A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου (19 Ἰουνίου)




Ο Άγιος Ιούδας, ήτο εις εκ των δώδεκα Αποστόλων, και εν μεν τω κατά Λουκάν Ευαγγελίω (κεφ. ς΄ 16) ομοίως και εν ταίς Πράξεσι (κεφ. α΄ 13) ονομάζεται Ιούδας Ιακώβου, δηλαδή αδελφός Ιακώβου του αδελφοθέου, εν δε τω κατά Ματθαίον Ευαγγελίω ονομάζεται Θαδδαίος και Λεββαίος (κεφ. ι΄ 3), ο οποίος έγραψε και την Καθολικήν επιστολήν, την φωτιστικήν εκείνην και δογματικήν, εις πάντας τους πιστεύσαντες Χριστιανούς. Ήτο δε αυτάδελφος του Κυρίου, καθότι ήτο υιός του Μνήστορος Ιωσήφ, κατά τον θείον Επιφάνιον (Αιρές. οη΄) και υπηρέτης του φρικτού Μυστηρίου της υπέρ λόγον ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου.

Ούτος λοιπόν πεμφθείς εις τον κόσμον παρ’ αυτού του Χριστού, ως αδελφός αυτού και μυσταγωγός, και ως άνθραξ πυρωθείς ταις αυτού λαμπρότησι, πάσαν πλάνην κατέφλεξε και τους εσκοτισμένους εφώτισε, διότι ούτος έλκων τον ζυγόν του Σωτήρος και την αύλακα τέμνων και σπείρων τον σπόρον της ευσεβείας εις την Οικουμένην, πολύν εποίησε καρπόν και πολλούς τη αληθινή πίστει στηρίξας, έπεισε τούτους, να χλευάζωσι και να περιγελώσι τα των Ελλήνων είδωλα. Επειδή, οι λατρεύοντες τους ψευδωνύμους θεούς, δεν ηδύναντο, να ιατρεύσωσι τας ανιάτους ασθενείας, δια τούτο κατέφευγον εις τον Άγιον τούτον Απόστολον, και ούτως ελάμβανον διπλήν την ιατρείαν, σώματος και ψυχής, διότι η ιατρεία των του σώματος ασθενειών, οδηγός εγίνετο εις τους απίστους προς την πίστιν του Χριστού.

Πριν από την κλήση του από τον Κύριο, ώστε να συναριθμηθή μεταξύ των 12 μαθητών Του, προσήλθε στις όχθες του ποταμού Ιορδάνη και ζήτησε να βαπτισθή από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, όπως τόσοι άλλοι άνθρωποι είχαν δίψα να βαπτιστούν και να μάθουν για τον Μεσσία.

Σύμφωνα με την παράδοση, μετά την Ανάληψη του Ιησού Χριστού και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος ο Απόστολος Ιούδας ο Θαδδαίος έλαβε δύναμιν πολλήν και σοφίαν και κήρυξε το Ευαγγέλιον της σωτηρίας αρχικά στην Μεσοποταμίαν, εν συνεχεία στην Παρθίαν, την Αρμενίαν και τέλος στην Συρίαν και κυρίως στην Έδεσσαν, ενώ έφθασε το κήρυγμα του, έως την Βηρυττόν και την πόλιν της Φοινίκης.

Αμέτρητα είναι τα θαύματα του Αγίου Αποστόλου Ιούδα του Θεαδέλφου κατά την επίγειον βιοτήν του.

Χαρακτηριστικό παραμένει το θαύμα της ιάσεως του ηγεμόνα της Συρίας Αύγαρου ο οποίος ασθενήσας βαρειά από την νόσον της λέπρας τον εθεράπευσε πλήρως.

Ο ηγεμόνας αναγνωρίζοντας την πίστη που δίδασκε ο Απόστολος Ιούδας στον Ιησού Χριστόν επηρέασε μεγάλο πλήθος εκ του λαού του, οι οποίοι καθημερινά εβαπτίζοντο κατά συρροήν στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Περατώσας το θείον έργον του ο Απόστολος Ιούδας ο Θαδδαίος επορεύθη στην πόλιν Αραρά και εκεί, κρεμασθείς υπό των απίστων και δια δεκαννέα βελών πληχθείς, παρέδωκε
την ψυχήν του εις χείρας Του Θεού, και έλαβε παρ’ Αυτού τον του Μαρτυρίου αμάραντον στέφανον.

Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.


Χριστοῦ σὲ συγγενῆ, ὢ Ἰούδα εἰδότες, καὶ μάρτυρα στερρόν, ἱερῶς εὐφημοῦμεν, τὴν πλάνην πατήσαντα, καὶ τὴν πίστιν τηρήσαντα, ὅθεν σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, ἁμαρτημάτων τὴν λύσιν, εὐχαίς σου λαμβάνομεν.



Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.


Ἀπόστολε Ἅγιε Ἰούδα, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.


Κοντάκιον
Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.


Ἐκ ῥίζης εὐκλεοῦς, θεοδώρητον κλῆμα, ἀνέτειλας ἡμῖν, τοῦ Κυρίου αὐτόπτα, Ἀπόστολε θεάδελφε, τοῦ Χριστοῦ κήρυξ πάνσοφε, τρέφων ἅπαντα, κόσμον καρποῖς σου τῶν λόγων, τὴν ὀρθόδοξον, πίστιν Κυρίου διδάσκων, ὡς μύστης τῆς χάριτος. 


Μεγαλυνάριον


Δεῦτε τὸν Θεάδελφον Μαθητήν, καὶ τῆς εὐσεβείας, τὸν φωστῆρα τὸν θεαυγῆ, ὑμνήσωμεν πόθῳ, χαῖρε αὐτῷ βοῶντες, Ἀπόστολε Ἰούδα, Χριστοῦ διάκονε. 


Στίχος


Kλήσις τριπλή σοι και τριπλούν μάκαρ πάθος, Άρσις δέσις τε και τρίτον τόξου τάσις. Eννεακαιδεκάτη βελέεσσιν Iούδας θνήσκει.

Καὶ συγγενείᾳ καὶ χορῷ αὐχεῖν ἔχεις. Χριστοῦ μαθητῶν ὦ Ἰούδα, καὶ πάθει. Ἐννεακαιδεκάτῃ βελέεσσιν Ἰούδας θνῄσκει. 

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ – Εὐαγγέλιον - (Ὁμιλία Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου εἰς τό, «Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν”)



Εὐαγγέλιοn Κυριακής: Ματθ. στ’ 22-33


Εἶπεν ὁ Κύριος· 22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται·
23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;
24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.
25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶτί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόνἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;
26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲθερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁοὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;
27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;
28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρῖνα τοῦἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·
29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦπεριεβάλετο ὡς ἓν τούτων.
30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷμᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;
31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα;
32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁοὐράνιος ὅτι χρῃ£ζετε τούτων ἁπάντων.

33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.
πόδοση


Είπε ο Κύριος: « Το λυχνάρι του σώματος είναι τα μάτια. Αν λοιπόν τα μάτια σου είναι γερά, όλο σου το σώμα θα είναι στο φως. Αν όμως τα μάτια σου είναι χαλασμένα, όλο σου το σώμα θα είναι στο σκοτάδι. Κι αν το φως που έχεις, μεταβληθεί σε σκοτάδι, σκέψου πόσο θα ’ναι το σκοτάδι! Κανείς δεν μπορεί να είναι δούλος σε δύο κυρίους• γιατί ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα στηριχτεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε δούλοι κι στο Θεό και στο χρήμα. Γι’ αυτό, λοιπόν, σας λέω: Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι σπουδαιότερη από την τροφή; Και το σώμα δεν είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο; Κοιτάξτε τα πουλιά που δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουν αγαθά σε αποθήκες, κι όμως ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει• εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερο απ’ αυτά; Κι έπειτα, ποιος από σας μπορεί με το άγχος του να προσθέσει έναν πήχυ στο ανάστημά του; Και γιατί τόσο άγχος για το ντύσιμό σας; Ας σας διδάξουν τα αγριόκρινα, πώς μεγαλώνουν: δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν• κι όμως σας βεβαιώνω πως ούτε ο Σολομών σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια δεν ντυνόταν όπως ένα από αυτά. Αν όμως ο Θεός ντύνει έτσι το αγριόχορτο, που σήμερα υπάρχει κι αύριο θα το ρίξουν στη φωτιά, δε θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας, ολιγόπιστοι; Μην έχετε, λοιπόν, άγχος και μην αρχίσετε να λέτε: ‘‘ τι θα φάμε;’’ ή: ‘‘ τι θα πιούμε;’’ ή: ‘‘ τι θα ντυθούμε;’’ γιατί για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται το Θεό• ο ουράνιος όμως Πατέρας σας ξέρει καλά ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός του, κι όλα αυτά θα ακολουθήσουν.»

Επιμέλεια, Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη. 



Ὁμιλία ΙΗ – 18η, τοῦ Ὁσίου πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, εἰς τό «Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν».


Πολλοί από τους πιστούς δεν είναι λιγότερο από τους απίστους προσκολλημένοι στην κακία. Μερικοί μάλιστα πολύ περισσότερο από αυτούς. Γι’ αυτό και σε εκείνους είναι αναγκαίο να ειπούμε: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών, και επιφαύσει σοι (θα σε φωτίσει δηλαδή) ο Χριστός». Προς αυτούς αρμόζει να ειπούμε και τούτο: «Ο Θεός ουκ εστί νεκρών, αλλά ζώντων». Εφ’ όσον λοιπόν δεν είναι Θεός νεκρών, ας ζήσουμε.

Ωστόσο μερικοί λέγουν ότι είναι υπερβολή αυτό που λέγει ο Απόστολος, ότι ο πλεονέκτης είναι ειδωλολάτρης. Δεν είναι όμως υπερβολικός ο λόγος, αλλά αληθινός. Γιατί και με ποιο τρόπο; Διότι ο πλεονέκτης απομακρύνεται από τον Θεό, όπως ακριβώς ο ειδωλολάτρης. Και για να μη νομίσεις ότι έτσι απλώς το είπε, είναι απόφασις του ιδίου του Χριστού, ο οποίος λέγει: «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμμωνά». Όποιοι υπηρετούν τον μαμμωνά, έχουν εκβάλει τους εαυτούς των από τη δουλεία του Θεού. Και αφού αρνήθηκαν την εξουσία του και έγιναν δούλοι στον άψυχο χρυσό, βεβαίως είναι ειδωλολάτρες.

Αλλά θα ειπείς, δεν έκαμα είδωλο ούτε έστησα βωμό, ούτε εθυσίασα πρόβατο, ούτε προσέφερα οίνον ως σπονδή, αλλά στην εκκλησία ήλθα, και ύψωσα τα χέρια μου στον μονογενή Υιό του Θεού, και μετέχω των μυστηρίων, και λαμβάνω μέρος στην προσευχή και σε όλα τα άλλα, τα οποία αρμόζουν στον χριστιανό. Πώς, λοιπόν, προσκυνώ τα είδωλα;

Αυτό, μάλιστα, είναι και το πλέον θαυμαστό, ότι ενώ έχεις λάβει πείρα και εγεύθεις τη φιλανθρωπία του Θεού, και είδες ότι ο Κύριος είναι αγαθός, εγκατέλειψες τον αγαθόν και απεδέχθεις τον ωμό τύραννο, και προσποιείσαι μεν ότι υπηρετείς αυτόν, ενώ στην πραγματικότητα υπέταξες τον εαυτό σου στον σκληρό και φοβερό τύραννο της φιλαργυρίας. Και δεν μου ανέφερες ακόμη κάποιο ιδικό σου κατόρθωμα, αλλά τα δώρα του Δεσπότου. Ειπέ μου, σε παρακαλώ, από τι κρίνουμε τον στρατιώτη, όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως, και τρέφεται από αυτόν, και αποκαλείται άνθρωπος ιδικός του, ή όταν δεν έχει τα ίδια με εκείνον φρονήματα, και προσποιείται μεν ότι είναι με το μέρος του και τον υπηρετεί, προτιμά όμως τα έργα των εχθρών; Είναι ολοφάνερο ότι τον εκτιμούμε όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως. Γι’ αυτό και είναι άξιος σκληροτέρας τιμωρίας από ό,τι θα ήταν εάν αποχωρούσε από τη δουλεία του βασιλέως, και προσχωρούσε στους εχθρούς. Και συ λοιπόν υβρίζεις τον Θεό σαν ειδωλολάτρης, όχι με ένα στόμα, το ιδικό σου, αλλά με τα μύρια των αδικημένων.

Αλλά δεν είναι, λέγει, ειδωλολάτρης.
Όταν λοιπόν λέγουν οι εθνικοί, «ο χριστιανός ο πλεονέκτης», τότε δεν υβρίζει μόνον αυτός με όσα πράττει, αλλά αναγκάζει και τους αδικημένους να το λέγουν, και μάλιστα πολλές φορές. Και αν δεν το λέγουν αυτό, πρέπει να καταλογισθεί στην ευλάβειά τους. Ή μήπως δεν βλέπουμε έτσι να γίνονται τα πράγματα; Τι άλλο κάνει ο ειδωλολάτρης; Δεν προσκυνά κι αυτός πολλές φορές τα πάθη, αφού είναι υποδουλωμένος σ’ αυτά; Εξηγώ τι εννοώ. Εάν ειπούμε ότι προσκυνά είδωλα, αυτός λέγει: όχι, την ‘Αφροδίτη προσκυνώ και τον Άρη. Και αν ειπούμε «ποία είναι αυτή η ‘Αφροδίτη;» οι συνετότεροι από αυτούς απαντούν: η ηδονή. Και ποιος είναι ο Άρης; Ο Θυμός. Έτσι και συ με τον μαμμωνά. Εάν ρωτήσουμε ποιος είναι ο μαμμωνάς; Η πλεονεξία. Και συ την προσκυνάς; Δεν την προσκυνώ, λέγει. Γιατί, επειδή δεν γονυπετείς εμπρός της; Αλλά τώρα πολύ περισσότερο την προσκυνάς, με τα έργα και τα πράγματα. Διότι αυτή η προσκύνησις είναι μεγαλυτέρα. Και για να μάθεις, κοίτα τι συμβαίνει με τα του Θεού, ποιοι τον προσκυνούν περισσότερο, εκείνοι που απλώς παρίστανται στις προσευχές, ή εκείνοι που πράττουν το θέλημά του; Βεβαίως αυτοί που πράττουν το θέλημά του. Έτσι συμβαίνει και με τον μαμμωνά. Τον προσκυνούν κυρίως, εκείνοι που κάνουν το θέλημά του. Αν και πολλές φορές συμβαίνει, εκείνοι οι όποιοι προσκυνούν τα προσωποποιημένα πάθη, να είναι απαλλαγμένοι από αυτά. Θα ημπορούσε να ιδεί κάποιος πολλές φορές τον υπηρέτη του Άρη να είναι κύριος του θυμού, ενώ με σένα δεν συμβαίνει το ίδιο, καθώς είσαι υποδουλωμένος στο πάθος.

Δεν σφάζεις πρόβατα, λέγεις. Φονεύεις όμως ανθρώπους και ψυχές λογικές, άλλες με λιμό, άλλες με βλασφημίες. Δεν υπάρχει τίποτε οργιαστικότερο από τη θυσία αυτή. Ποιος είδε ποτέ ψυχές να σφάζονται; Είναι καταραμένος ο βωμός της πλεονεξίας. Διότι, εάν έλθεις σε τούτο τον βωμό των ειδώλων, θα αισθανθείς δυσάρεστη οσμή αιμάτων αιγών και βοδιών, ενώ αν έλθεις στον βωμό της πλεονεξίας, θα ιδείς τη φοβερά δυσωδία που αποπνέουν τα ανθρώπινα αίματα. Εάν σταθείς εδώ, δεν θα ιδείς να καίγονται πτερά ορνίθων ούτε να αναδίδεται κνίσα και καπνός, αλλά να καταστρέφονται σώματα ανθρώπων. Διότι άλλοι μεν έρριψαν τους εαυτούς των σε κρημνούς, άλλοι έδεσαν βρόχο, και άλλοι διαπέρασαν ξίφος στον λαιμό. Είδες θυσίες ωμές και απάνθρωπες; Θέλεις να ιδείς και φοβερότερες από αυτές; Εγώ θα σου δείξω εκεί όχι πλέον σώματα ανθρώπων, αλλά και ψυχές ανθρώπων να κατασφάζονται. Διότι είναι δυνατόν να σφάζεται και η ψυχή. Με τη σφαγή που αρμόζει σ’ αυτή. Όπως υπάρχει θάνατος σώματος, έτσι υπάρχει και ψυχής. «Ψυχή γαρ η αμαρτάνουσα», λέγει, «αυτή και αποθανείται». Δεν είναι ο θάνατος της ψυχής όπως του σώματος, αλλά πολύ φοβερότερος. Διότι αυτός μεν, ο σωματικός θάνατος, διαχωρίζοντας την ψυχή και το σώμα, το ένα το αναπαύει από τις πολλές φροντίδες και τους κόπους, την άλλη την αποστέλλει σε χώρο φανερό. Έπειτα, αφού το σώμα διαλυθεί και φθαρεί με τον χρόνο, συναρμολογείται πάλι εν αφθαρσία, και απολαμβάνει την ψυχή του.

Τέτοιος είναι ο σωματικός θάνατος. Ο ψυχικός όμως είναι φριχτός και φοβερός. Διότι, εάν η ψυχή διαλυθεί, δεν παραπέμπει το σώμα αμέσως στη γη, όπως κάνει στον σωματικό θάνατο, αλλά όταν συνδεθεί πάλι με το αφθαρτοποιημένο σώμα, το καταποντίζει στο πυρ το άσβεστο. Όπως λοιπόν υπάρχει θάνατος ψυχής, έτσι υπάρχει και σφαγή ψυχής. Τι είναι σφαγή σώματος; Το να νεκρωθεί και να αποκοπεί από την επενέργεια της ψυχής. Τι είναι σφαγή της ψυχής; Και αυτή νέκρωσις είναι.

Τι όμως είναι νέκρωσις της ψυχής; Όπως το σώμα νεκρώνεται όταν το εγκαταλείπει η ενέργεια της ψυχής, έτσι και η ψυχή νεκρώνεται όταν την εγκαταλείψει η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτές οι σφαγές γίνονται κυρίως στον βωμό της πλεονεξίας. Δεν χορταίνουν ούτε αρκούνται στο αίμα των ανθρώπων, αλλά, εάν δεν προσφέρεις ως θυσία και την ίδια την ψυχή, δεν ικανοποιείται ο βωμός της πλεονεξίας, εάν δηλαδή δεν δεχθεί και των δύο τις ψυχές, του θύτη και του θύματος. Διότι πρέπει να θυσιάσει ο νεκρός τον μέχρι τώρα ζωντανό. Πράγματι, όταν βλασφημεί, όταν κακολογεί, όταν δυσανασχετεί, δεν είναι αυτές οι πληγές της ψυχής ανίατες; Είδες ότι δεν είναι υπερβολικός ο λόγος του Αποστόλου;

Άκου λοιπόν κι άλλο για να μάθεις πως η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, και φοβεροτέρα από την ειδωλολατρία. Οι ειδωλολάτρες προσκυνούν τα κτίσματα του Θεού. Και εσεβάσθησαν, λέγει, και ελάτρευσαν την κτίση μάλλον παρά τον κτίσαντα. Και συ προσκυνάς το κτίσμα το ιδικό σου. Διότι την πλεονεξία δεν την εδημιούργησε ο Θεός, αλλά την εφεύρε η άμετρος απληστία σου. Και κοίτα το κωμικοτραγικό. Εκείνοι που προσκυνούν τα είδωλα, τιμούν αυτά τα όποια προσκυνούν, και εάν κάποιος τα κακολογήσει ή τα υβρίσει, εξανίστανται. Εσύ όμως, σαν να έχεις καταληφθεί από κάποια μέθη, προσκυνάς κάτι το οποίο όχι μόνον δεν είναι απηλλαγμένο από κατηγορία, αλλά είναι και γεμάτο από ασέβεια. Ώστε είσαι μάλλον πολύ χειρότερος από αυτούς, διότι δεν ημπορείς να απολογηθείς ότι δεν είναι κακό. Και εκείνοι βέβαια είναι εντελώς αναπολόγητοι, εσύ όμως είσαι πολύ περισσότερο, επειδή συνεχώς κατηγορείς την πλεονεξία και κακίζεις όλους εκείνους που την υπηρετούν, και είναι δούλοι της, και την ακολουθούν.

Αλλά εάν θέλετε, ας εξετάσουμε από πού εισήλθε η ειδωλολατρία. Λέγει ένας σοφός ότι κάποιος πλούσιος άνθρωπος, βασανιζόμενος από το πένθος για τον πρόωρο θάνατο του υιού του, μην έχοντας καμία παρηγορία, επινόησε το ακόλουθο τέχνασμα για να τον παρηγορήσει στον πόνο του. Έκανε μια άψυχη εικόνα του αποθανόντος υιού του, και βλέποντάς την ενόμιζε ότι διά μέσου αυτής έχει κοντά του εκείνον. Κάποιοι δε άνθρωποι κόλακες, των οποίων θεός ήταν η κοιλία, λατρεύοντας την εικόνα για να τιμήσουν εκείνον, προήγαγαν τη συνήθεια σε ειδωλολατρία. Επομένως, από ασθένεια ψυχής εισήχθη η ειδωλολατρία, από παράλογη συνήθεια, από υπερβολή. Η πλεονεξία όμως δεν εισήχθη με τον ίδιον τρόπο, αλλά από ασθενή μεν ψυχή, πλην όμως χειροτέρα. Διότι δεν την εισήγαγε κάποιος που έχασε τον υιό του, ούτε ζητώντας παρηγορία ούτε παρασυρόμενος από κόλακες. Αλλά πώς; Εγώ θα σας ειπώ. Ο Κάιν φέρθηκε με πλεονεξία στον Θεό, διότι αυτά που έπρεπε να δοθούν σ’ εκείνον τα κράτησε για τον εαυτό του, και αυτά που έπρεπε να μείνουν σ’ αυτόν, τα προσέφερε σ’ εκείνον, και έτσι το κακό άρχισε ως προσβολή του Θεού. Διότι εάν εμείς είμεθα του Θεού, πολύ περισσότερο είναι οι απαρχές των κτημάτων μας.

Η σαρκική ορμή επίσης προς τις γυναίκες, από την πλεονεξία προήλθε. «Είδον τας θυγατέρας των ανθρώπων, και εξεκυλίσθησαν προς την επιθυμίαν».

Από αυτά πάλι προήλθε η επιθυμία προς τα χρήματα. Διότι το να θέλει κάποιος να έχει περισσότερα από τον πλησίον του στα βιοτικά, από τίποτε άλλο δεν προκαλείται, παρά από το ότι εψυχράνθη η αγάπη. Το να θέλει κανείς να έχει περισσότερα, δεν προέρχεται από τίποτε άλλο παρά από απελπισία και μισανθρωπία και υπεροψία. Δεν βλέπεις πόσο μεγάλη είναι η γη, πόσο πολύ μεγαλύτερος από όσο χρειάζεσαι είναι ο ουρανός; Γι’ αυτόν τον λόγο ο Θεός έδωσε τόσο μεγάλο μέγεθος στα κτίσματα, για να σβήσει την πλεονεξία σου. Εσύ δε, παρ’ όλα αυτά, αρπάζεις, και μάλιστα ακούγοντας ότι η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, ούτε έτσι φρίττεις; Τη γη θέλεις να κληρονομήσεις; Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως θα στερήσεις τον εαυτό σου από την ουράνια κληρονομία, αφού ήδη την αγνοείς. Ειπέ μου, εάν κάποιος σου έδιδε την εξουσία να τα πάρεις όλα, άραγε δεν θα το ήθελες; Έχεις τώρα αυτή τη δυνατότητα, αν θέλεις. Αν και μερικοί λέγουν ότι με πολύ πόνο μεταβιβάζουν σε άλλους την περιουσία τους, και θα προτιμούσαν να την είχαν καταφάγει οι ίδιοι παρά να βλέπουν άλλους να γίνονται κύριοι αυτής.

Ούτε εγώ σε απαλλάσσω από αυτή την ασθένεια, διότι και αυτό είναι γνώρισμα ασθενούς ψυχής. Πλην όμως, και αν ακόμη γίνει τούτο, στην διαθήκη σου άσε κληρονόμο τον Χριστό. Διότι έπρεπε ήδη να τον είχες αφήσει κληρονόμο όσο ήσουν στην ζωή. Επειδή αυτό είναι γνώρισμα ορθής προαιρέσεως. Αλλά όμως, έστω κατ’ ανάγκην, γίνε φιλοτιμότερος. Διότι ο Θεός γι’ αυτόν τον λόγο πρόσταξε να δίδουμε στους πτωχούς, για να μας καταστήσει από τη ζωή αυτή φιλοσόφους, για να μας πείσει να καταφρονούμε τα χρήματα, για να μας διδάξει να περιφρονούμε τα γήινα. Αυτό δεν είναι περιφρόνησις των χρημάτων, να τα διαθέτη κάποιος στον τάδε ή στον δείνα μετά τον θάνατό του. Τότε πλέον αυτά που δίδεις δεν είναι ιδικά σου, αλλά της ανάγκης. Δεν γίνεσαι συ ευεργέτης, αλλά ο θάνατος. Αυτό δεν είναι φιλοστοργία, αλλά καταναγκασμός. Αλλά ας γίνει κι έτσι. Έστω και τότε απάλλαξε τον εαυτό σου από το πάθος. ‘Ενθυμήσου πόσα έχεις αρπάξει, πόση πλεονεξία έχεις δείξει, και απόδοσε τα τετραπλάσια. Με αυτόν τον τρόπο απολογήσου στον Θεό.

Αλλά υπάρχουν μερικοί οι οποίοι φθάνουν σε τέτοιο σημείο παραφροσύνης, που ούτε τότε διακρίνουν το ορθότερο, και ενεργούν τα πάντα σαν να προσπαθούν να καταστήσουν φοβεροτέρα γι’ αυτούς την οργή του Θεού. Γι’ αυτό ο μακάριος Παύλος λέγει στη συνέχεια της επιστολής εκείνης: «Ως τέκνα φωτός περιπατείτε». Ο δε πλεονέκτης είναι αυτός που κατ’ εξοχήν ζει στο σκοτάδι και διασκορπίζει πολύ σκοτάδι σε όλα γύρω του. «Και μη συγκοινωνείτε», λέγει, «τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε».

Ακούστε, παρακαλώ, όλοι όσοι δεν θέλετε να μισείσθε χωρίς λόγο. Αρπάζει και δεν τον ελέγχεις; Φοβείσαι το μίσος του, θα ειπείς. Αφού όμως δεν διακινδυνεύεις χωρίς λόγο, αλλά ελέγχεις δικαίως, γιατί φοβείσαι το μίσος; Έλεγξε τον αδελφό, δέξου αυτήν την έχθρα για την προς τον Χριστόν αγάπη, αλλά και για την προς αυτόν αγάπη. Εμπόδισέ τον, αφού βλέπεις ότι βαδίζει ολοταχώς προς το βάραθρο. Διότι δεν είναι γνώρισμα ιδιαιτέρας φιλίας η συμμετοχή μας σε κοινό γεύμα, τα ωραία λόγια, οι προσφωνήσεις και η κοινή απόλαυση. Ας χαρίζουμε τέτοια δώρα στους φίλους μας που να απομακρύνουμε την ψυχή τους από την οργή. Βλέποντάς τους μέσα στην κάμινο της κακίας, να τους αναστήσουμε.

Αλλά δεν διορθώνεται, λέγεις. Κάμε όμως εσύ ό,τι εξαρτάται από εσένα, και έτσι απολογήσου στον Θεό. Μην κρύψεις το τάλαντο. Γι’ αυτό διαθέτεις λόγο και γλώσσα και στόμα, για να διορθώνεις τον πλησίον. Μόνο τα άλογα όντα δεν φροντίζουν για τον πλησίον, ούτε είναι σε θέση να ειπούν κάποιον λόγο για τον άλλο. Συ όμως που αποκαλείς τον Θεό πατέρα σου και βλέπεις τον πλησίον σου, τον αδελφό σου, να κάμει αμέτρητα κακά, προτιμάς την ευμένειά του από την ωφέλειά του; Μη, σε παρακαλώ, δεν υπάρχει μεγαλύτερο τεκμήριο φιλίας από το να μην εγκαταλείπουμε στην αμαρτία τους αδελφούς μας.

Είδες μισουμένους; Συμφιλίωσέ τους. Είδες πλεονέκτες; Εμπόδισέ τους. Είδες αδικουμένους; Υπεράσπισέ τους. Όχι εκείνους, αλλά τον εαυτό σου πρώτα ευεργέτησες. Γι’ αυτό είμεθα φίλοι, για να ωφελούμε ο ένας τον άλλον. Αλλιώς θα ακούσει κανείς τον φίλο και αλλιώς τον τυχόντα. Τον τυχόντα ίσως θα τον υποπτευθεί, ομοίως και τον διδάσκαλο, τον φίλο όμως όχι. Γι’ αυτό, παρακαλώ, ούτε σεις να διστάζετε να ελέγχετε, ούτε να δυσανασχετείτε, όταν σας ελέγχουν. Διότι όσο διαπράττεται κάτι στο σκοτάδι, γίνεται με μεγαλυτέρα ευκολία, όταν όμως υπάρχουν πολλοί μάρτυρες, φωτίζεται.

Γι’ αυτό ακριβώς ας κάνουμε τα πάντα ώστε να αποτρέπουμε τη νέκρωση των αδελφών μας, για να διασκορπίσουμε το σκότος, και να προσελκύσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Διότι εάν είναι πολλοί εκείνοι που εκπέμπουν το φως, και γι’ αυτούς θα είναι εύκολος η οδός της αρετής, και οι ευρισκόμενοι στο σκότος ευκολότερα θα αποκαλύπτονται, αφού όσο εντονότερο γίνεται το φως, τόσο το σκότος θα εξαφανίζεται. Εάν όμως γίνεται το αντίθετο, υπάρχει φόβος μη σβησθούν και αυτοί, αφού η πυκνότης, που δημιουργούν το σκοτάδι και οι αμαρτίες, θα υπερισχύει του φωτός και θα καταργεί τη λάμψη του. Ας αντιληφθούμε λοιπόν ότι τους εαυτούς μας ωφελούμε με αυτόν τον τρόπο, ώστε με όλη μας τη βιοτή να αναπέμπουμε δόξαν προς τον φιλάνθρωπο Θεό, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα συν τω Παναγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων».


Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς. 

Πηγή:
www.hristospanagia.gr







Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νέοι Μάρτυρες, παλαιάν πλάνην, καταστρέψαντες, ὕψωσαν πίστιν, τῶν ᾽Ορθοδόξων, καί στερρῶς ἠγωνίσθησαν τήν γάρ ἀνόμων θρησκείαν ἐλέγξαντες, ἐν παρρησίᾳ Χριστόν ἀνεκήρυξαν, Θεόν τέλειον. Καί νῦν ἀπαύστως πρεσβεύουσι, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἀγάλλου μυστικῶς, ἡ Χριστοῦ ᾽Εκκλησία, ὁρῶσα σούς υἱούς, Νεομάρτυρας κύκλῳ, τραπέζης σου καί βήματος, ἱσταμένους ἐν κόνεσιν, ὡς νεόφυτα, τῶν ἐλαιῶν καί τῷ Κτίστῃ ἀνακραύγαζε· σύ τῶν Μαρτύρων ὑπάρχεις, Χριστέ τό στερέωμα.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῶν λειψάνων αἱ θεῖαι ὑμῶν σοροί, ἰατρεῖα ὑπάρχουσι θαυμαστά· ἀπόδειξις ἔμψυχος, τῆς ὀρθῆς ἡμῶν πίστεως· καί θησαυροί παντοίων, θαυμάτων κοσμόπλουτοι· κροκοβαφῆ καί ἄσηπτα, πυξία τοῦ πνεύματος· τῶν ἐπουρανίων, ἀρωμάτων φιάλαι, νικῶσαι κιννάμωμον, μύρον νάρδον καί κάλαμον, καί τῆς γῆς τά ἀρώματα· πρεσβεύσατε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, ἡμῖν τοῖς πόθῳ τιμῶσιν, ὑμᾶς Νεομάρτυρες.

Ὁ Οἶκος
Ἀεί μέν, καί ἐν πᾶσιν ὀφείλομεν, ἀδελφοί, ἐξυμνεῖν καί θαυμάζειν τῆς περί ἡμᾶς τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ προνοίας τά ἀνεξιχνίαστα κρίματα, οὐχ ἦττον δέ, καί ἐπί τῇ πολυχρονίῳ ταύτῃ τοῦ ἡμετέρου γένους τυραννικῇ αἰχμαλωσίᾳ· αὕτη καί γάρ, πλείστων τε ἄλλων κατά ψυχήν ἀγαθῶν ἡμῖν τοῖς τυραννουμένοις παραίτιος γέγονε, καί ἐξαιρέτως, δι' αὐτῆς καί ἐξ αὐτῆς ὁ εὐκλεής οὗτος, καί Χριστῷ πεφιλημένος, καί τῆς οὐρανίου ἀποθήκης ἄξιος καρπός ἀνεβλάστησεν, οἱ Νεοφανεῖς, λέγω, μάρτυρες· οἱ νῦν εἰς εὐφημίαν προκείμενοι· οὗτοι γάρ, οἱ καρτερόψυχοι, τῇ τοῦ Χριστοῦ δυνάμει θωρακισθέντες, πάντα τά τοῦ βίου τερπνά, ὡς σκύβαλα ἐλογίσαντο· καί σαρκός μηδόλως φεισάμενοι, εἰς τό στάδιον τῆς ἀθλήσεως ἀπεδύσαντο, τήν μέν τῶν ᾽Αγαρηνῶν ἀσέβειαν θριαμβεύσαντες, τήν δέ τοῦ Χριστοῦ πίστιν, ἐν παρρησίᾳ ἀνακηρύξαντες· ὑπέρ ἧς, καί πολυειδέσι βασάνοις ἀνδρείως, μέχρι τέλους ἐνεκαρτέρησαν, καί τόν τοῦ μαρτυρίου ἀνεδήσαντο στέφανον, πρός τόν στεφανίτην ἀναβοῶντες, σύ τῶν μαρτύρων ὑπάρχεις, Χριστέ, τό στερέωμα. 

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Απάντηση στον δήθεν αντι-οικουμενιστή Ιερεμία Φούντα




Ἀναίρεσις «Ἐγκυκλίου Κηρύγματος»
ἀρχιερέως τῆς Καινοτομίας
δεινοῦ κατηγόρου τῶν Ἀντι-οικουμενιστῶν
Ἀποτειχισμένων καὶ «Παλαιοημερολογιτῶν»

+ Ἐπισκόπου Γαρδικίου Κλήμεντος
Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων
Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος


1. Η ΘΕΙΑ ἐπιταγὴ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου «λαλεῖτε ἀλήθειαν»1, διατηρεῖ πάντοτε τὴν ἐπικαιρότητα καὶ σημασία της, ὅταν μάλιστα ἡ θεία Ἀλήθεια διαστρεβλώνεται ἀπὸ ὑποτιθεμένους διδασκάλους, φύλακας καὶ ὑπερασπιστὰς Αὐτῆς! 

Μία ἐπίθεσις κατὰ τῆς Ἀληθείας καὶ κατὰ τῶν θείᾳ βοηθείᾳ ἀκολούθων Αὐτῆς, πραγματοποίησε ἐσχάτως μητροπολίτης τῆς Καινοτόμου ἐπισήμου ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέσῳ γραπτοῦ «Ἐγκυκλίου Κηρύγματος» γιὰ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων (15.6.2014 ν.ἡμ.), τὸ ὁποῖο προβλήθηκε στὸ διαδίκτυο ἀπὸ ἐνωρίτερα2.

Ὁ φερόμενος ὡς παραδοσιακὸς δεσπότης τοῦτος, ἔγραψε τὸ κείμενό του, ὅπως διατείνεται, σὰν «ἀπάντηση σὲ ἐπιστολὲς καὶ μηνύματα», μὲ τίτλο: «Πρόσχωμεν! Τὴν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεως ἐν ταπεινώσει καὶ ὀρθῇ ἐκκλησιολογίᾳ προσφέρειν». Ὁ τίτλος πράγματι εἶναι ὡραῖος καὶ ἐπαινετός, ὅπως καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ γραπτοῦ αὐτοῦ κηρύγματος, ἀλλὰ ἡ συνέχεια καὶ τὸ τέλος του εἶναι ὄχι ἁπλῶς ἀπογοητευτικά, ἀλλὰ (ὅπως ἤδη ἔχει ὀρθὰ παρατηρηθῆ3) διαστροφικά, παραποιητικά, αὐθαίρετα, πληκτικά, ἀλλοιωτικά, παρερμηνευτικά, κακοποιητικὰ καὶ ἀτιμαστικὰ τῆς Ἱεροκανονικῆς καὶ Ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Ἐφ’ ὅσον ἡ πρόκλησις αὐτὴ εἶναι δημόσια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνουμε ἀπαθεῖς καὶ νὰ μὴ ὀρθoτομήσουμε τὸν λόγον τῆς Ἀληθείας, ὄχι βεβαίως γιὰ νὰ διδάξουμε τὸν ἤδη γηράσαντα καὶ ὄντα μάλιστα «ὁμότιμο καθηγητὴ πανεπιστημίου» συντάκτη της, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποκαταστήσουμε δημοσίως τὴν ἀνεπίτρεπτη παραποίησι καὶ νὰ προφυλάξουμε τυχὸν ἀστηρίκτους ἤ ἀγνοοῦντας Ἀδελφοὺς ἀπὸ τὸν παρασυρμό τους στὴν πλάνη τοῦ δεινοῦ κατηγόρου μας.

2. Η ΑΓΕΝΗΣ ἐπίθεσις κατὰ τῶν ἐραστῶν τῆς Ἀληθείας Ἀντι-οικουμενιστῶν καὶ δὴ γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἀκολούθων τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου, ἀπὸ μέρους τοῦ κατηγόρου, εἶναι ὑπόθεσις παλαιά. Ἀπὸ 25ετίας τουλάχιστον, ὅταν αὐτὸς ἦταν ἀκόμη ἱεροκήρυκας στὴν περιοχὴ τῆς Μάνδρας Ἀττικῆς, εἶχε ἀποδυθῆ σὲ «ἀγῶνα» ἐναντίον τῶν «Παλαιοημερολογιτῶν», οἱ ὁποῖοι συνεπεῖς ὄντες δὲν κοινωνοῦν μὲ τὴν Καινοτόμο του ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, γι’ αὐτὸ καὶ θεωρεῖ αὐτοὺς ὡς εὑρισκομένους δῆθεν «ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία»!

Τὸν βεβαιώνουμε, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τῆς κοινωνίας ὄχι μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία τῶν Πρωτοτόκων ἐν Οὐρανοῖς, τῶν Ἁγίων καὶ Δικαίων καὶ Ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως ἡμῶν, ὡς καὶ τῶν ἐπὶ γῆς ὁμοφρόνων, ἀλλὰ διατελοῦμε σὲ πλήρη ἐκκλησιαστικὴ ἀκοινωνησία μὲ ὅσους παρεξέκκλιναν τῆς εὐθείας ὁδοῦ, δημιούργησαν σχίσμα καὶ περιέπεσαν πτῶσιν δεινὴν στὴν ἀποστατικὴ αἵρεσι, καὶ δὴ παναίρεσι, τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μᾶς εἶναι δὲ ἀδιάφορο ἄν οἱ πεπτωκότες καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς, ὅπως ὁ κατήγορός μας, μᾶς ἐκκόπτουν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τους.

Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ βίωσις τῆς ὀργανικῆς Ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας4 μὲ συνέπεια, ἀγάπη καὶ ταπείνωσι, ἀλλὰ καὶ τήρησι τῶν παραδεδομένων, χωρὶς προσθαφαιρέσεις, καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δοχεῖο τῆς Θείας Χάριτος καὶ τὸν συνάπτει στὴν Ἐκκλησία τῶν Πρωτοτόκων, ὡς γνήσιο Μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ ἄν διατυπωθῆ ἐναντίον του καταδικαστικὴ ἀπόφασις ἀπὸ ἀναξίους ἐκπροσώπους τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, σφαλλομένους περὶ τὴν Πίστιν. Καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, «ἐξεκόπη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὑπερορίαν κατεδικάσθη»5, σύμφωνα μὲ τὴν ἄδικη καθαίρεσι ποὺ τοῦ ἐπέβαλαν συνοδικῶς οἱ περὶ τὸν Θεόφιλον Ἀλεξανδρείας, γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ βεβαίως καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσορρήμων δὲν ἐτήρησε οὔτε ὑπελόγισε αὐτὴν εἰς τὸ ἐλάχιστον! Διότι οἱ ἄδικες κατακρίσεις λογίζονται ὡς διώξεις6 καὶ παρέχουν πλουσιωτέρα τὴν θεία Χάρι καὶ Εὐλογία7.

Ὁ κατήγορός μας στὶς παλαιότερες ἐναντίον μας καταφορές του, ἦταν ἀκόμη πιὸ ἀπρόσεκτος καὶ περιέπιπτε σὲ πρόσθετα τραγικὰ λάθη, τὰ ὁποῖα φροντίζει νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνη. Τότε, γιὰ παράδειγμα, ὑποστήριζε ὅτι δὲν ἔχει σημασία ποιὸ Ἡμερολόγιο ἀκολουθεῖ κάποιος, διότι αὐτὸ δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοσι, ἀρκεῖ νὰ εἶναι «ἑνωμένος μὲ τὴν Ἐκκλησία», δηλαδὴ μὲ τὴν διοίκησί της· καὶ ἐπίσης, τὸ πλέον τραγικό, ἔγραφε ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ «ἁπλῆ κοινωνικὴ καὶ ἐθιμοτυπικὴ ἐκδήλωση», εἶναι ἀθῶες «φιλοφρονήσεις» καὶ «εὐγενεῖς συναντήσεις», εἶναι ἀθῶος «διάλογος, γιὰ νὰ ἀποδειχθῆ ἡ πλάνη» τῶν αἱρετικῶν8!...

Δὲν γνωρίζουμε ἄν οἱ ἀπόψεις του ἐκεῖνες, χαρακτηριζόμενες ἐπιεικῶς ὡς πλήρως ἀνεδαφικές, ἀποτελοῦσαν συνειδητὴ πίστι του ἤ συνειδητὴ παραποίησι τῆς πραγματικότητος, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτησι τῶν σκοπιμοτήτων του.

3. ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟ εἶναι, ὅτι τώρα ὁμολογεῖ τουλάχιστον ὅτι «κακῶς ἄλλαξε» τὸ Ἡμερολόγιο καὶ ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως «παναίρεσις». Στὸ ὑπὸ κρίσιν «Ἐγκύκλιο Κήρυγμά» του ὁμολογεῖ σὺν τοῖς ἄλλοις: «βλέπω νὰ παραβιάζονται τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἔθεσαν οἱ Πατέρες μας».

Αὐτὰ συνιστοῦν βεβαίως μία πρόοδο, ὅμως δὲν θὰ τὴν χαρακτηρίζαμε σημαντική, διότι ὁ κατήγορός μας δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀναθαρρύσουμε· τόσον διότι σπεύδει νὰ ἁπαλύνη τὰ πράγματα, ὁμιλῶν συνεχῶς γιὰ «παραβάσεις Ἱερῶν Κανόνων», ὡσὰν ἡ παναίρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ νὰ ἔγκειται ΜΟΝΟΝ σὲ παραβάσεις Ἱερῶν Κανόνων (!), ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ρίζα τοῦ προβλήματός του παραμένει ἡ αὐτή:
ἀντὶ νὰ στραφῆ πάσῃ δυνάμει ἐναντίον τῆς παναιρέσεως, ἡ ὁποία προφανῶς στερεῖ τὴν αἰώνιο σωτηρία σὲ ὅσους ἐνέχονται εἰς αὐτήν, καὶ νὰ φροντίση μάλιστα νὰ ἀποστασιοποιηθῆ καὶ ὁ ἴδιος ἀπὸ αὐτήν, διότι εἴτε τὸ θέλει εἴτε ὄχι ΕΝΕΧΕΤΑΙ διὰ τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας του μὲ τοὺς φορεῖς αὐτῆς πατριάρχες, ἀρχιεπισκόπους καὶ ἐν γένει συνιερουργούς του, αὐτὸς ἀντιθέτως ὑπερασπίζεται τὴν κατάκριτη κοινωνία του μὲ τὴν αἵρεσι καὶ στρέφεται μὲ ὁρμὴ καὶ πάθος κατὰ τῶν«Παλαιοημερολογιτῶν»! Αὐτοί, κατὰ τὴν γνώμη του, «ἔκαναν τὸ κακό»! Αὐτοί, βεβαιώνει μὲ στόμφο καὶ παπικὴ ἀπολυτότητα, «δὲν εἶναι Ἐκκλησία καὶ τὰ μυστήριά τους δὲν εἶναι ἔγκυρα»! Αὐτοί, συμπεραίνει ἀπτόητος, βρέθηκαν «ξεκρέμαστοι», γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος θὰ εἶναι πολέμιος τῆς στάσεως καὶ πρακτικῆς τους.

Διότι αὐτός, ὡς δῆθεν «σωστὸς ὁμολογητής», θὰ ἀρκῆται νὰ ἐκφράζη μὲ παρρησία «καὶ προφορικῶς καὶ γραπτῶς» τὴν ὁμολογία του, καὶ νὰ κάνη ἁπλῶς «διαμαρτυρία» ὅταν βλέπη παραβάσεις Ἱερῶν Κανόνων, ὅμως –κατὰ ἀπόλυτον βεβαίωσίν του- «μέσα στὴν Ἐκκλησία», «μνημονεύοντες τὴν Ἱερά μας Σύνοδο καὶ τὸν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη», δηλαδὴ τὸν πρωτεργάτη τῆς παναιρέσεως!

Τὰ τόσο προφανῶς λανθασμένα καὶ ἀντιφατικὰ συμπεράσματα τοῦ συντάκτου, στηρίζονται στὴν λανθασμένη ἄποψί του, τὴν ὁποίαν θέτει ὡς βάσι τῶν συλλογισμῶν του. Καὶ αὐτὴ σχετίζεται μὲ τὴν θέσι του περὶ τῆς Ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.

4. Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΣ μας διακηρύσσει ἁπλουστευτικά, τουλάχιστον στὸ ὑπὸ κρίσιν κείμενο, ὅτι ἡ Ἑνότητα στὴν Ἐκκλησία ἐκφράζεται μὲ τὸ μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου: «Μὲ τὴν μνημόνευση ὑπάρχει ἑνότητα σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία». «Ἄν ἐγὼ ὁ Ἐπίσκοπός σας (διδάσκει στὸ Ποίμνιό του), παύσω νὰ μνημονεύω τὴν Ἱερὰ Σύνοδο, κόβομαι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία» καὶ ὅλοι οἱ ἀκολουθοί του σὲ αὐτὸ θὰ βρεθοῦν αὐτομάτως «ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία».

Ἡ θέσις αὐτή, καλῶς καὶ ὀρθοδόξως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἰσχύει ὡς ἀποτελοῦσα μέρος τῆς Ἀληθείας, ἀλλὰ ὄχι ὅλη τὴν Ἀλήθεια. Ὅταν μάλιστα τὰ πράγματα δὲν ἔχουν καλῶς, δηλαδὴ ὅταν στὴν Ἐκκλησία κηρύσσεται αἵρεσις, ὅπως ἀπὸ πολλῶν δεκαετιῶν συμβαίνει μὲ τὴν παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τότε ἡ θέσις τοῦ κατηγόρου συνιστᾶ σαφῆ παραπλάνησι καὶ ἐγκλωβισμὸ στὴν ἀδιέξοδη ἀπώλεια τῆς αἱρέσεως, δίδουσα προτεραιότητα στὴν διοικητικὴ δομὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ παραβλέπουσα τὸ πιὸ οὐσιαστικό, πρωτεῦον καὶ κύριο, δηλαδὴ τὴν Πίστι καὶ Ὁμολογία τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτὴ ὅμως ἡ θέσις ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς συγκεντρωτικῆς καὶ ἀπολυταρχικῆς Παπικῆς ἐκκλησιολογίας, ὅπου τὰ πάντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν κοινωνία καὶ σχέσι ἐξαρτήσεως μὲ τὴν δῆθεν ἀλάθητη ἕδρα, μὲ τὸν ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ μόνον καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ βαθμοῦ του φορέως τῆς ἕδρας, δηλαδὴ τὸν Πάπα. Αὐτὸ συμβαίνει ἐκεῖ ὅπου ὑποτάσσεται ἡ Χάρις στὸν θεσμό, στὴν ἱστορία, στὸν τόπο. Ἐκεῖ ὅπου ἡ Ἐκκλησία ὑποτάσσεται δῆθεν στὸν Πέτρο καὶ ὄχι ὁ Πέτρος στὴν Ἐκκλησία!

Αὐτὴ ἡ νοοτροπία πέρασε δυστυχῶς ὡς νεοπαπιστικὴ θέσις καὶ συμπεριφορὰ στὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὸν τελευταῖο αἰῶνα καὶ εἶναι ἄξιο ἀπορίας πῶς ἐπηρέασε καὶ ἐπηρεάζει καὶ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θεωρητικὰ δὲν φαίνεται νὰ ἐνστερνίζωνται τὶς νεοπαπιστικὲς καὶ ἐξουσιαστικὲς ἐπιδιώξεις καὶ βλέψεις τοῦ Φαναρίου, ἐπιθυμοῦντες νὰ εἶναι κατὰ τὰ ἄλλα ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν Βαβυλώνεια αἰχμαλωσία στὴν δυτικὴ θεολογικὴ ἀπολυταρχία καὶ σχολαστικότητα...

5. ΑΣ ΔΟΥΜΕ ὅμως, σὺν Θεῷ, πῶς ἔχουν τὰ πράγματα Ὀρθοδόξως:
Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ «στῦλον καὶ ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας»9, ἡ κοινωνία μαζί Της ἐκτιμᾶται ὄχι βάσει τῆς κοινωνίας μὲ τὴν πρώτη πατριαρχικὴ ἕδρα, αὐτὴν τῆς Ρώμης ἤ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ βάσει τῆς κοινωνίας μὲ τὴν Ἀλήθεια. Ὅπως συνοψίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, «οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί»10. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ θεμελιώνεται καὶ οἰκοδομεῖται στὴν Ὁμολογία τῆς ὀρθῆς καὶ σωτηρίου πίστεως τῆς Ἀληθείας11. Ἡ δὲ Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς πηγὴ καὶ θεμέλιο ἔχει ἀκριβῶς τὴν κοινὴ Ὁμολογία τῆς Πίστεως. Συνεπῶς, ἡ Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται καὶ διαφυλάσσεται ὅταν καὶ ὅπου ὑπάρχει ἑνότητα Πίστεως καὶ ἐμμονὴ στὶς Ἐκκλησιαστικὲς Παραδόσεις. Τὰ γνήσια τέκνα τῆς Ἐκκλησίας πείθονται προθύμως «Ἀποστολικαῖς καὶ Πατρικαῖς διδασκαλίαις καὶ Ἐκκλησιαστικαῖς Παραδόσεσιν»12, γι΄ αὐτὸ καὶ «εἴ τις (ὅποιος καὶ ἄν εἶναι αὐτὸς) πᾶσαν Παράδοσιν Ἐκκλησιαστικὴν ἔγγραφόν τε καὶ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα!»13.

Τοιουτοτρόπως, χωρὶς ἑνότητα στὴν δογματικὴ πίστι, ὅπως καὶ σεβασμὸ καὶ τήρησι τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Παραδόσεων, εἶναι ἀδιανόητη ὁποιασδήποτε μορφῆς Ἑνότητα στὴν Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ ἀντίληψι ὁλοκλήρου τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Λέγει γιὰ παράδειγμα ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «ὅταν πάντες ὁμοίως πιστεύομεν, τότε ἑνότης ἐστί... τοῦτο γάρ ἐστιν ἑνότης πίστεως, ὅταν πάντες ἕν ὦμεν... (ὅταν) δειχθῶμεν πάντες μίαν πίστιν ἔχοντες»14.

Στὸ «ἕν σῶμα» τῆς Ἐκκλησίας πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ὑπάρχη «ἕν πνεῦμα», δηλαδὴ ὁμόνοιακαὶ ὁμοφροσύνη στὴν Πίστι καὶ Παράδοσι, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῆ καὶ τὸ ἑξῆς: «ὅτι ἐστι μὲν σῶμα εἶναι ἕν, οὐχ ἕν δὲ πνεῦμα· ὡς ἄν εἴ τις καὶ αἱρετικῶν φίλος εἴη»15!...

Ἰδοὺ ποὺ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος ἄγγιξε τὸ εὐαίσθητο σημεῖο: ἡ «φιλία» τῶν αἱρετικῶν διασπᾶ τὴν ἑνότητα τῆς Πίστεως καὶ ἄρα τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ δὲν διασφαλίζεται ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τῆς διατηρήσεως τῆς διοικητικῆς ἑνότητος. Ἡ διασφάλισις τῆς Ἑνότητος τῆς Πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας, σημαίνει ἔλλειψι «φιλίας» καὶ «κοινωνίας» μὲ τοὺς αἱρετικούς, διότι οἱ τελευταῖοι καταστρέφουν αὐτήν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔναντι καὶ τῆς πλέον παραμικρᾶς ἑτεροδιδασκαλίας, πίπτει σὰν κεραυνὸς τὸ «ἀνάθεμα» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου16!

Μόνον λοιπὸν ὅταν ὑπάρχη ὁμοφροσύνη στὴν Πίστι καὶ τὴν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ὑπάρχει κοινωνία στὰ Μυστήρια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐκφράζεται λειτουργικῶς μὲ τὴν μνημόνευσι στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μνημόνευσις δὲν συνιστᾶ τὴν Ἑνότητα, ἀλλὰ τὴν ἐκφράζει ὅταν αὐτὴ ὄντως ὑφίσταται· διαφορετικά, «παίζομεν σκηνικῶς»17 τὰ θεῖα, μνημονεύοντες αὐτούς, μὲ τοὺς ὁποίους δὲν διατελοῦμε σὲ ταυτότητα φρονήματος στὴν Πίστι καὶ τὴν Παράδοσι, πρὸς κατάκρισίν μας καὶ ἐν γῇ καὶ ἐν οὐρανῷ! Τοῦτο νομίζουμε ὅτι εἶναι προφανέστατο καὶ γιὰ τὴν συνείδησι ἀκόμη καὶ ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ!...

6. ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ, ἀπὸ τὸν κίνδυνο ἐκπτώσεως ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια καὶ ἄρα τὴν μὴ δυνατότητα μνημονεύσεως, δὲν ἐξαιρεῖται κανείς, οὔτε καὶ οἱ διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων, οἱ Ἐπίσκοποι, οὔτε Πατριάρχες, οὔτε ἱστορικοὶ θρόνοι καὶ ἕδρες. Δὲν εἶναι ὀλίγες οἱ φορὲς στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ὅπου Πάπας ἤ Πατριάρχες ἐκήρυξαν αἵρεσι, ἐτάραξαν τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀπεκόπησαν ἀπὸ Αὐτὴν ἀκόμη καὶ δι’ Ἀναθέματος.

Οἱ Ἀρχιερεῖς «ἄν εἶναι πιστοὶ στὴν Παράδοσι καὶ πράττουν σύμφωνα μὲ τὴν ὅλη Ἐκκλησία, ...τότε παραμένουν στὴν Ἀλήθεια (σ.ἡμ.: καὶ ἄρα μνημονεύονται). Ἄν ἐγκαταλείπουν τὴν Ὀρθοδοξία, τότε χάνουν ὄχι μόνο τὴν αὐθεντία τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν θέσι τους ὡς Χριστιανοί, καὶ οἱ ἀναθεματισμοί τους (σ.ἡμ.: τοὺς ὁποίους ἐκτοξεύουν ἐναντίον ὅσων τοὺς ἀπορρίπτουν) δὲν ἔχουν ἰσχύν· ὄχι μόνον ἐπίσκοποι, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρες τοπικὲς ἐκκλησίες εἶναι δυνατὸν νὰ παρεκτραποῦν ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς Ἀληθείας»18, καθιστάμενες ἀκοινώνητες καὶ «ἀμνημόνευτες» ἀκόμη καὶ «πρὸ συνοδικῆς διαγνώμης», ὡς ὑποπεσοῦσες σὲ αἵρεσι καὶ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια.

Ὅσοι μνημονεύουν αὐτὲς ὡς Ὀρθόδοξες, δὲν διατηροῦν τὴν Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τὴν καταστρέφουν. Καὶ ὅσοι δὲν μνημονεύουν αὐτές, δὲν καταστρέφουν τὴν Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τὴν ὑπηρετοῦν, στηρίζουν καὶ σώζουν19.

Ἔτσι «διασώθηκε» ἡ Ὀρθοδοξία μέχρι σήμερα καὶ ἔτσι θὰ «διασωθῆ», ὄχι μὲ τὴν συνταγὴ νεόκοπων ἀντιλήψεων, οἱ ὁποῖες προτείνουν τὴν γνωστὴ στὴν ἱστορία «οὐνιτικὴ» ὁδὸ καὶ λύσι,δηλαδὴ τὴν ἀνεπιφύλακτη κοινωνία μὲ τοὺς περιπεσόντας στὴν αἵρεσι ἐπισκόπους, μὲ τὴν ἕδρα ἤ μὲ τὶς ἕδρες, γιὰ τὴν διατήρησι τῆς ἐξωτερικῆς δομικῆς κατ’ ἐπίφασιν ἑνότητος. Τοῦτο δὲν συνιστᾶ διατήρησι τῆς Ἑνότητος τῆς Πίστεως, ὡς στερούμενο Ἀληθείας. Καὶ ἔχουμε τέτοια παραδείγματα στὴν ἱστορία, τὰ ὁποῖα τίθενται πρὸς ἀποφυγὴν καὶ ὄχι πρὸς μίμησιν!

7. ΕΦ’ ΟΣΟΝ ὑπεραπεδείχθη, ἔστω καὶ ἐπιγραμματικά, ἡ ἐντελῶς λανθασμένη βάσις περὶ Ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ συντάκτου τοῦ «Κυριακάτικου Ἐγκυκλίου Κηρύγματος», δυνάμεθα νὰ συμπεράνουμε εὔκολα καὶ τὸ λανθασμένον καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν θέσεων καὶ ἀπόψεών του.

Ἄν ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι παναίρεσις καὶ ἄν κηρύσσεται καὶ ἐφαρμόζεται καὶ προβάλλεται σὲ συνεχῆ βάσι, μὲ αὐξανόμενο τρόπο, μεθοδικὰ καὶ σταθερά, μὲ κάθε μέσον καὶ τρόπο, ἀπὸ τὶς ἡγεσίες καὶ διοικήσεις ὅλων τῶν κατὰ τόπους ἐπισήμων ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες συμμετέχουν εἰς αὐτὸν καὶ ἔχουν ὑποστῆ τὴν πολυειδῆ μολυσματικὴ φθορά του καὶ ἔχουν συλληφθῆ ἀσφυκτικῶς στοὺς πλοκάμους του, πρωτοστατοῦντος βεβαίως τοῦ πρωτοθρόνου Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τότε ποιά ἡ στάσις τῶν Ὀρθοδόξων Ὁμολογητῶν ἔναντι αὐτοῦ τοῦ φαινομένου; Ἐξαντλοῦνται ἁπλῶς σὲ διαμαρτυρίες γιὰ Ἱεροκανονικὲς μόνον παραβάσεις; Καὶ διατηροῦν ἀδιατάρακτη τὴν κοινωνία τους μὲ τοὺς προεξάρχοντας τῆς αἱρέσεως;

Ὅμως, ὁμιλοῦμε γιὰ αἵρεσι καὶ παναίρεσι καὶ θεωροῦμε τὸν Οἰκουμενισμὸ ὡς κακοδοξία καὶ ὄχι ὡς ἁπλῆ Ἱεροκανονικὴ παράβασι, ἀλλὰ ἐπιθυμοῦμε νὰ ὑπενθυμίσουμε ἐδῶ κάποιες οὐσιαστικὲς ἀλήθειες, πρὶν νὰ ἀπαντήσουμε στὰ ἀνωτέρω ἐρωτήματά μας.

Τὸ Διάγγελμα τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1920 θεώρησε τοὺς ἑτεροδόξους αἱρετικοὺς ὡς «μέλη τῆς Ἐκκλησίας» καὶ τὶς ἑτερόδοξες Κοινότητες ὡς «ἐκκλησίες Χριστοῦ», μέσῳ ἀναγνωρίσεως ὡς ἑνοποιητικοῦ στοιχείου τοῦ δῆθεν κοινοῦ Βαπτίσματος. Τὸ ὅτι προτάθηκε «ἑνιαῖο ἡμερολόγιο» πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἑνωτικοῦ προγράμματος, γιὰ συνεορτασμό, εἶναι ἐπίσης γνωστό. Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταὶ γιὰ τὶς ἀδικαιολόγητες αὐτὲς ὑπερβάσεις τους δὲν ἔθεσαν ὡς βάσι τὴν ἑνότητα καὶ ταυτότητα Πίστεως, ἀλλὰ μία νέα Ἀρχή: τὴν συνεργασία μὲ τὶς ἑτερόδοξες «ἐκκλησίες» σὲ πρακτικὰ θέματα καὶ τὸν συνεορτασμὸ μὲ αὐτές, παρὰ τὴν μὴ ὑφισταμένη δογματικὴ συμφωνία, ὥστε νὰ προετοιμασθῆ ὁ δρόμος γιὰ μία ἀλλόκοτη ἑνότητα, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ καὶ νὰ προκαταληφθῆ αὐτή.

Ἔτσι ἄρχισε ἡ σταθερὴ «συνοδοιπορία μὲ τὸν λοιπὸ Χριστιανικὸ κόσμο» καὶ ἡ ποικιλόμορφη συγκρητιστικὴ «κοινωνία» καὶ συνεργασία μαζί του, γιὰ τὴν δῆθεν ἀπὸ κοινοῦ μαρτυρία καὶ διακονία τοῦ κόσμου.

Τὸ δῆθεν Πανορθόδοξο Συνέδριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1923, ὑπὸ τὸν μασῶνο πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, εἰσήγαγε σειρὰ ἀνεπιτρέπτων καινοτομιῶν καὶ νεωτερισμῶν, ὅπως καὶ τὸ δῆθεν «διωρθωμένο Ἰουλιανὸ» Ἡμερολόγιο, γιὰ τὴν προσαρμογὴ τῆς Ἐκκλησίας στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ κόσμου τῆς φθορᾶς, τὴν ἀθέτησι τῆς Παραδόσεως καὶ τὴν ἐπιβράβευσι τῆς δυτικῆς ἀνταρσίας,«πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς παγχριστιανικῆς ἑνότητος» καὶ «τῆς ἐκ νέου ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν τοὐλάχιστον ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ»20..

Ἔτσι, ἐφ’ ὅσον τὸ Ἡμερολόγιο θεωρήθηκε ὡς ΕΡΓΑΛΕΙΟ γιὰ τὴν προώθησι τοῦ οἰκουμενιστικοῦ ὁράματος, εἶναι σαφὴς καὶ ἀναντίρρητος ὁ ἐκκλησιολογικὸς χαρακτήρας τῆς Ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας, ἡ ὁποία τελικὰ ἐφαρμόσθηκε δικτατορικὰ τὸ 1924, πρὶν ἀπὸ 90 ἀκριβῶς ἔτη. Καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ Μεταρρύθμισις προετοίμασε τὸ ἔδαφος καὶ ὑπέσκαψε τὰ θεμέλια γιὰ μίαἈναθεώρησι τῆς συνόλου τάξεως καὶ ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.  

Ἡ συνέχεια εἶναι γνωστή: Συμμετοχὴ καὶ συμπερίληψις στὴν παναιρετικὴ ὁμοσπονδία τοῦ«Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» ἀπὸ τὸ 1948 καὶ ἑξῆς, ἐκεῖ ὅπου κυριαρχεῖ καὶ βιώνεται τὸ σύνθημα: «Ἑνότητα μέσα στὴν διαφορετικότητα-ποικιλία»· ἄρσις τῶν Ἀναθεμάτων μὲ τοὺς Παπικοὺς τὸ 1965· Διαθρησκειακὸ ἄνοιγμα τὸ 1971· ἔγκρισις συνοδικῶς ὑπὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῆς αἱρετικωτάτης «Ὁμολογίας Θυατείρων» τὸ 1975· ὑπογραφὴ συμφωνίας ἑνώσεως μὲ τοὺς Ἀντι-χαλκηδονίους τὸ 1991· Βελεμένδιος συμφωνία πλήρους ἀλληλο-αναγνωρίσεως μὲ τοὺς Παπικοὺς τὸ 1993· ἀναγνώρισις βαπτίσματος Κωνσταντινουπόλεως-Εὐαγγελικῶν Προτεσταντῶν Γερμανίας μὲ ἀπαγόρευσι κάθε ἀναβαπτισμοῦ τὸ 2004· συμπροσευχές, συνδιακηρύξεις, συνδιαβουλεύσεις, συνεργασίες κλπ.κλπ., ἐπιτελούμενα καὶ διαδιδόμενα πλέον ἐπὶ καθημερινῆς σχεδὸν βάσεως!...

Ὅλα αὐτὰ σαφῶς καὶ δὲν ὑπάγονται σὲ ἁπλὲς μόνον Ἱεροκανονικὲς παραβάσεις, ἀλλὰ συνιστοῦν τὴν «ἀνατροπὴν τοῦ παντός»21. Ἐπιφανεῖς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταὶ διακηρύσσουν μὲ ἀνοικτότητα καὶ εἰλικρίνεια, ὅτι δῆθεν καμμία χριστιανικὴ ἐκκλησία δὲν μπορεῖ πλέον νὰ δράση ἤ νὰ μιλήση ἤ ἀκόμη καὶ νὰ σκεφθῆ καὶ νὰ διαλεχθῆ ἤ καὶ νὰ ἀποφασίση σὲ ἀπομόνωσι, ὅτι δῆθεν πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῆ «τὸ σύνδρομο τοῦ μοναδικοῦ δρόμου»22, καὶ ὅτι ἡ ἀποχώρισις ἀπὸ τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» θεωρεῖται «ὑπόθεσις ἀδιανόητος»23, ἤ ὅτι ὁ οἰκουμενιστικὸς ἑνωτικὸς δρόμος τους θεωρεῖται καὶ εἶναι «μὴ ἀναστρέψιμος»24.
  
8. ΕΝΩΠΙΟΝ αὐτῆς τῆς πρωτοφανοῦς ἀποστασίας, ἐπαναλαμβάνουμε καὶ πάλι, ποιά εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη στάσις; Ὅσοι ἀφίστανται τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς ἀκοινωνήτους, χάνουν τὴν ἑνότητά τους μὲ τὴν Ἐκκλησία, εἶναι στερημένοι Χάριτος καὶ ἐμφοροῦνται ἐκ τοῦ πονηροῦ;

Ἄλλα λέγει ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις καὶ Παράδοσις, διότι οἱ γνῶμες ὅλων ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, ὅποιοι καὶ ἄν εἶναι αὐτοί, τίθενται στὸ ΔΟΚΙΜΑΣΤΗΡΙΟΝ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Πατερικῆς καὶ Συνοδικῆς διδασκαλίας καὶ πράξεως. Καὶ δὲν γίνεται ἀποδεκτὴ ὁποιαδήποτε ἄποψις καὶ γνώμη, ὅταν αὐτὴ δὲν στηρίζεται στὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία καὶ γενικὰ στὸ πνεῦμα καὶ τὶς ἀρχές της. Κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, κάθε λόγος ποὺ δὲν εἶναι Πατερικός, εἶναι Αἱρετικός25.

Γνωρίζουμε λοιπόν, ὅτι ἡ «συμφωνία», «ἕνωσις» καὶ «ἀγάπη» μὲ αἱρετικούς, εἰς βάρος τῆς Ἀληθείας τῆς Πίστεως καὶ Εὐσεβείας, χαρακτηρίζεται ὡς «προδοσία»26. Γι’ αὐτὸ καὶ σύσσωμος ἡ Πατερικὴ προσταγὴ ἐπιτάσσει νὰ ἀποστρεφώμεθα «τῶν αἱρετικῶν τοὺς συλλόγους»27.

Εἶναι ἐμφανὲς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταὶ ἐπέφεραν σαφὲς ρῆγμα καὶδιακοπὴ μὲ τὴν Παράδοσι, «ἔχουν ἀποκοπῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων, τῶν ἐν οὐρανοῖς ζώντων»28, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι καὶ κηρύσσονται «ἀκοινώνητοι», ὡς «ἀλλότριοι Θεοῦ»29, ἐξ αἰτίας τῆς διασαλεύσεως ἀπὸ τὶς Καινοτομίες τους.

Οἱ Ὁμολογίες δὲν γίνονται ἀνώδυνα, ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, χωρὶς ἔμπρακτη συνέπεια. Ἡ προσέγγισις πνευματικῶς/μυστηριακῶς μὲ αὐτοὺς ποὺ δῆθεν καταγγέλονται θεωρητικῶς ὡς αἱρετικοὶ ἤ αἱρετίζοντες, σημαίνει χωρισμὸ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους, ἐνῶ ὁ χωρισμὸς ἀπὸ αὐτούς, σημαίνει προσέγγισι καὶ ἕνωσι μὲ τὸν Θεό, τὴν Ἀλήθεια καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας30. Διότι,ὅσων ἀποστρεφόμεθα τὸ φρόνημα, πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε καὶ τὴν κοινωνία31.

Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὴ καὶ διαυγὴς Ὀρθόδοξη διδασκαλία καὶ στάσις ἐπὶ τοῦ ζωτικοῦ αὐτοῦ θέματος.

9. Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ μάλιστα τοῦ κατηγόρου μας, ὅτι οἱ Ἀποτειχιζόμενοι ἐμφοροῦνται ὑπὸ τοῦ πονηροῦ, εἶναι βλάσφημος, ἡ δὲ ἐπιμονὴ ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς ἤ αἱρετίζοντας, μὲ τὴν ψευδαίσθησι ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ παραμένουμε σὲ Ὀρθόδοξη Ὁμολογία, εἶναι ἐντελῶς Ἀντι-πατερικὴ καὶ ἄρα πλανεμένη.

Γράφει μὲ εἰλικρίνεια ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀκολουθοῦντας τὴν πρακτικὴ τοῦ κατηγόρου μας, παρὰ τὸ ὅτι δὲν τηρῆ μὲ συνέπεια τὰ γραφόμενά του:

«Ἄς κρατήσουν οἱ φιλοπαπικοί, οἱ λατινόφρονες, οἱ οἰκουμενισταὶ ἐπίσκοποι, πνευματικοί, ἱερεῖς, θεολόγοι τὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἐμεῖς προτιμοῦμε τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Ἁγίους. Δὲν μποροῦν νὰ συνυπάρξουν καὶ τὰ δύο»32!

Οἱ δὲ «Παλαιοημερολογῖται» δὲν ἔκαναν κανένα κακό, ἀλλὰ ἐνεργοποίησαν ἐξ ἀρχῆς τὸ Ὀρθόδοξο Αἰσθητήριό τους, ὡς γνήσια καὶ συνυπεύθυνα Μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δικαιωθέντεςἄλλωστε πλήρως ἀπὸ τὴν φρικτὴ ἀποστατικὴ συνέχεια καὶ ἐξέλιξι τῶν πραγμάτων.

Ὡς τέκνα ὑπακοῆς, ἄκουσαν τὸν Πρόεδρο τῆς Ἁγίας Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Ἅγιο Ταράσιο νὰ ἀναφωνῆ: «οὐ μετατίθεμεν ὅρια ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν, ἀλλ’ ἀποστολικῶς διδαχθέντες, κρατῶμεν τὰς παραδόσεις, ἅς παρελάβομεν»33.

Ἔμειναν σὲ αὐτὰ ποὺ ἔμαθαν καὶ ἐπιστώθησαν34, γνωρίζοντες καὶ ἐφαρμόζοντες, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ παρασαλεύση ἔστω καὶ μία συλλαβή, χωρὶς νὰ ὑποπέση στὶς ποινὲς τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ νὰ ἀποκηρυχθῆ καὶ ἀποκοπῆ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας (Ἱερὸς Δοσίθεος Ἱεροσολύμων), διότι

«Παρ’ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἠδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς Θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ» (Πανορθόδοξος Σύνοδος τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ 1848).

Οἱ νεωτερισμοὶ θεωροῦνται ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου καὶ δὲν γίνονται δεκτοί, ἔστω καὶ ἄν τοὺς προτείνουν Ἄγγελοι ἐξ Οὐρανοῦ. Λοιπόν, οἱ ἀρνούμενοι τὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ τὴν Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία δὲν προκάλεσαν σχίσμα, ἀλλὰ χωρίσθηκαν γιὰ λόγους δογματικοὺς ἀπὸ κηρύσσοντας δημοσίως κακοδοξίες καὶ αἱρέσεις, ἀποτειχισθέντες θείᾳ ἐνισχύσει γιὰ λόγους σωτηριολογικῆς ἀναγκαιότητος. Σχίσμα ἔχουμε σὲ «ἀναίτιο» καὶ «ἀνεύλογο» χωρισμό, μὲ πρόφασι«ζητημάτων ἰασίμων» ἤ παραπτωμάτων τῶν Ἀρχιερέων. Ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι ζήτημα ἰάσιμο, οὔτε μόνον παράβασις Κανόνων, ἀλλὰ ὁ πλέον ἀπαίσιος συγκρητισμός, ἡ χειρότερη παναίρεσις, μία «ἀνήκουστος προδοσία»35 Πίστεως.

Καὶ ὅσοι ἀποτειχίζονται ἐξ αὐτοῦ πράττουν σωτήρια καὶ εἶναι ἄξιοι «τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς Ὀρθοδόξοις»36.

Τὸ ἄν οἱ τοῦ Πατρίου ὠργανώθηκαν ἐκκλησιαστικῶς, συνέβη ἀπὸ τὴν φορὰ τῶν ἰδίων τῶν γεγονότων. Ἡ διογκουμένη ἐγκατάλειψις ἀπὸ μέρους τῶν Καινοτόμων τῆς θέσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐκαλύπτετο αὐτοδικαίως ἀπὸ τὰ φύσει καὶ θέσει γνήσια τῆς Ἐκκλησίας Μέλη, ἐν ἀναφορᾷ βεβαίως πρὸς τὴν Συνοδικὴ Συνείδησι Αὐτῆς.

Γι’ αὐτὸ καὶ θυμίζουμε στὸν κατήγορό μας, ὅτι πάσχει δεινὴ πνευματικὴ τύφλωσι, ἀλλὰ καὶ τραγικὴ ἄγνοια τῶν «τρόπων» τῆς Ἀκτίστου Χάριτος, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀναγνωρίση ἐκεῖ ποὺ ὄντως ὑπάρχει, ἐκεῖ ποὺ βιώνεται ἁπτῶς καὶ ἀναμφισβητήτως, ἐπαναπαυόμενος στὴν κοινωνία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν Χάριν ἐκεῖ ποὺ ὄντως δὲν ὑπάρχει!

10. ΟΜΩΣ, αὐτὰ τὰ τραγικὰ ἀποτελέσματα εἶναι δυστυχῶς ἀναμενόμενα ἀπὸ πρόσωπα σὰν τοῦ κατηγόρου μας, ὁ ὁποῖος εἶχε μὲν ὑπογράψει πρὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν μία ἠχηρὴ «Ὁμολογία Πίστεως» κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ ἔσπευσε νὰ πάρη πίσω τὴν ὑπογραφή του (!), ἐκζητώντας τὴν συγχώρησι καὶ ἐπιείκεια τοῦ ἀρχηγέτου τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου, παρακαλῶντας τον μάλιστα νὰ μεταβῆ στὴν ἐπαρχία του γιὰ νὰ «εὐλογήση» τὸ ποίμνιό του! Ποιά συνέπεια καὶ ἐντιμότητα δύναται νὰ ἀναμένη κανεὶς ἀπὸ πρόσωπα τοιαύτης ἀσταθείας, δειλίας καὶ ἐνοχῆς; Αὐτὸν ποὺ δὲν δύναται νὰ βαστάξη τὰ «ὀλίγα», πῶς θὰ τοῦ ἐμπιστευθοῦν τὰ «πολλά»; Καὶ πῶς θὰ θεωρηθῆ διδάσκαλος ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων αὐτός, ὁ ὁποῖος ὑποχώρησε, μόλις πῆγε νὰ κάνη κάποιο βῆμα λίγο πιὸ σταθερὸ καὶ ἀποφασιστικό;

Μάλιστα, σὲ κάποιο σημεῖο τοῦ «Ἐγκυκλίου Κηρύγματός» του ἀναφέρει, ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ ἀντιμετωπίση «διωγμόν»! Ὅμως, ἄλλοι ἐδιώχθησαν καὶ διώκονται, οἱ ἀληθινοὶ καὶ συνεπεῖς Ὁμολογηταί, ὄχι οἱ θεωρητικοὶ σὲ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ κατὰ φαντασίαν τοιοῦτοι! Τὴν ἀνέξοδη καὶ ἀνώδυνη στάσι ποὺ διάλεξε καὶ προπαγανδίζει ὁ κατήγορός μας, ὄχι μόνον δὲν τὴν θεωροῦν ἐνοχλητικὴ καὶ ἐπικίνδυνη οἱ αἱρετικοὶ καὶ οἱ ἰσχυροὶ τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ καὶ τοὺς βοηθεῖ, ἐφ’ ὅσον ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντά τους, διατηρώντας στὴν κοινωνία τους καὶ ὅσους τυχὸν ἔχουν μία κάπως πιὸ παραδοσιακὴ γραμμὴ καὶ ἄποψι, ὥστε νὰ ἀποκτοῦν τὴν ψευδαίσθησι, ὅτι πράττουν παράλληλα καὶ τὸ ὁμολογιακὸ καθῆκον τους, καὶ ἔτσι ὅλοι τους νὰ εἶναι καὶ νὰ μένουν ἱκανοποιημένοι στὴν φρεναπάτη τους!

Ὁ κατήγορός μας καὶ οἱ ὅμοιοί του, θεωροῦν ὅτι «ὑποχρεοῦνται» νὰ ἀκολουθήσουν τὴν γραμμὴ τῶν ἱεραρχῶν τῶν Καινοτόμων ἐπισήμων ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, ἐφ’ ὅσον ἀνέχονται ὅλοι αὐτοὶ τὶς ἐκτροπὲς καὶ παραβάσεις, γιὰ νὰ μὴ «προτεσταντίσουν», καίτοι ἀπὸ τὴν ἄλλη δηλώνουν ὅτι δὲν θὰ παύσουν νὰ «διαμαρτύρωνται»! Ἔτσι ὅμως ἀποδεικνύουν καὶ πάλι τὴν τραγικὴ ἐκδήλωσι τῆς ἐπικινδύνου «ἀγνοίας» τους ἤ γενικὰ τῆς συγχύσεως καὶ ἀντιφατικότητός τους.

Οἱ ἀποφάσεις ἀκόμη καὶ μεγάλων Συνόδων ἔχουν δεσμευτικὸ καὶ ὑποχρεωτικὸ κῦρος, μόνον ὅταν ταυτίζωνται μὲ τὴν Ἀλήθεια, τὴν ἐκπηγάζουσα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας. Τότε μόνον τὸ Πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τὶς ἀποδέχεται καὶ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Συνείδησις τὶς ἐπικυρώνει. Αὐτὰ δὲν ἰσχύουν σὲ κάθε ἄλλη περίπτωσι, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γίνη ἐπίκλησις ὑποχρεώσεως ἀκολουθήσεως ὅσων «ἀνέχονται» τὴν ἐπὶ ἕνα σχεδὸν αἰῶνα ἐξακολουθητικὴ παράβασι τοῦ Κανόνος τῆς Εὐσεβείας καὶ τοῦ Φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας!

Ἡ προτεινομένη στάσις τοῦ κατηγόρου μας, εἶναι καταστροφικὴ καὶ δὲν θὰ τὴν ἀκολουθήσουν ποτὲ οἱ γνήσιοι Ὁμολογηταί, χάριτι θείᾳ. Διότι αὐτὴ ἡ λανθασμένη στάσις ὑποχρεώνειτὸν κατήγορο καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, μέσῳ τῆς κατακρίτου κοινωνίας τους μὲ τοὺς Οἰκουμενιστάς, νὰ συμμετέχουν ὄντως στὴν αἱρετικὴ Οἰκουμενικὴ Κίνησι, νὰ ἀνήκουν στὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» μὲ ὅ,τι σημαίνει τοῦτο, νὰ συμπροσεύχωνται μὲ τοὺς πάσης φύσεως αἱρετικοὺς καὶ ἀλλοθρήσκους, νὰ θεωροῦν «Ἀδελφὲς Ἐκκλησίες» τοὺς ἑτεροδόξους, νὰ ἀποδέχωνται τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, νὰ συνδιακονοῦν μαζί τους τὸν κόσμο, νὰ δίδουν κοινὴ μαρτυρία τῆς πίστεως κ.τ.ὅ.37

Τὸ γιατὶ αὐτὴ ἡ λύσις κοινωνίας μὲ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς, ἡ ὁποία ἐπιφέρει τέτοια καταστροφικὰ ἀποτελέσματα, ὁδηγοῦσα σὲ καταποντισμὸ μαζί τους στὴν ἄβυσσο τῆς αἰωνίου ἀπωλείας, εἶναι προτιμωτέρα γιὰ τὸν κατήγορό μας, ἐξηγεῖται μόνον ἀπὸ τὸ ψευδοδίλημμα, τὸ ὁποῖο θέτει στὸν ἑαυτό του καὶ στοὺς ἄλλους: φοβεῖται, ὅτι ἄν προβῆ σὲ Ἀποτείχισι, θὰ ὑποπέση σὲ θανάσιμο παράπτωμα, θὰ γίνη «αἴτιος ἀποσχισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία», καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ ἐνδεχομένου θὰ προτιμοῦσε «νὰ πάη νὰ πνιγῆ»!...

Προσευχόμενοι γιὰ τὴν πνευματική του ἀνάβλεψι καὶ ἴασι, τὸν ἀφήνουμε στὴν θεία Μακροθυμία, τονίζοντες ὅτι ἡ κατὰ Θεὸν λύσις τῆς δεινῆς συγχύσεως τοῦ κατηγόρου μας καὶ ὅποιου ὁμοίου αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τῆς θέσεώς μας, ἔργῳ καὶ λόγῳ, ὅπως μάλιστα αὐτὴ ἐκφράζεται στὸ Ἐκκλησιολογικό μας Κείμενο: «Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔναντι τῆς Αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - Θέματα Δογματικὰ καὶ Κανονικά», πρὸς συμπόρευσίν μας ἐν Ἀληθείᾳ καὶ Ἀγάπῃ, ἐκφράζοντες ἐπίσης τὴν διάπυρο εὐχὴ ὁ Κύριός μας νὰ μὴ μᾶς στερήση ἕως τέλους τῆς Χάριτος τῆς ἀληθινῆς καὶ συνεποῦς Ὁμολογίας Αὐτοῦ. Ἀμήν!

  Φυλὴ Ἀττικῆς     
    Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Ἁγιορειτῶν Πατέρων    
  9/22.6.2014    




Παραπομπές

1. Ἐφεσ. δ’ 25.
2. Πρόκειται γιὰ τὸν Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως Ἱερεμία (Φούντα) καὶ τὸ κείμενό του προβλήθηκε σὲ διάφορα θρησκευτικὰ Ἱστολόγια, ὅπως καὶ στὸ «Πατερικὴ Παράδοση καὶ Οἰκουμενισμός» (13.6.2014), ὅπου καὶ τοῦ ἀσκήθηκε ἰσχυρὴ κριτική: «Ὁ Μητρ. Γόρτυνος παραποιεῖ ἀσεβέστατα τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ ἀρέσει στὸν αἱρεσιάρχη».
3. Ἔνθ’ ἀνωτ.
4. Rev. John S. Romanides, “Orthodox Ecclesiology According to Alexis Khomiakov (1804-1860)”, “Greek Orthodox Theological Review”, 2 (Easter 1956), p. 62-63.
5. «Πρὸς τὴν σεμνοτάτην ἐν μουναζούσαις Ξένην», PG τ. 150, στλ. 1045C. Βλ. καὶ Γεωργίου Μαντζαρίδου, Παλαμικά, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 196-197.
6. Βλ. Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ,  PG τ. 90, στλ. 128D.
7. Βλ. Ἱ. Πηδάλιον, σελ. 30 (γνώμη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου).
8. Βλ. «Ἀπάντησι πρὸς τὸ περιοδικὸ “Θυμίαμα” - Ἡ παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ οἱ ψευδοκαθαιρέσεις», στὴν ἐφημερ. «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις» (Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς), ἀριθ. τ. 3/Νοέμβριος 1990, σελ. 9-12.
9. Α’ Τιμ. γ’ 15.
10. «Πρὸς τὸν πατριάρχην Ἀντιοχείας», βλ. Γεωργίου Μαντζαρίδου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 197-198.
11. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, PG τ. 59, στλ. 128. Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, PG τ. 90, στλ. 93D. Βλ. καὶ Ἱερομονάχου Ἀθανασίου Γιέβτιτς, Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθήνα 1984, σελ. 163-164.
12. Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi τ. 13, στλ. 208C.
13. Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi τ. 13, στλ. 400C.
14. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, PG τ. 62, στλ. 83.
15. Ἔνθ’ ἀνωτ., στλ. 79.
16. Γαλ. α’ 8-9. Βλ. καὶ Ἱερομονάχου Ἀθανασίου Γιέβτιτς, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 180, 181.
17. Βλ. Ἀπάντησι τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων πρὸς τὸν Λατινόφρονα Αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Παλαιολόγο (ΙΓ’ αἰ.), στὸ Θεοδωρήτου Μοναχοῦ Ἁγιορείτου, Διάλογοι τῆς Ἐρήμου περὶ Οἰκουμενισμοῦ, Ἀθῆναι 1971, σελ. 154.
18. John Meyendorff, A Study of Gregory Palamas, The Faith Press, London 1964, p. 179-180.
19. Βλ. ΙΕ’ Ἱερὸν Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Ἁγίας Συνόδου.
20. Διονυσίου Μ. Μπατιστάτου (ἐπιμ.), Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου (10 Μαΐου-8 Ἰουνίου 1923), ἔκδ. β’, Ἀθῆναι 1982, σελ. 6, 14.
21. Ὁσίου Θεοδώρου Στουδίτου, PG τ. 99, στλ. 1025C.
22. Βλ. Στυλιανοῦ Τσομπανίδη, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν. Μία «κοινωνία» ἀμοιβαίου ἐμπλουτισμοῦ στὸ δρόμο τῶν ἀναζητήσεων, στὸ Ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας, τόμος 8ος: Ἡ Ὀρθοδοξία σὲ Διάλογο, ἐκδ. ROAD, ἄ.τ.χ. (Ἀθήνα 2009), σελ. 306.
23. Περιοδ. «Θεοδρομία», Ἰανουάριος-Μάρτιος 2009, σελ. 63-74.
24. Δήλωσις τοῦ οἰκουμενιστοῦ μητρ. Γαλλίας Ἐμμανουὴλ στὴν συμπροσευχὴ μὲ τοὺς Παπικοὺς στὴν Παναγία τῶν Παρισίων, ἐν ὄψει τῆς Συναντήσεως Πάπα Φραγκίσκου καὶ πατριάρχου Βαρθολομαίου στὰ Ἱεροσόλυμα πρὸ μηνός (βλ. «Ρομφαία», 21.5.2014).
25. Βλ. Χαραλάμπους Σωτηροπούλου, Θέματα δογματικῆς θεολογίας καὶ πνευματικῆς ζωῆς κατὰ τὴν διδασκαλία Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἀθῆναι 2003, σελ. 15-16, ὅπου καὶ σχετικὲς παραπομπὲς σὲ κείμενα τοῦ Ἁγίου Μαξίμου.
                • Ἀξίζει ἐδῶ νὰ ἐπισημανθῆ, ὅτι ὁ κατήγορός μας διατυπώνει στὸ «Ἐγκύκλιο Κήρυγμά» του ἕναν νέο ὁρισμὸ περὶαἱρέσεως, ἄγνωστο στὴν Πατερικὴ Γραμματεία, ὅτι δηλαδὴ αἵρεσις εἶναι «ἡ ἀλήθεια τραβηγμένη στὰ ἄκρα»! Ὅμως, ἡ Ἀλήθεια καθεαυτὴ δὲν ἐπιδέχεται τέτοια «τραβήγματα», παρὰ μόνον παραφθορά, νόθευσι ἤ προσθαφαίρεσι. Ἡ ἄποψις τοῦ κατηγόρου μας ὑποθέτουμε ὅτι θέλει νὰ παραπλανήση: οἱ τηροῦντες καὶ ἐφαρμόζοντες τὸ Θεῖον Θέλημα στὰ τῆς Πίστεως, διακόπτοντες κοινωνίαν μὲ αἱρετίζοντες, ὁδηγοῦνται δῆθεν στὰ «ἄκρα», ἐνῶ οἱ διατηροῦντες τὴν κατάκριτη κοινωνία τους μὲ τοὺς καταγγελομένους ἐπὶ αἱρέσει καὶ ἀρκούμενοι μόνον σὲ «διαμαρτυρίες», ἀκολουθοῦν δῆθεν τὴν μέση ὁδό. Ὅμως, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς εἶναι σαφὴς καὶ ἀποκαλυπτικὸς ἐπ’ αὐτοῦ:
                «Οὐδέποτε μὲ τὶς μέσες καταστάσεις διορθώθηκαν τὰ ἐκκλησιαστικά. Δὲν ὑπάρχει μέση κατάσταση μεταξὺ ἀληθείας καὶ ψεύδους. Ἀλλά, ὅποιος φεύγει ἀπὸ τὸ φῶς, στὸ σκοτάδι –κατ’ ἀνάγκην- μεταφέρεται, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ παρεκκλίνει ἔστω καὶ λίγο ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, στὸ ψεῦδος πλέον ἀνήκει, θὰ λέγαμε ἀληθῶς. Καίτοι μπορεῖ κανεὶς νὰ μιλήση γιὰ μέση κατάσταση μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους, αὐτὸ ποὺ καλεῖται λυκαυγὲς ἤ λυκόφως, ὅμως μέση κατάσταση μεταξὺ ἀληθείας καὶ ψεύδους δὲν θὰ μπορέση νὰ ἀνακαλύψη κανεὶς ὅσο πολὺ καὶ ἄν κοπιάση» (βλ. http://www.ekklisiastikos.gr/2009/09/blog-post.html).
26. Βλ. Ἱερομονάχου Ἀθανασίου Γιέβτιτς, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 182.
27. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, PG τ. 56, στλ. 256. Βλ. καὶ Ἱερομονάχου Ἀθανασίου Γιέβτιτς, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 323, ὑποσημ. 332.
28. Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, «Ἀνησυχητικὲς Ἐξελίξεις. Νέα ἀνοίγματα στὸ Βατικανὸ καὶ στοὺς Προτεστάντες. Φανάρι καὶ Ἀθήνα ἀντίπαλοι καὶ συνοδοιπόροι», περιοδ. «Θεοδρομία», Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2003, σελ. 284, 285, 286.
29. Ὁσίου Θεοδώρου Στουδίτου, PG τ. 99, στλ. 1033D.
30. Βλ. Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, PG τ. 160, στλ. 536.
31. Βλ. Μ. Ἀθανασίου, PG τ. 26, στλ. 1188BC, Ἱ. Γενναδίου Σχολαρίου, Γράμμα πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς..., (15.11.1462), στὸ περιοδ. «Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος», ἀριθ. 21/1996, σελ. 103.
32. Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, «Κινδυνεύει τώρα σοβαρὰ ἡ Ὀρθοδοξία», περιοδ. «Θεοδρομία», Ἰανουάριος-Μάρτιος 2007, σελ. 103.
33. Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi τ. 13, στλ. 4.
34. Πρβλ. Β’ Τιμ. γ’ 14.
35. Βλ. Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Μία Ὀρθόδοξος Γνωμάτευσις καὶ Μαρτυρία», περιοδ. «Κοινωνία», Μάρτιος-Ἀπρίλιος 1975, σελ. 95-101.
36. ΙΕ’ Ἱεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Ἁγίας Συνόδου.

37. Βλ. Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανοῦ, «Σχίσμα» ἤ «Ἀποτείχισις»; Ποιμαντικὴ Ἐπιστολή, Τὸ Ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου καὶ ἡ Αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Ἀθήνα 1998, σελ. 23.

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ( ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης)




Νεομάρτυρες κατά τήν Μεγάλην ῾Ελληνικήν ᾿Εγκυκλοπαίδειαν (τόμος ΙΗ', σελ. 192, ὑπό Κ. Π. Δ) θεωροῦνται οἱ μή ὑποταγέντες εἰς τόν βίαιον ἐξισλαμισμόν καί ὑπέρ πίστεως θανόντες. 

Οἱ Τοῦρκοι, ἄν καί ἠνέχθησαν, μετά τήν ἅλωσιν τῆς Κων/λεως, τήν χριστιανικήν θρησκείαν, ἐν τούτοις πολλάκις καί πολλαχοῦ ἐπίεζον τούς ὑποταγέντας χριστιανούς πρός ἐξισλαμισμόν, οὕτω δέ ἐνεφανίσθη κατά τήν ἐποχήν ταύτην νέον πλῆθος μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀντιθέσει πρός τούς παλαιούς μάρτυρας ἐκλήθησαν νεομάρτυρες. ᾿Επειδή  τότε δέν ὑπῆρχε νόμος πού νά προβλέπη καί νά ἐπιβάλλη τόν ἐξισλαμισμόν, ἡ καταδίκη ἐγίνετο ἄνευ εἰδικῆς διαδικασίας, τά δέ βασανιστήρια εἰς τά ὁποῖα ὑπεβάλλοντο οἱ ἀρνούμενοι τόν ἐξισλαμισμόν ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἦσαν διάφορα καί πολλάκις μεγάλα.

῾Η ᾿Ορθόδοξος ἡμῶν ᾿Εκκλησία ἠνείχετο συνήθως τήν τιμήν τῶν λειψάνων τῶν νεομαρτύρων, ὑπό τῶν χριστιανῶν καί τήν κατάταξιν αὐτῶν μεταξύ τῶν ἁγίων καί τόν ἑορτασμόν τῆς μνήμης αὐτῶν ἄνευ εἰδικῆς ἐπισήμου πράξεως περί τῆς ἀνακηρύξεως αὐτῶν. Οὕτω συνέβαινε ὥστε καί κατά καί μετά τήν ἅλωσιν ἐποχήν αἱ ἑορταί τῶν νεομαρτύρων νά γίνωνται κατ᾿ ἀρχάς τοπικαί, ἔπειτα δέ νά διαδίδωνται καί εἰς πολλούς ἄλλους τόπους. Κατόπιν ἐγένοντο καί ἴδιαι ἀκολουθίαι εἰς πολλούς ἐκ τῶν νεομαρτύρων ἀπό νεωτέρους ὑμνογράφους, ὁ δέ ἐκ Χίου ῾Ιερομόναχος Χριστόφορος συνέθεσε κατά τόν ΙΗ' αἰῶνα καί κοινήν ἀκολουθίαν ὅλων γενικῶς τῶν Νεομαρτύρων.
Τούς βίους τῶν ἁγίων νεομαρτύρων συνεκέντρωσε καί συνέθεσε εἰς βιβλίον ὁ ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, ὁ ὁποῖος ἐν προλόγῳ συνέγραψε καί θαυμάσιον λόγον "᾿Εγκωμιαστικόν εἰς τούς ῾Αγίους Νεομάρτυρας τούς μετά τήν ἅλωσιν τῆς Κων/λεως μαρτυρήσαντας", ὅπου μεταξύ ἄλλων γράφει καί τοῦτα τά ἐγκωμιαστικά λόγια:

"Πῶς δέν εἶναι δίκαιον, νά δοξολογῆ τινάς τόν Κύριον, βλέποντας διά τοῦ παρόντος βιβλιαρίου, ὅτι καί τώρα εἰς τούς ἐδικούς μας καιρούς, ἀνατέλλουσιν ἀπό διάφορα μέρη τοῦ κόσμου, εἰς τό νοητόν τῆς ᾿Εκκλησίας στερέωμα, ὡσάν ἄλλοι Νεοφανεῖς ἀστέρες καί κομῆται, Νέοι ἀθληταί τοῦ Χριστοῦ καί στρατιῶται ἀήττητοι; Καί καταλάμπουσιν ὅλων τῶν ὀρθοδόξων τό πλήρωμα μέ τάς γλυκυτάτας ἀκτίνας τοῦ μαρτυρίου καί τῶν θαυμάτων τους;" 

Καί συνεχίζει: "Πῶς δέν εἶναι πρέπον νά εὐχαριστῆ τινάς τόν Θεόν βλέποντας ὑποκάτω εἰς τόν σκληρόν ζυγόν καί τήν αἰχμαλωσίαν τῶν νῦν κρατούντων, τόσους ἀθλητάς, οἱ ὁποῖοι διά νά φυλάξουν τήν ἐλευθερίαν καί τήν εὐγένειαν τῆς Χριστιανικῆς ἡμῶν πίστεως, κατεφρόνησαν πλοῦτον, δόξαν, ἡδονάς, καί κάθε ἄλλην σημαντικήν ἀπόλαυσιν καί παρέδωκαν προθύμως τόν ἑαυτόν τους εἰς θάνατον;"
Καί ἀκόμη τονίζει:"Κατά ἀλήθειαν τοῦτο εἶναι ἕνα θαῦμα παρόμοιον, ὡσάν νά βλέπη τινάς μέσα εἰς τήν καρδιάν τοῦ χειμῶνος, ἐαρινά ἄνθη καί τριαντάφυλλα, μέσα εἰς τήν βαθυτάτην νύκτα, ἡμέραν καί ἥλιον, μέσα εἰς τό ψηλαφητόν σκότος, φῶτα λαμπρότατα, ἐν τῷ καιρῶ τῆς αἰχμαλωσίας, νά βλέπη ἐλευθερίαν, καί ἐν τῶ καιρῶ τῆς τωρινῆς ἀσθενείας ὑπερφυσικήν δύναμιν".... 

Καί τελειώνει αὐτόν τόν ἐγκωμιαστικόν λόγον λέγοντας μεταξύ ἄλλων:
"Κάμνομεν τέλος καί σᾶς λέγομεν ἀδελφοί, ὄτι ἄν δέν ἐβλέπετε εἰς τούς καιρούς σας τούς νέους Μάρτυρας, εἴχετε κἄποιαν ψυχράν πρόφασιν, νά μή τρέχητε εἰς τό Μαρτύριον. ᾿Αλλά τώρα εἶσθε ἀναπολόγητοι. ῞Οθεν ἐπειδή εὐδόκησεν ὁ Θεός νά ἔχετε ὄχι ἕνα ἤ δύο, ἀλλά ἕνα ὀλόκληρο σύννεφον ἀπό νέους μάρτυρας, μιμεῖσθε ἡμᾶς καί δι᾿ ὑπομονῆς τρέχετε εἰς τόν ἀγῶνα τοῦ Μαρτυρίου του, ἀποβλέποντες ὅλως δι᾿ ὅλου εἰς τόν πρωτομάρτυρα καί ἀρχηγόν τῆς σωτηρίας μας ᾿Ιησοῦν. "Τοιγαροῦν καί ἡμεῖς τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος Μαρτύρων... δι᾿ ὑπομονῆς τρέχομεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν, καί τελειωτήν ᾿Ιησοῦν" (῾Εβρ. ΙΒ' 1-2).
᾿Αλλ᾿ ὦ νέοι τοῦ Χριστοῦ ἀθληταί καί Μάρτυρες, τά γλυκύτατα πᾶσι Χριστιανοῖς καί πράγματα καί ὀνόματα (στρέφω γάρ τώρα τόν λόγον μου πρός ἐσᾶς) τοῦ ἐπουρανίου βασιλέως παρεμβολή καινή καί γενναιότατον στράτευμα, τῆς ῾Αγίας Τριάδος οἱ διαπρύσιοι Κήρυκες, τῆς Θεότητος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ διαλαληταί καρτερόψυχοι, τῆς τῶν Χριστιανῶν εὐσεβείας οἱ ὑπέρμαχοι καί τῆς ἀσεβείας οἱ ἀντίπαλοι, οἱ τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου κοινωνοί καί μιμηταί καί ἀκόλουθοι, οἱ νικηταί καί τροπαιοῦχοι τῶν τριῶν μεγάλων ἐχθρῶν, σαρκός καί κόσμου καί κοσμοκράτορος, οἱ βαπτισθέντες μέ τό δι᾿ αἵματος βάπτισμα, ὅ δευτέροις ρύποις οὐ μολύνεται, κατά τόν Θεολόγον Γρηγόριον.
᾿Εσεῖς ἀληθῶς εἶσθε ὁ ἀνακαινισμός ὅλης τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. ᾿Εσεῖς ἐδείξατε ἀναπολογήτους τούς ἀλλοπίστους ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως. ᾿Εσεῖς εἶσθε ἡ δόξα τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας καί τῶν αἱρετικῶν ἡ καταισχύνη καί ὁ ἔλεγχος. ᾿Εσεῖς ἐδείχθητε παράδειγμα ὑπομονῆς εἰς ὅλους τούς Χριστιανούς ὁπού εἶναι αἰχμάλωτοι καί ἐσεῖς παρακινεῖτε τούς ᾿Ορθοδόξους, καί μάλιστα τούς ἀρνησιχρίστους, νά μιμοῦνται διά τοῦ ἔργου τό ἐδικόν σας Μαρτύριον.... 

 
᾿Εσεῖς, ἐσεῖς, ἀληθῶς κατά τόν ᾿Απόστολον Παῦλον, οἱ ὁποῖοι ἀνταναπληρώσατε τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῆ σαρκί  σας (Κολ. Α' 24)  καί ἐγενήθητε θέατρον τῶ κόσμω καί ᾿Αγγέλοις καί ἀνθρώποις (Α' Κορινθ. Δ' 9).  Θέατρον ἀνθρώποις, εἰς μέν τούς ἀλλοπίστους ἐντροπή καί ἀτιμία καί λύπη. Εἰς δέ τούς ᾿Ορθοδόξους Χριστιανούς καύχημα καί δόξα καί χαρά.  Θέατρον ᾿Αγγέλοις, εἰς μέν τούς πονηρούς δαίμονας πόνος καί ἀθυμία ἀνυπόφορος.  Εἰς δέ τούς μακαρίους ᾿Αγγέλους εὐφροσύνη καί ἀγαλλίασις ἀνεκλάλητος.... 

᾿Εν συντομία καταγλυκασπαζόμεθα ὅλα τά ῞Αγια μέλη τοῦ σώματός σας, εἰς τά ὁποῖα ἐδέχθητε φοβερά καί διάφορα βάσανα, μέ τά ὁποῖα τῶ Χριστῶ εὐηρεστήσατε, τούς ᾿Αγγέλους ἐξεπλήξατε, τούς ῾Αγίους εὐφράνατε, τούς δαίμονας ἐτραυματίσατε, τούς ἀλλοπίστους ἐλυπήσατε, τοῦ Χριστοῦ τήν ᾿Εκκλησίαν ἐχαροποιήσατε, τούς αἰχμαλώτους ἀδελφούς σας ἐπαρηγορήσατε, τούς τόπους εἰς οὕς ἐμαρτυρήσατε ἡγιάσατε, τούς τωρινούς Χριστιανούς εὐλογήσατε, τόν ἀέρα μέ τήν ἄνοδον τῶν ψυχῶν σας εὐωδιάσατε"


(Περισσότερα περί τῶν ῾Αγίων Νεομαρτύρων μπορεῖ νά εὕρη ὁ ἀναγνώστης σέ τευχίδιον τῆς σειρᾶς ἐκδόσεων τῆς "᾿Κέντρου Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ῾Ιεραποστολῆς ῾Αγίας Αἰκατερίνης" καθώς καί στήν ᾿Ακολουθία τοῦ ῾Αγίου Νικοδήμου, τήν ὁποίαν σύν Θεῷ σκεπτόμεθα νά ἐκδώσωμεν)



 [1] Τό παρόν ἄρθρον ἐγράφη ἐξ᾿ ἀφορμῆς δηλώσεων τοῦ "Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Κων/λεως Βαρθολομαίου, δηλώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑβριστικαί κατά τῶν ῾Αγίων Νεομαρτύρων: "Οἱ Τοῦρκοι καί οἱ ῞Ελληνες ἁμάρτησαν οἱ μέν κατά τῶν δέ. Καί ἀκόμη χειρότερα, σάν παιδιά, κράτησαν ἀπολογισμό τῶν δεινῶν καί τῶν ἀπωλειῶν πού ὑπέστησαν. ῾Ως ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνομαι νά συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν ποιμενικῶν μου ἁρμοδιοτήτων νά ὑπενθυμίσω σέ ὅλους ὅτι ἐπιθυμοῦν νά τείνουν εὐήκοον οὗς ὅτι εἴμεθα ὅλοι ἁμαρτωλοί καί νά τούς νουθετῶ νά ἀναγνωρίσουν ὅτι ἔφτασε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁπότε πρέπει ὅλοι νά ἐξομολογηθοῦμε τά ἁμαρτήματά μας καί νά τά ἀφήσουμε πίσω μας"

www.churchgoc.org


Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Οἱ Ἃγιοι Βαρθολομαίος καί Βαρνάβας (11 Ἰουνίου)




Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.


Τω αυτώ μηνί (Ιουνίω) ΙΑ΄, μνήμη των Αγίων Αποστόλων:
Βαρθολομαίου και Βαρνάβα.



Εις τον Βαρθολομαίον.


Και σός μαθητής Χριστέ Βαρθολομαίος,

Μιμούμενός σε, σταυρικόν φέρει πάθος.



Εις τον Βαρνάβαν.


* Υπέρ λίθον σάπφειρον ως Γραφή λέγει,

Τούς συντρίβοντας είχε Βαρνάβας λίθους.



Ενδεκάτη σταύρωσαν ερίφρονα Βαρθολομαίον.

Από τους δύω τούτους, ο μεν Βαρθολομαίος, ήτον από τους Δώδεκα Αποστόλους, ο οποίος εκήρυξε το Ευαγγέλιον εις τους Ινδούς, τους ονομαζομένους Ευδαίμονας. Και αφ’ ου παρέδωκεν εις αυτούς το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ύστερον εσταυρώθη παρά των απίστων εις την Ουρβανόπολιν, και τελειόνοι ενδόξως τον δρόμον του μαρτυρίου του. Το δε άγιον αυτού λείψανον εβάλθη εις ένα μολυβένιον σεντούκι, και ερρίφθη εις την θάλασσαν. Υπό δε της θείας Προνοίας οδηγούμενον, επήγεν εις την νήσον της Σικελίας, Λιπάραν ονομαζομένην, και εκεί ευγήκε. Φανερωθέν δε εις τους εκεί, ενταφιάσθη, και αναβλύζει πολλών θαυμάτων και ιαμάτων πηγάς, εις όλους εκείνους οπού προστρέχουν αυτώ μετά πίστεως, οίτινες λαμβάνοντες τα αιτήματά των, γυρίζουν μετά χαράς εις τον οίκόν τους. Περί της καταθέσεως του λειψάνου του Αγίου Βαρθολομαίου, όρα πλατύτερον εις την εικοστήν πέμπτην του Αυγούστου.
Ο δε Άγιος Βαρνάβας, ήτον ένας από τους Εβδομήκοντα, ο οποίος έγινε του Αποστόλου Πέτρου συνέκδημος, όστις και Ιωσής ονομάζεται. Ερμηνεύεται δε το όνομα Βαρνάβας, υιός παρακλήσεως. Σημειωταίον όμως πως ουχί του Πέτρου, αλλά του Παύλου μάλλον ο Βαρνάβας εστί συνέκδημος. Ούτω γαρ είπε περί των δύω αυτών το Πνεύμα το Άγιον. «Αφορίσατε δή μοι Βαρνάβαν και Σαύλον εις το έργον, ό προσκέκλημαι αυτούς» (Πράξ. ιγ΄, 2). Όρα και κεφ. ιδ΄, 11 και ιε΄, 2, 12 των Πράξεων και α΄ Κορ. θ΄, 6 και Γαλ. β΄, 1. Σημειούμεν ενταύθα, ότι μερικοί υπέλαβον ουκ ορθώς, ότι ο Βαρνάβας ούτος, είναι ο ίδιος εκείνος Βαρσαβάς Ιωσής, ο και Ιούστος επικληθείς, ο προβληθείς υπό των Αποστόλων, ομού με τον Ματθίαν. Απατηθέντες εις τούτο, με το να εύρον έν τισι κώδιξι γεγραμμένον τον Βαρσαβάν, αντί του Βαρνάβα. Ο Βαρνάβας λοιπόν ούτος, ως μαρτυρεί Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματ. Βιβλ. β΄, και Ευσέβιος, Βιβλ. α΄, κεφ. ιβ΄ της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, και ο Επιφάνιος, Αιρέσ. κ΄, αριθ. 4, ο Βαρνάβας, λέγω, ούτος ήτον γνώριμος και πρώην του

Παύλου, επειδή μαζί με τον Παύλον εστάθη μαθητής του Γαμαλιήλ. Ούτος πολλάς και άλλας Εκκλησίας εσύστησε, και μάλιστα την εν Μεδιολάνοις, της οποίας πρώτος κατεστάθη Επίσκοπος. (Όρα την νεοτύπωτον Εκατονταετηρίδα, σελ. 137.)

Ούτος εκατάγετο μεν, από την φυλήν του Λευϊ, εγεννήθη δε, και ανετράφη, εις την νήσον Κύπρον, καθώς περί αυτού αι Πράξεις των Αποστόλων διαλαμβάνουσιν ούτω. «Ιωσής δε ο επικληθείς Βαρνάβας υπό των Αποστόλων, (ό εστι μεθερμηνευόμενον, υιός παρακλήσεως) Λευϊτης Κύπριος τω γένει» (Πράξ. δ΄, 36). Πρώτον δε εκήρυξε το Ευαγγέλιον του Χριστού εις την Ιερουσαλήμ, και Ρώμην, και Αλεξάνδρειαν.

Κηρύττωντας δε και εις την Κύπρον, ελιθοβολήθη από τους εκεί Ιουδαίους και Έλληνας, και έπειτα παρεδόθη εις την φωτίαν. Τούτου τα άγια λείψανα εσύναξε Μάρκος ο Απόστολος και Ευαγγελιστής, και απέθεσεν αυτά μέσα εις ένα σπήλαιον, πηγαίνωντας δε εις την Έφεσον, ανήγγειλεν εις τον Παύλον την τελείωσίν του. Ο δε Παύλος τούτο μαθών, έκλαυσεν εις πολλήν ώραν. Ούτος ο Βαρνάβας λέγεται, ότι ενταφιάσθη μαζί με το άγιον Ευαγγέλιον του κατά Ματθαίον, το οποίον έγραψεν ο ίδιος με τας χείράς του. Ύστερον δε ευρέθη εις την Κύπρον το άγιον αυτό Ευαγγέλιον, μαζί με το λείψανον του Αποστόλου. Όθεν και προνόμιον έλαβεν η νήσος της Κύπρου, να
μη υποτάσσεται εις κανένα Πατριάρχην, ή Μητροπολίτην, αλλά να ήναι αυτοκέφαλος, και οι ταύτης Επίσκοποι να χειροτονούνται από τον ίδιον Μητροπολίτην τους.

Η ακριβεστέρα ιστορία η περί τούτου, έστιν αύτη. Εν τοις χρόνοις του βασιλέως Ζήνωνος, εν έτει υοζ΄ [477], όταν ευτύχουν οι Μονοφυσίται Ευτυχιανοί, επειδή ο Αντιοχείας Πέτρος ο Κναφεύς εσπούδαζε να υποτάξη τους Κυπρίους, προφασιολογών, ότι από την Αντιόχειαν έλαβον οι Κύπριοι την πίστιν και τον Χριστιανισμόν, τότε λέγω συνέβη να ευρεθή από τον Επίσκοπον της Αμμοχώστου Ανθέμιτον δι’ αποκαλύψεως, το λείψανον του Αγίου τούτου Αποστόλου Βαρνάβα, υποκάτω εις τας υπογείους ρίζας μιάς ξυλοκερατίας, έχον εις το στήθός του το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, γεγραμμένον ελληνιστί από τας ιδίας χείρας του αυτού Βαρνάβα. Συνέβη δε τούτο διά δύω αιτίας.

Πρώτον, διά να καταισχυνθούν οι του Ευτυχούς οπαδοί από το θείον αυτό Ευαγγέλιον, καθότι αυτό βεβαιοί την αληθή του Χριστού ανθρωπότητα, ακολούθως δε και τας δύω φύσεις αυτού. Και δεύτερον, διά να επιστομισθή ο επηρεαστής των Κυπρίων Πέτρος.

Είπε γαρ ο θείος Βαρνάβας τω Ανθεμίτω. Εάν οι εχθροί λέγωσιν, ότι ο θρόνος Αντιοχείας είναι Αποστολικός, ειπέ και σύ, ότι και η Κύπρος εστίν Αποστολική, καθότι έχει Απόστολον εις τον τόπον αυτής. Λαβών δε ο Ανθέμιτος το Ευαγγέλιον, επήγεν εις Κωνσταντινούπολιν προς τον βασιλέα Ζήνωνα. Ος και ιδών αυτό, εχάρη μεγάλως, και φυλάξας αυτό, επρόσταξε να αναγινώσκεται κάθε χρόνον τη Μεγάλη Παρασκευή, κατά το χρονικόν του Ιωήλ. Όρα περί τούτου, και εις την υποσημείωσιν του ογδόου Κανόνος της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου, εν τω ημετέρω Πηδαλίω.

Σημείωσαι, ότι εις τον Απόστολον τούτον Βαρνάβαν λόγον έχει Αλέξανδρος ο Μοναχός, προτραπείς υπό του Πρεσβυτέρου και κλειδούχου του σεβασμίου αυτού Nαού, ου η αρχή· «Μεγίστην λόγων υπόθεσιν προέθετο τοις πτωχοτάτοις ημίν». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου, εν τω τετάρτω Πανηγυρικώ της Ιεράς Μονής του Βατοπαιδίου, και εν τη των Ιβήρων.)
Γράφει δε ο Τύρου Δωρόθεος, ότι ο Βαρνάβας ούτος, πρό του να λάβη τον υπέρ Χριστού θάνατον, παρήγγειλεν εις τον ανωτέρω Απόστολον Μάρκον, ίνα όταν ενταφιάση το λείψανόν του, βάλη επάνω εις το στήθός του το Ευαγγέλιον του Ματθαίου, και μαζί με εκείνο να τον ενταφιάση (σελ. 323 της ιεράς Τελετουργίας). Ο δε Χρυσόστομος λέγει περί του Βαρνάβα, ότι είχεν όψιν και θεωρίαν αξιοπρεπή. Διά τούτο και Δία αυτόν ωνόμαζον οι εν Λυκαονία όχλοι. «Εκάλουν τέ φησι, τον μεν Βαρνάβαν, Δία, τον δε Παύλον, Ερμήν. Εμοί δοκεί και από της όψεως αξιοπρεπής είναι ο Βαρνάβας» (Ομιλ. λ΄ εις τας Πράξ.). Σημειοί δε ο αυτός Χρυσόστομος, ότι ο Βαρνάβας και μόλον οπού ήτον Κύπριος, εχρημάτισεν όμως Λευϊτης, φησί γάρ· «Kαι πως Λευίτης ων, Κύπριος ήν; ότι λοιπόν και μετοικούντες (εις Ιερουσαλήμ δηλ.) εχρημάτιζον Λευίται» (Ομιλ. ια΄ εις τας Πράξ.).
Τελείται δε η Σύναξις αμφοτέρων των Αγίων τούτων Αποστόλων εις τον σεπτόν Ναόν του Αγίου και Κορυφαίου Αποστόλου Πέτρου, τον ευρισκόμενον κοντά εις την αγιωτάτην Μεγάλην Εκκλησίαν. (Σημείωσαι, ότι εν τη Μεγίστη Λαύρα σώζονται αι περίοδοι και το Μαρτύριον του Αγίου Αποστόλου Βαρνάβα, ων η αρχή· «Επειδή περ από της καθόδου».)
(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου” Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού.
 Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Πηγή: “Ορθόδοξη Πορεία “


Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θεία ὄργανα, τοῦ Παρακλήτου, καὶ ἐκφάντορες, τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀνεδείχθητε θεόπται Ἀπόστολοι, Βαρθολομαῖε τῶν Δώδεκα σύσκηνε, καὶ Βαρνάβα ὡς υἱὸς παρακλήσεως. Ἀλλὰ αἰτήσασθε, Χριστὸν τὸν Θεὸν πανεύφημοι, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.



Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολοι Ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὤφθης μέγας ἤλιος τῇ οἰκουμένῃ, διδαγμάτων λάμψεσι, καὶ θαυμασίων φοβερῶν, φωταγωγῶν τοὺς τιμώντάς σε, Βαρθολομαῖε Κυρίου Ἀπόστολε.

Κάθισμα
Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ὡς οὐρανὸς περικαλὴς διηγήσω, Βαρθολομαῖε ἐπὶ γῆς θείαν δόξαν, τῆς τοῦ Θεοῦ σαρκώσεως πανεύφημε, φαίνων ὥσπερ ἥλιος, τὰς ἐν ζόφῳ καρδίας, λύων τὴν σκοτόμαιναν, τῶν κακίστων δαιμόνων, ἀλλὰ εὐχαῖς σου φώτισον ἡμᾶς, σοῦ τὴν φωσφόρον τελοῦντας πανήγυριν.

Ὁ Οἶκος

Ἐμυήθης τοῦ Λόγου μαθητά, τοὺς λόγους τοὺς ἁγίους, καὶ τοὺς πάλαι ἀλογίᾳ δεινῶς καθυπαχθέντας τέκνα εἰργάσω τοῦ φωτός. Ἥπλωσας εἰς βάθη ἀγνωσίας τὰ σεπτὰ καὶ ἱερά σου δίκτυα, καὶ ἔλαβες τὰ ἔθνη ὑπήκοα, τὰς κεχερσωμένας ἀπάτῃ διανοίας ἐνέωσας τῷ θείῳ ἀρότρῳ. Ἐξήρανας τὸν φλογμὸν τῆς πολυθεΐας, δροσισμῷ σου τῆς φαιδρᾶς θεηγορίας υἱοὺς Θεοῦ, τοὺς πρὶν ὀργῆς τέκνα ἐργασάμενος, Βαρθολομαῖε Κυρίου Ἀπόστολε.

Μεγαλυνάριον

Ὑμνήσωμεν πάντες χαρμονικῶς, τὸν τῆς Ἐκκλησίας, πρωτεργάτην καὶ ἀθλητήν, Βαρνάβαν τὸν θεῖον, ἀπόστολον τὸν μέγαν, χριστιανῶν τὸ κλέος ᾄσμασι στέφοντες.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Χαίροις Ἀποστόλων ἡ καλλονή, μύστα τοῦ Κυρίου, καὶ Ἀπόστολε ἱερέ· χαίροις θεηγόρε, σοφὲ Βαρθολομαῖε, ἡμῶν πρὸς τὸν Δεσπότην, μεσίτης ἔνθεος.