A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

ΑΓΙΟΥ ΜΑΝΔΗΛΙΟΥ (16 Ἀυγούστου)



Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Μανδηλίου


 Ἀπό τή διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας γνωρίζουμε ὅτι ἡ τιμή καί προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἔχουν ὡς βάση τους τή θέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως κατά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «ὅστις ἐστιν εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. 1, 5).
   Ἡ θέωση αὐτή ἀποτελεῖ -μεταξύ ἄλλων- καί τήν πλήρη τελείωση τῆς ἀναγεννημένης ἐν Χριστῷ ἀνθρώπινης φύσεως, τῆς ὁποίας τήν ἐξωτερική παράσταση καί ἔξαρση ἔχει ὡς κύριο θέμα της ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογραφία. Ἀναφέρει χαρακτηριστικά ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Οὐ τήν ἀόρατον εἰκονίζω θεότητα, ἀλλ’ εἰκονίζω Θεοῦ τήν ὁραθεῖσαν σάρκα» (Λόγ. Ε΄, PG 94, 1236 C) καί «νῦν δέ σαρκί ὀφθέντος Θεοῦ καί τοῖς ἀνθρώποις συναναστραφέντος, εἰκονίζω Θεοῦ τό ὁρώμενον» (Λόγ. Β΄, PG 94, 1293 Β).
   Αὐτή ἡ «ὁραθεῖσα σάρκα τοῦ Θεοῦ» κατά τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀποδόθηκε γιά πρώτη φορά εἰκαστικά καί κατά τρόπο ἀξιοθαύμαστο μέ τό Ἅγιο Μανδήλιο, ὅπως δέχεται ἡ λειτουργική παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
   Ἡ ἱστορία μᾶς εἶναι γνωστή: ὁ ἄρχοντας τῆς πόλεως Ἔδεσσας στή Μεσοποταμία Αὔγαρος, καθώς ἦταν ἀσθενής, ἔστειλε τόν Ἀνανία νά προσκαλέσει τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Παράλληλα, ἐπιθυμῶντας νά δεῖ τό θεανδρικό πρόσωπο, εἶχε ζητήσει ἀπό τόν ἀπεσταλμένο του -καθώς ἦταν ζωγράφος στήν τέχνη- νά ζωγραφίσει τή μορφή τοῦ Κυρίου. Αὐτό ὅμως στάθηκε ἀδύνατο λόγῳ τῆς ἀπαστράψουσας θείας δόξας. Τότε ὁ Κύριος ἔνιψε τό πρόσωπό Του καί τό ἐσπόγγισε μέ μανδήλιο στό ὁποῖο ἀποτυπώθηκε ἡ εἰκόνα τῆς μορφῆς Του. Τό μανδήλιο αὐτό ἔστειλε στόν Αὔγαρο, μαζί μέ ἐπιστολή μέσῳ τῆς ὁποίας, ἀφοῦ τόν μακάριζε γιά τήν πίστη του, τόν ἐνημέρωνε ὅτι θά ἀποστείλει τό μαθητή του Θαδδαῖο νά τόν ἰατρεύσει καί νά τόν διδάξει. Λαμβάνοντας τό ἅγιο Μανδήλιο ὁ ἄρχοντας τό προσκύνησε καί θεραπεύτηκε ἀμέσως ἐνῶ τοποθέτησε τήν πρωταρχική αὐτή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ πάνω ἀπό τήν πύλη τῆς πόλης γιά νά τιμηθεῖ ἀπ’ ὅλο τό λαό. Ἀργότερα ὅμως κι ἐπειδή ὁ τότε ἄρχοντας, ὄντας εἰδωλολάτρης, θέλησε νά στήσει στήν ἴδια θέση εἴδωλο, ὁ τοπικός ἐπίσκοπος γιά νά προστατέψει τό ἅγιο μανδήλιο, ἀφοῦ ἄναψε κανδήλι, ἔχρισε τόν τοῖχο πρό αὐτοῦ. Αἰώνες μετά, τό ἔτος 615, ὅταν ὁ βασιληᾶς τῶν Περσῶν Χοσρόης πολιορκοῦσε τήν Ἔδεσσα, ἀποκαλύφθηκε στό ἐπίσκοπο τῆς πόλεως ὁ τόπος τοῦ ἁγίου μανδηλίου, κάτι πού συνδυάστηκε καί ἀπό ἄλλα θαυμαστά γεγονότα πού εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν φυγή τῶν Περσῶν καί τή σωτηρία τῆς πόλεως. Τό ἔτος 941, τό ἅγιο μανδήλιο μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολη ὅπου μέ διάταγμα τοῦ Κωνσταντίνου Ζ΄ τοῦ Πορφυρογέννητου καθωρίστηκε ἡ δεσποτική ἑορτή τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου καί ἡ ἀνάρτηση ἀντιγράφων τῆς εἰκόνας αὐτῆς πάνω ἀπό τήν ὡραία πύλη κάθε χριστιανικοῦ ναοῦ.

 Τό θαυμαστό γεγονός τῆς παραπάνω ἱερῆς διηγήσεως περί τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου ἐξυμνήθηκε ἀπό τήν Ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας πού ἀπό τούς πρώτους αἰώνες ἐνέταξε στά πρός χρήση Μηναῖα, σχετική ἱερή Ἀκολουθία, πρός τιμήν Τῆς ἐξ Ἐδέσσης ἀνακομιδῆς τῆς ἀχειροποιήτου Εἰκόνος, δηλαδή τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου.
   Οἱ ἱερές εἰκόνες ἀντανακλοῦν τή θέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως.
Μᾶς ἀποκαλύπτουν ἐκεῖνο πού ἀποκαλύφθηκε στούς ἁγίους Ἀποστόλους πάνω στό Θαβώρ κατά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Αὐτό τό περιεχόμενο τῶν ἱερῶν εἰκόνων ὑπογραμμίζεται καί στήν παραπάνω Ἀκολουθία μέ παραλληλισμούς στή Μεταμόρφωση: «Πέφτοντας καταγῆς πάνω στό ἅγιον ὄρος, οἱ πρόκριτοι τῶν ἀποστόλων προσκύνησαν τόν Σωτῆρα, βλέποντάς Τον νά λάμπει στό αὐγινό φῶς τῆς θεότητος· καί τώρα ἐμεῖς προσκυνοῦμε τό ἅγιο Μανδήλιο πού ἀστράφτει πιό πολύ κι ἀπό τόν ἥλιο...» (στιχηρό τοῦ Ἑσπερινοῦ σέ ἐλεύθερη ποιητική ἀπόδοση).
  Ὅμως, Ἰησοῦς Χριστός ὁ αὐτός σήμερον καί εἰς τούς αἰῶνας!
   Τό θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας μέσα, ἀπεικονίζει κυρίως τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό ἀπαύγασμα τῆς θείας οὐσίας, ἀφοῦ «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ἰω. 4, 8-9).  Καί μέσα ἀπό τό Ἅγιο Μανδήλιο καί τίς ἀναρίθμητες ἱερές εἰκόνες πού φιλοτεχνήθηκαν ἔχοντάς το ὡς πρότυπο, ἀκτινοβολεῖ ἀμείωτα καί στίς μέρες μας καί λάμπει στίςψυχές τῶν πιστῶν τό «Φῶς Του τό ἀΐδιον» (ὕμνος ἑορτῆς Μεταμορφώσεως).
  Αὐτό τό πρόσωπο ἀτενίζοντας μέ εὐλάβεια ὁ φιλάγιος καί φιλακόλουθος ἐκδότης τοῦ παρόντος, θέλησε νά τιμήσει ὑπερβαλλόντως, μέ τήν ἔκδοση αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς Ἀσματικῆ Ἀκολουθίας, τήν ὁποία συνέθεσε ὁ κ. Χαράλαμπος Μπούσιας, Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας. Μέσω τῆς Ἀκολουθίας αὐτῆς πού εἶναι πλήρης καί πανηγυρική θά μποροῦν οἱ πιστοί μέσα στήν εὐχαριστιακή σύναξη νά ἐξυμνοῦν τίς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες πού ἔχει προσφέρει ὁ «σαρκί ὁφθείς καί τούς ἀνθρώπους συναναστραφείς Κύριος», αἰτούμενοι ἀπ’ Αὐτόν τό μέγα ἔλεος.
   Ἐκφράζοντας τά συγχαρητήριά μου πρός τόν ἐκδότη κ. Γεώργιο Μαγκιρίδη, θεολόγο, γνωστό ἄλλωστε στά ἑλληνικά ἐκκλησιαστικά γράμματα καί ὡς ἄριστο ἐπιμελητή ἐκδόσεων, εὔχομαι ὁλόψυχα, ὁ διά τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, ἱερῶς εἰκονισθείς Κύριος νά εὐλογεῖ τόσο αὐτόν ὅσο καί τούς ψάλλοντας τήν ἱερή αὐτή Ἀκολουθία.

                                          Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης.
             Γέρων τῆς Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου Σκήτης Καυσοκαλυβίων.
                                                          Ἅγιον Ὄρος.

Πηγή: agioritikoslogos.blogspot.gr


Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ - Πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ,...(ΒΙΝΤΕΟ)



Ὠδὴ α'. Ἦχος α'. 


Πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ, ἡ ἱερὰ καὶ εὐκλεής, Παρθένε μνήμη Σου, πάντας συνηγάγετο, πρὸς εὐφροσύνην τοὺς πιστούς, ἐξαρχούσης Μαριάμ, μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων, τῷ Σῷ ᾄδοντας Μονογενεῖ· Ἐνδόξως ὅτι δεδόξασται.

Ὠδὴ γ'. 

Ἡ δημιουργική, καὶ συνεκτικὴ τῶν ἁπάντων, Θεοῦ σοφία καὶ δύναμις, ἀκλινῆ ἀκράδαντον, τὴν Ἐκκλησίαν στήριξον Χριστέ· μόνος γὰρ εἶ Ἅγιος, ὁ ἐν Ἁγίοις ἀναπαυόμενος.

Ὠδὴ δ'. 

Ῥήσεις προφητῶν καὶ αἰνίγματα, τὴν σάρκωσιν ὑπέφηναν, τὴν ἐκ Παρθένου Σου, Χριστέ, φέγγος ἀστραπῆς Σου, εἰς φῶς ἐθνῶν ἐξελεύσεσθαι· καὶ φωνεῖ Σοι ἄβυσσος, ἐν ἀγαλλιάσει· Τῇ δυνάμει Σου δόξα Φιλάνθρωπε.

Ὠδὴ ε'. 

Τὸ θεῖον καὶ ἄρρητον κάλλος, τῶν ἀρετῶν Σου, Χριστέ, διηγήσομαι· ἐξ ἀιδίου γὰρ δόξης συναΐδιον, καὶ ἐνυπόστατον λάμψας ἀπαύγασμα, παρθενικῆς ἀπὸ γαστρός, τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ, σωματωθεὶς ἀνέτειλας ἥλιος.

Ὠδὴ ς'. 

Ἅλιον ποντογενές, κητῷον ἐντόσθιον πῦρ, τῆς τριημέρου ταφῆς Σου τὶ[1] προεικόνισμα, οὗ Ἰωνᾶς, ὑποφήτης ἀναδέδεικται· σεσωσμένος γὰρ ὡς καὶ προὐπέπωτο, ἀσινὴς ἐβόα· Θύσω Σοι μετὰ φωνῆς, αἰνέσεως Κύριε.

Ὠδὴ ζ'. 

Ἰταμῷ θυμῷ τε καὶ πυρί, θεῖος ἔρως ἀντιταττόμενος, τὸ μὲν πῦρ ἐδρόσιζε, τῷ θυμῷ δὲ ἐγέλα, θεοπνεύστῳ λογικῇ, τῇ τῶν ὁσίων τριφθόγγῳ λύρᾳ ἀντιφθεγγόμενος, μουσικοῖς ὀργάνοις, ἐν μέσῳ φλογός· Ὁ δεδοξασμένος, τῶν πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Ὠδὴ η'. 

Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον.

Φλόγα δροσίζουσαν ὁσίους, δυσσεβεῖς δὲ καταφλέγουσαν, ἄγγελος Θεοῦ ὁ πανσθενής, ἔδειξε Παισί· ζωαρχικὴν δὲ πηγήν, εἰργάσατο τὴν Θεοτόκον, φθορὰν θανάτου καὶ ζωήν, βλυστάνουσαν τοῖς μέλπουσι· Τὸν Δημιουργὸν μόνον ὑμνοῦμεν, οἱ λελυτρωμένοι, καὶ ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ὠδὴ θ'. 

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, μακαρίζομέν Σε, τὴν μόνην Θεοτόκον.

Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι, ἐν Σοὶ Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος, καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ τόκον παρθένος, καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε τὴν κληρονομίαν Σου.





Ας βλέπουμε τις δικές μας αμαρτίες και όχι των άλλων (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)



Όσοι είναι όρθιοι, ας απλώσουν φιλάδελφα το χέρι τους στους πεσμένους. Όσοι βαδίζουν σταθερά στο δρόμο της σωτηρίας, ας προσελκύσουν κι εκείνους που τριγυρνούν στις γκρεμοτοπιές της απώλειας. Ας μη νοιαζόμαστε μόνο για το συμφέρον μας, αλλά και για την ωφέλεια των αδελφών μας. Όλοι φροντίζουμε ν' αυξήσουμε τα κέρδη μας, κανένας να βοηθήσει εκείνους που έχουν ανάγκη. Όλοι απλώνουμε τα χέρια για να πάρουμε, κανένας για να δώσει. Όλοι σκεφτόμαστε πώς θα παρατείνουμε την επίγεια ζωή μας, κανένας πώς θα σώσει την ψυχή του.

Όλοι φοβόμαστε την επίγεια δυστυχία, κανένας δεν τρέμει την αιώνια κόλαση. Άφατη είναι η οδύνη της ψυχής μου για την πώρωσή μας. «Ποιος μπορεί να κάνει το κεφάλι μου πηγάδι με νερό και τα μάτια μου πηγές δακρύων, για να κλαίω το λαό μου τούτο μέρα και νύχτα;» ( Ιερ. 9:1 ) .
Ίσως μερικοί από σας να λένε με δυσφορία: "Όλο για δάκρυα και θρήνους μας μιλάει αυτός εδώ, όλα μαύρα κι άραχνα τα βλέπει". Δεν θα το ήθελα , πιστέψτε με, δεν θα το ήθελα. Μόνο χαρά κι ευφροσύνη θα ποθούσα να νιώθω, μόνο επαίνους και εγκώμια ν' αναφέρω. Μα δεν είναι καιρός για τέτοια . Τι κι αν δεν κλαίω, αφού τα έργα μας είναι για κλάματα; Τι και αν δεν θρηνώ, αφού τα έργα μας είναι αξιοθρήνητα; Σας ενοχλεί η θρηνολογία μου; Αλλά γιατί δεν σας ενοχλούν οι αμαρτίες σας; Είναι αποκρουστικός ο οδυρμός μου; Αλλά μήπως δεν είναι, και περισσότερο μάλιστα , ο αντίθετος βίος σας; Μην πέσετε στην κόλαση, και δεν πενθώ.
Μην πεθάνετε ψυχικά, και δεν κλαίω. Βλέποντάς σας, όμως, να χάνεστε, πώς να μη λυπάμαι; Πατέρας σας είμαι, πατέρας πνευματικός και φιλόστοργος . Ακούστε τι λέει ο Παύλος: «Παιδιά μου, (που σας γέννησα πνευματικά), για την αναγέννησή σας πάλι περνώ τους πόνους της (πνευματικής) γέννας» ( Γαλ. 4: 19 ) . Ποια επίτοκη γυναίκα αφήνει τόσο πικρή φωνή, σαν αυτή του απόστολου;
Ω, αν μπορούσατε να καταλάβετε και τον δικό μου πόνο, αν μπορούσατε να δείτε τη φωτιά που καίει την καρδιά μου, θα διαπιστώνατε πως υποφέρω πολύ περισσότερο από τη νιόπαντρη, που χάνει τον άνδρα της, κι από τον πατέρα, που χάνει τον γιο του. Υποφέρω, γιατί η ζωή σας είναι γεμάτη ψεύδη και συκοφαντίες , διαμάχες και μίση, αδικίες και κλοπές , μοιχείες και ασέλγειες, κακουργίες και φόνους. Υποφέρω, γιατί και όσοι από σας δεν διαπράττουν τέτοια αμαρτήματα, πέφτουν καθημερινά στην κατάκριση και στην καταλαλιά. Νομίζουν πως είναι χριστιανοί, αλλά δεν φροντίζουν να είναι ευάρεστοι στο Χριστό, δεν προσέχουν τον εαυτό τους, δεν αφοσιώνονται στην θεραπεία της ψυχής τους.
Με τους άλλους ασχολούνται, τους άλλους κρίνουν, τους άλλους καταδικάζουν σαν αμείλικτοι δικαστές. "Ο τάδε είναι ανάξιος για το αξίωμα της ιερωσύνης", αποφαίνονται. "Ο δείνα είναι άσεμνος". "Ετούτος είναι υποκριτής" . "Εκείνος είναι αλήτης". "Ο άλλος είναι συμφεροντολόγος".
Αντί, όμως να λυπόμαστε και να μετανοούμε για τις δικές μας αμαρτίες, κρίνουμε τους συνανθρώπους μας. Ακόμα κι αν δεν αμαρτάναμε, ακόμα κι αν είχαμε όλα τα χαρίσματα του κόσμου, ακόμα κι αν ήμασταν ανώτεροι απ' όλους τους ανθρώπους, δεν θα έπρεπε να κρίνουμε κανέναν. «Αλήθεια», ρωτάει τον καθένα μας, ο Απόστολος Παύλος, «ποιος σ' έκανε εσένα ανώτερο από τους άλλους; Ποιο χάρισμα έχεις , που να μην το έλαβες από το Θεό; Αφού, λοιπόν, το έλαβες, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ως δώρο; « ( Α΄ Κορ. 4:7 ) .
Πολύ περισσότερο τώρα, που καθημερινά αμαρτάνουμε με τον ένα ή το άλλο τρόπο, δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεστομίζουμε κακό λόγο για οποιοδήποτε αδελφό μας. «Γι' αυτό», ξαναλέει ο σοφός Παύλος «είσαι αδικαιολόγητος, άνθρωπέ μου, εσύ που κρίνεις τον άλλο. Κρίνοντας τον άλλο, καταδικάζεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί κι εσύ, ο κριτής, τα ίδια κάνεις.
Έχεις τόσα ελαττώματα. Γιατί ασχολείσαι με τα ελαττώματα του αδελφού σου; «Πως μπορείς και βλέπεις το σκουπιδάκι στο μάτι του αδελφού σου και δεν νιώθεις ολόκληρο δοκάρι στο δικό σου μάτι; Πώς θα πεις στον αδελφό σου: Άφησέ με να σου βγάλω το δοκάρι στο δικό σου μάτι; Υποκριτή! Βγάλε πρώτα από το μάτι σου το δοκάρι, και τότε θα δεις καθαρά και θα μπορέσεις να βγάλεις το σκουπιδάκι από το μάτι του αδελφού σου». (Ματθ. 7:3-5)

από το βιβλίο: Θέματα Ζωής Β
εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου
σελ. 174-177

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ ΝΑ ΧΩΡΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥΣ - ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ



Σχόλιο "Κρυφού Σχολειού": Ο μεγάλος Άγιος της Εκκλησίας μας, πάντοτε επίκαιρος, διδάσκει τον ευσεβή άνδρα, πως πρέπει να στέκεται μέσα στον Γάμο, ακόμη και αν αντιμετωπίζει δυσκολίες συνεννόησης με την σύζυγό του. Δυστυχώς σήμερα οι γάμοι δύσκολα στεριώνουν, τα ζευγάρια διαλύονται, η μοιχεία κυριαρχεί και μια από τις πιο συνηθισμένες προφάσεις είναι η "ασυμφωνία χαρακτήρων", ενώ τα μεγάλα θύματα είναι τα παιδιά. Όλοι όμως οι έγγαμοι που θέλουμε να λεγόμαστε χριστιανοί, πρέπει στις δύσκολες εποχές που ζούμε να αγωνιζόμαστε (πολύ μεγαλύτερος μάλιστα είναι ο αγώνας για όσους έχουν σύζυγο που δεν έχει χριστιανική ζωή) για να είναι στερεωμένος ο Γάμος μας. Και αυτό επιτυγχάνεται με την συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας, με κοινό πνευματικό πατέρα και με πατερική αγωγή. Στον τελευταίο τομέα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, το χρυσό αυτό στόμα της Ορθοδοξίας, έχει προσφέρει πολλά και αποτελεί μέγα διδάσκαλο και των εγγάμων χριστιανών. Ας του δώσουμε το λόγο και ας τον ευχαριστήσουμε από καρδίας που με τη χάρη του Κυρίου μας, φρόντισε να συγγράψει τόσο υπέροχα κείμενα, τα οποία προσφέρουν ωφέλεια, ακόμη και εκατοντάδες χρόνια μετά, στους πιστούς του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει η δόξα στους αιώνες των αιώνων.
(Ακολουθεί το κείμενο σε ελεύθερη απόδοση):

"Έχει η γυναίκα σου ελαττώματα; Πράξε όπως έπραξε και ο Ισαάκ· παρακάλεσε τον Θεό! Γιατί αν αυτός μέσω της επιμόνου προσευχής, έλυσε το πρόβλημα της φύσης (σ. ημ. την ατεκνία της Ρεβέκκας), πολύ περισσότερο εμείς τα ελαττώματα αυτά της προαίρεσης θα μπορέσουμε να τα διορθώσουμε όταν παρακαλούμε συνεχώς τον Θεό.

Αν σε δει ο Θεός για τον νόμο Του υπομένοντα και ανεχόμενο με γενναιότητα τα σφάλματα της γυναίκας σου, θα συμμετάσχει στην διδασκαλία σου και μισθό θα σου δώσει για την υπομονή σου. Που ξέρεις, λέει (σ. ημ. Α΄ Κορ., ζ΄ 16), άνδρα, αν θα σώσεις την γυναίκα σου; Ή που ξέρεις, γυναίκα, αν θα σώσεις τον άνδρα σου; Μην αποκάμεις, λέει, ούτε να απελπιστείς. Γιατί είναι πιθανό και αυτή να σωθεί. Αν μείνει αδιόρθωτη, εσύ τον μισθό την υπομονής δεν θα χάσεις. Αν όμως την διώξεις, το πρώτο και κύριο αμάρτημα που θα έχεις πράξει, θα είναι το ότι παράβηκες τον νόμο και ως μοιχός θα κριθείς από τον Θεό. Διότι όποιος χωρίσει την γυναίκα του, λέγει (σ. ημ. Ματθ. ε΄, 32), εκτός λόγω πορνείας, την οδηγεί στην μοιχεία.

Πολλές φορές μάλιστα και άλλη χειρότερη από εκείνη πάρεις, την μεν αμαρτία θα έχεις εργαστεί, την δε ανάπαυση δεν θα έχεις απολαύσει. Ακόμη όμως και καλύτερη να πάρεις δεν θα νιώσεις ακέραιη την ηδονή από αυτήν, εξαιτίας του χωρισμού με την προηγούμενη, ο οποίος (χωρισμός) σου καταλογίζεται ως μοιχεία, αφού μοιχεία είναι το να αφήσει κανείς την πρώτη γυναίκα.

Όταν λοιπόν δεις ότι συνέπεσε κάποια δυσκολία, είτε στον γάμο, είτε σε άλλα πράγματα, παρακάλεσε τον Θεό! Διότι αυτή είναι η μόνη και καλύτερη λύση για τα δεινά που μας συμβαίνουν. Επειδή το όπλο της προσευχής είναι τεράστιο".

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου: Περί σκληροκαρδίας (Αγίου Λουκά Κριμαίας)




Ποιός άνθρωπος δεν θα θυμώσει και δεν θα δια­μαρτυρηθεί ακούγοντας την παραβολή του κακού δού­λου στον οποίο ο Κύριος του συγχώρεσε ένα μεγάλο χρέος ενώ αυτός δεν ήθελε να συγχωρέσει στον πλη­σίον του ένα μικρό;

Ταράζεται η καρδιά μας όταν βλέπουμε τις χειρό­τερες εκδηλώσεις των παθών και της αμαρτωλότητας των ανθρώπων. Σωστά είπε ο προφήτης Δαβίδ: «Και ερρύσατο την ψυχήν μου εκ μέσον σκύμνων, εκοιμήθην τεταραγμένος υιοί ανθρώπων, οι οδόντες αυτών όπλα και βέλη, και η γλώσσα αυτών μάχαιρα οξεία» (Ψαλ. 56, 5). Και δεν το λέει για τους φονιάδες και τους κακούργους αλλά για μας τους απλούς ανθρώ­πους. Εμάς μας αποκαλεί λιοντάρια και λέει ότι τα δόντια μας είναι όπλα και βέλη και η γλώσσα ακο­νισμένο σπαθί. Και το σπαθί είναι όργανο του φόνου.

Αν η γλώσσα μας είναι σαν το αιχμηρό σπαθί τό­τε μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε για να φο­νεύουμε τους ανθρώπους. Και όντως πολλές φορές το κάνουμε και δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας δολοφό­νους. Πληγώνουμε την καρδιά του πλησίον με συκο­φαντία και ψέμα, προσβάλλουμε τη δική του ανθρώ­πινη αξιοπρέπεια, ταράζουμε την καρδιά του με κακο­λογία΄ αυτό δεν είναι πνευματικός φόνος;

Ακούμε πως κάποιος από τους γνωστούς ανθρώ­πους μοιχεύει και θυμώνουμε μ' αυτόν. Δεν είναι δύ­σκολο να θυμώνεις με τους άλλους. Δύσκολο είναι να θυμώνεις με τον εαυτό σου. Έχουμε δικαίωμα να θυ­μώνουμε με τους άλλους ενώ οι ίδιοι δεν έχουμε την καθαρότητα που ζητά από μας ο Χριστός; Πόσοι από μας δεν έχουν κοιτάξει ποτέ γυναίκα ή άνδρα με πό­θο; Λίγοι, πολύ λίγοι.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός κάθε ακάθαρτο βλέμ­μα που ρίχνουμε στη γυναίκα το ονομάζει μοιχεία. Και αν ακόμα δεν την κάναμε με το σώμα, στην καρ­διά μας την είχαμε κάνει.

Ένας μεγάλος ιεράρχης, ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ, λέει το εξής: «Τις αμαρτίες που βλέπουμε στους άλλους τις έχουμε και εμείς». Αυτό είναι πολύ σωστό. Όλες οι αμαρτίες που βλέπουμε στους άλλους υ­πάρχουν και μέσα μας,ίσως σε βαθμό πιο μικρό, αλλά έχουμε το ίδιο ακάθαρτη καρδιά που η ακαθαρσία της φανερώνεται με τις προσβολές του πλησίον και το μίσος εναντίον του. Τέτοια ακαθαρσία υπάρχει στην καρδιά κάθε ανθρώπου. Γι' αυτό, τον λόγο τού μεγάλου Ιεράρχη πρέπει να τον θυμόμαστε και να τον έχουμε πάντα στην καρδιά μας.

Όταν βλέπουμε την αμαρτωλότητα των άλλων πρέπει να δούμε την δική μας καρδιά και να αναρωτη­θούμε: «Εγώ είμαι καθαρός από αμαρτία, δεν υπάρχει μέσα μου το ίδιο πάθος που βλέπω στον αδελφό μου;»

Πάντα θυμόμαστε αυτά που μας προκαλούν μεγα­λύτερη εντύπωση. Θυμόμαστε, για παράδειγμα τους σεισμούς. Και όσο πιο συμπονετική είναι η καρδιά μας τόσο περισσότερο χρόνο θυμόμαστε τα δυστυχήματα. Ενώ οι σκληρόκαρδοι άνθρωποι τα ξεχνάνε πο­λύ γρήγορα.

Δεν δουλεύουν έτσι οι σεισμολόγοι. Πάντα έχουν στο νου τους τούς σεισμούς και κάθε μέρα κάνουν τις ανάλογες μετρήσεις. Απ’ αυτούς πρέπει να παίρνουμε το παράδειγμα. Όπως οι σεισμολόγοι πάντα με προ­σοχή παρακολουθούν τις δονήσεις στο εσωτερικό ή την επιφάνεια της γης, το ίδιο πρέπει εμείς να παρα­κολουθούμε ακούραστα τις κινήσεις της δικής μας καρδιάς και να διώχνουμε από μέσα της κάθε ακαθαρ­σία. Να προσέχουμε τις σκέψεις μας, τις επιθυμίες, τα κίνητρα και τις πράξεις. Να τα αναλύουμε με προσο­χή εξετάζοντας μήπως υπάρχει σ' αυτά κάτι αμαρτω­λό.

Αν μιμηθούμε τους σεισμολόγους και παρακολου­θούμε με προσοχή τις κινήσεις της δικής μας καρ­διάς, τότε θα συνειδητοποιήσουμε την δική μας αμαρτωλότητα και την αναξιότητα και δεν θα δίνουμε προσοχή σ' αυτά που κάνουν οι άλλοι και δεν θα τους κα­τακρίνουμε γι' αυτά που κάνουν.

Προκαλεί αγανάκτηση η συμπεριφορά του κακού δούλου που ο εύσπλαχνος κύριος μόλις του άφησε μεγάλο χρέος δέκα χιλιάδων ταλάντων και εκείνος μόλις είδε κάποιον που του όφειλε μόνο εκατό δηνά­ρια τον έπιασε και άρχισε να τον σφίγγει. Ο φτωχός τον παρακαλούσε και του έλεγε ίδια λόγια που μόλις πριν λίγο ο άσπλαχνος δούλος έλεγε μπροστά στον κύριο: «Μακροθύμησον επ' εμοί και αποδώσω σοι» (Μτ. 18, 29). Αλλά εκείνος δεν θέλει να περιμένει και βάζει στην φυλακή τον οφειλέτη του.

Τί πιο άδικο μπορεί να υπάρχει;

Είναι έσχατος βαθμός σκληροκαρδίας και ασπλαχνίας, είναι πλήρης απουσία της ευσπλαχνίας, της θέλησης και της ικανότητας να αφήνει κανείς στον πλησίον τα οφειλήματά του. Είναι η λήθη εκεί­νης της αίτησης που κάθε μέρα απευθύνουμε στον Θεό: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Δεν θέλουμε να αφήνουμε στον πλησίον τα οφειλήματά του, περιμέ­νουμε όμως από τον Θεό να μας αφήσει τα δικά μας.

Την πιο σκοτεινή πλευρά της ψυχής του έδειξε αυτός ο άκαρδος άνθρωπος στον πλησίον του. Ποιά ήταν η αιτία να φερθεί τόσο σκληρά και να καταπα­τήσει το δίκαιο; Πρώτ' απ' όλα ήταν ο εγωισμός του, η φιλαυτία του. Λογάριαζε μόνο τον εαυτό του και δεν σκεφτόταν τους άλλους, μόνο για τον εαυτό του ή­θελε καλό. Όλες οι σκέψεις και επιδιώξεις του ήταν στο να αποκτήσει όσο γίνεται πιο πολλά. Ήταν πολύ μεγάλος εγωιστής. Δεν του αρκούσε ότι πήρε από τον κύριο δέκα χιλιάδες τάλαντα, δεν μπορούσε να ξεχά­σει και εκείνα τα εκατό δηνάρια που του χρωστούσε ο φτωχός.

Ας δούμε όμως τη δική μας καρδιά. Δεν υπάρχει μέσα μας σκληροκαρδία καιφιλαργυρία; Πόσοι από μας περιφρονούν τα λεφτά και δεν επιδιώκουν τον πλούτο; Λίγοι, πολύ λίγοι. Φιλαργυρία είναι η αμαρ­τία των περισσότερων ανθρώπων. Αγανακτώντας για την φιλαργυρία του καλού δούλου, πρέπει με ταπείνω­ση να παραδεχτούμε ότι και εμείς ευθυνόμαστε για την ίδια αμαρτία.Στο παράδειγμα του κακού αυτού δούλου βλέπουμε την χειρότερη εκδήλωση του πά­θους του εγωισμού και της φιλαργυρίας. Όμως δεν α­γαπάμε και εμείς τον εαυτό μας πιο πολύ από τον πλη­σίον μας; Τηρούμε την εντολή: «Αγαπήσεις τον πλη­σίον σου ως σεαυτόν» (Μτ. 19, 19);

Αγαπάμε τον εαυτό μας και για τους άλλους λίγο νοιαζόμαστε. Αυτό σημαίνει εγωισμός, είναι το πάθος που σε τέτοια άσχημη μορφή εκδηλώθηκε στην περί­πτωση του κακού δούλου. Ήταν άνθρωπος σκληρόκαρδος και άσπλαχνος. Εμείς όμως μπορούμε να πούμε για τον εαυτό μας ότι τηρούμε την εντολή του Χριστού:«Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υ­μών οικτίρμων εστί;» (Λκ. 6, 36).

Ποιός αγαπάει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του; Ποιός τον φροντίζει όπως φροντίζει τον εαυτό του; Μόνο οι άγιοι. Εμείς δεν είμαστε άγιοι γιατί ό­λοι έχουμε τα ίδια πάθη που βλέπουμε στους άλλους, όπως είπε ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ.

Πολλές φορές δεν δείχνουμε έλεος στους οφειλέτες μας. Αλλά ο απόστολος Ιάκωβος λέει: «Η γαρ κρίσις ανέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος» (Ιακ. 2, 13). Να τρο­μάζουμε ακούγοντας αυτά τα λόγια του αποστόλου για­τί θα έχουμε την ίδια μοίρα με τον άσπλαχνο δούλο, τον οποίο οργισμένος ο κύριος παρέδωσε στους βασα­νιστές, ώσπου να ξεπληρώσει όλο το χρέος.

Στο τέλος της παραβολής ο Χριστός είπε: «Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτόν από των καρδιών υ­μών τα παραπτώματα αυτών» (Μτ. 18, 35).

Μία άλλη φορά ο Χριστός είπε: «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος΄ εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υ­μών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Μτ. 6, 14-15).

Ο Κύριός μας είπε να προσευχόμαστε με την προ­σευχή που έδωσε στους μαθητές του, η οποία λέει: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Αυτά τα λόγια επανα­λαμβάνουμε κάθε μέρα.

Βλέπετε ότι η απαίτηση είναι μεγάλη. Δεν μπο­ρούμε όταν, βλέπουμε τις κακίες που κάνουν οι άλλοι, μόνο να αγανακτούμε΄ πρέπει να θυμόμαστε τον λόγο: «πρόσεχε σεαυτόν».

Να προσέχεις πάντα την καρδιά σου, την κάθε κί­νησή της, ακόμα και τις πιο ασήμαντες εκδηλώσεις των παθών μέσα της. Ας θυμόμαστε πάντα τον λόγο του αποστόλου Παύλου στην επιστολή προς Εφεσίους: «Γίνεσθαι δε εις αλλήλους χρηστοί, εύσπλαγχνοι, χαριζόμενοι εαυτοίς καθώς και ο Θεός εν Χρι­στώ εχαρίσατο υμίν» (Εφ. 4, 32). Πρέπει να συγχω­ρούμε τους άλλους έτσι όπως το είπε ο Χριστός στο τέλος της παραβολής΄ με όλη την καρδιά.

Ας μάθουμε να κάνουμε αυτό που ζητάει από μας ο Χριστός΄ να είμαστε σπλαχνικοί, όπως είναι εύσπλαχνος ο επουράνιος Πατέρας μας και με όλη την καρδιά να συγχωρούμε στον πλησίον τα παραπτώμα­τά του. Τότε και εμάς θα μας συγχωρήσει ο επουρά­νιος Πατέρας μας. Αμήν.

(Από το βιβλίο «Αγ. Λουκά επισκόπου Κριμαίας - Λόγοι και ομιλίες» Τόμος Γ’, Εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη»)



ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Εὐαγγέλιον - Ὁμιλία εἰς τήν Παραβολήν τοῦ τά μύρια τάλαντα ὀφείλοντος καί τά ἑκατό δηνάρια ἀπαιτούντος (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)




23 Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 24 ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. 25 μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. 26 πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. 27 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 28 ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. 29 πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. 30 ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. 31 ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. 32 τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με. 33 οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; 34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. 35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν. 


ΑΠΟΔΟΣΗ


Η Βασιλεία των Ουρανών μοιάζει σαν άνθρωπο βασιλιά, που θέλησε να λογαριασθεί με τους ανθρώπους που δούλευαν στην περιουσία του. Και όταν άρχισε να λογαριάζεται, του έφεραν έναν που χρωστούσε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Επειδή δε αυτός δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει, ο κύριος διέταξε να πουληθεί αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα όσα είχε για να εξοφληθεί το χρέος. Τότε έπεσε ο δούλος στα πόδια του κυρίου του και του έλεγε: Κύριε, κάνε υπομονή και όλα θα σου τα εξοφλήσω. Ο Κύριος εκείνου του δούλου τον λυπήθηκε, τον άφησε ελεύθερο και του χάρισε το χρέος. Αυτός ο δούλος μόλις έλαβε χάρη και βγήκε από το βασιλιά, βρήκε έναν από τους συνδούλους του, που του χρωστούσε εκατό δηνάρια· τον έπιασε λοιπόν από τον λαιμό και του έλεγε: «Δος μου όσα μου χρωστάς». Και ο σύνδουλός του έπεσε στα πόδια, τον παρακαλούσε και του έλεγε: «Κάμε υπομονή και θα σε ξοφλήσω». Αυτός όμως δεν ήθελε, αλλά πήγε και τον έβαλε στη φυλακή, ώσπου να του ξοφλήσει το χρέος. Όταν τον είδαν οι σύνδουλοί του, καταλυπήθηκαν και πήγαν κι εξήγησαν στον κύριό τους όσα έγιναν. Τότε τον κάλεσε ο κύριος και του λέγει: «Δούλε πονηρέ, όλο εκείνο το χρέος σου το χάρισα, επειδή με παρεκάλεσες. Δεν έπρεπε και συ να λυπηθείς τον σύνδουλό σου, καθώς και εγώ σε λυπήθηκα; Οργίσθηκε ο κύριός του και τον παρέδωσε στους βασανιστές, ώσπου να του ξοφλήσει ολόκληρο το χρέος. Έτσι θα κάμει σε σας ο επουράνιος Πατέρας μου, αν δεν συγχωρείτε ο καθένας στον αδελφό του μέσα από την καρδιά σας τα παραπτώματά τους.


Ὁμιλία εἰς τήν Παραβολήν τοῦ τά μύρια τάλαντα ὀφείλοντος
καί τά ἑκατό δηνάρια ἀπαιτούντος.
Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου  




Ωσάν να έχω επιστρέψει κοντά σας από μακρινό ταξίδι έτσι αισθάνομαι σήμερα· διότι γι΄ αυτούς που αγαπούν, όταν δεν μπορούν να ευρίσκονται μαζί με τους αγαπωμένους δεν έχουν κανένα όφελος, έστω και αν μένουν σε γειτονική οικία. Γι’ αυτό κι εγώ, μολονότι δεν απομακρύνθηκα από την πόλη, δεν αισθάνομαι καλλίτερα από όσον εάν απουσίαζα, επειδή τον τελευταίον καιρό δεν κατέστη δυνατόν να σας ομιλήσω. Συγχωρήστε με όμως, η σιωπή δεν ωφείλετο σε ραθυμία, αλλά σε ασθένεια. Εσείς τώρα χαίρεσθε, επειδή απαλλάχθηκα από την αρρώστια, κι εγώ επειδή απήλαυσα την αγάπη σας. Διότι και όταν ασθενούσα, οδυνηρότερον από την αρρώστια μου ήταν το ότι δεν ημπορούσα να μετέχω στην αγαπημένη αυτή σύναξη· και τώρα που έγινα καλά, πιο ποθητό μου έγινε το να απολαμβάνω άνετα την αγάπη σας. Διότι ο πυρετός του σώματος δεν κατακαίει τόσο τους ασθενείς, όσο κατακαίει τις ιδικές μας ψυχές ο αποχωρισμός από τους αγαπημένους μας· και όπως εκείνοι επιζητούν φιάλες και ποτήρια και κρύα νερά, έτσι αυτοί επιζητούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Αυτά τα γνωρίζουν καλά όσοι έχουν συνηθίσει να αγαπούν...

Μη δυσανασχετήσετε όμως για το μήκος αυτών που πρόκειται να λεχθούν· διότι θέλω να σας διδάξω κάποια θαυμαστή κιθαρωδία, μεταχειριζόμενος όχι λύραν άψυχον, αλλά τείνοντας αντί χορδών τις ιστορίες των Γραφών και τις εντολές του Θεού.

Και όπως στην περίπτωση της κιθάρας δεν αρκεί μόνον μια χορδή για να προκληθεί μελωδία, αλλά πρέπει όλες να κτυπηθούν με τον ρυθμό που ταιριάζει, έτσι και στην περίπτωση της ψυχικής αρετής δεν αρκεί για την σωτηρία μας μόνον ένας νόμος, αλλά πρέπει να τους τηρούμε όλους με ακρίβεια, εάν βέβαια έχομε διάθεση να επιτύχουμε πραγματική μελωδία.

Έμαθε το στόμα σου να μην ορκίζεται; έχει ασκηθεί η γλώσσα σου να λέγει σε κάθε περίσταση «ναι» και «ου» (Ματθ. ε΄ 37); Ας μάθη να αποφεύγει και κάθε κακολογία και να δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την εντολή, επειδή χρειάζεται και περισσότερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την εντολή, επειδή χρειάζεται και περισσότερο κόπο εκ μέρους μας. και αυτό διότι εκεί είχε να νικήσει απλώς μία συνήθεια, ενώ στην περίπτωση της οργής χρειάζεται μεγαλύτερο αγώνα, επειδή αυτό είναι πάθος τυραννικό και πολλές φορές παρασύρει όσους δεν έχουν νήψι και τους γκρεμίζει στο βάραθρο της απώλειας.

Πού λοιπόν ομίλησε ο Κύριος για την οργή και την μνησικακία; Και σε πολλά άλλα σημεία, αλλά ιδιαιτέρως στην παραβολή αυτή που είπε στους μαθητές, αρχίζοντας κάπως έτσι: «Δια τούτο ωμοιώθη η Βασιλεία των Ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον (να λογαριασθεί) μετά των δούλων αυτού. Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων...»· πρέπει όμως να πούμε για ποιό λόγο άρχισε με την αιτιολογία· πράγματι δεν είπε απλώς «ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών» αλλά «δια τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών».  Για ποιό λόγο λοιπόν προηγείται η αιτία; Στους μαθητές του μιλούσε περί ανεξικακίας και τους δίδασκε ότι πρέπει να συγκρατούμε την οργή και να μην δίδουμε πολλή σημασία στις αδικίες που μας γίνονται από άλλους, λέγοντας έτσι: «εάν αμάρτη εις σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου και αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρδησας τον αδελφόν σου» (Ματθ. ιη΄15).
Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγε ο Χριστός στους μαθητές και τους δίδασκε να φιλοσοφούν τα πράγματα, όταν ο Πέτρος, ο κορυφαίος του χορού των Αποστόλων, το στόμα των μαθητών, ο στύλος της Εκκλησίας, το στερέωμα της πίστεως, το θεμέλιο της ομολογίας, ο αλιεύς της οικουμένης, αυτός που ανέβασε το γένος μας από το βυθό της πλάνης στον ουρανό, ο πάντοτε θερμός και γεμάτος από παρρησία, ή μάλλον από αγάπη και όχι από παρρησία, ενώ όλοι σιωπούσαν προσήλθε στον διδάσκαλο και λέγει: «ποσάκις αμαρτήσει εις εμέ ο αδελφός μου και αφήσω αυτώ; έως επτάκις;» (Ματθ. ιη΄ 21). Ερωτά μαζί και υπόσχεται, και πριν μάθει εκδηλώνει την φιλοτιμία του. Διότι γνωρίζοντας σαφώς την διάθεση του διδασκάλου, ότι πάντα ρέπει προς φιλανθρωπία, και μάλιστα ότι χαρίζεται πιο πολύ σ΄ αυτόν που περισσότερο από τους άλλους παραβλέπει τα αμαρτήματα των συνανθρώπων του και δεν τα εξετάζει με κακή διάθεση, θέλοντας να αρέσει στο νομοθέτη, λέγει, «έως επτάκις;».

Έπειτα για να μάθεις τι είναι ο άνθρωπος και τι ο Θεός και πως η γενναιοδωρία του ανθρώπου, όπου και αν φθάσει, συγκρινόμενη με τον πλούτο του Θεού είναι πιο ασήμαντη από κάθε πτωχεία, και ότι όσον απέχει μία σταγόνα από το απέραντο πέλαγος, τόσον απέχει η ιδική μας αγαθότητα από την ανέκφραστο φιλανθρωπία του Θεού, όταν ο Πέτρος είπε «έως επτάκις» και νόμισε πως έδειξε μεγάλη φιλοτιμία και γενναιοδωρία, άκουσε τι του λέγει: «ου λέγω σοι, έως επτάκις, αλλ' έως εβδομηκοντάκις επτά»· μερικοί νομίζουν ότι εννοούσε εβδομήντα επτά φορές, δεν είναι όμως τόσες, αλλά παρ' ολίγον πεντακόσιες· διότι εβδομήντα φορές το επτά είναι τετρακόσια ενενήντα.

Και μη νομίσεις ότι είναι δύσκολη η προσταγή, αγαπητέ. Επειδή εάν συγχωρήσεις μία και δύο φορές την ημέρα αυτόν που αμάρτησε, και αν ακόμη είναι σκληρός σαν πέτρα, και αν ακόμη αυτός που σε λύπησε είναι αγριότερος από τους δαίμονες, δεν θα είναι τόσον αναίσθητος ώστε να πέσει πάλι στα ίδια, όμως από την συχνότητα της συγχωρήσεως θα συνετισθεί και θα γίνει καλύτερος και πιο επιεικής. Και συ πάλιν, εάν είσαι προετοιμασμένος να περιφρονείς τόσες φορές τα αμαρτήματα που γίνονται εναντίον σου, αφού εξασκηθείς από την πρώτη και δεύτερη και τρίτη συγχώρηση, δεν θα σου είναι κοπιαστική πλέον αυτή η φιλοσοφία, αφού μια για πάντα εκπαιδεύθηκες από την συχνότητα της συγχωρήσεως να μη βλάπτεσαι καθόλου από τα αμαρτήματα του πλησίον σου.

Μόλις τα άκουσε αυτά ο Πέτρος έμεινε εμβρόντητος, επειδή φρόντιζε όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για εκείνους που ο Κύριος επρόκειτο να του εμπιστευθεί. Για να μη κάνει λοιπόν το ίδιο που είχε κάνει και σε άλλες εντολές, του απέκλεισε προκαταβολικώς κάθε ερώτηση. Και τί έκανε στις άλλες εντολές; Αν κάποτε πρόσταζε ο Χριστός κάτι που φαινόταν δύσκολο, έσπευδε και ρωτούσε πριν από τους άλλους να μάθει περί της εντολής. Πράγματι, όταν πλησίασε ο πλούσιος και τον ρώτησε περί της αιωνίου ζωής και έμαθε πως αποκτάται η τελειότητα, «απήλθε λυπούμενος» εξ αιτίας των χρημάτων, ο δε Χριστός είπε «ευκοπώτερόν εστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίδος διελθείν, ή πλούσιον εις τήν βασιλείαν των ουρανών εισελθείν» (Μάρκ. ι΄ 25). Τότε ο Πέτρος, αν και είχε απογυμνώσει τον εαυτό του από όλα και δεν του είχε μείνει πλέον ούτε αγκίστρι, αφού είχε εγκαταλείψει και την τέχνη και το πλοιάριό του, παρ' όλα ταύτα πλησίασε τον Χριστό και τον ρώτησε: «Και τις δύναται σωθήναι»;

Πρόσεχε την μετριοφροσύνη αλλά και τη θέρμη του μαθητού· διότι δεν είπε «αδύνατα πράγματα προστάζεις, δύσκολη η προσταγή, φοβερός ο νόμος», ούτε σιώπησε, αλλά έδειξε και τη στοργή του για τους άλλους, και συγχρόνως απένειμε την οφειλομένη τιμή προς το διδάσκαλο, λέγοντας· «Και τίς δύναται σωθήναι»; Ενώ ακόμη δεν είχε γίνει ποιμένας, είχε ψυχή ποιμένος, και ενώ ακόμη δεν του είχε ανατεθεί η εξουσία έδειχνε την μέριμνα που αρμόζει σε άρχοντα, φροντίζοντας για ολόκληρη την οικουμένη. Εάν ήταν πλούσιος και διέθετε πολλά χρήματα, ίσως θα έλεγε κάποιος ότι έκαμνε την ερώτηση αυτή μεριμνώντας όχι για τους άλλους αλλά για τον εαυτόν του και φροντίζοντας για τα ιδικά του. Τώρα όμως η πενία του τον απαλλάσσει από αυτήν την υποψία, και αποδεικνύει ότι μεριμνούσε και ήθελε να μάθει την οδό της σωτηρίας από ενδιαφέρον για την σωτηρία των άλλων.  Γι' αυτό και ο Χριστός ενθαρρύνοντάς τον του είπε: «τα αδύνατα παρ' ανθρώποις, παρά τω Θεώ δυνατά έστι». Μη νομίσεις, ότι εγκαταλείπεσθε έρημοι· εγώ συμπαρίσταμαι στην προσπάθειά σας αυτήν και κάνω τα ακατόρθωτα κατορθωτά και μάλιστα εύκολα. Όταν πάλιν ο Χριστός ομιλούσε για το γάμο και τη γυναίκα και έλεγε «ο απολύων γυναίκα παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχάσθαι» (Ματθ. ε΄ 32) και συνεβούλευε να υπομένει κανείς κάθε κακία της γυναικός εκτός μόνον από την πορνεία, ο Πέτρος, ενώ οι άλλοι σιωπούσαν, πλησίασε τον Χριστό και του είπε: «ει ούτος έστιν η αιτία (σχέσις) του ανθρώπου μετά της γυναικός, ου συμφέρει γαμήσαι (να έλθη κανείς σε γάμο)». Πρόσεχε και εδώ πως και τη τιμή που αρμόζει σε διδάσκαλο απέδωσε, και για τη σωτηρία των άλλων φρόντισε, χωρίς και εδώ να μεριμνά για τον εαυτό του. Για να μην ειπεί λοιπόν και τώρα κάτι παρόμοιο, ανέτρεψε με την παραβολή εκ των προτέρων την αντίρρησή του. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίον ο Ευαγγελιστής είπε: «διά τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού», δείχνοντας ότι γι’ αυτό λέγει την παραβολήν αυτή, για να μάθεις ότι και αν «εβδομηκοντάκις επτά» την ημέρα συγχωρείς στον αδελφό σου τα αμαρτήματά του, δεν έκαμες ακόμη τίποτε μεγάλο, αλλά υστερείς πολύ, απερίγραπτα από την φιλανθρωπία του Κυρίου και δεν δίδεις τόσον όσο λαμβάνεις.

 
Ας ακούσουμε λοιπόν με προσοχή την παραβολή· διότι αν και φαίνεται πως από μόνη της είναι σαφής, έχει όμως κρυμμένο μέσα της και κάποιον ανέκφραστο θησαυρό νοημάτων. «Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, όστις ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού». Μη προσπεράσεις επιπόλαια την φράση, αλλά ανάπτυξε παρακαλώ το δικαστήριο εκείνο και, εισερχόμενος στη συνείδησή σου, αναλογίσου όσα έχεις πράξει σε όλη σου την ζωή· και όταν ακούσης ότι λογαριάζεται με τους δούλους του, να σκεφθείς ότι εννοεί και βασιλείς, και στρατηγούς, και επάρχους, και πλουσίους και πτωχούς, και δούλους και ελευθέρους: «Πάντας γαρ ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού»... (Β΄ Κορ. ε΄ 10) Βάλε με τον νου σου πώς θα είναι τότε το δικαστήριο, αναλογίσου όλα τα αμαρτήματα που έχεις κάμει. Και αν μάλιστα εσύ λησμονήσεις όσα επλημέλησες, ο Θεός δε θα τα λησμονήσει ποτέ, αλλά θα τα στήση όλα ενώπιον των οφθαλμών μας, εάν δεν προλάβομε να τα εξαλείψομε τώρα με μετάνοια και εξομολόγηση και με το να μη μνησικακούμε ποτέ προς τους συνανθρώπους μας. Για ποιό λόγο όμως κάμει το λογοθέσιον; Όχι επειδή ο ίδιος αγνοεί (πώς θα αγνοούσε αυτός που γνωρίζει τα πάντα πριν γίνουν;), αλλά για να πείσει εσέ τον δούλο του ότι δικαίως οφείλεις αυτό που οφείλεις. Ή καλλίτερα όχι μόνον για να μάθεις, αλλά και για να καθαριστείς τελείως· επειδή και τον προφήτη γι’ αυτό τον πρόσταξε να λέγει τα αμαρτήματα των Ιουδαίων: Διότι λέγει «λέγε τας ανομίας αυτών τω οίκω Ιακώβ και τας αμαρτίας αυτών τω οίκω Ισραήλ» (Ησ. νη΄ 1) όχι μόνον για να ακούσουν, αλλά για να διορθωθούν.

«Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν, προσηνέχθη αυτω εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων» [Η ανωτάτη νομισματική μονάς. Ένα τάλαντο στην Ελλάδα του 4ου π.Χ. αιώνος ισοδυναμούσε με 42,5 κιλά χρυσού]. Αραγε πόσα του είχε εμπιστευθεί, αφού κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ο όγκος του χρέους· και δεν ήταν μόνον αυτό το φοβερό, αλλά το ότι τον έφεραν και πρώτο στον Κύριό του. Επειδή εάν μεν τον έφερναν ύστερα από πολλούς άλλους που φάνηκαν ευγνώμονες, δεν θα ήταν τόσο θαυμαστό το να μη εξοργισθεί ο Κύριος, επειδή η ευγνωμοσύνη των προηγουμένων θα τον είχε κάνει ημερότερο προς τους αγνώμονες που ηκολούθησαν· το να φανεί όμως αχάριστος αυτός που εισήλθε πρώτος και μολονότι φάνηκε τόσο αγνώμων να αντιμετωπιστεί με τόση φιλανθρωπία από τον Κύριό του, αυτό είναι το ιδιαιτέρως θαυμαστό και παράδοξο.

Οι άνθρωποι λοιπόν, όταν εύρουν τους οφειλέτες τους, χαίρονται σαν να ευρήκαν κυνήγι και θήραμα και κάνουν τα πάντα για να απαιτήσουν όλο το χρέος. Και αν δε το κατορθώσουν εξ’ αιτίας της πτωχείας των οφειλετών, εκδηλώνουν την οργή τους για τα χρήματα στο ταλαίπωρο σώμα των δυστυχών εκείνων, βασανίζοντας και κτυπώντας και προξενώντας σ’ αυτό μύρια κακά. Ο Θεός όμως αντιθέτως, επενόησε και μετεχειρίσθη όλα τα μέσα για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Διότι σε μας, ο πλούτος είναι το να απαιτήσομε τα οφειλόμενα, ενώ για το Θεό, είναι πλούτος το να συγχωρήσει. Εμείς, όταν λάβομε τα οφειλόμενα, τότε γινόμεθα ευπορώτεροι· ενώ ο Θεός όταν συγχωρήσει τα αμαρτήματα, τότε κυρίως πλουτίζει. Επειδή πλούτος του Θεού είναι η σωτηρία των ανθρώπων, όπως λέγει ο Παύλος: «ο πλουτών εις πάντας, και επί πάντας τους επικαλουμένους αυτόν» (Ρωμ. ι΄ 12).

Αλλά ίσως κάποιος ειπεί: και πως αυτός που θέλει να χαρίσει και να συγχωρήσει τα ανομήματα διέταξε να τον πωλήσουν; Αυτό ακριβώς είναι που φανερώνει πάρα πολύ την φιλανθρωπία του. Όμως ας μη βιαζόμεθα, αλλά ας προχωρούμε με την σειρά στην διήγηση της παραβολής: «Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι» λέγει. Τί σημαίνει «μη έχοντος αυτού αποδούναι». Πάλιν επίτασιν αγνωμοσύνης· επειδή όταν λέγει ότι δεν ημπορούσε να τα επιστρέψει, δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά ότι ήταν στερημένος κατορθωμάτων και δεν είχε κανένα έργον αγαθόν, για να λογαριασθεί στην απαλλαγή των αμαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται,οπωσδήποτε λογαριάζονται τα κατορθώματα για την απαλλαγή των αμαρτημάτων μας, όπως και η πίστη λογαριάζεται για δικαιοσύνη. «Τω γαρ μη εργαζομένω, πιστεύοντι δε επί τον (Θεόν τον) δικαιούντα τον ασεβή, λογίζεται η πίστις αυτού εις δικαιοσύνην» (Ρωμ. δ΄ 5). Και τί λέγω για πίστη και κατορθώματα, αφού και οι θλίψεις μας λογαριάζονται για την εξάλειψη των αμαρτημάτων; Και αυτό το φανερώνει ο Χριστός με την παραβολή του Λαζάρου, παρουσιάζοντας τον Αβραάμ να λέγει προς τον πλούσιο, ότι ο Λάζαρος απήλαυσε στην ζωή του τα κακά και γι’ αυτό εδώ ηύρε παρηγορία. Το φανερώνει και ο Παύλος γράφοντας στους Κορινθίους για εκείνο που πόρνευσε, προς τους οποίους λέγει τα εξής: «παράδοτε τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή» (Α΄ Κορ. ε΄ 5). Και άλλους επίσης που ημάρτησαν τους παρηγορεί λέγοντας «δια τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι (ελαφρά και βαρειά) και κοιμώνται ικανοί. Ει γάρ εαυτούς εκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα· κρινόμενοι δε υπό Κυρίου, παιδευόμεθα, ίνα μη συν τω κόσμω κατακριθώμεν» (Α΄ Κορ. ια΄ 30-32). Εάν δηλαδή κρίναμε εμείς τους εαυτούς μας, δεν θα εκρινόμεθα· γι’ αυτό κρινόμενοι από τον Κύριο παιδευόμεθα (εδώ), για να μη καταδικασθούμε μαζί με τον κόσμο. Και εάν ο πειρασμός και η νόσος και η ασθένεια και ο αφανισμός του σώματος, τα οποία υπομένουμε ακουσίως, χωρίς να τα δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, μας λογαριάζονται στην εξάλειψη της αμαρτίας, πολύ περισσότερο τα κατορθώματα, τα οποία πραγματοποιούμε εκουσίως και με την ιδική μας προσπάθεια.

Αυτός όμως και στερημένος από κάθε αγαθόν ήταν, και αφόρητο φορτίο αμαρτημάτων είχε· γι’ αυτό λέγει «μη έχοντος αυτού αποδούναι, εκέλευσεν αυτόν πραθήναι»· αυτό μας φανερώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την φιλανθρωπία του Δεσπότου, ότι και τον κάλεσε να λογοδοτήσει και να πωληθεί διέταξε. Επειδή και τα δύο τα έκαμε ώστε αυτός να μη πωληθεί. Από πού γίνεται αυτό φανερό; Από το τέλος· διότι αν ήθελε να πωληθεί αυτός, ποίος του το απαγόρευε; ποίος τον εμπόδιζε;

Γιατί λοιπόν διέταξε να πωληθεί, αφού δεν επρόκειτο να το κάνει; Με την απειλή του αύξησε το φόβο για να τον παρακινήσει σε ικεσία· τον παρεκίνησε δε σε ικεσία, για να λάβει από αυτό αφορμή συγχωρήσεως. Βεβαίως ημπορούσε και πριν από την παράκληση να τον απαλλάξει από το χρέος, αλλά δεν το έπραξε για να μη πέσει σε χειρότερα. Ημπορούσε και πριν από το λογοθέσιο να δώσει τη συγχώρηση, αλλά για να μη γίνει απανθρωπότερος και ωμότερος προς τους συνανθρώπους του αγνοώντας το πλήθος των αμαρτημάτων του, γι’ αυτό τον βοήθησε πρώτα να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του χρέους του, και τότε του το χάρισε όλο. Διότι εάν αφού πρώτα έγινε η λογοδοσία και απεκαλύφθη το χρέος και άκουσε την απειλή, και έγινε φανερά η καταδίκη της οποίας ήταν άξιος, φάνηκε τόσον άγριος και σκληρός προς τον σύνδουλό του, σε πόση αγριότητα θα είχε φθάσει, αν τίποτε από αυτά δεν είχε συμβεί;

Γι’ αυτό τα έκαμνε όλα αυτά ο Θεός και τα επιχειρούσε, για να συγκρατήσει εκ των προτέρων εκείνη τη σκληρότητα. Εάν όμως με κανένα από αυτά δε διορθώθηκε, αίτιος δεν είναι ο διδάσκαλος, αλλά εκείνος που δεν εδέχθη την διόρθωση.

Ας ιδούμε όμως πώς προσπαθεί να θεραπεύσει την πληγή. «Πεσών ουν», λέγει, «παρά τους πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ εμοί, και πάντα σοι αποδώσω». Και μάλιστα δεν είπε ότι δεν είχε να του τα επιστρέψει· έτσι όμως συνηθίζουν να κάνουν όσοι χρεωστούν· και αν ακόμη δεν ημπορούν να επιστρέψουν τίποτε, υπόσχονται, ώστε να απαλλαγούν από τα παρόντα δεινά. Ας ακούσομε όσοι ραθυμούμε στην προσευχή, πόση είναι η δύναμη των παρακλήσεων. Αυτός δεν επέδειξε νηστεία, ούτε ακτημοσύνη, ούτε τίποτε παρόμοιο, αλλά αν και ήταν έρημος και γυμνός από κάθε αρετή, επειδή μόνο παρεκάλεσε τον Κύριο, κατόρθωσε να το παρακινήσει σε ευσπλαχνία. Ας μην αποκάμνομε λοιπόν στις παρακλήσεις. Διότι ποίος θα ημπορούσε να γίνει αμαρτωλότερος από αυτόν, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τόσα ανομήματα, ενώ κατόρθωμα δεν είχε κανένα, ούτε μικρόν, ούτε μεγάλο; Δεν είπε όμως μέσα του «δεν έχω παρρησία, είμαι γεμάτος εντροπή, πώς ημπορώ να τον πλησιάσω; πώς ημπορώ να παρακαλέσω;», πράγμα που πολλοί επιβαρημένοι με αμαρτίες το λέγουν, πάσχοντες από διαβολική ευλάβεια. Σου λείπει η παρρησία; Γι’ αυτό πλησίασε, για να αποκτήσεις παρρησία πολλή. Μήπως είναι άνθρωπος αυτός που πρόκειται να συμφιλιωθεί μαζί σου, για να εντραπείς και να κοκκινίσεις; Είναι ο Θεός, που περισσότερο από εσένα θέλει να σε απαλλάξει από τα ανομήματα. Δεν επιθυμείς εσύ τόσον την ασφάλειά σου, όσον εκείνος ποθεί την σωτηρία σου. Και αυτό μας το δίδαξε με τα ίδια του τα έργα.
Δεν έχεις παρρησία; Γι’ αυτό ακριβώς θα ημπορέσεις να αποκτήσεις παρρησία, επειδή έχεις αυτήν την αίσθησι· διότι η μεγαλυτέρα παρρησία είναι το να μη νομίζεις ότι έχεις παρρησία. Όπως ακριβώς η μεγαλυτέρα καταισχύνη είναι το να δικαιώνει κανείς τον εαυτό του ενώπιον του Κυρίου· εκείνος είναι ακάθαρτος, έστω και αν είναι ο αγιώτερος από όλους τους ανθρώπους· όπως ακριβώς δίκαιος γίνεται εκείνος που έπεισε τον εαυτόν του ότι είναι ο τελευταίος από όλους. Και μάρτυρες για τα λεγόμενα είναι ο Φαρισαίος και ο Τελώνης. Μην απελπιζόμεθα λοιπόν για τις αμαρτίες μας, ούτε να απογοητευόμεθα, αλλά ας προσερχώμεθα στο Θεό, ας γονατίζομε ενώπιόν του, ας παρακαλούμε, καθώς έκαμε και αυτός, αφού μέχρι το σημείο αυτό έδειξε τη καλή του διάθεση. Και το ότι δεν έχασε το θάρρος του, και το ότι δεν απελπίσθηκε, και το ότι ομολόγησε τις αμαρτίες του, και το ότι ζήτησε κάποια αναβολή και παράταση, όλα αυτά είναι καλά και φανερώνουν συντριβή διανοίας και ψυχή ταπεινωμένη. Αυτά που ακολούθησαν όμως δεν είναι όμοια με τα προηγούμενα. Διότι όσα συγκέντρωσε με την ικεσία, αυτά τα σκόρπισε όλα σε μία στιγμή με την οργή κατά του πλησίον.

Αλλά ας έλθομε πρώτα στον τρόπον της συγχωρήσεως· ας ιδούμε πώς τον απήλλαξαν από το χρέος και από ποιά αιτία οδηγήθηκε ο Κύριος σ’ αυτό. «Σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού», λέγει, «απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτώ». Εκείνος εζήτησε αναβολήν, αυτός έδωσε συγχώρησι δηλαδή έλαβε περισσότερον από αυτό πού εζήτησε. Γι’ αυτό και ο Παύλος λέγει: «τω δυναμένω πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν». Διότι ούτε να φανταστείς δεν ημπορείς τόσα πολλά, όσα εκείνος είναι έτοιμος να σου δώσει. Μην εντραπείς λοιπόν, μη κοκκινήσης· ή μάλλον να εντρέπεσαι για τις αμαρτίες σου, να μην απελπίζεσαι όμως, ούτε να απομακρυνθείς από την προσευχή, αλλά πλησίασε, έστω και να του δώσεις την ευκαιρία να επιδείξει την φιλανθρωπία του με την συγχώρηση των αμαρτιών σου. Εάν όμως φοβηθείς να τον πλησιάσεις, τότε εμπόδισες την αγαθότητά του, συνεκράτησες την αφθονία της καλοσύνης του, όσον βεβαίως εξαρτάται από εσένα.

Ας μη δειλιάζομε λοιπόν, ούτε να διστάζομε στις προσευχές. Επειδή, και αν ακόμη πέσομε σ’ αυτό το ίδιο το βάραθρο της κακίας, έχει τη δυνατότητα γρήγορα να μας ανασύρει από εκεί. Κανείς δεν έκαμε τόσες αμαρτίες, όσες αυτός· διότι πράγματι διέπραξε κάθε είδος πονηρίας· αυτό φανερώνουν τα μύρια τάλαντα. Κανείς δεν ήταν τόσον έρημος όσον αυτός, δεν είχε να πληρώσει το χρέος του. Αλλ’ όμως αυτόν που είχε προδοθεί από παντού, ημπόρεσε να τον σώσει η δύναμη της προσευχής. Και έχει τόσο μεγάλες δυνατότητες η προσευχή, θα ειπεί κάποιος, ώστε να απαλλάξει από την ποινή και την τιμωρία αυτόν που με έργα και με μύριους τρόπους ήλθε σε σύγκρουση με τον Κύριο; Ναι, άνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες έχει. Διότι δεν κατορθώνει αυτή μόνη της τα πάντα, αλλ’ έχει σύμμαχο και πολύ μεγάλο βοηθό την φιλανθρωπία του δεχομένου την προσευχή Θεού, η οποία και τα κατόρθωσε όλα στην περίπτωσιν αυτήν, και κατέστησε ισχυρά την προσευχή. Αυτό λοιπόν υπονοούσε όταν έλεγε «σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού απέλυσεν αυτόν, και το δάνειον αφήκεν αυτώ», για να μάθεις ότι μαζί με την προσευχή και πριν από την προσευχή όλα τα έκαμνε η φιλανθρωπία του Κυρίου. «Εξελθών δε εκείνος εύρε ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλε αυτώ εκατόν δηνάρια· και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι, ει τι (ότι) οφείλεις». Αραγε τί θα ημπορούσε να υπάρξει αισχρότερο από αυτό; ενώ η ευεργεσία ηχούσε ακόμη στην ακοή του, λησμόνησε την φιλανθρωπία του Κυρίου.

Βλέπεις πόσον μεγάλο αγαθόν είναι το να ενθυμείτε κανείς τις αμαρτίες του; Διότι και αυτός, εάν τις είχε διαρκώς στη μνήμη του, δεν θα γινόταν τόσον σκληρός και απάνθρωπος. Γι’ αυτό συνεχώς λέγω, και δεν θα παύσω να το λέγω, ότι είναι πάρα πολύ χρήσιμο και αναγκαίο το να κρατούμε διαρκώς στη μνήμη μας όλα μας τα πταίσματα· διότι τίποτε δεν ημπορεί να καταστήσει την ψυχή τόσον φιλόσοφο καιεπιεική και ήπια, όσον η διαρκής μνήμη των αμαρτημάτων. Γι’ αυτό ο Παύλος κρατούσε στη μνήμη του όχι μόνον τα μετά το λουτρό του βαπτίσματος αμαρτήματα, αλλά και αυτά που προηγήθησαν από αυτό, μολονότι βεβαίως είχαν εξαφανισθεί ολοτελώς. Εάν δε εκείνος κρατούσε στη μνήμη του τα πριν από το βάπτισμα, πόσο μάλλον εμείς πρέπει να μη λησμονούμε τα μετά το βάπτισμα· διότι με την ανάμνηση όχι μόνον τα εξαφανίζουμε, αλλά και προς όλους τους ανθρώπους θα συμπεριφερόμεθα με περισσότερη επιείκεια, και το Θεό θα τον υπηρετήσομε με μεγαλύτερη αφοσίωση, αφού μαθαίνουμε πολύ καλά με την ανάμνησή τους την ανέκφραστο φιλανθρωπία του.

Αυτό το πράγμα όμως εκείνος δεν το έκαμε, αλλά ξεχνώντας το μέγεθος των οφειλών του λησμόνησε και την ευεργεσία. Και αφού λησμόνησε την ευεργεσία, έγινε κακός με τον σύνδουλό του και με την κακία που έδειξε σ’ εκείνον έχασε όλα όσα κέρδισε από την φιλανθρωπία του Θεού. «Κρατήσας γαρ αυτόν έπνιγε λέγων, απόδος μοι, ει τι οφείλεις». Δεν είπε «δώσε μου πίσω τα εκατό δηνάρια», επειδή ντρεπόταν το ασήμαντον του χρέους, αλλά «ότι οφείλεις». «Ο δε πεσών επί τους πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν, λέγων· μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω». Με τα ίδια λόγια, που ηύρε και εκείνος την συγχώρηση, με τα ίδια και αυτός αξιώνει να σωθεί. Εκείνος όμως από την υπερβολική του σκληρότητα ούτε με αυτά τα λόγια κάμφθηκε, ούτε σκέφθηκε ότι ο ίδιος με τα λόγια αυτά σώθηκε. Και αν ακόμη τον συγχωρούσε, ούτε έτσι θα ήταν φιλανθρωπία αλλά οφειλή και χρέος. Διότι εάν το έκαμνε αυτό πριν γίνει η λογοδοσία και πριν ληφθεί εκείνη η απόφαση και απολαύσει τόσο μεγάλη ευεργεσία, το γεγονός θα μπορούσε να αποδοθεί στην ιδική του μεγαλοψυχία. Τώρα όμως, μετά από τόσον μεγάλη δωρεά και άφεση τόσων πολλών αμαρτημάτων, ήταν πλέον υποχρεωμένος να φερθεί στον σύνδουλό του με ανεξικακία, σαν κάποια αναγκαία οφειλή. Αλλ’ όμως ούτε αυτό έκαμε, ούτε σκέφθηκε πόση ήταν η διαφορά της αφέσεως την οποίαν και αυτός απήλαυσε και που έπρεπε να δείξει στο σύνδουλό του. Διότι όχι μόνον στο ποσό των οφειλών, ούτε στο αξίωμα των προσώπων, αλλά και σ’ αυτόν τον ίδιον τον τρόπο θα ημπορούσε κανείς να ιδεί μεγάλη διαφορά. Επειδή εκείνα μεν ήσαν μύρια τάλαντα, ενώ αυτά εκατό δηνάρια [Ρωμαϊκόν αργυρούν νόμισμα βάρους περίπου 4,5 γραμμαρίων]. Και αυτός μεν προσέβαλε τον Κύριο του, ενώ ο οφειλέτης τον σύνδουλό του· αυτός επομένως, αφού είχε ευεργετηθεί είχε υποχρέωση να του χαρισθεί· ενώ ο Κύριος τον είχε απαλλάξει από όλο το χρέος χωρίς να ιδεί να γίνεται εκ μέρους του κάποιο μικρό ή μεγάλο αγαθό.

Δεν έβαλε όμως τίποτε από αυτά στο νου του, αλλά εντελώς τυφλωμένος από την οργή τον έπιασε από το λαιμό και τον έκλεισε στην φυλακή. Βλέποντας όμως οι σύνδουλοί του, λέγει, αγανάκτησαν· και τον καταδικάζουν πριν από τον Κύριο οι σύνδουλοι, για να μάθεις πόσον ήμερος είναι ο Κύριος. Όταν ο Κύριός του τα άκουσε αυτά τον κάλεσε και λογαριάζεται πάλι μαζί του, και δεν αποφασίζει έτσι απλώς την καταδίκη, αλλά προηγουμένως δικαιολογείται. Και τί λέγει «Δούλε πονηρέ, πάσαν οφειλήν εκείνην αφήκα σοι». Ποίος θα ημπορούσε να δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη από αυτήν του Κυρίου; Όταν του όφειλε τα μύρια τάλαντα, ούτε καν με λόγο τον ελύπησε, ούτε πονηρόν τον απεκάλεσε, αλλά μόνον διέταξε να πωληθή· και αυτό, για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Όταν όμως έγινε κακός στον σύνδουλό του, τότε οργίζεται και θυμώνει· για να μάθεις ότι ευκολότερα συγχωρεί τα αμαρτήματα που έγιναν σ’ αυτόν παρά αυτά που έγιναν στους συνανθρώπους μας. Και δεν το κάνει μόνον εδώ αυτό αλλά και σε άλλη περίπτωση. «Εάν γαρ προσφέρεις το δώρο σου», λέγει, «επί το θυσιαστήριο, κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, ύπαγε, πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου» (Ματθ. ε΄ 23-24). Βλέπεις πως προτιμά παντού τα ιδικά μας από τα ιδικά του και δεν θεωρεί τίποτε ανώτερο από την ειρήνη και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο; και αλλού πάλιν· «ο απολύων την γυναίκα αυτού παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχευθήναι» (Ματθ. ε΄ 32). Και με τον Παύλο νομοθέτησε έτσι· «ει τις ανήρ γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκει οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν» (Α΄ Κορ. ζ΄ 12). Εάν πορνεύσει, λέγει να την διώξεις, εάν όμως είναι άπιστος, μη την διώξεις· εάν δηλαδή αμαρτήσει σε σένα, χώρισέ την· εάν αμαρτήσει σε μένα, κράτησέ την. Έτσι και εδώ όταν αμάρτησε τόσον πολύ σ’ αυτόν, τον συνεχώρησε· όταν αμάρτησε στον σύνδουλό του με λιγότερα και μικρότερα αμαρτήματα από αυτά που αμάρτησε στον Κύριο του, δεν τον συγχώρησε, αλλά τον τιμώρησε αυστηρά. Και εδώ μεν τον απεκάλεσε πονηρό, ενώ εκεί ούτε καν με λόγια δεν τον λύπησε. Γι’ αυτό και εδώ προστίθεται και τούτο, ότι ωργίσθη και τον παρέδωσε στους βασανιστάς· ενώ όταν του ζητούσε να απολογηθεί για τα μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δεν προσέθεσε, για να μάθεις ότιεκείνη μεν η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα οργής, αλλά φροντίδας που απέβλεπε στην συγχώρησιν· αυτή λοιπόν, η προς τον σύνδουλό του αμαρτία ήταν που τον εξόργισε τόσον πολύ.

Αραγε τί θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από την μνησικακία, αφού ανακαλεί και την ήδη αποφασισμένη φιλανθρωπία του Θεού, και αυτά που δεν κατόρθωσαν να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσει η κατά του πλησίον οργή; Μολονότι έχει γραφή ότι «αμεταμέλητα τα χαρίσματα του Θεού» (Ρωμ. ια΄ 29). Πώς λοιπόν εδώ μετά την ανακοίνωση της δωρεάς, μετά την εκδήλωση της φιλανθρωπίας, ανεκλήθη πάλιν η απόφαση; Εξ’ αιτίας της μνησικακίας· ώστε δε θα έσφαλλε κάποιος αν ονόμαζε αυτή πιο φοβερά από κάθε αμαρτίαν· διότι όλες οι άλλες κατέστη δυνατόν να βρουν συγχώρηση, ενώ αυτή όχι μόνον δεν μπόρεσε να επιτύχει συγνώμη, αλλά και τις άλλες, που είχαν αφανισθεί ολοτελώς, τις ανανέωσε πάλι.
Ώστε η μνησικακία είναι διπλό κακό, διότι και καμία απολογία δεν έχει ενώπιον του Θεού, και τα υπόλοιπα αμαρτήματα μας, και αν ακόμη συγχωρηθούν, πάλι τα ανακαλεί και τα στρέφει εναντίον μας· πράγμα το οποίον έκαμε και εδώ. Επειδή τίποτε, τίποτε δεν μισεί και αποστρέφεται ο Θεός, όσον άνθρωπο που είναι μνησίκακος και διατηρεί την οργή του. Αυτό μας το έδειξε εδώ ιδιαιτέρως, αλλά και στην προσευχή που μας παρέδωσε παρήγγειλε να λέγομε έτσι: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».

Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, και αφού γράψουμε την παραβολή αυτή στις καρδιές μας, όταν έλθουν στον νου μας όσα έχουμε πάθει από τους συνδούλους μας, ας αναλογισθούμε και αυτά που έχουμε κάνει στον Κύριον· και με τον φόβο των ιδικών μας αμαρτημάτων θα μπορέσουμε να απομακρύνομε γρήγορα τον θυμό για τα ξένα παραπτώματα. Εάν πρέπει να ενθυμούμεθα αμαρτήματα, μόνον τα ιδικά μας πρέπει να ενθυμούμεθα. Διότι εάν κρατήσομε στη μνήμη τα ιδικά μας, ποτέ δεν θα δώσομε σημασία στα ξένα· όπως ακριβώς εάν λησμονήσομε τα ιδικά μας, εύκολα εκείνα θα εισχωρήσουν στους λογισμούς μας. Πράγματι, και αυτός εάν είχε κρατήσει στη μνήμην του τα μύρια τάλαντα, δε θα ενθυμείτο τα εκατό δηνάρια· επειδή όμως τα λησμόνησε εκείνα, γι’ αυτό έπιασε από το λαιμό τον συνδούλον του, και θέλοντας να  απαιτήσει τα ολίγα, ούτε αυτό επέτυχε, αλλά επέσυρε στην κεφαλή του και τον όγκο των μυρίων ταλάντων. 
Γι’ αυτό θα τολμούσα να ειπώ ότι αυτή είναι η φοβερότερη από όλες τις αμαρτίες· ή μάλλον δεν το λέγω αυτό εγώ, αλλά ο Χριστός το φανέρωσε με την παραβολή αυτή. Διότι αν δεν ήταν φοβερότερη από μύρια τάλαντα, εννοώ από τα αναρίθμητα αμαρτήματα, δε θα ανακαλούσε εξ αιτίας της και εκείνα. Τίποτε λοιπόν ας μη φροντίζομε τόσον, όσον το να καθαρεύομε από την οργή, και το να συμφιλιωνόμεθα προς εκείνους που είναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πως ούτε η κοινωνία των μυστηρίων, ούτε τίποτε άλλο από αυτά, θα ημπορέσει να μας βοηθήσει εκείνη την ημέρα. Όπως πάλιν εάν νικήσομε αυτήν την αμαρτία, έστω και αν έχομε μύρια πλημμελήματα, θα ημπορέσομε να επιτύχομε κάποια συγγνώμη. Και δεν είναι ιδικός μας ο λόγος, αλλά του ιδίου του Θεού, ο οποίος πρόκειται να μας κρίνει. Διότι όπως είπε εδώ, ότι «ούτω ποιήσει και ο πατήρ μου, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών», έτσι και αλλού λέγει «εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος» (Ματθ. στ΄ 14).

Για να έχομε λοιπόν και εδώ γαλήνια και ήρεμη ζωή και εκεί να επιτύχομε συγχώρηση και άφεση, ας προσπαθούμε και ας φροντίζομε να συμφιλιωνόμεθα με όσους εχθρούς έχουμε· διότι έτσι και τον Κύριο μας θα συμφιλιώσομε μαζί μας, και τα μέλλοντα αγαθά θα επιτύχομε, των οποίων είθε όλοι να αξιωθούμε «χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων». Αμήν. 


(4ος – 5ος αιών – ΕΠΕ, Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, τομ. 26, σελ.18, Απόσπασμα από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελ. 229-242, Εκδότης: Ι. Μ. ΧΙΛΙΑΝΔΑΡΙΟΥ Ι. ΚΕΛΛΙΟΝ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΠΟΥΡΑΖΕΡΗ)


Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΤΘΙΑΣ (9 Αὐγούστου)




Πώς ο Ματθίας κατατάχθηκε στο χορό των δώδεκα Αποστόλων, το γνωρίζουμε από τις Πράξεις των Αποστόλων.

Μετά την προδοσία και τον απαγχονισμό του Ιούδα και μετά την Ανάληψη του Κυρίου, οι έντεκα μαθητές με την Παναγία βρίσκονταν στο υπερώον. Τότε ο Πέτρος πρότεινε να εκλεγεί άλλος αντί του Ιούδα, από τους άνδρες που ακολουθούσαν υπηρετώντας το Χριστό. Η πρόταση έγινε δεκτή και τέθηκαν δύο υποψήφιοι: ο Ιωσήφ ο καλούμενος Βαρσαββάς και ο Ματθίας. Τότε έβαλαν κλήρο, και δίνοντας σε όλους εμάς παράδειγμα εναπόθεσης κάθε εκλογής μας στο Θεό, προσευχήθηκαν όλοι μαζί ως εξής: «Σὺ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξαν ὃν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δυὸ ἕνα, λαβεῖν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καὶ ἀποστολῆς» (Πράξεις των Αποστόλων, α' 23-26). Δηλαδή: Συ Κύριε, που γνωρίζεις τις καρδιές όλων, φανέρωσε καθαρά εκείνον που εξέλεξες, ένα από αυτούς τους δύο, για να επωμισθεί το αξίωμα της αποστολικής διακονίας. Στη συνέχεια ο κλήρος έπεσε στο Ματθία. Και έτσι προστέθηκε στους έντεκα Αποστόλους.

Από τη μετέπειτα ζωή του Ματθία, γνωρίζουμε ότι κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αιθιοπία, όπου και τελείωσε τη ζωή του μαρτυρικά.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείω Πνεύματι, κεκληρωμένος, συνεπλήρωσας, τῶν Ἀποστόλων, τὴν δωδεκάριθμον φάλαγγα ἔνδοξε, μεθ' ὧν κηρύξας τοῦ Λόγου τὴν κένωσιν, ἐθαυμαστώθης Ματθία Ἀπόστολε. Ἀλλὰ πρέσβευε, δοθήναι τοὶς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε ἅγιε Ματθία, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Φωταυγὴς ὡς ἥλιος, εἰς πάντα κόσμον, ἐξελθὼν ὁ φθόγγος σου, καταφωτίζει τῶν ἐθνῶν, τὴν Ἐκκλησίαν ἐν χάριτι, θαυματοφόρε, Ματθία Ἀπόστολε.
 

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

«ΠΟΙΜΑΙΝΕ ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ ΜΟΥ» (Ἰω. 21, 16). Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

Picture





π. Νικηφόρου Νάσσου Ἱερομονάχου



Στούς ἀκάματους πνευματικούς πατέρες, τούς παρέχοντας στίς ψυχές «Δρόσον Ἀερμών» μέσα στον καύσωνα τῆς ἁμαρτίας, εὐλαβῶς ἀφιεροῦται



ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Tό ἀψευδές στόμα τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶπε στόν κρυφό μαθητή Του Νικόδημο αὐτά τά ἀθάνατα ρήματα: «Ἐάν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Αὐτήν τήν ἄνωθεν «γέννηση», ἀπεργάζεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ γιά τά μέλη της, τούς πιστεύοντας ὀρθοδόξως «εἰς Τριάδα ὁμοούσιον καί ἀχώριστον». Αὐτή τήν ἀναγέννηση διακονοῦν ποιμαντικῶς καί θεολογικῶς τά ἐντεταλμένα ἐκεῖνα πρόσωπα πού λαμβάνουν ἀπό τήν Ἐκκλησία τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος, ὥστε να καταστοῦν «Υἱοί παρακλήσεως» μέ τή Χάρη τοῦ Παρακλήτου, μυσταγωγοί και διδάσκαλοι, θεραπευτές καί διάκονοι τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας τῶν ἀθανάτων ψυχῶν. Αὐτά ὅλα συντελοῦνται μέσα στό κυριακο σῶμα, τήν Ἁγία Ἐκκλησία, τήν Μητέρα καί τροφό μας.

Εἶναι σοφό αὐτό πού ἔχει εἰπωθεῖ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία σώζει τόν ἄνθρωπο, ὄχι μέ αὐτό πού ἔχει, ἀλλά μέ αὐτό πού εἶναι. Καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, κατά τόν μεγάλο Πατέρα καί Οἰκουμενικό Διδάσκαλο, ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, εἶναι «ἰατρεῖον πνευματικόν»1, δηλαδή, ἕνα Νοσοκομεῖο θά λέγαμε, ἕνα ἱερό καθίδρυμα πού παρέχει ἐν Χριστῷ τήν θεραπεία τῶν ἀνθρώπων.

Στό πόνημα αὐτό, τό διαρθρωμένο σε ὀκτώ Κεφάλαια, γίνεται λόγος γιά τήν πνευματική πατρότητα, τή διαμόρφωσή της θεσμικῶς καί τόν πολυσήμαντο ρόλο της μέσα στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐπίσης γιά τά χαρίσματα τῶν πνευματικῶν πατέρων καί τή θεραπευτική τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας - ἐξομολογήσεως μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας καί ἄλλα σχετικά. Μεγάλο ἔργο καί ὑψηλό λίαν ἡ πνευματική πατρότητα! Πρόκειται περί τοῦ λειτουργήματος τῆς «ἰατρικῆς ἐν Πνεύματι ἐπιστήμης» ὅπως ἐπί λέξει ἀναφέρεται ἡ ποιμαντική τέχνη μέ ἰατρική ὁρολογία, στούς ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτό ἐπιδιώκουμε νά καταδειχθεῖ στήν παρούσα μελέτη πού κοντά στά ἄλλα βοηθήματα, θά εἶναι καί αὐτή, πιστεύουμε χρήσιμη στούς πνευματικούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Θά ἀναφερθοῦν, ἐν προκειμένῳ, κατά τή διαπραγμάτευση τοῦ θέματός μας, θέσεις καί χωρία Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, αὐτῶν τῶν ἐραστῶν τοῦ θείου κάλλους, καί πραγματικῶν καθοδηγῶν τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης καί ἀπόψεις συγχρόνων καθητῶν - θεραπόντων τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης, γιά νά φανερωθεῖ ὡς πρός τή σπουδαιότητά του τό μέγιστο ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν τό ὁποῖο ἀρχίζει ὁ Τριαδικός Θεός καί τό συνεχίζουν τά ἐντεταλμένα πρόσωπα, πάντοτε μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, δέν ὑπάρχει σωτηρία, θεραπεία, λύτρωση, ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἀναγωγή πρός Θεόν, μέθεξη τοῦ ἀκτίστου χαρισματικῶς, ἀνάβαση πρός τόν οὐρανό. Διότι κατά τόν χρυσορρήμονα πατέρα, Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, «οὐδέν Ἐκκλησίας ἰσχυρότερον. Ἐλπίς σου ἡ Ἐκκλησία, ἡ σωτηρία σου ἡ Ἐκκλησία, ἡ καταφυγή σου ἡ Ἐκκλησία»… Ὅλα πάντως συντελοῦνται μέσα στήν Ἐκκλησία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί μέ τήν βεβαία πίστη ὅτι ἕνας εἶναι ὁ Μέγας Ἰατρός! «Εἶς ἰατρός ἐστίν, σαρκικός τε καί πνευματικός, γεννητός καί ἀγέννητος, ἐν σαρκί γενόμενος Θεός, ἐν θανάτῳ ζωή ἀληθινή, καί ἐκ Μαρίας καί ἐκ Θεοῦ, πρῶτον παθητός καί τότε ἀπαθής, Ἰησοῦς Χριστός ὁ Κύριος ἡμῶν»2

Βόλος 29 Ἰουνίου 2014, Μνήμη τῶν Πρωτοκορυφαίων καί θεοκηρύκων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου,

ἱερομόναχος Νικηφόρος Νάσσος
-----------------------------------------------------------------------------------

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΟΣ

Ὅπως μέ τήν κατά σάρκα πατρότητα μεταδίδεται ἡ φυσική ζωή, ἔτσι καί μέ τήν κατά πνεῦμα πατρότητα μεταδίδεται ἡ πνευματική καί κατά Θεόν ζωή. Ὀρθά ἔχει λεχθεῖ ὅτι ἡ πνευματική πατρότητα, μιά βασική ἀρχή τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀπεικονίζει τη φανέρωση τοῦ δεσμοῦ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ Πατρός μέ ἐκείνη τοῦ Υίοῦ, ἡ ὁποία μεταδίδεται στούς ἀνθρώπους ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μέγας Βασίλεις προσδιορίζει στά «Ἀσκητικά» του ὡς ἑξῆς τόν πνευματικό πατέρα, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στήν πνευματική διακονία μετά τόν ἕνα Πατέρα τόν οὐράνιο: «Πατήρ γάρ ἐστίν ἀληθέστατος, πρῶτος μέν ὁ τῶν ἁπάντων Πατήρ∙ ὁ δεύτερος δέ μετ᾿ ἐκεῖνον ὁ τῆς πνευματικῆς καθοδηγούμενος πολιτείας».3

Ἡ ἐκκλησιαστική πατρότητα ἔχει ὡς σκοπό τή γέννηση τῶν πνευματικῶν τέκνων γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή καί τήν μέθεξή τους στή Βασλεία τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία βιοῦται ἀπό ἐδῶ προγευστικῶς, ὡς ἐπίσης καί τήν καθοδήγησή τους πρός τή σωτήριο κοινωνία μέ τήν Ἁγία Τριάδα, ἡ ὁποία γίνεται μέ ἀπόλυτο σεβασμό τῆς ἐλευθερίας καί τῆς προσωπικότητάς τους. Πρῶτος πνευματικός Πατέρας ὁ Ὁποῖος «ἐγέννησεν» ἄνωθεν τούς ἀποστόλους Του εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός! Ἐκεῖνος πρῶτος ὁμίλησε καί εἶπε στόν Νικόδημο ὅτι ἄν κάποιος δέν γεννηθεῖ «ἄνωθεν», δέν μπορεῖ νά δεῖ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!4 Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μέ τή σειρά τους ἀναγεννοῦν τούς δικούς τους πνευματικούς υἱούς καί αὐτοί ἄλλους μέσα στήν ἱστορία. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀναγεννήθηκε «ἐν Πνεύματι» ἀπό τόν «πολιστήν τῆς ἐρήμου», Μ. Ἀντώνιο καί στή συνεχεια ἐκεῖνος ἀναγέννησε δικά του πνευματικά τέκνα κοκ. Ὁ πνευματικός πατέρας ὀνομάζεται στήν παράδοσή μας καί «Γέροντας», τίτλος πού σήμερα κυρίως ἀποδίδεται σέ ἱερομονάχους καί καθηγουμένους ἱερῶν μονῶν.

Ὁ τρόπος, τώρα, τῆς πνευματικῆς γεννήσεως περιγράφεται σέ μία φράση στίς ἐπιστολές τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παῦλου: «Ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ Εὐαγγελίου». Αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ ἄνωθεν «γέννηση» συντελεῖται μέ συγκεκριμένο τρόπο, «ἐν Χριστῷ» καί μέ τή ζωή πού ὑποδεικνύεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ πνευματική πατρότητα, τότε ἐπιτυγχάνει τοῦ σκοποῦ της, ὅταν ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν χαρισματική ἕνωσή του μετά τοῦ Θεοῦ, ὅταν τόν φθάνει «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».5 Αὐτό ξεκινᾶ μέ τήν ἐξομολόγηση (ἐφόσον ἔχει προηγηθεῖ τό Ἅγιον Βάπτισμα, τό εἰσαγωγικό μυστήριο στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ)) καί καταλήγει στή θεία Κοινωνία, ὅπως θά δοῦμε πιό ἀναλυτικά σέ ἄλλο Κεφάλαιο. Πάντως, δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε ὅτι ὅπως δέν νοεῖται ζωή πνευματική μέσα στήν Ἐκκλησία χωρίς Μυστήρια, ἔτσι δέν νοεῖται μυστηριακή ζωή χωρίς τήν Μετάνοια πού ἐκφράζεται μυστηριακῶς μέ τήν ἱερά ἐξομολόγηση. Ἄν τό Βάπτισμα εἶναι ἡ εἴσοδος ἀπό τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στήν Ἐκκλησία, ἡ ἱερά ἐξομολόγηση εἶναι τό μέσον γιά νά ἐπανασυνδέεται μέ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁσάκις ἀποκόπτεται ἀπό αὐτό λόγῳ τῆς ἁμαρτίας. Καί ὅπως ὀρθά ἔχει γραφεῖ, ἡ συντήρηση τῆς κατά Χριστόν ζωῆς μέσα μας πραγματοποιεῖται ὅταν τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ διά τῆς Θ. Κοινωνίας ἀρδεύει τό ἐσωτερικό μας. Ἐκεῖνο, ὅμως, πού καθιστᾶ ἐνεργό τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μέσα μας εἶναι τό μυστήριο τῆς Μετανοίας, πού «ἑτοιμάζει τόπον» γιά νά κατοικήσει ὁ Χριστός ἐντός μας.6

Αὐτό διακονεῖ ἡ πνευματική πατρότητα μέσα στήν Ἐκκλησία. Εἶναι δέ, «τέχνη τεχνῶν και ἐπιστήμη ἐπιστημῶν», κατά τόν ἀετό τῆς Θεολογίας, ἅγιο Γρηγόριο τόν Ναζιανζηνό7. Ἡ πνευματική πατρότητα, ἔχει μιά ἐξέλιξη μέσα στήν ἱστορία, τήν ὁποία εὐθύς ἀμέσως θά παρακολουθήσουμε, ἐκκινώντας ἀπό τήν πρό πρό τῆς Χάριτος ἐποχή, τήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι διέθεταν καλή προαίρεση εἶχαν τήν αἴσθηση καί τήν ἐσωτερική «πληροφορία» τῆς πατρικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η ΒΙΒΛΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ

Α) ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Ἀπό τήν ἐποχή ἀκόμη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, βλέπουμε τήν πνευματική πατρότητα καί τά χαρακτηριστικά της, ὄχι βέβαια μέ τήν ἴδια ὁρολογία πού μετά ταῦτα ἐπικρατεῖ, ἀλλά πάντως κατά τό περιεχόμενό της. Μιά σχέση πνευματικοῦ πατρός μέ πνευματικό τέκνο, ἤ μαθητή, ὑπάρχει, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ Βίβλος, μεταξύ τοῦ ἁγίου καί θεόπτου προφήτου Μωϋσέως, τοῦ περάτου τοῦ ἱσραηλητικοῦ λαοῦ καί τοῦ Ἰησοῦ, υἱοῦ τοῦ Ναυῆ. Ἡ Γραφή παρουσιάζει ἐκεῖνον τόν Ἰησοῦ τῆς Π.Δ. ὡς «θεράποντα», δηλαδή ὑπηρέτη (πνευματικῶς) τοῦ Μωϋσέως, ὁ ὁποῖος «οὐκ ἐξεπορεύετο ἐκ τῆς σκηνῆς»8. Ὁ Μωϋσῆς, γιά νά δηλώσει τήν πνευματική γέννηση, ἀλλά καί τήν ἀποστολή τοῦ θεράποντός του (τοῦ πνευματικοῦ του παιδιοῦ ὅπως θά λέγαμε σήμερα), τοῦ ἀλλάζει τό ὄνομα. Ὁ πρώην Αὐσῆς, μετονομάζεται Ἰησοῦς. Ὁ θεόπτης προφήτης, ὁδηγεῖ τόν κατά πνεῦμα υἱό του, τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ἐπάνω στό ὄρος Σινᾶ τή στιγμή ὅπου θά εἰσέλθει στόν «θεῖο γνόφο», διότι μετά ἀπό λίγο ὅταν κατέλθουν ἀπό τό ὄρος, θά τόν καταστήσει διάδοχό του στήν ἱερή ἀποστολή τῆς ὀδηγίας τοῦ λαοῦ πρός τήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ. Δέν τό πραγματοποιεῖ αὐτό μόνος του, αὐτοβούλως, ἀλλά τόν διατάσσει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός. Διαβάζουμε τά ἑξῆς, ἐν προκειμένῳ, στό Βιβλίο τῶν Ἀριθμῶν: «Καί ἐλάλησε Κύριος πρός Μωϋσῆν λέγων, λαβέ πρός σεαυτόν τόν Ἰησοῦν, υἱόν Ναυῆ, ἄνθρωπον ὅς ἔχει πνεῦμα ἐν ἑαυτῷ καί ἐπιθήσεις τάς χεῖρας σου ἐπ᾿ αὐτόν, καί στήσεις αὐτόν ἔναντι Ἐλεάζαρ τοῦ ἱερέως καί ἐντελῇ αὐτῷ ἔναντι πᾶσης συναγωγῆς καί ἐντελῇ περί αὐτοῦ ἐναντίον αὐτῶν καί δώσεις τῆς δόξης σου ἐπ᾿ αὐτόν, ὅπως ἄν εἰσακούσωσιν αὐτοῦ οἱ υἱοί Ἰσραήλ»9. Ὁ Μωυσῆς, μεταφέρει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στό πνευματικό του παιδί τόν Ἰησοῦ, τοῦ μεταγγίζει θάρρος καί τοῦ ὑπόσχεται τήν θεία ἀρωγή. Ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, ὑπακούει στόν Μωυσῆ, καθιστώντας δυνατή τήν παράδοση ἀπό τόν πνευματικό πατέρα στόν πνευματικό υἱό καί ἀπό τόν Θεό πρός τόν λαό τοῦ Ἰσραήλ. Καί οἱ ἰσραηλίτες, κάνοντας ὑπακοή στό νέο τους πνευματικό ἡγέτη, ὑπακούουν στόν Μωϋσῆ καί διά τοῦ Μωϋσέως στόν Ἴδιο τόν Θεό, τοῦ Ὁποίου τό θέλημα τούς παρέδωσε ὁ Μωϋσῆς διά μέσου πλέον τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ. 

Ἕνα ἄλλο τρανταχτό παράδειγμα καί φαεινό ὑπόδειγμα πνευματικῆς πατρότητος στήν πρό τῆς Χάριτος ἐποχή, εἶναι αὐτό πού ἀναφέρεται στόν ἐπίσης θεόπτη προφήτη, τόν πύρινο καί ζηλωτή Ἡλία καί τόν «θεράποντά» του Ἐλλισαίο. Ὁ Ἡλίας, ὅπως βλέπουμε στό τρίτο βιβλίο τῶν Βασιλειῶν, ἐπάνω στό ὄρος Χωρήβ, συναντᾶ τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος τοῦ ἐμφανίζεται, «οὐκ ἐν τῷ πυρί», «οὐκ ἐν τῷ συσσεισμῷ», ἀλλ᾿ «ἐν αὔρᾳ λεπτή». Μετά ἀπό αὐτό τό θαυμαστό γεγονός τῆς θεοπτίας, ὁ πύρινος προφήτης καλεῖ τόν μαθητή του, τό πνευματικό του παιδί, τόν Ἐλισσαίο, νά τόν ἀκολουθήσει. Αὐτό μάλιστα λαμβάνει χώρα μέ ἕναν τρόπο ἀσυνήθιστο, πρωτότυπο, ἐντυπωσιακό, θαυματουργικό! Ὁ Ἡλίας, ρίχνει πάνω στούς ὤμους τοῦ Ἐλισσαίου τήν μηλωτή του, ὡς σημείον τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος. Αὐτός, ἄφησε τά πάντα καί ἀκολούθησε τόν πνευματικό του πατέρα, τόν ζηλωτή προφήτη Ἡλία καί ὅπως χαρακτηριστικά λέει ἡ Βίβλος: «ἐπορεύθη ὁπίσω Ἡλιοῦ καί ἐλειτούργει αὐτῷ»10. (Ὑπάρχει καί ἡ φράση: «ἐπέχεεν ὕδωρ ἐπί χεῖρας Ἡλιοῦ», γιά νά δείξει τό πόσο πλησίον τοῦ πνευματικοῦ του πατρός ἔζησε ὁ Ἐλισσαίος). Ἀλλά τό πλέον θαυμαστό στήν περίπτωση Ἡλία και Ἐλισσαίου, εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο μεταφέρεται τό προφητικό χάρισμα ἀπό τόν Ἡλία στόν Ἐλισαίο, ὅπως μᾶς τό διασώζει ἡ θεία Γραφή. Ὁ «ἔμπυρος» (γεμᾶτος πῦρ πνευματικό) προφήτης πού φλεγόταν γιά τήν ἀγάπη καί τόν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ὑψώνεται στόν οὐρανό, μέσα σέ «ἅρμα πυρός». Τότε ὁ μαθητής του Ἐλισσαίος ἀναφωνεῖ: «πάτερ πάτερ», καί μετά τήν «εἰς οὐρανούς πυρφόρον ἀνάληψιν» τοῦ Ἡλία, λαμβάνει «δισσῶς», κατά διπλό τρόπο, τό «πνεῦμα», τό χάρισμα τοῦ ἱεροῦ διδασκάλου του. 

Καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, ὅμως, βλέπουμε τά χαρακτηριστικά τῆς πνευματικῆς πατρότητας στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπου ὁ μέν Θεός φαίνεται καί συμπεριφέρεται ὡς πατέρας στοργικός στόν λαό Του τόν Ἰσραήλ11, οἱ δέ Δίκαιοι τῆς περιόδου αὐτῆς, προφῆτες κλπ. ἀσκοῦν τήν πνευματική πατρότητα σέ ὅσους τούς ἀκολουθοῦν μέ σκοπό νά τούς ὁδηγήσουν στήν ἀληθινή λατρεία τοῦ Θεοῦ καί τήν κοινωνία μαζί Του. 

Β) ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Ἡ πνευματική πατρότητα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει καί στήν ἐποχή τῆς Χάριτος, ἀλλά ὅμως ἀνανοηματοδοτεῖται, ὅπως εἶναι γνωστό. Ὁ ὅρος «πατήρ» ἀναφέρεται μέσα στήν Καινή Διαθήκη ἀπό τόν Ἴδιο τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό καί ἀποδίδεται στόν συνάναρχο Πατέρα Του, τό πρῶτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, Αὐτόν, τόν Ὁποῖο φανερώνει ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος, μέ τήν παρουσία Του στόν κόσμο. Στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, βλέπουμε νά λέει ὁ Κύριος στούς μαθητές του μετά τήν Ἀνάσταση: «καθώς ἀπέσταλκέ μοι ὁ Πατήρ, καγώ πέμπω ὑμᾶς».12 Ἐπίσης, ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Ὁποῖος διά ταῆς ἐνανθρωπήσεως ἐφανέρωσε στόν κόσμο τήν ἁγία Τριάδα, διακηρρύσει: «ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμέν»13. Προϋποτίθεται ἐδῶ βεβαίως, ὅτι γίνεται λόγος γιά τήν ἄναρχη πατρότητα τοῦ Θεοῦ, τήν ἀΐδιο πατρότητα. Ὁ Θεός δέν γίνεται πατέρας, ἀλλά εἶναι ἐκ φύσεως! Καί λέγεται «Πατήρ», διότι ἔχει Υἱόν. Ἀλλά καί στόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν ὁμοούσιο καί συνάναρχο μέ τόν Πατέρα, ἀποδίδεται τό ὄνομα «πατέρας», ἀφοῦ ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη ἔχει γραφεῖ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι «πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»14. Χωρίς τόν Χριστό, εἶναι ἀδύνατον νά φθάσει κανείς στόν Πατέρα. Ὁ ἀθέατος καί ἀόρατος Πατήρ θεᾶται μέσῳ τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι «φῶς ἐκ φωτός» (πρβλ. καί Δοξολογία, «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς»). Γνωρίζουμε, ἄλλωστε, ὅτι«κέντρον τῆς οἰκονομίας εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τῆς θεολογίας εἶναι ἡ τρισμακαρία καί θεαρχική Τριάς».15

Ὁ πατέρας μας, λοιπόν, ὁ ἐνανθρωπήσας Κύριος κάνει λόγο γιά οὐράνια πνευματική πατρότητα, ὅταν μᾶς συνιστᾶ νά μήν ἀποκαλέσουμε κάποιον πατέρα ἐδῶ στή γῆ, διότι ἕναν πατέρα ἔχουμε, τόν οὐράνιο: «καί πατέρα μή καλέσητε ὑμῶν ἐπί τῆς γῆς, εἷς γάρ ἐστίν ὑμῶν ὁ πατήρ ὁ οὐράνιος».16 Ἡ Ἐκκλησία, βεβαίως, δέν παρακούει καί δέν καταφρονεῖ τά κυριακά λόγια, ὅταν μέσα στήν ἱστορική πορεία της, ἀποκαλεῖ ἀνθρώπους «πατέρες», ἀλλά τό πράττει γνωρίζοντας ὅτι ἡ ἐδῶ πατρότητα εἶναι συμβατική καί θεωρώντας ὅτι ἡ ἐν τῷ κόσμῳ πνευματική πατρότητα, ὅταν λειτουργεῖ μέ τά ὀρθά κριτήρια, βιώνεται ὡς ἕνα γήινο ὄργανο, μέσῳ τοῦ ὁποίου βιώνουμε τήν ἐμπειρία τῆς οὐράνιας πατρότητας τοῦ Θεοῦ. Ὅπως εἴπαμε στό πρῶτο μέρος τῆς ἐργασίας μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ πρῶτος πνευματικός Πατέρας τῶν ἀνθρώπων, καθώς φαίνεται ἀπό τόν μικρό κύκλο τῶν ἀποστόλων στό Εὐαγγέλιο. Βλέπουμε, μεταξύ ἄλλων, τήν τρυφερότητα τῆς πατρικῆς ἀγάπης τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Κυρίου μας σέ κάποιες ἐφράσεις πρός τούς πεφιλημένους Μαθητές Του, ὅπως: «τεκνία»17, «παδία»18, κ.ἄ. 

Ὀ Ἰησοῦς Χριστός ἀνεγέννησε τήν φθαρεῖσα ἀπό τήν ἁμαρτία φύση μας. Ἀφοῦ ἡ πατρότητα προϋποθέτει γέννηση ἤ υἱοθεσία, εἶναι εὔκολο νά καντανοήσουμε οἰ ὀρθόδοξοι τήν «ἄνωθεν»γέννησή μας παρά τοῦ Θεοῦ μέ τό ἅγιο Βάπτισμα, χωρίς τήν ὁποία ἀναγγέννηση ἀποκλείεται ἡ σωτηρία καί ἡ εἴσοδος στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε στόν Νικόδημο. 

Στόν μεγάλο ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο, τόν μιμητή τοῦ Χριστοῦ καί ἀκάματο ἐργάτη τῆς Ἐκκλησίας, μποροῦμε ἐπίσης νά διακρίνουμε ἔντονα τά στοιχεῖα τῆς πνευματικῆς πατρότητος, μέσα ἀπό τίς ἐπιστολές του, μέσα ἀπό τό τεράστιο ἱεραποστολικό του ἔργο, μέ τήν ἴδρυση χριστιανικῶν κοινοτήτων, τήν μέριμνά του γιά τίς ἐκκλησίες, τά ποικίλα παθήματά του κατά τήν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ κλπ. Ὁ Παῦλος ἀπευθύνεται πρός τά πνευματικά του παιδιά, ὅπως θά λέγαμε μέ τήν σημερινή ὁρολογία, τούς Χριστιανούς τῆς Κορίνθου, καί τούς λέει ὅτι ἐνῶ ὑπάρχουν πολλοί παιδαγωγοί, δέν ὑπάρχουν ὅμως πολλοί πατέρες καί ὅτι αὐτός τούς ἀνεγέννησε ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. «Ἐάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλούς πατέρας· ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ Εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα».19 Σέ ἄλλο σημεῖο (στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή), ὁ αὐτός πρωτοκορυφαῖος τῶν ἀποστόλων θά γράψει παραστατικά ὅτι ἔχει πόνους τοκετοῦ (ὠδίνες), μέχρι νά γεννηθεῖ μέσα στήν ψυχή τῶν πνευματικῶν παιδιῶν του ὁ Χριστός. «Τεκνία μου, οὕς πάλιν ὠδίνω μέχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός ἐν ὑμῖν».20

Καί σέ ἄλλα κείμενα διαζωγραφεῖται ἡ ἀνύστακτη ποιμαντική μέριμνα, ἡ θυσιαστική ἀγάπη καί ἡ πολύ θερμή ἔκφραση τῆς κατά Θεόν πατρότητας τοῦ Παύλου πρός αὐτούς πού ἀναγέννησε πνευματικά καί ἀναμόρφωσε «εἰς Χριστόν», ὅπως λ.χ. ἐκεῖ πού παρακαλεῖ ἕνα πνευματικό του παιδί γιά κάποιο ἄλλο («παρακαλῶ σε περί τοῦ ἐμοῦ τέκνου, ὅν ἐγέννησα ἐν τοῖς δεσμοῖς, Ὀνήσιμον»21), ἤ ἐκεῖ ὅπου θεωρεῖ ὡς δική του καρδιά τόν ἀπόστολο Ὀνίσημο τόν ὁποῖον αὐτός ὁ ἴδιος ἀναγέννησε μέσα στή φυλακή («ὅν ἀνέπεμψά σοι, αὐτόν, τουτ᾿ ἔστιν τά ἐμά σπλάγχνα»22) κ.ἄ. Ἔτσι λοιπόν, βλέπουμε τό ὑπόδειγμα τῆς πνευματικῆς πατρότητας στήν Καινή Διαθήκη, αὐτόν πού κοπίασε πάρα πολύ καί ἔπαθε πολλά γιά τήν στερέωση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Παῦλος, ἀποτελεῖ παράδειγμα γνήσιας πνευματικῆς πατρότητας, αὐτῆς πού δέν ἔχει σχέση μέ ψυχολογικές, ἤ συναισθηματικές καταστάσεις καί ἀνθρωποκεντρικές θεωρήσεις, ἀλλά ἀποτελεῖ θεῖο ἔργο, ἀφοῦ ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στή μέθεξη τῆς ἀκτίστου Χάριτος τῆς τριαδικῆς θεότητος καί στή βίωση ἀπό τή ζωή αὐτή, προγευστικῶς, τῆς κηρυττομένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, βίωναν τή σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν κόσμο ὡς σχέση πατρότητας καί υἱότητας, οὐσιαστικά βίωναν τήν ἐκχεομένη στήν κτίση διά τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Ἀγάπη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ θεσμός τῆς πνευματικῆς πατρότητας, ἐμφανίζεται ἀπό τούς πρώτους χρόνους τοῦ Χριστιανισμοῦ. Εἶναι ἀλήθεια πώς «ὁλόκληρη ἡ χριστιανική ζωή ἀποτελεῖ μιά μυσταγωγία στήν ἐπίγνωση τοῦ οὐρανίου Πατρός διά τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ ὁ μυσταγωγός γίνεται πνευματικός πατήρ τοῦ τέκου, τό ὁποῖο μυσταγωγεῖ στά μυστήρια τῆς Ἀγίας Τριάδος, στήν ἐν Χριστῷ ζωή. Δέν πρόκειται ὅμως γιά μιά ἁπλῶς θεωρητική μυσταγωγία· ὁ πνευματικός πατήρ καθοδηγεῖ διότι ἀγαπᾶ τό τέκνο του καί παίρνει ἐπάνω του τους πόνους καί τίς ἀνάγκες τοῦ τέκνου. Ὅποιος δέν ἀγαπᾶ τόν ἄλλο, δέν θά ἔχει ποτέ τή δύναμη νά τόν θεραπεύσει. Τό νά ἀγαπᾶς τό συνάνθρωπό σου σημαίνει νά πονᾶς μαζί του καί γι᾿ αὐτόν».23 Ἐπίσης εἶναι σημαντικό νά ὑπογραμμιστεῖ ὅτι μέσῳ δύο ὁδῶν πραγματοποιεῖται μέσα στήν Ἐκκλησία ἡ «ἄνωθεν» ἀναγέννηση τῶν πιστῶν. Ὑπάρχουν δύο διαστάσεις τῆς πνευματικῆς πατρότητας, ἡ μία γενική καί ἡ ἄλλη εἰδική. Μέ τή γενική ἔννοια, ὅλοι οἱ κληρικοί τῆς Ἐκκλησίας, ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς, πού ἔχουν τήν ἐξουσία «τοῦ δεσμεῖν τε καί λύειν», εἶναι καί ὀνομάζονται πνευματικοί πατέρες σύμφωνα μέ τό λειτούργημά τους. Αὐτοί βαπτίζουν, χρίουν, κοινωνοῦν τούς πιστούς, μεταδίδουν τον ἁγιασμό μέσῳ τῶν μυστηρίων, διά τῶν ὁποίων ἀναγεννῶνται καί ὁδηγοῦνται στήν κοινωνία καί ἕνωσή τους μέ τόν Θεό, χαρισματικῶς. Ἡ ἄλλη ὁδός διά τῆς ὁποίας πραγματοποεῖται ἡ ἄνωθεν ἀναγέννηση μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τό εἰδικό χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος, τό ὁποῖο ἀρχικά εἶχαν μόνο οἱ ἐπίσκοποι, ἀλλά ἐξαιτίας τῆς αὔξησης καί διεύρυνσης τοῦ Χριστιανισμοῦ παραχωρήθηκε στούς πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι τό ἀσκοῦν μέ τήν ἄδεια – «εὐλογία» τοῦ ἐπισκόπου καί μέ μία εἰδική ἐκκλησιασική ἀκολουθία ἤ τάξη, τή λεγόμενη «χειροθεσία». Ἡ ἔννοια, βεβαίως, τῆς πνευματικῆς πατρότητος ἄρχισε νά διαμορφώνεται στήν Ἐκκλησία ἀπό τόν Δ΄ αἰῶνα, λόγῳ τῆς ἐκκοσμικεύσεως πού εἰσῆλθε στήν ἐκκλησιαστική ζωή τῶν Χριστιανῶν, μετά ἀπό τούς πρώτους, μεγάλους διωγμούς. Νά σημειώσουμε ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος συνέβαλε στή διαμόρφωση τῆς πνευματικῆς πατρότητος μέσα στήν Ἐκκλησία, καθώς καί γιά τήν ἐνσωμάτωση μέσα σ᾿ αὐτήν, τοῦ ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ. Εἶναι γεγονός, ὅτι κατά τήν ἐποχή ἐκείνη, ἡ Ἐκκλησία εἶχε νά παρουσιάσει σεπτές καί σεβάσμιες μορφές ἁγίων πατέρων καί ἀσκητῶν, οἱ ὁποῖοι πραγματικά ἀναγεννοῦσαν ἐν Πνεύματι τούς πιστούς μέ τήν ὑψηλή πολιτεία τους καί τή θεοφώτιστη διδαχή τους. Τότε, ὑπῆρχαν πνευματικοί (ἀνεξαρτήτως τοῦ χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης) μέ τήν ὑψηλή καί φιλοκαλική ἔννοια τοῦ ὅρου, δηλαδή ἄνθρωποι ὄντως Πνευματοφόροι, φορεῖς τῆς Χάριτος τοῦ Παρακλήτου, ἀναγεννημένοι «ἄνωθεν», θεόπται καί θεούμενοι. Αὐτοί καθοδηγοῦσαν, νουθετοῦσαν μετέδιδαν τήν ἁγιοπνευματική τους ἐμπειρία σέ ὅσους ζητοῦσαν τη βοήθειά τους. Ἔπειτα συνεδέθη ὁ ὅρος «πνευματικός» μέ τή μυστηριακή μετάνοια - ἐξομολόγηση. 

Τό ἱερό λειτούργημα τῆς πνευματικῆς πατρότητας εἶναι πολύ ἀπαραίτητο στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, διότι αὐτό συντελεῖ στήν ἐπί τό βέλτιον «μετακόσμιση» τοῦ ἀνθρώπου, στήν ἀνάπλαση καί ἀναδημιουργία του, σέ ὅτι λέγεται εὐαγγελικά «καινή κτίσις»24. Αὐτό συνδέει, μᾶλλον ἐπανασυνδέει τό νεκρό ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπο μέ τήν πηγή τῆς Ζωῆς, τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ πνευματική πατρότητα στοχεύει στό νά ἐπαναφέρει τόν ἄνθρωπο στήν κοινωνία καί ἕνωσή του μέ τόν Θεό, ἀφοῦ μέ τήν ἁμαρτία ἔχουμε διατάραξη ἤ διάσπαση αὐτῆς τῆς κοινωνίας! Εἶναι πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι ἡ ἔνταξή μας σ᾿ αὐτήν μέ τό ἅγιο Βάπτισμα, τό εἰσαγωγικό λεγόμενο μυστήριο, μᾶς παρέχει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὅπως ἐπίσης καί τή δυνατότητα μετοχῆς στά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί στήν κοινή ἐκκλησιαστική ζωή. Κέντρο ὅμως τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία. Καί ἄν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁρίζεται, ἀποκαλύπτεται, φανερώνεται καί πραγματώνεται μέσα στά μυστήριά της (κατά τόν Νικόλαο Καβάσιλα «ἡ Ἐκκλησία σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις»25), τότε, ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τό κεντρικότατο μυστήριο, ἡ τροφή μας καί ἡ συντήρησή μας στήν πνευματική ζωή, «τό μεῖζον πάντων θεοποιό μυστήριο καί τό τελειωτικό δώρημα τῆς χριστιανικῆς μυήσεως»26. Ἡ Θ. Εὐχαριστία, πού ἐνώνει κατά Χάριν τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, ἐπενεργεῖ στόν μετέχοντα, ἀνάλογα μέ τήν ὑπάρχουσα ἐσωτερική κατάστασή του, καθαρίζει, φωτίζει, θεώνει, ὅπως βλέπουμε καί στίς εὐχές τῆς Θ. Μεταλήψεως, ἀλλά ὅμως «καίει» τούς ἀναξίους («ἄνθραξ γάρ ἐστι τούς ἀναξίους φλέγων»), αὐτούς πού προσέρχονται χωρίς τή σχετική προετοιμασία (κάθαρση, Μετάνοια), χωρίς τίς διαγραφόμενες ἀπό τήν Ἐκκλησία μας προϋποθέσεις. Κατά τόν αὐτόν πατέρα, Ν. Καβάσιλα,«φῶς μέν ἐστι τοῖς ἤδη κεκαθαρμένοις, καθάρσιον δέ τοῖς ἔτι καθαιρομένοις, ἀλείπτης δέ κατά τοῦ πονηροῦ καί τῶν παθῶν ἁγωνιζομένοις».27 Ὅμως, ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτιστός καί ἄρα τρεπτός καί εὐόλισθος κατά τήν φύση του, περιπίπτει σέ διάφορες ἁμαρτίες, πού ἐμποδίζουν τή μετοχή του στή Θ. Εὐχαριστία. Δέν μπορεῖ νά κοινωνεῖ τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Κυρίου ὅποιος διά τῆς ἁμαρτίας ἔχει νεκρωθεῖ καί ἀλλοτριωθεῖ ἀπό τόν Θεό καί ἔχει «ἀπορραγεῖ» ἀπό τήν κοινωνία τῶν Ἁγίων, διότι, κατά τόν σοφό ἱεράρχη τῆς Νύσσης Γρηγόριο, «ἁμαρτία ἐστιν ἡ τοῦ Θεοῦ ἀλλοτρίωσις, ὅς ἐστίν ἡ ἀληθινή τε καί μόνη ζωή»28. Ἑπομένως, ὁ μόνος τρόπος ζωοποιήσεώς μας, ἐπανασυνδέσεως μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, ἐνώσεως μέ τόν Χριστό καί τούς ἀδελφούς μας στό κυριακό Σῶμα, εἶναι ἡ Μετάνοια, ἀρχή τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ ἡ ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτιῶν - ἐξομολόγηση. Αὐτό τό μεγάλο μυστήριο πού συνδέει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, διακονεῖ ἡ ὀρθόδοξη ποιμανική μέσα στο πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ ἡ πνευματική πατρότητα, ὅπως ὑπάρχει καί λειτουργεῖ φυσιολογικά, ἐντός τῶν διαγεγραμμένων πλαισίων, μέσα στήν Ἐκκλησία μας. Ὁ «πεσών ἑωσφόρος», τό πνεῦμα τῆς πονηρίας, προσπαθεῖ διαρκῶς διά μέσου τῆς ἁμαρτίας νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στήν ἀπώλεια, στήν ἀπό τοῦ Θεοῦ ἀλλοτρίωση, στήν «εἰς τό μή ὄν ἀπογέννεσιν», ὅπως θά γράψει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής29. Καί ἡ Ἐκκλησία, διά τῆς ὀρθοδόξου ποιμαντικῆς τήν ὁποία ἀσκοῦν οἱ πνευματικοί πατέρες, ἀποσκοπεῖ εἰς τό «πτερῶσαι ψυχήν, ἁρπᾶσαι κόσμου, καί δοῦναι Θεῶ .... εἰσοικίσαι τε τόν Χριστόν ἐν ταῖς καρδίαις διά τοῦ Πνεύματος καί τό κεφάλαιον Θεόν ποιῆσαι, καί τῆς ἄνω μακαριότητος, τόν τῆς ἄνω συντάξεως».30

Ἡ ἐξομολόγηση, στά πλαίσια αὐτά, εἶναι ἀπαραίτητη! «Κἄν μυριάκις ἁμαρτάνεις, μυριάκις ἐξομολόγησαι», συμβουλεύει ὁ ἱερός Χρυσόστομος.31 Ὅμως, καί οἱ πνευματικοί πατέρες, ο πρεσβύτεροι καί ἐπίσκοποι θα πρέπει νά ἐξομολογοῦνται, διότι καί αὐτοί ἁμαρτάνουν! Καί μάλιστα αὐτοί περισσότερο καί μέ μεγαλύτερη σπουδή θά πρέπει νά μετανοοῦν.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ


Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΑΙ Η ΔΥΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ. ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΠΕΡΙ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Α) ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ


Δέν θά μπορούσαμε νά ὁμιλοῦμε γιά ὀρθόδοξο ποιμαντική καί γιά πνευματική πατρότητα, στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, ἄν δέν γινόταν λόγος γιά τήν ἁμαρτία, ἀφοῦ μέ τήν ποιμαντική, αὐτήκαταπολεμεῖται, καταλύεται καί νικᾶται ἐν Χριστῷ μέσα στό στάδιο τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος καί αὐτό γίνεται μέ τά «ὅπλα τοῦ φωτός». Πῶς, ὅμως, νοεῖται ἡ ἁμαρτία ὀρθοδόξως, κατά τήν Πατερική μας Παράδοση; Τό θέμα τῆς ἁμαρτίας εἶναι τεράστιο, ἀλλά ἐδῶ θά γίνουν ἐνδεικτικές ἀναφορές, γενικές, χωρίς νά παρατεθοῦν λεπτομέρειες γιά τήν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας, τή φύση ἤ τίς μορφές της, τίς διακρίσεις τῶν ἁμαρτιῶν κλπ., διότι θά χρειαζόταν νά γραφοῦν πάρα πολλά γιά ὅλα αὐτά. Ὑπάρχει ἕνα πλῆθος Πατερικῶν θέσεων καί ἑρμηνειῶν, ἀπό τίς ὁποῖες θά ἐπιλέξουμε τίς κυριώτερες, γιά νά κατανοήσουμε πῶς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖ τήν ἁμαρτία, διότι ἀπό αὐτήν τή θεώρηση ἐξαρτᾶται ἡ περαιτέρω πνευματική καί ποιμαντική ἀντιμετώπιση τῆς ἁμαρτίας, ἐν Χριστῷ.

Ἀρχικά θά ποῦμε ὅτι ἡ λέξη «ἁμαρτία» μέ τήν ἀρχαιοελληνική σημασία τοῦ ὅρου σημαίνει ἀστοχία, ἀπόκλιση ἀπό ἕναν συγκεκριμένο στόχο. Ὁ Κ. Σκουτέρης σημειώνει τά ἑξῆς: «Ἡ ἐτυμολογία τοῦ τε ἑλληνικοῦ ὅρου ἁμαρτία και τοῦ ἀντιστίχου ἐβραϊκοῦ χαττάθ, σημαίνει ἀποτυχία εἰς τήν προσπάθειαν πρός ἐπιτυχίαν ὡρισμένου τινός σκοποῦ».32

Ἡ ἁμαρτία θεωρεῖται ὡς ἀστοχία καί στήν ὀρθόδοξη Παράδοση, ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι, διά τοῦ Γενάρχου μας Ἀδάμ στόν ἐπίγειο Παράδεισο τῆς Ἐδέμ, ἀποτύχαμε τοῦ στόχου, πού ἦταν ἡ θέωση καί ἕνωση μέ τόν Θεό, γεγονός πού θά ἐπραγματοποιεῖτο μέ τήν καλή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου μας. Τό Προπατορικό ἁμάρτημα συνιστᾶ ὑπαρκτική ἀστοχία νά πραγματοποιήσει ὁ ἄνθρωπος τήν κατά Θεόν τελείωσή του, τήν ἐπίτευξη τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», πού κατά τούς Πατέρες εἶναι ἡ χαρισματική θέωση. Ταυτόχρονα ὅμως, ἡ ἁμαρτία εἶναι καί παρακοή στό Νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἄλλωστε ἐκφράστηκε διά τοῦ λεγομένου Προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Ὁ μεγάλος δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, θά σημειώσει ἐν προκειμένῳ, ὅτι ἡ κακία, «οὐδέν ἕτερον ἐστιν, εἰμί ἁμαρτία καί ἀποτυχία καί παρακοή τοῦ δεσποτικοῦ νόμου».33

Αὐτή ἡ ἀπόκλιση ἀπό τόν στόχο καί ἡ παρακοή στό θεῖον θέλημα, συνεχίζεται μέσα στήν ἱστορία, μέ τά ἁμαρτήματα τά λεγόμενα μεταπατορικά, τά κατοπινά. Ἡ ἁμαρτία εἶναι καί λέγεταιἀλλοτρίωση Θεοῦ καί νέκρωση. Διά τῆς ἁμαρτίας, ὁ ἄνθρωπος ἀλλοτριώνεται ἀπό τόν Θεόν, νεκρώνεται ἀπό τήν πηγή τῆς Ζωῆς. Εὔστοχα ὁ Μ. Βασίλειος γράφει ὅτι «τοῦτο ἐστι τό κακόν, ἡ τοῦ Θεοῦ ἀλλοτρίωσις».34 Καί ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, θά τό ἐπαναλάβει μέ αὐτά τά λόγια:«ἁμαρτία ἐστιν ἡ τοῦ Θεοῦ ἀλλοτρίωσις, ὅς ἐστίν ἡ ἀληθινή τε καί μόνη ζωή»35.

Ὅταν ἁμαρτάνουμε, ἀποχωροῦμε καί φεύγουμε «εἰς χώραν μακράν» καί ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν ἐπισκίαση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ· αἰθανόμαστε τήν λεγομένη «ἐγκατάλειψη» ἀπό αὐτήν. Μέ τήν Μετάνοια, νιώθουμε καί πάλι τήν ἐπανέλευση τῆς Χάριτος. Ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά παρά φύσιν κατάστασιν τῆς ψυχῆς. Ἡ φυσιολογική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά μήν ἁμαρτάνει, ἅπαξ καί ἔχει βαπτισθεῖ καί ἀναγεννηθεῖ ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό! Καί τοῦτο διότι μένει μέσα στόν Βαπτιζόμενο ἄνθρωπο ἡ νέα ζωή πού τοῦ μετέδωσε ὁ Θεός μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα Του, ὅπως λέγει ἡ Γραφή. Δέν εἶναι αὐτό ὑπερβολή, οὔτε παραλογισμός, τό νά μήν μπορεῖ (νά μήν ἔχει λόγο) ὁ ἄνθρωπος νά ἁμαρτήσει μετά τό Βάπτισμα, διότι αὐτό ἀναφέρεται καθαρά στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί συγκεκριμένα στήν Α΄ Καθολική ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου: «Πᾶς ὁ γεγενννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, ὅτι σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει· καί οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται».36 Στή φυσιολογική του κατάσταση λοιπόν ὁ ἄνθρωπος δέν ἁμαρτάνει. Αὐτό λέγεται ψυχική ὑγεία ἀπό τούς Πατέρες μας. Ἀλλά δυστυχῶς, ἐπειδή εἴμαστε τρεπτοί καί αὐτό εἶναι συστατικόν τῆς κτιστῆς φύσεώς μας (μόνο τό ἄκτιστο εἶναι ἄτρεπτο37), κάνουμε κακή χρῆση τοῦ αὐτεξουσίου καί ἁμαρτάνουμε. Ἐνῶ δέ, ὀντολογικῶς ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀνυπόστατη, μέ τήν παράχρηση τοῦ αὐτεξουσίου τήν καθιστοῦμε ὑπαρκτή. Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι στούς ἀγγέλους καί στούς ἀνθρώπους ἐδόθη ἀπό τόν Θεό ὡς δῶρο τό αὐτεξούσιο. Ἀπό τήν καλή χρῆση του σωζόμαστε. Ἀπό τήν κακή χρῆση τοῦ αὐτεξουσίου ἁμαρτάνουμε. «Ἀρχή καί ρίζα τῆς ἁμαρτίας τό ἐφ᾿ ἠμῖν καί τό αὐτεξούσιον», θά πεῖ καί πάλι ὁ φωστήρ τῆς Καισαρείας Βασίλειος. Εἶναι μάλιστα ἀξιοπρόσεκτο τό ὅτι αὐτό ἐλέχθη καί ἀπό τούς φιλοσόφους, καί συγκεκριμένα ἀπό τόν Ἀριστοτέλη, ὁ ὁποῖος στά «Ἠθικά Νικομάχειά» του γράφει: «ἐφ᾿ ἡμῖν δή καί ἡ ἀρετή, ὁμοίως δέ καί ἡ κακία».38 Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν εἶναι κανείς ἐκ φύσεως κακός - ἁμαρτωλός, ἀλλά γίνεται κατά τήν προαίρεση, ὅπως άναφέρεται στήν Πατερική Γραμματεία. «Οὐδείς κατά οὐσίαν κακός ἐστίν, ἀλλά κατά προαίρεσιν», θά γράψει, μεταξύ ἄλλων Πατέρων καί ἐκκλησιαστικπων συγγραφέων, Δίδυμος ὁ Ἀλεξανδρεύς39.

Ὅταν ἁμαρτάνουμε, ἀσθενοῦμε ψυχικῶς, ἀφοῦ ἐκπίπτουμε ἀπό τήν κατάσταση τῆς ὑγείας, τήν «κατά φύσιν». Συνεπῶς πρός τά ἀνωτέρω, ἡ ἁμαρτία εἶναι καί λέγεται νόσος τῆς ψυχῆς.«Νόσος καί τρώσις ψυχῆς ἡ ἁμαρτία»40. Αὐτή ἡ νόσος πρωτοεμφανίζεται στόν ἐπίγειο Παράδεισο μέ τήν Πτώση τῶν πρωτοπλάστων καί κληροδοτεῖται στή φύση μας ἀπό αὐτούς. Πολύ παραστατικά θά τό πεῖ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Νενόσηκεν οὖν ἡ φύσις τήν ἁμαρτίαν, διά τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνός, τοῦ Ἀδάμ».41

Αὐτήν τή νόσο τῆς πεσούσης φύσεώς μας τήν ὁποία κληρονομήσαμε ἀπό τον Ἀδάμ, τήν θεραπεύει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μέ ὅλο τό ἀπολυτρωτικό ἔργο Του, μέ τήν σωτηριώδη θεία Οἰκονομία Του ὅπως λέγεται.Γι᾿ αὐτό και ὁ Χριστός προσφωνεῖται στίς εὐχές τῆς Θ. Λειτουργίας καί σέ πολλές ἄλλες εὐχές και ὕμνους ὡς «ὁ Ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν». Καί ἡ Ἐκκλησία Του, εἶναι τό πνευματικό ἰατρεῖο, ὅπως τόσο παρασταστικά τό λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τό ὁποῖο θεραπεύει τίς ψυχές. «Καί γάρ ἰατρεῖον θαυμαστόν τῆς Ἐκκλησίας τό διδασκαλεῖον ἐστιν· ἰατρεῖον οὐχί σωμάτων ἀλλά ψυχῶν. Πνευματικόν γάρ ἐστι, καί οὐχί τραύματα σαρκός, ἀλλ᾿ ἁμαρτήματα διανοίας διορθοῦται».42

Β) Η ΔΥΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ. 

Πολύ διαφορετική εἶναι ἡ θεώρηση τῆς ἁμαρτίας στό δυτικό κόσμο, ὅπου ἡ ἁμαρτία νοεῖται μόνο ὡς παράβαση τοῦ νόμου, στά πλαίσια τῆς ἀνσέλμειας θεωρίας τῆς «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης», πού εἶναι δόγμα πίστεως στόν παπισμό. Ὁ Ἄνσελμος, ἀρχιεπίσκοπος Καντεμβουρίας, συνέγραψε ἕνα ἀπολογητικό ἔργο, μιά πραγματεία σωτηριολογικῆς φύσεως, μέ τόν τίτλο: «Cur Deus Homo» (γιατί ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος). Δέν θά ἀναφερθοῦμε σέ λεπτομέρειες περί τοῦ σκοποῦ τῆς πραγματείας, τοῦ ἱστορικοῦ πλαισίου ἑντός τοῦ ὁποίου συνεγράφη κ.ἄ.43 Θά ὑπογραμμίσουμε συνοπτικά44 τά περί τῆς ἐν λόγῳ θεωρίας τῆς ἱκανοποιήσεως (satisfactio), ὅπως διακηρρύσσεται στή μελέτη αὐτοῦ τοῦ δυτικοῦ θεολόγου, ὥστε νά δοῦμε τή φραγγική διαστρέβλωση στό ζήτημα τῆς σωτηριολογίας, ἀλλά καί τῆς ἁμαρτίας πού ἐδῶ ἐξετάζουμε. 

Ἡ περί «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης» κακοδοξία, ἡ πλασμένη μέ βάση τό κοσμικό-φραγγικό δίκαιο, ἔχει ἐν συντόμῳ ὡς ἑξῆς: Ὁ πρῶτος ἄθρωπος μέσα στόν ἐπίγειο παράδεισο ἁμάρτησε. Αὐτή ἡ ἁμαρτία προσέβαλε τήν τιμή καί ἀξιοπρέπεια τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων ἐξοργίστηκε ὁ Θεός, διότι διεσαλεύθη ἡ τάξη τῆς δημιουργίας τήν ὁποία Αὐτός ἔχει θέσει στήν κτίση. Βεβαίως, σχετικά μέ τήν «τιμή τοῦ Θεοῦ», ὅπως προσδιορίζεται ἀπό τόν Ἄνσελμο (honor Dei) καί ἀποτελεῖ κλειδί κατανοήσεως τῆς σωτηριολογίας του, θά πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι «ἡ ἔννοια τῆς «τιμῆς τοῦ Θεοῦ» στή Δύση συνδέεται στενά μέ τή δομή τῆς φεουδαρχικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία κάνει κατανοητό καί τό νομικό ὑπόβαθρο τῆς τιμῆς αὐτῆς».45Δηλαδή ὁμιλοῦμε γιά μιά θεώρηση τῆς τιμῆς τοῦ Θεοῦ μέ καθαρά ἀνθρώπινα κριτήρια, νομικιστικά ἐκλαμβανόμενη, ὅπως ἄλλωστε θεωροῦνται καί ἑρμηνεύονται ὅλα μέ τό πνεῦμα (τό χωρίς Πνεῦμα) καί τό σκεπτικό τῆς ὀρθολογιζούσης Δύσεως. Ὡστόσο, ἀνάλογη ἑρμηνεία κάνει ὁ Ἄνσελμος καί στό θέμα τῆς «τάξεως τῆς δημιουργίας» καί μέσα ἀπό τίς σχετικές διατυπώσεις του γίνεται φανερό πώς «συνδέει ὀργανικά την ἔννοια τῆς τιμῆς τοῦ Θεοῦ τόσο μέ τήν ἔννοια τῆς τάξεως τῆς δημιουργίας ὅσο καί μέ τήν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά καί μέ τή δικαιική ἔννοια τῆς ἐξισορροπητικῆς ἱκανοποιήσεως».46

Τί θά ἔπρεπε, λοιπόν, νά ἀκολουθήσει μετά ἀπό ὅλα αὐτά, μετά ἀπό αὐτήν τή μεγίστη (κατά τούς παπικούς) προσβολή τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ Θεοῦ, διά τῆς ἀνατροπῆς τῆς τάξεως τῆς δημιουργίας; Θά ἔπρεπε ὁπωσδήποτε ὁ ἄνθρωπος νά πληρώσει καί μάλιστα «ἀκριβά» γι᾿ αὐτήν τή μεγάλη προσβολή! Ὅμως, δέν μποροῦσε νά λάβει χώρα αὐτό, ἀφοῦ ἡ προσβολή ἦταν τόσο μεγάλη, ὅση καί ἡ ἀξία τοῦ προσβαλομένου. Τί θά ἔπρεπε, λοιπόν, νά λάβει χώρα, ὥστε καί ἡ ἀνθρωπότητα νά ἐξιλεωθεῖ καί ἡ θεία Δικαιοσύνη νά ἱκανοποιηθεῖ; Τό πρόβλημα βρίσκει τή λύση του ὅταν ὁ Θεός…ἀποφασίζει νά στείλει τόν Μονογενῆ Του Υἱό στόν κόσμο γιά νά πεθάνει ἐπί τοῦ Σταυροῦ μέ τή στοχοθεσία αὐτή. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὡς μία ἰσοδύναμη ἐπανόρθωση, μόνον Αὐτός θά μποροῦσε νά ἀποκαταστήσει ἀντικειμενικῶς τήν διασαλευθεῖσα τάξη τῆς δημιουργίας, ὅπως καί ἔπραξε. Καί ἔτσι, ὡς ἄπειρο θῦμα, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τιμωρούμενος διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, προσέφερε μία ἄπειρη ἱκανοποίηση στόν Θεό Πατέρα καί πέτυχε τό σκοπό αὐτό, νά ἀλλάξει ἡ στάση τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἀνθρωπότητα καί νά δοθεῖ σ᾿ αὐτήν ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Γι᾿ αὐτό, λοιπόν, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος! Κατά τόν Ἄνσελμο Καντερβουρίας τόν συστηματοποιήσαντα τήν «περί ἱκανοποιήσεως» θεωρία, ἡ θεία ἐνανθρώπηση «ἔχει τό λόγο καί τό σκοπό της κατ᾿ ἀποκλειστικότητα στό θάνατο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ. Καί τοῦτο ἐπειδή μόνον ὁ θάνατος ἑνός Θεανθρώπου θά μποροῦσε νά ἱκανοποιήσει πλήρως τόν ἀπείρως προσβληθέντα ἀπό τήν ἁμαρτία Θεό ». 47

Μετά ἀπό αὐτά, ἀφοῦ εἴδαμε τήν ἀλλοίωση τοῦ περιεχομένου τῆς ὀρθοδόξου σωτηριολογίας, κατανοοῦμε ὅτι στή δύση ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας ἔχει διαστραφεῖ πλήρως, ἀφοῦ ἡ ἁμαρτία τίθεται σέ σχέση μέ τόν Θεό μόνο καί ὄχι μέ τόν ἄνθρωπο. Οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύουμε ὅτι διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος προσβάλλεται, τραυματίζετα, προσβάλλεται, ἀσθενεῖ. Ὁ Θεός λυπεῖται βεβαίως, ἀφοῦ βλέπει τό πλάσμα του νά κατατυρρανεῖται ὑπό τοῦ διαβόλου καί τῶν παθῶν, ἀλλά δέν πάσχει ὡς ἀπαθής, ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος πάσχει καί φθείρεται. Δέν ἔχει ἀνάγκη καταλλαγῆς ὁ Θεός, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος! Ὁ Θεός «οὐδέποτε ἐχθραίνει», ἐπισημαίνει ὀρθοδόξως ὁ χρυσοστομικός κάλαμος48. Ὁ ἄνθρωπος καθίσταται διά τῆς ἁμαρτίας ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. Οἱ δυτικοί, ὅμως, πιστεύουν ὅτι μέ τήν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος προσβάλλει τόν Θεό καί αὐτό ἐνέχει εὐθύνες…ποινικές. Ἡ λανθασμένη, ὅμως, θεώρηση τῆς ἁμαρτίας, συνεπάγεται καί τή λανθασμένη ἀντιμετώπιση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀπό τούς ἐκκλησιαστικούς φορεῖς, ἐν προκειμένω τούς πνευματικούς πατέρες καί ποιμένες. Ὁ πνευματικός - ἐξομολόγος στόν παπισμό, ἀντιμετωπίζει τόν ἐξομολογούμενο ὄχι ὡς ἀσθενῆ, ἀλλά ὡς παραβάτη καί διασαλευτή μόνο τῆς τάξεως τῆς δημιουργίας, κατά τρόπο δικανικό. Ὡς ἀμείλικτος δέ καί ἄτεγκτος δικαστής, ὁ δυτικός πνευματικός, ἐπιβάλλει τόν κανόνα στον ἐξομολογούμενο, ὡς μέσον ἐξιλεώσεως και ἱκανοποιήσεως τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὡς ἄσκηση μετανοίας, ὡς φάρμακο γιά τή θεραπεία, ὅπως ἰσχύει στήν ὀρθόδοξη Παράδοσή μας. Ἡ περί «ἰκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης» διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, βλάσφημη θεωρία, ἡ ὁποῖα στηρίζεται σέ μιά ἐσφαλμένη θεωρία περί κληρονομικῆς ἐνοχῆς καί περί προελεύσεως τοῦ θανάτου ὡς ἐκ Θεοῦ τιμωρίας τῶν ἀνθρώπων, ἔχει διαποτίσει τόν δυτικό κόσμο καί ἀποδίωξε πολλούς ἀπό τήν πίστη στόν Θεό! Εἰσῆλθε δε, μετά τήν τουρκοκρατία καί ἀπό διάφορες ἱστορικές συγκυρίες καί στό δικό μας χώρο, τῆς καθ᾿ ἠμᾶς Ἀνατολῆς49, ἀλλά δέν ἐπικράτησε, ἀφοῦ σήμερα οἱ περισσότεροι πνευματικοί πατέρες εἶναι πεπαιδευμένοι ἐκκλησιολογικῶς καί θεολογικῶς καί γνωρίζουν τά περί ἁμαρτίας καί κάνουν ὀρθές προσεγγίσεις, διαγνώσεις, θεραπεῖες ἐν Χριστῷ. 

Γ) ΟΡΘΗ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Θεωροῦμε ὅτι σήμερα, ὑπέρ ποτέ καί ἄλλοτε, θά πρέπει οἱ ὀρθόδοξοι πνευματικοί - ἐξομολόγοι, ἀλλά καί οἱ ἁπλοί πρεσβύτεροι, νά ὑπογραμμίζουν μέ ἔμπονο ζῆλο καί ἀνύστακτη ποιμαντική εὐθύνη πρός τά πνευματικά τους παιδιά τήν μεγάλη και ἀνυπολόγιστη ζημία τῆς ἁμαρτίας ἐπί τῶν ἀθανάτων ψυχῶν! Νά ἐπισημαίνεται ἐπίσης ὅτι τό μόνο κακό στόν κόσμο εἶναι ἡ ἁμαρτία, ὅπως τόσο παραστατικά τό γράφει ὁ δεινός πολέμιος τῆς ἁμαρτίας, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Οὐδέν κακόν, ἁμαρτία μόνον»! Οὔτε κίνδυνοι, οὔτε ἐπιφορές, οὔτε ἀσθένειες καί θάνατοι, οὔτε θλίψεις καί ἀδικίες μποροῦν νά προξενήσουν στόν ἄνθρωπο τό κακό ποῦ προξενεῖ ἡ ἁμαρτία! Ἀντίθετα, ὅλα τα προειρημένα, χρησιμοποιοῦνται πανσόφως ἀπό τόν Φιλάνθρωπο καί Πανάγαθο Θεό ὡς μέσα πρός ἐξάληψιν τῆς ἁμαρτίας! Φρονοῦμε δέ ταπεινῶς, ὅτι οἱ πνευματικοί πατέρες θά πρέπει νά συστήσουν στά πνευματικά τους τέκνα νά μελετήσουν σε μετάφραση, μεταξύ ἄλλων, δύο περίφημες θεολογικές ἀλλά καί τά μέγιστα διδακτικές ὁμιλίες – πραγματεῖες, τῶν δύο γιγάντων τῆς πίστεως καί Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, Μ. Βασιλείου καί ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀντίστοιχα. Ἡ πρώτη εἶναι αὐτή πού φέρει τον τίτλο «Ὅτι οὐκ ἐστίν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός» (Μ. Βασιλείου50) και ἡ δεύτερη, αὐτή πού φέρει τόν τίτλο: «Ὅτι τόν ἑαυτόν μή ἀδικοῦντα οὐδείς παραβλάψαι δύναται» (Ἰω. Χρυσοστόμου51). 

Ἐπιπλέον, πρέπει νά καθίσταται γνωστό στούς πιστούς ὅτι ἡ ἁμαρτία, ὡς ὑπαρξιακή κατάσταση τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου, δέν ἔχει νά κάνει μέ κάποιες πράξεις, τίς ὁποῖες ἀπαριθμοῦμε στόν πνευματικό μας πατέρα καί καλῶς πράττουμε, ἀλλά κυρίως πρόκειται γιά ἕναν τρόπο ζωῆς!Ἁμαρτωλός δέν εἶναι κάποιος πού κάτι κάνει, ἀλλά κάποιος πού κάπως εἶναι! Κατανοῦμε λοιπόν, ὅτι πρόκειται γιά κάτι βαθύτερο και ὑπαρξιακό μιά στάση ζωῆς χωρίς τόν Θεό. Ἕνας δεινός θεολόγος ὑπογράμμιζε τά ἑξῆς: «Ἠ ἁμαρτία δέν συνίσταται στίς λίγες ἤ πολλές ἁμαρτωλές πράξεις, ἀλλά σέ μιά ὁλοκληρωτική ἀπώλεια τῆς ζωῆς. Εἶναι ἕνας κυριολεκτικός ἀφανισμός πού συνειδητοποιεῖται ἀπό τόν ἄνθρωπο ὡς ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, τῶν ἄλλων προσώπων, τοῦ ἑαυτοῦ του, τῶν πραγμάτων, γενικώτερα ὡς ἀπουσία σκοποῦ καί νοήματος καί κατ᾿ ἐπέκταση ὡς ἀδήριτη μοναξιά καί ἀγωνία».52 Ἔτσι, ὅταν οἱ ἄνθρωποι κατανοήσουν ὅτι μέ τήν ἁμαρτία μένουν ἔρημοι καί γυμνοί ὑπαρξιακῶς, τότε θά στραφοῦν ἐμπόνως πρός τόν Θεό, πού εἶναι ὁ μόνος ὁ Ὁποῖος μπορεῖ νά τούς «ἐνδύσει» μυστικά καί νά τούς πληρώσει ἐσωτερικά! Καί αὐτό θά ἀποτελεῖ γι᾿ αὐτούς πλέον, ἐνδόμυχον ἔφεσιν καί ποθούμενο ἀγαθό! 

Νά ὁμιλοῦν οἱ πνευματικοί, περί αὐτῆς τῆς φοβερῆς νόσου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τῆς ἁμαρτίας, ὄχι μόνο θεολογικά, ἀλλά καί ἁπλοϊκά, ἐπαγωγικά, μέσῳ παραδειγμάτων, ὥστε νά διδάσκονται και οἱ πλέον ἁπλοϊκοί! Πῶς νὰ παρομοιάζουν τὴν ἁμαρτία; Μέ τή χρῆση παραδειγμάτων ἀπό τά κείμενα τῶν Ἁγίων καί ἀπό τήν ζωή μας. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, λ.χ., γράφει ὅτι ἡ ἁμαρτία ὁμοιάζει μὲ ῥεῦμα ποταμοῦ, ποὺ τὸ καλοκαίρι φαίνεται ἥσυχο καὶ τὸ διαβαίνεις εὔκολα, ἀλλὰ τὸ χειμῶνα ὀγκώνεται ξαφνικά, γκρεμίζει γεφύρια, πλημμυρίζει κάμπους, πνίγει ζῷα καὶ ἀνθρώπους, προκαλεῖ φόβο. Μικρὸ τὸ κακὸ ποὺ προξενοῦν οἱ ποταμοὶ μπροστὰ στὸν κατακλυσμὸ τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία, ἀκόμη, παρομοιάζεται ἀπό παλαιούς ἱεροκήρυκες53, μέ τήν βασίλισσα ἐκείνη, τήν Σεμίραμι, ἡ ὁποῖα θανάτωσε τόν σύζυγό της Νίνο, βασιλέα τῶν Ἀσσυρίων, μέ τρεῖς ἐντολές! Ἡ Σεμίραμις ἀσκοῦσε γιά πολύ καιρό μεγάλη πίεση στόν βασιλέα νά τῆς παραχωρήσει γιά μιά μόνο μέρα τό θρόνο, γιά νά βασιλεύσει. Στίς πολλές πιέσεις, ὁ Νίνος ὑπέκυψε καί τῆς παραχώρησε τήν βασιλική ἐξουσία, γιά μιά μόνο μέρα. Ἡ διεστραμμένη καί ὑστερόβουλη βασίλισσα, μόλις κάθησε ἐπί τοῦ θρόνου, ἔδωσε ἀμέσως στούς ὑπηκόους της, τρεῖς ἐντολές: 1) νά συλληφθεῖ ὁ βασιλεύς, 2) νά δεθεῖ χειροπόδαρα καί 3) νά ἀποκεφαλισθεῖ! Τό ἀνωτέρω παράδειγμα, μᾶς καταδεικνύει ὅτι ἡ φοβερή δουλεία τῆς ἁμαρτίας, καταστρέφει τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀφήσει τό αὐτεξούσιό του νά κινηθεῖ πρός τήν περιοχή τῆς ἁμαρτίας καί τῆς παραδώσει χώρο στην ὕπαρξή του, αὐτή τόν ὑποσκελίζει καί τόν θανατώνει πικρῶς ὡς ἡ κακή καί τυρρανική βασίλισσα τοῦ παραδείγματος! 

Τέλος, ἀπό τίς περίφημες «Κατηχήσεις» τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, μεταφέρουμε ἕνα ἀπόσπασμα σέ μετάφραση, πολύ διδακτικό, σχετικό μέ τήν ἁμαρτία, ὥστε νά τό γνωρίζουμε ὅσοι μετερχόμαστε τοῦ ἔργου τῆς θεραπείας τῶν ψυχῶν καί νά τό διδάσκουμε στά πνευματικά μας τέκνα πρός ὡφέλειαν και ἀποφυγήν, ὅσο γίνεται, τῆς ἁμαρτίας, μέ τή μνήμη τῆς μελλούσης κρίσεως τοῦ Κυρίου: «Τί τέλος πάντων εἶναι ἡ ἁμαρτία; Εἶναι ζῶο; εἶναι ἄγγελος; εἶναι δαίμονας; Τί εἶναι αὐτό πού τήν ἐνεργεῖ; Δεν εἶναι ἐχθρός πού ἔρχεται ἀπ᾿ ἔξω, ἀλλά δικό σου κακό γέννημα (σσ. ἐννοεῖ τῆς προαιρέσεως), πού ξεφυτρώνει ἀπό σένα. Κοίταξε με καθαρά τα μάτια σου καί δέν θά ἔχεις κακή ἐπιθυμία. Κράτα τά δικά σου καί μήν παίρνεις τά ξένα πράγματα, καί ἔτσι ἡ τάση γιά ἁρπαγή θά ἀποκοιμηθεῖ. Φέρνε στό νοῦ σου τή μέλλουσα κρίση, καί δέν θά μπορέσει νά σέ νικήσει οὔτε πορνεία, οὔτε μοιχεία, οὔτε φόνος. Ὅταν, ἀντίθετα, λησμονήσεις τόν Θεό, τότε ἀρχίζουν νά ἐμφανίζονται οἱ πηγές τῶν κακῶν».54


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ


Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ. ΕΠΙΚΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ


Ἄνθρωπος διακονεῖ τό ἱερό λειτούργημα τῆς πνευματικῆς πατρότητας, ὅπως γνωρίζουμε. Εἶναι ὁ πνευματικός πατέρας τόν ὁποῖον διορίζει ἡ Ἐκκλησία διά τοῦ ἐπισκόπου. Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι «ἡ ἐξομολόγησις τῶν ἁμαρτιῶν μας σέ ἄνθρωπο ἱερωμένο καί ἡ διαχείρισις τῆς ἀφέσεως ἀπό αὐτόν, καθωρίσθη ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, ἐπειδή ἀκριβῶς ὁ ἱερωμένος εἶναι ἄνθρωπος ὁμοιοπαθής μέ μᾶς καί κατά συνέπειαν εἶναι συγκαταβατικός στίς ἁμαρτίες μας».55

Ἄνθρωπος ἀκούει τήν ἐξομολόγηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ, γράφει ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, ἀλλά ὁ Θεός διά μέσου αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐπιστρέφει και συγχωρεῖ τόν παραπαίοντα! «Οὐκοῦν, εἰ καί ἄνθρωπος ἐστιν ὁ τήν ἐξομολόγησιν ἀκούων, ἀλλ᾿ ὁ Θεός δι᾿ αὐτοῦ ἐπιστρέφει, καί ἐκπαιδεύει, καί συγχωρεῖ, καθάπερ καί τόν Δυΐδ διά τοῦ Νάθαν».56

Ὁ πνευματικός πατέρας, σέ σχέση μέ τό ἱερό ἔργο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως πού ἀποτελεῖ ἕνα ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς Μετανοίας, θά πρέπει κατά πρῶτο λόγο νά ἔχει τή συναίσθηση ὅτι ὁ προσερχόμενος σ᾿ αὐτόν πιστός, εἶναι ἤδη πνευματοκίνητος, ἔχει δεχθεῖ ἐντός του τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχει μιλήσει μυστικά στήν καρδιά του ὁ Παράκλητος καί στή συνέχεια σπεύδει στό ὁρατό ὄργανο τῆς Χάριτος πού εἶναι ὁ πνευματικός πατήρ, ὥστε νά διευθετήσει τά τῆς ψυχῆς του καί νά θεραπευτεῖ. Ἄρα λοιπόν, «Ἀρχιτέκτων» αὐτοῦ τοῦ ἔργου εἶναι ὁ Παράκλητος, ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, καί συνεχιστής τοῦ ἔργου γίνεται ὁ πνευματικός. Αὐτό θα πρέπει νά τό τονίσει ὁ πνευματικός στόν ἐξομολογούμενο, ὥστε νά ἐξαρθεῖ ἡ συναίσθησή του ὅτι ἤδη τόν ἔχει ὁ Θεός «στά χέρια Του» καί στήν Πατρική ἀγκάλη Του, ὅτι «ἤδη εἶναι προσειλημένος στή Θεανδρική Προσωπικότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ».57

Τό ὁρατό ὄργανο τῆς Χάριτος, ὁ πνευματικός πατέρας, ἐργάζεται στή συνέχεια πάνω στήν ἐξιχνίαση τῆς βουλητικῆς καταστάσεως τοῦ ἐξομολογουμένου, στήν ἐντόπιση τῆς ὑπαρκτῆς ἤ ἀνύπαρκτης θελήσεώς του νά σωθεῖ. Ὁ πνευματικός πατέρας, πρέπει, ὅπως εὔστοχα ἔχει ἐπισημανθεῖ, «νά ἀναμορφώσει ἤ νά ἐνδυναμώσει ἤ νά ἐπαναπροσανατολίσει τή βούληση μέσα σέ μιά γνήσια χριστοκεντρική βιωματική λειτουργικότητα».58

Ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τή λειτουργία τῆς βουλήσεως. Ὁ Κύριος ρώτησε τόν παραλυτικό τῆς Βηθεσδᾶ:«Θέλεις ὑγιῆς γεννέσθαι»; Ἀπαιτεῖται πρίν ἀπ᾿ ὅλα ἡ θέληση! Μή λησμονοῦμε τό χρυσοστομικό πού ἐκφράζει ὅλη ἐν προκειμένῳ τήν Πατερική Παράδοση περί τῆς σωτηρίας, ὅτι αὐτούς πού δέν θέλουν νά σωθοῦν δέν τούς ἀναγκάζει ὁ Θεός: «μή βουλομένους οὐ βιάζεται ὁ Θεός, ἀλλά βουλομένους ἕλκει». 59 Στή συνέχεια, ὡς ἰατρός ὁ πνευματικός πατήρ, προχωρεῖ στή διάγνωση τῆς νόσου καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ὀρθή διάγνωση εἶναι τό ἥμισυ τῆς θεραπείας, ὅπως ἐπισημαίνουν οἱ γιατροί. Αὐτό βεβαίως - πέραν τῆς συνεργούσης Χάριτος -, ἀπαιτεῖ ἱκανότητα, διάκριση, δεξιότητα καί ἐπιστημοσύνη ἀπό πλευρᾶς τοῦ πνευματικοῦ πατρός. Ἄν γιά κάθε ἐπιστήμονα ἀλλά ἀκόμη καί γιά κάθε τεχνίτη ἰσχύει το ἀξίωμα ὅτι πρέπει νά γνωρίζει εἰς βάθος τό ἀντικείμενο τῆς ἐργασίας ἤ τῆς τέχνης του καί νά κατέχει τά «μυστικά» της προκειμένου νά ἀνταποκριθεῖ ἐπάξια σ᾿ αὐτήν, πόση γνώση χρειάζεται γιά τήν πνευματική ἐπιστήμη τοῦ «δεσμεῖν τε καί λύειν τάς τῶν ἀνθρώπων ἁμαρτίας»60;… Αὐτό τό «δεσμεῖν τε καί λύειν», τό δέσιμο καί λύσιμο τῶν ἁμαρτιῶν, στηρίζεται στήν ὀρθή διάγνωση τοῦ βαθμοῦ ποιότητος61, ὅπως ἀναφέρεται στά Πατερικά κείμενα. Πρόκειται γιά τήν ψυχολόγηση και ἀνάλυση δεδομένων καί φαινομένων καί ἀποτίμηση παραγόντων καί συντελεστῶν ἁμαρτίας καί μετανοίας, ὅπως ἀναφέρεται στό «Ἐξομολογητάριον»τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου62, τό ὁποῖο πρέπει νά γνωρίζουν καλά οἱ πνευματικοί πατέρες καί νά τό μελετοῦν συχνά! 

Ἐπισημαίνεται ἐπίσης ἀπό εἰδικούς καθηγητές, ὅτι εἶναι σημαντικό νά γνωρίζει ὁ πνευματικός πατήρ, καί τίς λανθάνουσες ψυχολογικές διαδικασίες στόν ἄνθρωπο καί αὐτό τό ἀποκτᾶ, πέραν τῶν πνευματικῶν καί τοῦ ἄνωθεν φωτισμοῦ, καί μέ κάποιες γνώσεις ψυχολογίας πού θα πρέπει νά διαθέτει.63 Πρέπει ἐν προκειμένῳ νά προσέχουν τοῦτο τό σημεῖο οἱ πνευματικοί πατέρες καί ἐξομολόγοι. Ὁ καθηγητής τῆς Θεολογίας, Ἰω. Κορναράκης, γράφει σχετικά: «Δέν πρέπει νά λησμονηθεῖ ὅτι ἡ σύγχρονη ψυχολογία καί ψυχοθεραπευτική καί κατανοεῖ καί ἑρμηνεύει καί προσπαθεῖ νά θεραπεύση τόν ψυχικό προβληματισμό τοῦ ἀνθρώπου μέ βάσι τίς ψυχοτραυματικές ἐμπειρίες τοῦ ἀτόμου, κατά τή διάρκεια τῆς κυήσεώς του, κατά τόν τοκετό καί κατά τά πρῶτα ἔτη τῆς ζωῆς του, τόσο στό οἰκογενειακό ὅσο καί στό εὑρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Ἡ παροχή ὑπηρεσιῶν ἀπό ψυχιάτρους ὑπόπτου ἤ ἀμφιβόλου προσανατολισμοῦ, ὄχι μόνο φορτώνει τόν σύγχρονο ἄνθρωπο μέ δυσβάστακτα οἰκονομικά βάρη, ἀλλά τόν ἀναγκάζει νά ζητῆ «τά χαρίσματα τῶν ἰαμάτων» τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ στό πρόσωπο τοῦ πνευματικοῦ - ἐξομολόγου. Καί μόνο ἡ συνειδητοποίησις τῆς πραγματικότητος αὐτῆς δικαιώνει τήν ἀναντίρρητη σχέση τῆς ψυχολογίας μέ τήν πνευματική ζωή». 64

Δέν εἶναι περιττό, ἑπομένως, νά γνωρίζει καί λίγη Ψυχολογία ὁ πνευματικός πατέρας. Δέν θά τόν βλάψει, ἀντίθετα θά τόν ὁφελήσει στό ἔργο τῆς πνευματικῆς ἰατρείας65, τήν ὁποία θά ἐπιμεληθεῖκαί μέ τή βοήθεια τῆς θύραθεν γνώσεως, ἄν εἶναι μάλιστα καλός καί ἱκανός δύτης τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Νά ὑπογραμμιστεῖ ἐδῶ ὅτι μόνον ἐπικουρικά χρησιμοποιεῖται ἡ ψυχολογία στήν ἄσκηση τῆς ποιμαντικῆς (ἐκτός ἄν συνυπάρχουν καί οἱ δύο ἰδιότητες, τ.ἔ. τοῦ ποιμένος καί τοῦ ψυχολόγου ἤ ψυχιάτρου σέ ἕνα πρόσωπο, ὅπως ἐνίοτε συμβαίνει καί αὐτό καί ἔτσι ἡ βοήθεια παρέχεται συνδιαστικά), ὡς ἐργαλεῖο καί μόνο! Καί τοῦτο διότι ἡ Ψυχολογία, ναί μέν βοηθεῖ καί ἀνακουφίζει, ἀλλά δέν παρέχει τήν διά Χριστοῦ ψυχική θεραπεία στόν ἄνθρωπο ἀπό μόνη της! Διαφορετικά ὁμιλεῖ ἡ Ἐκκλησία γιά τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς, γιά τήν ἀσθένεια καί τή θεραπεία καί διαφορετικά τοποθετεῖται σ᾿ αὐτά ἡ Ψυχολογία. Ἑπομένως, ἀφοῦ διαφέρει ὁ στόχος καί τό ἀντικείμενο, διαφέρει καί ἡ πρόταση ἀπό πλευρᾶς τῶν δύο παραγόντων! Ἡ Ἐκκλησία, ὡς γνωστόν, ὁμιλεῖ περί πνευματικῆς ἀσθενείας λόγῳ τῆς ἁμαρτίας (πτωτικότητα τοῦ ἀνθρώπου) καί προτείνει ὡς θεραπεία τόν συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς, τήν προσευχή, τήν ἄσκηση τῶν θείων ἐντολῶν, τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν καί τή μετοχή στά θεῖα Μυστήρια, δηλ. συνδιασμός ἀσκήσεως καί Μυστηρίων. Καί μέ αὐτά, ἡ ὀρθόδοξη Ποιμαντική, ἡ ὁποῖα ὁμιλεῖ μέ αὐθεντία ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ καί Αὐτοῦ τήν βοήθεια καί ἀρωγή ἐπικαλεῖται πάντοτε, θεωρώντας την θεραπεία ὡς ἔργο Θεανθρωπίνης συνεργασίας, «στοχεύει στή θέωση τοῦ ἀνθώπου καί ὄχι ἁπλά στήν πιστότητα μεταξύ ἐξωτερικοῦ καί ἐσωτερικοῦ ἑαυτοῦ, ἤ τήν ὁμοιόσταση, εὐτυχία ἤ ψυχοσωματική ἰσορροπία του».66

Ἡ Ψυχολογία, ὅμως καί ἡ Ψυχιατρική, ἐνδιαφέρονται γιά τήν ἀσθένεια ἐκείνη ἡ ὁποία ὑπάρχει στίς ψυχικές δομές καί λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή μέ ὅτι ἔχει νά κάνει μέ τή σκέψη του, τά συναισθήματά του, τίς ἐπιθυμίες, τό ἀσυνείδητο, τή συμπεριφορά γενικῶς. Ἡ ἀσθένεια αὐτή, ὅπως τή θεωρεῖ ἡ Ψυχολογία, δέν συνδέεται ἄμεσα μέ τά πάθη, ἀλλά ἔμεσα, καί ὡς τούτου, προτείνεται ἀνάλογη θεραπεία. Ἡ κατάθλιψη λ.χ. μπορεῖ μέν νά ἀντιμετωπιστεῖ ἀπό τήν Ψυχολογία ἤ τήν Ψυχιατρική, μέ μία συζήτηση, ἤ μέ κάποιο φάρμακο (τά λεγόμενα ἀντικαταθλιπτικά), ὅμως μπορεῖ να ἀντιμετωπιστεῖ και πνευματικά, ὅταν ἡ κατάθλιψη δέν ὀφείλεται σέ ὀργανικές ἤ συναισθηματικές καταστάσεις ἀλλά συνδέεται μέ πάθη συγκεκριμένα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου, ὅπως ὁ ἐγωισμός, ἡ ἄρνηση τῆς συγχωρητικότητας κ.ἄ. 

Πέραν αὐτῶν, ἐννοεῖται πώς δέν ἀγνοοῦμε ὅτι ἡ Ψυχολογία, στίς περί ἀνθρώπου ἀντιλήψεις της κατά πολύ διαφέρει ἀπό τή Θεολογία καί τήν Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία. Ἡ Ψυχολογία ἀγνοεῖ τήν ψυχή! Δέν τήν ὁρίζει ὡς οὐσία συγκεκριμένη μέσα στόν ἄνθρωπο, ὡς τό ἕνα ἐκ τῶν δύο συστατικῶν πού τόν ἀπαρτίζουν. Ἡ Ψυχολογία, ἁπλῶς προσπαθεῖ νά θεραπεύσει τίς νοσηρές συμπεριφορικές ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ. Ἀγνοεῖ ὅμως τήν Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία, ὅπως ἐκφράζεται στήν Πατερική μας Παράδοση. 

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ ἐπιστῆμες πού ἀσχολοῦνται μέ τόν ἄνθρωπο, «στηρίζονται κατά βάση στή μελέτη τοῦ «πεπτωκότος» ἀνθρώπου καί ἀγνοοῦν τίς ἀνθρωπολογικές καί ψυχολογικές πού στηρίζονται στήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τοῦ «ἀνισταμένου» ἀνθρώπου, ὅπως διασώζονται στήν πατερική καί ἀσκητική Γραμματεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Παράδοσης».67 Γιά τό λόγο αὐτό, ἡ Ψυχολογία χρησιμοποιεῖται ὡς ἐργαλεῖο, ὅπως εἴπαμε, ὡς μέσον κατά τήν ἐνάσκηση τῆς Ποιμαντικῆς. Καί τοῦτο διότι ἡ Ψυχολογία λειτουργεῖ ἀνθρωποκεντρικά, ἐνῶ ἡ Ποιμανική Θεολογία, ὅπως γνωρίζουμε, λειτουργεῖ Θεοκεντρικά. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ψυχολογία μέ τίς μεθόδους της, βοηθάει μέν τόν πεπτωκότα, διχασμένο ἄνθρωπο, ἀλλά παρέχει μιά ἐπιφανειακή ἀνακούφιση καί ὄχι ὑπαρξιακή λύτρωση! Διαφορετικές, βεβαίως, εἶναι οἱ περιοχές, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τίς μεθόδους τῆς θεραπείας, ἀλλά κάποιες φορές, Ἐκκλησία καί ἐπιστήμη συναντῶνται καί συνεργάζονται γιά τό καλό τοῦ ποικιλοτρόπως πάσχοντος ἀνθρώπου. Οὐσιαστικά, δέν ὑπάρχει σύγκρουση μεταξύ πίστεως καί ἐπιστήμης (ἐν προκειμένῳ Θεολογίας καί Ψυχολογίας), ἀλλά ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ σχέσεις τους διέπονται ἀπό τή λεγομένηἀλληλοσυμπληρωματικότητα.. 

Αὐτά πρέπει νά ἐπίστανται καλῶς οἱ σημερινοί πνευματικοί πατέρες, ὥστε νά διακονοῦν ὅσο γίνεται καλύτερα τόν ἄνθρωπο στά ὅρια τῆς ὀρθοδόξου ποιμαντικῆς68. Ὅταν αὐτά τά κατέχει σέ βάθος ἕνας ἱερεύς – ποιμήν, πνευματικός, θά σπεύσει στόν πάσχοντα ἐκ τῆς νόσου τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο, θά τόν συναντήσει στή δική του συνθήκη, στό ἐπίπεδο τῆς ἀνάγκης του, θά τοῦ μιλήσει στή γλώσσα του καί θά τοῦ δείξει μέ πολλούς τρόπους τήν κρυμμένη πίσω ἀπό αὐτόν Ἀγάπη τοῦ Μεγάλου Ἰατροῦ, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ…

Ὁ σημερινός ἄνθρωπος βάλλεται πανταχόθεν. Εἶναι τόσες οἱ προκλήσεις τῆς σύγχρονης κοινωνίας, τόσες οἱ παγίδες καί οἱ δαιμονικές ἐπιρροές, τόση ἡ παγίωση τοῦ κακοῦ στον κόσμο, τόση ἡ προβολή του διά τῆς ἀπροκαλύπτου σήμερα ἐμφανιζομένης πολύμορφης ἁμαρτίας, τόση ἡ ζόφωση καί ὁ σκοτασμός, ἡ ἀλλοτρίωση καί ἡ ἀποστασία, ἡ ἀπόγνωση καί ἡ ὑπαρξιακή ἐρημία τῶν καιρῶν, ὥστε νά μήν γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ποῦ νά πορευθοῦν, ποῦ νά ἀκουμπήσουν, πῶς νά λυτρωθοῦν, μέ ποιό τρόπο νά ἀπαλλαγοῦν ἀπο τά ποικίλα δεινά. Πολλοί θέλουν νά κάνουν τό καλό, νά ἐφαρμόσουν τις ἐντολές τοῦ Θεοῦ, νά θεραπεύσουν τήν ψυχή τους, νά δοῦν φῶς καί ἐλπίδα, ἀλλά εἶναι τόσο ἰσχυρό σήμερα τό κακό (ὄχι ὀντολογικῶς βεβαίως, ἀλλ᾿ ὡς ἀπουσία τοῦ καλοῦ), τόσον ἰταμή ἡ ἁμαρτία καί προκλητική ἡ δαιμονική αἰχμαλωσία, πού δέν ἀφήνει πολλά περιθώρια ἀντιστάσεως.

Γενικά ὁ ἄνθρωπος, ἀποτελεῖ θά λέγαμε ἐπαγωγικῶς, μιά δραματική διελκυστίνδα μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ διαβόλου, εἴτε τό γνωρίζει αὐτό, εἴτε τό ἀγνοεῖ. Τί εἶναι ἡ διελκυστίνδα; Πρόκειται γιά ἕνα ἀρχαῖο παιχνίδι, ἕνα ἄθλημα στό ὁποῖο χρησιμοποιεῖται ἕνα σχοινί. Τό παλαιό αὐτό ἄθλημα, παίζεται μεταξύ δύο ὁμάδων, οἱ ὁποίες τραβοῦν ἕνα μεγάλου μῆκους σχοινί καί ἡ κάθε ὁμάδα προσπαθεῖ νά τό ἐλκύσει στό μέρος της. Ἡ «διελκυστίνδα», ὅπως μᾶς πληροφοροῦν οἱ ἐγκυκλοπαίδειες (βλ. Βικιπαίδεια), διεξαγόταν στούς Ὀλυμπιακούς ἀγῶνες ἀπό τό 1900 -1920 ἐνῶ συμπεριελήφθη και στούς Β΄ Διεθνεῖς Ὀλυμπικούς ἀγῶνες στήν Ἀθήνα τό ἔτος 1906, στή λεγομένη μεσοολυμπιάδα. Ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος, ἀπό τή μία πλευρά ἕλκεται ἀπό τήν ἄκτιστη Χάρη καί ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ πρός τήν ἀρετή, τή μέθεξη τοῦ ἀκτίστου, τήν πραγμάτωση τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», τήν ὑπαρξιακή μετοχή στό «ὄν», στό «Εἶναι», στήν ἁγιοτριαδική ζωή, καί ἀπό τήν ἄλλη, τόν ἔλκει τό ἀκάθαρτο πνεῦμα τῆς πονηρίας, ὁ «πεσών Ἐωσφόρος» πρός τή δική του κατάσταση, πρός τό μή ὄν, τήν ἀμεθεξία τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, ὁ ρόλος τῆς πνευματικῆς πατρότητας, ἰδιαίτερα σήμερα καθίσταται πολύ σημαντικός, ἀφοῦ δι᾿ αὐτῆς, κατευθύνεται ὁ ἄνθρωπος ἐν Χάριτι στήν ἀνηφορική ἀλλά ἁγία ὁδό τῆς ἀρετῆς, τῆς Μετανοίας, τοῦ μονίμου προσανατολισμοῦ τῆς βουλήσεώς του στόν Θεό, μέ σκοπό τήν ἀπόκτηση τῆς πνευματικῆς του τελειώσεως. Ἡ Μετάνοια, ὡς ἀρχή καί μέσον καί τέλος τῆς τῶν Χριστιανῶν πολιτείας κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τον Παλαμᾶ, θά πρέπει νά συνιστᾶται μονίμως! Ἡ ἐξομολόγηση ἀποτελεῖ ἕνα μόνο τμῆμα τοῦ μυστηρίου τῆς Μετανοίας καί εἶχε μία ἐξέλιξη μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅπως μᾶς πληροφοροῦν οἱ ἱστορικοί69. Ὅμως ἡ Μετάνοια εἶναι τό ὅλον! Μετά τό βάπτισμα, κατά τό μυστήριο τῆς Μετανοίας, ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δέν ἐτήρησε ἄφθαρτο τόν χιτώνα τοῦ βαπτισματος, καλεῖται νά ἀναγεννηθεῖ μέ τή Μετάνοια καί νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τίς συνέπειες πού τοῦ προκάλεσε ἡ ἁμαρτία. Ἡ Μετάνοια ὅμως, εἶναι καί ἡ θεραπεία καί ἀποκατάσταση τῆς ψυχῆς· εἶναι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου κατά πρῶτο λόγο μέ τόν ἐαυτό του ἐσωτερικά, ἡ ἐπαναπόκτηση τῆς «ἑνοείδειας», τήν ὁποία διέθετε προπτωτικά. Καί αὐτό πραγματώνεται στά πλαίσια μιᾶς συνεχοῦς πορείας τῆς ἀγωνιζομένης ψυχῆς, ἐν μέσῳ ὠδίνων καί ὀδυνῶν, μέσα στήν περιρρέουσα πνευματική ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Μετάνοια δέν εἶναι πύλη, ἀλλά εἶναι ὁδός.

Ὡστόσο, σ᾿ αὐτήν τήν πορεία προς τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τή θέωση, τήν κεντρική θέση της ἔχει καί ἡ ἀρετη τῆς ὑπακοῆς, ὅπως γνωρίζουμε. Ἡ ὑπακοή στόν πνευματικό πατέρα, ἐλευθερώνει ἀπό τήν τυραννία τῶν παθῶν καί μαθαίνει τόν ἄνθρωπο νά προσαρμόζει καί νά ὑποτάσσει τό θέλημά του στό θεῖον θέλημα, πού ἐκφράζεται διά τοῦ πνευματικοῦ πατρός. Ἠ μακαρία ὑπακοή, κάνει θαύματα, ὅπως ἔχουμε διαβάσει σέ βίους Ἀγίων τῆς Ἐκκλησίας μας καί ὅπως ἔχουμε δεῖ σέ διάφορα γεγονότα τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἀρκετῶν Χριστιανῶν! Καί αὐτό γίνεται, διότι ἡ κατά Θεόν ὑπακοή, ἀποβλέπει στήν ἐν ἐπιγνώσει καί ἐλευθερίᾳ ὑπέρβαση τοῦ ἐγωϊστικοῦ μας θελήματος, τοῦ πτωτικοῦ. Καί ὅταν ὁ ἐγωϊσμός ἀπομακρυνθεῖ καί δώσει τήν θέση του στήν ὑψοποιό ταπείνωση, τότε εἶναι πλησίον ἡ προσποριζομένη Χάρις καί ἡ πραγματική ἐλευθερία στόν πιστό! Ἀντίθετα, ἡ παρακοή, προξενεῖ πολλά δεινά, ἀφοῦ δεσμεύει τόν ἄνθρωπο στά πάθη τυραννικά. Γνώριζαν καλά οἱ Πατέρες μας τί σημαίνει αὐτό τό ὁποῖο ἐγράφη ἀπό αὐτούς, ὅτι «ὑπακοή ἴσον ζωή, παρακοή ἴσον θάνατος» καί γνωρίζουν ἐπίσης ἐκ πεῖρας τήν ἐφαρμογή του ὅσοι τό ἐφήρμοσαν, εἴτε θετικῶς εἴτε ἀρνητικῶς70. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι μέ τήν ὑπακοή, ὁ ἄνθρωπος «ἀντιπροσφέρει αὐτεξούσια τό αὐτεξούσιό του στόν Θεό. Ὁ Θεός δέχεται τό δῶρο καί χαρίζει στόν πιστό ὄχι μόνο τήν ἀρχική ἐλευθερία (δυνατότητα ἐκλογῆς μεταξύ καλοῦ καί κακοῦ), ἀλλά καί τήν τελική ἐλευθερία πού εἶναι συμμετοχή στόν αἰώνιο θεῖο σαββατισμό, στήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί στό ἄκτιστο φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος». 71


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ


«ΘΕΟΠΟΙΗΣΘΑΙ ΤΕ ΚΑΙ ΘΕΟΠΟΙΕΙΝ». ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ


«Ἐκτενῶς τόν Θεόν παρακάλεσον, ὅπως δείξῃ σοι ἄνθρωπον, τόν καλῶς ποιμάναι σε δυνάμενον».72 Ὁ πνευματικός πατέρας, πέραν αὐτῶν πού ἀκροθιγῶς τονίστηκαν ὡς πρός τίς γνώσεις τίς ὁποῖες θά πρέπει νά διαθέτει, γιά νά καταστεῖ ἱκανός δύτης τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, θά πρέπει νά εἶναι, ὅσο τό δυνατόν, ἄνθρωπος ἀρετῆς, ἄνθρωπος προσευχῆς καί ἀγάπης, Μετανοίας, ταπεινοφροσύνης καί ὑπομονῆς. Κυρίως, νά διαθέτει ἀγάπη, τήν κατά Χριστόν, νά εἶναι «θεματοφύλακας τῆς θείας φιλανθρωπίας», ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἄν δέν κοσμεῖται ἀπό τά ἀνωτέρω, ἔστω καί σέ μικρό βαθμό, πῶς θά τά ἐμπνεύσει στά πνευματικά του παιδιά; Πῶς θά τά ἀναγεννήσει ἐν Χριστῷ; Πῶς θά μεταδώσει τήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ πού ἔχει νά κάνει μέ ἐμπειρία ἐσωτερική - ὑπαρξιακή καί ὄχι μέ κατάκτηση διανοητική, ἄν ὁ ἴδιος δέν μετέχει σέ ὅσα διδάσκει καί ἐπαγγέλεται; Πῶς θά θεραπεύσει ἄλλους ὅταν ὁ ἴδιος νοσεῖ βαρύτατα καί ἔχει ἀνάγκη θεραπείας; Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐν προκειμένῳ λέγει ὅτι στήν πνευματική ἰατρεία τῶν ψυχῶν ἀπαιτεῖται ἡ ὑγεία τοῦ θεραπευτοῦ, κάτι πού δέν ἰσχύει στήν ἐνασκηση τῆς θεραπείας τῶν σωμάτων. Μέ ἄλλα λόγια, μπορεῖ ἔνας ἰατρός νά θεραπεύσει κάποιον ἀσθενῆ, ὄντας ὁ ἴδιος ὁ ἰατρός ἀσθενῆς καί αὐτό δέν ἐμποδίζει τή θεραπεία τῶν ἄλλων ἀσθενῶν. Στήν θεραπεία, ὅμως, τῶν ψυχῶν δέν πρέπει αὐτό νά συμβαίνει, ἀλλά θά πρέπει ὁ ἰατρός –πνευματικός πατήρ – νά εἶναι ὑγιής πνευματικά, νά ἔχει θεραπευθεῖ -κατά τό δυνατόν - ἀπό τή νόσο τῆς ἁμαρτίας, ἤ τουλάχιστον νά ἀγωνίζεται ἐντατικά γιά τήν πνευματική πρόοδό του, ὥστε νά μπορεῖ ἐπιτυχῶς νά ὁδηγεῖ ἄλλους στήν ἴαση καί τήν ἐν Χριστῷ σωτηρίᾳ, μέσῳ τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῶν Ἁγίων Μυστηρίων. Ὁ προειρημένος μεγάλος Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας καί Διδάσκαλος, ἅγιος Γρηγόριος, παρουσιάζοντας τόν βίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, ἐξαίρει μεταξύ ἄλλων καί τίς ποιμαντικές ἱκανότητες καί τά χαρίσματα τοῦ ἁγίου Ἱεράρχου καί «Στύλου τῆς Ὀρθοδοξίας». Αὐτός ὁ ὄντως Μέγας, ἐνεργώντας διακριτικά καί πεφωτισμένα, μέσα στά πλαίσια τῆς πατρικῆς του ἐπιμελείας γιά τούς ὑπ᾿ αὐτόν ποιμενομένους, «ἄλλους ἐπαινοῦσε, ἄλλους ἐπιτιμοῦσε μετρημένα, μερικῶν προσπαθοῦσε νά ταράξει τή νωθρότητα, ἄλλων νά καταστείλει τήν ὁρμητικότητα. Φρόντιζε γι᾿ αυτούς μήπως κάνουν σφάλμα, γιά ἐκείνους πού ἔσφαλαν εὕρισκε τρόπους νά διορθωθοῦν. Ἦταν ἁπλός στούς τρόπους, πολυμήχανος στήν κυβέρνηση (τῶν ψυχῶν), σοφός στούς λόγους, σοφώτερος στίς σκέψεις, προσγειωμένος μέ τούς πιό ταπεινούς, πνευματικώτερος μέ τούς πιό καλλιεργημένους, φιλόξενος, παρακλητικός, διώκτης τοῦ κακοῦ».73Ἔτσι, μᾶς παρουσίασε τόν «τύπον», τό ὑπόδειγμα τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένος καί πνευματικοῦ πατρός, τοῦ διακριτικοῦ καί σοφοῦ καθοδηγοῦ. Ὁ πνευματικός θά πρέπει, πάντοτε μέ ἀπέραντη πατρική ἀγάπη, νά ἀναζητεῖ τή μέση ὁδό στό ἔργο τῆς διδασκαλίας καί καθοδηγίας τῶν ψυχῶν. Θά πρέπει, ἐπίσης, νά ἐλίσσεται μεταξύ τῆς στηλιτεύσεως τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἐμπνεύσεως τῆς πνευματικῆς ζωῆς.74 Τό ἔργο τοῦ πνευματικοῦ πατρός, εἶναι νά καταστεῖ ἕνας καλός ζωγράφος τῆς ἀρετῆς καί τῆς φθαρμένης εἰκόνος καί ἕνας ἰατρός πού θά θεραπεύει, χωρίς ὁ ἴδιος νά νοσεῖ, ὅπως καί πάλι ὑπογραμμίζει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος. «Νά μήν παρουσιαζόμεθα κακοί ζωγράφοι τῆς θαυμασίας ἀρετῆς –γράφει -, ἤ νά μήν ἀπομακρυνόμεθα ἀπό τήν γνωστήν παροιμίαν, ἐπιχειροῦντες νά θεραπεύσωμεν ἄλλους, ἐνῶ ἐμεῖς εἴμεθα γεμᾶτοι ἀπό πληγές».75

Ὡστόσο, ἡ λιπαρά μελέτη τῶν Γραφῶν καί τῶν Κανόνων καί ἡ κατά τό δυνατόν θεολογική γνώση τοῦ πνευματικοῦ πατρός, εἶναι ἀπαραίτητη πρός τόν πνευματικό ἐξοπλισμό του, προκειμένου νά ἐπιτύχει στό μεγάλο ἔργο τῆς διαποιμάνσεως καί τῆς σωτηρίας ψυχῶν πού θά ἀναλάβει. Στήν ἐποχή μας δέ, πρέπει νά εἶναι καταρτισμένος ὅσο γίνεται ὁ πνευματικός πατέρας, ἐκτός ἀπό θεολογικά, καί ἐγκυκλοπαιδικά, κοινωνικά καί παιδαγωγικά, ὥστε νά μπορεῖ νά ἀντιμετωπίσει ποιμαντικά καί θεραπευτικά τόν δύσκολο καί «ἐν πολλοῖς περιπεπλεγμένον» σημερινό ἄνθρωπο, νά καθοδηγήσει τό παιδί καί τόν ἔφηβο σύμφωνα (καί) μέ τίς γνώσεις τῶν συγχρόνων παιδαγωγικῶν μεθόδων κλπ. Ὀρθά ἔχει λεχθεῖ ὅτι «καί ὁ ἁγιώτερος στίς προθέσεις του πνευματικός, εἶναι δυνατόν νά ἀποβεῖ ἄκαρπος, ἄν δέν ἔχει ἀποκτήσει γνώσεις ὅσο τό δυνατόν τέλειες γιά τό τί εἶναι ἄνθρωπος, τί εἶναι ψυχή, σῶμα, ποία ἡ σχέση σώματος καί ψυχῆς, ποία ἡ ψυχολογία τοῦ παιδιοῦ καί τοῦ γέρου, ποία τοῦ ἀνδρός καί ποία τῆς γυναικός, ποία τοῦ ἐγγάμου καί ποία τοῦ ἀγάμου, ποία τοῦ ἐφήβου και ποία τοῦ ὡρίμου –μεσήλικος, τί εἶναι ὁ λόγος, ἡ συνομιλία, ὁ ὕπνος, τό φαινόμενο τῆς θρέψεως, ἡ σιωπή, ὁ κόπος, ὁ πόνος, τό δάκρυ, ἡ χαρά, ἡ μοναξιά, ἡ συμβίωσις, τί σημαίνει ἀνατρέφομαι σέ οἰκογένεια, ἤ σέ μοναστῆρι,…..πῶς δημιουργοῦται τά αἰσθήματα μειονεκτοκότητος καί οἱ τάσεις ὑπεροχῆς, τί εἶναι ὁ ἔρως, ὁ γάμος…κτλ»76.

Ἑπομένως, θά μπορούσαμε νά ἰσχυριστοῦμε μετά βεβαιότητος, ὅτι ὁ συνδιασμός ἀρετῆς καί γνώσεως στό πρόσωπο τοῦ πνευματικοῦ πατρός - Γέροντος, εἶναι πολύ σημαντικός καί συμβάλλει ἄριστα στήν καλή διεξαγωγή τοῦ ἱεροῦ ἔργου τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν. Χάρις, φωτισμός, ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο, παιδαγωγική ἱκανότητα καί γνώση, εἶναι αὐτά πού πρέπει νά κοσμοῦν τόν πνευματικό πατέρα, προκειμένου νά ἐπιτύχει στή δύσκολη ἀποστολή του. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἀγιορείτης, μέ αὐτά τά λόγια συμβουλεύει τούς ἀνθρώπους πού πρόκειται νά καταστοῦν πνευματικοί πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στό σπουδαιότατο «Ἐξομολογητάριόν» του:«Πρέπει ἐσύ ὁ μέλλων γενέσθαι Πνευματικός, νά ἔχης μίαν διαφορετικήν ἀπό τούς ἄλλους γνῶσιν καί ἐμπειρίαν εἰς τήν παλαιάν καί νέαν Γραφήν· εἰς τά δόγματα τῆς πίστεως, τά περιεχόμενα εἰς τό Πιστεύω· μάλιστα δέ καί ἐξαιρέτως, εἰς ὅλους τούς ἀποστολικούς, συνοδικούς καί πατρικούς Κανόνας, τούς περιεχομένους εἰς τήν Βίβλον, (τό Πηδάλιον) ὁποῦ πρό ὁλίγων χρόνων ἐξεδόθη εἰς τύπον· εἰς τῶν ὁποίων τήν μελέτην πρέπει νά καταγίνεσαι νύκτα καί ἡμέρα, εἰς τρόπον ὥστε νά τούς ἠξεύρης ἀπό στόματος· ἐπάνω εἰς αὐτούς νά κοιμᾶσαι, ὡς ὁ Ἀλέξανδρος εἰς τοῦ Ὁμήρου τήν Ἰλιάδα, καί τούτους νά ἀναπνέης κάθε ὥραν καί στιγμήν. Ἐπειδή καί σύ ἔχεις νά γένης ὁ κυβερνήτης τοῦ καραβιοῦ τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, καί σύ ἐξαιρέτως μέλλεις νά κρατῆς εἰς χεῖρας σου τούς κανόνας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὡσάν ἕνα τιμόνι τῆς Ἐκκλησίας. Ὅθεν ἔχεις χρέος νά ἦσαι γυμνασμένος προτήτερα, πώς πρέπει νά τό γυρίζης, καί νά τό στρέφης ἐπιστημονικῶς, ἵνα ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι, ὅταν δηλαδή γένης Πνευματικός, διά ταύτης τῆς ἐμπείρου σου κυβερνήσεως, ἐλευθερώσης ἀπό τήν φουρτούναν τῆς ἁμαρτίας τούς ταλαίπωρους ἁμαρτωλούς».77 Ὀρθά ἐπισημαίνει ὁ Ὅσιος Νικόδημος, ὁ σοφός Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους μας, ὅτι ἡ ἐνάσκηση τοῦ λειτουργήματος τῆς πνευματικῆς πατρότητας κατά τήν ἐξομολόγηση, ἀπαιτεῖ λιπαρή γνώση τῶν ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν στό «Πηδάλιο», πού ἀποτελεῖ δικό του ἔργο.

Ὁ πνευματικός ἰατρός, θά πρέπει, κατά τόν ρβ΄ ἱερό Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆ Συνόδου, νά προσφέρει στήν ἀθένεια τήν κατάλληλη θεραπεία, «κατάλληλον τήν θεραπείαν προσάγειν τῷ ἀρρωστήματι».78 Καί τοῦτο διότι, κατά τόν αὐτόν ἱερό Κανόνα, δέν εἶναι ἁπλή ἡ ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά πολύμορφη καί πολλῶν εἰδῶν καί γιατί βγάζει πολλές παραφυάδες βλάβης, ἀπό τίς ὁποῖες σκορπίζεται σέ μεγάλη ἔκταση τό κακό καί προχωρεῖ μπροστά, ὥστε νά σταματήσει μέ τή δύναμη αὐτοῦ πού τό θεραπεύει. «Οὐ γάρ ἁπλή τῆς ἁμαρτίας ἡ νόσος, ἀλλά ποικίλη καί πολυειδής, καί πολλάς τῆς βλάβης τάς παραφυάδας βλαστάνουσα, ἐξ ὧν τό κακόν ἐπί πολύ διαχεῖται, καί πρόσω βαίνει, μέχρις ἄν σταίη τῇ δυνάμει τοῦ θεραπεύοντος».79 Ἀλλά καί ὁ προμνημονευθείς Ὅσιος καί δεινός ἑρμηνευτής τῶν ἱερῶν Κανόνων, Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, συμβουλεύει τόν πνευματικό πατέρα πῶς νά ἐξομολογεῖ σωστά, ἀξιολογώντας ὅλες τίς περιστάσεις τῆς ἁμαρτίας, τά εἴδη, τά στάδια καί τούς βαθμούς τῆς ἁμαρτίας (δώδεκα εἶναι κατά τόν ἅγιο Νικόδημο80), πῶς νά ἀντιμετωπίζει τά συγγνωστά, τά θανάσιμα καί τά ἐλλειπτικά ἁμαρτήματα, πῶς νά «ἰατρεύει» τούς λογισμούς κ.ἄ. Ἐπίσης, ὁ σοφός Διδάσκαλος καί ἔμπειρος ψυχοανατόμος τῆς ἐποχῆς του, παραινεῖ μέσα στό περίφημο «Ἐξομολογητάριό» του τούς πνευματικούς πατέρες πού ἀσκοῦν τήν «ἰατρικήν ἐν Πνεύματι ἐπιστήμην81», πῶς νά ἀσκοῦν τήν ἐπιμέλεια τῶν ψυχῶν, πῶς νά «οἰκονομοῦν» ποικίλες περιπτώσεις ἁμαρτιῶν, πότε καί πῶς πρέπει νά ἐλέγχουν τούς ἁμαρτάνοντες, πῶς νά συμπεριφέρονται σέ ἰδιάζουσες περιστάσεις, πῶς νά ἀντιμετωπίζουν ἁμαρτάνοντες ἱερωμένους ἤ μοναχούς, πῶς νά ἐπιβάλουν τά λεγόμενα ἐπιτίμια (Κανόνες) μέσα στά πλαίσια τῆς οἰκονομίας ἀλλά καί τῆς ἀκριβείας ὅταν χρειασθεῖ κλπ. Ὡστόσο, ἔχουμε καί τήν ἐπί τοῦ θέματος συμβολή τοῦ μεγάλου Ἁγίου τῶν ἐσχάτων χρόνων, τοῦ θαυματουργοῦ Νεκταρίου Αἰγίνης, ὁ ὁποῖος, στήν Ποιμαντική του παρουσιάζει τήν ἐπιείκεια πού θά πρέπει νά κοσμεῖ τόν πνευματικό πατέρα καί γενικῶς τόν ἐκκλησιαστικό ποιμένα ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἐπιεικής πνευματικός ποιμήν ἀνέχεται πάντοτε ἐν μακροθυμίᾳ και πραότητι τά τε ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων, τάς τε ἐλλείψεις καί τήν σκληράν ἔτι αὐτῶν ἐν τῇ κακίᾳ ἐμμονήν…οὔτε λίαν αὐστηρός δικαστής γίνεται, συνῳδά τῷ τῆς ἐπιεικείας νόμῳ, οὔτε πικρός ἐλεγκτής καί κατήγορος τῶν πράξεων τῶν παρ᾿ αὐτοῦ ποιμενομένων· ἀλλ᾿ ἔστι καί φαίνεται τοῖς πᾶσιν ἐξ ἴσου ἱλαρός, μειλίχιος καί πλήρης πραότητος καί ἀγαθότητος, ἵνα μηδείς χωρίζηται ἀπ᾿ αὐτοῦ κατηφής καί τεθλιμμένος».82

Βεβαίως, ὅταν κάνουμε λόγο για ἐπιείκεια, δέν θά πρέπει νά παραβλέπουμε τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες κατά τίς ὁποῖες ὁ πνευματικός πατήρ - ἐξ ἀγάπης καί πάλι -, θά χρησιμοποιήσει καί τόν αὐστηρό, ἐπιτιμητικό λόγο (ὅπως μᾶς συμβουλεύει ἡ Γραφή καί οἱ Πατέρες83) προκειμένου νά ἀφυπνίσει, νά «ταρακουνήσει» κατά τό κοινῶς λεγόμενο κάποιο πνευματικό του παιδί, ὅταν αὐτό διακινδυνεύει νά ἀπωλεσεθεῖ, πράγμα τό ὁποῖον πράττουν καί οἱ γονεῖς καί οἱ διδάσκαλοι, μέσα στά πλαίσια τῆς παιδαγωγίας. 

Αὐτά καί ἄλλα πολλά προσόντα καί χαρίσματα πρέπει νά κοσμοῦν τόν πνευματικό πατέρα, ὥστε νά ἀσκήσει μιά ἐπιτυχημένη ἀγωγή ἐπί τῶν ψυχῶν, συνεργούσης πάντοτε τῆς θείας Χάριτος. Πάλι ὁ ἅγιος Νικόδημος, ἀπευθυνόμενος συμβουλευτικῶς πρός τόν πνευματικό πατέρα θά κάνει αὐτή τή σπουδαιότατη ἐπισήμανση: «Ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλασις, ἡ ζωή καί ὁ θάνατος, ἡ σωτηρία καί ἡ ἀπώλεια τῶν ψυχῶν εἰς χεῖρας σου στέκεται». Καί ἕνας σοφός γέροντας, πολύ παλαιά, ἔλεγε: Ὁ πνευματικός, παιδιά μου, - ἄν μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε μιά εἰκόνα -, ὅταν ἐξομολογεῖ, ἔχει τό ἕνα πόδι μέσα στόν Παράδεισο καί τό ἄλλο μέσα στήν Κόλαση. Τό ἔργο του εἶναι νά βγάζει ψυχές ἀπό τήν Κόλαση καί νά τίς «μπάζει» στόν Παράδεισο. Ἄν δέν προσέξει, θά κάνει τό ἀκριβῶς ἀντίθετο! Ἀλλά ἄς δοῦμε πῶς περιγράφει τόν κεντρικό στόχο τῆς Ἁγίας ἱερωσύνης πού εἶναι τό «θεοποιεῖσθαί τε καί θεοποιεῖν», ὁ Μέγας Ὁμολογητής τῆς Ἐκκλησίας, ἅγιος Μάξιμος, ὁ Ὁμολογητής: «Ὅπως ἡ φωτεινή ἀκτίνα ἔλκει εὐχάριστα τά ὑγιῆ μάτια πού χαίρονται τό φῶς καί μεταδίδει σ᾿ αὐτά τή λαμπρότητά της, ἔτσι καί ἡ ἀληθινή ἱερωσύνη, καθώς εἶναι σέ ὅλα της χαρακτῆρας καί φανέρωση τῆς μακαρίας θεότητας σ᾿ αὐτούς πού βρίσκονται στή γῆ. ἕλκει κάθε ψυχή φιλόθεη καί ἁγιασμενη πρός τόν ἑαυτό της καί τῆς μεταδίδει ἀπό τή δική της γνώση, εἰρήνη καί ἀγάπη· οὕτως ὥστε, ἀφοῦ ὁδηγήσει κάθε δύναμη τῆς ψυχῆς στήν κορυφή τῆς ἐνεργητικότητάς της, ὁδηγήσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐντελῶς θεωμένους αὐτούς τούς ὁποίους μυσταγωγεῖ. Διότι τό τέλος τῆς ὑπάρχουσας στήν ψυχή λογικῆς ἐνέργειας εἶναι ἡ γνώση ἡ ἀληθινή· τέλος τῆς έπιθυμητικῆς ἐνέργειας εἶναι ἡ ἀγάπη καί τῆς θυμικῆς ἡ εἰρήνη. Ἔτσι καί ὁ σκοπός τῆς ἀληθινῆς ἱερωσύνης εἶναι τό νά θεοποιεῖται καί νά θεοποιεῖ».84


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ - ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ


Εἶναι γραμμένο στήν Πατερική μας Γραμματεία ὅτι «Φῶς μέν μοναχοῖς Ἄγγελοι, φῶς δέ λαϊκοῖς μοναδική πολιτεία».85 Ὁ Ὀρθόδοξος Μοναχισμός, εἶναι θεσμός θεσύστατος. Ὡς ἀσκητικόν ἰδεώδες μέσα στήν Ἐκκλησία, ἔχοντας τήν ἀρχήν του στήν Καινή Διαθήκη, ἔκανε τήν ἐμφάνισή του ὅταν μετά την παύση τῶν μεγάλων διωγμῶν ἄρχισε νά εἰσέρχετα στήν ἐκκλησιατική ζωή τό πνεῦμα τῆς ἐκκοσμικεύσεως. Εἶναι ἕνας θεσμός ἐκκλησιαστικός μέ ἰδιότυπο τρόπο ζωῆς, τόν ἀσκητικό βίο, πού ἐνεργεῖται μέ τήν ψυχοσωματική ἀφιέρωση στόν Θεό. Ἡ ἀφιέρωση καί ἔνταξη στήν «Μοναχική πολιτεία», ἐπισημοποιεῖται μέ τήν λεγομένη «κουρά», τήν μοναχική χειροτονία, ἡ ὁποῖα τελεῖται σέ ἱερά Μονή, ὅπου ὁ Γέροντας ἀναλαμβάνει ὡς πνευματικός πατέρας τόν νεόκουρο μοναχό. Μέ τήν «κουρά», ἀλλάζει καί τό ὄνομα τοῦ ἀφιερωμένου στόν Κύριο, «καταργεῖται» πλέον τό βαπτιστικό καί δίδεται σ᾿ αὐτόν νέο ὄνομα, μοναχικό86. Ἀλλά μαζί μέ τό νέο ὄνομα ἀλλάζει καί ἡ ὅλη ζωή καί πολιτεία τοῦ μοναχοῦ, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, ἡ μοναχική βιοτή, συνιστᾶ ἀποταγή ὅλων τῶν κοσμικῶν, ἀποξένωση ἀπό ἐφήμερα καί ὑλικά, οἰκήματα, ἐμπόρια, περιουσιακά καί ἄλλα φιλόϋλα τοῦ ἐγκοσμίου βίου καί πλήρη παράδοση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διά Μετανοίας, συμμετοχῆς στή θεία Λατρεία καί εἰδικώτερα στή Θ. Εὐχαριστία, ἀσκήσεως καί προσευχῆς. Ἡ ἀσκητική ζωή, ἀπαιτεῖ κυρίως τήν τήρηση καί ἐφαρμογή τῶν τριῶν μεγάλων μοναχικῶν ἀρετῶν, πού ἀποτελοῦν καί ὑποσχέσεις κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀγγελικοῦ σχήματος, τῆς παρθενίας, τῆς ἀκτημοσύνης καί τῆς ὑπακοῆς. Ὁ Μοναχισμός βεβαίως κινεῖται στά ὅρια τῆς ὑπακοῆς στήν Ἐκκλησία, ὅπως ὁρίζουν οἱ σχετικοί ἱεροί Κανόνες87. Ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, μεγάλος λειτουργιολόγος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ 15ου αἰῶνος, θεμελιώνει τόν Μοναχισμό στή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων καί αὐτό φαίνεται στό ἑξῆς παράθεμα, τό ὁποῖο παρουσιάζουμε ἀπό τά ἔργα του: «Διό καί εἴ τις ἀληθής ἐστι μοναχός, κατά Παῦλον, οὗτος καί ἐνταῦθα μέν Χριστόν ἀγαπᾶ, καί οὐδέν αὐτόν τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ χωρίσαι δύναται· καί ἐπιθυμεῖ ἀναλύσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι. Καί τοῦτο διά τῶν ἔργων δείκνυσιν, ἐν ἐρήμοις καί ὄρεσι καί μοναῖς φυγαδεύων διά Χριστόν. Καί ἕν εἶναι σπεύδειν μετά Χριστοῦ ἵνα καί ἐν αὐτῷ Χριστός σύν Πατρί οἰκήσῃ καί Πνεύματι. Διό καί τόν τοῦ Χριστοῦ ὅλον ἐκμιμεῖται βίον καί ταπεινοῦται καί πτωχεύει καί ὑποτάσσεται καί οὐδενός φροντίζει τῶν ὧδε καί σταυροῦται τῷ βίῳ καί παρθενεύειν ἐπαγγέλεται καί ἀκτημονεῖν καί νηστείαις σχολάζειν καί προσευχαῖς καί δεήσεσι καί ἄχρι θανάτου τούτοις ἐμμένειν καί τοῖς τοιούτοις καί πάντα φέρει διά Χριστόν».88 Αὐτό εἶναι τό περιεχόμενο τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως. Ὅμως ἡ αὐτοπαράδοση τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό καί ἡ περαιτέρω πορεία του στόν «ἄναντες» δρόμο τῆς ἀσκήσεως μέ σκοπό τήν θεία ἐνοίκηση καί μίμηση καί τήν ἐν Χιστῷ τελειοποίηση, γίνεται διά μέσου τοῦ εἰδικοῦ ἐκείνου προσώπου, τοῦ ἐντεταλμένου, πού ἐπέχει θέση διδασκάλου, μύστου καί πνευματικοῦ πατρός καί αὐτός εἶναι εἶναι ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς (ἤ τοῦ κελλίου), ὁ προεστώς, ἤ Γέροντας ὅπως συνηθίζεται νά λέγεται. Τό πρόσωπο τοῦ Γέροντος εἶναι πολύ σεβαστό στόν μοναχό, διότι εἶναι ὁ πνευματικός του πατέρας, αὐτός πού ἐγγυᾶται τήν σωτηρία του, αὐτός πού θα τόν μυήσει ἐν Πνεύματι στά ἄδυτα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, αὐτός πού μεταφέρει σ᾿ αὐτόν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν ἁγιοπατερική Παράδοση καί ἐμπειρία τήν ὁποῖα καλεῖται νά βιώσει μέσα στά πλαίσια τῆς μοναχικῆς πολιτείας γιά νά σωθεῖ. Εἶναι διατυπωμένη ἀπό τούς Πατέρες ἡ γνώμη ὅτι ὁ προεστώς μιᾶς ἱερᾶς Μονῆς, ὁ Γέροντας, ἐπέχει γιά τούς μοναχούς – πνευματικά του τέκνα («ὑποτακτικούς» κατά τήν ἁγιορείτικη ὁρολογία) θέσιν Χριστοῦ, μεταφέροντας σ᾿ αὐτούς τό θέλημα τοῦ Κυρίου. Ὁ Μ. Βασίλειος, θά γράψει στά Ἀσκητικά του ὅτι ὁ προεστώς τῆς Μονῆς, «οὐδέν ἕτερον ἐστιν, ἤ ὁ τοῦ Σωτῆρος ἐπέχων πρόσωπον».89 Αὐτός ἐξομολογεῖ, ἀναδέχεται λογισμούς, καθοδηγεῖ πρός τήν «ἄνω πορείαν» τά πνευματικά του τέκνα, ἀναγεννᾶ διά τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Γνωρίζουμε βεβαίως, ὅτι πολλοί Γέροντες - καθηγούμενοι ἱερῶν Μονῶν, διακρίνονται καί ὡς πνευματικοί πατέρες και καθοδηγοί πολλῶν ἐν τῷ κόσμῳ ἀγωνιζομένων πιστῶν. Ἐδῶ θά σημειώσουμε ὅτι ἀπό τά παλαιά χρόνια, μέ τήν ἄνθηση τοῦ μοναχικοῦ βίου, προβάλλουν στήν Ἐκκλησία μεγάλες μορφές ἀσκητῶν Πατέρων – χαρισματοῦχων, Κοινοβιατῶν ἤ ἐρημιτῶν, ἐπονομαζομένων «Γερόντων» ἤ «ἀββάδων», οἱ ὁποίοι ἦσαν πνευματικοί πατέρες μέ τήν εὑρύτερη ἔννοια τοῦ ὅρου, μέ τήν χαρισματική, ὄχι τήν μυστηριακή καί συνδεόμενη μέ τήν ἱερωσύνη ὅπως ἰσχύει σήμερα. Αὐτοί οἱ παλαιοί Πατέρες, ὡς πεφωτισμένοι καί πνευματέμφοροι, καθοδηγοῦσαν τόν λαό, ἀναδέχονταν λογισμούς καί ἐξαγορεύσεις ἁμαρτημάτων τῶν ἀνθρώπων πού προσέρχονταν σ᾿ αὐτούς καί τούς μυοῦσαν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ στήν θέωση καί τόν ἀγιασμό. Ἀξίζει ἐπίσης νά σημειωθεῖ ὅτι μέχρι σήμερα διασώζεται ἡ συνήθεια τοῦ νά εἶναι Γέροντες καί καθοδηγοί ἁπλοί μοναχοί, ὅπως τό βλέπουμε στό Ἅγιον Ὄρος (κυρίως σέ κελλιά ἤ Σκῆτες ὅπου ὁ προεστώς - Γέροντας εἶναι ἁπλός μοναχός χωρίς ἱερωσύνη), οἱ ὁποῖοι Γέροντες, ἀναδέχονται λογισμούς καί ἐξαγόρευση ἁμαρτιῶν, συμβουλεύουν, νουθετοῦν, εἰρηνεύουν, ἀλλά δέν δίδουν ἄφεση ἁμαρτιῶν, μυστηριακῶς. Ἡ ἄφεση στόν ἐξομολογούμενο, παρέχεται μέ τήν ἀνάγνωση τῆς λεγομένης «συγχωρητικῆς εὐχῆς» ἐπί τῆς κεφαλῆς τοῦ μετανοοῦντος, ἀπό ἱερέα – πνευματικό (ἐξομολόγο), κατά τήν ἰσχύουσα ἀπό αἰῶνες τάξη τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Στήν μοναχική τάξη, ὁ σύνδεσμος τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν πνευματικό του πατέρα εἶναι πολύ στενώτερος ἀπ᾿ αὐτόν πού ὑφίσταται μέ τούς λαϊκούς καί τούς πνευματικούς πατέρες στόν κόσμο. Γιά τόν μοναχό, ὁ Γέροντάς του εἶναι τά πάντα, μετά τόν Θεό! Εἶναι καί πατέρας καί μητέρα καί ἀδελφός καί φίλος, ἀφοῦ ἐγκαταλείποντας γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τόν κόσμο, ἄφησε πίσω του γονεῖς, οἰκεῖους, φίλους καί γνωστούς. Κυρίως ὅμως, γιά τόν μοναχό, ὁ Γέροντας, εἶναι ὁ πνευματικός Μωϋσῆς, ὁ περάτης, αὐτός πού ἀναλαμβάνει νά τόν λυτρώσει ἀπό τήν «γῆ τῆς Αἰγύπτου», ἀπό τή σκλαβιά τῶν παθῶν, καί νά τόν ὁδηγήσει στή «γῆ τῆς ἐπαγγελίας», στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ (θεωρία/θεοπτία), τήν ὁποία θά βιώσει ἀπό ἐδῶ προγευστικῶς. Ὁ Γέροντας ἐγγυᾶται στόν ἀγωνιζόμενο καί πυκτεύοντα μοναχό τήν ἐλπίδα τῆς ἐσχατολογικῆς προγεύσεως, τήν ἀπόκτηση τῆς βεβαιότητος γιά τήν κατοχή τοῦ ἀρραβῶνος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Μέ αὐτό τό φρόνημα πορεύεται ὁ ὀρθόδοξος μοναχός, ἀγωνιζόμενος μέσα στά πλαίσια τῆς μοναχικῆς πολιτείας νά καταστεῖ «θεοφόρος, ναοφόρος, ἀγνοφόρος καί χριστοφόρος», κατά τήν ὡραία φρασεολογία τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, τοῦ ὄντως Θεοφόρου. Ὅλα συντελοῦνται πρός τόν σκοπόν τῆς καθάρσεως καί τῆς θωρίας τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς ἰδεώδης μοναχούς. Καί ὅπως ὀρθά ἔχει γραφεῖ, «ἄν ἡ κεκαθαρμένη ἐν Χριστῷ ψυχή, βιαιότερον ὠθεῖται ὑπό τῶν «ἀλαλήτων στεναγμῶν» της πρός τόν Ὄν ἐρᾷ Χριστόν, καθίσταται πρόδηλος ἡ ἀνάγκη τῆς καθάρσεως, ἵνα ἡ ψυχή δικαιώσῃ ὅ,τι ἀποτελεῖ τήν οὐσίαν τῆς νυμφεύσεως αὐτῆς μετά τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ».90 Ἔτσι, ὁ ὁδηγός σ᾿ αὐτήν τήν οὐρανοδρόμο πορεία, εἶναι ἄκρως ἀπαραίτητος καί αὐτό βλέπουμε νά λειτουργεῖ θεσμικά, κυρίως ὅμως οὐσιαστικά καί ἁγιαστικά, στά ὅρια τῆς ἀγγελοειδοῦς βιοτῆς τῶν μοναχῶν.

Σέ πολλές Μονές καί Σκῆτες (κυρίως σήμερα ἰσχύει στόν Ἅγιον Ὄρος), ὁ μοναχός κάθε βράδυ μεταβαίνει στό κελλί τοῦ Γέροντά του, προκειμένου νά τόν ἐνημερώσει καταλεπτῶς καί εἰλικρινῶς μέ τήν ἐξαγόρευση τῶν λογισμῶν καί μέ τήν συζήτηση, γιά τίς κατά Θεόν νίκες ἤ γιά τίς ἦττες καί πτώσεις του στόν πνευματικό πόλεμο κατά τοῦ διαβόλου, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ του (τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου»), πού διεξάγονται μέσα στά πλαίσια ἑνός «τιτανίου» ἀσκητικοῦ ἀγῶνος, ἐν μέσῳ ὠδίνων καί ὀδυνῶν91. Καί ὁ Γέροντας καί ποιμήν, καλεῖται νά ὁδηγήσει ἀπλανῶς, νά διδάξει ἀληθῶς, νά θεραπεύσει ἐπιμελῶς τίς πληγές, νά μυήσει τό παιδί του στά «ὑπέρ νοῦν» μυστήρια, στά μυστικά καί ἄδυτα τῆς ἀγγελοειδοῦς φιλοσοφίας, νά βοηθήσει στήν πνευματική ἀνάβαση, νά παρηγορήσει φιλόστοργα, νά νουθετήσει εὔστοχα, νά παράσχει τροφή ζωτική ὡς πνευματικός σιτοδότης, νά ἐμπνεύσει, νά ἀναπαύσει καί μέ ἕνα λόγο νά ἐφαρμόσει τό Γραφικό: «τό ἀπολωλός ζητήσω καί τό πλανώμενον ἐπιστρέψω και το συντετριμμένον καταδήσω καί τό ἐκλεῖπον ἐνισχύσω».92 Ἔτσι λειτουργεῖ ἡ πνευματική πατρότητα στόν ὀρθόδοξο ἐκλησιαστικό Μοναχισμό. Κάθε παρέκκλιση, συνιστᾶ ἀλλοτρίωση ἀπό τήν πραγματική στοχοθεσία της.

Ὁ ἀληθινός καί γνήσιος κατά τήν Πατερική παράδοση Γέροντας, διαποιμαίνει κατά Χριστόν τό ποίμνιο πού τοῦ ἐνεπιστεύθη ἡ Ἐκκλησία (ἐν προκειμένῳ τούς μοναχούς πού ἐγκατέλειψαν τόν κόσμο τοπικῶς καί τροπικῶς καί ἀφιερώθηκαν στόν Θεό) καί τό καθοδηγεῖ «εἰς νομάς σωτηρίους». Δέν προβάλλει δικά του, ἰδιοτελῆ καί ἐμπαθῆ θελήματα στούς μοναχούς, οὔτε καπηλεύεται τήν ὑπακοή καί ἀφοσίωσή τους σ᾿ αὐτόν, οὔτε καταχρᾶται τήν ἐξάρτησή τους, οὔτε κυρίως καταπατεῖ τό γνωμικό θέλημά τους, ἀλλά προσπαθεῖ αὐτό τό θέλημα νά τό μετρέψει ἐν Χριστῷ σέ φυσικό θέλημα, σέ φιλόθεο, φιλάνθρωπο καί ἀνιδιοτελές, ὥστε νά λειτουργεῖ ὅπως λειτουργοῦσε τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου στόν Παράδεισο πρό τῆς πτώσεως, πού ἦταν ταυτισμένο μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ χαρισματικῶς,. Σέ κάποια βιβλία93 πού πραγματεύονται τήν ζωή ἐξαγιασμένων Γερόντων (ἐν προκειμένῳ Ἁγιορειτῶν) πού ἀνεδείχθησαν μεγάλοι πνευματικοί πατέρες καί καθοδηγητές, βλέπουμε αὐτήν τήν ἀνύστακτη φροντίδα καί ἐναγώνιο μέριμνά τους γιά τό πῶς θά «ἀναψύξουν» τίς ψυχές ὅσων (μοναχῶν καί λαϊκῶν) «καίγονται» ἀπό τόν φοβερό καύσωνα τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ποιμαντική τους διακονία ἐξέρχεται καί ἐκτός τῆς περιοχῆς τους, ὅπως τό βλέπουμε ἀπό διηγήσεις ἀθωνικές πού ἀναφέρονται σέ καθηγουμένους μονῶν, Γέροντες Σκήτεων, ἀκόμη καί ἁπλούς μοναχούς οἱ ὁποῖοι ἔγιναν πατέρες πνευματικοί καί ἀναγέννησαν ἀνθρώπους χαρισματικά. Ἐντύπωση ζωηρή προξενεῖ ἡ ἀναφορά ἀπό τίς ἐκδόσεις πού φέρουν τόν τίτλο «Σύγχρονες Ἁγιορείτικες μορφές», μεταξύ ἄλλων, σέ ἕναν πολύ χαρισματικό Γέροντα τοῦ περασμένου αἰῶνος, τόν περιβήτο, χαρισματικό ἐξομολόγο τῆς Μικρᾶς ἁγίας Ἄννης, παπα - Σάββα τόν πνευματικό. Αὐτός ὁ εὐλογημένος καί χαρισματοῦχος Γέροντας, ἐκτός τῶν ἀμετρήτων ἐπισκέψεων, δεχόταν πληθώρα ἐπιστολῶν ἀπό ὅλο τόν κόσμο, ἀπό ἀνθρωπους πού ζητοῦσαν τήν θεοφώτιστη γνώμη του ἐπί ποικίλων ζητημάτων και λύση ἐπί τῶν προβλημάτων τους. Μέ τίς ἀπαντητικές ἐπιστολές καί τίς ἐξομολογήσεις κατά τήν παρουσία στό ταπεινό του ἡσυχαστήριο ἀνθρώπων πᾶσης τάξεως ἀπό τήν Ἑλλάδα καί τό ἐξωτερικό, ὁ οὐρανόφρων π. Σάββας ἀνέπαυε καί «δρόσιζε» ψυχές μέ τήν «Ἀερμώνιο δρόσο» τοῦ Ἀγίου Πνεύματος. Πραγματοποιοῦσε δε, τεχνάσματα ἀγάπης καί μετερχόταν ἐν διακρίσει διάφορες μεθόδους μέ σκοπό νά διευκολύνει καί νά καταστήσει ἄνετη τήν ἐξαγόρευση κάποιων ἐκ τῶν ἐξομολογουμένων πού εἶχαν βαρειά ἁμαρτήματα! Κατέβαινε καί αὐτός, μᾶλλον συγκατέβαινε ἀπό τό περίοπτο ὑψος του, στήν ἄβυσσο τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου νά τόν ἀνασύρει καί νά τόν σώσει! Αὐτά ὅμως ἀπαιτοῦν μεγάλη διάκριση καί φωτισμό, πού διέθετε σέ ὑψηλό βαθμό ἐκεῖνος ὁ ὑμνητικός ἐρωδιός τοῦ Ἄθωνος, γι᾿ αὐτό καί μετερχόταν ἀφόβως πρός σωτηρία τῶν ἀνθρώπων αὐτές τίς τεχνικές. Σέ ἕναν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο πού τόν ἐπισκέφτηκε, κατηφής καί σφόδρα ἀπελπισμένος ἀπό πολλά καί βαρύτατα ἁμαρτήματα (καί μάλιστα κάποιος ἄλλος πνευματικός τόν εἶχε ἀποθαρρύνει καί ἦταν ἕτοιμος νά ὁδηγηθεῖ στήν αὐτοχειρία), ὁ π. Σάββας ἐνήργησε τό τέχνασμα λίαν ἐπιτυχῶς! Μόλις ἄρχισαν νά συζητοῦν γενικά, ὁ διακριτκός Γέροντας, προκειμένου νά τόν κάνει νά ξεθαρρέψει καί νά ἀνοιχτεῖ γιά νά θεραπευτεῖ, προσποιήθηκε κατά τή συζήτηση ὅτι πρίν πάει στό Ἅγιον Ὄρος, εἶχε διαπράξει ὡς λαϊκός μιά θανάσιμη ἁμαρτία! Μετά ἀπό λίγο, πάλι κατά τήν συζήτηση, ὁ Πνευματικός προσποιήθηκε ὅτι εἶχε πράξει ἄλλη ἐπίσης βαρύτατη ἁμαρτία. Ἔτσι, ὁ ἀπελπισμένος ἐξομολογούμενος, ἐλάμβανε σταδιακά θάρρος καί ὁμολογοῦσε ἐν ταπεινώσει τίς δικές του μεγάλες ἁμαρτίες καί πτώσεις, στό ἄκουσμα τῶν ὁποίων ὁ ἄριστος «τεχνίτης» Γέροντας ἀπαντοῦσε: «καί ἐγώ τήν ἔκανα αὐτή τήν ἁμαρτία, καί ἐγώ ἐκείνη, ἐπίσης καί τήν ἄλλη», κοκ.! Στό τέλος, ὁ ἔμπειρος καί διακριτικός ἐξομολόγος π. Σάββας, αὐτός ὁ ἱκανότατος πνευματικός δύτης τῆς ψυχῆς, κατόρθωσε τῇ θείᾳ Χάριτι νά σώσει ἐκεῖνον τόν ἀπελπισμένο, ὁ ὁποίος «πέταξε» ἀπό χαρά καί ἀνακούφιση, μετά καί ἀπό τήν συγχωρητική εὐχή τοῦ Πνευματικοῦ. Φεύγοντας δέ, μέ ἀνείπωτη χαρά καί ἀγαλλίαση ἀπό τό κελλί τοῦ χαρισματοῦχου θεραπευτοῦ, συνάντησε στό δρόμο πρός τήν παραλία τῆς Ἁγίας Ἄννης τόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος τοῦ εἶχε συστήσει νά πάει στόν π. Σάββα καί μέ τά λόγια του, τοῦ προκάλεσε τόν γέλωτα, δικαίως. «Καλός πνευματικός, τοῦ λέει, πολύ καλός, πονετικός, σέ εὐχαριστῶ πού με ἔστειλες ἐκεῖ, ἀλλά ὁ… καημένος, ἔχει κάνει πιό πολλά ἀπό μένα»! Ὅταν ὅμως ἄκουσε ἀμέσως ὅτι ὀ π. Σάββας ὁ διάσημος Πνευματικός, ὄχι μόνο δέν διέπραξε ἐκεῖνες τίς φοβερές ἁμαρτίες πού τοῦ εἶχε ἀπαριθμήσει, ἀλλά ὅτι ζεῖ ἀπό μικρό παιδί ὡς ἐπίγειος ἄγγελος στό Ἅγιον Ὄρος, δόξασε τόν Θεό καί μακάρισε τόν ἅγιο ἐκεῖνο Γέροντα, πού ἔστω καί μέ μιά «καλή ἀπάτη» τόν ἔσωσε ἀπό τήν τυρρανία τοῦ διαβόλου καί τῶν παθῶν.94

Τό Ἅγιο Ὄρος, τό «περιβόλι τῆς Παναγίας» ὅπως συνηθίζεται νά λέγεται, αὐτό τό «ἐργαστήριον τῆς ἀρετῆς», ἔχει προσφέρει πολλά στήν Ἐκκλησία, μεταξύ ἄλλων καί στόν τομέα τῆς διεξαγωγῆς τοῦ μυστηρίου τῆς πνευματικῆς πατρότητας, τήν ὁποία μέ φόβο Θεοῦ διακονοῦν ἐπί τόσους αἰῶνες τόσοι πατέρες, ἡγούμενοι, ἱερομόναχοι, Πνευματικοί. Πλῆθος ἀνθρώπων πού ἐπισκέπτεται συχνά τό Ἅγιον Ὄρος, μέσα στίς πολλές ἐμπειρίες του, βιώνει τήν σημαντικότερη· τήν ὑπαρξιακή παράκληση (παρηγορία) μέσῳ τῆς ἔμπονης «κατάθεσης ψυχῆς»… Αἰσθάνεται κάθε ἐπισκέπτης, στά πλαίσια μιᾶς καθαρᾶς ἐξομολογήσεως, τόν γλυκασμόν τῆς ἀφέσεως, τήν ἐπιστροφή στόν Θεό, τόν ἔσωθεν ἀνακαινισμό, τήν ἐντός τῆς καρδίας του ἐνεργοῦσα «μυρίπνοον Χάριν τοῦ Πνεύματος» καί ἀπό ἐκεῖ προσέρχεται στό «Ποτήριον τῆς Ζωῆς», τή θεία Εὐχαριστία γιά νά γευθεῖ ὑπαρξιακῶς «ὅτι χρηστός ὁ Κύριος»…

Στόν ὀρθόδοξο Μοναχισμό, λοιπόν, πού ἔχει προσφέρει τόσα πολλά στήν Ἐκκλησία διά μέσου τῶν αἰώνων, ἀσκεῖται μέ τήν μεγαλύτερη, κατά κανόνα, ἐπιμέλεια καί εὐλάβεια ἡ λειτουργία τῆς πνευματικῆς πατρότητας, ἡ ὁποῖα καλῶς ἐνεργουμένη, ἀποδίδει ἀγλαούς καρπούς. Ἄλλωστε δέν λησμονοῦμε τή μεγάλη πραγματικότητα, ὅτι «ὁ Μοναχισμός τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, γέννημα τῶν πνευματικῶν ὠδίνων της, τῆς φύσεώς της, τοῦ πόνου, τῶν δακρύων, τῆς ἐπιγνώσεως τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά καί τῆς πίστεως καί τῆς ἐλπίδος καί τῆς φλογερᾶς ἐνεργείας τοῦ θείου ἔρωτος, πραγματοποιεῖ τάς ὑψίστας τῶν κατακτήσεων ἐν τῇ περιοχῇ τῆς θεολογίας καί βιοῖ τον χριστιανισμόν ἐν ὅλῳ αὐτοῦ τῷ βάθει καί τῇ εὐγενείᾳ».95


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ


ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ


Δυστυχῶς, ἐνῶ εἶναι διαγεγραμμένη καί ὁριοθετημένη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τήν ὅλη Παράδοση καί πράξη τῆς Εκκλησίας ἡ στοχοθεσία τῆς πνευματικῆς πατρότητας, πού ἀποβλέπει στήν ἐν Χριστῷ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή νόσο τῆς ἁμαρτίας καί στή θεοποίηση του μέσῳ τῆς καθάρσεως τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως, παρατηροῦνται καί ἐξαιρέσεις καί παρεκκλίσεις πού ὑποτιμοῦν καί ὑποβιβάζουν τή μεγίστη ἀξία τῆς ὀρθοδόξου ποιμαντικῆς. Ὑπάρχουν, ὅπως γνωρίζουμε ἤ ἔχουμε ἀκούσει, οἱ περιπτώσεις τῶν πολύ «χλιαρῶν» πνευματικῶν πατέρων, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, κατά τήν ἄσκηση τῆς ποιμαντικῆς τους διακονίας καί κυρίως κατά τήν ἐξομολόγηση, δέν ἐφαρμόζουν ποτέ τούς ἱερούς Κανόνες, οὔτε κατ᾿ ἀκρίβειαν ὁσάκις χρειαστεῖ, οὔτε κατ᾿ οἰκονομίαν (ὅπως εἶναι τό συνηθέστερο τουλάχιστον στά χρόνια μας), ἤ ἀκόμη τούς ὑποτιμοῦν, θεωρώντας τους ξεπερασμένους γιά τήν ἐποχή μας. Ἐπίσης, δέν διδάσκουν τά ὀρθά καί τά πρέποντα στά πνευματικά τους παιδιά. Δέν ἐλέγχουν ἀλλά ἀμνηστεύουν τήν ἁμαρτία. Δέν παρέχουν στούς προσερχομένους στήν πνευματική τους πατρότητα τή δυνατότητα θεραπείας καί ἀνακαινίσεως μέσῳ τοῦ ἐπιτιμίου ὡς ἀσκήσεως μετανοίας καί θεραπευτικοῦ μέσου. Δέν δείχνουν τόν ἀπαιτούμενο γιά τήν κάθε ψυχή σεβασμό, ἔμπονο ζῆλο, ἀγωνία καί μέριμνα γιά τή σωτηρία, κατά Θεόν ἀνησυχία καί εὐαισθησία.

Ἀπό τήν ἄλλη, ὑπάρχουν καί κάποιοι οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλεύονται τήν θέση τους καί καταχρῶνταιτήν ἐξουσία πού τούς παρέχει τό ἀξίωμα τοῦ πνευματικοῦ πατρός, ἤ μᾶλλον, μεταβάλλουν τήν διακονία σέ ἐξουσία. Ἔτσι, δεσμεύουν παραλόγως, κατεξουσιάζουν ἀναιδῶς καί ὑποκαθιστοῦν ἀναξίως τόν Ἀρχιποίμενα Ἰησοῦ Χριστό, μέ τό νά ζητοῦν καί νά ἀξιοῦν ἀπό τά πνευματικά τους παιδιά τυφλή καί ἀδιάκριτη ὑπακοή σέ προσωποκεντρικό ἐπίπεδο. Ἡ ὑπακοή, ὅμως, πρός τόν πνευματικό πατέρα, ἀνάγεται στόν Θεό! Δέν ἔχει σκοπό τήν ἐκπλήρωση θελημάτων ἤ πολύ περισσότερο ἀθεμίτων ἐπιδιώξεων τῶν πνευματικῶν πατέρων, οὔτε τήν ἱκανοποίησή τους, ἤ τήν ἀνάδειξη τῆς δικῆς τους προσωπικότητας ὡς αὐθεντίας μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἡ ὑπακοή δέν δεσμεύει, ὅπως προσπαθοῦν νά ἐπιτύχουν κάποιοι γέροντες, προσωποκεντρικῶς, ἀλλά ἐλευθερώνει τόν δεσμευμένο ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπο καί τόν ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή ἐλευθερία ἀπό τά πάθη καί τήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Ἡ ὑπακοή δέν ὑποδουλώνει προσωποκεντρικά, ἀλλά ἀναδεικνύει τόν ἄνθρωπο σέ ἀληθινό πρόσωπο! Αὐτή πραγματοποιεῖ ἐν Χριστῷ τήν ἔξοδο τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή φιλαυτία του, πού εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν παθῶν. Μέσα στά πλαίσια τῆς ὑπακοῆ καί τῆς μαθητείας, δέν ἀποβάλλεται ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά τό «ἴδιον θέλημα», τό ἐγωϊστικό καί φίλαυτο καί πτωτικό. Ἄς μήν ἀγνοοῦμε ὅλοι ὅτι ἡ ὑπακοή δέν συνίσταται στήν κατάργηση –δυναστικῶς – τοῦ φυσικοῦ θελήματος τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ὑποτάσσεται ἐν Χριστῷ σέ κάποιον Γέροντα -πνευματικό, ἀλλά στήν παιδαγωγία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, ὥστε νά μεταβληθεῖ τό φίλαυτο καί ἰδιοτελές θέλημα σέ ἀνιδιοτελές, θυσιασικό καί κενωτικό. Δέν τά λέγουν σωστά, ἑπομένως, κάποιοι γέροντες, οὔτε πράττουν τά ὀρθά, ἀλλά ποιμαίνουν «κατά τό δοκοῦν», ἐκμεταλευόμενοι τήν ὑπακοή καί ἀφοσίωση τῶν ὑπ᾿ αὐτούς! Γι᾿ αὐτό καί παρατηροῦνται ἐνίοτε καί τά ἀνάλογα, θλιβερά καί τραγικά ἀποτελέσματα, δηλ. ἄγχη, καταθλίψεις καί ἀσθενήματα ψυχικά, ψυχολογικά κ.ἄ. σέ κάποιους ἀνθρώπους – θύματα κακῶν πνευματικῶν, ψευδοθεραπευτῶν, θά λέγαμε «κομπογιαννιτῶν». Ὅμως, ὅπως προσφυῶς ἔχει διατυπωθεῖ, «ἡ μαθητεία ἰσχυροποιεῖ τήν θέληση καί τήν ἐλευθερία καί δέν μπορεῖ σέ καμιά περίπτωση νά φαλκιδεύει τήν ἰκμάδα τῆς ἀληθινῆς ζωῆς»96

Ὑπάρχουν, λοιπόν, καί οἱ ἀποκλίσεις καί οἱ ὑπερβάσεις. Ζητοῦνται ἀπό κάποιους πνευματικούς ἀδιάκριτες ὑπακοές, χωρίς νόημα καί σκοπό πνευματικό. Ἐπιδιώκονται προσωπικές ἀναγνωρίσεις μέσῳ τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς πνευματικῆς πατρότητας. Καλλιεργοῦνται τάσεις προσωπολατρικές μέ τήν ἀνοχή τῶν πνευματικῶν πού ἰδιοποιοῦνται ἄλλου τό ἔργο (τοῦ Χριστοῦ). Τά ἐπιτίμια, συμβαίνει ἐνίοτε νά καθίστανται μέσα ἐπιβολῆς τῶν μή ὑγιῶν θελημάτων κάποιων πνευματικῶν πατέρων καί κυρίως μέσα προβολῆς τους ὡς «μεγάλων Γερόντων» καί «ξεχωριστῶν πνευματικῶν». Τά πρόσωπα αὐτά, ἀσυνείδητα ἐξαπατοῦν τόν ἑαυτό τους καί αὐτοί μέ τή σειρά τους πλανοῦν ὅλους ἐκεῖνους οἱ ὁποῖοι τούς ἐμπιστεύονται καί στό τέλος καταστρέφονται! Πόση ζημία δέν ἔχουν προκαλέσει αὐτοί οἱ «ξεχωριστοί» γέροντες στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ! Πόσο μεγάλο σκανδαλισμό δέν ἔχουν προξενήσει στίς ψυχές! Πόσο μίσος97 δέν ἔχουν σπείρει, μεταξύ τῶν ἀνθρώπων πού τούς θεωροῦν αὐθεντίες καί χάριν αὐτῶν φθάνουν στήν φυγάδευση τῆς ἀγάπης, σέ ἐμπαθεῖς συμπεριφορές πρός ἄλλους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι - σώφρονες ὄντες - δέν θέλουν νά ὑπερεκτιμοῦν ἀνθρώπους καί νά ἀπολυτοποιοῦν καταστάσεις, γνωρίζοντας τό τρεπτό καί εὐόλισθο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως! Καταθέτοντας τά ἀνωτέρω, μετά λόγου γνώσεως περί τῶν «ξεχωριστῶν» γερόντων, δέν χαρακτηρίζουμε τούς ὄντως ξεχωριστούς καί χαρισματικούς Γέροντες, τούς κληρικούς ἐκεῖνους πού ἐργάζονται σέ ὅλη τους τή ζωή στά πλαίσια τῆς ποιμαντικῆς τους διακονίας ἀνιδιοτελῶς καί ἀνυστεροβούλως, μόνο καί μόνο γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ! Ὄχι! Αὐτοί εἶναι πράγματι ἀξιοτίμητοι καί ἀνεκτίμητοι. Πάντως, ὅλοι πρέπει νά προσέχουμε πάρα πολύ στήν ἐπιλογή τοῦ πνευματικοῦ πατρός! Καί νά μήν βιαζόμαστε! Διότι πολλοί μετανόησαν πικρά (πλήν ὅμως ἀνώφελα) ἀπό τέτοιου εἶδους κακές ἐπιλογές! Ἄς δοῦμε τί μᾶς συμβουλεύει ἐπ᾿ αὐτοῦ ἀκριβῶς ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος: «Χρειαζόμαστε πολλή προσοχή, πολλή ἀγρυπνία, πολλές προσευχές, γιά νά μήν περιπέσουμε σέ κανέναν πλάνο ἤ ψεύτη ἤ ψευδαπόστολο ἤ ψευδόχριστο. Ἀντίθετα, πρέπει νά πετύχουμε ὁδηγό ἀληθινό καί φιλόθεο, πού νά ἔχει τόν Χριστό μέσα του καί νά γνωρίζει καταλεπτῶς τό κήρυγμα τῶν ἀποστόλων, τούς κανόνες καί τίς παραγγελίες τους καί τά δόγματα τῶν Πατέρων. Ἤ - νά εἰπῶ καλλίτερα – πού νά ξέρει τά θεληματα καί μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἰδίου τοῦ Δεσπότου καί Διδασκάλου τῶν ἀποστόλων. Τέτοιον δάσκαλο (σ.σ. στήν πνευματική ζωή) πρέπει νά ζητοῦμε καί νά βρίσκουμε: ἕναν πού, πρῶτον μέν, νά τά ἄκουσε αὐτά μέ λόγο καί νά τά διδάχθηκε καί, ὕστερα δέ, νά τά διδάχθηκε μυστικά, ἐν ἀληθείᾳ ἀπό τό ἴδιο τό παράκλητο Πνεῦμα, μέ πράξη καί μέ δοκιμή».98 Καί ἀξίζει νά σημειώσουμε ὅτι τόν συγκεκριμένο λόγο του ὁ Ἅγιος καί Μέγας Νηπτικός Πατήρ, τόν ἀπευθύνει ὄχι σέ μοναχό πού ψάχνει νά βρεῖ ἕναν καλό Γέροντα, ἀλλά σέ λαϊκό αδελφό, πού ἐπιζητεῖ ἕναν ἐν τῷ κόσμῳ καλόν πνευματικό πατέρα! Πολλή προσοχή λοιπόν χρειάζεται στήν ἀναζήτηση πνευματικοῦ πατρός, ἐμπείρου στήν πνευματική ζωή, διαφορετικά τό σκάφος τῆς ψυχῆς, θά καταποντιστεῖ, ὅταν ὁ κυβερνήτης εἶναι ἄπειρος καί μή ἱκανός, ἰδιοτελής κλπ.

Αὐτά τά ὁποῖα μέ συντομία ἀναφέρθηκαν ὡς παρεκκλίσεις ἀπό τόν ὀρθό στόχο τῆς ὀρθοδόξου ποιμαντικῆς καί τῆς κατά Θεόν πνευματικῆς πατρότητας, ἀποτελοῦν - εὐτυχῶς - μιά μικρή ἐξαίρεση στόν γενικό κανόνα τῶν ὑγιῶν πνευματικῶν πατέρων καί καταδικάζονται ἀπό τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι φυσικό. Ὑπάρχουν πνευματικοί πού ἔχουν ἐντός τους ἔνοικο την Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (ὡς ἀπόρροια τῆς ὀρθῆς, ὀρθοδόξου πνευματικῆς τους ζωῆς καί πολιτείας, δηλαδή τῆς καθάρσεως ἀπό τά πάθη καί τουλάχιστον τοῦ φωτισμοῦ, ἄν ὅχι καί τῆς θεώσεως) καί αὐτοί μποροῦν νά θεραπεύσουν ψυχοσωματικά τούς ἀνθρώπους μέ τήν Θεία Χάρη καί τήν δική τους ἀνταπόκριση («συνεργία» ὅπως λέγεται θεολογικά). Ὑπάρχουν, ὅμως καί οἱ ψευδοπνευματικοί, πού «ἀναπαύουν» ἐπειδή ἐνδεχομένως ἀμνηστεύουν, ὅπως προελέχθη, τά πάθη τῶν προσερχομένων σ᾿ αὐτούς, ἀλλά οὐσιαστικά δέν τούς θεραπεύουν, δέν τούς ὁδηγοῦν στή μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποοῦ ἐνεργείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. «Διό δεῖ προσέχειν»…

Τά κακά παραδείγματα, ὅμως, εὐτυχῶς, δέν ἀποτελοῦν κανόνα! 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ὁ ὑψηγόρος ἐπίσκοπος, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, μᾶς λέγει ὅτι ὅποιος ἄφησε τόν παλαιό ἄνθρωπο καί ἔκανε τήν πνευματική ἀφαίρεση τοῦ καλύμματος (τῶν παθῶν) τῆς καρδίας, αὐτός, ἄνοιξε στήν ψυχή του τήν εἰσοδο γιά νά εἰσέλθει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ Χριστός, τόν Ὁποῖον ἡ ψυχή ὡς ἔνδυμα θεῖο φτιάχνει γιά τόν ἑαυτό της: «Ὁ τόν παλαιόν ἀπεκδυσάμενος ἄνθρωπον καί περιελών τῆς καρδίας τό κάλυμμα, ἤνοιξε τῷ Λόγῳ τήν εἴσοδον, ὅν ἐντός γενόμενον ἔνδυμα ποιεῖται ἑαυτῆς ἡ ψυχή, κατά τήν τοῦ ἀποστόλου ὑφήγησιν».99 Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ πνευματική πατρότητα, ὅταν λειτουργεῖ ὀρθά καί θεολογικά μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, συντελεῖ στήν «ἀφαίρεση τοῦ καλύμματος τῶν παθῶν» καί προπαρασκευάζει τήν εἴσοδο τοῦ Λόγου στόν ἄνθρωπο. Τό προκείμενο τῆς Πατερικῆς Θεολογίας καί ἡ ἀπώτερη σκοποθεσία της, εἶναι ἡ χαρισματική θέωση τοῦ ἀνθρώπου100, μέ τήν ἐν Χριστῷ δυναμικότητα τῆς πορείας του ἀπό τό «κατ᾿ εἰκόνα» στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» μέσα στό Σῶμα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησία. Αὐτόν τό στόχο, μέ σαφῆ καί περιεκτικό τρόπο ἐκθέτει ὁ Μ. Ἀθανάσιος στή φράση πού θά καταστεῖ μετέπειτα ὡς ἡ ἐπιτομή τῆς Πατερικῆς σωτηριολογίας101: «Αὐτός (ὁ Χριστός) ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιθῶμεν».102 Πρός τόν σκοπό αὐτόν ἀποβλέπει ἡ ὅλη διακονία τῆς πνευματικῆς πατρότητος στόν χώρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθέντων ἔχει καταδειχθεῖ.

Στό βιβλίο αὐτό, προσπαθήσαμε νά παρουσιάσουμε τήν ἔννοια τῆς πνευματικῆς πατρότητας, πῶς ὑπάρχει καί λειτουργεῖ στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Εἶδαμε πῶς στήν Παλαιά Διαθήκη ἀποτυπώνονται τά χαρακτηριστικά τῆς πνευματικῆς πατρότητας στό πρόσωπο τῶν Δικαίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καί τῶν Προφητῶν, οἱ ὁποῖοι καθοδηγοῦν τόν λαό τοῦ Ἰσραήλ. Εἴδαμε ἐπίσης, πῶς λειτουργεῖ στήν Καινή Διαθήκη ἡ πνευματική πατρότητα μέ τήν ἀνανοηματοδότηση πού ἐδόθη σ᾿ αὐτήν, ἀφοῦ ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, προσλαμβάνοντας μέ τήν Ἐνανθρώπησή Του τή δική μας φύση, ἀνακαίνισε καί ἀναγέννησε τούς εἰς Αὐτόν πιστεύοντας και αὐτή ἡ ἄνωθεν γέννηση γιά μᾶς τούς πιστούς συντελεῖται μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα καί τή μετοχή στά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

Στή συνέχεια, κανανοήσαμε πῶς μέσα στήν ὀρθόδοξο Παράδοσή μας λαμβάνει χώρα ἡ ἐν Χριστῷ ἀναγέννησή μας, πῶς λειτουργεῖ ὁ ρόλος τῆς πνευματικῆς πατρότητας, διά δύο ὁδῶν καί διαστάσεων, τῆς γενικῆς (μυστήριο τῆς ἱερωσύνης) καί τῆς εἰδικῆς (λειτούργημα πνευματικοῦ - ἐξομολόγου), πῶς ἀκόμη διά τοῦ μυστηρίου τῆς Μετανοίας πού διακονοῦν οἱ πνευματικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπανασυνδεόμαστε στό κυριακό σῶμα καί τήν κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τούς ἀδελφούς μας, ἀπό τήν ὁποία κοινωνία μᾶς ἀποξενώνει ἡ ἁμαρτία καί ἀλλοτρίωση ἀπό τόν Θεό πού εἶναι ἡ ἀληθινή Ζωή.

Κατόπιν εἰσήλθαμε στήν «καρδιά» τοῦ θέματος τῆς πνευματικῆς πατρότητας, πού συνδέεται μέ τήν ἱερά ἐξομολόγηση.

Ἔπειτα εἴδαμε ποιά εἶναι τά εἰδικά προσόντα πού πρέπει νά κοσμοῦν τούς πνευματικούς πατέρες οἱ ὁποῖοι μετέρχονται τό ὑψηλό λειτούργημα καί θεῖο ἔργο τῆς θεραπείας ψυχῶν καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν.

Ἐπιπλέον, γνωρίσαμε πῶς λειτουργεῖ ἡ πνευματική πατρότητα μέσα στά πλαίσια τῆς Μοναχικῆς πολιτείας, ἡ ὁποῖα εἶναι θεοσύστατος θεσμός μέσα στήν Ἐκκλησία μας καί συνιστᾶ κατά κάποιον τρόπο τήν ἀριστοκρατία τοῦ χριστιανισμοῦ.

Στό ὄγδοο καί τελευταῖο Κεφάλαιο, ἐπισημάναμε τίς παρεκκλίσεις καί ἀποκλίσεις ἀπό τόν κατά Θεόν σκοπό τῆς πνευματικῆς πατρότητας, φαινόμενα τά ὁποῖα κατά καιρούς λαμβάνουν χώρα καί βλάπτουν τούς πιστούς καί δημιουργοῦν διάφορα προβλήματα μέσα στήν Ἐκκλησία. 

Ἀξίζει, ὡστόσο, νά παρατεθοῦν αὐτούσια τά ἑξῆς περιεκτικά καί οὐσιώδη λόγια περί τῆς πνευματικῆς πατρότητας στήν Ἐκκλησία μας: «Ἡ πνευματική πατρότητα εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς μοναδικῆς πατρότητας τοῦ Θεοῦ, τῆς Πηγῆς τῆς κάθε πνευματικῆς καί σαρκικῆς πατρότητας, εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀγαθότητας καί τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ για τους ἀνθρώπους μέσῳ θεοποιημένων ἀνθρώπων πού ἀγαποῦν τους συνανθρώπους τους και προνοοῦν γι᾿ αὐτούς κατ᾿ εἰκόνα του. Ἔχοντας θεμελίωση στήν πατρότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ πνευματική πατρότητα εἶναι μιά συνεχής καί ἀδιάλειπτη διαδικασία. Δέν ταυτίζεται μέ μία μόνο φάση τῆς βιοτῆς τοῦ πνευματικοῦ πατρός ἤ τέκνου, ἀλλά γίνεται τρόπος ζωῆς».103

Κάθε συζήτηση, λοιπόν, γιά τήν πνευματική πατρότητα πού ἐνεργεῖται μέσα στήν Ἐκκλησία, αὐτομάτως ἀνάγει τό νοῦ στόν Θεό Πατέρα, τήν ἀρχή, αἰτία καί πηγή τῆς θεότητας. Ὅπως κάθε πατέρας βιολογικός ἀγαπᾶ, φροντίζει καί μεριμνᾶ γιά τά τέκνα του, ἔτσι καί ὁ πνευματικός πατέρας στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, διασφαλίζει τήν πνευματική συγκρότηση τῶν τέκνων του διά μέσου τῶν θείων Μυστηρίων, ἀλλά καί τοῦ καινοῦ καί ἐσχατολογικοῦ ἀθλήματος τῆς Μετανοίας, ὥστε νά μετασκευασθοῦν σέ «υἱούς φωτός». Ἔχουν σχέση ὅμως ὀντολογική οἱ πνευματικοί πατέρες μέ τό φῶς; Ἔχουν προσωπική μέθεξη φωτός ἔστω καί σέ μικρό βαθμό, ὥστε ἐμπειρικά νά καθοδηγοῦν τά πνευματικά τους τέκνα; Τουλάχιστον ἄς ὑπάρχει ἡ αἴσθηση τῆς ἀναξιότητος, ὁ διαρκής ἀγώνας τῆς καθάρσεως καί ὁ ὑγιής φόβος τοῦ Θεοῦ καί αὐτά θά ὁδηγοῦν σέ μία κατά Θεόν ποιμαντική καθοδήγηση τῶν λογικῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ..

Θά τελειώσουμε τήν ἐργασία μας αὐτή, τοποθετώντας ἐνώπιόν μας ὡς πνευματικό καθρέπτη κάποιο συγκλονιστικό κείμενο τοῦ «παθόντος τά θεῖα καί εἴτα μαθόντος», πνευματεμφόρου Πατρός, Συμεών τοῦ Ν. Θεολόγου. Ὁ ἅγιος, στό συγκεκριμένο κείμενο, τονίζει ἐμφαντικά, ὅτι ὅσοι δέν ἔχουν ἀξιωθεῖ τῆς ἀκτίστου ἐμπειρίας τοῦ φωτός, ζοῦν στήν πρό τῆς Χάριτος ἐποχή, εἴτε εἶναι μικροί, εἴτε μεγάλοι στά ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα, πατριάρχες, ἀρχιερεῖς, ἡγούμενοι, ἱερεῖς, μοναχοί, λαϊκοί. «Ἡμεῖς μαρτυροῦμεν ὅτι ὁ Θεός φῶς ἐστί καί οἱ αὐτόν καταξιωθέντες ἰδεῖν, πάντες ὡς φῶς ἐστί καί οἱ λαβόντες αὐτόν ὡς φῶς αὐτόν ἔλαβον, ὅτι προπορεύεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ τό φῶς τῆς δόξης αὐτοῦ καί δίχα φωτός ἀμήχανον ἐστι φανῆναι αὐτόν. Καί οἱ μή ἰδόντες τό φῶς αὐτοῦ, οὐδέ ἐκεῖνον εἶδον, ὅτι ἐκεῖνος τό φῶς ἐστί. Καί οἱ μή λαβόντος τό φῶς οὔπω τήν χάριν ἔλαβον…Οἱ δέ μήπω τοῦτο παθόντες ἤ ἀξιωθέντες, πάντες οἱ τοιοῦτοι ὑπό τόν πρό τῆς χάριτος νόμον εἰσί, δοῦλοι καί μαθηταί δούλων καί ἀκροαταί νόμου καί τέκνα παιδίσκης καί υἱοί σκότους τυγχάνουσι, κἄν βασιλεῖς, κἄν πατριάρχαι, κἄν ἀρχιερεῖς, κἄν ἱερεῖς κἄν μονάζοντες, κἄν ἀσκηταί κἄν ἡγούμενοι, κἄν ἀσθενεῖς κἄν ὑγιεῖς τῷ σώματι πέλωσι».104

Ἔτσι, ὁ φωτοφόρος καί θεόπτης Συμεών, προσδιορίζει μέ βάση τήν πατερική καί ἀσκητική παράδοση τίς προϋποθέσεις τῆς πατρότητας. Καί συνάμα ὁριοθετεῖ κατά τρόπο σαφῆ τή διάκριση τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων στήν Ἐκκλησία. Συνεπῶς, ἡ καρποφορία τῶν πνευματικῶν ἀρετῶν ἀπαιτεῖ καί τήν ἀνάλογη εἰσδοχή καί δεκτικότητα τοῦ πιστοῦ. Τοῦτο συνιστᾶ τόσο ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅσο καί τῆς ἀνθρωπίνης συνεργίας. Τό φῶς, δέν γνωρίζει πνευματικά ἤ κοσμικά ἀξιώματα, ἀφοῦ πηγάζει ἄνωθεν. Τό φῶς διαχέεται καί μεταμορφώνει μόνο ὅσους βαδίζουν στό φῶς καί εἶναι πρόθυμοι νά μεταλλαχθοῦν ἐν τῷ φωτί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γινόμενοι οἱ ἴδιοι υἱοί φωτός καί κήρυκες λαμπροί τοῦ ἀνεσπέρου φωτός τῆς Ἀναστάσεως.
____________________________________________________________


1 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περὶ τοῦ μὴ δημοσιεύειν τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀδελφῶν, ΜPG 51, 354
2 Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Ἐπιστολή, Ἐφεσ. 7, 2.
3 Μ. Βασιλείου, Ἀσκητικαί διατάξεις, 20, 1, MPG. 31, 1389D. Βλ. ἐπισκόπου Σοφιανοῦ CHEORGHE PATRUNJEL, «Ἡ πνευματική πατρότητα κατά τόν Μέγα Βασίλειο» (Διατριβή), Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 33.
4 Ἰω, 3, 3: «Ἐάν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».
5 Ἐφ, 4, 13.
6 Βλ. πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, Ὁ ἱερεύς ὡς ἐξομολόγος, Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀπόστολος Βαρνάβας», Λυκωσία 1977, σελ. 3.
7 Ἀπολογητικός περί τῆς εἰς τόν Πόντον φυγῆς, Β΄, ΕΠΕ, 1, 94.
8 Ἐξ. 33, 11.
9 Ἀρ. 27, 18 -20.
10 Γ΄ Βασ. 19, 21.
11 Αὐτήν τή θεϊκή στοργή ἐκφράζει ὁ προφητάναξ Δαυΐδ στό στίχο 102, 13 τοῦ ἱεροῦ Ψαλτηρίου του: «καθώς οἰκτίρει πατήρ υἱούς, οἰκτίρισε Κύριος τούς φοβουμένους αὐτόν». 
12 Ἰω. 20, 21 
13 Ἰω. 10, 30.
14 Ἠσ. 9, 6.
15 Βλ. Κ. Σκουτέρη, Ἡ ἔννοια τῶν ὅρων «θεολογία», «θεολογεῖν», «θεολόγος», ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων μέχρι καί τῶν Καππαδοκῶν, Ἀθήνα 1972, σελ. 160.
16 Ματθ. 23, 9.
17 Μάρκ. 10, 24.
18 Ἰω. 13, 33.
19 Α΄ Κορ. 4, 15.
20 Γαλ., 4, 19.
21 Πρός Φιλ. 10. 
22 Πρός Φιλ. 12.
23 Βλ. ἐπισκόπου Σοφιανοῦ CHEORGHE PATRUNJEL, «Ἡ πνευματική πατρότητα κατά τόν Μέγα Βασίλειο» (Διδακτορική Διατριβή), Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 33
24 Β΄ Κορ., 5, 17.
25 Εἰς τήν Θ. Λειτουργίαν, λη΄, MPG. 150, 452 C.
26 Βλ. ἀρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα, «Ἡ Θεία Εὐχαριστία καί τά προνόμοια τῆς Κυριακῆς κατά τή διδασκαλία τῶν Κολλυβάδων», ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 602.
27 Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, λόγος Δ΄.
28 Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Ἀντιρρητικός εἰς τήν Εὐνομίου ἔκθεσιν, ΒΕΠΕΣ, 68, 138.
29 Βλ. Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσσιον, περί διαφόρων ἀπόρων, MPG. 90, 644 BC: «Ὅτι τήν εἰς τό μή ὄν ἀπογέννεσιν δέξασθαι τήν τῶν γεγονότων φύσιν προσδοκῶν ὁ διάβολος, ἠγωνίσατο τῆς θείας ἐντολῆς παραβάτην δεῖξαι τόν ἄνθρωπον». Βλ. Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσσιον, περί διαφόρων ἀπόρων, MPG. 90, 644 BC.
30 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, MPG., 35,432 Β.
31 MPG. 64, 14.
32 Βλ. «Ἁμαρτία», εἰς ΘΗΕ, 2, 250.
33 Περί τῶν δύο ἐν Χριστῷ θελημάτων, Κατά Μανιχαίων, MPG. 54, 1589C
34 Βλ. Ὁμιλία «Ὅτι οὐκ ἔστι αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός», 8, ΒΕΠ., 54, 96. 
35 Γρηγορίου Θεολόγου, Ἀντιρρητικός εἰς τήν Εὐνομίου ἔκθεσιν, ΒΕΠΕΣ, 68, 138, Πρβλ. Ἀθανασίου Ἀγγελοπούλου, Ἡ ἁμαρτία, Ἀθήνα 2002, σελ. 18.
36 Α΄ Καθολ. ἐπιστ. Ἰω., 3, 9. 
37 Βλ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ: «Πᾶν γάρ τό κτιστόν καί τρεπτόν, μόνον δέ τό ἄκτιστον ἄτρεπτον, καί πᾶν λογικόν αὐτεξούσιον», Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Κείμενο, μετάφραση, εἰσαγωγή, σχόλια Ν, Ματσούκα, σελ. 100
38 Ἠθικά Νικομάχεια, III,(ΙΙΙ, 3b).
39 Ὑπόμνημα εἰς τούς Ψαλμούς, ΒΕΠ, 45, 351., ὅπου π. Ἀθ. Ἀγγελοπούλου, Ἡ ἁμαρτία, σελ. 26.
40 Διδύμου Ἀλεξανδρέως, Ὑπόμνημα εἰς τούς Ψαλμούς, ΒΕΠ, 45,33.
41 Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑρμηνεία στήν πρός Ρωμαίους, MPG. 74, 789 Α.
42 MPG, 51, 354, Περί τοῦ μή δημοσιεύειν τά ἁμαρτήματα.
43 Στήν μνημονευθεῖσα περισπούδαστη μελέτη τοῦ καθηγητοῦ Δ. Τσελλεγγίδη, ὑπάρχουν πολλά στοιχεία περί ὅλων αὐτῶν καί λεπτομέρειες σημαντικές. 
44 Σέ μία ἄλλη μελέτη μας γίνεται λόγος διεξοδικά σχετικά μέ τήν κακόδοξη αὐτή θεωρία καί τήν ἀναίρεσή της ἀπό τήν Πατερική, ὀρθόδοξη Διδασκαλία. 
45 Βλ. Δ.Τσελεγγίδη ἀναφερόμενο ἔργο, «Ἡ ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης κατά τόν Ἄνσελμο Καντεμβουρίας», σελ. 49.
46 ὅπου π. σελ. 55-56.
47 ὅπου π. σελ. 118.
48 MPG., 61, 478, ( Ὁμλία ΙΑ΄, Εἰς Β΄ Κορινθίους).
49 Σέ κάποια συγγράμματα θεολόγων καί ἱεροκηρύκων τοῦ περασμένου αἰῶνος, ἡ κακόδοξη θεωρία τῆς «ἱκανοποιήσεως», ὅπως λ.χ. στοῦ π. Κωνσταντίνου Καλλινίκου ἀλλά καί στο σπουδαιότατο κατά τα ἄλλα σύγγραμμα τοῦ μεγάλου καί ἐξόχου Κεφαλονήτου ἱεροκήρυκος Ἡλία Μηνιάτη «Διδαχαί καί λόγοι» (στίς ὁμιλίες του στή Μ. Παρασκευή). Ἀλλά καί τό ἔργο τοῦ γνωστοῦ ἀρχιμανδρίτου - ἱεροκήρυκος π. Εὐσεβίου Ματθοπούλου «Ὁ προορισμός τοῦ ἀνθρώπου», ὄχι ἁπλῶς περιέχει, ἀλλά κυριολεκτικά βρίθει ἀπό τήν θεωρία αὐτή, ἡ ὁποῖα καί μετεδόθη μέσῳ τῆς μεγάλης κυκλοφορήσεώς του παρά τῶν θρησκευτικῶν Ὀργανώσεων… Φυσικά δέν ἀποδίδουμε κακή πρόθεση στούς ἀνωτέρω συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι παρεσύρθησαν εἴτε ἀπό ἄγνοια τῆς πατερικῆς Θεολογίας (δέν ὑπῆρχαν καί οἱ ἐκδόσεις τῶν Πατερικῶν κειμένων πού ὑπάρχουν σήμερα), εἴτε ἀπο τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, ἀφοῦ ὅπως ὀρθά ἔχει διατυπωθεῖ «ἡ Τουρκοκρατία προσέφερε τό κατάλληλο κλίμα γιά τήν δυνατότητα εἰσαγωγῆς τῆς «περί ἱκανοποιήσεως» διδασκαλίας στήν Ἀνατολή». (βλ. πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, Λόγος ὡς ἀντίλογος, ἐκδ. Ἀρμός, σελ. 86). 
Ὡστόσο, κάποιοι ἔγραψαν ( ὅπως λ.χ. ὁ καθηγητής Χρ. Γιανναρᾶς) ὅτι στό «Ἐξομολογητάριο» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου ὑπάρχει ἀρκετή δυτική ἐπιροή καί ταύτιση μέ τήν ἐν λόγῳ θεωρία τῆς «ἱκανοποιήσεως». Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι μπορεῖ ὄντως νά ἐντοπίζεται λεκτικά/φραστικά ἕνας ἐπηρεασμός λόγῳ ἱστορικῶν συνθηκῶν τῆς ἐποχῆς, πλήν ὅμως, ὁ ὀρθοδοξότατος ἅγιος Νικόδημος καί δεινός Πατερικός Θεολόγος, πολύ ἀπεῖχε ἀπό τίς δογματικές παραχαράξεις καί ἀλλοτριώσεις τῶν παπικῶν! Οὔτε ἐγκλωβίστηκε ἐγνωσμένα στό δικανικό πνεῦμα! Καί αὐτό φαίνεται «ἡλίου φαεινότερον», ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ πεφωτισμένος Νικόδημος ὁμιλεῖ γιά «ἰατρεία» τῆς ψυχῆς μέσῳ τοῦ κανόνος (βλ. «Ἐξομολογητάριον», σελ. 254), γιά νοερά προσευχή καί γιά ἄσκηση τοῦ πιστοῦ, μέσα σέ πλαίσια θεραπευτικά καί ὄχι δικανικά –σχολαστικά. (Περί ἰατρείας, ἐπίσης, κάνει λόγο ὁ ἱερός Νικόδημος, καί στήν ἑρμηνεία του στόν ρβ΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου). Ὡς «ἱκανοποίηση» δέ, ὁ Ὅσιος δέχεται τόν κανόνα πού πρέπει νά ἐπιβάλλει ὁ πνευματικός πατήρ, ὡς ἄσκησιν μετανοίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ, καί μάλιστα κανόνα διττόν, καί σωματικόν καί πνευματικόν (ὅπου π. «Ἐξομολογητάριον», σελ. 79). Σημαντικά περί τῆς ἐν λόγῳ θεωρίας τῆς «ἱκανοποιήσεως» καταθέττει καί ὁ καθηγητής καί πρωτοπρεσβύτερος, π. Βασίλειος Καλλιακμάνης στό κείμενό του μέ θέμα: «Ἡ διδασκαλία περί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης στη Νεοελληνική Θεολογία», στό βιβλίο του Θεολογικά ρεύματα στήν Τουρκοκρατία,σελ. 273 
50 ΕΠΕ, 7, 87.
51 ΕΠΕ, 31, 497.
52 Βλ. Π. Νέλλα, «Ζῶον θεούμενον», ἐκδ. Περιοδικοῦ «Σύναξη», Ἀθήνα 1981, σελ.210.
53 Βλ. Ἠλία Μηνιάτη, «Διδαχαί καί λόγοι», σελ. 224 -225.
54 Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Κατήχησις Φωτιζομένων Β΄.
55 Βλ. Ἀγγελόπουλου Ἰω, Ἡ Μετάνοια, Ἀθήνα 1998, σελ. 339.
56 Ἀναστασίου Σιναΐτου, Ἐρώτησις ΣΤ΄, MPG. 89, 373 C.
57 Πρακτικά Α΄Συμποσίου Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας καί Ἐξομολογητικῆς, εἰσήγηση καθηγητοῦ Ἰ. Κορναράκη, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 29.
58 ὅπου π. σελ. 30.
59 MPG. 51, 144, Λόγος περί τῶν λέξεων «Σαῦλε, Σαῦλε…».
60 Βλ. Συγχωρητική εὐχή Β΄ Εἰς τήν Ἐξόδιον Ἀκολουθίαν, «Δέσποτα Κύριε…»
61 «Κατά τήν ποιότητα τοῦ προσώπου», ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ Ἰωάννης ὁ Νηστευτής.
62 Βλ. τά εἰδικά Κεφάλαια στό Ἐξομολογητάριον.
63 ὅπου π. Πρακτικά Συμποσίου, εἰσήγηση καθηγητοῦ Ἰ. Κορναράκη, σελ. 125.
64 ὅπου π. σελ. 23.
65 Σήμερα, ὑπάρχει στίς θεολογικές σχολές καί ὁ κλάδος τῆς λεγομένης «Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μιά ἐξειδικευμένη προσπάθεια γιά τούς συγχρόνους κληρικούς καί ὁ κλάδος αὐτός λειτουργεῖ «στά πλαίσια τῆς ἀναγκαιότητος τῆς συμβολῆς τοῦ ἀνθρωπίνου παράγοντος στό ἔργο τῆς πνευματικῆς ὁλοκληρώσεως καί σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου». Ἰω. Κορναράκη, Ἐγχειρίδιον Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας, τεῦχος Α΄, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 202.
66 Βλ. Σπ. Τσιτσίγκου, ἄρθρο, Σχέσεις Ποιμαντικῆς καί Ψυχοθεραπείας, μέ ἀφορμή τήν εἰδική ἔκδοση τοῦ JOYRNAL OF PSYCHOLOGY & THEOLOGY, 31/1/2003. Στό συγκεκριμένο ἄρθρο του ὀ καθηγητής – διδάκτωρ Θεολογίας καί Ψυχολογίας, κ. Σπ. Τσιστίγκος, ἐπισημαίνει ἐπίσης μεταξύ ἄλλων, ὅτι οἱ πνευματικοί πατέρες –ποιμένες, δέν στηρίζοουν τή θεραπεία ἁπλά στή «συνειδητοποίηση» τῶν συγκρούσεων τοῦ «ἀσθενῆ», ἀλλά στήν ἐνδυνάμωση τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό. 
67 Βλ. π. Ἀδαμαντίου Αὐγουστίδη, Ποιμένας καί θεραπευτής, ἐκδ. Ἀκρίτας, σελ. 95.
68 Σέ καμία περίπτωση, βεβαίως, δέν ἐννοοῦμε ὅτι δέν θεραπεύει τή νόσο τῆς ἁμαρτίας ἐν Χριστῷ καί ἕνας ἁπλός, ὀλιγογράμματος, ἀλλά ὀρθόδοξος καί ἐνάρετος πνευματικός πατέρας! Συμβάλλει, ὅμως, ἐπικουρικῶς καί ἡ θύραθεν γνώση, ὅπως δι᾿ ὁλίγων καταδείξαμε, κυρίως στήν ἐποχή μας καί συνεργεῖ στήν ἀρτιότερη ἀνίχνευση, ποιμαντικῶς, τῶν διαφόρων ἐσωτερικῶν λειτουργιῶν, ὅπως ἐλέχθη.
69 Στούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους, ἡ ἐξομολόγηση γινόταν φανερά, μέσα στήν Ἐκκλησία, ἐνώπιον παντός τοῦ λαοῦ. Ἀργότερα, καί μέ τή συμβολή τοῦ Μ. Βασιλείου, καθιερώθη ἡ μυστική ἐξομολόγηση στόν πνευματικό πατέρα -ἐξομολόγο καί ἀτόνισε ὁ θεσμός τοῦ «ἐπί μετανοίας πρεσβυτέρου», πού μέχρι τότε ἴσχυε στήν Ἐκκλησία. Βλ. Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική ἱστορία, 5, 19, MPG. 67, 613 Α -616 Α καί 617 Α.
70 Ἐδῶ πρέπει νά σημειώσουμε, ὅτι ὑπάρχει κακή ὑπακοή καί καλή καί ἁγία παρακοή. Ὄταν πρόκειται γιά ζητήματα Πίστεως καί ὁ προεστώς (Γέροντας, ἤ ἐπίσκοπος, ἤ Ἀρχιεπίσκοπος, ἤ ἀκόμη καί Πατριάρχης) σφάλλει ἐνσυνειδήτως καί ἀμετανοήτως καί ἀπαιτεῖ ὑπακοή ἀπό τούς ὑπ᾿ αὐτόν, τότε, ἐπιβάλλεται ἡ κατά Θεόν παρακοή, ὅπως ἔπραξαν οἱ Ἅγιοί μας στίς περιπτώσεις αὐτές. Βλ. πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή, ἐκδ. «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 2006. Ἐπίσης, ἡ παρακοή ἐπιβάλλεται καί σέ ζητήματα πού ἅπτονται ἠθικῆς.
71 Βλ. ἀρχιμ. Γ. Καψάνη, Ὀρθόδοξος Μοναχισμός καί Ἅγιον Ὄρος, ἐκδ. Ἱερά μονή Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος, 1998, σελ. 107 -108.
72 Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Κατηχήσεις, Κ΄, Ἔργα, τόμ. Γ΄, σελ. 30.
73 Εἰς τόν Μέγαν Ἀθανάσιον, ΕΠΕ, 6, 95, μετάφρ.
74 Βλ. πρωτοπρ. Ἀθ. Γκίκα, Ὁ Πνευματικός καί τό μυστήριο τῆς Μετανοίας, ἐκδ. Μυγδονία, σελ. 65.
75 Λόγος Β΄, Ἀπολογητικός περί τῆς εἰς τόν Πόντον φυγῆς, ΕΠΕ, 1, 91, μετφρ. 
76 Πρακτικά Α΄ Συμποσίου Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας καί Ἐξομολογητικῆς, Ἐπιμέλεια Ἰ.Κορναράκης - Ἀλ. Σταυρόπουλος, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981,σελ. 26 -27.
77 Βλ. «Ἐξομολογητάριον», ἐκδ. «Ἅγιος Νικόδημος», Ἀθήνα, σελ. 13 - 14.
78 Βλ. «Πηδάλιον», ἐκδ. Ἀστέρος, σελ. 311.
79 ὅπου π.
80 Βλ. «Ἐξομολογητάριον», σελ. 19 - 20
81 Βλ. «Πηδάλιον», σελ. 312.
82 Ἁγίου Νεκταρίου, Μάθημα Ποιμαντικῆς, σελ. 162.
83 Πρός Τιμ. Α΄, «Ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακέλεσον».
84 MPG. 91, 604 D, μετάφραση π. Νικολάου Λουδοβίκου, καθηγητοῦ Θεολογίας, ἀπό τό βιβλίο του, Ἡ Εὐχαριστιακή Ὀντολογία, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1992, σελ. 77.
85 Βλ. Ἁγίου Ἰω. Σιναΐτου, «Κλῖμαξ», ἔκδοση ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου.
86 Ὑπάρχουν καί κάποιες, ὁλίγες ἐξαιρέσεις μοναχῶν πού κατά τήν κουρά τους δέν ἄλλαξε τό ὄνομα, ἀλλά παρέμεινε τό βαπτιστικό, ἀλλ᾿ ὅμως ἄλλαξε ὁπωσδήποτε ἡ ζωή τοῦ ἀφιερωμένου πλέον στόν Χριστό μοναχοῦ.
87 Βλ. Δ΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οίκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ. 
88 Βλ. π. Θ. Ζήση, «Μοναχισμός», ἐκδ. Βρυέννιος, σελ. 36
89 Μεγάλου Βασιλείου, Ἀσκητικαί διατάξεις, 22, 4, MPG. 31, 1409Α
90 Βλ. Θεοκλήτου μοναχοῦ, Διονυσιάτου, Ἀθωνικά ἄνθη, τόμος Α΄, ἐκδ. «Ἀστήρ» (β΄), Ἀθήνα 1993, σελ. 15.
91 Ἡ πρακτική αὐτή τῆς καθημερινῆς ἐξαγορεύσεως τῶν μοναχῶν, τῶν ἐπιδιωκόντων τήν κάθαρσή τους μέ μεγαλύτερη ἐπιμέλεια, δέν συναντᾶται μόνο στό Ἅγιον Ὄρος, ἀλλά εἶναι ἀρχαιοτάτη συνήθεια γιά τούς μοναχούς καί αὐτό μᾶς το διασώζει ὁ ἀναμορφωτής τοῦ μοναχικοῦ βίου Μ. Βασίλειος, ὁ ὁποῖος γράφει ὅτι ὁ μοναχός εὐχαριστεῖ τόν Θεό, προσεύχεται καί ἐξομολογεῖται καθημερινῶς κάθε ἁμάρτημα, «εἴτε ἐκούσιον εἴτε ἀκούσιον εἴτε που καί λανθάνον πλημέλημμα γέγονεν, ἤ ἐν ρήμασιν, ἤ ἐν ἔργοις, ἤ κατ᾿ αὐτήν τήν καρδίαν..», βλ. Ὅροι κατά Πλάτος, 37, 4, MPG. 31, 1016 Α. 
92 Ἰεζεκ. λδ΄, 16.
93 Βλ. «Σύγχρονες Ἁγιορείτικες μορφές», ἐκδ. ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς.
94 Τό ἀνωτέρω περιστατικό ἀναφέρεται στίς «Σύγχρονες Ἁγιορείτικες μορφές», Σάββας ὁ Πνευματικός, σελ. 55 - 57
95 Θεοκλήτου μοναχοῦ, ὅπου π. , Ἀθωνικά ἄνθη, τόμ. Α΄, σελ. 25.
96 Βλ. πρωτ. Βασιλείου Καλλιακμάνη, Ὁ ἐκκλησιολογικός χαρακτῆρας τῆς ποιμαντικῆς, ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 186.
97 Ἔχουμε δεῖ καί ἔχουμε ἀκούσει ἀνθρώπους, παθολογικά καί προσωπολατρικά προσκολλημένους σέ τέτοιους «ἁγίους» γεροντάδες, νά χωρίζουν τούς ἀνθρώπους σέ «ἡμετέρους» καί ξένους καί νά λέγουν λ.χ. «δέν μιλῶ μέ τόν δεῖνα, διότι ἔφυγε ἀπό τόν γέροντά μας καί πῆγε σέ ἄλλον πνευματικό» κ.ἄ. Αὐτές τίς σφόδρα νοσηρές καταστάσεις, τίς ἀνέχονται, τίς ἐκμεταλεύονται, ἀκόμη δέ, σέ κάποιες περιπτώσεις, τίς καλλιεργοῦν καί τίς συντηροῦν οἱ ἴδιοι οἱ δῆθεν περίφημοι γέροντες, ἱκανοποιώντας τόν ὑπέρμετρο ἐγωϊσμό ἀλλά καί ναρκισσισμό τους καί σπέρνοντας τή διχόνοια μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, πράγμα ἐγκληματικό καί ἀντιχριστιανικό… Ὅμως, αὐτό καί μόνο, ἀποτελεῖ δείκτη καί σημεῖο γιά νά καταλάβει ἕνας ἔμπειρος ἄνθρωπος τήν κίβδηλο πνευματικότητα τῶν ἀνωτέρω γερόντων πού ἔχουν πληγώσει πολλές ψυχές καί ἔγιναν αἰτία μεγάλου σκανδαλισμοῦ… 
98 Βλ. Ἁγίου Συμεών Νέου Θεολόγου, Ἅπαντα, ἐκδ. Ρηγοπούλου, λόγος ΔΕΚΑΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ, σελ. 71.
99 Βλ. MPG. 44, 1005 A. Πρβλ. τόν σχετικό ὕμνο, ψαλλόμενο κατά τή Βάπτιση: «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε».
100 Βλ. Ὀρθόδοξης καί Δυτικῆς σωτηριολογίας, Περιοδικό Ἅγιος Σπυρίδων, σελ. 23. 
101 Θεοχάρη Παπαβησσαρίωνος, Σχεδίασμα ἐννοιῶν…, ὅπου π.
102 Μ. Ἀθανασίου, Λόγος περί Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, 54, MPG. 25, 192 B. 
103 Βλ. Σοφιανοῦ CHEORGHE PATRUNJEL, «Ἡ πνευματική πατρότητα κατά τόν Μέγα Βασίλειο»,σελ. 45
104 Ἁγίου Συμεών Νέου Θεολόγου, Κατήχησις ΚΗ΄. 

_____________________________________________________________________
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (ΚΑΤ᾿ ΕΠΙΛΟΓΗΝ)

1)ΠΗΓΕΣ

Ἀγαπίου ἱερομ. καί Νικοδήμου Ἁγιορείτου, «Πηδάλιον», ἐκδ. «Ἀστήρ», 1982.

Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ἀσκητικαί διατάξεις, 22, 4, MPG. 31.

-Ὅροι κατά Πλάτος, 37, 4, MPG. 31.

-Ὁμιλία «Ὅτι οὐκ ἔστι αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός», 8, ΒΕΠ., 54, 96. 

Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Εἰς τόν Μέγαν Ἀθανάσιον, ΕΠΕ, 6, 41.

- Ἀπολογητικός περί τῆς εἰς τόν Πόντον φυγῆς, Β΄, ΕΠΕ, 1, 74

-Ἀντιρρητικός εἰς τήν Εὐνομίου ἔκθεσιν, ΒΕΠΕΣ, 68, 138.

Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Ἀντιρρητικός εἰς τήν Εὐνομίου ἔκθεσιν, ΒΕΠΕΣ, 68, 138.

Διδύμου Ἀλεξανδρέως, Ὑπόμνημα εἰς τούς Ψαλμούς, ΒΕΠ, 45,33.

Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Κείμενο, μετάφραση, εἰσαγωγή, σχόλια, Ν. Ματσούκα.

Καβάσιλα Ν., Εἰς τήν Θ. Λειτουργίαν, MPG. 150.

Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑρμηνεία στήν πρός Ρωμαίους, MPG. 74, 789

Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Κατήχησις Φωτιζομένων Β΄, ΕΠΕ, Ἅπαντα Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, 1, Κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Παν. Παπαευαγγέλου. 

Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσσιον, περί διαφόρων ἀπόρων, MPG. 90.

Νικοδήμου Ἀγιορείτου, Ἐξομολογητάριον, ἐκδ. «Ἅγιος Νικόδημος».

Συμεών Νέου Θεολόγου, Λόγος ΔΕΚΑΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ, στά Ἅπαντα, ἐκδ. Ρηγοπούλου, λόγος ΔΕΚΑΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ.

Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική ἱστορία, 5, 19, MPG. 67

Χρυσοστόμου Ἰω., Περί τοῦ μή δημοσιεύειν τά ἁμαρτήματα, MPG., 51, 354.

- Ὁμιλία ΙΑ΄, Εἰς Β΄ Κορινθίους, MPG. 61, 478.

2) ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

Ἀγγελόπουλου Ἀθανασίου, Ἡ ἁμαρτία, Ἀθήνα 2002.

Ἀγγελόπουλου Ἰωάννου, Ἡ Μετάνοια, Ἀθήνα 1998.

Αὐγουστίδη Ἀδαμαντίου (πρωτοπρ.), Ποιμένας καί θεραπευτής, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1999.

Γκίκα Ἀθ. (πρωτοπρ.), Ὁ πνευματικός καί τό μυστήριο τῆς Μετανοίας, ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2005.

Ζήση Θεοδώρου (πρωτοπρ.), Μοναχισμός, ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1998.

Θεοκλήτου μοναχοῦ, Διονυσιάτου, Ἀθωνικά ἄνθη, τόμος Α΄, ἐκδ. «Ἀστήρ»(β΄), Ἀθήνα, 1993. 

Καλλιακμάνη Βασ. (πρωτοπρ.), Ὁ ἐκκλησιολογικός χαρακτῆρας τῆς ποιμαντικῆς, ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2005.

-Θεολογικά ρεύματα στήν Τουρκοκρατία, «Ἡ διδασκαλία περί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης στή Νεοελληνική Θεολογία», ἐκδ. Πουρναρᾶ, 2009.

Καψάνη Γ. (ἀρχιμ. - Καθηγουμένου), Ὀρθόδοξος Μοναχισμός καί Ἅγιον Ὄρος, ἐκδ. Ἱερά μονή Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος, 1998.

Κορναράκη Ἰω., Ἐγχειρίδιον Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας, τεῦχος Α΄, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1980.

Λουδοβίκου Ν. (πρωτοπρ.), Ἡ Εὐχαριστιακή Ὀντολογία, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1992.

Μεταλληνοῦ Γ. (πρωτοπρ.), Ὁ ἱερεύς ὡς ἐξομολόγος, Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀπόστολος Βαρνάβας», Λυκωσία 1977.

Μηνιάτη Ἡλία, Διδαχαί καί λόγοι, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1969.

Νέλλα Παναγιώτη, Ζῶον θεούμενον, ἐκδ. Περιοδικοῦ «Σύναξη», Ἀθήνα 1981..

Patrunel Gheorghe Σοφιανοῦ, Ἡ πνευματική πατρότητα κατά τόν Μέγα Βασίλειο, διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2009.

Τσιτσίγκου Σπ., (Ἄρθρο), Σχέσεις Ποιμαντικῆς καί Ψυχοθεραπείας, μέ ἀφορμή τήν εἰδική ἔκδοση τοῦ JOYRNAL OF PSYCHOLOGY & THEOLOGY, 31/1/2003.

Σκουτέρη Κ., Ἡ ἔννοια τῶν ὅρων «θεολογία», «θεολογεῖν», «θεολόγος», ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων μέχρι καί τῶν Καππαδοκῶν, Ἀθήνα 1972.

Σκρέττα Νικοδ. (ἀρχιμ.), Ἡ Θεία Εὐχαριστία καί τά προνόμοια τῆς Κυριακῆς κατά τή διδασκαλία τῶν Κολλυβάδων, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2004.



ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ



Ἡμε ρο λο για κόν λύ χνι σμα, Βό λος 1997.

Ἡ θε ο λο γί α τῆς πέ ραν τοῦ τά φου ζωῆς, Βό λος 2006.

Τρεῖς γί γα ντες τοῦ Πνεύ μα τος, Ἀθήνα 2007.

«Καί ἔπνευ σαν οἱ ἄνε μοι», Βόλος 2008.

Σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις. Ἀνα γνω ρί σεις Ἁγί ων - Ἀμφι σβητή σεις, Βό λος 2009.

Ὁ ἅγιος Γρη γό ριος ὁ Πα λαμᾶς καί ἡ δι δα σκα λί α του, Βό λος 2009.

«Σάλ πιγ ξ θε ό φθογ γος» ( Ὁ ἅγιος Νι κό δη μος Ἁγιο ρεί της), Βό λος 2010.

«Τό μό νον και νόν ὑπό τόν ἥλιον», Βό λος 2011.

«Βασιλεία Θεοῦ καί Αἰώνια Κόλαση», Ἀθήνα 2012. 

«Τό πρωτόκτιστον κάλλος», Ἀθήνα 2013

Μελέτες καί ἄρθρα.