπας και η «Εκκλησία» του είναι αίρεση. Θα πρέπει να ομολογεί με τη ζωή και τη στάση του πως δεν δέχεται και δε δικαιολογεί τις συμπεριφορές στους ψευτοδιαλόγους και στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών-Αιρέσεων. Να φρονεί και να κηρύττει πως οι συμπροσευχές και η συμμετοχή σε αγιαστικές πράξεις Ορθοδόξων και αιρετικών είναι απομείωση και προδοσία της Ορθοδόξου Πίστεως.
Το ζήτημα αυτό, έχει πολύ μεγάλη σημασία για την πορεία του λαού του Θεού σε σχέση με τη Σωτηρία του. Έχει επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα σε σχέση με την υποχρέωσή του να παραδώσει στις επόμενες γενεές την Ορθοδοξία των Αγίων Πατέρων ανόθευτη. Είναι θέμα σωτηρίας και θέμα διαφύλαξης της Πίστεως. 
Οι επιλογές και οι αποφάσεις που θα λάβει είναι δυνατόν να του δημιουργήσουν στεναχώριες και προβλήματα. Ίσως γίνει στόχος οικουμενιστικών κύκλων και δέκτης χλευασμών και προσβολών. Σε όλα αυτά πρέπει να αντιπαραθέσει την Πίστη του προς τον Χριστό και την ελπίδα του στην Σκέπη της Θεοτόκου. Με υπακοή σε ορθόδοξο και απλανή πνευματικό, θα μάθει να αποφεύγει τους φιλοπαπικούς, προσφέροντας στην Εκκλησία μια σπουδαία υπηρεσία. Με αθόρυβο, ειρηνικό αλλά πολύ δραστικό τρόπο, θα αφήσει τους πλανεμένους ιερείς, αρχιερείς και πατριάρχες χωρίς ποίμνιο. Έτσι θα καταρρακώσει τις φιλοδοξίες αυτών και θα τους αναγκάσει να αρνηθούν τις πλάνες τους και να επιστρέψουν στην Εκκλησία του Χριστού.

Πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Μανώλης, 
εφημέριος του Ιερού Βυζαντινού Ναού Προφήτου Ηλιού 
της Ι.Μ. Θεσσαλονίκης

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ’ ΛΟΥΚΑ: Λόγος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «βγῆκε ὁ σπορέας νά σπείρει τόν σπόρο του»




Γίνεται λόγος και για την καλλιέργεια που οφείλομε να κάνομε πριν από αυτή τη σπορά



Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εξέλεξε τους μαθητές του όχι από τους σοφούς, όχι από τους ευγενείς, όχι από τους πλούσιους ή ένδοξους, αλλά από αλιείς και σκηνορράφους, φτωχούς και αγράμματους, με σκοπό να δείξει σε όλους, ότι ούτε η φτώχεια, ούτε η απαιδευσία, ούτε η ευτέλεια, ούτε κάποιο άλλο από τα παρόμοια είναι εμπόδιο για την απόκτηση της αρετής και την επίγνωση των θείων λογίων και των μυστηρίων τού Πνεύματος, αλλά και ο φτωχότερος και ο ευτελέστερος και ο πιο αμόρφωτος, αν δείξει προθυμία και την πρέπουσα επιστροφή προς το καλό, μπορεί όχι μόνο να γνωρίσει τη θεία διδασκαλία, αλλά και ο ίδιος να καταστεί διδάσκαλος με τη χάρη του Θεού. Αυτά βέβαια που εμποδίζουν προς τη σύνεση και την κατανόηση των πνευματικών διδαγμάτων είναι η ραθυμία μας και η με όλη τη δύναμη προσκόλληση στα πρόσκαιρα και στα βιοτικά, και εξαιτίας αυτών δεν μας δίνεται χώρος και ευκαιρία για την ακρόαση και μελέτη και ανάμνηση αυτών που ακούσθηκαν, ούτε φροντίζομε για τα μελλοντικά και τα αιώνια.
Και αυτό γίνεται φανερό περισσότερο από όλα και από την περικοπή τού ευαγγελίου που διαβάζεται σήμερα.




Αφού ο Κύριος μίλησε στο λαό παραβολικά, πλησιάζοντάς τον οι μαθητές του ιδιαιτέρως ζητούσαν να μάθουν τον σκοπό και τη σημασία τής παραβολής που λέχθηκε τότε και ερωτούσαν για ποιο λόγο μιλάει στο λαό με παραβολές, που δεν οδηγούν αβίαστα στην κατανόηση. Και ο Κύριος τότε λέγει προς αυτούς· «σε σας έχει δοθεί να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας τού Θεού, ενώ σ’ εκείνους προσφέρονται με παραβολές, ώστε βλέποντας να μη βλέπουν και ακούοντας να μη αντιλαμβάνονται».




Θα μπορούσε όμως κανείς να βρει το θάρρος και να πει· και τί σημαίνει αυτό, Κύριε; Εσύ που είσαι ο μόνος μεσίτης όλων, ο μόνος Δεσπότης και προνοητής των πάντων, ο μόνος κοινός Πατέρας, ο μόνος κοινός Σωτήρας, το φως αυτών που βρίσκονται στο σκότος της άγνοιας, το φως «που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», τώρα φωτίζεις μόνο τους επίλεκτους μαθητές σου, ενώ στους άλλους μιλάς με ασάφεια, για να μη αναληφθούν τα λεγόμενα και φωτισθούν; Ναι, λέγει. Το μοναδικό ζώο σ’ αυτόν τον κόσμο που θέλησα να πλάσω με δική του προαίρεση είναι ο άνθρωπος· ήρθα βέβαια στον κόσμο όχι να εξαλείψω το πλάσμα των χεριών μου επειδή παραφθάρθηκε, αλλά να το διασώσω. Γι’ αυτό δεν σύρω με τη βία κανένα απολύτως· μόνους άξιους να φωτισθούν θεωρώ δίκαια αυτούς που θέλουν από μόνοι τους και ποθούν και ζητούν να κάνουν πράξη τη σωτήρια γνώση· γιατί «καθένας που αιτεί λαμβάνει και καθένας που ζητεί βρίσκει, και σε όποιον κρούει, θα ανοιχθεί»· από υπερβολική όμως φιλανθρωπία ομιλώ και σε εκείνους που δεν είναι τέτοιοι, αν και όχι με σαφήνεια, για να τους παρακινήσω και να τους προτρέψω να προτιμήσουν και να μάθουν να ζητούν, ώστε να δεχθούν τη σωτήρια γνώση. Γιατί έτσι θα δοθεί και σ’ αυτούς να γνωρίσουν τα μυστήρια της βασιλείας τού Θεού. Σε σας λοιπόν, λέγει, έχει δοθεί να τα γνωρίσετε, που το επιζητείτε με ιδιαίτερη φιλοπονία, ώστε να μετατρέψετε σε έργο τη γνώση. Γιατί καλό είναι όχι απλώς η γνώση, αλλ’ η έμπρακτη γνώση, όπως και η σύμφωνα με το λόγο πράξη· γιατί λέγει· «δεν θα δικαιωθούν οι ακροατές, αλλά οι εκτελεστές τού νόμου».




Αλλά βλέπετε ότι από τη δική μας απραξία και ραθυμία, αδελφοί, προέρχεται το να μη αντιλαμβανόμαστε και να μη κατανοούμε εύκολα την ιερή διδασκαλία; Αυτό λέγω και εγώ τώρα προς την αγάπη σας, που με εντολή, που ο Κύριος γνωρίζει, ορί­σθηκα διδάσκαλός σας. Αν κάποιος δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί τελείως το νόημα των διδασκομένων από εμένα στην εκκλησία, ας προσέρχεται σ’ εμένα κατ’ ιδίαν και να με ερωτά, και θ’ ακούσει με πολλή σαφήνεια και θα μετατρέψει σε έργο αυτό που άκουσε, με τη βοήθεια σ’ αυτό του Θεού, που μου δίνει λόγο, «όταν ανοίγω το στόμα μου», λόγω της επίμονης αυτής επιζήτησης αυτού.




Τώρα όμως ας δούμε από την αρχή την παραβολή. «Βγήκε ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του». Καλώς η χάρη τού Πνεύ­ματος νομοθέτησε να διαβάζεται τώρα η παραβολή αυτή στην εκκλησία ενώπιον όλων· γιατί τώρα είναι η εποχή τής σποράς και οι περισσότεροι φροντίζουν να παραχώνουν στη γη τούς από τη γη σπόρους. Αυτός όμως που σπέρνει στη γη τους ετήσιους καρπούς, επειδή σπέρνει φθαρτά, που αν δεν φθαρούν δεν φυτρώνουν, οπωσδήποτε θα θερίσει και θα καρπωθεί φθαρτά, πρόσκαιρη συντήρηση της σάρκας που έπειτα από λίγο θα διαλυθεί. Θα διδαχθούμε όμως με την παραβολή αυτή ποιά είναι τα πνευματικά και άφθαρτα σπέρματα και ποιος ο καιρός τής σποράς αυτής,ποιος επίσης ο σπορέας αυτών και ποια η κατάλληλη γι’ αυτά γη, για να μη κοπιάζομε με την ελπίδα τού θερισμού που θα μας θρέ­ψει πρόσκαιρα, αλλά και να κάνομε τα πάντα με την ελπίδα τού θέρους που θα μας προσφέρει αιώνια ζωή. Γιατί λέγει, «βγήκε ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του». Ποιός είναι αυτός; Είναι ο ίδιος ο Κύριος, αυτός που μέσω του Ψαλμωδού προείπε για τον εαυτό του, «θ’ ανοίξω το στόμα μου με παραβολές». Αλλά από πού βγήκε αυτός που είναι παντού παρών; Και πού ήρθε αυτός που δεν είναι από πουθενά απών; Αυτός λέγει πάλι για τον εαυτό του, «βγήκα από τον Πατέρα μου και ήρθα στον κόσμο». Βγήκε από τον Πατέρα του χωρίς να αποχωρισθεί από τους πατρικούς κόλπους, και ήρθε στον κόσμο αυτός που βρίσκεται μέσα στον κόσμο και μέσω του οποίου έγινε ο κόσμος, και κατέβηκε από τον ουρανό στη γη αυτός που γεμίζει τον ουρανό και τη γη. Ώστε το να εξέλθει ο μονογενής τού Θεού και το να έχει κατεβεί από τους ουρανούς δεν δηλώνει τίποτε άλλο, παρά την με σάρκα παρουσία του στον κόσμο και την κένωσή του από το απόρρητο ύψος της θεότητας στη μηδαμινότητα της ανθρώπινης φύσης.




Βγήκε λοιπόν αυτός έτσι «για να σπείρει τον σπόρο του». Ποιός είναι αυτός ο σπόρος; Ο λόγος τής διδασκαλίας, τα λόγια τής αιώνιας ζωής, οι εντολές τής αθανασίας, η επαγγελία τής νέας ζωής, το ευαγγέλιο της βασιλείας των ουρανών. Αυτού είναι αυτά· γιατί και αυτός λέγει για τον εαυτό του, «τα λόγια που εγώ λαλώ, είναι πνεύμα και ζωή», και ο Πέτρος έλεγε προς αυτόν, «έχεις λόγια ζωής αιώνιας». Μόνον αυτού λοιπόν είναι ο τέτοιος σπόρος και μόνον αυτός είναι που τον σπέρνει ασταμάτητα, με το οποίο γίνεται φανερό ότι αυτός είναι ο Θεός των πάντων. Βέβαια κάθε διδάσκαλος και ευαγγελιστής και κήρυκας της ευσέβειας και του ευσεβούς τρόπου ζωής σπέρνει ασφαλώς και αυτός τα λόγια τής ζωής, τον λόγο τής ευαγγελικής και ουράνιας διδασκαλίας, αλλά, αφού υπηρετήσει στη γενεά του τη βουλή τού Θεού, παρέρχεται, ενώ δεν υπήρχε ούτε προηγουμένως· και ο λόγος βέβαια της σωτηρίας που διδάσκοντας σπέρνει δεν είναι δικός του, αλλά του Θεού, που και συνεργεί με αυτόν και «του δίνει λόγο όταν ανοίγει το στόμα του».




Ο Κύριος όμως Ιησούς Χριστός, όντας Θεός αληθινός, έχει δικό του τον σπόρο αυτό τής αιώνιας ζωής και αυτός σπέρνει παντοτινά και μέσω του φυσικού νόμου μέσα στη κτίση, και μέσω του νόμου που έχει δοθεί γραπτώς στους Ισραηλίτες, και μέσω του προφητικού λόγου, και μέσω του ευαγγελίου τής χάριτος ύστερα. Καιρός βέβαια του σπόρου αυτού του είδους είναι όλος ο βίος κάθε ανθρώπου, και μάλιστα όλος ο χρόνος μετά την παρουσία τού Κυρίου μέχρι τη συντέλεια, ενώ καιρός τού θερισμού τού σπόρου αυτού είναι ο κατά την προσδοκώμενη δεύτερη έλευση και παρουσία τού Κυρίου· γι’ αυτό και ο απόστολος λέγει, «ο γεωργός οφείλει να οργώνει με ελπίδα», και «αυτός που σπέρνει στο πνεύμα, θα θερίσει αιώνια ζωή»· και ο Ψαλμωδός προφήτης· «αυτοί που σπέρνουν τώρα με δάκρυα, θα θερίσουν τότε με αγαλλίαση»




Βγήκε ο Κύριος να σπείρει τον σπόρο του. Πού; Στις καρδιές των ανθρώπων γιατί αυτές είναι τα χωράφια που δέχονται τα πνευματικά σπέρματα. Από αυτές άλλες μοιάζουν με δρόμο, καταπατημένες κατά κάποιο τρόπο και καταπιεσμένες από τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη και από τους επόπτες αυτών, τους πονηρότατους δαίμονες, άλλες μοιάζουν με πετρώδη γη, όσες από μικροψυχία και πώρωση δεν μπορούν να συγκρατήσουν μέχρι το τέλος τα σπέρματα της διδασκαλίας και να καρποφορήσουν με αυτά καρπούς προς αιώνια ζωή, και άλλες μοιάζουν με γεμάτο από αγκάθια έδαφος, επειδή το ενδιαφέρον τους συγκεντρώνεται στα κτήματα και τον πλούτο και τις πρόσκαιρες απολαύσεις και στα προερχόμενα από αυτές.




Καθώς λοιπόν παρατηρούνται πολλές διαφορές στις καρδιές τών ανθρώπων, «βγήκε» λέγει, «ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του· και καθώς έσπερνε, άλλος έπεσε στο δρόμο και καταπατήθηκε και το κατέφαγαν τα πετούμενα του ουρανού». Ένα μέρος λοιπόν, λέγει, ότι έπεσε στο δρόμο, δηλαδή σε καρδιές που ή ήταν έξω από την κύρια και ευθεία οδό, γι’ αυτό και καταπατήθηκε από τους πονηρούς δαίμονες που περπατούν στον κακότοπο, ή ήταν στην πονηρή οδό αυτών, γι’ αυτό και τα πετεινά τού ουρανού, δηλαδή τα εναέρια πονηρά πνεύματα, τον κατέφαγαν και τον αφάνισαν, και έτσι οι άνθρωποι εκείνοι είναι σαν να μη άκουσαν καθόλου τον λόγο τού Θεού· γιατί λέγει, «εκείνοι που έπεσαν δίπλα στο δρόμο είναι οι άνθρωποι που άκουσαν, έπειτα έρχεται ο διάβολος και αφαιρεί από τις καρδιές τους τον λόγο, για να μη σωθούν πιστεύοντας». «Και άλλο μέρος», λέγει, «έπεσε στην πέτρα», ενώ ο Ματθαίος λέγει, «στα πετρώδη μέρη», δηλαδή σε πωρωμένη και σκληρή καρδιά, μέσα στην οποία δεν μπορεί να εισχωρήσει ο λόγος, ώστε να την κυριεύσει με δύναμη και να ριζωθεί κατά κάποιο τρόπο μέσα σ’ αυτήν. Γι’ αυτό και λέγει, «αφού φύτρωσε, ξηράθηκε, γιατί δεν είχε ικμάδα»· δηλαδή, αφού έμεινε λίγο και φάνηκε να προοδεύει κάπως, έπειτα εξαφανίσθη­κε, καθώς προέκυψαν κάποιοι πειρασμοί, χωρίς να μπορέσει να φέρει τέλειο καρπό εξ’ αιτίας της αδυναμίας προαίρεσης· γιατί λέγει, «εκείνοι που έπεσαν πάνω στην πέτρα καρπό εξ’ αιτίας τής αδυναμίας είναι εκείνοι που όταν ακούσουν τον λόγο τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα, αλλά πιστεύουν προσωρινά, και σε καιρό πειρασμού απομακρύνονται». «Και άλλο μέρος έπεσε ανάμεσα στα αγκάθια», δηλαδή σε καρδιές που είναι τελείως προσκολλημένες στα σωματικά και πρόσκαιρα και βιωτικά και βυθισμένες στις φροντίδες γι’ αυτά και στις ηδονές από αυτά. Γι’ αυτό και αφού βλάστησαν τα τέτοια αγκάθια μαζί με τον σπόρο, τον κατέπνιξαν και τον αφάνισαν. Γιατί λέγει, «αυτό που έπεσε στα αγκάθια είναι εκείνοι που άκουσαν τον λόγο, αλλά πορευόμενοι μέσω των φροντίδων και του πλούτου και των ηδονών τού βίου πνίγονται μαζί μ’ αυτά και δεν φέρουν καρπό».




Αφού ο Κύριος απομάκρυνε έτσι και αποδοκίμασε και εκείνους που δεν πρόσεξαν στη διδασκαλία τού θείου Πνεύματος, και που αυτοί είναι όσοι έπεσαν δίπλα στο δρόμο, και εκείνους που πρόσεξαν βέβαια, αλλά για λίγο, και που είναι αυτοί που μοιάζουν με πετρώδη γη, και εκείνους που τη δέχθηκαν οπωσδήποτε και την κρατούν με γνώση, αλλ’ έχουν διαφθαρεί από τον πλούτο και τη δόξα και την απόλαυση (γιατί αυτοί είναι οι ακανθώδεις), έπειτα με την παραβολή εισάγει και παρουσιάζει ποιοι είναι οι ευδόκιμοι, λέγοντας, «το άλλο μέρος έπεσε στο εύφορο το έδαφος», δηλαδή σε ψυχή που έχει καλή και αγαθή προαίρεση, η οποία και δέχεται με προθυμία και κρατεί μέσα της τον λόγο τής διδασκαλίας, μη επιτρέποντας στους εχθρούς τής σωτηρίας της να δημιουργήσουν μέσα από αυτήν είσοδο, και τον φυλάσσει υπομονετικά, μένοντας με σταθερότητα στα όσα άκουσε, με το να υποφέρει, με γενναιότητα τους πειρασμούς και τελεσφορεί, απορρίπτοντας τον χρηματιστικό και απολαυστικό και ρευστό βίο, και φέρει καρπό, όπως λέγει ο θείος Μάρκος, «που ανεβαίνει και αυξάνει σε τριάντα και εξήντα και εκατό φορές περισσότερο».



Θα μπορούσε όμως κάποιος να ονομάσει αυτά δουλεία, μισθοφορία, υιότητα. Πραγματικά αυτός που πλησιάζει τον Θεό αληθινά, πρώτα βέβαια ως υπεύθυνος είναι δούλος εξ αιτίας τής πρώτης ανυποταξίας και ανυπακοής, έπειτα, αφού δουλεύσει, επιθυμεί και μισθό, και αφού προκόψει στην αγάπη, είναι σαν υιός πλέον, που έχει φθάσει στην κατοχή τής αρετής και υπακούει κατά τρόπο φυσικό και αβίαστο στον ουράνιο Πατέρα. Ας προσπαθήσομε, αδελφοί, ή τη θεία υιοθεσία να κερδίσομε με την αγάπη προς τον Θεό, την απομάκρυνση από όλα τα γήινα, και τη διαρκή προσευχή και ψαλμωδία και απερίσπαστη προσήλωση σ’ αυτά, ή να συνταχθούμε με τους μισθωτούς, κατορθώνοντας την σε όλα εγκράτεια κατά τον αγώνα, ή να συναριθμηθούμε με τους δούλους πενθώντας τις προηγούμενες αμαρτίες μας· όποιος είναι έξω και από τα τρία αυτά, είναι έξω από τον χορό των σωζομένων.

Αλλά, λέγει, «λέγοντας αυτά ο Κύριος φώναζε, όποιος έχει αυτιά για να ακούει ας ακούει». Όχι ότι δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι αυτιά, αλλ’ ότι δεν τα έχουν όλοι για να ακούνε τον λόγο τής σωτηρίας. Επειδή όμως, σύμφωνα μ’ αυτό που λέγεται, «νους βλέπει και νους ακούει», αυτοί που ακούουν με νου και σύνεση, αυτοί έχουν αυτιά ν’ ακούουν. Αν επί πλέον «είναι και αγαθή η σύνεση εκείνων που την πραγματοποιούν» και ο λόγος διαβάζεται με τις πράξεις, εκείνος έχει αυτιά για ν’ ακούει, όχι εκείνος που απλώς ακούει, αλλ’ αυτός που υπακούει και κάνει πράξη αυτό που άκουσε.

Ας ακούσομε λοιπόν, αδελφοί, και εμείς με σύνεση, παρακαλώ, προ πάντων το ότι δεν είπε ο Κύριος, ότι βγήκε να οργώσει τα λογικά χωράφια, ούτε να κατακόψει δυο και τρεις φορές και να ξερριζώσει τις ρίζες τών άγριων βοτανών και να καταθρυμματίσει τους βώλους, δηλαδή να προκαλλιεργήσει τις καρδιές και τις διά­νοιές μας, αλλά βγήκε απευθείας να σπείρει. Γιατί; Επειδή η πριν από τη σπορά καλλιέργεια αυτή της ψυχής πρέπει να γίνεται από μας. Γι’ αυτό και ο πρόδρομος του ευαγγελίου τής χάριτος από πριν προέτρεπε με μεγάλη φωνή, λέγοντας, «ετοιμάσατε την οδό τού Κυρίου, κάμετε ευθείς τους δρόμους του», και «μετανοείτε, γιατί πλησίασε η βασιλεία τών ουρανών». Ετοιμασία βέβαια και αρχή μετάνοιας είναι η αυτομεμψία, η εξομολόγηση, η αποχή από τα κακά. Αλλά και επί πλέον απειλεί εκείνους που δεν είναι έτσι προετοιμασμένοι, ώστε να φέρουν καρπούς άξιους της μετάνοιας· γιατί λέγει· «κάθε δένδρο που δεν κάμνει καλό καρπό κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά». Εκκοπή ασφαλώς είναι η απόφαση του Θεού εναντίον εκείνων που αμαρτάνουν αμετανόητα, σύμφωνα με την οποία, αφού αποσπασθούν και από την παρούσα και από τη μέλλουσα ζωή, παραπέμπονται, αλλοίμονο, στην άσβεστη γέεννα του πυρός.

Ας μετανοήσομε λοιπόν, αδελφοί, και ας δείξομε καρπούς άξι­ους της μετάνοιας·ας απομακρυνθούμε καθένας από τις κακίες του· ας μάθομε να λέμε και να πράττομε καλά· ας καταστήσομε τους εαυτούς μας πρόθυμους για την υποδοχή τού ουράνιου σπέρματος, του λόγου τής ζωής· ας σταματήσομε τη γλώσσα μας από τα κακά (ποιά είναι αυτά; η ματαιολογία, η κατηγορία, η καταλα­λιά), και τα χείλη μας, ώστε να μη εκστομίζουν όρκους και ψεύδη και φλυαρίες. Προφανώς αυτά είναι τα από την παραβολή λεγόμενα πονηρά πετεινά τού ουρανού, τα οποία κατατρώγουν και αφανίζουν το καλό σπέρμα.Γιατί κάθε λόγος είναι κατά κάποιο τρόπο εναέριο πτηνό· γι’ αυτό και κάποιοι ονόμασαν τους λόγους πτερόεντες. Ο πονηρός όμως λόγος, βγαίνοντας από τον πονηρό θησαυρό τής καρδιάς, σαν από φωλιά, μέσω του στόματος, αφαιρεί τον αγιασμό τής ψυχής· γι’ αυτό και ο Κύριος λέγει αλλού, ότι «αυτά που βγαίνουν από το στόμα είναι εκείνα που μολύνουν τον άνθρωπο». Να μη βγαίνει λοιπόν λόγος σάπιος από το στόμα σας αλλ’ εκείνος που είναι ικανός να προσφέρει εποικοδόμηση σ’ όσους τον ακούνε.

Κανένας λοιπόν από σας να μη είναι τόσο προσηλωμένος στα βιωτικά, ώστε ν’ απολιθωθεί κατά κάποιο τρόπο από αυτά, και να μη μπορεί ν’ ανοίγει τα αυτιά και την καρδιά στη δροσιά τών λόγων τής διδασκαλίας τού Πνεύματος. Γιατί δηλαδή το χώμα τής γης, όταν δέχεται τη βροχή, φουσκώνει και μαλακώνει και λιπαίνεται, ενώ το κεραμίδι μένει σκληρό και ξηρό και αδιάλυτο; όχι γιατί η γη θερμαίνεται με τις ακτινοβολίες τού ηλίου, αλλά δεν  κατακαίεται, γι’ αυτό και έχει ανοιχτούς τους πόρους προς υποδοχή τής βροχής, ενώ το κεραμίδι κατακαιόμενο από τη βίαια επαφή με τη φωτιά έχει τους πόρους στο βάθος δυνατά σφραγισμένους και κλειστούς, ώστε να μη μπορούν να δέχονται τη βροχή, έστω και αν είναι πάρα πολύ λεπτή; Έτσι και αυτός που κατέχεται από τα σωματικά και τα γήινα και τα βιωτικά σκληρύνεται υπερβολικά και για πάντα στην καρδιά και έχοντας νεκρωμένη τη διάνοια πριν επιστρέψει στη γη δεν συναισθάνεται την από τον Θεό διδασκαλία· αυτός όμως που χρησιμοποιεί τον κόσμο αυτό και σύμφωνα με την παραίνεση του αποστόλου δεν κάνει κατάχρηση αυτού, θα είναι έτοιμος να ζητεί και ν’ ακούει με σύνεση και να ενεργεί με ζήλο και προθυμία και τα ουράνια· και όχι μόνο ν’ ακούει έτσι, αλλά και να κρατά μέσα του τη διδασκαλία και να την μετατρέπει σε έργο, για να μακαρισθεί από τον Κύριο εξομοιούμενος με τον πιστό και φρόνιμο δούλο· γιατί λέγει· «αυτός που ακούει τους λόγους μου και τους εφαρμόζει, αυτόν θα τον θεωρήσω όμοιο με φρόνιμο άνδρα».

Αυτός που παραδίδεται αποχαυνωμένος στη γαστριμαργία και το υπερβολικό ποτό και τις απολαύσεις και τη μέθη να μη το κάνει αυτό στο εξής, αλλιώς μάταια θα δεχθεί το ουράνιο σπέρμα, τον λόγο τής διδασκαλίας. Γιατί δεν θα μπορέσει να φανεί καρποφόρα γη για τον Θεό. Όλοι εσείς γνωρίζετε ότι, όταν το υγρό υπερχειλίζει στα σπαρμένα χωράφια, αυτά δεν μπορούν να φέρουν καρπό· πώς λοιπόν θα μπορέσει να παρουσιάσει ουράνιο καρπό μια καρδιά που είναι καταμουσκεμένη με απολαύσεις και κρασοπότια; Αυτός που περιέπεσε σε κάποια ακαθαρσία πορνείας ας επιστρέψει και ας απομακρυνθεί απ’ αυτήν και ας καθαρίσει τον εαυτό του με τη μετάνοια. «Μήπως δηλαδή αυτός που πέφτει δεν σηκώνεται, ή αυτός που απομακρύνεται δεν επιστρέφει;». Γιατί αν κυλιέται σ' αυτόν τον βόρβορο, πώς δεχόμενος το θείο μύρο θα το κρατήσει μέσα του αβλαβές, το πολύτιμο μαργαριτάρι, εννοώ τον σωτήριο λόγο; Το μαργαριτάρι δεν φοριέται σε χοίρο, και το μύρο από τους συνετούς δεν ανακατεύεται με τον βόρβορο· γιατί είτε κάποιος χύσει αυτό και το αναμίξει με την κοπριά, είτε το βάλει σε ακάθαρτο σκεύος, όμοια αχρειώνει και καταστρέφει το μύρο, αν και βέβαια το θείο μύρο είναι απαθές· αλλ’ αυτό που θα πάθαινε, αν ήταν παθητό, αχρειωνόμενο, αυτό οπωσδήποτε θα πάθει αυτός που το τοποθέτησε σε τέτοιο σκεύος και δεν απομακρύνεται από την αμαρτία. Ο πλεονέκτης να σταματήσει στο εξής την πλεονεξία του, αλλά και να δίνει από όσα έχει σε εκείνους που δεν έχουν. Γιατί, αν δεν το κάνει αυτό, δεν θα διαφύγει τη θεία οργή, και αν δεν διαφύγει τη θεία οργή, πώς θα υποδεχθεί το θείο σπέρμα; Γιατί προς εκείνους που ερώτησαν, πώς θα αποφύγομε τη θεία οργή, ο Ιωάννης, ο Πρόδρομος του Κυρίου, έλεγε· «όποιος έχει δύο χιτώνες να προσφέρει τον ένα σε εκείνον που δεν έχει, και όποιος έχει τρόφιμα να κάνει το ίδιο».

Και γενικά ο καθένας σας τ’ αγκάθια και τα τριβόλια της αμαρτίας που έθρεψε μέσα του με την εμπαθή και φιλήδονη ζωή να τα ξερριζώσει με τη μετάνοια. Γιατί έτσι θα καλλιεργήσει τον εαυτό του και θα ετοιμασθεί για την υποδοχή τού σωτήριου σπέρματος και, αφού το λάβει, θα τελεσφορήσει και θα καρποφορήσει την αιώνια ζωή, για την οποία ζωή όχι μόνο τις ορέξεις τού σώματος αλλά, αν χρειασθεί, και την ίδια τη ζωή μας να προσφέρομε, γιατί έτσι θ’ ακολουθήσομε τα δεσποτικά ίχνη και θα γίνομε μέτοχοι τής με τη χάρη του Χριστού δόξας και βασιλείας, ζώντας μαζί μ’ αυτόν και δοξαζόμενοι μαζί του αιώνια.

Και μάρτυράς μας αδιάψευστος είναι ο κορυφαίος των μαρτύρων, ο θαυματουργός και μυροβλύτης Δημήτριος, στου οποίου την εικόνα γονατίζουν και παρίστανται χαρούμενοι βασιλείς και ιερείς, επειδή ακολούθησε τα δεσποτικά ίχνη με τον βίο και τον λόγο και τα πάθη, τού οποίου ευπρόσδεκτος πανηγυριστής και κοινωνός τής προκηρυσσόμενης ήδη τελετής θα είναι όχι γενικά οποιοσδήποτε, αλλ’ όποιος έχει προετοιμασθεί με τη μετάνοια. Γιατί, αυτός που απομακρύνθηκε από κάθε υλική προσπάθεια και, σύμφωνα με τον Παύλο, απέδειξε τον εαυτό του ολόκληρον ευωδία σε τέτοιο βαθμό, ώστε μετά την άθληση ν’ αναδείξει και τη σορό του πηγή ευωδέστατων μύρων, πώς θα δεχθεί να χορεύει γύρω του και να αναπέμπει ύμνους αυτόν που αναδίδει εμπαθή ύλη και εκπέμπει σαπίλα από αθεράπευτους μώλωπες αμαρτημάτων; Γιατί, σύμφωνα μ’ αυτό που έχει γραφεί, «δεν είναι ωραίος ο ύμνος των μαρτύρων σε στόματα αμαρτωλών». Ώστε λοιπόν, προεορτάζοντας, ας προκαθαρίσομε επίσης τους εαυτούς μας για την επερχόμενη κύρια ημέρα τής πανηγύρεως του μεγαλομάρτυ­ρα, ώστε, αφού ευφρανθούμε πνευματικά με την ανάμνηση των άθλων του για τον Χριστό και τον πριν από τους άθλους κατά Χριστόν βίο του και ευφρανθούμε μαζί μ’ αυτόν, να λάβομε αυτό αρραβώνα τής ελπιζόμενης από μας συμβίωσης μαζί με τους αιώνια ευφραινόμενους στους ουρανούς.

Αυτή τη συμβίωση είθε να επιτύχομε όλοι μας με τις πρεσβείες τού πολιούχου τής πόλης μας και Χριστομάρτυρα προς δόξα τού Πατέρα και τού Υιού και τού αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.




(Πηγή: Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 11, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)
ΠΗΓΗ:  http://www.alopsis.gr