A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον  πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος.

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Ἃγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


Πρoς ένα Γερμανό θεολόγο:
Για την ορθόδοξη Εκκλησία και την ειρήνη τού κόσμου
(Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


Σᾶς φαίνεται ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐλάχιστα ἐνδιαφέρεται γιά τήν εἰρήνη στόν κόσμο, καί αὐτό σᾶς ταλαιπωρεῖ. Πῶς ἐλάχιστα; Ποιός θά ἐπιθυμοῦσε τήν εἰρήνη περισσότερο ἀπό τούς βασανισμένους καί τούς μάρτυρες; Καί οἱ λαοί, οἱ Ὀρθόδοξοι λαοί εἶναι βασανισμένοι καί μάρτυρες. Αὐτό τό γράφω χωρίς νά καυχιέμαι οὔτε νά παραπονιέμαι ἀλλά μόνο μαρτυρώντας τό μαρτυρημένο ἱστορικό γεγονός. 

Καί στήν ἴδια τή γλώσσα σας μπορεῖτε νά βρεῖτε βιβλία ἱστορίας καί ἀφηγήσεων ἀπό τά ταξίδια, στά ὁποῖα θά βρεῖτε περιγραφές ἀπό τά πάθη καί τά βάσανα αἰώνων τῶν ὀρθοδόξων λαῶν. Ὅμως αὐτό εἶναι ἕνα ἐλάχιστο κομμάτι ἐκείνης τῆς ἀπερίγραπτης θάλασσας τῶν παθῶν, στήν ὁποία οἱ ὀρθόδοξοι λαοί αἰῶνες ἔπλεαν. Ἐάν οἱ πλούσιοι καί ἐλεύθεροι λαοί ἐπιθυμοῦν τήν εἰρήνη, αὐτοί, φοβάμαι, τήν ἐπιθυμοῦν χωρίς νά τήν ἔχουν στερηθεῖ ἰδιαίτερα, ἐνῶ ὅταν οἱ βασανισμένοι καί φτωχοί λαοί ἐπιθυμοῦν τήν εἰρήνη, αὐτοί τήν ἐπιθυμοῦν σάν ἀναγκαία ξεκούραση. Εἶναι φυσικό, λοιπόν, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς φύλακας καί τροφός τῆς ψυχῆς τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν, νά ἐπιθυμεῖ ὁλόκαρδα τήν εἰρήνη στόν κόσμο καί ὄχι τόν πόλεμο. Γι᾿ αὐτό στούς ναούς μας τό πρωί καί τό βράδυ ὑψώνονται προσευχές «εἰρήνη τῷ κόσμῳ». Γιατί προσευχές; Γιατί ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύουμε ὅτι ἡ εἰρήνη στόν κόσμο εἶναι δῶρο Θεοῦ, τό ἴδιο ὅπως καί ὁ καλός καιρός καί ἡ καρποφορία καί ἡ βροχή καί ἡ ὑγεία καί ἡ ἴδια ἡ ζωή. Γι᾿ αὐτό προσευχόμαστε στόν Χορηγό ὅλων τῶν καλῶν δῶρων, νά χορηγήσει τήν εἰρήνη στόν κόσμο.

Ἐσεῖς γνωρίζετε ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι συνέπεια τῆς ἀρετῆς καί ὄχι ἔργο ἐπιδεξιότητας. Ξέρετε ὅτι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπό τή σπηλιά τῆς βηθλεέμ στόν ὕμνο πρῶτα τόνισαν τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί ὕστερα τήν εἰρήνη στόν κόσμο. «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β΄: 14). Ἐκεῖνοι πού δέν δοξάζουν πρῶτα μέ πίστη καί προσευχή τόν Ὕψιστο Δημιουργό τους, πῶς μποροῦν νά ἔχουν εἰρήνη στήν ψυχή, καί πῶς ἐκεῖνο πού δέν ἔχουν μέσα τους μποροῦν νά τό προσφέρουν στόν κόσμο; Ξέρετε παρακάτω τόν λόγο τοῦ Παύλου περί τοῦ Χριστοῦ: «Αὐτός γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Ἐφ. β΄: 14). Καί τί ἀκόμα νά πῶ; Ξέρετε ὅλο τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο στήν οὐσία εἶναι μόνη στόν κόσμο ὑπάρχουσα Ἐπιστήμη περί τῆς Εἰρήνης. Καί ξέροντας ὅλα αὐτά πῶς θά μπορούσατε καί ἐσεῖς νά σκέφτεστε διαφορετικά παρά ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι συνέπεια ἀρετῆς καί ὄχι ἔργο ἐπιδεξιότητας, καί ὅτι ἡ εἰρήνη μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μόνο μέ ἀρετή καί ποτέ μέ ἐπιδεξιότητα; Πάρετε γιά παράδειγμα μία οἰκογένεια, στήν ὁποία ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα, καί οἱ δύο χωρίς ἀρετή, συγκροτοῦν εἰρήνη μεταξύ τους μόνο μέ τήν τεχνική. Μπορεῖ ἄραγε ἡ εἰρήνη σέ τέτοια οἰκογένεια νά εἶναι μακρόχρονη; Στήν οἰκογένεια ὅμως, ὅπου ὁ Θεός δοξάζεται, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ τιμιότητα, σ᾿ αὐτήν ἤδη ἡ εἰρήνη ὑπάρχει ἀπό μόνη της, ὡς συνέπεια τῆς ἀρετῆς. Ὅπως ἀντίστοιχα ἡ ζέστη εἶναι συνέπεια τοῦ φωτός, ἤ τό φῶς τῆς φωτιᾶς.

Ἔτσι εἶναι καί σ᾿ ἕνα λαό, καί σέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Ἐάν δέν εἶχε ἡ ἀρέτη ταλαντευθεῖ στόν κόσμο, δέν θά μιλούσαμε τόσο περί τῆς εἰρήνης. Ἀφοῦ ἡ εἰρήνη θά ἔρρεε ἀπό τήν ἀρετή. Ὅμως στόν κόσμο σήμερα ὁμιλοῦν περισσότερο περί τῆς εἰρήνης ἀπ᾿ ὅ,τι στούς προηγούμενους καιρούς, καί οἱ ἄνθρωποι μοχθοῦν περισσότερο ἀπό ποτέ -ὄχι γιά νά ξαναγυρίσουν στήν ἀρετή ὡς ἀπαραίτητο ὅρο τῆς εἰρήνης- ἀλλά, γιά νά μαστορεύσουν τήν εἰρήνη μέ τήν τεχνική, τήν ἐπιδεξιότητα. Ἀλλά ὅπως ἡ στέγη δέν μπορεῖ νά σηκωθεῖ πρίν ἀπό τά θεμέλια, ἔτσι οὔτε ἡ εἰρήνη πρίν ἀπό τήν ἀρετή. Τό θεμέλιο καί ὁ ἐμπνευστής κάθε ἀρετῆς γιά μᾶς τούς χριστιανούς εἶναι ὁ Κύριος καί Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός. Ποιός ἄλλος θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ βάση τῆς εἰρήνης στόν κόσμο ἀπ᾿ ὅτι Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος ἐπονομαζόμενος Ἄρχων τῆς Εἰρήνης;

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ μεγάλη χαρά καί ἑτοιμότητα θά κάνει ὅλες τίς θυσίες, πού ὁ Θεός καί ἡ ἀνθρωπότητα περιμένουν ἀπ᾿ αὐτήν, γιά τήν εἰρήνη ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους ὅταν οἱ ἡγέτες τῶν λαῶν θά εἶναι πρόθυμοι νά δημιουργοῦν εἰρήνη στόν κόσμο δοξάζοντας τόν Θεό -καί ὄχι ὅπως οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί τους, οἱ ὁποῖοι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ἔχτιζαν τόν πύργο τῆς Βαβυλωνίας, ἐμπιστευόμενοι μόνο τήν ἐπιδεξιότητά τους· ὅταν λαοί καί φυλές ἁπλωθοῦν στήν προσευχή μπροστά στόν Ὕψιστο, ὅταν ὁριστεῖ νηστεία, καί διαταχθεῖ ἐγκράτεια ἀπό ὅλες τίς ζωηρότητες τουλάχιστον γιά κάποιο συγκεκριμένο χρόνο, ὅταν αὐστηρά ἀπαγορευτεῖ κάθε ὕβρις τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ κόσμου, ὅταν κάθε ἀρετή συνειδητά προαχθεῖ καί ξεκάθαρα τονιστεῖ σάν ὅρος εἰρήνης.

Ἕως τότε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά πράττει ὅ,τι στερεώνει στήν πίστη καί τήν ἀγάπη, καί ἔτσι θά τούς κάνει ἱκανούς γιά τήν εἰρήνη μεταξύ τους. Καί ἀκόμα θά προσεύχεται ἀπό μέρα σέ μέρα στόν Ἄρχοντα τῆς Εἰρήνης, νά ἀξιώσει ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς θεϊκῆς χορηγίας τῆς εἰρήνης στή γῆ.

Εἰρήνη σέ σᾶς καί χαρά ἀπό τόν Κύριο!

(Ἀπό τό βιβλίο: «Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται…», Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Α΄, Ἐκδόσεις «Ἐν πλῷ»)





Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΓΙΑ ΤΟ "ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ"




ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
ΣΑΝ γεγονὸς μιᾶς ἄνευ προηγουμένου καταπτώσεως, πνευματικῆς καὶ ἐθνικῆς, δύναται νὰ χαρακτηρισθῆ ἡ ψήφισις ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ Κοινοβούλιο τοῦ νόμου γιὰ τὸ «Σύμφωνο Ἐλεύθερης Συμβίωσης» Ὁμοφύλων, δηλαδὴ ἀνδρῶν μὲ ἄνδρες καὶ γυναικῶν μὲ γυναῖκες.

Καὶ μάλιστα μὲ τὴν διαδικασία προωθήσεως ἐπείγοντος νομοθετήματος, παραμονὲς τῶν μεγάλων Ἑορτῶν τῆς Χριστιανοσύνης, ὡσὰν αὐτὸ νὰ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον σοβαρὰ καὶ πιεστικὰ ζητήματα τῆς δύσμοιρης Πατρίδος μας, ἡ ὁποία στενάζει ὑπὸ τὸ βάρος ἀπεχθοῦς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐνῶ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ κύριο πρόβλημά της εἶναι τὸ δημογραφικό.

Καὶ ἀντὶ νὰ ἐνισχυθῆ ὁ θεοΐδρυτος θεσμὸς τῆς οἰκογενείας καὶ νὰ στηριχθοῦν μάλιστα οἱ ὀλίγοι ἡρωϊκοὶ πολύτεκνοι, μέσῳ τοῦ νέου νομοθετήματος καταφέρεται καίριο πλῆγμα κατὰ τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου καὶ τῆς Οἰκογενείας καὶ δίδεται στὴν νεότητα ἕνα χείριστο πρότυπο, ὡς μία νόμιμη καὶ κανονικὴ ἐπιλογὴ ζωῆς.

Διότι, ἡ ἀνηθικότητα προβάλλεται ὡς φυσικὸς τρόπος ζωῆς, ἡ διαστροφὴ ἀναγνωρίζεται ὡς κάτι τὸ φυσιολογικό, καὶ τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας, κατὰ τὴν θεία Γραφή, νομιμοποιοῦνται, γιὰ νὰ ἀλλάξη δῆθεν πρὸς τὸ καλύτερο ἡ ζωὴ χιλιάδων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐπέλεξαν τὸν παρὰ φύσιν τρόπο ζωῆς, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ μία πρωτοφανῆ ἐξαχρείωση τῆς κοινωνίας.

Ἄν τὸ «Σύμφωνο Ἐλεύθερης Συμβίωσης» γιὰ τὰ ἑτερόφυλα ἄτομα ἀποτελῆ τὴν ἀποθέωση τῆς ἀνευθυνότητος, τὴν χωρὶς δεσμεύσεις καὶ ὑποχρεώσεις καὶ θυσίες, δηλαδὴ τὴν χωρὶς ἀληθινὴ Ἀγάπη, σύναψη ἐλευθέρων σχέσεων, τότε τὸ ἀντίστοιχο «Σύμφωνο» γιὰ τὰ ὁμόφυλα ἄτομα συνιστᾶ διαστροφὴ καὶ παντελῆ πτώχευση ἠθική, πνευματικὴ καὶ ἐθνική.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἀπὸ πλευρᾶς ἐκκλησιαστικῆς, ἐθνικῆς, ἱστορικῆς καὶ πολιτισμικῆς ἀντιτασσόμαστε σθεναρὰ καὶ ἐκφράζουμε τὸν ἀποτροπιασμό μας, καταγγέλοντας ἐνώπιον Θεοῦ, ἀνθρώπων καὶ ἱστορίας τοὺς πρωτεργάτες, αὐτουργοὺς καὶ συνεργοὺς τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ ἐκτρώματος, τὸ ὁποῖο μόνον δεινὰ προοιωνίζεται γιὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου καὶ τοῦ πάλαι ποτὲ ἐνδόξου Γένους μας.

 Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος, ὑπὸ τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο κ. Καλλίνικο, διακρατοῦσα τὴν Πίστη καὶ τὴν Παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀλώβητες καὶ ἀκαινοτόμητες ἀπὸ κάθε νόθευση καὶ ἀλλοίωση, καλεῖ σὲ Μετάνοια τὸ θεοφιλὲς Ποίμνιό της, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα τοὺς συμπατριῶτες μας, γιὰ τὴν ἀποτροπὴ τῆς ἐγγιζούσης δικαίας ὀργῆς τοῦ Θεοῦ· ταυτόχρονα, καλεῖ σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορσι καὶ σὲ διατράνωσι καὶ ἐξαγγελία τῆς ἀποφασιστικότητος καὶ τοῦ κατὰ Θεὸν ζήλου, ἐφ’ ὅσον μαχόμεθα ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν, γιὰ νὰ διαφυλάξουμε καὶ νὰ προασπιστοῦμε τὴν Ὀρθόδοξη Πίστι μας καὶ τὸ Ἑλληνορθόδοξο Ἦθος μας πάσῃ θυσίᾳ, ἐνώπιον αὐτῆς τῆς «ἀποκαλυπτικῆς» ἀποστασίας καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐκμαυλισμοῦ.

 ἐπιχειρούμενος ἐρμαφροδιτισμὸς τοῦ πιστοῦ λαοῦ μας καὶ τῶν παιδιῶν μας δὲν θὰ περάση!

«Στῶμεν καλῶς»!

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου

12/25.12.2015
Ἁγίου Σπυρίδωνος Τριμυθοῦντος
τοῦ Θαυματουργοῦ

ΠΗΓΗ

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΩΣ ΚΑΘΕ ΕΜΠΟΔΙΟ ΕΙΝΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ (Ἃγιος Σεραφείμ τῆς Βίριτσα)

Έχεις ποτέ σκεφτεί ότι όλα που αφορούν εσένα, αφορούν και Εμένα; Διότι αυτά που αφορούν εσένα αφορούν την κόρη του οφθαλμού Μου; Είσαι πολύτιμη στα μάτια Μου και σε έχω αγαπήσει, για αυτό είναι ιδιαίτερη χαρά για Μένα να σε εκπαιδεύσω.
Όταν οι πειρασμοί έρχονται επάνω σου και ο πολέμιος, σαν το ποτάμι, θέλω να ξέρεις ότι, Από Μένα ήταν αυτό.

Θέλω να ξέρεις ότι η αδυναμία σου έχει ανάγκη από τη δύναμη Μου, και η ασφάλεια σου βρίσκεται στο να Με αφήσεις να σε προστατεύω. Θέλω να ξέρεις ότι, όταν βρίσκεσαι σε δύσκολες συνθήκες, μεταξύ των ανθρώπων που δεν σε καταλαβαίνουν, δεν λογαριάζουν αυτά που σου είναι ευάρεστα, και σε απομακρύνουν Από Μένα ήταν αυτό. Είμαι ο Θεός σου, οι περιστάσεις τις ζωής είναι στα χέρια μου, δεν βρέθηκες τυχαία στη θέση σου, είναι ακριβώς η θέση που σου έχω ορίσει. Δε Με παρακαλούσες να σου μάθω την ταπείνωση;



Και να, σε έβαλα σ’ αυτό ακριβώς το περιβάλλον, στο σχολείο όπου διδάσκουν αυτό το μάθημα. Το περιβάλλον σου, και αυτοί που ζουν γύρω σου, μόνο εκτελούν το θέλημά Μου. Έχει οικονομικές δυσκολίες και μόλις τα βγάζεις πέρα, να ξέρεις ότι, Από Μένα ήταν αυτό.

Θέλω να ξέρεις ότι Εγώ διαθέτω τα χρήματα σου και να καταφεύγεις σε μένα, και να γνωρίζεις ότι εξαρτάσαι από Μένα. Θέλω να ξέρεις ότι τα αποθέματά Μου είναι ανεξάντλητα, και να βεβαιωθείς ότι είμαι πιστός στις υποσχέσεις Μου. Να μη συμβεί ποτέ να σου πουν την ανάγκη σου «Μην πιστεύεις στον Κύριο και Θεό σου».

Έχεις περάσει ποτέ νύχτα μέσα στη θλίψη; Είσαι χωρισμένος από τους συγγενείς σου, τους ανθρώπους που αγαπάς; Σου το επέτρεψα για να στραφείς σε Μένα, και σε Μένα να βρεις την αιώνια παρηγοριά και ανακούφιση. Σε ξεγέλασε ο φίλος σου ή κάποιος που του είχες ανοίξει την καρδιά σου, Από Μένα ήταν αυτό.

Εγώ επέτρεψα να σε αγγίξει αυτή η απογοήτευση, για να μάθεις ότι ο καλύτερος φίλος σου είναι ο Κύριος. Θέλω να τα φέρνεις όλα σε Μένα και όλα να Μου τα λες. Σε συκοφάντησε κάποιος, να το αφήσεις σ’ εμένα, σε Μένα να προσκολληθείς, σε Μένα η καταφυγή σου, για να κρυφτείς από την αντιλογία εθνών. Θα κάνω την δικαιοσύνη σου να λάμψει σαν το φως και την ζωή σου, σαν μέρα μεσημέρι. Καταστράφηκαν τα σχέδιά σου, λύγισε η ψυχή σου και είναι εξαντλημένη, Από Μένα ήταν αυτό.

Έκανες σχέδια και είχες δικούς σου σκοπούς Μου, τα έφερες να τα ευλογήσω. Αλλά Εγώ θέλω να αφήσεις σε Μένα, να κατευθύνω και να χειραγωγώ τις περιστάσεις της ζωής σου, διότι είσαι το ορφανό, και όχι ο πρωταγωνιστής. Σε βρήκαν απροσδόκητες αποτυχίες, και η απελπισία κατέλαβε την καρδιά σου, να ξέρεις, Από Μένα ήταν αυτό.

Διότι μ’ αυτή την κούραση και το άγχος δοκιμάζω πόσο ισχυρή είναι η πίστη σου στις υποσχέσεις Μου και την παρρησία σου στη προσευχή για τους συγγενείς σου. Δεν ήσουν εσύ που εμπιστεύτηκες τις φροντίδες γι’ αυτούς στην προνοητική αγάπη Μου; Δεν είσαι συ που και τώρα τους αφήνεις στην προστασία της Πανάγνου Μητέρας Μου; Σε βρήκε σοβαρή ασθένεια, που μπορεί να γιατρευτεί ή είναι αθεράπευτη και σε κάρφωσε στο κρεβάτι σου, Από Μένα ήταν αυτό.

Επειδή θέλω να Με γνωρίσεις πιο βαθιά, μέσω της σωματικής ασθένειας και να μην γογγύζεις γι’ αυτή την δοκιμασία που σου στέλνεται και να μην προσπαθείς να καταλάβεις τα σχέδια Μου, της σωτηρίας της ψυχής των ανθρώπων με διάφορους τρόπους, αλλά αγόγγυστα και ταπεινά να σκύψεις το κεφάλι σου μπροστά στην αγαθότητά Μου. Ονειρευόσουν να κάνεις κάτι ξεχωριστό και ιδιαίτερο για Μένα και αντί να το κάνεις έπεσες στο κρεβάτι του πόνου Από Μένα ήταν αυτό.

Διότι τότε θα ήσουν βυθισμένος στα δικά σου έργα, και Εγώ δεν θα μπορούσα να προσελκύσω τις σκέψεις σου σε Μένα, αλλά Εγώ θέλω να διδάσκω τις βαθύτατες σκέψεις και τα μαθήματα Μου, για να Με υπηρετείς.Θέλω να σε μάθω να συναισθάνεσαι πως είσαι τίποτα χωρίς Εμένα.

Μερικοί από τους καλύτερους υιούς Μου είναι αυτοί, οι οποίοι είναι αποκομμένοι από την δραστική ζωή, για να μάθουν να χειρίζονται το όπλο της αδιάλειπτης προσευχής. Κλήθηκες απροσδόκητα να αναλάβεις μία δύσκολη και υπεύθυνη θέση, στηριγμένη σε Μένα. Σου εμπιστεύομαι τις δυσκολίες αυτές, και γι’ αυτό θα σε ευλογήσει Κύριος ο Θεός σου σ’ όλα τα έργα σου, σ’ όλους τους δρόμους σου, σ’ όλα, Καθοδηγητής και Δάσκαλος σου θα είναι ο Κύριος σου.

Την ημέρα αυτή, στα χέρια σου, τέκνο Μου έδωσα αυτό το δοχείο με το θείο μύρο, να το χρησιμοποιείς ελεύθερα. Να θυμάσαι πάντοτε ότι κάθε δυσκολία που θα συναντήσεις, κάθε προκλητική λέξη, κάθε διαβολή και κατάκριση, κάθε εμπόδιο στα έργα σου, που θα μπορούσε να προκαλέσει αγανάκτηση και απογοήτευση,κάθε φανέρωση της αδυναμίας και της ανικανότητας σου, θα χρίεται μ’ αυτό το έλαιο. Από Μένα ήταν αυτό.

Να θυμάσαι πως κάθε εμπόδιο είναι νουθεσία από τον Θεό, και γι’ αυτό να βάλεις στην καρδιά σου αυτόν τον λόγο, που σου έχω αποκαλύψει την ημέρα αυτή. Από Μένα ήταν αυτό. Να ξέρεις και να θυμάσαι - πάντα, όπου και να είσαι, ότι οποιοδήποτε κεντρί, θα αμβλυνθεί μόλις θα μάθεις σε όλα να βλέπεις Εμένα Όλα σου στάλθηκαν από Μένα, για την τελείωση της ψυχής σου, Όλα αυτά ήταν από μένα.


Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ (Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)





«Παραπονιέσαι για τη μοναξιά στη μέση μεγάλης πόλης. Τόσος λαός γύρω σου κοχλάζει σαν μυρμηγκοφωλιά, και εσύ και πάλι αισθάνεσαι σαν στην έρημο. Στις μεγάλες γιορτές η κατάσταση είναι ανυπόφορη. Παντού πλημμυρίζει η χαρά, ενώ εσένα σε πιέζει η λύπη. Οι εορταστικές ημέρες των Χριστουγέννων και της Ανάστασης σου φαίνονται σαν κάποια άδεια δοχεία, τα οποία εσύ γεμίζεις με δάκρυα. Όταν αυτές οι άγιες γιορτές βρίσκονται μακριά πίσω ή μπροστά σου, αισθάνεσαι πιο ήρεμη. Αλλά όταν πλησιάσουν και έρθουν, η θλίψη και η ερημιά κυριεύουν την ψυχή σου.

Τί να σου κάνω; Θα σου διηγηθώ την ιστορία για τα Χριστούγεννα της Ιωάννας διότι ίσως σε ωφελήσει. Θα αφήσω όμως να σου διηγείται εκείνη όπως τα είχε διηγηθεί σε μένα.

«Σαράντα και κάτι χρόνια βλέπω εγώ αυτό τον κόσμο σαν γυναίκα. Ποτέ καμιά χαρά, εκτός από λίγη σαν παιδί στο σπίτι των γονέων μου. Αλλά μπροστά στον κόσμο δεν έδειχνα λυπημένη. Μπροστά στους ανθρώπους υποδυόμουν τη χαρούμενη, και στη μοναξιά έκλαιγα. Όλοι με θεωρούσαν ένα ευτυχισμένο πλάσμα, αφού ως τέτοια έδειχνα. Ακούω, όλοι γύρω μου παραπονούνται, και οι έγγαμοι και οι άγαμοι, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, όλοι. Και σκέφτομαι, γιατί κι εγώ να παραπονιέμαι στους δυστυχισμένους για τη δική μου δυστυχία, και μόνο να αυξάνω τη λύπη γύρω μου; Θεέ, να δείχνω χαρούμενη έτσι θα είμαι πιο χρήσιμη στον δυστυχισμένο κόσμο, ενώ το μυστικό μου θα το κρύβω μεσα μου και θα κλαίω στη μοναξιά μου. Προσευχόμουν στον Θεό, για να μου εμφανισθεί με κάποιο τρόπο, τουλάχιστον μόνο ένα δάχτυλό Του να αισθανθώ. Προσευχόμουν έτσι, για να μην σβήσω από την κρυμμένη λύπη. Από κάθε έσοδο έκανα ελεημοσύνη οπουδήποτε είχα ευκαιρία. Επισκεπτόμουν αρρώστους και ορφανούς, και έφερνα χαρά με τη δική μου φαινομενική χαρά. Πιστεύω σε Σένα, αγαθέ μου Θεέ, έλεγα συχνά, αλλά Σε παρακαλώ, εμφανίσου μου με κάποιο τρόπο, για να Σε πιστεύω ακόμα περισσότερο. «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία» (Μάρκ. 9, 24). Επαναλάμβανα αυτά τα λόγια από το Ευαγγέλιο. Και πράγματι, βίωσα να μου εμφανιστεί ο Κύριος.

Δυσκολότατες για μένα ήταν οι μεγάλες γιορτές. Μετά από τη Λειτουργία κλεινόμουν στο δωμάτιο και έκλαιγα ολόκληρα τα Χριστούγεννα και την Ανάσταση. Όμως τα προηγούμενα Χριστούγεννα εμφανίστηκε ο Θεός. Αυτό έγινε ως εξής. Πλησίαζε αυτή η μεγάλη μέρα. Εγώ αποφάσισα να ετοιμάσω όλα έτσι όπως η μητέρα μου ετοίμαζε: και κρέας, και ζυμαρικά, και γλυκά, και όλα τ’άλλα. Άπλωσα σανό στο σπίτι, πέταξα από τρία καρύδια σε κάθε γωνιά του δωματίου. Ας είναι η Αγία Τριάδα ελεήμων σε όλες και τις τέσσερις πλευρές του κόσμου. Και κάνοντας όλα αυτά ασταμάτητα προσευχόμουν: Κύριε, στείλε μου επισκέπτες αλλά εντελώς πεινασμένους και φτωχούς! Σε παρακαλώ, εμφανίσου μ’αυτόν τον τρόπο! Πού και πού, μου ερχόταν η σκέψη: τρελή Ιωάννα, τι επισκέψεις περιμένεις τα Χριστούγεννα! Αυτή την άγια μέρα ο καθένας βρίσκεται στο σπίτι του ποιος θα μπορούσε να έρθει ως επισκέπτης σε σένα; Κι εγώ έκλαιγα και έκλαιγα… Όμως και πάλι επαναλάμβανα εκείνη την προσευχή και ετοίμαζα.

Όταν τα Χριστούγεννα γύρισα από την Εκκλησία, άναψα το κερί, έστρωσα το τραπέζι, έβαλα όλα τα φαγητά, και τότε άρχισα να περπατώ από δω κι από κει στο δωμάτιο. Θεέ μου, μην με εγκαταλείψεις! Πάλι προσευχόμουν. Στο δρόμο λίγοι περνούσαν. Είναι Χριστούγεννα, αλλά και ο δρόμος μας είναι απόμερος. Όμως μόλις το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια κάποιου, εγώ πεταγόμουν στην πόρτα! Άραγε είναι ο επισκέπτης μου; Δεν είναι. Να, προσπέρασε. Το μεσημέρι ήρθε και πέρασε, και εγώ μόνη. Άρχισα να κλαίω και κραύγασα: τώρα βλέπω, Κύριε, ότι με εγκατέλειψες εντελώς! Έκλαιγα έτσι και σιγοέκλαιγα συνεχώς! Ξαφνικά χτύπησε κάποιος την πόρτα, και εγώ άκουσα φωνές: δώσε αδελφέ, δώσε αδελφή! Γρήγορα έτρεξα και άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου ένας τυφλός και ο οδηγός του, και οι δυο σκυμμένοι, κουρελιασμένοι, παγωμένοι. Ο Χριστός γεννήθηκε, κύριοί μου! φώναξα εγώ χαρούμενα. Αληθώς γεννήθηκε! κροτάλιζαν με τα δόντια εκείνοι τρέμοντας. Έλεος, αδελφή, ελέησέ μας! Δεν σου ζητάμε χρήματα. Από το πρωί κανένας δεν μας πρόσφερε ψωμί, λίγα λεφτά ή από ένα ποτήρι με ρακί. Πεινάμε πολύ. Εγώ πέταξα από τη χαρά μου ως τον τρίτο ουρανό. Τους οδήγησα στο σπίτι και τους έβαλα στο γεμάτο τραπέζι. Τους σέρβιρα κλαίγοντας από χαρά. Εκείνοι με ρώτησαν παραξενεμένοι: «Γιατί κλαις, κυρία;». Από χαρά, κύριοί μου, από καθαρή και φωτεινή χαρά! Εκείνο για το οποίο προσευχόμουν στον Θεό ο Θεός μου το έδωσε. Μερικές μέρες εγώ Του προσεύχομαι, να μου στείλει ακριβώς τέτοιους επισκέπτες όπως είσαστε εσείς, και να, Αυτός μου έστειλε. Δεν ήρθατε εσείς έτσι τυχαία, αλλά σας έστειλε ο αγαθός μου Κύριος. Αυτός σήμερα μου φανερώθηκε μέσα από σας. Αυτά είναι τα πλέον χαρούμενα Χριστούγεννα στη ζωή μου. Τώρα ξέρω, ότι είναι ζωντανός ο Θεός μας. Δόξα σ’ Εκείνον και ευχαριστία! «Αμήν», απάντησαν οι αγαπητοί μου επισκέπτες. Τους κράτησα έως το βράδυ, τους γέμισα τις τσάντες και τους αποχαιρέτησα».

Τέτοια ήταν τα προηγούμενα Χριστούγεννα της Ιωάννας. Δώσε Θεέ, να είναι φέτος ακόμα πιο χαρούμενα. Προσευχήσου κι εσύ, κόρη, να σου φανερωθεί ο ουράνιος Πατέρας με κάποιο τρόπο -και στον Θεό οι τρόποι είναι πολλοί- και θα ζήσεις θαύμα. Μην ετοιμάζεσαι για λύπη σε τούτη τη μεγάλη μέρα, αλλά να ετοιμάζεσαι για χαρά. Και ο Πανορατικός, ο Παντελεήμων, θα σε κάνει χαρούμενη. 

(Από το βιβλίο «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται» βιβλίο με επιστολές του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, ο οποίος υπήρξε Επίσκοπος της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας και θεολόγος. Έζησε από το 1881 μέχρι το 1956. Το Μάιο του 2003, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Σερβίας τον διεκήρυξε Άγιο και τον ενέταξε στο Αγιολόγιό της στις 18 Μαρτίου (Κοίμηση) και στις 3 Μαΐου (Μεταφορά Λειψάνων).Πηγή: alopsis.gr ).



Πηγή: eggolpio.blogspot.gr

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

ΙΕΡΩΝΥΜΕ ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΣΟΥ

Νύχτα Χριστουγέννων. Ἕνας ἅγιος καὶ σοφὸς ἀσκητὴς προσεύχεται ἀπὸ ὥρα γονατιστὸς μέσα στὸ ἅγιο Σπήλαιο, στὴ Βηθλεέμ. Στὸ σπήλαιο ποὺ πρὶν ἀπὸ περίπου 400 χρόνια εἶχε φιλοξενήσει τὸν νεογέννητο Χριστό μας. Ὁ ἀσκητὴς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο, ποὺ κατέγραψε καὶ τὰ ὅσα συνέβησαν ἐκεῖ.

Ἐκείνη τὴ νύχτα ὁ Ὅσιος εἶχε ἀφήσει τὸ ἀσκητήριο του, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ ἅγιο Σπήλαιο, καὶ εἶχε ἀποφασίσει νὰ τὴν περάσει ξάγρυπνος καὶ προσευχόμενος μπροστὰστὴν ἁγία Φάτνη.
Ἡ καρδιά του ἦταν γεμάτη εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ μεγάλη δωρεὰ τοῦ Θεοῦ: νὰ ἔλθει ὁ Ἴδιος στὴ γῆ, νὰ γίνει ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ τὰ νύχια τοῦ θανάτου!
Ἀπόλυτη σιωπὴ ἐπικρατοῦσε μέσα στὴ νύχτα στὸν ἱερὸ χῶρο…
.
Ξαφνικὰ ἀκούστηκε νὰ προφέρει τὸ ὄνομά του μιὰ γλυκιὰ φωνή:
Ἱερώνυμε!
Ξαφνιάστηκε ὁ Ὅσιος… Κοίταξε παραξενεμένος γύρω του… Τίποτε… Δὲν ὑπῆρχε κανείς.
Ἱερώνυμε! ξανακούστηκε ἡ φωνή…
Ναί! Ἐρχόταν ἀπὸ τὴν ἁγία Φάτνη… καὶ ἔκανε τὴν καρδιά του νὰ τρέμει συγκλονισμένη.
Ἱερώνυμε, τί δῶρο θὰ μοῦ κάνεις ἀπόψε στὴ γιορτή μου;
Ἦταν πράγματι ἡ γλυκιὰ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ.

Ξέσπασε σὲ λυγμοὺς ὁ Ἅγιος:
Ὦ Κύριε, τὸ ξέρεις ὅτι γιὰ Σένα τὰ ἄφησα ὅλα: τὸ παλάτι τοῦ αὐτοκράτορα, τὰ μεγαλεῖα τῆς Ρώμης, τὶς ἀνέσεις. Ἡ καρδιά μου, ἡ σκέψη μου, ὅλα σὲ Σένα εἶναι στραμμένα! Τί ἄλλο μπορῶ νὰ Σοῦ προσφέρω; Δὲν ἔχω τίποτε!
Καὶ ὅμως, Ἱερώνυμε, ἔχεις κάτι ἀκόμα ποὺ μπορεῖς καὶ πρέπει νὰ μοῦ τὸ προσφέρεις… Αὐτὸ θὰ μὲ εὐχαριστήσει πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, καὶ αὐτὸ θέλω…
.
Ἔπεσε σὲ συλλογὴ ὁ Ὅσιος… Πέρασαν λίγα λεπτὰ καὶ μετὰ τόλμησε νὰ ψελλίσει:
Κύριε, δὲν βρίσκω κάτι… Πές μου, τί θὰ μποροῦσα ἀκόμη νὰ Σοῦ προσφέρω καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ σκεφτῶ;
Μεσολάβησε μικρὸ διάστημα σιγῆς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ξανακούστηκε:
.
Ἱερώνυμε, τὶς ἁμαρτίες σου θέλω. Δῶσε μου τὶς ἁμαρτίες σου!
Τὶς ἁμαρτίες μου; Τί νὰ τὶς κάνεις, Κύριε, τὶς ἁμαρτίες μου;
Θέλω τὶς ἁμαρτίες σου γιὰ νὰ σοῦ τὶς συγχωρήσω, ἀφοῦ γι᾿ αὐτὸ ἦρθα στὸν κόσμο, ἀπάν­τησε ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐπικράτησε βαθιὰ σιωπή.
.
Συγκλονισμένος ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ἄ­­­φησε τὰ δάκρυά του, δάκρυα εὐγνωμοσύνης, νὰ πλημμυρίσουν τὸν ἱερὸ χῶρο ὅλη τὴ νύχτα.
Ἄφησε καὶ σὲ μᾶς τὴν ἔμπρακτη παραγγελία νὰ μὴ λησμονοῦμε κάθε Χριστούγεννα τὸ ὡραιότερο δῶρο πρὸς τὸν Σωτήρα μας, τὴ μετάνοιά μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ καλύτερος ἑορτασμὸς τῆς μεγάλης ἑορτῆς…
.
Περιοδικό «Ο ΣΩΤΗΡ», Τεῦχ. 2057

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

ΤΙ ΠΡΑΤΤΩΝ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΕΙ ΖΩΗΝ ΑΙΩΝΙΟΝ (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)




1.Να αγαπά τον Θεόν με όλην την ψυχήν και με όλην την δύναμίν του,και να φυλάσσει τας εντολάς αυτού,να αγαπά δέ τον πλησίον του(τον συνάνθρωπό του),όπως αγαπά τον εαυτόν του,σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου,ο οποίος είπεν·Εάν τας εντολάς μου τηρήσετε,μενείτε εν τη αγάπη μου(Ιωάν.ιε' 10).Θα μείνετε δέ είς την αγάπην,που σας έχω,εάν φυλάξετε τας εντολάς μου.Και πάλιν·Εν τούτω γνώσονται πάντες,ότι εμοί μαθηταί έστε,εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις(Ιωάν.ιγ' 35).Με αυτό θα μάθουν όλοι ότι είσθε μαθηταί μου,εάν έχετε αγάπην ο ένας προς τον άλλον.

2.Να ταπεινώνη την ψυχήν του εμπρός είς τον Θεόν και ουδέποτε να υψώνη την κεφαλήν του εναντίον του πλησίον του.Διότι όπως λέγει η Γραφή,Καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ούκ εξουδενώσει(Ψαλ. ν' 19).Καρδίαν η οποία συνετρίβη και εταπεινώθη από την θλίψην,δέν θα την εξευτελίσει ο Θεός.Να δοκιμάζει δέ και πικράν θλίψιν διά τας αμαρτίας του πλησίον του,και να πενθή διά τας ιδικάς του αμαρτίας,να χαίρη όταν ο πλησίον του χαίρη και να μην λειώνη από τον φθόνον διά την ευτυχίαν του·να δέχεται με υπομονήν και να συμβουλεύη εκείνους οι οποίοι τον αντιστρατεύονται,και να κατέχεται πάντοτε από τον πόθον και την δίψαν να εκτελή έργα δίκαια,ώς θέλει ταύτα ο Θεός·διότι αυτός θα διατηρήσει και την ψυχήν του καθαράν.

3.Να αισθάνεται ευσπλαγχνίαν δι'εκείνους οι οποίοι έχουν ανάγκην ευσπλαγχνίας και να διαθέτει όλας τάς δυνάμεις του διά την ειρήνην,όπως την θέλει ο Θεός,και να αγωνίζεται να ονομασθεί υιός του Θεού ακριβώς διά τάς προσπαθείας του υπέρ της ειρήνης.Ακόμη και να υβρίζεται και να κατηγορείται και να διώκεται και να θανατώνεται διά την δικαιοσύνην του Θεού και την ομολογίαν της πίστεως είς τον Χριστόν,διότι αυτό είναι η αιώνιος ζωή.

4.Να καταπολεμή πάσαν αιρετικήν διδασκαλίαν και να αποδέχεται ορθώς την διδασκαλίαν της Αγίας Πίστεως περί της Αγίας Τριάδος.

5.Να μελετά διαρκώς μέσα είς την καρδίαν του την αλήθειαν και ουδέποτε να μολύνη την γλώσσαν του με το ψεύδος και ουδέποτε να κάνη κακόν είς τον πλησίον του,όπως λέγει η Γραφή.

6.
Να μή κατηγορεί,να μή ονειδίζη,ούτε να κάνει κάτι άλλο από όσα απαγορεύονται,αλλά να τηρή με προσοχήν και επιμέλειαν τας εντολάς του Χριστού και να εκτελή αυτάς.

7.Να δίδει ελεημοσύνην,έστω και άν πρόκειται να στερηθή ο ίδιος,χωρίς και να απλώνη την χείραν του διά να ζητήση και από άλλους ενίσχυσιν διά τηνβοήθειαν αυτήν.Να δίδη ένδυμα είς τον μή έχοντα.

8.Να ευλογή,όταν υβρίζεται.Όταν υποχρεώνεται να εκτελέση μίαν αγγαρείαν,να εκτελή περισσότερα από όσα τον υποχρεώνουν να κάμη,χωρίς να εκφέρη ουδένα αισχρόν ή βλάσφημον λόγον.Ουδέποτε να ορκίζεται,αλλ'ένα μόνον όρον να γνωρίζη,το να λέγη την αλήθειαν και να ενδιαφέρεται πάντοτε δι'αυτήν,νύκτα και ημέραν,και είς κανένα να μη λέγη περισσότερα,σύμφωνα με την παραγγελίαν του Κυρίου,από το ναί και το όχι είς τας αποκρίσεις του.

9.Να κινή την γλώσσαν του είς το να υμνή τον Θεόν,να κλίνη τα γόνατα και να υψώνη τας χείρας και τον νούν του διά να παρακαλέση τον Θεόν,να χύνη δάκρυα κατανύξεως ενώπιον του Θεού.

10.Να σκέπτεται πάντοτε τον θάνατόν του και την Μέλλουσαν Κρίσιν,και την απολογίαν την οποίαν θα δώση διά τα έργα του.Να σκέπτεται πάντοτε τας αμαρτίας του,παρακαλών τον Θεόν να του συγχωρήση τα αμαρτήματά του.

11.Να εκτελή καλά έργα με πάσαν επιμέλειαν,χωρίς να τα αναφέρη διαρκώς ή να τα επιδεικνύη,ή να καυχησιολογεί δι'αυτά,όπως ο Φαρισαίος,αλλά τας καλάς αυτάς πράξεις του να ενδιαφέρεται,όπως μόνον ο Θεός γνωρίζη,όστις και θα αποδώση είς τον καθένα ανάλογα με τα έργα του.

12.Να αποφεύγη την μέθην,την επιορκίαν ,την λαιμαργίαν,την άκαιρον φλυαρίαν τον φθόνον,τας έριδας ,την κακίαν,την πλεονεξίαν η οποία είναι δευτέρα ειδωλολατρεία,τον θυμόν ,την οργήν,την πορνείαν την μοιχείαν και κάθε σωματικήν ακαθαρσίαν.

13.Να μή χρησιμοποιή μαγικά φάρμακα,να αποφεύγη τας μαντείας,τους μαγικούς εξορκισμούς και τα γητεύματα.Να προσπαθή ημέραν και νύκτα να εξαγνίζη τον εαυτόν του,ώστε να μεταλαμβάνη επαξίως το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.

14.Να γίνεται προστάτης των ορφανών,των χηρών και των ξένων.Να μή στρέφη αλλού το πρόσωπον,όταν κάποιος του ζητή κάτι ή να μή αρνείται να δώση είς εκείνον ο οποίος ζητεί δανεικά από αυτόν,αλλά και να σχίζη κάθε άδικον χρεωστικόν ομόλογον,να μή το επιδεικνύη και είς άλλους,εφ'όσον αυτά τα οποία έχει ανήκουν εξ'ολοκλήρου είς τον Θεόν και εκ του Θεού έχει ό,τι έχει.Να προσφέρη είς τον Θεόν ό,τι έχει.Να ζητή από τον Θεόν να του δώση ό,τι του λείπει.Να τιμά τους δοξάζοντας τον Θεόν.Να τιμά τους δούλους αυτού.

15.Να αισθάνεται οίκτον πρός τους εχθρούς της αληθούς Πίστεως διότι είναι ψυχικώς τυφλοί,και να προσπαθή με όλας του τας δυνάμεις να τους οδηγήση είς επίγνωσιν του Θεού,να αποστρέφεται όμως εκείνους οι οποίοι επιμένουν είς την τύφλωσίν των,να μισή δέ με τέλειον μίσος εκείνους οι οποίοι μισούν τον Κύριον.

16.Να παραμένη πάντοτε αγαθός,ευσεβής και αγνός,ωσάν να έχη μέσα του διαρκώς τον Θεόν και να είναι ολόκληρος αφοσιωμένος είς τον Θεόν.Είς κάθε ενέργειάν του να κατευθύνεται από την ενθύμηση του Θεού και τας εντολάς του,και όταν ευρίσκεται είς αμηχανίαν και όταν αναπαύεται,και όταν σηκώνεται και όταν τρώγη και όταν πίνη και καθ'όλην την ημέραν,σύμφωνα με όσα λέγει η Γραφή·Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διά παντός,ότι εκ δεξιών μου έστιν,ίνα μή σαλευθώ(Ψαλ. ιε' 8),Έβλεπα διαρκώς εμπρός μου τον Κύριον,διότι στέκεται είς τα δεξιά μου,ώστε να μή ταραχθώ,και·Φοβηθήτω τον Κύριον πάσα η γή,απ'αυτού δέ σαλευθήτωσαν πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην (Ψαλ. λβ' 8),Ας φοβηθή τον Κύριον πάσα η γή,ας τρομάξουν Αυτόν όσοι κατοικούν την οικουμένην.

17.
Να μή διατηρή μνησικακίαν είς την ψυχήν του,διότι ο δρόμος που ακολουθούν οι μνησίκακοι οδηγή είς τον ψυχικόν θάνατον,αί δέ αμαρτίαι εκείνου ο οποίος συγχωρεί τον πλησίον του,εάν του πταίση είς κάτι,συγχωρούνται από τον Θεόν.Εάν δηλαδή δέν ενθυμηθώμεν τα αμαρτήματα τα οποία άλλοι διέπραξαν είς βάρος μας,ούτε ο Θεός θα ενθυμηθή τα αμαρτήματα τα οποία ημείς εκάμαμεν πρός Αυτόν.

18.Να κρίνη δικαίως με τον φόβο του Θεού είς την ψυχήν του.Διότι το δικαίωμα της κρίσεως ανήκει μόνον είς τον Θεόν·να μή κατακρίνει άλλους διά τα αμαρτήματά των,ήτοι να μή τους εξευτελίζη και τους αποστρέφεται,ούτε να εξετάζη με προσοχήν και περιέργειαν τα κακά του πλησίον του,και να δικαιώνη τον εαυτόν του,χωρίς να βλέπη τας δοκούς που είναι καρφωμέναι είς τους οφθαλμούς του,αλλά να βλέπη τα άχυρα που έχουν εισέλθει είς τον οφθαλμόν του πλησίον του,ήτοι να σχολιάζει τα μικρά ελαττώματα των αδελφών του,πράγμα το οποίον εξοργίζει τον Θεόν είς μεγάλον βαθμόν·δέν είναι δηλαδή ορθόν να κρίνωμεν ημείς τον ξένον δούλον·δούλος δέ του Θεού είναι κάθε άνθρωπος.

19.Να κρίνη και να διορθώνη με αγάπην.Να ελευθερώνη ένα αδικούμενον από τας χείρας εκείνου ο οποίος τον αδικεί.Να γίνεται πατήρ διά τους αδυνάτους,και οφθαλμός διά τους τυφλούς,και πόδες διά τους χωλούς,όπως λέγει η Γραφή.Ευσεβές και δίκαιον είναι τούτο,όταν όμως γίνεται με τας επιβαλλομένας συμβουλάς και παραινέσεις,όπως λέγει και ο μακάριος Απόστολος Παύλος·τριετίαν νύκτα και ημέραν ούκ επαυσάμην μετά δακρύων νουθετών ένα έκαστον (Πράξ. κ' 31),Επί μίαν τριετίαν συνεχώς νύκτα και ημέραν δέν έπαυσα με δάκρυα είς τους οφθαλμούς να συμβουλεύω τον καθένα από σάς.

20.Να αποφεύγη τα αισχρά κέρδη,και να είναι ευλαβής και όσιος,και να προσέχη είς την ανάγνωσιν,είς τας παρακλήσεις,και τας συμβουλάς και την διδασκαλίαν,διδάσκων και νουθετών τον εαυτόν του σύμφωνα με όσα λέγει η Γραφή,ήτοι εν ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς,άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω ('Εφ. ε' 19). Να διέρχεται δηλαδή την ζωήν του με ψαλμούς και ύμνους και άσματα πνευματικά,ψάλλων και υμνών τον Κύριον όχι μόνον με το στόμα αλλά και με την καρδίαν.

21.Να τιμά εκείνους οι οποίοι τον εγέννησαν,διά να ζήση πολλά έτη επάνω είς την γήν,και να μήν κακολογεί τον πατέρα ή την μητέρα του.Να φροντίζει δέ και διά τους ιδικούς του υπηρέτας,αλλά πρό πάντων διά τους υπηρέτας της Πίστεως.

22.Να μή παραλείπη να συχνάζη είς τας εκκλησιαστικάς συγκεντρώσεις,ήτοι είς τας κοινάς συνάξεις και προσευχάς,αλλά και να προσεύχεται δημοσίως εμπρός είς όλον τον κόσμον πρός τον Θεόν,και να μή περιφρονή τας σοφάς συμβουλάς,που ίσως θα του δώσουν,ή τα θεοσεβή διδάγματα·να μή θεωρεί απίστευτα ή αδύνατα τα θαύματα και τα έργα του Θεού,τα οποία γίνονται καθ'εκάστην γενεάν,και να μή ασκή κριτική επ'αυτών.

23.Όταν ενεργή ο άνθρωπος κατ'αυτόν τον τρόπον,και όταν έχη τον Θεόν διαρκώς είς την καρδίαν του,με φρόνησιν,θα κληρονομήση την Βασιλείαν των ουρανών,η οποία είναι προητοιμασμένη από καταβολής κόσμου διά τους Αγίους,η οποία τέλος δέν έχει,και την οποίαν εύχομαι να κληρονομήσωμεν και ημείς όλοι,Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,Ώ η δόξα και το κράτος είς τους αιώνας των αιώνων.Αμήν. 


Πηγή: astron-eothinon.blogspot.gr


ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ 2015 (Ομιλία π.Ευθυμίου Μπαρδάκα)




Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΑΒΒΑΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Είπε ο αββάς Μακάριος, ότι όταν ήλθα στην Κωνσταντινούπολι μου γεννήθηκε η επιθυμία να την γνωρί­σω. Και περπατώντας σε κάποια γειτονιά, και η συνείδησίς μου βεβαιώνει την αλήθεια για όσα λέγω, βλέπω με τα νοητά μάτια, τα οποία μου δώρησε ο Κύριος για να κατανοώ τα θαυμάσιά του, βλέπω κάποιον άνθρωπο, σαν να ήταν ευνούχος και να στέκεται έξω από πορνικό καταγώγιο. Φαινόταν πολύ στενοχωρημένος και έκρυβε με τις δύο παλάμες το πρόσωπό του, και έκλαιγε έτσι που νόμιζες ότι και ο ουρανός θρηνούσε μαζί του.

Αφού τον πλησίασα και τον ρώτησα. Ποιος είναι ο λόγος για τέτοιο θρήνο και τόση στενοχώρια; Και γιατί δεν φεύγεις από εδώ, που είναι καταγώγιο πορνών και α­σελγών γυναικών; Πες μου, σε παρακαλώ, διότι προκα­λεί μεγάλη συμπάθεια ο θρήνος σου.

Και απαντώντας μου λέγει: Ως προς την φύσι μου εί­μαι, ένδοξε δούλε του Θεού, άγγελος, όπως όλοι οι χρι­στιανοί κατά την ώρα του βαπτίσματος ο καθένας παίρ­νει από τον Θεό έναν φύλακα άγγελο, για προστασία και σκέπη αυτού του ανθρώπου που τώρα είναι εδώ, και πολύ θλίβομαι που τον βλέπω να διαπράττη την ανομία και να ασωτεύη, όπως βλέπης, με αυτήν την πόρνη. Και πώς να μη θρηνήσω όταν βλέπω την εικόνα του Θεού να χά­νεται σε τέτοιο σκοτάδι;

Του λέγω τότε εγώ. Και γιατί δεν τον νουθετείς και διδάσκεις να ξεφύγη από το σκοτάδι αυτής της αμαρ­τίας;

Και μου είπε ο άγγελος. Επειδή δεν έχω περιθώρια να τον πλησιάσω, διότι από την στιγμή που αρχίσει να διαπράττη την αμαρτία γίνεται δούλος των δαιμόνων, και δεν έχω καμμία εξουσία πάνω του.

Και πάλι λέγω προς αυτόν. Από πού γίνεται φανερό ότι δεν έχεις καμμία εξουσία πάνω του, αφού ο Θεός σου τον εμπιστεύθηκε;

Μου είπε ο άγγελος. Ο Θεός μας, που είναι αγαθός και φιλάνθρωπος, έκανε τον άνθρωπο αυτεξούσιο και τον άφησε να πορεύεται την οδό που του αρέσει, αφού πρώτα του έδειξε και τις δύο οδούς, την στενή δηλ. και την πλατεία. Και βεβαίως αφού πρώτα του φανέρωσε το τέρμα και των δύο οδών, ότι δηλ. το βάδισμα της στενής και θλιμμένης οδού περνάει μέσα από πόνους προσωρι­νά, αλλά οδηγεί στην ατελεύτητη μέσα στους αιώνες των αιώνων ανάπαυσι, η δε πλατεία στην αιώνιο κόλασι και στο πυρ της γεέννης και σε όλες τις άλλες τιμωρίες. Επομένως τί άλλη νουθεσία μένει να κάνω εγώ στον δι­κό μου άνθρωπο, τον οποίο μου εμπιστεύθηκε ο Θεός να σκεπάζω; Εξ άλλου ο ίδιος ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος νουθετεί και παρακαλεί και τους διδάσκει όλους να μη μετέχουν σε αισχρές πράξεις, και μόλις κάποιοι σπανίως σκέπτονται με σεβασμό τα θεία του λόγια.

Του λέγω πάλι. Γιατί σηκώνεις με κλάματα τα χέρια σου προς τον ουρανό;

Μου απαντάει ο άγγελος. Βλέπω δαίμονας να τον έ­χουν κυκλώσει και να τον κρατάνε, άλλους να τραγου­δάνε και άλλους να γελάνε χαρούμενοι, και γι’ αυτό κλαίγοντας και αλαλάζοντας σήκωσα τα χέρια μου σε προσευχή προς τον Θεό, για να λύτρωση το πλάσμα του από τους δαίμονες. Και να μου δωρήση μία ήμερα να χα­ρώ για την μετάνοιά του και την επιστροφή από τα έργα του, για την εξομολόγησί του, και να με αξιώση να πα­ραδώσω την ψυχή του, μετά από εξομολόγησι και μετά­νοια, αψεγάδιαστη και καθαρή στον Κύριο, χωρίς καμμία κατηγορία στην αγαθότητα του Θεού. Και αφού μου τα είπε αυτά έγινε άφαντος από μπροστά μου ο άγγελος.

Σας λέγω λοιπόν, αδελφοί μου, πως γνωρίζω με α­κρίβεια ότι δεν υπάρχει άλλη πιο βρωμερή αμαρτία, πα­ρά μόνον η πορνεία και η μοιχεία και η καταραμένη των Σοδόμων. Και εάν θέλει να μετανοήση αυτός που σέρνε­ται σε αυτές τις αμαρτίες, τον δέχεται ο Θεός με περισ­σότερη και μεγαλύτερη θερμότητα από όλους τους αμαρ­τωλούς, διότι το πάθος είναι της δικής μας επιλογής, αλ­λά το πολλαπλασιάζει ο διάβολος με τους ερεθισμούς. Και εάν κάποιος θέλει να απαλλαγή από αυτά τα πάθη μπορεί να τα ξηράνη με την αγρυπνία και την εγκρά­τεια.

(Μακαρίου Αιγυπτίου, Πράξεις, ΡG 34, 221Α-224Β) (Από το μηνιαίο φυλλάδιο «ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΕΣ» Φλωρίνης, Ν. 138-2003 του Δημ. Π. Ρίζου).

Πηγή: «Αφυπνιστικές οπτασίες και θεϊκές επεμβάσεις». Έκδοσις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» Σεπτέμβριος 2003.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ' ΛΟΥΚΑ - ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ: Εὐαγγέλιο - Βίος τοῦ Ἁγίου (30 Νοεμβρίου)



Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ Ἰωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, καὶ ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει· Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος καὶ ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ. Στραφεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· Τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ραββί· ὃ λέγεται μεθερμηνευόμενον Διδάσκαλε· ποῦ μένεις; Λέγει αὐτοῖς· Ἔρχεσθε καὶ ἵδετε. ἦλθαν οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει, καὶ παρ’ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη. Ἦν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ· εὑρίσκει οὗτος πρῶτον τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Χριστός· Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς Ἰωνᾶ· σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς, ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος. Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. Ην δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. Εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. Απεκρίθη Ναθαναήλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. Απεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. Καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀπόδοση 

Την επομένην ημέραν έστεκε πάλιν ο Ιωάννης στον τόπον αυτόν και δύο από τους μαθητάς του. Και καθώς με απέραντον σεβασμόν εκύτταξε τον Ιησούν, που περιπατούσε κάπου εκεί, λέγει· “ιδού ο αμνός του Θεού”. Και οι δύο μαθηταί του ήκουσαν τα λόγια του αυτά και ηκολούθησαν τον Ιησούν. Εγύρισε δε ο Ιησούς και όταν τους είδε να τον ακολουθούν, λέγει εις αυτούς. “Τι ζητείτε;” Εκείνοι δε του είπαν· “ραββί-που σημαίνει εις τα ελληνικά διδάσκαλε-που μένεις;” Είπεν εις αυτούς· “ελάτε και ιδέτε που μένω”. Ηλθαν, λοιπόν, και είδαν που μένει και έμειναν κοντά του την ημέραν εκείνην. Η ώρα δε ήτο τέσσαρες το απόγευμα. Ένας δε από τους δύο, που ήκουσαν τα όσα ο Ιωάννης είπε περί του Ιησού και ηκολούθησαν αυτόν, ήτο ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σιμωνος Πετρου. Αυτός, λοιπόν, πρώτος ευρίσκει τον αδελφόν του τον Σιμωνα και του λέγει· “ευρήκαμεν τον Μεσσίαν, όνομα που ερμηνεύεται εις την ελληνικήν Χριστός”. Και ωδήγησεν αυτόν προς τον Ιησούν. Και ο Ιησούς αφού τον εκύτταξε με βλέμμα βαθύ και στοργικόν είπε· “συ είσαι Σιμων, ο υιός του Ιωνά· συ θα ονομασθής Κηφάς, όνομα που ερμηνεύεται εις την ελληνικήν Πετρος”. Την άλλην ημέραν απεφάσισεν ο Χριστός να αναχωρήση από την Ιουδαίαν δια την Γαλιλαίαν. Ευρίσκει τον Φιλιππον (μαθητήν και αυτός του Βαπτιστού, από τον οποίον πολλά είχε ακούσει περί του Μεσσίου) και του λέγει· “έλα κοντά μου”. Ο δε Φιλιππος κατήγετο από την Βηθσαϊδά, από την πατρίδα του Ανδρέου και του Πετρου. Ευρίσκει ο Φιλιππος τον Ναθαναήλ και του λέγει· “αυτόν που έγραψε ο Μωϋσής στον Νομον και προανήγγειλαν οι προφήται εις τα προφητικά των βιβλία τον ευρήκαμεν· είναι ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ, από την Ναζαρέτ”. Ο Ναθαναήλ όμως είπεν εις αυτόν· “από την Ναζαρέτ είναι δυνατόν να βγη κάτι καλόν;” Λεγει εις αυτόν ο Φιλιππος· “έλα και ιδέ μόνος σου, δια να πεισθής”. Είδεν ο Ιησούς τον Ναθαναήλ να έρχεται προς αυτόν και λέγει περί αυτού· “ιδού ένας γνήσιος Ισραηλίτης, στον οποίον δεν υπάρχει πονηρία”. Λέγει εις αυτόν ο Ναθαναήλ· “από που με γνωρίζεις;” Απήντησεν ο Ιησούς και του είπε· “προτού σε φωνάξη ο Φιλιππος, όταν ήσουνα κάτω από την συκήν, μακρυά από κάθε ανθρώπινον μάτι, εγώ σε είδα”. Απεκρίθη τότε ο Ναθαναήλ και του είπε· “Διδάσκαλε, συ είσαι ο Υιός του Θεού, συ είσαι ο Βασιλεύς του Ισραήλ, τον οποίον, σύμφωνα με τις προφητείες, επεριμέναμεν”. Του απήντησεν δε ο Ιησούς· “Διότι σου είπα ότι σε είδα κάτω από την συκήν, πιστεύεις; Θα ίδης ακόμη μεγαλύτερα από αυτά”. Και εν συνεχεία λέγει προς αυτόν, ώστε να ακούσουν και οι άλλοι μαθηταί· “σας διαβεβαιώνω, ότι από τώρα θα ίδετε ανοικτόν τον ουρανόν και τους αγγέλους του Θεού ν' ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, να συνοδεύουν και να υπηρετούν τον υιόν του ανθρώπου (ο οποίος ως Θεός είναι κύριος και των αγγέλων)”.





Μορφὴ βιβλική. Φυσιογνωμία προνομιοῦχος καὶ διαλεχτή. Πρῶτος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀποστόλους γνώρισε τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ πρῶτος κλήθηκε νὰ τὸν ἀκολουθήσει, γι’ αὐτὸ καὶ Πρωτόκλητος. Τὸ ὄνομά του τὸ ἱερὸ κατέχει ἰδιαίτερη θέση στὴν ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων.

Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους τοῦ Ἔθνους μας.

Ὁ Ἀνδρέας καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδᾶ τῆς Γαλιλαῖας καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ πρωτοκορυφαίου Ἀποστόλου Πέτρου. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν ψαράς.
Ἦταν ὅμως ἀπὸ τὶς εὐγενικὲς ἐκεῖνες ψυχές, ποὺ μελετοῦσαν τοὺς προφῆτες καὶ περίμεναν μὲ λαχτάρα τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου.

Ὁ Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Ἐὐαγγελιστὴ, ὑπῆρξαν στὴν ἀρχὴ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, ποὺ βρισκόντουσαν στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη καὶ ὁ Πρόδρομος τοὺς ἔδειξε τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς εἶπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οἱ δυὸ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, ποὺ χωρὶς κανένα δισταγμὸ καὶ ἐπιφύλαξη ἀφήκαν ἀμέσως τὸν δάσκαλό τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ. Τὸν ἀκολούθησαν μὲ προθυμία καὶ ζῆλο κι ἔμειναν κοντά του ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Τί εἶδαν καὶ τί ἄκουσαν ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἀξέχαστες ὧρες; Χωρὶς ἄλλο, λόγια ἅγια καὶ θεία. Ρήματα ζωῆς αἰωνίου. Λόγια, ποὺ τοὺς συνεπῆραν τὴν ψυχὴ καὶ τοὺς ἔκαμαν νὰ πιστέψουν πὼς στ’ ἀλήθεια ὁ Ἰησοῦς ἦταν Ἐκεῖνος ποὺ περίμεναν.
Ὁ Μεσσίας. Ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων.

Τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὴν ἱκανοποίησή τους ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία καὶ ἐπαφή τους μὲ τὸν Κύριο τὴν βλέπουμε ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἀνδρέα. Μόλις χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ, ἔτρεξε νὰ συναντήσει τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του Πέτρο καὶ νὰ τοῦ πεῖ μὲ χαρά: «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν (ὁ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον Χριστός) καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν». Πόση καλοσύνη. Πόση εὐγένεια ψυχῆς! Πόση ἀγάπη! Δὲν κράτησε μόνος τὴν χαρά του. Ἔσπευσε νὰ τὴν μοιραστεῖ μὲ τὸν ἀδελφό του. Καὶ εἶχε δίκαιο! Κεῖνος ποὺ γεύτηκε τὸ μέλι τοῦ Εὐαγγελίου δὲν μπορεῖ νὰ τὸ τρώει μόνος του. Ἡ πραγματικὴ χάρη, ὅταν φωτίσει τὴν ψυχή, βάνει τέρμα στὸ πνευματικὸ μονοπώλιο, λέει καὶ ἕνας μεγάλος ἱεραπόστολος τοῦ περασμένου αἰώνα.

Ἡ περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἕνα ἔξοχο παράδειγμα ἀδελφικῆς ἀλληλεγγύης καὶ πνευματικότητας. Τὰ ἀδέλφια μας, οἱ γονεῖς μας, οἱ συγγενεῖς μας, οἱ οἰκεῖοι μας πρέπει νὰ εἶναι γιὰ μᾶς πρόσωπα προσφιλή. Πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ μοιραστοῦμε κάθε στιγμὴ καὶ τὴν χαρὰ καὶ τὴν λύπη μας. Σ’ αὐτοὺς θὰ ποῦμε τὸν καλὸ τὸν λόγο. Θὰ δώσουμε τὸ χριστιανικὸ ἔντυπο. Θὰ τοὺς καλέσουμε σὲ μία χριστιανικὴ συγκέντρωση. Θὰ τοὺς ποῦμε σὲ μίαν ἐπίσκεψη: «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ἀδελφοί μας! Ἐλᾶτε στὸν Χριστό. Αὐτὸς εἶναι ἡ χαρά. Αὐτὸς ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς. Αὐτὸς ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Μὴ σᾶς σκανδαλίζουν μερικὰ ἔκτροπα, ποὺ βλέπετε γύρω σας. Μὴ σᾶς σκανδαλίζει ἡ ζωὴ μερικῶν, ποὺ αὐτοκαλοῦνται χριστιανοὶ καὶ θέλουν τάχατες νὰ δείχνουν καὶ τὸν δρόμο στοὺς ἄλλους. Ἐσεῖς κοιτᾶτε μόνο τὸν Χριστό. Αὐτὸς καὶ μόνο αὐτὸς στὸν κόσμο τοῦτο δίνει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ ζωὴ ὅλων τῶν ἁπλῶν, τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν. Τὸ βεβαιώνει ἡ ζωὴ καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου ἀποστόλου μας.

Ὕστερα ἀπὸ τὸ ἐπεισόδιο, ποὺ ἀναφέραμε, τόσο ὁ Ἀνδρέας, ὅσο καὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ξαναγύρισαν στὰ πλοῖα τους καὶ ἔπιασαν πάλι τὴν δουλειά τους. Δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη ἡ εὐλογημένη ὤρα νὰ ἀρχίσει ὁ Κύριος τὸ ἔργο του. Αὐτὸ ἔγινε λίγες μέρες ἀργότερα. Ἐκεῖ στὴν λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ οἱ δυὸ ἀδελφοὶ καταγίνονταν νὰ ρίψουν τὰ δίχτυα τους στὴν θάλασσα, ὅταν τοὺς ξαναβρῆκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς κάλεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. «Δεῦτε ὀπίσω μου», τοὺς εἶπε, «καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Καὶ αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῶ». «Εὐθέως», χωρὶς καμιὰ χρονοτριβή, χωρὶς καμιὰ ἀναβολὴ τὸν ἀκολούθησαν. Στὴν περίσταση αὐτὴ ἔμοιασαν μὲ τὸν σοφὸ καὶ συνετὸ ἐκεῖνο ἔμπορο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ποὺ ζητοῦσε νὰ βρεῖ καὶ ν’ ἀγοράσει μαργαριτάρια. Καὶ ὅταν βρῆκε κάποτε ἕνα σπουδαῖο καὶ «πολύτιμον μαργαρίτην», ἔσπευσε νὰ πωλήσει ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νὰ τὸν ἀγοράσει. Αὐτὸ ἔκαμαν καὶ οἱ δύο ἀδελφοί.

Ὁ Ἀνδρέας ἀκολούθησε τὸν Κύριο πιστὰ καὶ πρόθυμα μέχρι τέλους. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς μαθητείας του δύο ἀπὸ τὰ πολλὰ ἐπεισόδια καταδεικνύουν τὴν ἰδιαίτερη θέση, ποὺ εἶχε ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους μαθητὲς καὶ κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. Τὸ πρῶτο συνέβηκε στὴν ἔρημο. Τὰ πλήθη, ποὺ εἶχαν πληροφορηθεῖ πὼς ὁ Κύριος βρισκόταν ἐκεῖ, μαζεύτηκαν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη γύρω, γιὰ νὰ ζητήσουν τὶς εὐεργεσίες του καὶ ν’ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του. Κόντευε νὰ δύσει ὁ ἥλιος καὶ κανένας δὲν ἔλεγε νὰ φύγει. Κάποια στιγμὴ ὁ Ἰησοῦς φώναξε κοντά του τὸν Φίλιππο καὶ τὸν ρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ καὶ μὲ τί χρήματα θὰ ἀγοράσουμε ψωμιά, γιὰ νὰ φάγουν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι;» Ὁ Κύριος φυσικὰ γνώριζε τί θὰ ἔκαμνε. Τὸ εἶπε ὅμως αὐτό, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς ἄλλους μαθητές. Καὶ αὐτὸς ἀπὸ μέρους καὶ τῶν ἄλλων μαθητῶν γεμάτος ἀμηχανία ἀπήντησε: «Διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκούσιν αὐτοὶς ἵνα ἕκαστος αὐτῶν βραχὺ τί λαβή». Διακοσίων δηναρίων ψωμιὰ δὲν φτάνουν, ὄχι γιὰ νὰ χορτάσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ πάρει ὁ καθένας μιὰ μπουκιά. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη πετάχτηκε ὁ Ἀνδρέας κι εἶπε. «Κύριε, εἶναι ἐδῶ ἕνα παιδάκι, ποὺ ἔχει πέντε κριθαρένια ψωμιὰ καὶ δυὸ ψαράκια» (Ἰωάν. στ’ 9). Φυσικὰ πέντε κριθαρένια ψωμιὰ καὶ δυὸ ψαράκια δὲν εἶναι τίποτα γιὰ τόσο κόσμο. Μὰ ἐσύ Κύριε, μπορεῖς νὰ τὰ εὐλογήσεις καὶ τότε, ὦ, ναί! Τότε μποροῦν νὰ φᾶνε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ περισσέψουν. Πρόσωπο μὲ παρρησία καὶ μὲ μία λανθάνουσα πίστη στὸν Χριστό μας παρουσιάζει τὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ τὸν Ἀνδρέα.

Πρόσωπο μὲ πλατιὰ καὶ μεγάλη καρδιὰ μᾶς τὸν παρουσιάζει τὸ δεύτερο ἐπεισόδιο. Συγχρόνως ὅμως καὶ ἄνθρωπο μὲ τόλμη, ποὺ δὲν διστάζει νὰ πάρει μία μεγάλη ἀπόφαση καὶ ν’ ἀναλάβει συνάμα καὶ τὶς εὐθύνες του. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο ἔδωκαν μερικοὶ συμπατριῶτες μας Ἕλληνες. Ἦταν οἱ μέρες τοῦ Πάσχα, τοῦ τελευταίου Πάσχα τοῦ Κυρίου μας. Μέσα στὰ πλήθη, ποὺ μαζεύτηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου, ἦταν καὶ αὐτοί. Ἀσφαλῶς ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν προσηλυτισθεῖ στὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πνευματικὴ θρησκεία τοῦ Ἰσραὴλ τοὺς εἶχε τραβήξει μέσα στὴν καρδιά τους βαθὺ τὸν πόθο νὰ τὸν γνωρίσουν. Πλησίασαν λοιπὸν τὸν Φίλιππο – ἴσως τὸ ἑλληνικό του ὄνομα τοὺς ἔδωκε τὸ θάρρος – καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν Χριστό. Ὁ Φίλιππος ὅμως ἔσπευσε νὰ ζητήσει τὴ γνώμη τοῦ Ἀνδρέα. Γιατί τοῦ Ἀνδρέα; Γιατί ἦταν συμπατριώτης του καὶ ἤξερε τὴν παρρησία του. Ἀλλὰ καὶ γιατί ὁ Ἀνδρέας ἦταν γνωστὸς σὰν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν μεγάλη καρδιὰ καὶ τὸ θέμα θὰ τὸ ἀντίκριζε ὄχι μὲ τὴ στενὴ ἰουδαϊκὴ ἀντίληψη, πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε καὶ ἀνῆκε μόνο στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Καὶ πραγματικὰ ἡ στάση του δικαίωσε τὴν φήμη του.

Ὁ Ἀνδρέας, σὰν ἔμαθε ἀπὸ τὸν Φίλιππο τὸ περιστατικό, χωρὶς νὰ χάσει καιρό, πῆρε τοὺς Ἕλληνες καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν τοὺς ἔφερε στὸν Χριστὸ (Ἰωάν. ιβ’ 20 – 22). Τί φανερώνει καὶ τὸ ἐπεισόδιο αὐτό; Τὴν μεγάλη, τὴν πλατιά του καρδιά, μὰ καὶ τὴν οἰκειότητά του πρὸς τὸν Χριστό. Εὐτυχεῖς ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μιμοῦνται τὸν Πρωτόκλητο καὶ βοηθοῦν καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ πλησιάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Κύριο.

Ἡ ζωὴ τοῦ Πρωτοκλήτου κατὰ τὰ τρία χρόνια τῆς μαθητείας εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων μαθητῶν. Ἀχόρταγα καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους ρουφοῦσε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ θείου Διδασκάλου τὰ «ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς». Μαζί του περιέτρεχε τὴν Ἅγια Γῆ καὶ ἔβλεπε τὶς εὐεργεσίες καὶ τὰ θαύματά του. Βαθιὰ ἦταν ἡ συγκίνησή του γιὰ τὴν ὑποδοχή, ποὺ ὁ περιούσιος λαὸς ἐπεφύλαξε στὸν Κύριό μας «πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα». Πιὸ βαθιὰ ἡ θλίψη του γιὰ τὴ σύλληψη τοῦ Διδασκάλου του καὶ γιὰ ὅσα ἀκολούθησαν αὐτή. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου ὅμως κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ ἐνῶ πιὰ εἶχε βραδιάσει καὶ οἱ πόρτες τοῦ σπιτιοῦ ἦταν κλειστὲς «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ξανάφερε στὴν ψυχή του τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἐλπίδα. Ὁ Ἀνδρέας παρευρέθηκε στὴν Ἀνάληψη καὶ ἔλαβε μέρος στὴν ἐκλογὴ τοῦ Ματθία.

Μετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁ Ἀπόστολός μας, ὅπως ψάλλει καὶ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος, ἀφοῦ «διεπέτασε τὸ ἱστίον τοῦ Πνεύματος, ὡς κύμα γαληνὸν πραέτω πνεύματι κινούμενον, πάσαν ἐπλούτισε τὴν γῆν τοῦ ἐνθέου κηρύγματος». Ὁ Ἀνδρέας ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Σκυθία, δηλαδὴ ἡ σημερινὴ νότιος Ρωσία, ἡ Ἑλληνικὴ Βιθυνία, ὁ Πόντος, ἡ Θράκη, ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος κι ἡ Ἀχαΐα ποτίστηκαν πλούσια μὲ τὸν τίμιο ἱδρώτα τοῦ Πρωτοκλήτου. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Βυζαντίου, ποὺ ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ τὸν Ἀπόστολό μας ἱδρύθηκε.

 Ἐδῶ ὁ Ἀνδρέας ἐγκατέστησε πρῶτο ἐπίσκοπο τὸν Ἀπόστολο Στάχυ κιαὶαὐτοῦ διάδοχος εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Σὲ μία του περιοδεία, ἀναφέρεται ἀπὸ τὴν παράδοση, πὼς ὁ Ἅγιος μας ἦλθε καὶ στὸ νησί μας. Τὸ καράβι, ποὺ τὸν μετέφερε στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ τὴν Ἰόππη, λίγο πρὶν προσπεράσουν τὸ γνωστὸ ἀκρωτήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα καὶ τὰ νησιά, ποὺ εἶναι γνωστὰ μὲ τὸ ὄνομα Κλεῖδες, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει ἐκεῖ σ’ ἕνα μικρὸ λιμανάκι, γιατί κόπασε ὁ ἄνεμος. Τὶς μέρες αὐτὲς τῆς νηνεμίας τοὺς ἔλειψε καὶ τὸ νερό. Ἕνα πρωί, ποὺ ὁ πλοίαρχος βγῆκε στὸ νησὶ καὶ ἔψαχνε νὰ βρεῖ νερό, πῆρε μαζί του καὶ τὸν Ἀπόστολο. Δυστυχῶς πουθενὰ νερό. 

Κάποια στιγμή, ποὺ ἔφτασαν στὴ μέση τῶν δυὸ ἐκκλησιῶν, ποὺ ὑπάρχουν σήμερα, τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς καινούργιας, ποὺ εἶναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ὁ Ἅγιος γονάτισε μπροστὰ σ’ ἕνα κατάξερο βράχο καὶ προσευχήθηκε νὰ στείλει ὁ Θεὸς νερό. Ποθοῦσε τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅσοι ἦταν ἐκεῖ στὸν Χριστό. Ὕστερα σηκώθηκε, σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ τὸν βράχο καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἀπὸ τὴν ρίζα τοῦ βράχου βγῆκε ἀμέσως μπόλικο νερό, ποὺ τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ’ ἕνα λάκκο τῆς παλαιᾶς ἐκκλησίας καὶ ἀπ’ ἐκεῖ προχωρεῖ καὶ βγαίνει ἀπὸ μία βρύση κοντὰ στὴ θάλασσα. Εἶναι τὸ γνωστὸ ἁγίασμα. Τὸ εὐλογημένο νερό, ποὺ τόσους ξεδίψασε, μὰ καὶ τόσους ἄλλους, μυριάδες ὁλόκληρες, ποὺ τὸ πῆραν μὲ πίστη δρόσισε καὶ παρηγόρησε. Καὶ πρῶτα – πρῶτα τὸ τυφλὸ παιδὶ τοῦ καπετάνιου.

Ἦταν καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πρόσωπα τοῦ καραβιοῦ ποὺ μετέφερε ὁ πατέρας. Γεννήθηκε τυφλὸ καὶ μεγάλωσε μέσα σὲ ἕνα συνεχὲς σκοτάδι. Ποτέ του δὲν εἶδε τὸ φῶς. Δένδρα, φυτά, ζῶα ἀγωνιζόταν νὰ τὰ γνωρίσει μὲ τὸ ψαχούλεμα. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅταν οἱ ναῦτες γύρισαν μὲ τὰ ἀσκιὰ γεμάτα νερὸ καὶ ἐξήγησαν τὸν τρόπο ποὺ τὸ βρῆκαν στὸ νησί, ἕνα φῶς γλυκιᾶς ἐλπίδας ἄναψε στὴν καρδιὰ τοῦ δύστυχου παιδιοῦ. Μήπως τὸ νερὸ αὐτό, σκέφτηκε, ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸν ξηρὸ βράχο ὕστερα ἀπ’ τὴν προσευχὴ τοῦ παράξενου ἐκείνου συνεπιβάτη τους, θὰ μποροῦσε νὰ χαρίσει καὶ σ’ αὐτὸν τὸ φῶς του ποῦ ποθοῦσε; Ἀφοῦ μὲ θαυμαστὸ τρόπο βγῆκε, θαύματα θὰ μποροῦσε καὶ νὰ προσφέρει. Μὲ τούτη τὴν πίστη καὶ τὴν βαθιὰ ἐλπίδα ζήτησε καὶ τὸ παιδὶ λίγο νερό. Διψοῦσε. Καιγόταν ἀπ’ τὴν δίψα.

 Ὁ Ἀπόστολος, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, ἔσπευσε καὶ ἔδωσε στὸ παιδὶ ἕνα δοχεῖο γεμάτο ἀπὸ τὸ δροσερὸ νερό. Ὅμως τὸ παιδὶ προτίμησε, ἀντὶ νὰ δροσίσει μὲ τὸ νερὸ τὰ χείλη του, νὰ πλύνει πρῶτα τὸ πρόσωπό του. Καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Μόλις τὸ δροσερὸ νερὸ ἄγγιξε τοὺς βολβοὺς τῶν ματιῶν τοῦ παιδιοῦ, τὸ χρόνιο σκοτάδι ἄρχισε νὰ διαλύεται. Καὶ ἕνα φῶς, ἱλαρὸ φῶς, ἄρχισε νὰ λούζει τὰ γύρω πράγματα…
Πατέρα, πατέρα, ἄρχισε νὰ φωνάζει τὸ παιδὶ πότε ψαχουλεύοντας καὶ πότε τρέχοντας νὰ βρεῖ τὸν πατέρα. Καὶ ὁ καπετάνιος ποὺ τρόμαξε ἀπ’ τὶς φωνὲς τοῦ παιδιοῦ τρέχει καὶ αὐτὸς πρὸς τὸ μέρος ποὺ ἀκουόταν ἡ φωνή. Στὸ ἀντίκρισμα τοῦ παιδιοῦ του σταμάτησε, ἔσκυψε καὶ ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά του.
— Παιδί μου, τί σου συμβαίνει; ρώτησε μὲ τρόμο ὁ πατέρας.
— Βλέπω! Πατέρα μου, βλέπω! Γιὰ κοίτα με, βλέπω τὴν θάλασσα, τοὺς ἀνθρώπους, τὰ πανιὰ τοῦ καραβιοῦ μας ποὺ φουσκώνουν. Πατέρα, τὸ εὐλογημένο νερὸ ποὺ μοῦ ἔδωκε ἐκεῖνος ὁ παππούλης, γιὰ νὰ πιῶ καὶ νὰ πλυθῶ, αὐτό μου χάρισε ὅτι ποθούσαμε. Τὸ φῶς μου, πατέρα…
Ὕστερα ἀπὸ μικρὴ διακοπὴ ποὺ πέρασε μέσα σὲ δάκρυα καὶ ἀναφιλητὰ εὐγνωμοσύνης ὁ καπετάνιος σηκώθηκε καὶ εἶπε:
— Παιδί μου, πᾶμε νὰ βροῦμε τὸν παππούλη ποὺ λές, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουμε γιὰ ὅτι μας χάρισε!
Ὄχι ἐμένα, εἶπε ὁ Ἀπόστολος ποὺ πλησίασε. Τὸν Χριστὸ νὰ εὐχαριστήσουμε ὅλοι. Αὐτὸς μᾶς ἔδωκε τὸ νερό. Αὐτὸς γιάτρεψε καὶ τὸ παιδί. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ μᾶς σώσει!

Καὶ ὁ   Ἀπόστολος, ποὺ τὸν κοίταζαν ὅλοι μὲ θαυμασμό, ἄρχισε νὰ τοὺς μιλᾶ καὶ νὰ τοὺς διδάσκει τὴ νέα θρησκεία. Τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας πολὺ καρποφόρο. Ὅσοι τὸν ἄκουσαν πίστεψαν καὶ βαφτίστηκαν. Τὴν ἀρχὴ ἔκανε ὁ καπετάνιος μὲ τὸ παιδί του, ποὺ πῆρε καὶ τὸ ὄνομα Ἀνδρέας. Καὶ ὕστερα ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐπιβάτες καὶ μερικοὶ ψαράδες ποὺ ἤσαν ἐκεῖ. Πίστεψαν ὅλοι στὸν Χριστὸ ποὺ τοὺς κήρυξε ὁ Ἀπόστολός μας καὶ βαφτίστηκαν. Φυσικὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ παιδιοῦ, ἀκολούθησαν καὶ ἄλλα, καὶ ἄλλα. Στὸ μεταξὺ ὁ ἄνεμος ἄρχισε νὰ φυσᾶ καὶ τὸ καράβι ἑτοιμάστηκε γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του. Ὁ Ἀπόστολος, ἀφοῦ κάλεσε κοντά του ὅλους ἐκείνους ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ βαφτίστηκαν, τοὺς ἔδωκε τὶς τελευταῖες συμβουλές του καὶ τοὺς ἀποχαιρέτησε. Ἔτσι στὸ εὐλογημένο νησὶ ὀργανώθηκε ἀκόμη μιὰ ὁμάδα, μία ἐκκλησία πιστῶν στὸν ἕνα ἀληθινὸ Θεό.

Ἀργότερα, μετὰ ἀπὸ χρόνια, κτίστηκε στὸν τόπο αὐτὸν ποὺ περπάτησε καὶ ἅγιασε μὲ τὴν προσευχή, τὰ θαύματα καὶ τὸν ἱδρώτα του ὁ Πρωτόκλητος μαθητής, τὸ μεγάλο μοναστήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα, ποὺ μὲ τὸν καιρὸ εἶχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητὲς ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς Κύπρου, ὀρθόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι κι ἀλλόθρησκοι ἀκόμη, συνέρεαν στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα τοῦ Ἀποστόλου, νὰ βαφτίσουν ἐκεῖ τὰ νεογέννητα παιδιά τους καὶ νὰ προσφέρουν τὰ πλούσια δῶρα τους σὲ χρῆμα ἢ σὲ εἴδη, γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὰ εὐχαριστῶ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὸν θεῖο Ἀπόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωὰμ ἦταν ἡ ἐκκλησία του γιὰ τοὺς πονεμένους. Πλεῖστα ὅσα θαύματα γινόντουσαν ἐκεῖ σὲ ὅσους μετέβαιναν μὲ πίστη ἀληθινὴ καὶ συντριβὴ ψυχῆς.

Σὲ ὅλους τους ναοὺς τοῦ μαρτυρικοῦ νησιοῦ μας θὰ βροῦμε τὴν ἁγία εἰκόνα του καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι τὸ πιὸ συνηθισμένο μεταξὺ τῶν κατοίκων (Ἀνδρέας ἢ Ἀδρεανὴ – Ἀνδρούλα) καὶ τὸ πιὸ διαδεδομένο. Γιὰ λόγους ποὺ μόνο ὁ Κύριος γνωρίζει, ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια – ἀπὸ τὸ 1974 — τὸ ἅγιο μοναστήρι μαζὶ μὲ ὅλη τὴν Καρπασία, τὴ Μεσαορία καὶ τὴ Βόρειο Κύπρο ἔχει περιέλθει στὴν κυριαρχία τοῦ πιὸ βάρβαρου εἰσβολέα, τοῦ Τούρκου. Οἱ εὐλογημένες ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται στὰ μέρη αὐτὰ μένουν κανονικὰ ἀλειτούργητες. Καὶ οἱ καμπάνες σώπασαν ἀπὸ τότες νὰ κτυποῦν καὶ νὰ καλοῦν τοὺς πιστοὺς σὲ συναγερμὸ ψυχῆς. Τὸ ἁγίασμα ὅμως ποὺ βγῆκε ἀπ’ τὴν γῆ ὕστερα ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου Ἀνδρέου μένει καὶ συνεχίζει τὸ κελάρυσμά του. Συνεχίζει τὸ κελάρυσμά του καὶ περιμένει τὴν ἁγία ὥρα, ποὺ οἱ πιστοὶ τοῦ νησιοῦ, πλυμένοι καὶ καθαρισμένοι μέσα στὰ δάκρυα μιᾶς εἰλικρινοῦς μετάνοιας, θὰ ἀξιωθοῦν ἐλεύθεροι καὶ πάλι νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸ ὄμορφο μοναστήρι γιὰ νὰ ψάλουν τὰ εὐχαριστήρια στὸν Κύριο γιὰ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς πικρῆς δοκιμασίας καὶ νὰ πιοῦν καὶ νὰ δροσίσουν τὰ χείλη ἀπὸ τὸ γλυκὸ νερό. Ὁ Θεὸς νὰ δώσει, μὲ τὴν βοήθεια τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, μὰ καὶ τῶν ἄλλων Ἁγίων της Κύπρου μας, ἡ μέρα αὐτὴ νὰ ἔρθει τὸ γρηγορότερο.

Τὸ τέλος τοῦ Ἀποστόλου ὑπῆρξε ἀνάλογο τῆς ἱστορίας του. Μαρτύρησε στὴν Πάτρα, ὅπου εἶχε φτάσει, γιὰ νὰ μεταδώσει καὶ ἐδῶ τὸ μήνυμα τῆς λυτρώσεως καὶ νὰ σκορπίσει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπίσκεψή του ἀπὸ τὴν πλευρὰ αὐτὴ ἔφερε πολλοὺς καρπούς. Σὲ λίγες μέρες τὸ κήρυγμά του μαζὶ μὲ τὰ πολλά του θαύματα συγκλόνισε κυριολεκτικὰ τὰ θεμέλια τῆς εἰδωλολατρίας στὴν Ἀχαΐα. Ἀνάμεσα στοὺς πρώτους, ποὺ πίστεψαν, ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἀνθύπατος. Ἔτσι λεγόνταν κατὰ τοὺς ρωμαϊκοὺς χρόνους οἱ Ρωμαῖοι ἄρχοντες, ποὺ διοικοῦσαν μία ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες τοῦ κράτους. Τῆς πόλεως, ὁ Λέσβιος ὅπως λεγόταν, ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ἄξαφνα βαριὰ καὶ τὸν εἶχε γιατρέψει ὁ Ἀπόστολός μας. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἀνθύπατου ἔσπευσαν ν’ ἀκολουθήσουν καὶ ἄλλοι εἰδωλολάτρες. Μὰ τὸ πράγμα ἔγινε γνωστὸ στὴν Ρώμη. Ὁ αὐτοκράτορας Νέρων λύσσαξε ἀπ’ τὸ κακό του καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀμέσως ὁ Λέσβιος ἀπὸ κάποιο Αἰγεάτη, πολὺ φανατικὸ εἰδωλολάτρη καὶ πολὺ σκληρό.

Ὁ Πρωτόκλητος ἔχοντας συνοδὸ τὸν Λέσβιο συνεχίζει καθημερινὰ τὰ κηρύγματά του καὶ τὶς θαυματουργικές του θεραπεῖες. Πλήθη λαοῦ ἀπ’ ὅλη τὴν Ἀχαΐα τὰ παρακολουθοῦν μὲ ἐνδιαφέρον καὶ πολλοὶ κάθε μέρα πυκνώνουν τὶς τάξεις τῶν πιστῶν. Μέσα σ’ αὐτοὺς προστίθενται τώρα καὶ ἡ σύζυγος τοῦ Αἰγεάτη, ἡ Μαξιμίλλα, ὁ ἀδελφός του Στρατοκλῆς, σοφὸς μαθηματικός, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του καὶ τὴ συνοδεία του.

Ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης, ἂν καὶ εἶδε τὴν γυναίκα του Μαξιμίλλα νὰ σώζεται ἀπὸ βέβαιο θάνατο μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Πρωτοκλήτου, ἂν καὶ εἶδε τὸν ἀδελφό του Στρατοκλῆ, ποὺ τὸν ἐκτιμοῦσε τόσο, νὰ προσχωρεῖ στὴ νέα πίστη, ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἔμεινε ἀσυγκίνητος. Κάτι περισσότερο. Πείσμωσε μὲ τὴ γυναίκα του καὶ ἀξίωσε ἀπ’ αὐτὴν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Μαξιμίλλα ὅμως δὲν δέχτηκε ν’ ἀκούσει.
Προτιμῶ, τοῦ εἶπε, νὰ χωριστῶ ἀπὸ σένα παρὰ ἀπὸ τὸν Χριστό μου.
Καὶ αὐτός, τυφλωμένος ἀπ’ τὸ πάθος του, διατάσσει νὰ συλλάβουν τὸν Πρωτόκλητο καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴ φυλακή. Γιὰ νὰ ἐκβιάσει δὲ περισσότερο τὴν ἀφοσιωμένη στὸν Χριστὸ γυναίκα, τὴν ἀπειλεῖ πώς, ἂν δὲν ἐπιστρέψει στὴν θρησκεία τῶν πατέρων της, τὴν εἰδωλολατρία, θὰ βασανίσει τρομερὰ τὸν γέροντα Ἀπόστολο καὶ στὸ τέλος θὰ τὸν σταυρώσει. Ἀνήσυχη ἡ Μαξιμίλλα τρέχει στὴ φυλακή, γιὰ νὰ μεταφέρει στὸν Ἀπόστολο τὶς ἀπειλὲς τοῦ συζύγου της. Τρέμει ἡ καλὴ γυναίκα, μήπως πάθει κανένα κακὸ ὁ εὐεργέτης καὶ σωτήρας της.
— Μὴ φοβᾶσαι, κόρη μου, γιὰ τὴν ζωή μου, τῆς εἶπε ὁ Πρωτόκλητος. Κράτησε σταθερὰ τὴν πίστη σου. Θὰ εἶναι τιμὴ καὶ εὔνοια τοῦ Θεοῦ σὲ μένα ν’ ἀξιωθῶ νὰ φύγω ἀπ’ τὸν κόσμο αὐτὸ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ποὺ ἔφυγε ὁ Λυτρωτής μας. Ἂς κάμει, ὅτι θέλει ὁ Αἰγεάτης. Ἂς μὲ κάψει στὴν φωτιά. Ἂς μὲ κατακάψει μὲ τὰ μαχαίρια. Ἂς μὲ καρφώσει στὸν Σταυρό. «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς». Ὁ Στρατοκλής, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ, λούστηκε στὸ κλάμα.
 – Μὴν κλαῖς, τοῦ εἶπε ὁ Ἀπόστολος. Κάποια μέρα θὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν». Πρόσεξε μόνο τὸν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἔσπειρα στὴν καρδιά σου. Κράτησέ τον προσεκτικὰ καὶ σπεῖρέ τον καὶ ἐσὺ παρακάτω.
Τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου τόνωσαν τὸ θάρρος τῆς Μαξιμίλλας καὶ τοῦ Στρατοκλῆ καὶ ἀτσάλωσαν τὴν θέληση τοὺς ν’ ἀγωνιστοῦν ὡς τὸ τέλος. Ὁ Αἰγεάτης ξαναφώναξε τὴν γυναίκα του καὶ προσπάθησε μὲ λόγια γλυκὰ καὶ κολακευτικὰ νὰ τὴν μεταπείσει ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ.
— Εἶμαι ἕτοιμος νὰ κάμω τὸ καθετὶ γιὰ τὴν ἀγάπη σου, τῆς εἶπε. Ἂν πεισθεῖς νὰ ἀφήσεις τὸν Χριστό, θὰ σ’ ἔχω βασίλισσα στὸ σπίτι μου. Ἀλλιῶς θὰ καρφώσω σ’ ἕνα σταυρὸ τὸν γέρο, πού σου πῆρε τὰ μυαλά, καὶ θὰ σκοτώσω καὶ ἐσένα.
Ἡ ἀπάντηση τῆς Μαξιμίλλας ὑπῆρξε ἀληθινὰ ἡρωική.
Προτιμῶ χίλιες φορὲς τὸν θάνατο παρὰ τὴ ζωὴ μ’ ἕνα εἰδωλολάτρη σὰν καὶ σένα.

Τὰ λόγια τῆς ἡρωίδας χριστιανῆς ἄναψαν τὸν θυμὸ τοῦ συζύγου της, ποὺ ἔδωκε ἐντολὴ νὰ βασανίσουν σκληρὰ τὸν Ἅγιο καὶ στὸ τέλος νὰ τὸν ὑψώσουν πάνω σ’ ἕναν σταυρό, ποὺ εἶχε τὸ σχῆμα τοῦ γράμματος Χ καὶ ποὺ εἶχε στηθεῖ στὸ «χεῖλος τῆς θαλάσσιας ἀμμουδιᾶς». Πάνω στὸν Σταυρὸ αὐτό, ποὺ ἦταν φτιαγμένος ἀπὸ ξύλα ἐλιᾶς, ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ Ἀποστόλου, χωρὶς νὰ τὸν καρφώσουν. Καὶ αὐτὸ ἔγινε, γιατί ὁ Ἀνθύπατος ἤθελε νὰ κρατήσει πολὺν καιρὸ τὸν Ἅγιο στὴ ζωή, γιὰ νὰ τὸν βασανίσει.
Ἀπὸ μία θάλασσα, τὴν ὄμορφη θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, κάλεσε ὁ Κύριος τὸν μεγάλο Ψαρὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει γιὰ νὰ γίνει μαθητής του καὶ νὰ ψαρεύει ἀνθρώπους. Ἀπὸ μία ἄλλη θάλασσα κοντά, τὴν θάλασσα τῆς ἱστορικῆς πόλεως τῶν Πατρών, κάλεσε καὶ πάλι ὁ Χριστὸς τὸν μαθητὴ καὶ Ἀπόστολό του Ἀνδρέα, ὕστερα ἀπὸ σκληρὴ ἐργασία σπορᾶς τοῦ λόγου του, νὰ μεταπηδήσει στὴν οὐράνια πατρίδα μας, γιὰ νὰ λάβει τὸν ἄφθαρτο στέφανο τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἀπόστολος ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν σὲ ἡλικία 80 περίπου χρόνων.

Οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀχαΐας θρήνησαν βαθιὰ τὸν θάνατό του. Ὁ πόνος τους ἔγινε ἀκόμη πιὸ μεγάλος, ὅταν ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης ἀρνήθηκε νὰ τοὺς παραδώσει τὸ ἅγιο λείψανό του, γιὰ νὰ τὸ θάψουν. Ὁ Θεὸς ὅμως οἰκονόμησε τὰ πράγματα. Τὴν ἴδια μέρα, ποὺ πέθανε ὁ Ἅγιος, ὁ Αἰγεάτης τρελάθηκε καὶ αὐτοκτόνησε. «Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός». Οἱ χριστιανοὶ τότε μὲ τὸν ἐπίσκοπό τους τὸν Στρατοκλῆ, πρῶτο Ἐπίσκοπο τῶν Πατρών, παρέλαβαν τὸ σεπτὸ λείψανο καὶ τὸ ἔθαψαν μὲ μεγάλες τιμές. Ἀργότερα, ὅταν στὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε ὁ Κωνστάντιος, ποὺ ἦταν γιὸς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, μέρος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Πατρὼν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατατέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων «ἔνδον τῆς Ἁγίας Τραπέζης». Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου φαίνεται πὼς ἀπέμεινε στὴν Πάτρα. Ὅταν ὅμως οἱ Τοῦρκοι ἐπρόκειτο νὰ καταλάβουν τὴν πόλη τὸ 1460, τότε ὁ Θωμᾶς Παλαιολόγος, ἀδελφὸς τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ τελευταῖος Δεσπότης τοῦ Μοριᾶ, πῆρε τὸ πολύτιμο κειμήλιο καὶ τὸ μετέφερε στὴν Ἰταλία. Ἐκεῖ ἐναποτέθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης, ὅπου ἔμεινε μέχρι τοῦ 1964. Τὴν 26η τοῦ Σεπτέμβρη († Ἀνακομιδὴ Τιμίας Κάρας) τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἀντιπροσωπεία τοῦ πάπα Παύλου μετέφερε ἀπὸ τὴν Ρώμη τὸν πολύτιμο θησαυρὸ καὶ τὸν παρέδωσε στὸν νόμιμο κάτοχο, τὴν Ἐκκλησία τῶν Πατρέων. Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου ὕστερα ἀπὸ ἐνέργειες τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς μεταφέρθηκε καὶ στὴν Κύπρο τὸ 1967 γιὰ μερικὲς μέρες καὶ ἐξετέθηκε σὲ εὐλαβικὸ προσκύνημα. Χιλιάδες Κύπριοι τότε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ νησιοῦ μας καὶ πῆγαν καὶ προσκύνησαν τὴν ἅγια Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ μπροστά της κατέθεσαν τὸν βαθὺ σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλαβικὴ εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὰ ὅσα ἡ χάρη του πρόσφερε καὶ προσφέρει στὸ νησί μας.

Στὴ μνήμη τοῦ μεγάλου ἀποστόλου ἂς κλίνει τακτικὰ μὲ εὐλάβεια τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς κάθε Ἑλληνικὴ καρδιά. Εἶναι ἕνας ἀπ’ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ ἀγάπησαν τὴν πατρίδα μας καὶ ἀγωνίστηκαν νὰ τῆς μεταδώσουν τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Χριστοῦ. Τὸ μήνυμά του δὲ, «εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» ἂς γίνει καὶ γιὰ μᾶς σύνθημα ζωῆς.
«Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» φωνάζει καὶ σ’ ἐμᾶς ὁ Πρωτόκλητος μαθητής. Ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ εἶναι ὁ μοναδικὸς Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι τὸν γνωρίσαμε ἐμεῖς. Ἔτσι θὰ τὸν γνωρίσετε καὶ ἐσεῖς, ἂν τὸν ἀναγνωρίσετε Ἀρχηγὸ καὶ Κύριό σας κι ἂν βάλετε τὸ θέλημα καὶ τὸν νόμο του ὁδηγὸ στὴν ζωή σας. Ναί! ἂν βάλετε τὸ ἅγιο θέλημα καὶ τὸν νόμο του ὁδηγὸ καὶ σύντροφο στὴ ζωή σας. Γιατί ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας». Τὸ σωστικὸ αὐτὸ μήνυμα ἂς ἀγκαλιάσουμε μὲ πίστη φλογερὴ ὅλοι ἀνεξαίρετα ὅσοι ποθοῦμε νὰ δοῦμε στὸν μαρτυρικὸ αὐτὸ τόπο καλύτερες μέρες. Ὅτι γκρεμίζει ἡ ἁμαρτία ἀνορθώνει καὶ ξαναφτιάχνει μόνο μιὰ εἰλικρινὴς μετάνοια. Μὲ μία γνήσια μετάνοια καὶ συντριβὴ ψυχῆς ἂς καταφύγουμε καὶ πάλι ὅλοι στὸν Σωτήρα Χριστὸ καὶ ἃς τοῦ ζητήσουμε νὰ συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς ὅπως κάποτε τοὺς Νινευΐτες καὶ νὰ μᾶς ξαναδώσει τὴ λευτεριά μας. Καὶ θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Κύριος. Ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς ἀκούσει. Μᾶς τὸ βεβαιώνει μὲ τὰ ἅγια λόγια Του:

«Ἐπικάλεσαι με, ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου καὶ ἐξελοῦμαι σε καὶ δοξάσεις με». Παιδί μου, ὅπου καὶ νὰ εἶσαι, φώναξέ με στὸν πόνο σου. Καὶ θὰ σὲ ἀκούσω. Καὶ θὰ σοῦ δώσω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶς, μιὰς καὶ εἶναι γιὰ τὸ καλό σου. Καὶ θὰ μὲ δοξάσεις. Ἀκοῦς; Θὰ στὸ δώσω καὶ θὰ μὲ δοξάσεις.

Πηγή: pentapostagma.gr 


Ἀπολυτίκιο ν. Ἦχος δ΄ Ἦχος β΄ τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον.
Ὡς τῶν Ἀποστόλων Πρωτόκλητος, καί τοῦ κορυφαίου αὐτάδελφος, τῷ Δεσπότη τῶν ὅλων Ἀνδρέα ἱκέτευε, εἰρήνην τή οἰκουμένη δωρήσασθαι, καί ταῖς ψυχαῖς
ἠμῶν τό μέγα ἔλεος.



Κοντάκιον.
Τόν τῆς ἀνδρείας ἐπώνυμον Θεηγόρον, καί Μαθητῶν τόν Πρωτόκλητόν του Σωτῆρος, Πέτρον τόν σύγγονον ὑφημήσωμεν, ὅτι ὡς πάλαι τούτω, καί νῦν ἠμίν
ἐκέκραζεν, Εὐρήκαμεν δεῦτε τόν ποθούμενον.

Μεγαλυνάριον.
Πρῶτος προσπελάσας τῷ Ἰησοῦ, Πρωτόκλητος ὤφθης, καί ἀκρότης τῶν Μαθητῶν, Ἀνδρέα Θεόπτα, ἐντεῦθεν διανύεις, παθῶν τάς ἀναβάσεις, τῆς ἀναστάσεως.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ, ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΜΠΟΔΙΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΣ (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ὅπως ἀπ᾿ ὅλες τίς ἀρρώστιες τοῦ σώματος πιό ἐπικίνδυνη εἶναι ἡ κρυφή καί ἄγνωστη στόν ἄρρωστο, ἔτσι καί ἀπ᾿ ὅλες τίς κακίες, πού εἶναι ἀρρώστιες τῆς ψυχῆς, ἡ πιό ἐπικίνδυνη εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Γιατί ὅσο καταστρεπτική εἶναι, ἄλλο τόσο εἶναι ἀπόκρυφη στόν ἄρρωστο. Καί μάλιστα πολλοί ἄνθρωποι τοῦ κόσμου ὄχι μόνο δέν ἐλέγχονται ἀπό τή συνείδησή τους πού εἶναι ὑπερήφανοι, ἀλλά κυριολεκτικά μεθᾶνε ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, σέ σημεῖο πού καταντᾶνε νά τήν ἔχουν γιά στόλισμα καί στεφάνωμα! Γι᾿ αὐτό καί ὁ Προφήτης τούς ἐλεεινολογεῖ, λέγοντας: «Οὐαί τῷ στεφάνῳ τῆς ὑπερηφανείας… οἱ μεθύοντες ἄνευ οἴνου»1. 

Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι μιά ἄτακτη ἐπιθυμία ὑπεροχῆς τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν ὁποία μετράει τόν ἑαυτό του περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἀξίζει στήν πραγματικότητα, καί θέλει οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νά τόν ὑπολογίζουν ἔτσι. Γι᾿ αὐτό ἕνας ὑπερήφανος δέν λογαριάζει κανέναν ἄλλον ἐκτός ἀπό τόν ἴδιο. Κέντρο σ᾿ ὅλα του τά πράγματα βάζει τόν ἑαυτό του, ὅπως ἡ ἀράχνη βάζει τόν ἑαυτό της κέντρο στόν ἱστό της. Καί ὅπως ἐκείνη πλέκει τίς κλωστές τοῦ ἱστοῦ μέ κέντρο τόν ἑαυτό της, ἔτσι καί ὁ ὑπερήφανος σκέπτεται καί ἐνεργεῖ μέ κέντρο τόν ἑαυτό του. Τούς κατωτέρους τούς μεταχειρίζεται σά ζῶα. Τούς ἀνωτέρους τούς ἀντιμετωπίζει σά δούλους. Στούς συγγενεῖς του φέρεται σά νά μήν τούς γνώριζε ποτέ. Στούς ἄλλους συμπολίτες του σά νά ἦταν ξένοι: «Τοῖς δούλοις ἀντί ζώων χρῇται, τοῖς εὐγενέσιν ἀντί δούλων, τοῖς οἰκείοις ὡς ἀλλοτρίοις, τοῖς πολίταις ὡς ξένοις», ὅπως γράφει ὁ Ἰουδαῖος Φίλων.

Ἡ ἁγία Γραφή ζωγραφίζει ὡραιότατα τήν κατάσταση τοῦ ὑπερήφανου μέσ᾿ ἀπό τά λόγια τοῦ βασιλιᾶ Ναβουχοδονόσορ, καθώς περπατοῦσε στή Βαβυλώνα καί τή θαύμαζε: «Οὐχ αὕτη ἐστί Βαβυλών ἡ μεγάλη, ἥν ἐγώ ᾠκοδόμησα εἰς οἶκον βασιλείας ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος μου εἰς τιμήν τῆς δόξης μου;»2.

Ἐκεῖνο τό περπάτημα, πού ἔκανε μέ ἔπαρση ὁ βασιλιάς μέσα στά βασίλειά του, καθώς καί τά ματαιόδοξα λόγια του, φανερώνουν τήν αὐταρέσκεια κάθε ὑπερήφανου. Ὅπως ὁ Ναβουχοδονόσορ ναρκισσευόταν, ἐπιζητώντας ἐπιπλέον καί τό θαυμασμό τῶν ἄλλων, ἔτσι καί κάθε ὑπερήφανος δέν ἀρκεῖται στόν αὐτοθαυμασμό καί τήν αὐταρέσκειά του, ἀλλά θέλλει νά τόν θαυμάσουν. Παρόμοια καί κάθε μικρό προτέρημα ἤ χάρισμα πού ἔχει, τοῦ φαίνεται μεγάλο, ὅπως ἔγινε μέ κάποιο φτωχό, πού ἐνῶ τοῦ ἔδωσαν ἕναν ὀβολό, ἐκεῖνος νόμισε πώς τοῦ ἔδωσαν φλουρί.

Ἀλλά δέν τελειώνει ἐδῶ ἡ ὑπερηφάνεια. Προχωράει περισσότερο: Ὁ Ναβουχοδονόσορ ὄχι μόνο φουσκώνει τήν ἀλήθεια, ἀλλά καυχιέται γιά κεῖνο πού ξέρει ὅτι εἶναι ψέμα. Βεβαιώνει ὅτι αὐτός ἔχτισε τήν πόλη τῆς Βαβυλώνας, ἐνῶ μόνο τά τείχη μεγάλωσε. Τήν πόλη τήν εἶχε χτίσει ἀπό τά θεμέλια ὁ Βῆλος.

Ἡ ζημιά πού προξενεῖ στήν ψυχή ἡ ὑπερηφάνεια δέν εἶναι δυνατό νά ἐξηγηθεῖ. Σκέψου μόνο, ὅτι τό μεγαλύτερο κακό στόν κόσμο εἶναι ἡ ἁμαρτία, καί τό μεγαλύτερο καλό ἡ θεία Χάρη. Καί ἐφόσον ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ρίζα κάθε ἁμαρτίας, ἐναντιώνεται στή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Τί χειρότερο κακό ἀπ᾿ αὐτό μπορεῖ νά μᾶς κάνει; Εἶναι ἡ πιό θανάσιμη ἁμαρτία, ὅπως τήν ὀνομάζουν οἱ θεολόγοι, γιατί εὔκολα ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο νά πέσει σέ κάθε ἄλλη ἁμαρτία. Ὅπως ἕνα φίδι, ὅταν βάλει τό κεφάλι του σέ μιά τρύπα, εὔκολα βάζει καί τό ὑπόλοιπο σῶμα του, ἔτσι, ὅπου μπεῖ ἡ κακία τῆς ὑπερηφάνειας, εὔκολα μπαίνουν μετά ὅλα τά κακά. Τό λέει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Ὅπου πτῶμα κατέλαβεν, ἐκεῖ ὑπερηφανία προεσκήνωσεν»3.

Δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν στήν καρδιά μας πίστη καί ὑπερηφάνεια μαζί. Ὅταν ὑπάρχει τό ἕνα, ἀναγκαστικά θά λείπει τό ἄλλο. Γι᾿ αὐτό ἔλεγε ὁ Κύριος γιά τούς Φαρισαίους, ὅτι μέ τό ν᾿ ἀποζητοῦν τόν ἔπαινο ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, ἦταν ἀνάξιοι νά πιστέψουν σ᾿ Αὐτόν: «Πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρ᾿ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καί τήν δόξαν τήν παρά τοῦ μόνου Θεοῦ οὔ ζητεῖτε;»4. Ἀπό τά λόγια αὐτά μπορεῖς νά καταλάβεις, ὅτι, ἀφότου μπεῖ στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἐπιθυμία τῆς δόξας, ἀμέσως ἐξαφανίζεται ἡ πίστη.

Νά, ἀδελφέ μου, σέ τί γκρεμούς μπορεῖ νά σέ ὁδηγήσει ἡ ὑπερηφάνεια: Πρῶτα γεμίζει τήν ψυχή σου μέ ἀκαθαρσίες καί πάθη. Στή συνέχεια, ἀπό τά πάθη θά προέλθουν ἀμφιβολίες γιά τήν πίστη, καί μάλιστα σέ θεμελιώδη δόγματα, ἔτσι πού θά φτάσεις νά νομίζεις ὅτι ὁ παράδεισος καί ἡ κόλαση εἶναι παραμύθια. Αὐτό θά τό καταλάβεις καλύτερα, ἄν σκεφτεῖς τή μάχη πού γίνεται ἀνάμεσα στήν ὑπερηφάνεια καί στή θεία Χάρη. Γιατί ἐμεῖς ἀπό μόνοι μας, δέν ἔχουμε τή δύναμη νά γεννήσουμε μέσα μας οὔτε ἕνα καλό λογισμό, πού νά μᾶς δυναμώσει ὁ Θεός μέ τή χάρη Του, γιά νά γεννηθεῖ στό νοῦ μας ὁ καλός αὐτός λογισμός. Γι᾿ αὐτό εἶπε ὁ Κύριος, «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»5, καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ὁ Θεός ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καί τό θέλειν καί τό ἐνεργεῖν ὑπέρ τῆς εὐδοκίας»6. Ὥστε ὁ Θεός ἀρχίζει καί τελειώνει κάθε καλό. Ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνο δέν μπορεῖ νά τό τελειώσει, μά οὔτε καί νά τ᾿ ἀρχίσει, ἄν δέν βοηθήσει ἡ θεία Χάρη. Ἐμεῖς, ἄν θέλουμε νά σωθοῦμε, πρέπει ν᾿ ἀγαπᾶμε τό Θεό καί τήν ἀρετή μ᾿ ὅλη μας τή δύναμη.

Μήν ξεχνᾶς, ἀδελφέ μου, ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια ὄχι μόνο ἐμποδίζει τά θεῖα χαρίσματα νά μποῦν στήν ψυχή, ἀλλά κι ἀφοῦ μποῦν, τά διώχνει ἔξω. Ἐκεῖνος πού ἦταν πρίν πλούσιος μπροστά στό Θεό γιά τά πολλά καλά του ἔργα καί γιά τίς ἀρετές του, ἄν ἀνοίξει τήν καρδιά του στήν ὑπερηφάνεια, ἀμέσως γίνεται ταλαίπωρος, ὅπως ἔπαθε ὁ Φαρισαῖος, πού ἀναφέρει τό Εὐαγγέλιο. Καί τήν παθαίνει ὁ ὑπερήφανος σάν τό περιστέρι, πού κάθεται στόν ἥλιο καί χαίρεται τήν καθαρότητά του καί τήν ποικιλία τῶν φτερῶν του, καί ξαφνικά ἔρχεται ἀπό πάνω του τό γεράκι καί τό ἁρπάζει. Ἐκεῖνος πού καυχιέται γιά τίς ἀρετές του, ἁρπάζεται ξαφνικά ἀπό τό νοητό γεράκι, τό διάβολο. Γι᾿ αὐτό ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνάμα καί εὔκολη καί δύσκολη. Γιατί τή μιά στιγμή ὁ ἄνθρωπος ἀνεβαίνει στόν παράδεισο μέ τήν ταπείνωση, καί τήν ἄλλη κατεβαίνει στήν κόλαση μέ τήν ὑπερηφάνεια.

Γι᾿ αὐτό, ἀδελφέ μου, «μή ὑπερηφανεύου τῇ καρδίᾳ σου»7. Αὐτή ἡ καταραμένη κακία γεννάει ὅλα τά κακά τοῦ κόσμου, «διότι ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ ἀπώλεια καί ἀκαταστασία πολλή»(ὅ.π.). Λοιπόν, ταπεινώσου, καί μή φοβᾶσαι πώς θά πέσεις ποτέ. Γιατί ὅποιος θέλει νά μή γκρεμιστεῖ, δέν ἔχει παρά… νά καθήσει καταγῆς! Τό εἶπε ἕνας σοφός: «Ὁ καθήμενος ἐπί γῆς, οὐκ ἔχει ποῦ καταπεσεῖν».

Φόβο νά γκρεμιστεῖ ἔχει μόνο ἐκεῖνος πού θέλει νά κάθεται στά ψηλά: «Ὅς ὑψηλόν ποιεῖ τόν ἑαυτοῦ οἶκον, ζητεῖ συντριβήν»8 

 

__________________ 

1Ἡσ. 28 : 1.
2Δαν. 4 : 27.
3Λογ. Κβ΄.
4Ἰω. ε΄ : 44.
5Ἰω. ιε΄: 5.
6Φιλπ. Β΄ : 13.
7Τωβιτ 4 : 13.
8Παρ. 17 : 16. 


Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου 


(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς - Πηγή: alopsis.gr )

Πηγή: eggolpio.blogspot.gr