A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ: Εὐαγγέλιο - Ὁμιλία γιά τούς δέκα λεπρούς (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)






Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσερχομένου τοῦ ᾿Ιησοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· ᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ᾿Αναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

Ἀπόδοση:

Εκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ἔμπαινε ὁ ᾿Ιησοῦς σ’ ἕνα χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα λεπροί· στάθηκαν λοιπὸν ἀπὸ μακριὰ καὶ τοῦ φώναζαν δυνατά· «᾿Ιησοῦ, ἀφέντη, ἐλέησέ μας!» Βλέποντάς τους ἐκεῖνος τοὺς εἶπε· «Πηγαίνετε νὰ σᾶς ἐξετάσουν οἱ ἱερεῖς». Καὶ καθὼς πήγαιναν, καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα. ῞Ενας ἀπ’ αὐτούς, ὅταν εἶδε ὅτι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας μὲ δυνατὴ φωνὴ τὸν Θεό, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὰ πόδια τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε. Κι αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης. Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε· «Δὲν θεραπεύτηκαν καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννιὰ ποῦ εἶναι; Κανένας τους δὲν βρέθηκε νὰ γυρίσει νὰ δοξάσει τὸν Θεὸ παρὰ μόνο τοῦτος ἐδῶ ὁ ἀλλοεθνής;» Καὶ σ’ αὐτὸν εἶπε· «Σήκω καὶ πήγαινε στὸ καλό· ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε».


--------------------------------------------------

Η κάθαρση των λεπρών προβάλλεται ως τύπος της πνευ­ματικής καθάρσεως. Γιατί όλοι εμείς ήμασταν λεπρωμένοι, μέχρι που ο Κύριος παρέλαβε την φύση μας και την ελευθέρωσε από την καταδίκη. Ο ευγνώμων από τους δέκα θεραπευθέντες εκπροσωπεί την επιστροφή των Εθνικών, ενώ οι εννέα αγνώμονες είναι οι Ιουδαίοι. Ο ομιλητής παρουσιάζει τον Θεό ως ειρηνάρχη, και τον εαυτό του ως επιστάτη της ειρήνης. «Ταύτης γαρ ένεκα της ειρήνης και ημείς επέστημεν υμίν τη Εκκλησία Χριστού, διάκονοι της αυτού κληρονομιάς και χάριτος». Κλείνει με προτροπή να μη εκπέσομε από την πατρική ευχή ούτε και να απορρίψομε την κλη­ρονομιά του ουράνιου Πατέρα, για να μη χάσομε και την υιοθεσία και την ευλογία και αποκλεισθούμε από τον πνευματικό νυμφώνα.



ΟΜΙΛΙΑ 61η
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΜΕ ΘΕΜΑ
ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ

Όπου γίνεται λόγος και για την ειρήνη προς τον Θεό
και προς τον εαυτό μας και μεταξύ μας


Όλα τα του παλαιού νόμου ήταν συμβολικά και τυπικά και σκιώδη· γι’ αυτό ο νόμος αυτός θεωρούσε και τη λέπρα εφάμαρτη και μιαρή και αποτρόπαια και ονόμαζε ακάθαρτους τους λεπρούς και τους γονορρυείς και εκείνους γενικά που τους άγγιζαν καθώς και εκείνους που άγγιζαν κάθε νεκρό σώμα, υποδεικνύοντας με αινίγματα την ακαθαρσία εκείνων που αμάρταναν στον Θεό και αυτών που συνέπρατταν με αυτούς και συναναστρέφονταν αυτούς. Και με τους λεπρούς βέβαια υπαινισσόταν τους δολερούς και πανούργους, τους θυμώδεις και μνησίκακους· γιατί όπως η λέπρα καθιστά τραχύ και ποικιλόχρωμο το δέρμα του σώματος, έτσι ο δόλος και η πονηριά και ο θυμός και η οργή καθιστούν ποικίλο και τραχύ το λογιστικό της ψυχής. Με τους λεπρούς λοιπόν υποδήλωνε τα τέτοια πάθη της ψυχής που ήταν πολύ βαρύτερα από τη λέπρα, με τον γονορρυή τον ασελγή, ενώ με εκείνους που εγγίζουν νεκρό σώμα ο νόμος εκείνος ονόμα­ζε ακάθαρτους εκείνους που σύμφωνα με οποιοδήποτε τρόπο επικοινωνούσαν ή και συναναστρέφονταν τους αμαρτωλούς.

Αφού λοιπόν ο Κύριος φάνηκε επάνω στη γη ως άνθρωπος από απερίγραπτο πέλαγος ευσπλαγχνίας, για να θεραπεύσει τις ψυχικές νόσους μας και να εξαλείψει την αμαρτία του κόσμου, θεράπευσε και αυτές τις ασθένειες, τις οποίες ο νόμος ονόμαζε ακαθαρσίες, ώστε, αν κάποιος νομίσει ότι εκείνα είναι πραγμα­τικά ακαθαρσία και αμαρτία, να ομολογήσει τον Θεό που λυ­τρώνει τους ανθρώπους από αυτά, αν πάλι καλώς νομίσει ότι εκείνα είναι σύμβολα της πραγματικής ακαθαρσίας και αμαρτίας, να καταλάβει από τα τελούμενα εκ μέρους του Χριστού γύρω από αυτά τα σύμβολα, ότι αυτός ο ίδιος είναι που και την αμαρτία του κόσμου συγχώρησε και μπορεί να την καθαρίσει. Είναι δυνατό όμως να πούμε και κάτι άλλο, καλά και αληθινά, όπως εγώ νομίζω· ότι, όπως ο Κύριος παραγγέλλει σ’ εμάς να ζητούμε τα πνευματικά (γιατί λέγει, «ζητείτε τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του»), και όταν εμείς ζητούμε αυτά τα ψυχωφελή και σωτήρια, εκείνος υπόσχεται να δώσει και τα σωματικά, λέγοντας, «και όλα αυτά θα προστεθούν σ’ εσάς», έτσι και αυτός, αφού έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε από τον ουρανό, όπως ευδόκησε, στη δική μας μηδαμινότητα, για να καθαρίσει τις αμαρτίες μας, χαρίζει επιπρόσθετα και την ανόρθωση των χωλών και την ανάβλεψη των τυφλών και την κάθαρ­ση των λεπρών, και γενικά θεραπεύει κάθε νόσο του σώματός μας και κάθε αδυναμία, γιατί είναι πλούσιος σε ευσπλαγχνία.ών ανθρώπων γιατί τον αποκαλούν, επιστάτη, πράγμα που δεν συνηθίζεται να λέγεται για πρόσωπα που είναι εξουσιαστικά και δεσπόζουν κυριαρχικά. Είναι όμως η δέηση ανθρώπων που ελπί­ζουν ότι θα δεχθούν τη θεραπεία, πράγμα που δεν είναι συνετής διάνοιας, αν αυτός που μπορεί, και μάλιστα από μακριά, να προσ­φέρει την κάθαρση σε δέκα λεπρούς, δεν είναι Θεός.

Ο Κύριος όμως, επειδή σύμφωνα με το νόμο δεν επιτρεπόταν στους λεπρούς να συναναστρέφονται τα γύρω του πλήθη, ώστε με τη διδασκαλία και τα θαύματα να οδηγηθούν προς την πίστη, τους προσφέρει το έλεος δωρεάν και τους καθαρίζει από τη λέπρα, ώστε, απαλλασσόμενοι από το κώλυμα για συναναστροφή μαζί του, να μπορούν και να συνυπάρχουν και να βελτιώνονται. Και τους καθαρίζει πώς; Λέγοντας προς αυτούς, «πηγαίνετε, δεί­ξατε τους εαυτούς σας στους ιερείς· ενώ πήγαιναν εκεί, καθαρίσθηκαν», γιατί εκείνος που εξουσιάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς του πρόσταξε να μεταβούν και, επειδή υπάκουσαν, χορήγησε και την κάθαρση. Όπως δηλαδή ο δεσπότης του νό­μου,εφαρμόζοντας για χάρη μας το νόμο, δεν προσκάλεσε κοντά του τους λεπρούς, ούτε τους άφησε να τον εγγίσουν, έτσι και μετά το λύγισμά του στις ελεεινές φωνές εκείνων, παρέχοντας τη θερα­πεία, τους στέλλει προς τους ιερείς πάλι σύμφωνα με τον νόμο. Γιατί ο νόμος αυτός πρόσταζε να μη δίνει τη μαρτυρία μόνος του ο λεπρός που καθαρίσθηκε, αλλά να προσέρχεται στους ιερείς και να δείχνει στους οφθαλμούς εκείνων κάθε μέλος του σώματός του και από εκείνους να παίρνει τη διαβεβαίωση, ώστε να θεωρείται καθαρός.

Επειδή όμως η λέπρα υπαινίσσεται την αμαρτία, η επίδειξη στους ιερείς δείχνει οπωσδήποτε τούτο, ότι κανείς από αυτούς που αμαρτάνουν στον Θεό, ακόμη και αν απομακρυνθεί από την αμαρτία, ακόμη και αν την ισοσταθμίσει με τα έργα της μετάνοι­ας, δεν μπορεί να λάβει από τον εαυτό του τη συγχώρηση και να συμβρίσκεται με τους ανεύθυνους, εάν δεν μεταβεί προς εκείνον που έχει από τον Θεό την εξουσία να λύνει και δεν δείξει σ’ αυ­τόν την λεπρωμένη ψυχή του με την εξομολόγηση και δεχθεί από εκείνον τη διαβεβαίωση τής συγχωρήσεως. Αυτός λοιπόν που εκτελεί και τις συμβολικές πράξεις του νόμου για μας, στέλλει για τον ίδιο λόγο και τους λεπρούς στους ιερείς για να ελεγ­χθούν, οικονομώντας και κάτι επί πλέον γιατί ήταν ικανό το θαύμα ν’ απαλλάξει ακόμη και τους ιερείς από την προς αυτόν απιστία. Πράγματι κάποτε λεπρώθηκε και η αδελφή του Μωυσή Μαριάμ, για αιτία που δεν είναι καιρός να την πούμε τώρα, αλλ’ οπωσδήποτε λεπρώθηκε· και ο Μωυσής που δοκίμασε τρομερό πόνο από το πάθος ζητούσε με την προσευχή τη θεραπεία της αδελφής του από τον Θεό· και την έλαβε βέβαια, αλλ’ έπειτα από επτά ημέρες.

Προσέξτε λοιπόν πόση υπεροχή προσμαρτυρεί το θαύμα στον Χριστό έναντι του Μωυσή. Γιατί αυτός στον λεπρό που του είπε, «Κύριε, αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις», απάντησε, «θέλω, καθαρίσου», και αμέσως τον απάλλαξε από τη λέπρα, ενώ εδώ έδωσε τη θεραπεία σε δέκα λεπρούς που ζήτησαν από μακριά την κάθαρση, χωρίς καν να πει τίποτε, αλλά μόνο με τη συγκα­τάνευσή του. Άρα δεν είναι φανερό σε όλους όσοι έχουν νου, ότι αυτός είναι εκείνος στον οποίο προσευχόταν ο Μωυσής και τον οποίο ικέτευε ως Θεό να συγκατανεύσει στην κάθαρση της Μαρίας; Γι’ αυτό λοιπόν οι τόσοι αυτοί λεπροί που καθαρίσθηκαν με αυτόν τον τρόπο αποστέλλονταν στους ιερείς, για να γνωρίσουν και αυτοί μέσω του θαύματος τη δύναμη του Χρι­στού, και αφού μάθουν από τους λεπρούς ότι ήρθαν να εκπληρώσουν τον νόμο σύμφωνα με τη γνώμη εκείνου που έχει τόση δύναμη, να καταλάβουν ότι εκείνου γνώμη είναι και ο δοσμένος μέσω του Μωυσέως νόμος, και έτσι να πιστέψουν στον ένα αυτό Θεό, που είναι ο ίδιος, και του νόμου και της χάριτος, και να οδηγήσουν αυτοί τελειότερα τους καθαρισμένους λεπρούς προς την πίστη σ’ αυτόν. Γιατί έτσι έπρεπε, αν και εκείνοι χωρίς σύνε­ση έπρατταν τα αντίθετα.Μολονότι λοιπόν εκείνοι έπρατταν τ’ αντίθετα, αλλ’ ο Χριστός δεν παρέλειπε ποτέ τίποτε από όσα τους είλκυαν προς τη σωτηρία· γιατί έχει αδαπάνητη και ανίκητη την ανεξικακία και τη φιλανθρωπία και δεν ήταν δυνατό να νικηθεί η μακροθυμία εκείνου με την κακία αυτών.

Αλλά, καθώς οι λεπροί, πηγαίνοντας προς τους ιερείς, θεραπεύθηκαν στο δρόμο, «ένας από αυτούς, αφού είδε ότι θεραπεύθηκε, επέστρεψε δοξάζοντας τον Θεό μεγαλόφωνα και έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του για να τον ευχαριστήσει· κι αυτός ήταν Σαμαρείτης». Σωστά είπε ο Ψαλμωδός προφήτης για το τότε γένος των Ιουδαίων, ότι «δεν υπήρχε άνθρωπος που να καταλαβαίνει, που να επιζητεί τον Θεό· όλοι παρεξέκλιναν, όλοι αχρειώθηκαν». Πράγματι, αν αυτοί οι εννέα, που τόση ευεργε­σία πέτυχαν από τον Χριστό και τέτοιο θαύμα είδαν επάνω τους, δεν κατάλαβαν ότι ο Ιησούς είναι Θεός, δεν επέστρεψαν για να τον αναζητήσουν, δεν απέδωσαν τη μεγαλύτερη δοξολογία ούτε την ευχαριστία, τί είναι φυσικό να σκεφθούμε για τους άλλους; Αλλ’ ο Σαμαρείτης, ο Ασσύριος κατά το γένος (γιατί από αυ­τούς προερχόταν η σαμαρειτική αποικία), που ήταν ένας από αυτούς, όταν είδε το θαύμα και την ποθητή ευεργεσία που πέτυ­χε, κατανόησε αυτήν και τελειώθηκε ως προς την πίστη, και αφού επέστρεψε, λέγει και εκτελεί λόγια και πράγματα ευγνωμο­σύνης και πίστεως, πέφτοντας δημόσια με το πρόσωπο στα πό­δια του ευεργέτη και δοξάζοντας ως Θεό αληθινόν αυτόν που του χάρισε την κάθαρση. Και ο Κύριος λέγει προς τους παραβρισκόμενους· «δεν καθαρίσθηκαν οι δέκα; που είναι οι εννέα; Δεν σκέφθηκαν ότι πρέπει να επιστρέψουν για να δοξολογή­σουν τον Θεό;», αν και βέβαια γι’ αυτό θεράπευσε και αυτούς, για να λάβουν την άδεια να συμβιώνουν και με τους γύρω από αυτόν και να κερδίσουν τη θεραπεία των ψυχών και να δοξάσουν τον ιατρό και των ψυχών και των σωμάτων· εκείνοι όμως δεν σκέφθηκαν ότι πρέπει να προσφέρουν δόξα στον Θεό.

Αλλά τί πάθος αληθινά! Γιατί αυτό μπορεί κανείς να δει να πάσχομε και εμείς τώρα. Αφού καθαρισθήκαμε από τον Χριστό απ’ εκείνη την πρώτη κατάρα, που ήταν απλωμένη πάνω μας σαν λέπρα, και πιο βλαβερή και πιο σιχαμερή από κάθε λέπρα, καθόσον το πάθος εκτός από το σώμα διέβαινε και στην ψυχή· αφού καθαρισθήκαμε λοιπόν απ’ αυτήν μέσω του Χριστού, και ελάβαμε πάλι από εκείνον καθαρή τη φύση μας σαν από την αρχή, δεν προσκολλώμαστε σ’ αυτόν με ενάρετη ζωή προσφέροντάς του δόξα, αλλά απομακρυνόμαστε πάλι από αυτόν με επά­ρατα και παράνομα έργα, όπως λέγει προς αυτόν ο Δαβίδ· «δεν θα παραμείνουν παράνομοι μπροστά στα μάτια σου». Γι’ αυτό πάλι ο Κύριος, ελεεινολογώντας τους ανθρώπους αυτού του είδους και θρηνώντας κατά κάποιο τρόπο εκείνους και εμάς τους έπειτα από εκείνους όμοιους με εκείνους, όπως προς τον Αδάμ, όταν εξέπεσε από τη θεία εκείνη δόξα, έλεγε, «Αδάμ, πού εί­σαι;», έτσι έπειτα λέγει και προς αυτούς· «οι εννέα όμως πού είναι; δεν έκριναν ότι πρέπει να προσφέρουν δόξα στον Θεό, παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός;». Λέγοντας όμως, «παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός», δείχνει την αχαριστία και σκληροκαρδία του γένους των Ιουδαίων, και ότι τα έθνη ήταν έτοιμα για επιστροφή, ενώ οι Ιουδαίοι ήταν τελείως αμετανόητοι προς σωτηρία. Γι’ αυτό και σ’ αυτόν που επέστρεψε με ευγνωμοσύνη χάρισε δίκαια και την ψυχική σωτηρία, που προτυπώνει τη σωτηρία των εθνών μέσω της πίστεως, λέγοντάς του· «σήκω και πήγαινε· η πίστη σου σ’ έσωσε· ζήσε με ειρήνη», ενώ εκείνους που δεν επέστρεψαν, αφού τους κατηγόρησε μόνο για τη σιωπή, έδειξε ότι απέτυχαν ως προς την ψυχική σωτηρία.

Μοιάζουν βέβαια οι δέκα αυτοί λεπροί με ολόκληρο το γένος των ανθρώπων γιατί όλοι μας ήμασταν λεπρωμένοι, αφού όλοι υποπέσαμε στην αμαρτία, όπως λέγει ο θείος Παύλος, «όλοι αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα του Θεού, δικαιούμενοι δω­ρεάν με τη χάρη αυτού». Όλοι λοιπόν ήμασταν έτσι λεπρωμένοι, αφού όμως κατέβηκε ο Κύριος από τους ουρανούς και έλαβε τη φύση μας, την ελευθέρωσε από την καταδίκη για την αμαρ­τία. Αλλά οι Ιουδαίοι βέβαια φάνηκαν αγνώμονες απέναντι σ’ αυτήν την ευεργεσία, όσοι όμως από τους Εθνικούς επέστρεψαν από τον μάταιο δρόμο τους και από τα προηγούμενα πονηρά ήθη τους και πρόσφεραν δόξα στον Θεό, όχι ομολογώντας απλώς τη σωτηρία και ανακηρύσσοντας το μέγα έλεος εκείνου που από το απέραντο πέλαγος φιλανθρωπίας κένωσε τον εαυτό του μέχρι σε μας, αλλά και πείθονται στις εντολές του και ζουν σύμφωνα με αυτές και με τη διαγωγή αυτή βαδίζουν προς ειρή­νη, δηλαδή ειρηνεύουν προς τους εαυτούς τους και μεταξύ τους και προς τον Θεό. Και ειρηνεύουν προς τον Θεό εκτελώντας τα ευάρεστα σ’ αυτόν, ζώντας με σωφροσύνη, λέγοντας την αλήθεια, και πράττοντας τα δίκαια, «επιδιδόμενοι σε προσευχές και δεήσεις», «υμνώντας και ψάλλοντας με τις καρδιές μας», και όχι μόνο με τα χείλη· προς τους εαυτούς μας ειρηνεύομε υποτάσ­σοντας τη σάρκα στο πνεύμα και ακολουθώντας τον σύμφωνα με τη συνείδηση τρόπο ζωής και έχοντας τον εσωτερικό μας κόσμο των λογισμών κινούμενον με κοσμιότητα και ευγένεια· μεταξύ μας τέλος ειρηνεύομε «ανεχόμενοι ο ένας τον άλλο και χαρίζο­ντας την κατηγορία που έχει κάποιος σε βάρος άλλου, όπως και ο Χριστός μας χάρισε, και δείχνοντας την μεταξύ μας ευσπλαγχνία με την αγάπη ο ένας προς τον άλλο, όπως και ο Χριστός από μόνη την προς εμάς αγάπη μας ελέησε και κατέβηκε μέχρι σε μας για χάρη μας.

Ας ειρηνεύομε και εμείς λοιπόν, αδελφοί, παρακαλώ, και ας δείχνομε αυτή την ειρήνη με έργα και τρόπους ενάρετους και αγαπητούς στον Θεό· γιατί εξ αιτίας αυτής της ειρήνης και εμείς ήρθαμε σε σας, στην Εκκλησία του Χριστού, έχοντας ορισθεί από αυτόν διάκονοι της κληρονομιάς και χάριτός του, και πάνω από όλα ευαγγελιζόμαστε σ’ εσάς την ειρήνη σύμφωνα με την προς εμάς παραγγελία του Σωτήρα μας μέσω των Αποστόλων, και με αυτήνσυνάγομε τα σκορπισμένα μέλη προς τον εαυτό τους και την από το μίσος προκαλούμενη ασθένεια και καχεξία την βγάζομε έξω από τις ψυχές μας.

Είμαστε λοιπόν μαζί σας με τη χάρη του Χριστού και είμα­στε πρεσβευτές του Χριστού, αφού αυτός παρακαλεί με ενδιάμε­σους εμάς, «συμφιλιωθείτε με τον Θεό», γνωρίσατε την μεταξύ σας συγγένεια που ενυπάρχει σε σάς, όχι μόνο ως προς την ψυ­χή, αλλά και ως προς το σώμα, γιατί έτσι θα γίνετε και της ειρή­νης, δηλαδή του Θεού, υιοί και κληρονόμοι. Γιατί αυτός είναι η ειρήνη μας, που έκαμε τα δυο ένα και διέλυσε τον μεσότοιχο φράκτη και κατέλυσε με τον σταυρό την έχθρα και φύτευσε την ειρήνη μέσα στις ψυχές μας. Γιατί ολόκληρο το έργο της παρουσίας του είναι η ειρήνη, και γι’ αυτήν έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη. Γι’ αυτό και ο Δαβίδ προείπε γι’ αυτόν, «στις ημέρες του θ’ ανατείλει δικαιοσύνη και πλήθος ειρήνης», και σε άλλον ψαλμό λέγει πάλι γι’ αυτόν, «θα λαλήσει ειρήνη προς τον λαό του και προς αυτούς που επιστρέφουν την καρδιά τους σ’ αυτόν». Δείχνει όμως και ο ύμνος που ψάλθηκε κατά τη γέννησή του από τους αγγέλους, ότι ήρθε σ’ εμάς φέροντάς μας από τον ουρανό την ειρήνη, λέγοντας, «δόξα στον Θεό στα ουρά­νια και πάνω στη γη ειρήνη». Και αυτός ο ίδιος, όταν ολοκλή­ρωνε ήδη την σωτηριώδη οικονομία,αντί κληρονομιάς, την ειρή­νη άφησε στους μαθητές του, λέγοντας προς αυτούς· «σας δίνω την ειρήνη μου, σας αφήνω την ειρήνη μου». Και πάλι· «να ειρη­νεύετε μεταξύ σας και με όλους»· και επίσης· «από αυτό θα γνω­ρίσουν όλοι ότι είσθε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας». Και η τελευταία προσευχή που έκανε για μας όταν ανέβαινε προς τον Πατέρα του στηρίζει την αναμεταξύ μας αγάπη· γιατί λέγει· «βοήθησέ τους, Πατέρα, ώστε όλοι να είναι ένα».

Να μη εκπέσομε λοιπόν από την πατρική προσευχή, ούτε να απορρίψομε την κληρονομιά του ουράνιου Πατέρα, ούτε τη σφραγίδα και το σημάδι της προς αυτόν οικειότητας να πετάξομε, για να μη χάσομε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς αυτόν μαθητεία και εκπέσομε από την επηγγελμένη ζωή και αποκλεισθούμε από τον πνευματικό νυμφώνα του ειρηνάρχη Πατέρα, ο οποίος, για να μη πάθομε αυτό, απέστειλε μέσω των αγίων μαθητών και Αποστόλων του την ειρήνη σ’ όλον τον κό­σμο. Γι’ αυτό και αυτοί και στις ομιλίες τους και στα συγγράμματά τους αυτήν προβάλλουν στους προλόγους τους πριν από όλους τους λόγους, «χάρη σε σας και ειρήνη από τον Θεό». Αυ­τήν και εμείς ως υπηρέτες της διακονίας εκείνων και τώρα ευαγ­γελιζόμαστε και μαζί με τον Παύλο λέμε σ’ εσάς, «να επιδιώκετε ειρήνη με όλους και τον αγιασμό, χωρίς την οποία κανένας δεν θα δει τον Κύριο». Από μας όμως κανένας να μη αποτύχει στη θέα του Κυρίου, ούτε να εκπέσει από τη θεία δόξα την εκπεμπόμενη από εκεί, αλλά, αφού όλοι συμφιλιωθούμε και συναχθούμε σ’ ένα με την μεταξύ μας κατά Θεόν ειρήνη και αγάπη και ομό­νοια, να έχομε στο μέσο μας σύμφωνα με τη γλυκειά παραγγελία του τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που εξομαλύνει τις δυσκολίες του παρόντος βίου, και στον κατάλληλο καιρό χαρίζει την αιώ­νια ζωή και δόξα και βασιλεία.

Αυτήν είθε να επιτύχομε όλοι εμείς με τη χάρη και φιλαν­θρωπία του ειρηνάρχη και ειρηνόδωρου Θεού και Πατέρα μας και Κυρίου Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα τώρα και πάντοτε και στους αιώνες αιώ­νων. Γένοιτο.

(Γρηγορίου Παλαμά έργα, τόμος 11, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

Πηγή: alopsis.gr

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΨΥΧΗΣ (Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος)


Οι ψυχές των ανθρώπων, όσο είναι μολυσμένες από την αμαρτία, και σκοτεινές από τα πάθη, δεν μπορούν να δουν ούτε ή μία την άλλη, ούτε τον εαυτό τους. Εάν όμως μετανοήσουν και γίνουν καθαρές και γίνουν όπως πλάσθηκαν από το Θεό κατά τη δημιουργία του κόσμου, τότε βλέπουν από μακριά και πολύ καθαρά τις τρεις τάξεις που αμέσως τώρα αναφέρω: δηλ. την τάξη των δαιμόνων, που είναι κατώτερη τους, την ανώτερη, των αγγέλων, και την ανθρώπινη, αφού οι ψυχές βλέπουν η μια την άλλη. Και μη νομίσεις ότι αλλοιώνονται οί ψυχές, και ότι παίρνουν σωματική μορφή, και τότε μόνο μπορούν και βλέπουν είτε τους αγγέλους, είτε τους δαίμονες, είτε η μια την άλλη, αλλά βλέπουν με την εξαγνισμένη φυσική τους ιδιότητα και σύμφωνα με τον πνευματικό νόμο του Θεού.

Εσύ μπορεί να πεις ότι είναι αδύνατο οι ψυχές να δουν δαίμονα ή άγγελο, εάν πρώτα δεν αλλοιωθούν και δεν πάρουν άλλη μορφή. Σ’ αυτή την περίπτωση όμως, δε θα βλέπει η ψυχή, αλλά το σώμα. Και αν είναι έτσι, για ποιο λόγο να καθαρισθεί ή ψυχή από τα πάθη και τίς αμαρτίες; Βέβαια, και σ’ αυτούς που έχουν ακάθαρτη ψυχή παρουσιάζονται κάποτε οι δαίμονες ή και οι άγγελοι, αλλά τους βλέπουν τότε με τους σωματικούς οφθαλμούς, όταν φυσικά είναι ανάγκη να τους δούνε, όντας ακάθαρτοι.

Όμως η ψυχή που έγινε καθαρή, βλέπει με τρόπο πνευματικό, με το διορατικό και νοερό οφθαλμό της εξαγνισμένης φύσης της. Και ότι οι ψυχές βλέπουν η μια την άλλη, όντας μέσα στο σώμα τους, μην απορήσεις. Διότι θα σου φέρω μια αναμφισβήτητη απόδειξη παρουσιάζοντας σου έναν αξιόπιστο μάρτυρα, το μακάριο Μέγα Αθανάσιο. Αυτός λοιπόν είπε στο βιβλίο που έγραψε για το Μέγα Αντώνιο, ότι κάποτε ο Μέγας Αντώνιος, ενώ προσευχόταν, είδε την ψυχή ενός άνθρωπου, που ανέβαινε στους ουρανούς με μεγάλη τιμή, και μακάρισε αυτόν που αξιώθηκε να έχει τέτοια δόξα.

Αυτή η ψυχή ήταν του μακάριου Αμμούν από την έρημο της Νιτρίας. Το όρος εκείνο, στο όποιο ζούσε ο άγιος Αντώνιος απείχε από τη Νιτρία μια απόσταση δεκατριών ημερών. Από το παράδειγμα αυτό έχει αποδειχθεί ότι, κι αν ακόμη βρίσκονται σε απόσταση αναμεταξύ τους οι τρεις πνευματικές τάξεις που αναφέραμε, όμως οι πνευματικές τους φύσεις βλέπουν ή μια την άλλη.

Με όμοιο τρόπο, λοιπόν, και οί ψυχές, όταν γίνουν καθαρές, δε βλέπουν με τα σωματικά μάτια, αλλά με τα πνευματικά. Διότι με τη σωματική δράση βλέπουμε αυτά που είναι φανερά και κοντά μας. Αυτά που είναι μακριά και δε φαίνονται χρειάζονται την πνευματική δράση. .


Άγιος Ισαάκ ο Σύρος


Πηγή: agioreitika

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΙΑ ΖΩΗ; (Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης)

Μοῦ ζήτησες, ἀγαπητέ μου, νὰ σοῦ περιγράψω ποιὸς εἶναι ὁ τέλειος βίος σύμφωνα μὲ ἕνα πρότυπο, γιὰ νὰ προσβλέπεις σ’ αὐτό, ἔτσι ὥστε ἂν βρεθεῖ μὲ τὴν περιγραφὴ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ζητᾶς, νὰ ἐφαρμόσεις στὴ ζωή σου τὸ ἀγαθὸ πού σου γνωστοποιήθηκε. Ἀλλὰ ἐγὼ δυσκολεύομαι ἐξίσου καὶ γιὰ τὰ δυό. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μου τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ τὰ δυό, τόσο το νὰ περιγράψω μὲ τὰ λόγια τὴν τελειότητα, ὅσο καὶ τὸ νὰ δείξω στὴ ζωὴ αὐτὸ ποὺ θὰ σκεφθεῖ ὁ νοῦς. Καὶ μὴ νομίσεις ὅτι αὐτὴ ἡ ἀδυναμία εἶναι μόνο δική μου. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προχώρησαν πολὺ στὴν ἀρετή, ὁμολογοῦν πὼς κάτι τέτοιο τοὺς εἶναι ἀκατόρθωτο. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ δώσω τὴν ἐντύπωση, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ ψαλμωδοῦ, ὅτι «φοβᾶμαι ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει φόβος» (Ψάλμ. 13, 5), θὰ σοῦ ἐκθέσω σαφέστερα αὐτὸ ποὺ θέλω.

Ἡ τελειότητα σ’ ὅλα τα ἄλλα, ὅσα μποροῦν νὰ μετρηθοῦν μὲ τὴ βοήθεια τῶν αἰσθήσεων, περικλείεται μέσα σὲ καθορισμένα ὅρια. Στὴν περίπτωση π.χ. τοῦ ποσοῦ καὶ τοῦ συνεχῶς μεταβαλλόμενου καὶ τοῦ καθορισμένου, τὰ ὅρια αὐτὰ εἶναι ἡ ἀφετηρία καὶ τὸ τέρμα, ἐπειδὴ καθετὶ ποὺ μετριέται σὲ ποσότητα περιλαμβάνεται στὰ ἰδιαίτερά του ὅρια. Καὶ ὅποιος χρησιμοποιεῖ ὡς μέτρο τὸν πῆχυ ἢ τὴ δεκάδα, ξέρει ὅτι ἡ τελειότητά τους ἔγκειται στὸ ὅτι ἀπὸ κάπου ἀρχίζουν καὶ κάπου τελειώνουν. Στὴν ἀρετὴ ὅμως τὰ πράγματα διαφέρουν.

Γιατί ὅπως ξέρουμε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο, ἕνα εἶναι τὸ ὅριο τῆς ἀρετῆς τῆς τελειότητας, τὸ νὰ μὴν ἔχει ὅριο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ὁ μεγάλος καὶ ἀνώτερος στὴ διάνοια θεῖος Ἀπόστολος, ἂν καὶ ἔτρεχε πάντοτε γιὰ τὴν κατάχτηση τῆς ἀρετῆς, ὅμως ποτὲ δὲν σταμάτησε νὰ προχωρεῖ πρὸς τὰ ἐμπρὸς (Φιλιπ. 3,13). Καὶ αὐτὸ γιατί δὲν ἔνιωθε ἀσφαλής, ἂν σταματοῦσε ἔστω καὶ γιὰ λίγο. Γιατί; Διότι τὸ ἀγαθὸ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ἀπέραντο καὶ προσδιορίζεται μόνο ἀπὸ τὴν ἀντιπαράθεσή του πρὸς τὸ ἀντίθετο, ὅπως ἡ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι.

Καὶ γενικὰ κάθε ἀγαθὸ τελειώνει πάντοτε ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζει αὐτὸ ποὺ θεωρεῖται ἀντίθετό του. Ὅπως, λοιπόν, τὸ τέλος τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ θανάτου, ἔτσι καὶ τὸ σταμάτημα τῆς προόδου στὴν ἀρετὴ εἶναι ἡ ἀφετηρία τοῦ δρόμου τῆς κακίας. Συνεπῶς εἶναι ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ εἶπα, ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ μιλήσω γιὰ τὴν τελειότητα στὸ χῶρο τῆς ἀρετῆς, ἐπειδὴ ἀποδείχθηκε ὅτι καθετὶ ποὺ περικλείεται σὲ ὅρια, δὲν εἶναι ἀρετή.

Ἀλλὰ ἐπειδὴ εἴπαμε ὅτι εἶναι ἀδύνατο καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ζοῦν τὸν ἐνάρετο βίο, νὰ φθάσουν στὴν τελειότητα, θὰ πρέπει νὰ ἀποσαφηνίσω τὸ λόγο μου καὶ γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Κατ’ ἀρχὴν καὶ στὴν κυριολεξία ἀγαθό, ποὺ ἡ ἴδια τοῦ ἡ φύση εἶναι ἡ ἀγαθότητα, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, καὶ ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ κατανοήσει κανεὶς γιὰ τὴ θεϊκὴ φύση, αὐτὸ καὶ εἶναι καὶ λέγεται ἀγαθό. Καὶ ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, δὲν ὑπάρχει κανένα ὅριο γιὰ τὴν ἀρετὴ ἔξω καὶ ξέχωρα ἀπὸ τὴν κακία, καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν ἐπιδέχεται τίποτε τὸ ἀντίθετο (πρὸς τὸ ἀγαθό), γι’ αὐτὸ θεωρεῖται ἡ θεία φύση ἀπέραντη καὶ ἀπεριόριστη.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ζεῖ τὴν ἀληθινὰ ἐνάρετη ζωή, δὲν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ζεῖ ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ὁλοκληρωμένη ἀρετή. Καὶ ἐπειδὴ ὅσοι ἔχουν ἐπίγνωση, ἐπιθυμοῦν νὰ ἔχουν ἐπικοινωνία μὲ τὸ ἀγαθὸ κατὰ τὴ φύση του, καὶ αὐτὸ δὲν ἔχει ὅρια, γι’ αὐτὸ ἀναγκαστικὰ καὶ ἡ ἐπιθυμία ἐκείνου ὁ ὁποῖος κοινωνεῖ μὲ τὸ ἀγαθό, δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἔχει τέλος, ἐπειδὴ ἐπεκτείνεται μαζὶ μὲ τὸ ἄπειρο.
Συνεπῶς εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νὰ πετύχει κανεὶς τὸ τέλειο, ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, ἡ τελειότητα δὲν περικλείεται σὲ ὅρια, καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ ἕνα ὅριο ὑπάρχει: τὸ ἄπειρο. Πῶς θὰ μποροῦσε, λοιπόν, νὰ φθάσει κανεὶς στὸ τέλος, ποῦ ἐπιθυμεῖ, ὅταν δὲν βρίσκει αὐτὸ τὸ τέλος;

Ἀλλὰ ὅμως, ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε πιὸ πάνω, εἶναι ἐντελῶς ἀσύλληπτο αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε, δὲν θὰ πρέπει νὰ παραβλέπουμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἡ ὁποία λέγει: «νὰ γίνεσθε τέλειοι, ὅπως εἶναι τέλειος ὁ οὐράνιος Πατέρας σᾶς» (Ματθ. 5,48). Γιατί ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ ἀπὸ τὴ φύση τοὺς καλά, καὶ ὅταν δὲν εἶναι, δυνατὸ νὰ ἐπιτύχουμε τὸ ὅλο, θὰ ἦταν μεγάλο κέρδος γιὰ τοὺς συνετοὺς καὶ τὸ νὰ μὴν ἀποτύχουν στὸ μέρος. Θὰ πρέπει, λοιπόν, νὰ καταβάλουμε κάθε προσπάθεια, γιὰ νὰ μὴν ὑστερήσουμε ἀπὸ τὴ δυνατὴ τελειότητα, ἀλλὰ νὰ ἀποκτήσουμε ἀπὸ αὐτὴν τόση, ὅση χρειάζεται, γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ βάθος αὐτοῦ ποὺ ζητᾶμε. Μποροῦμε μάλιστα νὰ ποῦμε πὼς ἡ φύση τῆς ἀνθρώπινης τελειότητας εἶναι τέτοια, ὥστε νὰ ἐπιθυμεῖ καὶ νὰ ἐπιδιώκει πάντοτε νὰ ἔχει ὅσο μπορεῖ μεγαλύτερη συμμετοχὴ στὸ καλό.

Τελειότητα καὶ πρόοδος

Αὐτὴ εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μου βέβαια, ἡ τελειότητα στὸ χριστιανικὸ βίο. Τὸ νὰ ἔχεις κοινωνία καὶ κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ κατὰ τὸν λόγο καὶ κατὰ τὰ ἔργα τοῦ βίου σ’ ὅλες τὶς προσωνυμίες, μὲ τὶς ὁποῖες ἑρμηνεύεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὴ ἡ κοινωνία νὰ εἶναι τέτοια, ὥστε, σύμφωνα μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, νὰ ἀναδεχθεῖς στὸν ἑαυτό σου ὁλόκληρο τὸν ἁγιασμὸ σ’ ὁλόκληρό το σῶμα, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα (Ἃ’ Θεσ. 5,23), κρατώντας τὸν διαρκῶς ἔξω ἀπὸ κάθε ἐπιμιξία μὲ τὸ κακό.

Ἂν θὰ ἰσχυριζόταν κανεὶς ὅτι εἶναι δύσκολο νὰ κατακτηθεῖ τὸ ἀγαθό της τελειότητας, ἐπειδὴ μόνον ὁ Κύριος της κτίσης εἶναι ἄτρεπτος, ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι τρεπτὴ καὶ εὔκολα ὑπόκειται στὶς μεταβολές, καὶ ἀκόμη ἂν ἔλεγε: Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ κατορθώσει κανεὶς μέσα στὴν τρεπτὴ τοῦ φύση, νὰ μείνει σταθερὸς καὶ ἀμετάβλητος στὸ ἀγαθό; Σ’ ἕνα παρόμοιο ἰσχυρισμὸ τοῦτο θὰ λέγαμε, πὼς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πάρει κανεὶς τὸ στεφάνι τῆς νίκης, ἂν δὲν ἀγωνισθεῖ νόμιμα (Β΄ Τιμ. 2,5). Καὶ δὲν γίνεται νόμιμο ἀγώνισμα χωρὶς νὰ ὑπάρχει ὁ ἀνταγωνιστής. Ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἀντίπαλος οὔτε καὶ τὸ στεφάνι θὰ δινόταν. Γιατί νίκη μὲ τὸν ἑαυτό της δὲ λογίζεται, ἂν δὲν ὑπάρχει ἐκεῖνο ποὺ νικᾶται.

Συνεπῶς ἃς ἀναλάβουμε τὸν ἀγώνα ἐνάντια σ’ αὐτὸ τὸ μεταβλητό της φύσης μας καὶ ἃς πιαστοῦμε στὰ χέρια διὰ τῶν λογισμῶν σὰν μὲ κάποιον ἀντίπαλο, ὄχι βέβαια γιὰ νὰ τὴν συντρίψουμε, ἀφοῦ γίνουμε νικητές της, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν τῆς ἐπιτρέψουμε νὰ πέσει. Ἄλλωστε δὲν εἶναι τρεπτὸς ὁ ἄνθρωπος μόνο πρὸς τὸ κακό. Γιατί τότε θὰ τοῦ ἦταν ἀδύνατο, νὰ γίνει ἀγαθός, ἂν μόνο πρὸς τὸ ἀντίθετό του ἀγαθοῦ εἶχε ἀπὸ τὴ φύση τοῦ τὴν κλίση. Τώρα ὅμως τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς τροπῆς εἶναι ἡ αὔξηση στὰ ἀγαθά, ἐπειδὴ πάντοτε ἡ ἀλλοίωση πρὸς τὸ καλύτερο μεταβάλλει πρὸς τὸ ἁγιότερο ἐκεῖνον ποὺ καλῶς ἀλλοιώνεται.

Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ σὲ πολλοὺς φαίνεται φοβερό, ἐννοῶ το ὅτι ἡ φύση μᾶς εἶναι τρεπτή, ὁ λόγος τὸ παρουσίασε σὰν ἄλλο φτερὸ γιὰ τὴν πτήση πρὸς τὰ ἀνώτερα. Ὥστε ποινὴ γιὰ μᾶς θὰ ἦταν νὰ μὴν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴν ἀλλοίωση πρὸς τὸ καλύτερο. Ἃς μὴ λυπᾶται λοιπὸν ὅποιος βλέπει στὴν ἀνθρώπινη φύση τὴ ροπὴ πρὸς τὴ μεταβολή, ἀλλὰ ἃς ἀγωνίζεται νὰ μεταβάλλεται διαρκῶς πρὸς τὸ καλύτερο καὶ νὰ μεταμορφώνεται ἀπὸ δόξα σὲ δόξα (Β’ Κορ.3,18). Ἔτσι νὰ μεταβάλλεται. Καὶ μὲ τὴν καθημερινὴ προκοπὴ νὰ γίνεται πάντοτε καλύτερος καὶ συνεχῶς τελειότερος καὶ ποτὲ νὰ μὴ φθάνει στὸ τέρμα τῆς τελειότητας. Ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἀληθινὰ ἡ τελειότητα, τὸ νὰ μὴ σταματᾶς ποτὲ τὴν προσπάθεια γιὰ περισσότερη προκοπὴ καὶ βελτίωση, οὔτε νὰ περιορίζεις τὴν τελειότητα σὲ κάποιο ὅριο.

 ( Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Μυστικὴ Θεολογία, ἐπιλογὴ κειμένων, ἔκδ. Ἐπέκταση σ.83-93).



Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΙΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ




Την Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016, ώρα 3μμ, στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, θα πραγματοποιηθεί :
«Πανελλήνια Κληρικολαϊκή Συγκέντρωση»
ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΟΛΕΘΡΙΑΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ
με την εργώδη ηλεκτρονική διακυβέρνηση, που επιβάλει το ισοπέδωμα συνειδήσεων και κατάργηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η παρουσία όλων των ενσυνειδήτων Ελλήνων είναι
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΚΑΙ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ!

Επίτιμος ομιλητής ο Καθηγούμενος της Ι.Μ. Εσφιγμένου
Πανοσιολογιότατος +Αρχιμανδρίτης κ. Μεθοδιος
ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ 666....
Για τους Νομούς Θεσσαλονίκης και Καβάλας θα διατεθούν λεωφορεία.
Για την Θεσσαλονίκη:
Νικόλαος Μορφίδης τηλ.κιν.: +30 6976 074 111
Για την Καβάλα:
Ιωάννης Κολοκυθάς τηλ.κιν.: +30 6972 291 676
Περισσότερες πληροφορίες στο inbox των διαχειριστών της σελίδας  "Filoi.tis.Gnisias.Esfigmenou".


Η ΣΩΣΤΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ (Ἃγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος)


Όπως πλησιάζουν τα βλέφαρα το ένα το άλλο, έτσι και οι πειρασμοί είναι κοντά στους ανθρώπους. Και αυτό το οικονόμησε ο Θεός να είναι έτσι, με σοφία, για να έχουμε ωφέλεια. για να κρούεις δηλ. επίμονα, εξαιτίας των θλίψεων, τη θύρα του ελέους του Θεού και για να μπει μέσα στο νου σου, με το φόβο των θλιβερών πραγμάτων, ο σπό­ρος της μνήμης του Θεού, ώστε να πας κοντά του με τις δεήσεις, και να αγιασθεί η καρδιά σου με τη συνεχή ενθύμησή του. Και ενώ εσύ θα τον παρακαλείς, αυτός θα σε ακούσει…

* Ο πορευόμενος στο δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρί­σκουν, και να κατηγορεί και να ατιμάζει τον αμελή εαυτό του, και να ξέρει ότι ο Κύριος, που τον αγαπά και τον φροντίζει, δε θα του παραχωρούσε τα λυπηρά, για να ξυπνήσει το νου του, αν δεν έδειχνε κάποια αμέλεια. Ακόμη μπορεί να επέτρεψε ο Θεός κάποια θλίψη, διότι ο άνθρωπος έχει υπερηφανευθεί, οπότε ας το καταλάβει και ας μην ταραχθεί κι ας βρίσκει την αιτία στον εαυτό του, ώστε το κακό να μη γίνει διπλό, δηλ. να υποφέρει και να μη θέλει να θεραπευθεί. Στο Θεό που είναι η πηγή της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει αδικία. Αυτό να μην περάσει από το νου μας.

* Μην αποφεύγεις τις θλίψεις, διότι βοηθούμενος απ’ αυτές μαθαίνεις καλά την αλήθεια και την αγάπη του Θεού. Και μη φοβηθείς τους πειρασμούς, διότι μέσα από αυτούς βρίσκεις θησαυρό. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους ψυχικούς πειρασμούς όσο για τους σωματικούς, να ετοιμάζε­σαι να τους αντιμετωπίσεις με όλη τη δύναμή σου, γιατί χωρίς αυτούς δεν μπορείς να πλησιάσεις το Θεό. Μέσα σ’ αυτούς εμπεριέχεται η θεία ανάπαυση. Όποιος αποφεύγει τους σωματικούς πειρασμούς, αποφεύγει την αρετή.

* Χωρίς πειρασμούς η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο δε φανερώνεται, και είναι αδύνατο, χωρίς αυτούς, να αποκτήσεις παρρησία στο Θεό, και να μάθεις τη σοφία του αγίου Πνεύματος και, ακόμη, δε θα μπορέσει να στεριωθεί μέσα στην ψυχή σου ο θεϊκός πόθος. Προτού να έρθουν οι πειρασμοί, ο άνθρωπος προσεύχεται στο Θεό σαν ξένος. Από τότε όμως που θα εισέλθει σε πειρασμούς για την αγάπη του Θεού, και δεν αλλάξει γνώμη, έχει το Θεό, να πούμε, υποχρεωμένο απέναντί του, και ο Θεός τον λογαριάζει για γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε και νίκησε τον εχθρό του, για να εκπληρώσει το θέλημα του Θεού.

* Ο Θεός δεν δίνει μεγάλο χάρισμα χωρίς να προηγηθεί μεγάλος πειρασμός γιατί ανάλογα με την σφοδρότητα των πειρασμών ορίσθηκαν τα χαρίσματα από τη σοφία του Θεού, την οποία όμως δεν καταλαβαίνουν συνήθως οι άνθρωποι. Από το μέγεθος των μεγάλων θλίψεων που σου στέλνει η πρόνοια του Θεού, καταλαβαίνεις πόση τιμή σου κάνει η μεγαλοσύνη του. Διότι ανάλογη με τη λύπη που δοκιμάζεις είναι και η παρηγοριά που δέχεσαι.

* Αν με ρωτήσεις ποια είναι η αιτία για όλα αυ­τά, σου απαντώ: Η αμέλεια σου. γιατί δε φρόντισες να βρεις τη γιατρειά τους. Η γιατρειά όλων αυτών είναι μία, και μ’ αυτή ο άνθρωπος βρίσκει αμέσως στην ψυχή του την παρηγοριά που ποθεί. Και ποια λοιπόν είναι αυτή η γιατρειά; Είναι η ταπεινοφροσύνη της καρδιάς. Χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να χαλάσεις το φράχτη των πειρασμών. απεναντίας μάλιστα βρίσκεις ότι οι πειρασμοί είναι ισχυρότεροι και σε εξουθενώνουν….

* Κατά το μέτρο της ταπεινοφροσύνης, σου δίνει ο Θεός και τη δύναμη να υπομένεις τις συμφορές σου. Και κατά το μέτρο της υπομονής σου, το βάρος των θλίψεών σου γίνεται ελαφρό και, έτσι, παρηγοριέσαι. Και όσο παρηγοριέσαι, τόσο η αγάπη σου προς το Θεό αυξάνει. Και όσο αγαπάς το Θεό, τόσο μεγαλώνει η χαρά που σου χαρίζει το άγιο Πνεύμα. Ο εύσπλαχνος Πατέρας μας, θέλοντας να βγάλει σε καλό τους πειρασμούς των πραγματικών του παιδιών, δεν τους παίρνει, παρά τους δίνει τη δύναμη να τους υπομείνουν. Όλα αυτά τα αγαθά (την παρηγοριά, την αγάπη, τη χαρά) τη δέχονται οι αγωνιστές ως καρπό της υπομονής, για να φτάσουν οι ψυ­χές τους στην τελειότητα. Εύχομαι ο Χριστός και Θεός μας να μας αξιώσει με τη χάρη του να υπομένουμε την πίκρα των πειρασμών για την αγάπη του και με ευχαριστίες της καρδιάς μας. Αμήν.

* Οι άγιοι δείχνουν έμπρακτα την αγάπη τους στο Θεό με όσα υποφέρουν για το όνομά του, όταν δηλ. τους στέλνει στενοχώριες, χωρίς όμως να απο­μακρύνεται απ’ αυτούς, γιατί τους αγαπά. Απ’ αυτή την πάσχουσα αγάπη τους αποκτά η καρδιά τους παρρησία, ώστε να ατενίζουν προς αυτόν ελεύθερα και με την πεποίθηση ότι θα εισακουσθούν τα αιτήματά τους και θα εκπληρωθούν. Μεγάλη είναι η δύναμη της προσευχής που έχει παρρησία. Γι’ αυτό αφήνει ο Θεός τους αγίους του να δοκιμάσουν κάθε λύπη, για να αποκτήσουν πείρα και να βεβαιωθούν για τη βοήθειά του και για το πόσο προνοεί και νοιάζεται γι’ αυτούς. Έτσι, αποκτούν σοφία και σύνεση από τους πειρασμούς, για να μη γίνουν αμαθείς, καθώς θα τους λείπει η πνευματική άσκηση και στο καλό και στο κακό, και για να αποκτήσουν, από τη δοκιμασία τους, τη γνώση όλων των πραγμάτων που χρειάζονται. γιατί, αλλιώς, θα παρασυρθούν από άγνοια και θα γίνουν καταγέλαστοι από τους δαίμονες. Διότι, αν γυμνάζονταν μόνο στα καλά και δεν είχαν την εμπειρία της πάλης με το κακό, θα πήγαιναν στον πόλεμο εντελώς άπειροι…


* Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γευθεί και να εκτι­μήσει το καλό, αν προηγουμένως δε δοκιμάσει την πίκρα από τους πειρασμούς….

* Οι άνθρωποι τότε έρχονται σε αληθινή επίγνωση, όταν ο Θεός τους στερήσει τη δύναμή του και τους κάνει να συναισθανθούν την ανθρώπινη αδυναμία, και τη δυσκολία που προκαλούν οι πειρασμοί, και την πονηριά του εχθρού, και με ποιον α­ντίπαλο έχουν να παλέψουν, και πόσο ασθενής είναι η ανθρώπινη φύση τους, και πώς τους φυλάει η θεϊκή δύναμη, και πόσο προχώρησαν και προόδευσαν στην αρετή, και ότι χωρίς τη δύναμη του Θεού είναι ανίσχυροι μπροστά σε οποιοδήποτε πάθος. Κι αυτό το κάνει ο Θεός, για να αποκτήσουν, από όλες αυτές τις αρνητικές εμπειρίες, αληθινή ταπείνωση, και να πλησιάσουν κοντά του, και να περιμέ­νουν τη βέβαιη βοήθειά του, και να προσεύχονται με υπομονή. Και όλα αυτά από που θα τα μάθουν, παρά από την πείρα των πολλών θλίψεων τις οποίες επιτρέπει ο Θεός και δοκιμάζουν; Αλλά και πίστη σταθερή αποκτά κανείς από τους πειρασμούς καθώς βεβαιώνεται για τη θεϊκή βοήθεια, που πολλές φορές βρίσκει στον αγώνα του….

* Οι αγωνιστές, λοιπόν, πειράζονται για να αυξήσουν τον πνευματικό τους πλούτο. οι αμελείς, για να φυλαχθούν απ’ ό,τι τους βλάπτει. οι κοιμισμένοι, για να ξυπνήσουν. οι απομακρυσμένοι, για να πλησιάσουν στο Θεό. και οι φίλοι του Θεού, για να εισέλθουν στον άγιο οίκο του με παρρησία. Ένας γιος, άβγαλτος στη ζωή, δεν μπορεί να διαχει­ρισθεί τον πλούτο του πατέρα του και να βοηθηθεί απ’ αυτόν. Γι’ αυτό λοιπόν, στην αρχή στέλνει δυσκολίες και βάσανα ο Θεός στα παιδιά του και, με­τά, τους φανερώνει τι τους χαρίζει. Δόξα τω Θεώ που, με πικρά φάρμακα, μας χαρίζει την απόλαυση της πνευματικής υγείας.

* Είναι κανείς που δε στενοχωριέται και δεν κουράζεται, ενόσω γυμνάζεται; Και είναι κανείς, στον οποίο να μη φαίνεται πικρός ο καιρός, που πίνει το φαρμάκι των πειρασμών και των θλίψεων; Χωρίς, λοιπόν, να περάσει απ’ αυτό το στάδιο δεν μπορεί να αποκτήσει ισχυρή κράση. Αλλά και η υ­πομονή στους πειρασμούς δεν είναι δική μας. Πώς μπορεί, αλήθεια, ο άνθρωπος, ένα πήλινο αγγείο, να βαστάζει μέσα του το νερό, αν δε το κάνει στέρεο η θεϊκή φωτιά; Αν σκύψουμε το κεφάλι, τότε ό,τι καλό και ωφέλιμο ζητήσουμε από το Θεό στην προσευχή μας με ταπείνωση, με διαρκή πόθο και με υπομονή, όλα θα μας τα δώσει.

* Όπως τα μικρά παιδιά τρομάζουν από τα φοβε­ρά θεάματα, και τρέχουν και πιάνονται από τα φορέματα των γονέων τους, και ζητούν τη βοήθειά τους, έτσι και η ψυχή: όσο στενοχωριέται και θλίβεται από το φόβο των πειρασμών, προστρέχει και κολλάει στο Θεό, και τον παρακαλεί με ακατάπαυτες δεήσεις. Και όσο οι πειρασμοί πέφτουν επάνω της, ο ένας μετά τον άλλο, τόσο και παρακαλεί περισσότερο. Αλλά όταν σταματήσουν και ξαναβρεί την ανά­παυσή της, συνήθως χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα και απομακρύνεται από το Θεό.

* Οι θλίψεις και οι κίνδυνοι θανατώνουν την ηδυπάθεια, ενώ η καλοπέραση και η αδιαφορία την τρέφουν. Γι’ αυτό και ο Θεός και οι άγιοι Άγγελοι χαίρονται στις θλίψεις και στις στενοχώριες μας, ενώ ο διάβολος και οι συνεργάτες του χαίρονται ό­ταν τεμπελιάζουμε και καλοπερνούμε.


* Άφησε λοιπόν τη φροντίδα σου στο Θεό, και σε όλες τις δυσκολίες σου κατάκρινε τον εαυτό σου, ότι εσύ ο ίδιος είσαι ο αίτιος για όλα…

*  Όλες οι λυπηρές περιστάσεις και οι θλίψεις, αν δεν έχουμε υπομονή, μας διπλοβασανίζουν. Γιατί ο άνθρωπος με την υπομονή του διώχνει την πί­κρα των συμφορών, ενώ η μικροψυχία γεννά την απελπισία της κόλασης. Η υπομονή είναι μητέρα της παρηγοριάς. είναι μια δύναμη ψυχική, που γεν­νιέται από την πλατιά καρδιά. Αυτή τη δύναμη ο άνθρωπος δύσκολα τη βρίσκει πάνω στις θλίψεις του, αν δεν έχει τη θεία χάρη, που την αποκτά με την επίμονη προσευχή και με δάκρυα.


Πηγή: “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ”

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΕΤΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ (1924-1928)

(ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΕΔΩ)


Νικολάου Μάννη, δασκάλου

«εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰω. ιε’, 20)


ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Πολλές φορές, και από πάρα πολλούς, ακούμε ότι οι λεγόμενοι Παλαιοημερολογίτες είναι φανατικοί, εκφράζουν ακραίες απόψεις και γενικώς διακρίνονταν για τον «ου κατ’ επίγνωση ζήλο» τους και την έλλειψη αγάπης. Αυτό όμως που δεν ακούμε από κανέναν, από τους κατηγόρους αυτούς, είναι για την εξ αρχής αντιμετώπιση των Παλαιοημερολογιτών από την επίσημη Εκκλησία. Σε αυτήν αναφέρεται η παρούσα ομιλία.


Σε ολόκληρη την Εκκλησιαστική Ιστορία δεν θα βρείτε ούτε ένα παράδειγμα, όπου πραγματικά Ορθόδοξοι Ποιμένες να βασανίζουν και να διώκουν τους αντιπάλους τους. Συνέβαινε μάλιστα το αντίθετο ακριβώς. Πάντοτε οι Ορθόδοξοι διώκονταν από τους αιρετικούς. Και μόνο η ύπαρξη της μεγάλης αυτής ιστορικής αλήθειας, ότι δηλαδή το δίκιο είναι με το πλευρό των διωκομένων και όχι των διωκτών, αρκεί για να καταδείξει το ορθό της πορείας των Παλαιοημερολογιτών, ασχέτως των τυχόν αστοχιών ορισμένων εξ αυτών στις κρίσεις τους ή και στα έργα τους.


Κύρια αιτία για την παρούσα ομιλία αποτελεί η αναίρεση της εξής πεπλανημένης, θέσεως του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου – θέση που επαναλαμβάνεται πλέον συνεχώς από πολλούς νεοημερολογίτες: «Ας κρατούσαν οι Παλαιοημερολογίτες το παλιό ημερολόγιο, αλλά ας διατηρούσαν την κοινωνία προς την Εκκλησία»[1]. Μα οι Παλαιοημερολογίτες αυτό έκαναν στην αρχή· καμία απόσχιση, καμία αποτείχιση, κανένα σχίσμα. Απλά ζητούσαν να λειτουργούνται με το παλαιό ημερολόγιο· ζητούσαν από τους ιερείς των ενοριών τους να τους εξυπηρετούν με το παλαιό ημερολόγιο. Η απάντηση της Διοικούσης Ιεραρχίας; Διώξεις, ξυλοδαρμοἰ, λοιδορίες, φυλακίσεις, εξορίες, αποσχηματισμοἰ, αφορισμοἰ· μέχρι και φόνους είχαμε… Ξεκάθαρα λοιπόν αποδεικνύεται πως το δημιουργηθέν εν Ελλάδι ημερολογιακό σχίσμα, βαραίνει αποκλειστικά και μόνο την επίσημη Εκκλησία, η οποία οφείλει, αν μη τι άλλο, ένα μεγάλο συγγνώμη στους ανθρώπους εκείνους, όχι με λόγια, αλλά επιστρέφοντας στην ορθή πορεία, από την οποία εξέκλινε, δικαιώνοντας έτσι τον Αγώνα των Παλαιοημερολογιτών, των πιστών αυτών υπερασπιστών της Ορθοδοξίας.


Θα παρακολουθήσουμε το χρονικό αυτό της βίας, μέσα από τα αδιάψευστα δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής. Περιοριστήκαμε χρονικά στην τετραετία 1924-1928 (και μάλιστα χωρίς να παρουσιάσουμε όλα τα περιστατικά), μιας και δεν θα μας έφθανε όχι μία, αλλά ούτε δέκα διαλέξεις, για να παρουσιασθούν όλα τα εγκλήματα της επίσημης Εκκλησίας εναντίον των προγόνων μας.





1924


àΗ πρώτη μεγάλη εορτή μετά την Ημερολογιακή Καινοτομία ήταν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Αφού πέρασε ο εορτασμός της με το νέο ημερολόγιο, στις 6 Απριλίου το απόγευμα, πολλοί πιστοί συγκεντρώθηκαν σε διάφορες εκκλησίες της Ελλάδος, για να εορτάσουν με το παλαιό, τον εσπερινό της εορτής.




Στην Μητρόπολη Αθηνών εκατοντάδες πιστοί ζήτησαν από τους ιερείς να επιτελέσουν την ακολουθία, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Παπαδόπουλος όμως το είχε απαγορεύσει ρητώς, απειλώντας με ποινή καθαιρέσεως όποιον ιερέα τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Μάλιστα έστειλε και αστυνομική δύναμη να διώξει το πλήθος και να σφραγίσει τον ναό, ενώ διέταξε να μείνουν κλειστές όλες οι εκκλησίες για να μην εορτασθεί πουθενά ο Ευαγγελισμός[2]!


Στην Θεσσαλονίκη δύο χιλιάδες χριστιανοί συγκεντρώθηκαν την νύχτα στον Ι. Ν. της Ευαγγελίστριας και ζήτησαν να γίνει Λειτουργία για την αυριανή εορτή. Ο Μητροπολίτης Γεννάδιος Αλεξιάδης έστειλε την αστυνομία η οποία διέλυσε το πλήθος των πιστών, συλλαμβάνοντας τρία άτομα, ενώ την επομένη διέταξε να κλεισθούν όλοι οι ναοί και να μην ψαλεί ούτε ο συνήθης όρθρος προς πρόληψη εκτρόπων[3].


àΑπό την αρχή λοιπόν η Διοικούσα Εκκλησία έδειξε τις διαθέσεις της, απέναντι σε όσους επέμεναν να μην παραδέχονται το νέο ημερολόγιο. Απλά και μόνο το να ακολουθεί κανείς το παλαιό ημερολόγιο θεωρήθηκε αδίκημα, και έτσι οι καταδίκες των κληρικών γινόντουσαν «επί παλαιοημερολογιτισμώ»! Η πρώτη ποινή σε κληρικό δεν άργησε να έλθει. Τον Απρίλιο ή Μάιο του 1924 ο 72χρονος εφημέριος του Ι. Ν. Αγ. Δημητρίου Ασπροπύργου Δημήτριος Δέδες (1852-1927) τιμωρήθηκε με δεκαήμερο αργία διότι δεν συμμορφώθηκε με την Ημερολογιακή Καινοτομία[4].







àΣταδιακά σε όλη την ελληνική επικράτεια, με την βοήθεια της Πολιτείας, ξεκίνησαν διώξεις για την επιβολή της Καινοτομίας. Ιδού πως περιγράφει την κατάσταση το περιοδικό του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας «Πάνταινος»: «Ὁποίους ἔσχε καὶ καθ’ ἡμέραν παράγει καρποὺς πικρίας καὶ φθορᾶς ἡ ἀνεξήγητος σπουδὴ περὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ νέου ἡμερολογίου, μαρτυροῦσι μὲν αἱ καθ’ ἡμέραν ἐν Ἑλλάδι ἀταξίαι καὶ βιαιοπραγίαι, καθ’ ἃς κλείονται ναοί, καὶ στρατιωτικῶς βίᾳ κωλύονται τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων οἱ χριστιανοί, καὶ περιάγονται ἐκ νήσων εἰς νήσους ἱερεῖς, δικαζόμενοι ἐπὶ παραβάσει τῶν ἡμερολογιακῶν διατάξεων ἢ τηρήσει τοῦ καθεστῶτος, ὧν πάντων τὴν βεβαίωσιν παρέχουσιν ἐκεῖθεν ἔγγραφοί τε καὶ προφορικαὶ εἰδήσεις, ἀμφιβολίας ὑπέρτεραι… Ἐπιμένεις εἰς τὸ παλαιόν, εἰς τὸ πατροπαράδοτον, εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ἡμερολόγιον; Ἐὰν τύχῃς λαϊκός, κλείεταί σοι ὁ ναός ! Ἀπαγορεύεταί σοι ἡ μετάληψις! Σὲ ἀναμένει ἡ εἱρκτὴ. Ἐπιμένεις εἰς τὸ ἡμερολόγιον τῆς θρησκείας σου, τῆς ἐκκλησίας σου, τῆς συνειδήσεώς σου; Ἐὰν εὑρεθῇς ἱερεύς, καταδικάζεσαι εἰς ἀργίαν! Καθαιρεῖσαι! Ἀφορίζεσαι! Τί πλέον κατώρθουν οἱ διώκται τοῦ Χριστιανισμοῦ; Τί πλέον ἐφεύρισκον κατὰ τῶν ὀρθοδόξων αἱ αἱρέσεις;»[5].




àΈφθασε και η μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων. Οι Παλαιοημερολογίτες αποφάσισαν να τελέσουν την ιερά αγρυπνία στον Ι. Ν. Αγ. Θεράποντος στο Γουδί. Πολύς κόσμος από την Αθήνα και την επαρχία συγκεντρώθηκε στον μικρό τότε ναό και ξεκίνησε η ακολουθία. Ο Μητροπολίτης όμως έστειλε πάλι τον στρατό να διαλύσει το πλήθος, το οποίο ξεπερνούσε τις δύο ή, κατ’ άλλους, και τις τρεις χιλιάδες[6]! Αρχικά έφθασε ένας αξιωματικός με δύο υπαξιωματικούς και διέταξαν τους πιστούς να εγκαταλείψουν την εκκλησία· μπρος στην άρνησή τους έβγαλαν περίστροφα! Εισέβαλαν έπειτα στο ιερό και απευθύνθηκαν προς τον ιερέα, τον π. Παρθένιο Ιβηρίτη, με τον οποίο ακολούθησε ο εξής αποκαλυπτικός διάλογος:


« - Παπᾶ τί θὰ διαβάσῃς ἀπόψε;


-         Τὴν λειτουργίαν τῶν χριστουγέννων, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς.


-         Ὅχι, λέγει ἐν ἐξάψει ὁ ἀξιωματικὸς. Θὰ διαβάσῃς τὴν λειτουργίαν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου»[7].



Μπρος στην επιμονή του ιερέως να τελέσει την χριστουγεννιάτικη ακολουθία ο αξιωματικός τον διέταξε να αποχωρήσει από τον ναό, αλλά ο π. Παρθένιος του απάντησε: «Εἶμαι ἐκ τῶν κληρικῶν οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνεγνώρισαν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Ἡμερολογίου. Ἐκλήθην νὰ ἱερουργήσω εἰς τὸν ναὸν τοῦτον καὶ δὲν θὰ τὸν ἐγκαταλείψω εἰμὴ ὅταν τελειώσω τὴν λειτουργίαν»[8]. Τότε ένας εκ των υπαξιωματικών όρμησε να του αφαιρέσει το καλυμμαύχιο, αλλά τον αντελήφθησαν οι πιστοί και με αποδοκιμασίες ανάγκασαν την κουστωδία να υποχωρήσει. Μετά από λίγο εμφανίστηκε αυτοκίνητο με σαράντα οπλισμένους στρατιώτες και ο επικεφαλής διέταξε να σταματήσει η λειτουργία. Μπρος στην άρνηση του ιερέως και στο μεγάλο πλήθος των πιστών που παρέμεινε στη θέση του έμειναν άπραγοι φρουρώντας απ’ έξω την εκκλησία. Την επομένη ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ανακοίνωσε πως θα καθαιρέσει τον π. Παρθένιο[9].
1925






àΛίγες μέρες μετά έφθασε η εορτή των Θεοφανείων. Η Αγρυπνία τελέσθηκε στον Ι. Ν. των Αγίων Θεοδώρων Παλαιού Φαλήρου (σήμερα υπάγεται στην Νέα Σμύρνη) με την συμμετοχή 3.500 περίπου πιστών. Η αστυνομία επεμβαίνει για άλλη μια φορά τη υποκινήσει του Καινοτόμου Μητροπολίτου και διαλύει το πλήθος των πιστών διά της βίας. Ο «Σύλλογος των Ορθοδόξων» το είχε  προβλέψει, λόγω των επεισοδίων των Χριστουγέννων, γι’ αυτό και είχε σχεδιασθεί ο μεν Εσπερινός, καθώς και ο  Όρθρος, να τελεσθούν την νύχτα στον εν λόγω Ι. Ν., η δε Θεία Λειτουργία με την τελετή του Μεγάλου Αγιασμού να γίνει στον Ι. Ν. του Αγίου Γεωργίου Ξηροτάγαρου στο Παλαιό Φάληρο, από τον αείμνηστο Ιερέα π. Ιωάννη Φλώρο. Όμως εισέβαλε στρατός και διέλυσε το πλήθος των πιστών με τη βία και έγιναν πολλές προσαγωγές[10].


Διαβάζουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα περιγραφής της απαγόρευσης της Ακολουθίας από τον Τύπο της εποχής:


«Ὅταν ήκουε περὶ έξακολουθήσεως τῆς ἀκολουθίας ὁ ἀξιωματικὸς μᾶλλον ἐξηγριοῦτο. Δὲν παρῆλθεν ὁλίγη ὥρα ὁπότε ἀπευθύνει ἔντονον διαταγὴν πρὸς αὐτοὺς «ἐν ὁνόματι τοῦ Νόμου διαλυθῆτε» καὶ διατάξας τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἄνδρας ἔχοντας ἐφ’ ὄπλου λόγχην νὰ ἐπιπέσωσι κατὰ τοῦ ἐκκλησιάσματος, πρῶτος αὐτὸς ἔδωκε τὸ σύνθημα ἀρχίσας νὰ κτυπᾶ διὰ τοῦ ὑποκοπάνου τοῦ ὄπλου μιμηθέντες κατόπιν καὶ οἱ ὑπ’ αὐτὸν ἄνδρες. Δέχονται κτυπήματα ὑποκοπάνων πολλοί· ξεσχίζονται πῖλοι γυναικῶν· καταρρίπτονται κατὰ γῆς τὸ ἔξωθεν προσκυνητάριον μὲ τὰς ἁγίας εἰκόνας, τὸ τραπέζιον ἕνθα ἦσαν τοποθετημένα τὰ κηρία, χωρὶς δὲ νὰ προβάλῃ οὐδεμίαν ἀντίστασιν τὸ πλῆθος διαμαρτύρετο διὰ τοὺς τοιούτους βανδαλισμοὺς»[11].





à Κατά το υπόλοιπο του έτους αυτού δεν είχαμε κάποιο σοβαρό περιστατικό, διότι επήλθε η γνωστή δικτατορία του Πάγκαλου, ο οποίος αποδείχθηκε πιο φιλάνθρωπος από τους Ιεράρχες της Διοικούσης Εκκλησίας.




1926


àΉδη από το 1924 οι μοναχές της Μονής Κεχροβουνίου Τήνου με παρότρυνση του Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου, είχαν αρνηθεί να αποδεχθούν την Ημερολογιακή Καινοτομία. Κατόπιν πολλών πιέσεων και μπροστά στην επίμονη άρνησή τους ο Μητροπολίτης Σύρου Αθανάσιος Λεβεντόπουλος μηχανεύτηκε άλλον τρόπο. Απείλησε τον οικογενειάρχη εφημέριο της Μονής π. Ματθαίο Ευριπιώτη, ότι θα τον καθαιρέσει αν συνεχίσει να λειτουργεί με το παλαιό ημερολόγιο. Ο ιερέας ενέδωσε και η ηγουμένη Ευφροσύνη και οι μοναχές που αρνήθηκαν να συμμορφωθούν παραπέμφθηκαν, τον Οκτώβριο του 1925, στο τοπικό εκκλησιαστικό δικαστήριο, στο οποίο και τιμωρήθηκαν με ποινές έκπτωσης των εν τη Μονή αξιωμάτων τους και εξορία. Οι μοναχές δεν αναγνώρισαν την καταδικαστική απόφαση και γι’ αυτό μηνύθηκαν από τον Μητροπολίτη στην Σύνοδο της Διοικούσης Εκκλησίας. Οι μοναχές προσήχθησαν από την τοπική χωροφυλακή και αφού διανυκτέρευσαν στο Αστυνομικό Τμήμα Τήνου οδηγήθηκαν στην Αθήνα.






Εκεί μετά από δίκη – παρωδία (που έγινε την 1η/14η Απρίλιου του 1926) καταδικάστηκαν, εκτός της Ηγουμένης που ζήτησε συγχώρηση, σε καθαίρεση του μοναχικού σχήματος και αφορισμό[12]! Το δε πλήθος των πιστών που είχε συγκεντρωθεί για συμπαράσταση διαλύθηκε από την αστυνομία. Την ίδια ημέρα στην Μονή οι μοναχές των ιδίων φρονημάτων επιτέλεσαν παράκληση υπέρ της αισίας εκβάσεως της δίκης στο κελί της μοναχής Πελαγίας Καρούση (η Μονή ήταν ιδιόρρυθμη). Κατά την διάρκεια της παρακλήσεως εισέβαλε η προσωρινή Ηγουμένη που τοποθέτησε, ο Καινοτόμος Μητροπολίτης, Ιερωνυμία Βουτσίνου μαζί με μερικές από τις μοναχές που αποδέχτηκαν το νέο ημερολόγιο και άλλους λαϊκούς και ξυλοκόπησαν τις μοναχές, αφήνοντας αναίσθητες από το ξύλο τις παλαιοημερολογίτισσες μοναχές Μαγδαληνή και Αθανασία[13].


àΠαράλληλα τα εκκλησιαστικά έντυπα της επίσημης Εκκλησίας, όπως η «Εκκλησία» και η «Ανάπλασις», καθώς και αρκετές πολιτικές εφημερίδες, εξαπέλυαν έναν καταιγισμό επιθέσεων και ύβρεων κατά των Παλαιοημερολογιτών, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν ως «φανατικοί», «θρησκόληπτοι», «αγύρτες», «καθυστερημένοι», για να αναφέρουμε τα πιο συνηθισμένα.|




à Τα Χριστούγεννα του 1926 είχαμε επεισόδια κυρίως στην επαρχία. Στην Θεσσαλονίκη πάλι ο Γεννάδιος παρεμπόδισε τους Ορθοδόξους να γιορτάσουν την μεγάλη εορτή και όταν το πλήθος διαμαρτυρήθηκε επιστρατεύθηκε ξανά η αστυνομία[14]. Στα Μέγαρα οι κάτοικοι «ἀψηφούντες τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὀποία ἠπείλουν μέχρι τῆς τελευταίας στιγμής, ὅτι θὰ συνελάμβανον καὶ θὰ ἐτουφέκιζον ὅσους θὰ ἐτόλμουν νὰ προσέλθουν εἰς τὴν λειτουργίαν»[15] των Χριστουγέννων, εόρτασαν με θάρρος την εορτή. Στην Σαλαμίνα και στην Καρδίτσα οι αστυνομικές δυνάμεις σε συνεννόηση με τις εκκλησιαστικές αρχές σφράγιζαν τα εξωκλήσια για να μην εορτάσουν οι, χωρίς ναό ευρισκόμενοι, Γνήσιοι Ορθόδοξοι.



1927



à Στη Νικήτη Χαλκιδικής την παραμονή των Θεοφανείων με το εκκλησιαστικό ημερολόγιο ο αγιορείτης λειτουργός των Γνησίων Ορθοδόξων π. Ιλαρίων συνελήφθη άνευ λόγου και αιτίας από αστυνομική δύναμη. Αποτέλεσμα ήταν οι παραπάνω από χίλιοι Παλαιοημερολογίτες κάτοικοι να πολιορκήσουν το οίκημα στο οποίο ήταν υπό κράτηση ο λειτουργός και να καταφέρουν να τον ελευθερώσουν. Έτσι την επόμενη ημέρα εόρτασαν την εορτή των Θεοφανείων, πλην όμως η χαρά των δεν κράτησε πολύ, μιας και κατέφθασε σημαντική στρατιωτική δύναμη, της οποίας ο λοχαγός συγκέντρωσε τους κατοίκους στην πλατεία του χωριού και κατόπιν καταδόσεως υπό του νεοημερολογίτου ιερέως συγκεκριμένων παλαιοημερολογιτών προέβη στην σύλληψή τους. Οι είκοσι περίπου συλληφθέντες χριστιανοί μεταφέρθηκαν στον Πολύγυρο όπου προφυλακίστηκαν για 20 μέρες και έπειτα καταδικάστηκαν σε τρίμηνη φυλάκιση[16]. Η δε Κοινότητα του Αγίου Όρους έβγαλε ανακοίνωση με την οποία απαγόρευε στους αγιορείτες ιερομονάχους να εξυπηρετούν τους Παλαιοημερολογίτες[17].




à Το έτος 1927 στιγματίστηκε και από την δολοφονία της νεομάρτυρος Αικατερίνης Ρούττη. Στην Μάνδρα Αττικής οι πιστοί των Πατρίων είχαν ετοιμαστεί να εορτάσουν με αγρυπνία την εορτή των Ταξιαρχών. Μετά τον Εσπερινό εμφανίστηκε κουστωδία χωροφυλάκων με εντολή να διαλύσει το εκκλησίασμα και να συλλάβει τον λειτουργό, τον π. Χριστοφόρο Ψαλλίδα. Οι πιστοί κλειδώθηκαν στο ναό και οι χωροφύλακες μανιασμένα άρχισαν να χτυπάνε τις πόρτες για να τις σπάσουν, ενώ έθραυσαν τα τζάμια των παραθύρων, αλλά εμποδίστηκε η έφοδός τους από τα σιδερένια κιγκλιδώματα. Όταν τελείωσε η Αγρυπνία οι πιστοί βγήκαν από τον ναό καλύπτοντας με τα σώματά τους τον ιερέα. Οι χωροφύλακες άρχισαν να πυροβολούν για εκφοβισμό. Έπεσαν πάνω από σαράντα πυροβολισμοί, ενώ μια σφαίρα τραυμάτισε ελαφρά στο κεφάλι την Αγγελική Κατσαρέλλου. Έπειτα άρχισαν με τους υποκοπάνους τον όπλων τους να ξυλοκοπούν τους πιστούς και τον ιερέα. Η Αικατερίνη Ρούττη νεαρή μητέρα τεσσάρων παιδιών, τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι και μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό, όπου και εξέπνευσε μετά από λίγες ημέρες[18].





à Άλλη μια γυναίκα η νεομάρτυς Χαρίκλεια Λιούλη, συνελήφθη, φυλακίσθηκε και πέθανε από τους κακουχίες λίγους μήνες μετά και συγκεκριμένα την Κυριακή της Ορθοδοξίας στις 5 Μαρτίου του 1928. Διαβάζουμε σε εφημερίδα της εποχής περί της κηδείας της:


«Τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν ἐγένετο μεγαλοπρεπὴς ὅσον καὶ κατανυκτικὴ ἡ κηδεία τῆς νεομάρτυρος Χαρικλείας Λιούλη ἐν Μάνδρᾳ τῆς Ἐλευσίνος. Ἡ μεταστάσα προσεβλήθη ἐξ ἐγκεφαλικῆς κεραυνοβόλου συμφορήσεως, συνεπείᾳ τῶν κακουχιῶν ἃς ὑπέστη ἐν τῇ φυλακῇ, ὅπου εἶχε ριφθῇ πρὸ μηνῶν ὡς λαβοῦσα μέρος εἰς μίαν λειτουργίαν τελεσθεῖσαν κατὰ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον. Ἡ ἀφοσίωσις τῆς μεταστάσης πρὸς τὰς ἱερὰς παραδόσεις ἧτο τοιαύτη ὥστε ἔφθασε μέχρις αὐτοθυσίας. Τὰς νεκρωσίμους εὐχὰς ἀνέγνωσεν ὁ ἱερεὺς Βασίλειος Σακελλαρόπουλος, μετακληθεὶς πρὸς τοῦτο ἐξ Ἀθηνῶν, ἡ δὲ κηδεία αὐτῆς ἧτο ἀληθὲς προσκύνημα τῶν πιστῶν πρὸς μίαν ἁγίαν»[19].




à Παρόμοιο περιστατικό με της Μάνδρας έγινε και στην Θεσσαλονίκη, όπου ευτυχώς δεν υπήρξαν θύματα. Συγκεκριμένα κατά την εορτή του Αγίου Δημητρίου, ο διοικητής της Αστυνομίας Καλευράς, κατά παραγγελία του Μητροπολίτου Γενναδίου, σφράγισε τον ναό των Τριών Ιεραρχών και έβαλε κουστωδία να τον φρουρεί. Όταν δε ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται έξωθεν του ναού και να διαμαρτύρεται ισχυρή αστυνομική δύναμη επενέβηκε και ξυλοκόπησε άγρια το πλήθος, το οποίο αποτελούταν κυρίως από γυναικόπαιδα[20]. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και κατά την αγρυπνία των Χριστουγέννων στον έτερο ιδιόκτητο ναό των Παλαιοημερολογιτών Θεσσαλονίκης, την Αγία Ελεούσα[21].



1928



à Τον Φεβρουάριο του 1928, στην Θεσσαλονίκη πάλι, έγινε μια ανήκουστος ιεροσυλία. Μεγάλη αστυνομική δύναμη εισέβαλε στον ναό των Τριών Ιεραρχών και διέλυσε το πλήθος, συλλαμβάνοντας αρκετούς χριστιανούς. Όμως ο ανθυπομοίραρχος Σηφάκης του 2ου αστυνομικού τμήματος, δεν αρκέστηκε σε αυτό και με θράσος εισέβαλε μέσα στο ιερό από την Ωραία Πύλη και αρπάζοντας τον λειτουργό π. Ακάκιο, ιερομόναχο εκ Κύπρου, που εκείνη την στιγμή έκανε κατάλυση, τον πέταξε έξω από το ιερό σχίζοντάς του τα άμφια[22].



à Την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1928 στην Παιανία (τότε Λιόπεσι) είχαμε νέα επεισόδια. Ο αστυνομικός σταθμάρχης Γεωργής Μάλιαρης εισέβαλε με δύο χωροφύλακες στο εξωκκλήσι της Αγίας Μαρίνας και προσπάθησε να συλλάβει τον λειτουργό, π. Παρθένιο Αγιορείτη. Μπροστά στην σθεναρή υπεράσπιση του όμως από τους χωρικούς εξήγαγε περίστροφο και απείλησε να πυροβολήσει τους πιστούς. Ζητήθηκε δε η συνδρομή του αστυνομικού σταθμού Κορωπίου και συνελήφθη ο πρόεδρος του Παραρτήματος κ. Κόλιας[23].




à Στις 6 Απριλίου 1928 συνέβη ένα απίστευτο γεγονός. Χιλιάδες πιστών που είχαν συγκεντρωθεί στον Πειραιά με σκοπό να μεταβούν στην Τήνο για να εορτάσουν τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου κατά το πάτριο εορτολόγιο πληροφορήθηκαν με έκπληξη πως κατόπιν πιέσεως της Αρχιεπισκοπής Αθηνών ο Υπουργός Εσωτερικών απαγόρευσε τον απόπλου του πλοίου! Αμέσως εκατοντάδες Ορθοδόξων, οι οποίοι είχαν μάλιστα ήδη αγοράσει το εισιτήριο των εβδομήντα χιλιάδων δραχμών, σπεύδουν διά του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου στην Αθήνα και συγκεντρώνονται έξω από την Βουλή για να διαμαρτυρηθούν για το πρωτοφανές αυτό μέτρο εναντίον τους. Εκεί απλώνουν τους κουβερτούλες τους και κάθονται κάτω με τις λαμπάδες τους (που είχαν ταμένες στην Παναγία) στα χέρια αναμένοντας την απόφαση της άρσεως του αποκλεισμού. Η εικόνα αυτή συγκινεί τους περαστικούς που πλησιάζουν και ζητούν να πληροφορηθούν τι συμβαίνει. Εκείνη τη στιγμή όμως δίδεται εντολή και η πυροσβεστική αντλία της αστυνομίας αρχίζει να καταβρέχει το πλήθος για να το διαλύσει, ακούγονται δε φωνές διαμαρτυρίας:


«-Τι σας εκάμαμε που μας βρέχετε;


-Τι σας φταίμε; Διατί δεν μας αφήνετε να πάμε να προσκυνήσουμε την Παναγία;». Και συνεχίζουμε να διαβάζουμε στην ίδια εφημερίδα της εποχής:


«Ἡ ἀντλία ἐξακολουθεῖ νὰ καταβρέχη. Καὶ ὅμως διάβροχοι οἱ παλαιοημερολογίτες δὲν διαλύονται. Μόνον τὰ μικρὰ παιδάκια ποῦ φέρουν μαζὺ τους αἱ παλαιοημερολογίτισσαι μητέρες, αὐτὰ ἐκβάλλουν γοερὰς κραυγάς. Καὶ ἐνῶ ἡ ἀντλία καταβρέχει συνεχῶς τοὺς παλαιοημερολογίτας, οἱ στρατιῶται μὲ ἐφ’ ὅπλου λόγχην κοντακίζουν τούτους οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τὸ κατάβρεγμα θέλουν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ προφυλαχθοῦν»[24].


Για την ιστορία ο απόπλους τελικά δεν επιτράπηκε.



à Την Μεγάλη Εβδομάδα είχαμε νέες διώξεις. Στην Σαλαμίνα κατά την λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης ομάδα αστυνομικών με επικεφαλής τον ανθυπομοίραρχο Σταθόπουλο εισέβαλε στο παρεκκλήσιο του Αγίου Αθανασίου στο Μούλκι με σκοπό να συλλάβει τον ιερουργούντα π. Γεδεών, Προηγούμενο της Ιεράς Μονής Κωνσταμονίτου. Μπροστά στην αντίδραση των πιστών η σύλληψη αποτράπηκε και η αστυνομία για αντίποινα συνέλαβε τους μοναχούς Αρσένιο Ξηρουχάκη και Νεκτάριο Κουκουλάκη, οι οποίοι μέσα στο κρατητήριο πλέον έψαλαν τα Άχραντα Πάθη του Κυρίου μας. Στο δε Μενίδι οι Ορθόδοξοι κάλεσαν τον π. Βασίλειο Σακελλαρόπουλο να λειτουργήσει αλλά εντολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου τον συνέλαβε η αστυνομία και τον μετέφερε στο Τμήμα Μεταγωγών. Εκεί συγκεντρώθηκαν περί τους 300 πιστούς οι οποίοι κατόπιν διαμαρτυριών κατόρθωσαν να πετύχουν την απελευθέρωσή του, αλλά ο Παπαδόπουλος διέταξε να ξανασυλληφθεί αμέσως, μαζί με τον υπεύθυνο του Παραρτήματος των Παλαιοημερολογιτών Μενιδίου[25]!




à Τον Μάιο, πάλι στην Θεσσαλονίκη, είχαμε νέα έκτροπα. Ας δούμε πως τα περιγράφει έντυπο της εποχής:


«Τὴν παρελθοῦσαν ἐβδομάδα οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ οἱ ἀκολουθοῦντες τὸ πάτριον ἐορτολόγιον ἠθέλησαν νὰ κάμουν εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς ἐδῶ ἰδιοκτήτους ναοὺς τοῦ συλλόγου τῶν ὀρθοδόξων λιτανείαν διὰ τὴν κατάπαυσιν τῶν σεισμῶν σκοποῦντες μετὰ τὸ τέλος τῆς λιτανείας ὅπως συλλέξουν ἐράνους ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἐξώργισε σφόδρα τὸν ἐδῶ Μητροπολίτην Γεννάδιον, ὅστις διέταξε τ’ ἀστυνομικὰ ὄργανα νὰ ἐμποδίσουν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ κάμουν λιτανείαν καὶ διέταξε νὰ συλλάβουν τοὺς ἱερεῖς καὶ νὰ τοὺς ἀποστείλουν σιδηροδεσμίους εἰς τὰς φυλακάς. Πράγματι τ’ ἀστυνομικὰ ὄργανα τ’ ἀρεσκόμενα νὰ ἐκτελοῦν παρανόμους διαταγὰς ὅταν πρόκειται νὰ γελοιοποιήσουν τὸ ράσσον εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς ξιφολόγχης διεσκόρπισαν τοὺς Χριστιανούς, ὡς νὰ ἦσαν κομμουνισταὶ συνέλαβαν τοὺς ἱερεῖς  καθ’ ἣν ὥραν ἐτέλουν τὴν λιτανείαν καὶ μεταχειρισθέντας αὐτοὺς ὡς νὰ ἦσαν κακοῦργοι τοῦ χειρίστου εἴδους τοὺς ἔδεσαν καὶ τοὺς ἔκλεισαν εἰς τὰς φυλακὰς ἐκ τῶν ὀποίων τὴν ἐπομένην ἡμέραν τοὺς μετέφεραν εἰς Ἀθήνας»[26]. Ο διευθυντής του εντύπου αυτού πληροφορηθείς τα γεγονότα μετέβη στην αθηναϊκή φυλακή και ζήτησε να μάθει τι συνέβη. Περιγράφει δε στο έντυπο του τα εξής:


«Οἱ ἱερεῖς ἀφοῦ διηγήθησαν τὰ ἀνωτέρω περιέγραψαν μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα τὴν συμπεριφοράν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ ἐκάκισαν τὴν στάσιν τοῦ μητροπολίτου Γενναδίου καὶ τῶν ἄλλων ἀρχιερέων οἱ ὁποῖοι καταδιώκουν ἱερεῖς διότι άκολουθοῦν τὸ πάτριον ἑορτολόγιον καὶ δὲν δέχονται νὰ γίνουν φράγκοι¸τοὺς δὲ προπαγανδιστὰς τῶν ἄλλων αἰρέσεων ἀφίνουν ἐλευθέρως νὰ ἐκτελοῦν τὸ καταχθόνιον ἔργον των. Δὲν ἐπρόφθασε νὰ τελειώσῃ ἡ συνομιλία μετὰ τῶν ἱερέων ἦλθον χωροφύλακες καὶ παρέλαβαν αὐτοὺς κατὰ διαταγὴν τοῦ Χρυσοστόμου καὶ ὡδήγησαν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐξορίαν ποὺ τοὺς ὤρισε»[27].




à Οι διωγμοί συνεχίζονται ολόκληρο το έτος, σε ολόκληρη την χώρα. Τη νύχτα της 14ης προς 15η Αυγούστου με το παλαιό στο Λιτόσελο Φθιώτιδας οι χωροφύλακες καταλαμβάνουν τον ναό του Αγίου Γεωργίου και απαγορεύουν στον ιερέα και στους πιστούς να λειτουργηθούν. Το φθινόπωρο οι, γλυτώσαντες από τις σφαγές των Τούρκων, πρόσφυγες της περιοχής των Σερρών στέλνουν στον Βενιζέλο υπόμνημα που γράφουν μεταξύ άλλων και τα εξής:


«Ἡμεῖς οἱ κατελθόντες εἰς τὴν φιλόξενον γῆν τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος, ἀποροῦμεν ὅντως διὰ τὰ εἰς βάρος τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων λαμβανόμενα ἄγρια καὶ ἀπάνθρωπα μέτρα. Οἱ Παλαιοημερολογῖται ὡς ἄνθρωποι, ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ὡς Ἑλληνες πολῖται, ζητοῦσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκτελοῦν οἱ ἀλλόθρησκοι ἐν οἶς οἱ Παπικοὶ, οἱ Προτεστάνται και οἱ παρὰ τὸ Σύνταγμα Ἐλευθεροτέκτονες, ἤτοι τὸν ἐλεύθερον ἐκκλησιασμὸν εἰς ὡρισμένην ἐκκλησίαν μετ’ ὁμοφρόνων ἱερέων, αὐτὸς εἶνε ὁ πόθος μας καὶ τὸν πόθον αὐτὸν τὸν ὑποστηρίζομεν καὶ διὰ τοῦ αἴματός μας. Ἐὰν δὲ ὃ μοὶ γένοιτο ἡ Σεβαστὴ Κυβέρνησις δὲν παραχωρήσῃ τὰ ὅσα ζητοῦμεν, θέλομεν ἐν τέλει μὲ ὅλα τὰ νόμιμα μέσα, ζητεήσει τὴν προστασίαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἤτις σύμφωνα μὲ τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης «περὶ θρησκευτικῶν μειονοτήτων» θέλει ὑποχρεώσει τὴν μητρυιᾶν πλέον Ἑλλάδα ὅπως δώσει τὰ ὑπὸ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ζητούμενα»[28].



à Κλείνουμε το έτος 1928 και την ομιλία αυτή με την αναφορά σε έναν γενναίο ιερομόναχο τον π. Αρσένιο Σακελλάρη. Ο π. Αρσένιος, εφημέριος των χωριών Πύργου και Βιτώλης της επισκοπής τότε Φθιώτιδος, δεν αποδέχθηκε εξ αρχής την Ημερολογιακή Καινοτομία, γι’ αυτό και καταγγελθείς καταδικάσθηκε σε «καθαίρεση» το 1926. Ο ιερέας έχοντας βεβαίως την συνείδηση πως η ψευδοκαθαίρεσή του ως παράνομη δεν είχε κανένα κύρος συνέχιζε να ιερουργεί. Κατόπιν δεύτερης καταγγελίας εναντίον του συλλαμβάνεται, άνευ εντάλματος, το απόγευμα της 9ης Απριλίου 1928 και οδηγείται στο Αστυνομικό Τμήμα Λαμίας. Την επομένη ο ενωμοτάρχης Αραποστάθης Ευστάθιος μαζί με έναν χωροφύλακα περνάνε χειροπέδες στον π. Αρσένιο και ο μεν πρώτος άρχισε να τον κρατάει σφικτά, ο δε χωροφύλακας με μια μεγάλη ψαλίδα και έπειτα με κουρευτική μηχανή του έκοψε τα γένια και τα μαλλιά. Το φρικτό αυτό γεγονός, το οποίο έγινε κατόπιν εισηγήσεως του Μητροπολίτου Φθιώτιδος Ιακώβου Παπαϊωάννου, δεν αποθάρρυνε τους γνησίους Ορθοδόξους, οι οποίοι έδωσαν ευφυή απάντηση διά επιστολής ενός αδελφού σε εφημερίδα της εποχής:


«Ὁ μάρτυς ἱερομόναχος ἀναμφιβόλως καὶ κεκαρμένος θὰ ἐκτελῇ τὰς διαφόρους ἱεροπραξίας, ἀφοῦ οἱ διάφοροι κεκαρμένοι ἱερεῖς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν ἐκτελοῦσι τοιαύτας μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι οὗτοι κείρονται εἰς τὰ διάφορα κουρεῖα τῆς πρωτευούσης οἰκειοθελῶς, ἐνῶ ὁ ἀτυχὴς Ἀρσένιος ἐκάρη βιαίως εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα Λαμίας»[29].


Μετά την κουρά του ο π. Αρσένιος παραπέμφθηκε στο Πλημμελειοδικείο Λαμίας, όπου καταδικάσθηκε σε 95 μέρες φυλάκιση, αλλά άσκησε έφεση και ορίστηκε νέα δίκη στο Εφετείο Αθηνών. Η δίκη έγινε στις 28 Νοεμβρίου και ο 56χρονος τότε ιερομόναχος καταδικάστηκε σε δίμηνη φυλάκιση και οδηγήθηκε για εγκλεισμό στις διαβόητες για την αθλιότητά τους φυλακές του Παλαιού Στρατώνος στο Μοναστηράκι (στους χώρους των φυλακών εκείνων στοιβάζονταν περίπου 800 κρατούμενοι, κάτω από άθλιες συνθήκες, υγρασία, ζωύφια, ναρκωτικά, χρήση όπλων και καθημερινές συγκρούσεις)[30].


Σε αυτές τις φυλακές κατάφερε ένας δημοσιογράφος να πάρει συνέντευξη τον Δεκέμβριο του 1928 από τον έγκλειστο π. Αρσένιο, την οποία αξίζει να αναγνώσουμε ως επίλογο της παρούσης ομιλίας:





«Εἰς τὰς ἐνταῦθα φυλακὰς τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος εἰς τὸ Μοναστηράκι ἔμαθα πῶς ἐφυλακίσθη κάποιος παπᾶς, διότι ἐλειτούργη μὲ τὸ Παλαιὸν Ἑορτολόγιον καὶ χωρὶς νὰ χάσω καιρὸν μιὰ καὶ δυὸ εἰς τὰς φυλακὰς.


-Τίνα ζητεῖτε, κύριος;


-Τὸν Παπᾶ-Ἀρσένιον.


-Περάστε.


Ὀδηγοῦμαι εἰς τὸ περίφημον μπουντρούμι τῶν ἐνετικῶν χρόνων ποῦ χρησιμεύει διὰ φυλακὴν καὶ σωφρονισμὸν τῶν ἀνθρωπίνων παραβάσεων καὶ ἀπὸ μακρυὰ χωρὶς κανὲν σημεῖον τῆς ταυτότητός του, διακρίνω τὸν ρασοφόρον κατάδικον. Μόλις ὡς ἀντίκρυσα τὴν μορφὴν τοῦ φυλακισθέντος πατρὸς Ἀρσενίου ἔστην, ἢ κάλλιον εἰπῆν, ἐξέστην. Μία γαλήνη ἐπιχέεται ἐφ’ ὅλου τοῦ προσώπου του, ἓν βλέμμα ἁπλοῦν καὶ φωτεινόν, μία στάσις μαρτυροῦσα τὴν πίστιν, μία στάσις, ἐπιβαλλομένη, μαρτυροῦσα τὴν ταραχὴν.

-Πάτερ μου, προσκυνῶ, λέγω εἰς τὴν ἐμπνέουσάν με πρωτοφανῆ φυσιογνωμίαν τοῦ ἱερέως, καὶ κύπτω καὶ ἀσπάζομαι τὴν δεξιὰν του. Ἕνα χαμόγελο, μόλις διαγραφόμενον εἰς τὰ κολλημένα χείλη τοῦ παπᾶ τοῦ Χριστοῦ, μὲ μίαν πατρικὴν ἔκφρασιν συνοδεύει τὴν ἀνταπόδοσιν τοῦ χαιρετισμοῦ του·

-Τὸν Κύριον, παιδί μου.

-Παπᾶ μου, εἶμαι δημοσιογράφος καὶ διὰ νὰ σοῦ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, πλέον τούτου, κατέχομαι ἀπὸ μίαν ἀληθῆ περιέργειαν νὰ μάθω καὶ ν’ ἀκούσω παρὰ τοῦ στόματος τῆς ἀγιωσύνης σας·

Πρῶτον· Τι πιστεύετε· γιατὶ ἐγίνατε ἱερεὺς· γιατὶ δὲν ἀκολουθεῖτε τὸ Νέον Ἑορτολόγιον καὶ τὰς καινοτομίας· γιατὶ καὶ μετὰ τὴν καθαίρεσίν σας ἱερουργήσατε· πῶς εὐρίσκετε τὴν καταδίκην σας, καὶ

Δεύτερον· Θὰ ἐμμείνετε εἰς τὴν στάσιν σας; καὶ πόσον;

-Παιδί μου θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχὴς καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ μοῦ δώσῃ ὁ Θεὸς μου καὶ Κύριός μου τὸν ὁποῖον λατρεύω καὶ χάριν τοῦ ὁποίου εὐρίσκομαι εἰς τὰς φυλακὰς λόγους ἱκανοὺς νὰ ἀποκριθῶ εἰς τὰ ἐρωτήματά σου.

Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, λέγει μὲ παιδικὴν ἀφέλειαν καὶ μὲ ἕνα ἀόρατον καὶ μόλις διακρινόμενον ἱερὸν φόβον.

-Εἶμαι χωρικὸς παπᾶς μὲ λίγα γράμματα, γιὰ νὰ μὴ εἴπω ἀγράμματος. Ὡς λαϊκὸς ἐπίστευα καὶ πιστεύω καὶ ὡς παπᾶς τὸ «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν» τὸ σύμβολον τῆς Πίστεώς μας, ἤτοι τὰς Ἱερὰς Γραφὰς τὴν Παλαιὰν καὶ Νέαν Διαθήκην καὶ ὅσα οἱ πατέρες μας οἱ ἄγιοι ἐθέσπισαν γραπτῶς καὶ παρέδωσαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας διὰ τῆς παραδόσεως. Μὲ τρία λόγια. Τὰς Γραφάς, τὰς Παραδόσεις καὶ τὰς 7 Οἰκουμενικὰς Συνόδους. Ἰδοὺ ἡ πίστις μου ὡς Λαϊκοῦ. Ἡ πίστις μου ὡς παπᾶ, ἀφοῦ ὁ ἅγιος Θεὸς μὲ ἠξίωσεν ἐμὲ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον του τὸν ἀνάξιον, νὰ ἐκτελῶ τὰ θεία ἱερὰ καὶ ἀκατονόητα μυστήριά του περιέλαβε τὴν ἱδίαν μου πίστιν, τὴν ὁποίαν εἶχα ὡς λαϊκός, καὶ ἀκόμη μίαν ὀμολογίαν ἕνα ὅρκον ἐπίσημον ἔμπροσθεν Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων «ὅτι θὰ τηρήσω τὴν πίστιν ἀμόλυντον, τὰ καθήκοντά μου τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀπαράλλακτα» ὅπως τὰ παρέλαβον καὶ τὰ ἐδιδάχθηκα χωρὶς νὰ προσθέσω ἢ νὰ ἐξαιρέσω καὶ χωρὶς δισταγμὸν καὶ διψυχίαν, ἀσάλευτα. Τοῦτο ὡμολόγησα, τοῦτο ἐφύλαξα. Τοῦτο φυλάττω καὶ μὲ τὴν πίστιν μου αὐτὴν θὰ ἀποθάνω. Ἔγινα ἱερεὺς, ἐγῶ, ὁ ἀνάξιος παιδὶ μου, τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας, καὶ θὰ παραμείνω μὲ τὴν βοήθειάν του μέχρι θανάτου εἰς τὴν τάξιν μου. Τι ἄλλο, παιδί μου, μὲ ἠρώτησες;

-Γιατὶ ἐγίνατε ἱερεύς.

-Ἆ, νὰ ἕνα πράγμα ποῦ δὲν τὸ ἐξομολογήθηκα μέχρι τώρα. Ἡ Μάννα μου καὶ ἡ Ἐκκλησία μας μοῦ ἐνέπνευσαν ὅτι τὸ καλλίτερο πρᾶγμα ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ κερδίσῃ εἰς ταὸν κόσμον αὐτὸν εἶνε «Νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του». Νὰ εὐαρεστήσῃ τὸν Θεόν, νὰ πράξῃ καλὰ καὶ ἀγαθά καὶ νὰ μὴ λατρεύῃ τὴν ὕλην, τὸν κόσμον, ἀλλὰ τὸν Θεόν.  Αὐτὸ τὸ μάθημα τὸ ἐχώνευσεν ἡ ψυχή μου καὶ ἔγινα παπᾶς, ὅχι νὰ κερδίζω τὸν ἄτον μου, παπᾶς ἐπαγγέλματος, ὅπως λέτε σεῖς οἱ γραμματισμένοι, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ὀρθοδόξου παπᾶς γιὰ νὰ σώσω τὴν ψυχήν μου. Καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰς διαταγὰς τοῦ Ἄννα καὶ τοῦ Καϊάφα, ουδὲ δι’ ὅσα θὰ εἶχον ἑὰν ὑπήκουον εἰς τὴν ἀσέβειαν τῆς μεταβολῆς τῶν παραδεδομένων, ἀλλὰ διὰ τὴν ποίμνην μου, διὰ τὰ πρόβατα τὰ ὁποῖα μοῦ ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς, εἰς ἐμὲ τὸν ταεπινὸν καὶ ἐλάχιστον δοῦλόν του. Νὰ γιατὶ δὲν ἀκολουθῶ τὸ Νέον Ἑορτολόγιον διότι δὲν μοῦ παρεδόθη ὅταν ἔγινα Παπᾶς. Καὶ ἀφοῦ μὲ τὸ παλαιὸν ἑορτολόγιον ὕμνησαν καὶ ἐλάτρευσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες μου τὸν Θεὸν καὶ ἡ οὕτω πως προσφερομένη λατρεία «εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα καὶ τιμὴ εἰς τοὺς ἁγίους» ἦτο ἀληθὴς καὶ κανονικὴ καὶ ἁγία ὥστε καὶ αὐτοὶ ἐγένοντο ἅγιοι δοῦλοι Θεοῦ καὶ εἰσήλθον εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ. Ἀλλὰ καὶ τοὺς θέλοντας διὰ τῆς ἁγιότητός των καὶ τῶν θεοπνεύστων συγγραμμάτων των βοηθοῦσι νὰ εἰσέλθουν. Καὶ σὲ ἐρωτῶ κ. δημοσιογράφε, ταὶ μᾶς χρειάζεται ἡ καινοτομία τοῦ νέου ἑορτολογίου, τοῦ Νέου Πασχαλίου, τὰ θέατρα καὶ τὰ κομμένα τὰ μαλλιά, τὸ νὰ συλλειτουργοῦν μαζὶ μὲ προτεστάντας καὶ δὲν ἠξεύρω τὶ ἄλλο θέλουν οἱ νεωτερισταὶ Ἱεράρχαι, γιὰ νὰ μᾶς πᾶνε στὸν Παράδεισο ἢ στὴν Κόλασιν, εἰς τὸν Θεὸν ἢ εἰς τὸν Διάβολον; Κάθε πρᾶγμα ἔχει ἕνα λόγο, ἐξυπηρετεῖ κάποιο σκοπὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Σκοπὸς δὲ μοναδικὸς καὶ οὐσιαστικὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶνε νὰ κάμῃ τὸν χριστιανὸν ἅγιον, δηλαδὴ ἄξιον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν παράδεισον. Καὶ ἀφοῦ μὲ τὸ παλαιὸν Ἑορτολόγιον εὖρον τὸν Παρὰδεισον ὅλοι οἱ ἁγιάσαντες ὡς σήμερα δηλαδὴ δύο περίπου χιλιάδες χρόνια τὶ τὸ θέλουμε τὸ Νέον; Εἰς τὶ θὰ μᾶς χρησιμεύσει; Μπορεῖ νὰ μοῦ πῇς παιδὶ μου κύριε δημοσιογράφε, αὐτὸ ποῦ μοῦ εἴπε καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐφετείου προχθὲς εἰς τὴν δίκην μου. «-Σὺ ξεύρεις περισσότερα, παπᾶ, ἢ ὁ Μητροπολίτης;». Σοῦ ἀπαντῶ παιδί μου. Καὶ ἀπὸ μένα τὸν ἀγράμματο Παπᾶ καὶ ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη τὸν σπουδασμένο ξέρουν οἱ Πατέρες μου οἱ ἅγιοι. Ὁ Χρυσόστομος, ὁ Βασίλειος, ὁ Γρηγόριος καὶ τόσοι ἄλλοι· καὶ ἀφοῦ μὲ τὸ παλαιὸν ἑορτολόγιον ἐλάτρευσαν τὸν Θεὸν καὶ διέταξαν ὅλοι οἱ Πατέρες δύο χιλιάδες ποὺ ἀπετέλουν τὰς 7 Οἰκουμενικὰς Συνόδους νὰ ἐκτελοῦμε τὰ καθήκοντά μας ἱερεῖς καὶ λαϊκοί, πῶς θέλετε νὰ παραβῶ τὸν ὅρκον μου καὶ νὰ ἀρνηθῶ τοὺς Πατέρας μου τοὺς ἁγίους καὶ νὰ ἀκολουθήσω τοὺς κουρεμένους Ἱεράρχας; Αὐτὸ δὲν θὰ γίνῃ ποτέ. Πιστεύω, παιδί μου, ὡς πιστεύω, ἱερεὺς ὢν τοῦ Ὑψίστου καὶ μὴ τὰς τῆς Ἐκκλησίας μετακινήσας, ἀλλ’ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ αὐτὰ φυλάξας παραμένω χάριτι Κυρίου ἱερεὺς τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν εἶμαι τῶν κουρεμένων ἀρχιερέων παπᾶς. Καὶ θὰ ἱερουργῶ πάντοτε ὁσάκις δὲν ἐμποδίζομαι ἀπὸ τὰς λόγχας τοῦ Πιλάτου εἰς τὸν Οἶκον τοῦ Θεοῦ διότι οὔτε διὰ πράξεις ἀνηθίκους, οὔτε διὰ φρονήματα αἰρετικοῦ καθηρέθην, ἀλλὰ μοῦ κόψαν τὰ μαλλιὰ καὶ μὲ ἔβαλαν φυλακὴ διότι ἐτήρησα καὶ τηρῶ τὸν ὅρκον μου καὶ ὅλην τὴν πίστιν μου. Ἀλλὰ τἰ λέγουν αἱ Γραφαί. «ΘΕΩ ΠΕΙΘΑΡΧΕΙΝ ΜΑΛΛΟΝ Ἢ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ». Πορεύου καὶ σὺ παιδί μου καὶ ποίει ὁμοίως.

Καὶ εὐλογήσας με ὁ πιστὸς καὶ ἄξιος θαυμασμοῦ καὶ ἀγάπης ἀληθὴς ἱερεὺς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπεχώρησαν εἰς τὸ ἀνήλιον δῶμα τῶν φυλακῶν ἵνα ἐκεῖ λατρεύσῃ τὸν Θεὸν τὸν ἐνισχύοντα αὐτόν»[31].


à Κλείνοντας την παρούσα ομιλία οφείλουμε να τονίσουμε πως με την παράθεση των ντοκουμέντων αυτών που αφορούν τις διώξεις των προγόνων μας, δεν επιδιώξαμε να γεννήσουμε το μίσος, αλλά να στηλιτεύσουμε την υποκρισία. Ούτε να αυξήσουμε την διάσταση, αλλά να προβάλουμε την αλήθεια, η οποία απελευθερώνει και φέρνει πιο κοντά τους ανθρώπους. Σας ευχαριστώ πολύ.


----------------------------------------------------------------

[1] Επιστολή προς Νικόδημον, 22/7/1971.
[2] Βραδυνή (7-4-1924), Νέα Ημέρα (7-4-1924), Σκριπ (7-4-1924), Εμπρός (7-4-1924).
[3] Ελεύθερος Λόγος (7-4-1924), Εμπρός (8-4-1924), Νέα Αλήθεια (8-4-1924).
[4] Πάνταινος 31-5-1924.
[5] Πάνταινος (27.9/10.10-8-1924).
[6] Ελεύθερος Λόγος (8-1-1925), Ελεύθερον Βήμα (8-1-1925).
[7] Σκριπ (10-1-1925).
[8] Σκριπ (8-1-1925).
[9] Σφαίρα (7-1-1925), Απογευματινή (7-1-1925), Βραδυνή (7-1-1925), Σκριπ (8-1-1925), Απογευματινή (8-1-1925), Ελεύθερον Βήμα (8-1-1925), Έθνος (8-1-1925), Σκριπ (9-1-1925), Εμπρός (9-1-1925), Ελεύθερος Τύπος (9-1-1925), Ελεύθερος Λόγος (9-1-1925), Σκριπ (10-1-1925), Σκριπ (13-1-1925).
[10] Σκριπ (19-1-1925).
[11] Σκριπ 25-1-1925.
[12] Σκριπ 15-4-1926, Ελληνική 15-4-1926, Πολιτεία 15-4-1926, Εμπρός 15-4-1926, Νέα Ημέρα 15-4-1926, Ελληνική 17-4-1926.
[13] Ελληνική 25-4-1926.
[14] Σκριπ 9-1-1927.
[15] Σκριπ 10-1-1927.
[16] Τα Πάτρια, τόμος Ε΄, σελ. 38-46. Το Φως [Θεσσαλονίκης] (20/21-1-1927).
[17] Το Φως [Θεσσαλονίκης] (22-1-1927), Μακεδονία (22-1-1927).
[18] Σκριπ 22-11-1927, Χρονικά 22-11-1927, Ελεύθερος Λόγος 23-11-1927, Νέα Ημέρα 24-11-1927, Πολιτεία 24-11-1927, Πρωία 29-11-1927.
[19] Σκριπ 24-11-1927, Σκριπ 30-4-1928, Η αναγέννησις του λαού 25-3-1928.
[20] Η αναγέννησις του λαού 11-12-1927.
[21] Η αναγέννησις του λαού 14-1-1928.
[22] Η αναγέννησις του λαού 4-3-1928.
[23] Σκριπ 6-3-1928, Σκριπ 7-3-1928.
[24] Σκριπ 7-4-1928.
[25] Σκριπ 15-4-1928.
[26] Η αναγέννησις του λαού 13-5-1928.
[27] Αυτόθι.
[28] Σκριπ 1-10-1928.
[29] Σκριπ 13-5-1928.
[30] Η δημόσια κατακραυγή για την αθλιότητα της φυλακής αυτής οδήγησε στην κατεδάφισή της το 1929.
[31] Σκριπ 28-4-1928, Σκριπ 11-5-1928, Σκριπ 12-6-1928, Σκριπ 29-11-1928, Σκριπ 30-11-1928. Σκριπ 2-12-1928 (η συνέντευξη).


Πηγή: ''ΚΡΥΦO ΣΧOΛΕΙΟ''