A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΣΠΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ



Ένας αυτοκράτορας στην Άπω Ανατολή, γερνούσε και καταλάβαινε ότι έφτασε η ώρα να διαλέξει το διάδοχό του. Αντί να διαλέξει έναν από τους βοηθούς του ή έναν από τα παιδιά του, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. Προσκάλεσε μια μέρα πολλούς νέους του βασιλείου του και τους είπε. "Έφτασε η ώρα μου να παραιτηθώ και να διαλέξω τον επόμενο αυτοκράτορα. Έχω αποφασίσει να διαλέξω έναν από σας".

Οι νέοι ξαφνιάστηκαν! Αλλά ο αυτοκράτορας συνέχισε. "Θα δώσω σήμερα στον καθένα σας ένα σπόρο, έναν πολύ ειδικό σπόρο. Θέλω να τον φυτέψετε, να τον ποτίζετε και να ξαναρθείτε εδώ μετά ένα χρόνο από σήμερα με ό,τι έχει φυτρώσει απ' αυτόν τον ένα σπόρο. Εγώ θα κρίνω τότε τα φυτά που θα φέρετε κι αυτός, το φυτό του οποίου θα διαλέξω, θα είναι ο επόμενος αυτοκράτορας!"
.
Ένα αγόρι που λεγόταν Λίνγκ, ήταν εκεί εκείνη την ημέρα και όπως όλοι οι άλλοι, πήρε κι αυτός ένα σπόρο. Πήγε σπίτι του και γεμάτος ενθουσιασμό διηγήθηκε στη μητέρα του τι συνέβη. Η μητέρα του τον βοήθησε να βρει μια γλάστρα και χώμα κι αυτός φύτεψε το σπόρο και τον πότισε προσεχτικά. Του άρεσε να τον ποτίζει κάθε μέρα και να παρακολουθεί να δει αν είχε φυτρώσει.
Υστερα από τρεις εβδομάδες περίπου, μερικοί από τους άλλους νέους, άρχισαν να μιλούν για τους σπόρους τους και για τα φυτά που άρχισαν να μεγαλώνουν.
 .
Ο Λίνγκ συνέχισε να παρακολουθεί το σπόρο του, αλλά τίποτα δεν φύτρωσε ποτέ. Πέρασαν τρεις εβδομάδες, τέσσερις εβδομάδες, πέντε εβδομάδες κι ακόμα τίποτα. Τώρα όλοι οι άλλοι μιλούσαν με ενθουσιασμό για τα φυτά τους, ο Λίνγκ όμως δεν είχε φυτό και αισθανόταν αποτυχημένος.
.
Πέρασαν έξι μήνες κι ακόμα δεν φύτρωσε τίποτα στη γλάστρα του Λίνγκ. Άρχισε να πιστεύει ότι είχε σκοτώσει το σπόρο του. Όλοι οι άλλοι είχαν δέντρα και ψηλά φυτά, αυτός όμως τίποτα. Όμως ο Λίνγκ δεν έλεγε τίποτα στους φίλους του. Απλά περίμενε να φυτρώσει ο σπόρος του.
.
Τελικά πέρασε ένας χρόνος και όλοι οι νέοι του βασιλείου έφεραν τα φυτά τους στον αυτοκράτορα για επιθεώρηση. Ο Λίνγκ είπε στη μητέρα του ότι δεν θα πήγαινε μια άδεια γλάστρα, αλλά αυτή τον συμβούλεψε να πάει. Και επειδή ήταν τίμιος με ό,τι συνέβη και παρ' όλο που αισθανόταν αδιαθεσία στο στομάχι, παραδέχτηκε ότι η μητέρα του είχε δίκιο. Πήγε λοιπόν την άδεια γλάστρα του στο παλάτι. Όταν έφτασε εκεί ο Λίνγκ έμεινε κατάπληκτος από την ποικιλία των φυτών που καλλιέργησαν οι άλλοι νέοι. Ήταν όμορφα σε όλα τα σχήματα και μεγέθη. Ο Λίνγκ ακούμπησε την άδεια γλάστρα του στο πάτωμα και πολλοί από τους άλλους άρχισαν να τον περιγελούν. Μερικοί τον λυπήθηκαν και του είπαν. "Δεν πειράζει, προσπάθησες για το καλύτερο".
.
 Όταν έφτασε ο αυτοκράτορας, εξέτασε την αίθουσα και χαιρέτησε τους νέους. Ο Λίνγκ προσπάθησε να κρυφτεί στο πίσω μέρος της αίθουσας. "Τι μεγάλα φυτά, δέντρα και λουλούδια καλλιεργήσατε", είπε ο αυτοκράτορας. "Σήμερα ένας από σας θα εκλεγεί σαν ο επόμενος αυτοκράτορας"!. Ξαφνικά διέκρινε το Λίνγκ με την άδεια του γλάστρα, στο πίσω μέρος της αίθουσας. Διέταξε αμέσως τους φρουρούς του να τον φέρουν μπροστά του. Ο Λίνγκ ήταν κατατρομαγμένος. "Ο αυτοκράτορας γνωρίζει ότι είμαι αποτυχημένος", είπε. "Ίσως θα πρέπει να με σκοτώσει".
Όταν ο Λίνγκ ήλθε μπροστά ο αυτοκράτορας τον ρώτησε πώς λέγεται. "Λέγομαι Λίνγκ" απάντησε. Οι υπόλοιποι άρχισαν να γελούν και να τον κοροϊδεύουν. Ο αυτοκράτορας ζήτησε να ηρεμήσουν όλοι. Κοίταξε τον Λίνγκ και κατόπιν ανάγγειλε στο πλήθος, "Ιδού ο νέος σας αυτοκράτορας! Το όνομά του είναι Λίνγκ"!. Ο Λίνγκ δεν μπόρεσε να το πιστέψει. Δεν μπόρεσε ούτε το σπόρο του να κάνει να φυτρώσει! Πώς θα μπορούσε να γίνει ο νέος αυτοκράτορας;
.
Τότε ο αυτοκράτορας είπε, "Πριν ένα χρόνο, σαν σήμερα, έδωσα στον καθένα από σας εδώ ένα σπόρο. Σας είπα να πάρετε το σπόρο, να τον φυτέψετε, να τον ποτίσετε και να μου τον φέρετε πίσω σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι έδωσα σε όλους σας βρασμένους σπόρους, που δεν θα φύτρωναν. Όλοι σας, εκτός από τον Λίνγκ, μου έχετε φέρει δέντρα και φυτά και λουλούδια. Όταν ανακαλύψατε ότι οι σπόροι δεν θα βλάσταιναν, αντικαταστήσατε το σπόρο που σας έδωσα μ' έναν άλλο. Ο Λίνγκ ήταν ο μόνος που είχε το θάρρος και την εντιμότητα να μου φέρει μια γλάστρα που είχε μέσα το δικό μου σπόρο. Γι' αυτό είναι αυτός που θα γίνει ο νέος αυτοκράτορας!.

  • Αν σπείρεις εντιμότητα, θα θερίσεις εμπιστοσύνη.
  • Αν σπείρεις καλοσύνη, θα θερίσεις φίλους.
  • Αν σπείρεις ταπεινοφροσύνη, θα θερίσεις μεγαλείο.
  • Αν σπείρεις επιμονή, θα θερίσεις νίκη.
  • Αν σπείρεις στοχασμό, θα θερίσεις αρμονία.
  • Αν σπείρεις σκληρή δουλειά, θα θερίσεις επιτυχία.
  • Αν σπείρεις συγχώρηση, θα θερίσεις συμφιλίωση.
  • Αν σπείρεις ειλικρίνεια, θα θερίσεις καλές σχέσεις.
  • Αν σπείρεις υπομονή, θα θερίσεις βελτίωση.
  • Αν σπείρεις πίστη, θα θερίσεις θαύματα.
  • Αν σπείρεις ανεντιμότητα, θα θερίσεις δυσπιστία.
  • Αν σπείρεις εγωισμό, θα θερίσεις μοναξιά.
  • Αν σπείρεις περηφάνια, θα θερίσεις καταστροφή.
  • Αν σπείρεις ζήλια, θα θερίσεις ταλαιπωρία.
  • Αν σπείρεις οκνηρία, θα θερίσεις στασιμότητα.
  • Αν σπείρεις πικρία, θα θερίσεις απομόνωση.
  • Αν σπείρεις πλεονεξία, θα θερίσεις απώλεια.
  • Αν σπείρεις κακολογία, θα θερίσεις εχθρούς.
  • Αν σπείρεις στενοχώριες, θα θερίσεις ρυτίδες.
  • Αν σπείρεις αμαρτίες, θα θερίσεις ενοχές.

Πρόσεχε, λοιπόν, τι σπέρνεις τώρα. Αυτό θα καθορίσει τι θα θερίσεις αύριο.



Τοῦ Ἁγίου προφήτου Δανιὴλ καὶ τῶν Ἁγίων Τριῶν Παίδων Ἀνανίου, Ἀζαρίου καὶ Μισαήλ (17 Δεκεμβρίου)






Ο προφήτης Δανιήλ είναι ένας από τους τέσσερις μεγάλους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Γεννήθηκε στην Άνω Βηθαρά και έζησε στα τέλη του 7ου με τις αρχές 6ου π.Χ. αιώνα. Ανήκε στη φυλή του Ιούδα και καταγόταν από τη βασιλική οικογένεια του Δαβίδ (Δανιήλ 1,3-6). Το όνομά του σημαίνει "ο Κύριος είναι ο κριτής μου".
 
Ο βασιλιάς των Βαβυλωνίων Ναβουχοδονόσορ πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ, την κατέλαβε και έσυρε τους κατοίκους της αιχμάλωτους στη Βαβυλώνα. Έτσι ο Δανιήλ σε νεαρή ηλικία οδηγήθηκε μαζί με τους γονείς του αιχμάλωτος στη Βαβυλώνα το 605 π.Χ. (Δανιήλ 1,4). Ο βασιλιάς διέταξε τον Ασπενάζ, προϊστάμενο του προσωπικού του, να επιλέξει από τους Ισραηλίτες όσους νέους ήταν από βασιλική γενιά ή από οικογένειες ευγενών. Αυτοί δεν έπρεπε να έχουν κανένα σωματικό ελάττωμα. Έπρεπε να είναι εμφανίσιμοι, να έχουν μεγάλη μόρφωση και να διαθέτουν γνώση και αντίληψη, προκειμένου να προσληφθούν στα ανάκτορα, στην υπηρεσία του βασιλιά. Θα τους δίδασκαν να διαβάζουν και να γράφουν τη γλώσσα των Βαβυλωνίων.
Ο Δανιήλ ήταν προικισμένος με πολλά φυσικά και πνευματικά χαρίσματα γι' αυτό και ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ τον διάλεξε μαζί με τρία άλλα παιδιά, τον Ανανία, τον Αζαρία και τον Μισαήλ, να παραμείνουν στην βασιλική αυλή όπου ανατράφηκαν και σπούδασαν. Επειδή η απόδοσή τους στις σπουδές ήταν άριστη, όταν ενηλικιώθηκαν ο βασιλιάς τους τοποθέτησε σε ανώτερες θέσεις του παλατιού (Δανιήλ 1,5 και 1,18-19).  Ο προσωπάρχης του παλατιού έδωσε στο Δανιήλ και τους τρεις φίλους του νέα ονόματα. Στο Δανιήλ το όνομα Βαλτάσαρ, στον Ανανία το όνομα Σεδράχ, στο Μισαήλ το όνομα Μισάχ και στον Αζαρία το όνομα Αβδεναγώ (Δανιήλ 1,7).
Αφού πέρασε ο χρόνος που είχε ορίσει ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ για να παρουσιάσουν σ’ αυτόν τους νέους, ο προϊστάμενος του προσωπικού τους οδήγησε μπροστά του. Ο βασιλιάς συζήτησε μ’ όλους αυτούς, αλλά δε βρήκε κανέναν σαν το Δανιήλ, τον Ανανία, το Μισαήλ και τον Αζαρία. Έτσι τους προσέλαβε στην υπηρεσία του. Και για οποιοδήποτε ζήτημα τους ρωτούσε ο βασιλιάς και απαιτείτο σοφία και ευφυΐα, τους έβρισκε δέκα φορές καλύτερους απ’ όλους τους μάγους και τους μάντεις του βασιλείου του.

Εκείνο που ενδιέφερε το νεαρό Δανιήλ και τους τρεις φίλους του, ήταν να παραμείνουν σταθεροί στις πατρικές τους παραδόσεις και στην εφαρμογή του Μωσαϊκού νόμου. Αυτό φάνηκε γρήγορα, γιατί ποτέ δεν έφαγαν και δεν ήπιαν απ' τα φαγητά και τα ποτά απ' το βασιλικό τραπέζι καθώς προέρχονταν από θυσίες σε βαβυλωνιακούς θεούς (Δανιήλ 1,8-17). Γι' αυτό και ο ίδιος και οι φίλοι του αμείφθηκαν από το Θεό με αρκετά χαρίσματα. Επιπλέον ο Δανιήλ από έφηβος είχε το χάρισμα της προφητείας, δοσμένο από το Θεό και μάλιστα κατανοούσε κάθε όραμα και όνειρο" (Δανιήλ 1,17).


Κάποτε ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ είδε ένα όνειρο, και κάλεσε τους μάντεις και τους σοφούς της Βαβυλώνας, για να του το ερμηνεύσουν. Εκείνοι όμως δεν μπόρεσαν να δώσουν κάποια εξήγηση. Τότε κάλεσε τον Δανιήλ και ο προφήτης έδωσε την εξής ερμηνεία: τα τμήματα του αγάλματος με τα διάφορα υλικά αντιπροσωπεύουν τις διάφορες επίγειες βασιλείες, με αρχή το βαβυλωνιακό κράτος. Το κράτος αυτό, όπως και τα υπόλοιπα βασίλεια που θα ακολουθήσουν (Μήδοι και Πέρσες, Μ. Αλέξανδρος, Πτολεμαίοι και Σελευκίδες), θα συντριβούν από το Θεό του Ουρανού, που θα αναστήσει άλλο βασίλειο (του Μεσσία) και θα θρυμματίσει όλες τις άλλες βασιλείες, ενώ το ίδιο θα παραμείνει αιώνιο.
Έτσι ο Δανιήλ εξήγησε όνειρα του βασιλιά και των αξιωματούχων του (Δανιήλ 2,13-47. 4,1-30). Λόγω των χαρισμάτων τοποθετήθηκε διοικητής της Βαβυλώνας (Δανιήλ 2,48) και αργότερα ανέλαβε και άλλες κυβερνητικές θέσεις.

Συγκλονιστική είναι και η ερμηνεία του Δανιήλ για ένα ακόμη όραμα. Κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου, ο τελευταίος βασιλιάς της Βαβυλώνας Βαλτάσαρ θέλησε να χρησιμοποιήσει τα ιερά σκεύη του Ναού, τα οποία είχε διαρπάξει ο Ναβουχοδονόσορ. Τότε είδαν όλοι με κατάπληξη και τρόμο ένα χέρι να γράφει στον τοίχο τρεις ακατανόητες λέξεις. Ο βασιλιάς κάλεσε τότε όλους τους μάγους και τους συμβούλους του για να εξηγήσουν τη γραφή, αλλά χωρίς επιτυχία. Μόνο ο προφήτης Δανιήλ μπόρεσε να ερμηνεύσει αυτό το όραμα. Οι λέξεις προανήγγελλαν την άμεση καταστροφή του βαβυλωνιακού κράτους από τους Μήδους και τους Πέρσες. Μετά την εξήγηση του ονείρου του βασιλιά Βαλτάσαρ, ο Δανιήλ ανακηρύχθηκε ως ο τρίτος άρχοντας του βασιλείου (Δανιήλ 5,29). Όμως το όραμα εκπληρώθηκε το ίδιο βράδυ καθώς η Βαβυλώνα καταλύθηκε από τους Πέρσες (539 π.Χ.).

Μετά την κατάκτηση της Βαβυλώνας από τους Πέρσες και τους Μήδους, και την αναρρίχηση του Δαρείου στο θρόνο των Περσών, ο Δανιήλ έγινε ένας από τους τρεις επόπτες των αρχόντων της αυτοκρατορίας (Δανιήλ 6,2). Και παρόλο που είχε αποκτήσει τόσο μεγάλη θέση δεν έπαψε να πιστεύει στο Θεό, να ενδιαφέρεται για το λαό του, να προσεύχεται και να νηστεύει για τη συγχώρεση των αμαρτιών του (Δανιήλ 9,1-27. 10,2-3).
Η άνοδος του Δανιήλ στα υψηλότερα αξιώματα δημιούργησε φθόνο και αντιπάθειες προς το πρόσωπό του, μέχρι το σημείο να τον συκοφαντήσουν στο βασιλιά (Δανιήλ 6,5-16). Οι κατώτεροι από αυτόν άρχοντες  του έστησαν παγίδα. Έπεισαν το βασιλιά Δαρείο να υπογράψει διάταγμα, κατά οποίο οι υπήκοοι του ότι κι αν ήθελαν έπρεπε να το ζητάνε μόνο από τον ίδιο το βασιλιά. Ούτε από ανθρώπους ούτε από Θεό. Οι παραβάτες της βασιλικής εντολής θα ρίχνονταν σε λάκκο με λιοντάρια. Ο Δανιήλ παρά τη διαταγή, συνέχισε να  προσεύχεται τρεις φορές την ημέρα στο Θεό του. Τον κατηγόρησαν λοιπόν στο βασιλιά ότι με την προσευχή έκανε αιτήματα στο Θεό, ο οποίος και αναγκάστηκε, παρά τη συμπάθεια που έτρεφε γι' αυτόν, να εφαρμόσει την εντολή του (Δανιήλ 6,17). Ο Δανιήλ ρίχτηκε στο λάκκο με τα λιοντάρια, τα οποία όμως, με τη βοήθεια του Θεού, στέλνοντας έναν άγγελο Του για να τον προστατεύσει, δεν τον πείραξαν. Το ίδιο συνέβη και την επόμενη μέρα. Ο βασιλιάς διαπίστωσε το θαύμα και έδωσε διαταγή πρώτον να ριχτούν στα λιοντάρια κατήγοροι του Δανιήλ, και δεύτερον να σέβονται στο εξής όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου το Θεό του μεγάλου προφήτη (Δανιήλ 6,24-25).

Ο Δανιήλ είχε την ικανοποίηση να δει την επιστροφή των Ιουδαίων στην χώρα τους, λόγω όμως της προχωρημένης ηλικίας του δε μπόρεσε να μεταβεί στην Παλαιστίνη, η καρδιά του όμως ήταν πάντα μαζί τους (Δανιήλ 10,19). Και μετά την αναρρίχηση του Κύρου στο θρόνο, ο Δανιήλ εξακολούθησε να διατηρεί τα αξιώματά που είχε (Δανιήλ 1,21).

Η πίστη του Δανιήλ στο Θεό, ήταν παράδειγμα προς μίμηση και ως υπόδειγμα δικαιοσύνης (Εβραίους 11,33, Ιεζεκιήλ 14,14,20) και σοφίας (Ιεζεκιήλ 28,3). Πέθανε σε προχωρημένη ηλικία. Στην Παλαιά Διαθήκη, ένα από τα σπουδαιότερα προφητικά βιβλία είναι αυτό του Δανιήλ,  ο οποίος προφήτευσε και τον ερχομό του Υιού του ανθρώπου. Στο βιβλίο του υπάρχουν προφητείες μέχρι το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας, τον καιρό της μεγάλης θλίψης και την ανάσταση των νεκρών (Δανιήλ κεφ. 12). Στο βιβλίο του Δανιήλ περιγράφεται ακόμη, η πίστη και το θάρρος των φίλων του -Τριών Παίδων, του Ανανία, του Μισαήλ και του Αζαρία, οι οποίοι χαριτώθηκαν από το Θεό για την πίστη τους στις Ιουδαϊκές παραδόσεις.

Κάποτε που ο Δανιήλ έλειπε σε αποστολή, ο Ναβουχοδονόσορ έστησε στην πεδιάδα Δεηρά ένα χρυσό άγαλμα που παρίστανε τον ίδιο, εξήντα πήχεις ύψος και έξι πήχεις πλάτος. Έβαλε τότε τους κήρυκές του να φωνάξουν:
- Σ’ εσάς, άνθρωποι κάθε λαού, εθνότητας και γλώσσας, δίνεται η διαταγή: Όταν ακούσετε τον ήχο της σάλπιγγας, της φλογέρας, της κιθάρας, της άρπας, του ψαλτηρίου, του λαγούτου και των άλλων μουσικών οργάνων, τότε να πέσετε και να προσκυνήσετε το χρυσό άγαλμα, που έστησε ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ. Όποιος δεν πέσει να το προσκυνήσει, θα ριχτεί αμέσως στο φλογερό καμίνι.
Όλοι οι υπήκοοι του Βαβυλώνιου βασιλιά, φοβισμένοι, έπεσαν και προσκύνησαν. Όμως οι τρεις νέοι, ο Ανανίας, ο Μισαήλ και ο Αζαρίας, δεν υπάκουσαν στην προσταγή του. Ευκαιρία βρήκαν ορισμένοι που τους φθονούσαν, έτρεξαν και το μετέφεραν στο βασιλιά.


Θύμωσε ο βασιλιάς γιατί περιφρόνησαν τη διαταγή του τούτοι οι τρεις νεαροί και διέταξε να τους φέρουν αμέσως μπροστά του. Ήρθαν και στάθηκαν εκείνοι ειρηνικοί, ο ένας δίπλα στον άλλον.
-Είναι αλήθεια ότι δεν λατρεύετε τους θεούς μου και δεν προσκυνάτε τη χρυσή εικόνα που έστησα; Ετοιμαστείτε, μόλις ακούσετε τη σάλπιγγα, να πέσετε να προσκυνήσετε την εικόνα. Κι αν όχι, θα σας ρίξω στο αναμμένο καμίνι και θα δω τότε ποιος θεός θα σας γλιτώσει απ’ τα χέρια μου.
Τότε τα τρία παλικάρια απάντησαν θαρραλέα:
-Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να απαντήσουμε σ’ αυτά που λες. Υπάρχει ο Θεός μας, που τον λατρεύουμε και έχει τη δύναμη να μας γλιτώσει από το αναμμένο καμίνι και απ’ τα χέρια σου. Δε λατρεύουμε τους ψεύτικους θεούς σου και δεν προσκυνάμε τη χρυσή εικόνα σου.
Ο βασιλιάς έγινε πυρ και μανία.
-Βάλτε τις πιο εύφλεκτες ύλες και κάψτε εφτά φορές το καμίνι, πρόσταξε.
Έκαναν εκείνοι κατά τη διαταγή.
-Δέστε τους τώρα και πετάξτε τους μέσα στη φωτιά να δω το Θεό τους.


Τους έδεσαν και τους πέταξαν μέσα. Μα, δες, η φωτιά έκαψε τα σχοινιά αμέσως και σηκώθηκαν ορθοί εκείνοι και περπατούσαν ανάμεσα στις φλόγες και υμνούσαν και ευλογούσαν τον Θεό!
Οι στρατιώτες εξακολουθούσαν να ρίχνουν στο καμίνι νέφτι και πίσσα και στουπί και κληματόβεργες. Και οι φλόγες ανέβηκαν ως σαρανταεννιά πήχεις ψηλά και έκαψαν όσους ήταν γύρω απ’ το καμίνι. Και δες, άγγελος Κυρίου κατέβηκε ανάμεσα στους τρεις μέσ' στο καμίνι κι έκανε τις φλόγες δροσερό αεράκι και δεν τους άγγιξε η φωτιά ούτε τους ενόχλησε καθόλου. Τότε και οι τρεις πιστοί φίλοι άρχισαν μ’ ένα στόμα, με μια ψυχή και μια καρδιά, να δοξάζουν καταχαρούμενοι τον Θεό:
-Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός των Πατέρων ημών και αινετός και υπερυψούμενος εις τους αιώνας και ευλογημένον το όνομα της δόξης σου το άγιον και υπερυψούμενον εις πάντας τους αιώνας…


Ο Ναβουχοδονόσορ άκουσε τους ύμνους, σηκώθηκε αμέσως και είπε στους αξιωματικούς του:
-Τρεις δε βάλαμε δεμένους μέσα στη φωτιά;
-Τρεις, βασιλιά.
-Μα εγώ βλέπω τώρα τέσσερις και λυμένους να περπατούν μέσ' στο καμίνι χωρίς να έχουν πάθει τίποτε! Και ο τέταρτος μοιάζει σαν υιός Θεού. Τόσο όμορφος είναι!
Πήγε τότε κοντά στην είσοδο της καμίνου ο βασιλιάς και είπε:
-Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, δούλοι του Θεού του Υψίστου, βγείτε απ’ το καμίνι και ελάτε.


Βγήκαν εκείνοι και πήγαν κοντά στο βασιλιά κι ευθύς συνάχτηκαν ολόγυρά τους οι σατράπες και οι στρατηγοί και οι τοπάρχες και οι δυνάστες του κράτους και έβλεπαν τους τρεις νέους που δεν τους έκαψε η φωτιά και ούτε μια τρίχα του κεφαλιού τους δεν φλογίστηκε κι ούτε τα ρούχα τους έπαθαν τίποτε ούτε μύριζαν καθόλου φωτιά. Τότε ο βασιλιάς είπε με θαυμασμό και σεβασμό:
-Ευλογημένος να είναι ο Θεός του Σεδράχ, του Μισάχ και του Αβδεναγώ, που έστειλε τον άγγελό του και γλίτωσε τα παιδιά του απ’ την φωτιά, γιατί πίστευαν σ’ αυτόν και δεν άκουσαν τα λόγια του βασιλιά και δεν φοβήθηκαν την απειλή του, αλλά παρέδωσαν τα σώματά τους στη φωτιά, για να μη λατρέψουν ούτε να προσκυνήσουν άλλους θεούς, αλλά μόνο το Θεό τους. Βγάζω τώρα διαταγή: Κάθε λαός, φυλή και γλώσσα που θα πει βλασφημία κατά του Θεού των τριών αυτών παιδιών θα δει το σπίτι του να καταστρέφεται και τα υπάρχοντά του να αρπάζονται, γιατί δεν είναι άλλος Θεός που θα μπορέσει να τους γλιτώσει.
Αυτά είπε και πήρε τιμητικά τα τρία παιδιά στο παλάτι του και τους έδωσε και άλλα αξιώματα και τους έκανε αρχηγούς όλων των Ιουδαίων στο βασίλειό του.
Έτσι θριάμβευσαν οι πιστοί και άφοβοι ηρωϊκοί τρεις νεαροί φίλοι, που δεν υπολόγισαν ούτε τον πανίσχυρο βασιλιά ούτε το φοβερό καμίνι.


Το περιστατικό με τους Τρεις Παίδες εκτός από το ότι προβάλλει την αξία της πίστης, θεωρήθηκε από την Εκκλησία μας και ως προεικόνιση της "εις Άδου καθόδου" του Ιησού Χριστού. Όπως τα τρία αυτά παιδιά διασώθηκαν από τη φωτιά, έτσι και ο Χριστός, με την τριήμερη παραμονή του στον τάφο, διασώθηκε από τον Άδη, συντρίβοντας μάλιστα το βασίλειο του. Γι' αυτό και ο ύμνος των Τριών Παίδων, μαζί με την ιστορία τους, ψάλλεται λαμπρά και πανηγυρικά το πρωί του Μ. Σαββάτου, που τελούμε τον εσπερινό της Ανάστασης.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμάει τη μνήμη του Δανιήλ και των τριών φίλων του Ανανία, Μισαήλ και Αζαρία στις 17 Δεκεμβρίου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Μεγάλα τὰ τῆς πίστεως κατορθώματα! ἐν τῇ πηγῇ τῆς φλογός, ὡς ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως, οἱ ἅγιοι τρεῖς παῖδες ἠγάλλοντο· καὶ ὁ Προφήτης Δανιήλ, λεόντωv ποιμήv, ὡς προβάτων ἐδείκνυτο. Ταῖς αὐτῶν ἰκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.






Απολυτίκιον

Ήχος β'.
Μεγάλα τα της πίστεως κατορθώματα εν τη πηγή της φλογός, ως επί ύδατος αναπαύσεως, οι άγιοι Τρεις Παίδες ηγάλλοντο, και ο Προφήτης Δανιήλ, λεόντων ποιμήν, ως προβάτων εδείκνυτο. Ταις αυτών ικεσίαις Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.






Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’ . Αὐτόμελον.
Χειρόγραφον εἰκόνα μὴ σεβασθέντες, ἀλλ᾽ ἀγράφῳ οὐσίᾳ θωρακισθέvτες, τρισμακάριοι ἐν τῷ σκάμματι, τοῦ πυρὸς ἐδοξάσθητε· ἐν μέσῳ δὲ φλογός, ἀvυποστάτου ἱστάμεvοι, Θεὸν ἐπεκαλεῖσθε· Τάχυνοv ὦ οἰκτίρμωv, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμωv, εἰς τὴv βοήθειαν ἡμῶv, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.


Έτερον Κοντάκιον
Ἦχος γ’ Ἡ Παρθένος σήμερον.
Καθαρθεῖσα Πνεύματι, ἡ καθαρά σου καρδία, προφητείας γέγονε, φαεινοτάτης δοχεῖον· βλέπεις γὰρ ὡς ἐνεστῶτα τὰ μακρὰν ὄντα, λέοντας, ἀποφιμοῖς δὲ βληθείς ἐν λάκκῳ· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, Προφῆτα Μάκαρ, Δανιὴλ Ἔνδοξε.



Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (Ὃσίος Ἰσαάκ ὁ Σύρος)






Ἀληθῶς εἶπεν ὁ Κύριος, ὅτι δὲν δύναταί τις μετὰ τοῦ πόθου τοῦ κόσμου ν' ἀποκτήσῃ καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, οὔτε μετὰ τῆς συναναστροφῆς τοῦ κόσμου ν' ἀποκτήσῃ καὶ τὴν συναναστροφὴν τοῦ Θεοῦ, οὔτε μετὰ τῆς φροντίδος τοῦ κόσμου δύναται νὰ ἔχῃ καὶ τὴν φροντίδα τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν ἀφήσωμεν τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν κενοδοξίαν τῶν ἀνθρώπων, ἢ πολλάκις καὶ διὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων χρειῶν τοῦ σώματος, τότε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐκκλίνουσιν εἰς πολλὰ σφάλματα, οἵτινες ὑπεσχέθησαν νὰ ἐργάζωνται τὰ ἔργα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ δὲν ἐνθυμοῦνται τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Κυρίου, εἰπόντος, ὅτι ἐὰν καταβάλλητε πᾶσαν ὑμῶν τὴν φροντίδα διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, δὲν θέλω σᾶς ὑστερήσει τῶν ἀναγκαίων χρειῶν τοῦ σώματος• διότι δὲν θέλω ἀφήσει ὑμᾶς νὰ φροντίζητε περὶ αὐτῶν.
Περὶ τῶν ἀψύχων πετεινῶν, τὰ ὁποῖα ἐκτίσθησαν δι' ἡμᾶς, φροντίζει ὁ Κύριος, καὶ θέλει ἀμελήσει δι' ἡμᾶς; ποσῶς•
διότι ὅστις φροντίζει διὰ τὰ πνευματικὰ αὑτοῦ ἔργα, ἢ καταγίνεται εἴς τινα ἐξ αὐτῶν ψυχικά, τὰ ἀναγκαῖα του σώματος ἑτοιμάζονται δὶ αὐτὸν χωρὶς στενοχωρίαν καὶ φροντίδα εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν•
ὅστις ὅμως ἐπασχολεῖται ὑπὲρ τὸ δέον εἰς τὰ σωματικά, ὁ τοιοῦτος ἐκπίπτει χωρὶς νὰ θέλῃ ἐκ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ•
ἀλλ' ἐὰν ἡμεῖς φροντίσωμεν ἀγωνιζόμενοι καὶ μεριμνῶντες περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα γίνονται διὰ τὴν ἀγάπην καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, αὐτὸς θέλει φροντίσει καὶ περὶ τῶν δύο, τῶν ψυχικῶν καὶ σωματικῶν, κατὰ τὸ μέτρον τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν.


Ἡμεῖς ὅμως ἂς μὴ ζητῶμεν νὰ δοκιμάσωμεν τὸν Θεὸν εἰς τὰ σωματικὰ ἀντὶ τῶν ψυχικῶν ἡμῶν ἔργων, ἀλλὰ τὸν σκοπὸν ὅλων τῶν πράξεων ἡμῶν ἂς μετατρέψωμεν εἰς τὴν ἐλπίδα τῶν μελλόντων αἰωνίων ἀγαθῶν•
διότι ὅστις ἅπαξ ἐκθέσει ἑαυτὸν διὰ τὴν ἀγάπην τῆς ψυχῆς αὑτοῦ εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς ἀρετῆς, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ τελειώσῃ αὐτήν, αὐτὸς πλέον δὲν πρέπει νὰ φροντίζῃ διὰ τὰ σωματικά, εἴτε ὑπάρχουσιν, εἴτε μή•
καθόσον ταῦτα πολλάκις ὁ Θεὸς συγχωρεῖ νὰ λείψωσιν, ἵνα δοκιμασθῶσιν εἰς τὰ τοιαῦτα οἱ ἐνάρετοι, καὶ παραχωρεῖ διὰ παντὸς μέσου νὰ διεγερθῶσι κατ' αὐτῶν πειρασμοί, καὶ πληγώνει αὐτοὺς διὰ σωματικῶν ἀσθενειῶν, καθὼς τὸν Ἰώβ•
ἔτι δὲ καὶ εἰς πτωχείαν ἐμβάλλει αὐτούς, καὶ εἰς χεῖρας τῶν κακῶν ἀνθρώπων, καὶ περιπλέον πληγόνει αὐτοὺς καὶ δι' ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, μόνον εἰς τὰς ψυχὰς αὐτῶν δὲν πλησιάζει καμμία βλάβη•
διότι ἀδύνατον εἶναι, ὅταν περιπατῶμεν τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς, νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν καὶ λυπηρά τινα, καὶ νὰ μὴ ταλαιπωρῆται τὸ σῶμα ἡμῶν δι' ἀσθενειῶν καὶ κόπων, ἀλλὰ νὰ μένῃ πάντοτε ἀνενόχλητον•
ἐὰν ἀγαπῶμεν νὰ ζήσωμεν ἐναρέτως, πρέπει νὰ ὑποφέρωμεν πάντα.

Ὅστις διέρχεται τὴν ζωὴν αὑτοῦ κατὰ τὸ θέλημα αὑτοῦ, ἢ κυριεύεται ἀπὸ φθόνον καὶ δειλίαν, ἢ καταγίνεται εἰς τὸν ἀφανισμὸν τῆς ἰδίας αὑτοῦ ψυχῆς, ἢ εἰς ἕτερόν τι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα βλάπτουσιν αὐτὸν ψυχικῶς, ὁ τοιοῦτος κατακρίνεται παρὰ Θεοῦ.
Ὅταν δέ τις ἀκολουθῇ τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς, καὶ ζῇ κατὰ Θεόν, καὶ ἔχει πολλοὺς ὁμοίους αὑτῷ εἰς τὴν ἀρετήν, μετὰ τῶν ὁποίων συγκατοικεῖ, ἐὰν αὐτὸς ἀπαντήσῃ καὶ κανὲν ἀπὸ τὰ ῥηθέντα λυπηρά, δὲν πρέπει νὰ παρεκτρέπηται ἀπὸ τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ μετὰ χαρᾶς νὰ ὑποδεχθῇ αὐτὸ ἀνεξετάστως, καὶ νὰ εὐχαριστῇ τὸν Θεόν, διότι ἔπεμψεν εἰς αὐτὸν ταύτην τὴν χάριν, καὶ ἠξιώθη δι' αὐτὸν νὰ πέσῃ εἰς πειρασμόν, καὶ νὰ γείνῃ κοινωνὸς τῶν παθημάτων τῶν προφητῶν καὶ ἀποστόλων καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων, εἴτε ἐξ ἀνθρώπων ἔλθει ὁ πειρασμός, εἴτε ἐκ δαιμόνων, εἴτε ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου αὑτοῦ σώματος, (διότι χωρὶς θέλημα Θεοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὰ τοιαῦτα), ἵνα γίνῃ ἀφορμὴ εἰς αὐτὸν ὁ πειρασμὸς πρὸς πρόοδον τῆς ἀρετῆς•
διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως πως νὰ κάμῃ ὁ Θεός, ὥστε νὰ εὐεργετηθῇ ἐκεῖνος, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ ᾖναι μετ' αὐτοῦ, παρὰ νὰ ἐπιφέρῃ εἰς αὐτὸν πειρασμοὺς πρὸς ἀγάπην τῆς ἀρετῆς•
ἐπειδὴ αὐτὸς ἀφ' ἑαυτοῦ δὲν δύναται ν' ἀξιωθῇ ταύτης τῆς μεγαλωσύνης, καὶ χάριν τῶν θείων τούτων εὐεργεσιῶν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοὺς πειρασμούς, καὶ νὰ χαίρῃ χωρὶς νὰ λάβῃ χάρισμα παρὰ τοῦ Χριστοῦ•
μαρτυρεῖ δὲ τοῦτο ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος•
διότι τοῦτο εἶναι τόσον μέγα, ὥστε φανερῶς ὀνομάζει αὐτὸ χάρισμα, τὸ νὰ προετοιμάζηταί τις εἰς πειρασμοὺς διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ•
διότι λέγει, τοῦτο ἐδόθη εἰς ἡμᾶς παρὰ Θεοῦ, ὄχι μόνον τὸ νὰ πιστεύωμεν εἰς τὸν Χριστόν, ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ πάσχωμεν δι' αὐτὸν•
ὡς καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔγραφεν εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτοῦ, λέγων, ὅταν πάσχητε διὰ τὴν δικαιοσύνην, εἶσθε μακάριοι•
διότι ἐγείνατε κοινωνοὶ τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ.

Λοιπὸν ὄχι ὅταν ἀναπαύησαι πρέπει νὰ χαίρῃς, καὶ ὅταν σοὶ ἐπέλθωσι θλίψεις καὶ στενοχωρίαι νὰ στυγνάζῃ τὸ πρόσωπόν σου, καὶ νὰ λογίζησαι ταύτας ὡς ξένας τῆς ὁδοῦ τοῦ Θεοῦ•
καθότι ἀπ' ἀρχῆς κόσμου καὶ ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν αὕτη ἡ ὁδὸς τοῦ Θεοῦ διὰ σταυροῦ καὶ θανάτου περιπατεῖται.
Πόθεν δέ σοι ἐπῆλθε τοῦτο, τὸ νὰ μὴ θέλῃς νὰ σοὶ ἐπέλθωσι πειρασμοί; γνώριζε ὅμως ὅτι ἄνευ πειρασμῶν εὑρίσκεσαι ἐκτὸς τῆς ὁδοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν περιπατεῖς εἰς αὐτήν, οὐδὲ ὁδεύεις κατ' ἴχνος τῶν ἁγίων, ἢ ἴσως θέλεις νὰ διαχαράξῃς εἰς ἑαυτὸν ἄλλην ὁδόν, ἵνα περιπατῇς χωρὶς κακοπάθειαν καὶ στενοχωρίαν. 


Ἡ ὁδὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι καθημερινὸς σταυρὸς καὶ θάνατος•
διότι οὐδεὶς ἀνῆλθεν εἰς τὸν οὐρανὸν μετ' ἀνέσεως•
ἐπειδὴ ἡ ὁδὸς τῆς ἀνέσεως καὶ ἀναπαύσεως, γνωρίζομεν, ποῦ καταντᾷ καὶ τελειώνει.

Ὅστις ἀφιερώσει ἑαυτὸν ἐξ' ὅλης καρδίας εἰς τὸν Θεόν, δὲν θέλει ποτὲ ὁ Θεὸς νὰ μένῃ ὁ τοιοῦτος ἀμέριμνος, ἀλλὰ νὰ φροντίζῃ ἀδιακόπως περὶ τῆς ἀρετῆς•
καὶ ἐκ τοῦ ἑξῆς δὲ γνωρίζεται, ὅτι ὁ Θεὸς προνοεῖ διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὅταν πάντοτε πέμπῃ εἰς αὐτὸν λύπας καὶ πειρασμούς.


Ὅσοι διάγουσι τὴν ζωὴν αὐτῶν μὲ πειρασμούς, αὐτοὶ οὐδέποτε παραχωροῦνται ὑπὸ τῆς θείας προνοίας νὰ ἐμπέσωσιν εἰς τὰς χεῖρας τῶν δαιμόνων, καὶ μάλιστα ἐὰν ταπεινούμενοι καταφιλῶσι τοὺς πόδας τῶν ἀδελφῶν, καὶ σκεπάζωσι τὰ σφάλματα αὐτῶν, καὶ κρύπτωσιν αὐτά, ὡς τὰ ἴδια αὑτῶν.
Ὅστις θέλει καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ᾖναι ἀμέριμνος εἰς τοῦτον τὸν κόσμον χωρὶς πειρασμῶν, συγχρόνως δὲ ἀγαπᾷ νὰ περιπατῇ καὶ τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς, ὁ τοιοῦτος εὑρίσκεται κενὸς καὶ στερημένος ταύτης τῆς ὁδοῦ•
διότι ὅλοι οἱ δίκαιοι ὄχι μόνον θεληματικῶς ἀγωνίζονται εἰς τὰ καλὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ ἀθελήτως εὑρίσκονται εἰς μέγαν ἀγῶνα τῶν πειρασμῶν, ἵνα δοκιμασθῇ ἡ ὑπομονὴ αὐτῶν•
διότι ὅταν ἡ ψυχὴ ἔχῃ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, δὲν φοβεῖται ἀπὸ κανὲν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον βλάπτει τὸ σῶμα•
ἐπειδὴ ἐλπίζει εἰς τὸν Θεόν, εὑρισκομένη εἰσέτι εἰς τοῦτον τὸν κόσμον, καὶ εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Πηγή: orthodoxfathers.com

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Ὁ Ὃσιος Παρθένιος ὁ Χίος (8 Δεκεμβρίου)




Ἐγεννήθη εἰς τὸ χωρίον Δαφνῶν τῆς Χίου κατὰ τὸ ἔτος 1815 ἀπὸ
εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Μιχαὴλ καὶ Ἀντωνία Φραγκοσκούφη (ἢ Μενή). Περὶ
τῆς γεννήσεώς του προεφήτευσε ὁ Ἅγιος Μακάριος Κορίνθου ὁ Νοταρᾶς
(ὁ καὶ τελικῶς ἀσκητεύσας εἰς τὴν προσφιλήν του Χίον) στὴ µητέρα τοῦ
Ὁσίου, οὖσαν ἐν προκεχωρηµένῃ ἡλικίᾳ,τὰ ἑξῆς: «θὰ κάµεις ἀγόρι, θὰ τὸ
ὀνοµάσεις Πολύδωρον, θὰ γίνει µοναχὸς καὶ διὰ αὐτοῦ θὰ σωθοῦν πολλὲς
ψυχές». Ἐγεννήθη ὁ Πολύδωρος, ἠνδρώθη, καταγίνηκε µὲ τὸ ἐµπόριο καὶ
παραλλήλως ἀρραβωνίσθη εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν. Σ’ ἕνα χρόνο ἡ µνηστή
του πεθαίνει. Γυρίζοντας ἀπὸ ταξίδι ἐπισκέπτεται τὸν τάφο της καὶ
ἀνοίγοντας τὴν πλάκα ἀντικρίζει τὴ σεσηπυῖα σωρό της γεµάτη
σκώληκες. Παίρνει µερικὰ στὸ χέρι του καὶ φιλοσοφεῖ περὶ τοῦ θανάτου
καὶ τὴ µαταιότητα τῶν ἐγκοσµίων. Κι ἀποφασίζει νὰ τὰ ἐγκαταλείψει
ὀριστικά.
Λαµβάνει τὸ Μέγα Ἀγγελικὸ σχῆµα εἰς τὴν Νέαν Μονὴν τῆς Χίου
(ἱδρυθεῖσαν τὸν 10ον αἰώνα) µετονοµασθεὶς ἀπὸ Πολύδωρος Παρθένιος.
Σὲ µητρῶο τῆς Νέας Μονῆς µὲ ἡµεροµηνία 7/5/1843 γράφεται τοῦτο: «Ὁ
Γεροπαρθένιος ἴδιον τοῦ Φραγκοσκούφη γρ. 200».Δὲν ἦταν ἀκόµη οὔτε 35
χρονῶν καὶ τὸν προσαγόρευαν γερο-Παρθένιο. Ἀνακαλύπτει ἐπὶ τοῦ
Ὄρους Πενθόδου ἀπόκρηµνο σπήλαιο,εἰς τὸ ὁποῖο ἀποφασίζει νὰ
ἐγκαταβιώσει. Σὲ ἐνύπνιο βλέπει τὸν Ἅγιον Ἀπόστολον καὶ Εὐαγγελιστὴν
Μάρκο µὲ µοναχικὴ ἐνδυµασία νὰ τὸν ἀποκαλεῖ «γείτονα» καὶ νὰ τὸν
προσκαλεῖ νὰ ἔρθει νὰ τὸν βρεῖ. Πράγµατι λίγα µόνο µέτρα παραπάνω
ἀπὸ τὸν τόπο ἀσκήσεώς του ἀνακάλυψε ἐρηµωµένο ναΰδριον ἐπ’ ὀνόµατι
τοῦ Ἁγίου Μάρκου καὶ τότε ἀρχίζει νὰ ἀνεγείρει µικρὴ Μονὴ ἐπ’ ὀνόµατι
τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου.
Σύντοµα κοντά του συρρέει ἀρκετὰ µεγάλος ἀριθµὸς µοναχῶν, οἱ
ὁποῖοι ζοῦσαν ὑποδειγµατικὴ «καλογερική»,βαθειὰ ἐµπνευσµένη καὶ
καταλυτικὰ ἐπηρεασµένη ἀπὸ τὴν κολλυβαδικὴν παράδοση τῶν Ἁγίων
Μακαρίου Νοταρᾶ, Ἀρσενίου τοῦ Παρίου καὶ Νικηφόρου τοῦ Χίου.
Ἔτρωγαν µία φορὰ τὴν ἡµέρα, χειµώνα – καλοκαίρι, κύρια ἀπασχόλησίς
τους ἦταν οἱ γεωργικὲς ἐργασίες, στὶς 3 τὸ µεσηµέρι τελοῦσαν τὴν Θ’ Ὥρα
µὲ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ λάµβαναν τὸ ἀντίδωρο. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς
ἀναπαύσεως δὲ ρέµβαζαν οὔτε ἀργολογοῦσαν παρὰ κατεσκεύαζαν
µικροὺς ξύλινους σταυροὺς ἀπὸ κυπαρίσσι (τοὺς ὁποίους µοίραζε ὁ Ὅσιος
γιὰ εὐλογία) κι ἕνας µοναχὸς ἔκανε ἀνάγνωση. Ἡ µονολόγιστος εὐχὴ
σιγοψιθυριζόταν ἀπ’ ἄκρη εἰς ἄκρην τῆς Μονῆς. Ἡ καθηµερινὴ
διδασκαλία πρὸς τοὺς ὑποτακτικούς του περιεστρέφετο γύρω ἀπὸ τὸ
µυστήριον τοῦ θανάτου καὶ τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς προτρέποντας
τοὺς µοναχοὺς νὰ ἐξετάζουν κάθε βράδυ τὸν ἐαυτό τους καὶ νὰ
κοιµοῦνται πάντα µὲ δακρυσµένους ὀφθαλµούς. Τὴν αὐτὴν Κοινοβιακὴν
τάξιν βρῆκε κι ὁ Μακαριστὸς Μητροπολίτης Χίου,Στέφανος,ὅταν
ἐνετάχθη εἰς τὴν ἀδελφότητα τοῦ Ἁγίου Μάρκου τὸ 1941. Εὔχυµος
πνευµατικὸς καρπὸς καὶ µεγάλο πνευµατικὸ ἀνάστηµα τοῦ Ὁσίου
Παρθενίου ἦτο καὶ ὁ γέρων Γαβριήλ,µετέπειτα Ἡγούµενος τῆς Μονῆς,
ὅστις καὶ ἀνεδείχθη ὑπέρµαχος τῶν πατρώων Παραδόσεων κατὰ τὴν
περίοδο τῆς ἐπάρατης ἑορτολογικῆς καινοτοµίας.
Ὁ Ὅσιος Παρθένιος κοιµήθηκε εἰρηνικὰ τὸν αἰώνιον ὕπνον εἰς τὰς 8
Δεκεµβρίου τοῦ ἔτους 1883 καὶ ἐτάφη ἐντὸς τοῦ νάρθηκα τοῦ ταπεινοῦ
Καθολικοῦ τῆς Μονῆς του.
1KDLPGJPjjjDKOYΣύµφωνα µὲ µαρτυρίες πνευµατικῶν του τέκνων καὶ τῶν ἐπιγόνων
τους, ὁ Ὅσιος εἶχε ἀξιωθεῖ τοῦ προορατικοῦ χαρίσµατος. Προέγνωσε τὸν
θάνατο ἑνὸς νέου στὴν ἡλικία καλογήρου του καὶ τὸν προέτρεψε νὰ
προετοιµασθεῖ. Ἀνήµερα τῆς καταστροφῆς τῆς Χίου ἀπὸ τὸ φονικὸ σεισµὸ
τῆς 22ας Μαρτίου τοῦ 1881 ὁ Ὅσιος θρηνώντας φώναζε «Ἕνα µεγάλο βουνὸ
θὰ πέση καὶ θὰ κτυπήση τὴ Χίον». Μάλιστα ἀπέτρεψε ἕνα λαϊκό, ὀνόµατι
Κωνσταντίνο, νὰ ἐγκαταλείψη τὸ µοναστήρι τὴν ὥρα τοῦ σεισµοῦ. Παρὰ
µόνο ὅταν κόπασε τὸ κακὸ τοῦ εἶπε «πήγαινε τῶρα νὰ ξεπλακώσης τὴ
γυναίκα σου καὶ τὰ παιδιά σου, µὲ προσοχὴ µὴν τοὺς κτυπήσεις,διότι ὅλοι
ζοῦνε». Καὶ πράγµατι ὁ Κωνσταντίνος βρῆκε τὴν οἰκογένειά του σώα κι
ἀβλαβή. Τὸ κήρυγµά του πρὸς ὅσους ἔσπευδαν στὸ µοναστηράκι γιὰ
βοήθεια ἦταν: «Μετανοεῖτε παιδιά µου, εἰδάλλως θὰ βουλιάξει ἡ Χίος». Ὁ
Κύριος τοῦ φανέρωνε τὰ κρύφια τῶν καρδιῶν πολλῶν πιστῶν καὶ τοὺς
διηυκόλυνε κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐξαγορεύσεως τῶν ἀµαρτιῶν νὰ
ὁµολογήσουν.
Πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ διένυαν ἀπόσταση 12 ὡρῶν νηστικοί, γιὰ νὰ
λάβουν χάριν εὐλογίας τὸ ἀντίδωρο ἀπὸ τὸ χέρι του.
Ἄλλοι ἐπικαλοῦντο τὸ ὄνοµά του καὶ τὰς πρεσβείας τοῦ Ὁσίου, ὅσο ἦταν
ἀκόµη ἐν ζωῇ,ὅπως εἷς καπετάνιος, τοῦ ὁποίου τὸ ἀνάθηµα, σὲ ἀσηµένιο
καραβάκι, βρίσκεται εἰσέτι εἰς τὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου.
Ὁ Μακαριστὸς Μητροπολίτης Χίου,Στέφανος,τὸ 1948 ἐπικαλούµενος τὰς
εὐχὰς τοῦ Ὁσίου Παρθενίου καὶ τοποθετώντας τὰ ἱερὰ λείψανά τοῦ ( τὰ
ὁποία κατὰ διαστήµατα ἐκχέουν ἁπαλὴ εὐωδία) ἐπὶ δαιµονιζοµένης
µοναχῆς ἐξέβαλε ἰσχυρὸ δαιµόνιο,τὸ ὁποῖο ταλάνιζε αὐτὴν ἐπὶ 17 ἔτη.
Μεγάλη Παρασκευὴ ἡ µικρὴ κόρη τοῦ Σταµατίου Μανίδη εἶδε τὸν Ὅσιο
νὰ κάθεται ἐπὶ τοῦ µνήµατός του ἐντὸς τοῦ νάρθηκα.
Τὸ 1952 ἡ Ἀγγέλα Μανίδη, τοῦ Σταµατίου καὶ τῆς Μαρίας, εἰς ἡλικίαν 20
ἐτῶν ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ δαιµόνιο καὶ βρῆκε τὴν ἀκοή της,ἀφοῦ
προσεκύνησε στὸν τάφο τοῦ Ὁσίου.
Τὸ 1961 ὁ Χίου Στέφανος χάριν εὐλογίας ἐπῆρε τρία µικρὰ ἀποτµήµατα
τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ὁσίου διὰ νὰ τὰ µεταφέρει σὲ Μονύδρια τῆς
Ἀττικῆς ἔχοντα πνευµατικὴ συγγένειαν µὲ τὸ µοναστήρι τοῦ Ἁγίου
Μάρκου. Ἀφοῦ τὰ φύλαξε µέσα σὲ ντουλάπα πρὶν τὸ ταξίδι του, ἡ
ντουλάπα ἦρχισε νὰ σείεται τόσο πολὺ ποὺ κατάλαβε πὼς δὲν ἦταν
θέληµα τοῦ Ὁσίου Πατρὸς αὐτὸ τὸ τόλµηµα.
Ἀπὸ τότε πόσα ἄλλα θαυµαστὰ ἔχει ἐπιτελέσει ἡ σωρὸς τῶν ἱερῶν
λειψάνων τοῦ Ὁσίου, τὰ ὁποῖα περιῆλθαν στὴ λήθη τοῦ χρόνου,διότι ἡ
παλαιὰ ἀδελφότης ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Παντελεήµονος Φωστίνη (ἡ
ὁποία τηροῦσε ἀπαρασάλευτα τὴν παράδοση τοῦ Παλαιοῦ Ἡµερολογίου)
διασκορπίστηκε ἀπὸ τὸν ἀντίθεο κατατρεγµὸ τοῦ 1947 – 1951 κι ἔτσι
ἀπωλέσθη ὁ συνδετικὸς κρίκος µὲ τὸ σήµερα.
Κατακλείοντας αὐτὴν τὴν µικρή µας ἀναφορὰ στὸ ἁγιασµένο πρόσωπο
τοῦ Ὁσίου Πατρὸς Παρθενίου τοῦ Χίου, φρονοῦµε ὅτι ἡ ἀναγραφὴ αὐτοῦ
εἰς τὰς ἁγιολογικὰς δέλτους τῆς ἐν Ἑλλάδι Γνησίας Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας καὶ ἡ συµπερίληψή του εἰς τὸ Χιακὸν Λειµωνάριον, ἀποτελεῖ
θεάρεστη πράξη καὶ σηµεῖο ἀναφορᾶς τῆς παρουσίας τῶν Γ.Ο.Χ. εἰς τὴ
νῆσον Χίον.
Ὑπάρχει ἤδη Ἀκολουθία Ἑσπερινοῦ καὶ Ὄρθρου ποιηθεῖσα παρὰ
τοῦ Γερασίµου µοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, καθὼς καὶ Παρακλητικὸς
Κανὼν µετὰ Χαιρετιστηρίων Οἴκων καὶ Ἐγκωµίων ὑπὸ Δρος
Χαραλάµπους Μπούσια.



Ἀπολυτίκιον
Τον της Χίου προστάτην και Πενθόδου το καλύχημα, Ευαγγελιστού θείου Μάρκου 
της Μονής τον Δομήτορα υμνήσωμεν εν ύμνοις οι πιστοί Παρθένιον τον νέον 
ασκητήν, θεραπεύη γαρ νοσούντας, και τον μελλόντων προλέγη την έκβασιν. 
Δόξα τω σε στεφανώσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τον της 
Χίου, σεισμόν προκαταγγείλαντι. 





Ἡ Ἁγιοκατάταξη τοῦ Ὁσίου Παρθενίου τοῦ Χιοπολίτου

1KDLPGJPjjjDKOY

Τὸ ἡλιόλουστο πρωινὸ τῆς Κυριακῆς, τῆς 8ης τοῦ Δεκεμβρίου, στὴν ἐκπνοὴ τοῦ πολιτικοῦ ἔτους 2014, τὰ πιστὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων βίωσαν μία ἀκόμα πνευματικὴ χαρὰ καὶ εὐλογία ὡς ἐπιστέγασμα ἄλλων πολλῶν παρομοίων πανευφρόσυνων στιγμῶν, τὶς ὁποῖες μᾶς ἐπεφύλασσε ὁ Ἅγιος Θεὸς κατὰ τὸ διαρρεῦσαν ἔτος.
  Στὴν Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου Κορωπίου Ἀττικῆς τελέστηκε Πολυαρχιερατικὸ Συλλείτουργο γιὰ τὸν πρῶτο ἐπίσημο συνοδικὸ ἑορτασμὸ τῆς μνήμης τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Παρθενίου, τοῦ ἐν Πενθόδῳ ὄρει τῆς Χίου ἀσκήσαντος.    Προεξῆρχε ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπός μας Ἀθηνῶν, κ. Καλλινίκος, μὲ τὴ συμμετοχὴ τῶν Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν: τοῦ Ποιμενάρχου μας, Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, κ.Χρυσοστόμου, Πειραιῶς καὶ Σαλαμῖνος, κ. Γεροντίου, Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς,κ. Κυπριανοῦ, καθὼς καὶ τῶν Θεοφιλεστάτων Ἐπισκόπων: Μαραθῶνος,κ. Φωτίου καὶ Γαρδικίου, κ. Κλήμεντος, Ἀρχιγραμματέως καὶ Γραμματέως ἀντίστοιχα, τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δύο ἱερέων καὶ τεσσάρων Διακόνων.
  Τοὺς ὕμνους ἀπέδωσε μὲ ἄριστη ἐπιτυχία καὶ κατάνυξη  ἡ Ο.Ε.ΒΥ.Χ. τοῦ Μουσικολογιωτάτου χοράρχου κ. Μιχαὴλ Μακρῆ.
 Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ τόπου τοῦ ἑορτασμοῦ δὲν ἦταν τυχαία. Τὸ ταπεινὸ μοναστηράκι τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου στὸ Κορωπὶ τῆς Ἀττικῆς ἔχει ἄμεση πνευματικὴ συγγένεια μὲ τὸν τιμώμενο σήμερα Ὅσιο Παρθένιο. Κτήτωρ τυγχάνει ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Χίου, κυρὸς Στέφανος Τσίκουρας , ὁ ὁποῖος, ὅταν ὡς νέος πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ ἀφιερωθεῖ στὴ μοναστικὴ ζωή, τὰ βήματά του τὸν ὁδήγησαν στὰ πρόπυλα τῆς Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου στὸ Ὄρος Πένθοδο τῆς Χίου, τοῦ ὁποίου κτήτωρ ἦταν ὁ Ἅγιος Παρθένιος. Ἐκεῖ ὁ μακαριστὸς ἐκάρη  μοναχὸς καὶ πέρασε τὰ πρῶτα χρόνια τῆς μοναστικῆς του ζωῆς.
 Ὅταν πλέον μετέβη μόνιμα στὴν Ἀττική, ὁ πόθος του ἦταν νὰ ἐγείρει μικρὸ μοναστήρι πρὸς τιμὴν τοῦ προστάτου Ἁγίου τῆς Μονῆς τῆς μετανοίας του. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖο κι ἔγινε.
 Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Παρθενίου, τὸ ὁποῖο καὶ δέσποζε σήμερα στὸ μέσον τοῦ Καθολικοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ, εὐπρεπισμένο ἐντὸς λειψανοθήκης, ἀποθησαύρισε ὁ ἀείμνηστος κυρὸς Στέφανος μὲ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τοῦ Ὁσίου.
 Τὸν πανηγυρικὸ τῆς ἡμέρας ἐκφώνησε ὁ Ποιμενάρχης μας, κάνετε κλικ εδώ , ὁ ὁποῖος καὶ εἶχε ἀναλάβει πρὸ μηνῶν τὴ σύνταξη σχετικῆς εἰσηγήσεως, κάνετε κλικ εδώπερὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἁγιότητος τοῦ Ὁσίου, ἡ ὁποία κατετέθη καὶ ἔγινε δεκτὴ στὴ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τοῦ περασμένου Σεπτεμβρίου.  Ὁ χορὸς τῶν καλλίφωνων ἱεροψαλτῶν ἔψαλε τὸ ἀπολυτίκιο καὶ κοντάκιο τῆς πεντηκοστῆς μὲ τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Ὁσίου Παρθενίου , τὴ δὲ  συνοδικὴ πράξη τῆς ἁγιοκατάξεως ἀνέγνωσε ὁ Θεοφιλέστατος Μαραθῶνος, κ. Φώτιος, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, μὲ πρῶτο τὸ Μακαριώτατο, τὴν ὑπέγραψαν ψάλλοντος τοῦ χοροῦ τὴ δοξολογία.   
    Ὁ Μακαριώτατος ὕψωσε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου εὐλογώντας τὸ πολυπληθὲς ἐκκλησίασμα ,τὸ ὁποῖο συμμετεῖχε σ' αὐτὴν τὴν πνευματικὴ χαρά, καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἀνεγνώσθη ἡ εὐχὴ τῶν κολλύβων. Ἡ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς ὑπὸ τὴν Ὁσιωτάτη Καθηγουμένη Στεφανία μοναχὴ ἐφιλοξένησε, ὅπως πάντα, μὲ ἀβραμιαία τράπεζα τοὺς παρισταμένους κληρικούς, τὶς μοναστικὲς ἀντιπροσωπεῖες καὶ τὸ πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ συμμετεῖχε σ΄ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας μας.
  Εὐχόμαστε αὐτὲς οἱ μοναδικὲς στιγμὲς  πνευματικῆς χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ποὺ βιώσαμε καὶ  βιώνουμε  σὲ ὅλη τὴ διάρκεια αὐτοῦ τοῦ ἔτους νὰ μὴ σταματήσουν ...!
 Ταῖς τοῦ Ὁσίου Παρθενίου πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός,
 ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

4KJFJKF
1ALKRGSRHKL

2KJEAGJK

7EIJSGIU

11JEGJIJIJ

2GGGGJJJ

5WJEKGWGJG

6WEJKGGJ

30SGGSRSRG

31ADGRR

2OZOHFHOH

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ (Αναγνωστικό Δ' Δημοτικού 1946)

teleutaios mathitis


Ἄκουσε, Γιαννάκη, ἄρχισε νὰ μοῦ λέη μιὰ μέρα ὁ πατέρας μιου: Στὴν ἡλικία σου ἤμουν κι ἐγὼ παιδὶ ἔξυπνο καὶ προκομμένο. Ὁ πατέρας μου ἤταν πολὺ εὐχαριστημένος μ’ ἐμένα κι ὅλος ὁ κόσμος μὲ εἶχε γιὰ καλὸ παιδί. Ἄκουσα τόσους ἐπαίνους, ποὺ στὰ τελευταῖα τὸ πῆρα κι ἐγὼ ἐπάνω μου καὶ κατήντησα ἕνας ἐγωιστής. Κανένα ἀπὸ τοὺς συμμαθητές μου δὲ λογάριαζα, ὅλους τοὺς περιφρονοῦσα. Γι’ αὐτὸ μοῦ ἄξιζε νὰ πάρω ἕνα καλὸ μάθημα καὶ τὸ πῆρα, ἀπὸ ποιόν, νομίζεις; Ἀπὸ τὸν τελευταῖο τῆς τάξης!
Ὁ μαθητὴς αὐτὸς ἦταν ἕνας τόσος δὰ ἀνθρωπάκος, ἀδύνατος, μὲ πρόσωπο χλομὸ καὶ μαραμένο. Ἡ ματιά του ἦταν πάντα φοβισμένη  καὶ γεμάτη θλίψη. Τὸν ἔλεγαν Μιχάλη Λεμονά. Ἀπὸ τὰ φορέματά του φαινόταν πὼς ἦταν φτωχός.
῏Ηταν ὁ τελευταῖος στὴν τάξη. Ποτέ του δὲν εἶπε μάθημα κι οὔτε παρουσίαζε γραπτά. Ὅταν ὁ δάσκαλος τοῦ ἔλεγε μὲ τὴ βαριὰ φωνή  του: «Λεμονά, τὸ τετράδιό σου», ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε σιγανὰ καὶ ντροπιασμένα: «Δὲ βρῆκα καιρό, κύριε». Κι ὁ δάσκαλος τὸν μάλωνε  συχνά.
Κάποτε ἡ τύχη τὸν ἔφερε γείτονά μου.
Εκεῖνο ποὺ μοῦ ἔκαμε μεγάλη ἐντύπωση, ἦταν πὼς ὁ Λεμονὰς ἐρχόταν στὴν τάξη πάντα  νυσταγμένος. Πολλὲς φορὲς μάλιστα κοιμόταν ἐπάνω στὸ θρανίο. Κι ὅταν τὸν φώναζε ὁ δάσκαλος, ἐγὼ τὸν σκουντοῦσα μὲ τὸν ἀγκώνα μου νὰ ξυπνήση.
Ὁ Λεμονὰς ξυπνοῦσε τότε τρομαγμένος.
Μιὰ μέρα ὁ δάσκαλος φώναξε πάλι τ’ ὄνομά του.
Τὸν σκούντησα, τὸν ξανασκούντησα, μὰ ποῦ νὰ ξυπνήση! Μὲ τὰ πολλὰ ὁ Λεμονὰς ξύπνησε. Σὰν ἄνοιξε ὅμως τὰ μάτια του κι ἀντίκρισε  τὸ δάσκαλο, ἔκρυψε τὸ πρόσωπο μέσα στὶς φοῦχτες του.
-Λεμονά, πές μας τὸ μάθημά σου! Εἶπε μὲ βαριὰ φωνὴ ὁ δάσκαλος κάνοντας πὼς δὲν κατάλαβε τίποτε. Ὁ Λεμονὰς σηκώθηκε  κατακόκκινος, ἔσκυψε γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐπάνω μου καὶ μοῦ εἶπε στ’ αὐτὶ παρακαλετικά.
-Ἄχ! πές μου το, σὲ παρακαλῶ, Ἀντρέα! Ποτέ του δὲ μοῦ εἶχε ζητήσει τέτοιο πράμα! Ἦταν κατατρομαγμένος. ῎Εμοιαζε σὰν τὸ ἐλάφι,  ποὺ τὸ ἀπόκλεισε ο κυνηγὸς καὶ ζητοῦσε χάρη. Κρεμόταν ἀπὸ ἐμένα.
Ἄχ Γιαννάκη μου, παιδί μου, νά ξερες τί ντροπὴ αἰσθάνομαι αὐτὴ τὴν ὥρα, ποὺ σοῦ τὸ λέω. Καὶ νάξερες τί δάκρυα ἔχυσα γιὰ τὴν κακία  μου αὐτή! Δὲν τὸν λυπήθηκα λοιπὸν καθόλου! Δὲ σκέφτηκα ἄλλο, παρὰ πῶς θὰ τὸν κάμω νὰ τὰ χάση, γιὰ νὰ γελάση ἡ τάξη μαζί του.
᾽Εκείνη τὴ μέρα εἴχαμε ἱστορία γιὰ τὸν Περικλῆ. Τοῦ Λεμονᾶ τὰ σαγόνια ἔτρεμαν ἀπὸ τὴ σαστιμάρα του. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ λέει:
-Ὁ Περικλῆς ἦταν... ἦταν γιὸς τοῦ Ξανθίππου καί...καί...
Ὕστερα σταμάτησε καὶ γυρνώντας παρακαλετικὰ, σ’ ἐμένα μοῦ ἔριξε μιὰ ματιά, γεμάτη ἀγωνία. Τότε μοῦ πέρασε ἀπ’ τὸ νοῦ μιὰ  διαβολικὴ ἰδέα καὶ βάζοντας τὸ χέρι μου στὸ στόμα, τοῦ φώναξα:
-Καὶ τῆς Μαργαρίτας!
Ὁ Λεμονὰς τὸ ξαναεῖπε φωναχτὰ κι ἡ τάξη ξεκαρδίστηκε στὰ γέλια.
-Κάθισε κάτω, Λεμονά! Τοῦ εἶπε ὁ δάσκαλος θυμωμένος.
Τίποτε δὲν ἔκαμες ὡς τώρα! Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ δίνεις τὸ κακὸ παράδειγμα καὶ στοὺς ἄλλους.
Κι ὁ Λεμονὰς ἀπὸ τὴν ντροπή του δὲν ξαναπάτησε πιὰ στὸ σχολεῖο.
Οἱ διακοπὲς πλησίαζαν νὰ τελειώσουν. Μιὰ μέρα μοῦ λέει ὁ πατέρας μου:
-῎Εχεις ὄρεξη γιὰ κυνήγι, Ἀντρέα; Αὔριο τὸ πρωὶ θα σηκωθοῦμε στὶς τέσσερεις καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ χαράματα θὰ ξεκινήσωμε γιὰ τὶς πέρδικες.  ᾽Εσὺ θὰ σηκώνης τὸ σακίδιο. Ἔτσι θὰ συνηθίσης νὰ κουβαλᾶς καὶ τὸ δικό σου μεθαύριο, προσέθεσε χαμογελώντας.
Ἀκοῦς ἐκεῖ! Ὅλη τὴ μέρα μὲ τὸν πατέρα καὶ μὲ τὸ σκύλο μας τὸ Σγουρή! Εἶχα μιὰ χαρὰ ποὺ δὲ λέγεται. Στὶς τρεῖς τὸ πρωὶ ἤμουν κιόλα  στὸ πόδι.
Βγήκαμε ἀπὸ τὴν πόλη καὶ προχωρούσαμε μὲ βῆμα γοργό, ὃταν ἔξαφνα εἶδα νὰ ἔρχεται ἀπ’ ἀντίκρυ ἓνα καροτσάκι. Τὸ ἔσερνε ἕνας  μικρός, στὴν ἡλικία μου.
karotsakiΤὸ καροτσάκι ἦταν φορτωμένο λαχανικά. Ὅσο γιὰ τὸ μικρό, ποιὸς νομίζεις πὼς ἦταν, Γιαννάκη; Ὁ Λεμονάς! Ναί, ὁ Μιχάλης.
Ἀπὸ τότε ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σχολεῖο, ποτέ μου δὲν τὸν εἶχα συλλογιστῆ τὸ μικρὸ Λεμονά. Οὔτε καὶ ἀνησύχησα ποτὲ γιὰ τὴ σκληρὴ καὶ  πρόστυχη πράξη μου!
Καὶ ὅμως ἔτσι ποὺ τὸν εἶδα, καὶ τὴν ὥρα ἐκείνη μάλιστα, αἰσθάνθηκα τὸν ἑαυτό μου κάπως στενοχωρημένο. Δὲ θέλησα νὰ προσπεράσω,  χωρὶς νὰ τοῦ πῶ δυὸ λόγια.
-Καλημέρα! Τοῦ φώναξα. Γιὰ ποῦ μὲ τὸ καρότσι τέτοια ὥρα, Λεμονά;
-Ἄσε με ἥσυχο, μουρμούρισε ὁ Λεμονάς, ποὺ μὲ εἶχε γνωρίσει κι ἐκεῖνος.
Πειράχτηκα καὶ ζήτησα κι ἐγὼ νὰ τὸν πειράξω. Καὶ μένοντας λιγάκι πίσω ἀπὸ τὸν πατέρα μου, τοῦ εἶπα:
-Δὲ μοῦ λές, Λεμονά, κοιμᾶσαι ἀκόμα, ὅπως τότε στὸ σχολεῖο;
-Φτάνει πιά! Μοῦ ἀπάντησε ἔξω φρενῶν. Δὲ σοῦ φτάνει τὸ κακὸ ποὺ μού καμες! Ἐσύ ᾽σουν ἡ αἰτία ποὺ ἔφυγα ἀπὸ τὸ σχολεῖο κι ἐννοεῖς  ἀκόμα νὰ μὲ πειράζης;
Γιὰ μιὰ στιγμὴ σώπασε. ᾽Εγὼ αἰσθάνθηκα τὸ πρόσωπό μου ν’ ἀνάβη. Γιὰ πρώτη φορὰ κατάλαβα πόσο σκληρὸς στάθηκα τότε.
-Ἄκουσε λοιπόν, ξαναεῖπε μὲ μιὰ φωνὴ βραχνὴ ὁ Λεμονάς, καὶ θὰ τὰ μάθης ὅλα: γιατὶ κοιμόμουν μέσα στὴν τάξη, γιατὶ ἤμουν ὁ τελεταῖος καὶ γιατὶ μὲ βρίσκεις τὴν ὥρα αὐτὴ νὰ σπρώχνω τὸ καροτσάκι. Πρέπει νὰ σοῦ τὸ πῶ, γιὰ νὰ καταλάβης τὸ κακὸ ποὺ μούκαμες.
Ὁ πατέρας μου ἦταν ἄρρωστος ἀπὸ καιρό. Ὁ γιατρὸς μᾶς εἶπε νὰ τὸν στείλωμε μακριὰ σ’ ἕνα βουνὸ καὶ πὼς ἔπρεπε νὰ μείνη ἐκεῖ  ἀρκετοὺς μῆνες. Τὸν στείλαμε. Ἀπὸ τότε ὅμως ἄρχισε στὸ σπίτι μας ἡ φτώχεια κι ἡ στενοχώρια.
Τὰ λίγα χρήματα ποὺ εἴχαμε, τὰ ξοδέψαμε γιὰ τὸ ταξίδι του καὶ γιὰ τὸν πρῶτο μήνα. ῎Ετσι κι ἡ μάνα μου ἀναγκάστηκε ν’ ἀνοίξη ἕνα  λαχανοπωλεῖο στὴ γειτονιά. Νὰ περνοῦμε ἐμεῖς, νὰ στέλνωμε καὶ τοῦ πατέρα μου.
Μὰ πῶς μποροῦσε νὰ τὰ βγάλη πέρα μονάχη της ἡ μάνα μου; Ἔπρεπε νὰ τὴ βοηθήσω κι ἐγώ. ῎Ετσι τὰ βράδυα, σὰ γυρνοῦσα ἀπὸ τὸ  σχολεῖο τακτοποιοῦσα τὸ μαγαζί ἔβλεπα τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰ μεσάνυχτα πάλι ξεκινοῦσα μὲ τὸ καροτσάκι ν’ ἀγοράσω λαχανικὰ ἀπὸ τὰ περιβόλια, ὅπως τώρα ποὺ μὲ βλέπεις.
-Μὰ καὶ τὸ χειμώνα τὸ ἴδιο; ρώτησα.
-Βέβαια καὶ τὸ χειμώνα. Τί πάει νὰ πῆ κρύο, ὅταν πρόκειται γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ πατέρα;
-Τώρα τὰ κατάλαβα Μιχάλη, ὅλα (δέν ξέρω γιατὶ μοῦ ἤρθε ἐκείνη τὴ στιγμὴ στὸ στόμα τὸ μικρό του ὄνομα). Συχώρα με, σὲ παρακαλῶ,  ἐσὺ εἶσαι καλός, ἐνῶ ἐγὼ τότε ἤμουν περήφανος καὶ κακός!... Καὶ τώρα πρέπει νὰ διορθώσω τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκαμα...
-Ἄχ εἶναι πολὺ ἀργά, φίλε μου! Ἀπάντησε ὁ Μιχάλης, κουνώντας θλιβερὰ τὸ κεφάλι.
Σ’ αὐτὸ τὸ μεταξὺ ὁ πατέρας μου εἶχε σταματήσει σ’ ἕνα μαγαζάκι, ποὺ ἦταν ἐκεῖ κοντά, νὰ πιῆ ἕναν καφέ. Ἔτρεξα καὶ τοῦ τὰ εἶπα ὅλα.
Τ’ ἄκουε σκυφτὸς καὶ τὸ πρόσωπό του ἦταν γεμάτο στενοχώρια. Σὰν τελείωσα, σηκώνει τὸ κεφάλι καὶ μοῦ λέει μὲ φωνὴ αὐστηρή:
-Αὐτὸ λοιπὸν ἂς σοῦ γίνει μάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Λεμονὰς εἶναι παιδὶ μὲ ἀξία! Ὅσο γιὰ σένα, ἂς μὴν πῶ τίποτε. Μὲ καταλαβαίνεις!
᾽Εμένα μὲ πῆραν τὰ δάκρυα.
-῎Ελα, παρηγορήσου κι ὅλα θὰ διορθωθοῦν, ξαναεῖπε ὁ πατέρας μου. Τώρα, ἂς γυρίσωμε σπίτι. Τὸ σημερινό μας κυνήγι πρέπει νὰ σοῦ  γίνη τὸ καλύτερο μάθημα τῆς ζωῆς σου. ᾽Ελπίζω νὰ μὴν ξεχάσης ποτέ σου τὴ συνάντηση αὐτή.
Στὸ δρόμο βρήκαμε τὸ δάσκαλό μας. Σὰν ἔμαθε τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὸν πατέρα μου, εἶπε καταλυπημένος:
-Τὸ κακόμοιρο τὸ παιδί, πόσο τὸ ἀδικήσαμε!
Ὁ πατέρας μου ἔμεινε πολλὴν ὥρα μὲ τὸ δάσκαλο.
Σκέπτονταν κι οἱ δυὸ τί ἔπρεπε νὰ γίνη γιὰ τὸ ἀδικημένο παιδὶ, τὸ Μιχάλη τὸ Λεμονά. Ἀργότερα τὸ διηγήθηκαν στοὺς γνωστοὺς κι ἀπὸ ἐκεῖ τὸ ἔμαθε ὅλος ὁ κόσμος.
Ἀπὸ τότε ὅλες οἱ μητέρες τῶν παιδιῶν ψώνιζαν τὰ λαχανικά τους ἀπὸ τὸ λαχανοπωλεῖο τοῦ Μιχάλη.
Σύντομα ἔκαμαν στὴ γειτονιὰ κι ἕναν ἔρανο. Μὲ τὰ λεπτὰ ποὺ μαζεύτηκαν, πληρώθηκαν τὰ ἔξοδα τοῦ ἀρρώστου κι ἔτσι ὁ Μιχάλης δὲν  ἦταν πιὰ ἀναγκασμένος νὰ σηνώνεται τὴ νύχτα καὶ νὰ πηγαίνη στὰ περιβόλια. Ξαναγύρισε στὸ σχολεῖο κι ὁ δάσκαλος τοῦ ἔδειξε μεγάλη  συμπάθεια κι ἀγάπη.
῾Ο Μιχάλης ὁ Λεμονὰς σιγὰ σιγὰ ἄλλαξε. ῎Εγινε ἄλλος ἄνθρωπος. ῏Ηταν χαρούμενος, ἔπαιζε μαζί μας, ἀλλὰ κι ἐμεῖς τοῦ φερνόμαστε σὰν  καλοὶ φίλοι. Δὲν ἦταν πιὰ ὁ τελευταῖος μέσα στὴν τάξη. Κάθε ἄλλο. Κι ὁ δάσκαλός μας τὸ ὁμολόγησε στὸ τέλος, πὼς ἔγινε ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα παιδιὰ τοῦ σχολείου.
Μιὰ μέρα ὁ Λεμονὰς ἦρθε σπίτι μας βιαστικὸς καὶ γεμάτος χαρά.
-Ὁ πατέρας μου γύρισε ἀπὸ τὸ βουνό! Γιατρεύτηκε ὁλότελα!
Ὕστερα γυρνώντας σὲ μένα μοῦ εἶπε:
-Σ’ εὐχαριστῶ, Ἀντρέα μου, μᾶς παραστάθηκες σὰν καλὸς φίλος.
-᾽Εγὼ πρέπει νὰ σ’ εὐχαριστήσω, Μιχάλη, τοῦ εἶπα μὲ φωνὴ χαμηλή. Μοῦ γιάτρεψες τὴν περηφάνια καὶ μ’ ἔμαθες νὰ εἶμαι καλός.

Πηγή: www.kapodistrias.info




Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ (Αναγνωστικό Δ' Δημοτικού 1946)

1. Τὸ πλοῖο «Ἄφοβος» ταξίδευε κάποτε ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ γυρίζοντας πίσω στὴν ῾Ελλάδα.
Εἶχε προχωρήσει ἀρκετὸ δρόμο καὶ βρισκόταν τώρα μακριὰ ἀπὸ τὰ παράλια τῆς Ἀμερικῆς. ῎Εσκιζε περήφανα τὸν ᾽Ωκεανό.
῎Εξαφνα ὅμως φοβερὴ τρικυμία ξέσπασε, ποὺ κράτησε πέντε ὁλόκληρες μέρες. Τὸ πλοῖο βρέθηκε σὲ πολὺ δύσκολη θέση. Ὅλοι ὅσοι ἦταν μέσα, ἀπελπίστηκαν καὶ νόμιζαν, ὅτι ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα θὰ βουλιάξη σύψυχο.
Ὁ ἄνεμος φυσοῦσε μὲ λύσσα καὶ τὸ πλοῖο, σὰ νὰ ἦταν καρυδότσοφλο, τὸ ἔπαιρναν τὰ κύματα, τὸ τράνταζαν, τὸ ἀνεβοκατέβαζαν, ὅπως ἤθελαν καὶ πάσκιζαν νὰ τὸ κατακομματιάσουν.
Σ’ ἕνα δυνατὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου λήθηκε ἡ σταύρωση στὸ μεγάλο κατάρτι κι ἦταν ἀνάγκη νὰ δεθῆ ἀμέσως, γιατὶ ἀλλιῶς ὁ κίνδυνος ἦταν μεγάλος.
Ποιός ὅμως, μέσα στὴ μεγάλη αὐτὴ θαλασσοταραχή, στὴ μανία τοῦ ἀνέμου, ποὺ τὰ σάρωνε ὅλα, θὰ μποροῦσε ν’ ἀνεβῆ ἐκεῖ ψηλά; Αὐτὸ βέβαια ἦταν  ἀδύνατο. Ὅποιος θ’ ἀνέβαινε, ἔπρεπε νὰ ξεγράψη τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ ζωή. Ὁ θάνατος τὸν περίμενε δίχως ἄλλο.
Ἔπρεπε ὃμως χωρὶς ἀναβολὴ νὰ δεθῆ ἡ σταύρωση κι ὁ καπετάνιος δὲ δίστασε. Μὲ δυὸ ξερὰ λόγια πρόσταξε ἓνα ναυτόπουλο ν’ ἀνεβῆ στὸ  κατάρτι καὶ νὰ τὴ δέση.

2. Τὸ ναυτόπουλο αὐτό, παιδὶ δεκατεσσάρω χρονῶ, ἦταν ὁ μοναχογιὸς μιᾶς χήρας. Ἡ κακομοίρα, φτωχὴ ὃπως ἦταν, δὲν κατόρθωνε νὰ  κερδίζη τὸ ψωμί της κι ἔβαλε τὸ παιδί της μοῦτσο στὸ καράβι ἐκεῖνο.
Τὸ ναυτόπουλο, μόλις ἄκουσε τὴν προσταγὴ τοῦ καπετάνιου, κοίταξε ἐπάνω ψηλὰ τὴν κορφὴ τοῦ καταρτιοῦ, κοίταξε καὶ τὰ κύματα, ποὺ  χτυποῦσαν ἐπάνω στὸ κατάστρωμα καὶ τὸ γέμιζαν νερά. Ἄκουσε τὰ δυνατὰ τοῦ ἀνέμου σφυρίγματα, εἶδε τὴν ἀφρισμένη θάλασσα. Δὲ δίστασε ὅμως. Ἄν δὲ δενόταν ἡ σταύρωση, ἦταν φόβος ν’ ἀναποδογυριστῆ τὸ πλοῖο.
Χωρὶς δισταγμὸ ἀπαντᾶ στὸν καπετάνιο:
-Ἀμέσως, καπετάνιο μου!
Τρέχοντας κατέβηκε κάτω στὴν καμπίνα του καὶ σὲ δυὸ λεπτὰ τῆς ὣρας γύρισε πίσω καὶ σκαρφάλωσε ἀποφασιστικὰ καὶ γρήγορα ἐπάνω στὸ  κατάρτι.

3. Οἱ ναῦτες κοίταζαν φοβισμένοι τὸ ναυτόπουλο, ποὺ σκαρφάλωνε. Μιὰ στιγμὴ κοντοστάθηκε στὴ μέση τῆς σκοινένιας σκάλας. Θὰ ζαλίστηκε, φαίνεται.
Κάποιος ἀπὸ τὸ πλοῖο ρώτησε τότε τὸν καπετάνιο:
-Γιατί, καπετάνιε, ἔβαλες τὸ μικρὸ αὐτὸ ναυτόπουλο ν’ ἀνεβῆ ἐκεῖ ἐπάνω; Βέβαια, δὲ θὰ κατεβῆ ζωντανό.
-Οἱ μεγάλοι πέφτουν! Ἀπαντᾶ ὁ καπετάνιος. Τὰ παιδιὰ μποροῦν νὰ σκαρφαλώνουν. Νά, δές τον αὐτόν! Σκαρφαλώνει σὰν ἀγριόγατος!
Κι ἀλήθεια, τὸ μικρὸ ναυτόπουλο ξανάρχισε ν’ ἀνεβαίνη πάλι γρήγορα γρήγορα.
Τώρα εἶχε ἀνεβῆ ὡς τὴν κόφα τοῦ καταρτιοῦ. Κρεμόταν ἄφοβα ἀπ’ ἐκεῖ καὶ προσπαθοῦσε ν’ ἀνεβῆ πιὸ ψηλὰ. Ἡ τρικυμία δυνάμωνε περισσότερο κι ὁ ἄνεμος φυσοῦσε μὲ μανία σὰ νὰ ἤθελε ν’ ἁρπάξη τὸ παιδί, νὰ τὸ πετάξη στὴ θάλασσα. Τὸ καράβι ἔγερνε τόσο, ποὺ τὸ  κατάρτι λίγο ἀκόμη καὶ θ’ ἄγγιζε τ’ ἀφρισμένα κύματα. Τὸ ναυτόπουλο ὅμως κρατιόταν σφιχτά. Πέρασαν ἔτσι δέκα, δεκαπέντε λεπτά. Ἡ σταύρωση δέθηκε καὶ τὸ ναυτόπουλο γελαστὸ καὶ χαρούμενο κατέβηκε κάτω.

4. Ὅλοι τὸ κοίταζαν μὲ θαυμασμὸ καὶ τὸ καμάρωναν. Ὁ ταξιδιώτης, ποὺ εἶχε κάμει τὴν ἐρώτηση ἐκείνη στὸν καπετάνιο, πλησιάζει τὸ  ναυτόπουλο καὶ τὸ ρωτᾶ, ἄν φοβήθηκε.
-Βέβαια φοβήθηκα! Ἀπαντᾶ τὸ ναυτόπουλο.
-Τὸ κατάλαβα, εἶπε ὁ ταξιδιώτης, γιατί, πρὶν ἀνεβῆς, κατέβηκες κάτω στὴν καμπίνα σου, γιὰ νὰ τὸ καλοσκεφτῆς.
-Ἄ, ὄχι! Δὲν κατέβηκα γι’ αὐτό. Ἅμα μὲ διάταξε ὁ καπετάνιος, τὸ πῆρα ἀπόφαση.
Ἤθελα ὅμως νὰ κάμω τὴν προσευχή μου πρῶτα καὶ νὰ  φιλήσω τὴν φωτογραφία τῆς μητέρας μου. Σκέφτηκα, πὼς ζωντανὸς βέβαια δὲ θὰ κατέβαινα καὶ γι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάμω τὴν προσευχή μου. Μόλις ὅμως εἶπα τὴν προσευχή μου, ὁ φόβος μου κόπηκε πιά. Δὲ λησμόνησα ἐκεῖνο, ποὺ μοῦ εἶχε πεῖ ἡ μητέρα μου, ὅταν ἔφευγα ἀπὸ τὸ σπίτι:

«Παιδάκι μου, νὰ κάνης πάντα τὴν προσευχή σου κι ὁ Θεὸς δὲ θὰ σ’ ἀφήση νὰ πάθης τίποτε κακό! Τὸ ἴδιο θὰ κάνω κι ἐγὼ καὶ θὰ παρακαλῶ  τὸ Θεὸ γιὰ σένα».
Αὐτὰ θυμήθηκα, κύριε, κι ὁ φόβος μοῦ πέρασε. Ἤμουν βέβαιος πιά, πὼς θὰ γύριζα πίσω γερός. ῾Η προσευχὴ μοῦ ἔδωσε δύναμη.

Πηγή: www.kapodistrias.info

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

ΣΕ ΠΟΙΟΥΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ (Ἃγιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος)

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/0/0c/SYMEON-icon.jpg

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, μέσω (και) της ποίησης, μας χαρίζει ως πνευματική κληρονομιά την δική του θεία εμπειρία. Ακολουθεί απόσπασμα από ύμνο του αγίου, με θέμα «σε ποιους φανερώνεται ο Θεός και ποιοι κάνουν συνήθειά τους το καλό με την εκτέλεση των εντολών». 

«Πως βλέπεις ενώ είσαι κρυμμένος, πως εποπτεύεις τα πάντα, πως ενώ εμείς δεν σε βλέπουμε, Εσύ μας βλέπεις όλους; Δεν αναγνωρίζεις όμως, Θεέ μου, όλους όσους βλέπεις αλλά μόνο όσους σε αγαπούν αγαπάς κι αναγνωρίζεις και κάνοντας εξαίρεση φανερώνεσαι σ’ αυτούς.

Είσαι ήλιος κρυμμένος για όλη την ανθρώπινη φύση κι ανατέλλεις στους δικούς σου κι αυτοί σε βλέπουν κι ανατέλλουν σ’ εσένα όσοι ήταν πρώτα στο σκοτάδι, πόρνοι, μοιχοί και άσωτοι, αμαρτωλοί, τελώνες. Όταν μετανιώσουν γίνονται γιοί του θείου σου φωτός.

Το φως γεννά φως, είναι λοιπόν και αυτοί ζωή, όπως έχει γραφεί, τέκνα Θεού και θεοί κατά χάρη. Όσοι φυλάξουν καλά τις θεϊκές εντολές σου, όσοι αρνηθούν τον μάταιο κόσμο και πλάνο, όσοι μισήσουν, χωρίς μίσος όμως, γονείς και αδέλφια,

θεωρώντας τους σαν ξένους και παροδίτες της ζωής, όσοι μείνουν γυμνοί από πλούτο και χρήματα και το δεσμό τους με τα πάθη αρνηθούν τέλεια, όσοι την κούφια δόξα και τους επαίνους των ανθρώπων διώξουν με βδελυγμία απ’ την ψυχή για χάρη της άνω δόξας,

όσοι έκοψαν ολότελα το δικό τους θέλημα και συμπεριφέρονται όπως άκακα πρόβατα στους ποιμένες, όσοι νέκρωσαν το σώμα τους για κάθε κακή πράξη χύνοντας ιδρώτες στους μόχθους των αρετών και ζουν μόνο στο θέλημα του κυβερνήτη,

νεκρωμένοι με την υπακοή και πάλι ξαναζώντας, όσοι από φόβο Θεού και μνήμη του θανάτου χύνουν δάκρυα κάθε νύχτα και κάθε μέρα και πέφτουν νοερά στα πόδια του Δεσπότη ζητώντας έλεος και συγχώρηση των σφαλμάτων,

αυτοί αποχτούνε το καλό θρηνώντας σε όλη την εργασία των καλών την κάθε μέρα κι επίμονα χτυπώντας αποσπούν το έλεος. Αυτοί με αδιάκοπες δεήσεις και φωνές ανεκλάλητες Και με τη ροή των δακρύων καθαίρουν την ψυχή.

Και βλέποντάς την να καθαίρεται ο πόθος τους παίρνει φωτιά κι ανάβει η επιθυμία τους για να τη δούνε τέλεια καθαρμένη. Επειδή όμως είναι ανίσχυροι να βρουν το τέλος του φωτός, η κάθαρσή τους μένει ανολοκλήρωτη.
 

Γιατί όσο και αν καθαρθώ και λάμψω ο δύστυχος, όσο κι αν δω το Πνεύμα που με καθαίρει, πάντα νομίζω είναι η αρχή του καθαρμού και της θέας. Σε βυθό απεριόριστο και σε ύψος αμέτρητο ποιος μπορεί να βρει τη μέση ή το τέλος;

Ξέρω πως είναι πολύ, πόσο ακριβώς δεν γνωρίζω· επιθυμώ το περισσότερο και στενάζω συνέχεια και αν και το θεωρώ πολύ, είναι λίγο ότι μου δόθηκε, όσο φαντάζομαι αυτό που υπάρχει μακριά από μένα, που το ποθώ βλέποντάς το και νομίζω ότι δεν έχω τίποτε, αφού δεν έχω συνείδηση για τον πλούτο που μου δόθηκε».
 
(Απόσπασμα από τον Ύμνο Η’, του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Φ. ΕΠΕ 19 Ε, σελ. 94). 

Πηγή: eggolpio.blogspot.gr

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Χριστούγεννα στό Μέτωπο (Αναγνωστικό ΣΤ' Δημοτικού 1952)

statiotes proseyxomenoi




Ὅλοι ὑπερήφανοι. Ξαστεριά· κλαράκι δὲν κουνιέται.Τὸ φεγγάρι φωτίζει καθαρά, κατακάθαρα τὰ βουνὰ τῆς Μανωλιάσας καὶ τοῦ Ὀλύτσικα, ποὺ τέτοια ὥρα μᾶς φαίνονται διπλὰ στὸν ὄγκο καὶ στὸ ὕψος. Μπορεῖ κανεὶς νὰ  διακρίνη τὶς προφυλακές μας ἐπάνω σ’ αὐτά, σωροὺς ἀπὸ φαντάρους ριγμένους τὸν ἕνα ἐπάνω στὸν ἄλλο, νὰ  ξεκουράζωνται στὴν ἀστροφεγγιά, ποὺ εἰναι γι’ αὐτοὺς πολύτιμη· γιατὶ δὲν ἀφήνει τοὺς Ἀρβανίτες νὰ μεταχειριστοῦν ἕναν ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς τρόπους ποὺ ξέρουν, τὸν αἰφνιδιασμό, γιὰ νὰ φτάσουν στὴ γραμμὴ καὶ νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦν. Θ’ ἀναπαυτοῦν ἀπόψε.
Ποῦ καὶ ποῦ κανένας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες μας πετιέται ξαφνικὰ καὶ δός του ἐπάνω κάτω νὰ ζεστάνη λίγο τὸ παγωμένο του κορμί.
Τὸ δυνατὸ κρύο μᾶς περονιάζει τὰ κόκκαλα καὶ κάνει τὴ μέση μας καὶ τὶς πλάτες νὰ πονοῦν.
Μιὰ βραδυὰ εἶναι καὶ αὐτὴ καὶ θὰ περάση, βρὲ παιδιά· ὅλοι ὑποφέρουν σήμερα γιὰ τὴν πατρίδα· ὅλα θὰ περάσουν, εἶπα. Οὔτε κουβέντα πιά... Γύριζα καὶ δὲν μποροῦσα νὰ βγάλω ἀπὸ τὸ μυαλό μου, ὅτι ἡ βραδυὰ ἐκείνη ἡταν  Χριστουγεννιάτικη. Ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες μου κανένας δὲν τὸ εἶχε σκεφτῆ. Ἤμουν νευρικὸς καὶ προσπαθοῦσα νὰ  συνηθίσω τὸν ἐαυτό μου στὴ συγκίνηση ποὺ θὰ δοκίμαζα μὲ τὴ χαρὰ τῶν στρατιωτῶν μου γιὰ κάτι ἔκτακτο ποὺ τοὺς προετοίμαζα.
Βρισκόμουν ἀπέξω ἀπὸ τὸ καλυβάκι μας, όταν ἄκουσα τὸ στρατιώτη, ποὺ ἔγραφε ἕνα γράμμα, νὰ ρωτᾶ πόσες τοῦ μηνὸς εἴχαμε.
Ρώτα τὸν κὺρ λοχία, τοῦ εἶπε ἕνας.
Εἴκοσι τέσσερες, τοῦ φώναξα κι ἀποτραβήχτηκα βιαστικός.
Βρὲ παιδιά, εἴκοσι τέσσερες! Παραμονὴ Χριστούγεννα σήμερα καὶ δὲν τὸ σκεφτήκαμε... Γιὰ σκεφτῆτε, βρὲ παιδιά... Ἔφτασαν στ’ αὐτιά μου τὰ λόγια αὐτὰ ἀπὸ δέκα στόματα.
Εἶχα ἀρκετὰ τραβηχτῆ ἀπὸ τὸ φυλάκιο, ὅταν εἶδα τοὺς φαντάρους μου ἕνα ἕνα νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ καλυβάκι καὶ νὰ μὲ πλησιάζουν· σὲ λίγο ἦταν ὅλοι γύρω μου.
Ἀκοῦς, Χριστούγεννα, κὺρ λοχία, καὶ νὰ μὴν τὸ καταλάβωμε καθόλου. Πῶς θὰ τὴν περάσουν τὴν αὐριανὴ μέρα τὰ  καημένα τὰ σπίτια μας... Ἄχ! δόλια μάνα!
Καὶ κοίταζαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ὅλοι μαζὶ ἐμένα. Τὶ ζητοῦσαν ἀπὸ μένα; Κι ἐγὼ εἶχα σπίτι καὶ μάνα· ἡ ἀλήθεια εἶναι  ὅτι ἐγὼ ἤμουν ὁ μόνος ἀνώτερός τους ἐκεῖ.
Ἤμαστε ὅλοι περισσότερο περήφανοι, γιατὶ μιὰ τέτοια μέρα τόσο ὑποφέραμε· ἤμουν ἀκόμη πιὸ εὐτυχὴς ἐγώ, γιατὶ  περίμενα ἔπειτα ἀπὸ λίγο κάτι νὰ παρουσιάσω στοὺς στρατιῶτες μου, ποὺ ἀπὸ μέρες τώρα ζοῦσαν μόνο μὲ ψωμί, καὶ αὐτὸ σὰν ἀντίδωρο.
Σὲ λίγο ἕνας ἕνας τραβήχτηκαν στὸ καλυβάκι, κι ἔμεινα μόνος.
Παραμονὴ Χριστούγεννα! Πῶς περνούσαμε ἄλλες  χρονιὲς μὲ τὸν πατέρα, τὴ μητέρα καὶ τ’ ἀδερφάκια μας! Ἀπὸ νωρὶς ψώνια καὶ ψώνια, Τὰ μικρὰ τί χαρές! Γέμιζε τὸ σπίτι ἀπὸ γέλια κι ἀπαιτήσεις.
Μαμά, τὸ βράδυ νὰ μὲ σηκώσης νὰ πάω στὴν ἐκκλησία.
stratiotis koimomenos
Καλά, κοιμήσου τώρα, ἂν θέλης νὰ σηκωθῆς.
Πῶς πεταγόμαστε τὴ νύχτα ἀπὸ τὸν ὕπνο, όταν ἀκούγαμε τὸ γλυκό, χαρμόσυνο ἦχο 
τῆς καμπάνας. Στὸ δρόμο ἐκεῖνο τὸ βράδυ κανένας φόβος· ἕνας ἕνας, νέοι, γέροι, γριές, παιδιά, χωμένοι στὰ παλτά τους, τραβοῦσαν γιὰ τὴν   ἐκκλησία· ἀλήθεια, πῶς μᾶς ἄρεσε κι ἐμᾶς τῶν παιδιῶν ἡ ἐκκλησία ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τί χαρά!  Χριστόψωμα, γαλοποῦλες, φροῦτα· παντοῦ ἑορτάσιμα ροῦχα, στὰ σπίτια, στοὺς δρόμους, παντοῦ. Οὔτε σχολεῖο  ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες οὔτε τίποτε.
Καὶ τώρα, ἐπάνω στὸν ᾽Ολύτσικα, ἔχομε τὸ κανόνι γιὰ καμπάνα καὶ τὸ ὕπαιθρο γιὰ ἐκκλησία· κάτι εἴμαστε κι ἐμεῖς τώρα. Πολλὲς φορὲς ὁ στρατηγὸς θὰ σκέφτηκε: «καὶ ἀπὸ κεῖ καλὰ εἴμαστε ἀσφαλισμένοι». Καὶ οἱ στρατιῶτες ἐπάνω στὴ Μανωλιάσα, ποὺ τοὺς φυλάγαμε τὰ πλευρά, πάντα πιὸ ῆσυχα θὰ κοιμόνταν, ὅταν μᾶς ἔνιωθαν πλάϊ τους.
Τί τιμὴ ἀλήθεια! Καλὰ ἧταν τὰ περασμένα Χριστούγεννα, ἀλλὰ τὰ τωρινὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ δὲ θὰ ξεχάσωμε ποτέ. Οἱ στρατιῶτες μου κοιμοῦνται· τί ὄνειρα νὰ βλέπουν; Ἀσφαλῶς οἱ περισσότεροι θὰ εἶναι στὰ σπίτια τους, μερικοὶ καὶ  στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ τους.
Ἑτοιμασίες. Βήματα ἀπὸ τὸ μονοπάτι, ποὺ εἶχα προσδιορίσει γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Δεναξᾶ καὶ τοῦ Πράγια, μὲ  ἔκαναν νὰ τρέξω πρὸς τὰ ἐκεῖ.
Καλῶς ὥρισες, Δεναξᾶ· τί γίνεται, βρὲ παιδί; ποῦ εἷναι ὁ Πράγιας;
Γειά σου, κὺρ λοχία· χρόνια πολλά· μὲ τὸ καλὸ στὰ σπίτια μας, καὶ τοῦ λόγου σου μὲ μακρὺ σπαθί.
Μὲ μακρὺ σπαθί· ὥστε τὸ καταλάβαιναν οἱ στρατιῶτες μου, ὅτι κάτι μπορoῦσε νὰ βγῆ καὶ γιὰ μένα ἀπὸ τὴ νίκη, σκέφτηκα.
Ὁ Πράγιας, κὺρ λοχία, ἐξακολούθησε ὁ Δεναξᾶς, ψήνει τὸ κρέας κάτω στὴ ρεματιά· σὲ μιὰ ὥρα θὰ εἶναι ἕτοιμο· ἕξη ὀκάδες χοιρινὸ πρώτης γραμμῆς· ἔχομε κι ἁλάτι καὶ πιπέρι· ἕνα παγούρι κονιάκ, τρία κουτιὰ λουκούμια καὶ δυὸ ψωμιὰ χωριάτικα, φίνα· μοῦ εἶπε ὁ ὑποσιτιστής, ότι θά μᾶς στείλουν καὶ χριστόψωμα, ἀλλὰ αὐτά, νὰ σοῦ πῶ, κὺρ  λοχία, δὲν τὰ περιμένω· εἶδα νὰ δουλεύουν δυὸ τρεῖς στοὺς φούρνους, ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔλεγαν καλημέρα σὲ  φούρναρη στὴν πατρίδα.
Ἄφησε τὰ σακκίδια, Δεναξᾶ, ἀπέξω ἀπὸ τὸ καλύβι καὶ πήγαινε, παιδί μου, νὰ βοηθήσης τὸν Πράγια.
Πραγματική λειτουργία Ἔφυγε κι ἐγὼ τράβηξα στὸ καλύβι. Τοὺς βρῆκα ὅλους νὰ κοιμοῦνται.
Ἔ, παιδιά, σηκωθῆτε, τοὺς εἶπα ἐπιτακτικά· δὲ σεβάστηκα ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸν ὕπνο τους.
Ξαφνιασμένοι πετάχτηκαν ὅλοι ἐπάνω καὶ ἅπλωσαν τὰ χέρια στὰ τουφέκια,
Τί εἶναι; τί τρέχει, κὺρ λοχία; Εἶχαν συνηθίσει τόσον καιρὸ σὲ τέτοια ξυπνήματα.
Καθίστε κάτω, τοὺς εἶπα· ἀφῆστε τὰ ὅπλα δὲν εἶναι τίποτε· κάτι ἤθελα νὰ σᾶς πῶ.
Κάθισαν ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλο, τακτοποιώντας τοὺς μανδύες καὶ τὶς παλάσκες τους, ποὺ τόσον καιρὸ τώρα ἔγιναν ἀναπόσπαστες ἀπὸ τὴν τουαλέττα τοῦ ὕπνου τους.
Ἀκοῦστε, παιδιά, νὰ σᾶς πῶ. Τέτοια μέρα καὶ ὥρα — ἦταν περασμένα μεσάνυχτα — οί καμπάνες στὰ χωριὰ καὶ  στὶς πόλεις χτυποῦν καὶ οἱ Χριστιανοὶ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νὰ γιορτάσουν τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας καὶ νὰ  τοῦ ζητήσουν τὴν εὐλογία του. Κι ἐμεῖς ἐδῶ ἐπάνω, ποὺ εἴμαστε, δὲν πάψαμε νὰ εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ νὰ ἔχωμε ἀκόμη περισσότερη ἀνάγκη ἀπὸ τὴ βοήθειά του. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σᾶς ξύπνησα, νὰ κάνωμε τὴν προσευχή μας καὶ νὰ ποῦμε κανένα χριστουγεννιάτικο τροπάριο· ἐγὼ ξέρω μερικά, καί, ἂν ξέρη καὶ κανένας ἀπὸ σᾶς, τὸ λέει· δὲν ἔκανα καλά, παιδιά;
Καλὰ ἔκανες, κὺρ λοχία.
Γονάτισα καὶ γονάτισαν καὶ οἱ στρατιῶτες μου· ἔκανα τὸ σταυρό μου, τὸν ἔκαναν κι αὐτοὶ μὲ τὸ κεφάλι κάτω.
«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε...», ἀκούστηκε σιγανή, ραγισμένη ἀπὸ τὴ συγκίνηση, ἡ φωνή μου
magoi-2
Μερικοὶ στρατιῶτες μου σταυροκοποῦνται διαρκῶς καὶ ἄλλοι σταματοῦν γιὰ λίγο, γιὰ νὰ ξαναρχίσουν πάλι· ὅλοι μουρμουρίζουν καὶ βοηθοῦν. Τὰ δάκρυά μας κατρακυλοῦν στὶς ἄπλυτες γενειάδες μας· ἡ συγκίνηση μᾶς παραλύει τὰ σαγόνια καὶ μᾶς κόβει τὴ φωνὴ στὸ λαρύγγι.
Δὲν ξέρω πῶς τελείωσε ἐκεῖνο τὸ τροπάρι· ἕνας στρατιώτης ἀρχίζει τώρα δυνατώτερα:
«Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει...».
Βοηθοῦμε ὅλοι, κρατοῦμε τὸ ἴσο. Ἡ πρώτη συγκίνηση πέρασε καὶ ἡ ψαλμωδία μας τώρα ἀκούγεται πιὸ ἁρμονική. Δυὸ στρατιῶτες μου κρυφομιλοῦν καὶ πιάνοντας τὰ τουφέκια τους ἑτοιμάζονται νὰ βγοῦν. Τοὺς κοίταξα στὰ μάτια.
Νὰ ἔρθουν κι ἐκεῖνοι οἱ καημένοι, ν’ ἀκούσουν λίγη λειτουργία, μοῦ εἶπαν καὶ ὑπονοοῦσαν τοὺς διπλοσκοπούς.
Κι ἔφυγαν.
Τὰ λόγια αὐτὰ μὲ συγκίνησαν τόσο πολύ, ποὺ νόμισα γιὰ μιὰ στιγμή, ότι θὰ σταματήση ἡ καρδιἀ μου. Τὸ στῆθος μου στένευε, τὰ μάτια μου ἔτρεχαν, τὁ σῶμα μου ἔτρεμε. Λειτουργία! Πραγματικὴ λειτουργία ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ εἶχε  ἐξαγνίσει ὁ πόλεμος καὶ ποὺ τὴν καρδιά τους πλημμύριζαν τὰ πιὸ εὐγενικὰ αἰσθήματα. Ἠταν πραγματικὴ προσευχὴ  ἐκείνη
«Ἡ γέννησίς Σου, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν», ψάλλαμε τώρα. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη οἱ διπλοσκοποί, ποὺ τοὺς ἄλλαξαν οἱ  ἄλλοι δυό, ποὺ βγῆκαν πρωτύτερα, πρόβαλαν τὸ κεφάλι τους στὸ καλύβι. Ἔκαναν τὸ σταυρό τους καὶ γονάτισαν κι αὐτοί.
Δὲν ξέραμε τίποτε ἄλλο νὰ ποῦμε κι ἡ λειτουργία τελείωσε.
Ἡ συγκίνησή μας. Οἱ στρατιῶτες μου σταυροκοπιόνταν ἀκόμη, ὅταν γύρισα μὲ τὸ σακκίδιο, ποὺ εἶχε ἀφήσει ἔξω ἀπὸ τὸ καλύβι ὁ Δεναξᾶς. Ἄνοιξα ἕνα κουτὶ λουκούμια καὶ τὸ πρότεινα στοὺς στρατιῶτες μου νὰ πάρουν ἀπὸ ἕνα· τὸ πῆραν. Τοὺς ἔδωσα καὶ τὸ παγούρι μὲ τὸ κονιάκ.
Πιέτε λιγάκι, παιδιά, νὰ ζεσταθῆτε καὶ νὰ εὐχηθῆτε γιὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα.
Ἥπιαν ὁλοι καὶ τελευταῖος ἐγώ. Ἐτρέμαμε ὁλοι· μερικοὶ δὲν μπορούσαμε οὔτε νὰ εὐχηθοῦμε· σηκώναμε μόνο τὸ  παγούρι στὴν ὑγειὰ τῶν ἄλλων, χωρὶς νὰ μιλοῦμε καθόλου.
Νὰ καὶ ὁ Δεναξᾶς μὲ τὸν Πράγια μὲ τὸ ψημένο κρέας τεμαχισμένο σ’ ἕνα ἀντίσκηνο· οἱ στρατιῶτες τὰ ἔχασαν.
Ἄ! κὺρ λοχία, ποιός τὸ περίμενε!
Κι ἔνιωθα τὰ χέρια τους νὰ μοῦ χαϊδεύουν τὰ γένεια, τὰ μαλλιά, τὶς πλάτες· ἡ εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴ μικρή μου  φροντίδα γι’ αὐτοὺς μιὰ τέτοια μέρα ξέσπασε στὰ χάδια ἐκεῖνα. Πόσο ἤμουν εὐχαριστημένος γιὰ τὴ δική τους εὐχαρίστηση.
Ἐμπρός, παιδιά· τρῶτε καὶ ὁ Θεὸς νὰ δώση τὸ Πάσχα νὰ τὸ κἀνωμε στὰ σπίτια μας νικητές.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὅλοι ψαχουλεύαμε, χωρὶς νὰ τρώη κανείς. Ἡ συγκίνηση μᾶς εἶχε κόψει τελείως τὴν ὄρεξη.
Ὅποτε τὰ θυμήθηκα τὰ Χριστούγεννα ἐκεῖνα, ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ συγκρατήσω τὴν καρδιά μου νὰ μὴν τρέμη καὶ τὰ  μάτια μου νὰ μὴν τρέχουν...


Χαράλαμπος Βασιλογιώργης


Πηγή: kapodistrias.info