A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ (Φώτης Κόντογλου)

140316 KONTOGLOU


Ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ἐκεῖνα τὰ ἀγράμματα γεροντάκια καὶ οἱ γριοῦλες, ποὺ τὴν Σαρακοστὴ καὶ τὴν Μεγάλη Βδομάδα βρίσκονται ὅλη μέρα στὴν ἐκκλησία, ζήσανε ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου καὶ καταλάβανε αὐτὸ τὸ χαροποιὸν πένθος, ποὺ δὲν τὸ καταλάβανε, ἀλοίμονο, οἱ σπουδασμένοι μας, ποὺ θέλουνε νὰ τοὺς διδάξουνε, ἀντὶ νὰ διδαχθοῦνε ἀπ᾿ αυτούς.

Τώρα τὶς μέρες τῆς Σαρακοστῆς, τῆς Μεγάλης Βδομάδας καὶ τοῦ Πάσχα πορεύονται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ἀκολουθᾶνε ὁλοένα ἀπὸ πίσω του, ἀληθινά, ὄχι φανταστικά, ἀκούγοντάς Τον νὰ λέγῃ:«Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ παραδοθήσεται ὁ Ὑιὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ». Μαζί του βρίσκονται στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ δακρύζουνε ἀπὸ τὰ λόγιά Του, μαζί Του πᾶνε στὸ πραιτώριο καὶ στὸν Πιλᾶτο, μαζί Του ῥαπίζονται, μαζί Του μαστιγώνονται, μαζί Του ἐμπαίζονται, μαζί Του σταυρώνονται, μαζί Του θάβονται, μαζὶ τοῦ ἀνασταίνονται.

Τὰ μάτια τους γίνονται βρῦσες καὶ τρέχουνε, μὰ αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν εἶναι δάκρυα τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς βεβαιότητας πὼς μ᾿ αὐτὰ ποτίζεται τὸ ὁλόδροσο κι ἀμάραντο δέντρο τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς, τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὸ γίνεται κάθε χρόνο. Ὤ! Πόσο ἀληθινὰ πίστι εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστι τοῦ λαοῦ μας!... 


www.elkosmos.gr

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

«ΤΑ ΤΑΛΑΝΤΑ...» (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

Πρόσεξε δέ ὅτι παντοῦ δέν ἀπαιτεῖ ἀμέσως αὐτά πού ἐνεπιστεύθη. Διότι εἰς τήν παραβολήν τοῦ ἀμπελῶνος (Ματθ. 21, 33), ἀφοῦ τόν παρέδωκεν εἰς τούς γεωργούς, ἀπεδήμησε. Καί ἐδῶ ἐνεπιστεύθη τά τάλαντα καί ἀπεδήμησε. Διά νά μάθῃς μ᾽ αὐτό τήν μακροθυμίαν Του. Ἐγώ δέ νομίζω ὅτι λέγοντας αὐτά ὑπαινίσσεται καί τήν Ἀνάστασιν. Μόνον πού ἐδῶ δέν ἀναφέρονται πλέον γεωργοί καί ἀμπελών, ἀλλά ὅλοι εἶναι ἐργάται. Διότι δέν ἀναφέρεται μόνον στούς ἄρχοντας, οὔτε στούς Ἰουδαίους, ἀλλά σέ ὅλους. Καί ἐκεῖνοι μέν πού προσφέρουν ὁμολογοῦν μέ εὐγνωμοσύνη καί τά ἰδικά τους, ἀλλά καί ὅσα τούς ἔδωκεν ὁ δεσπότης. Ἔτσι ὁ μέν ἕνας λέγει: «Κύριε, πέντε τάλαντα μοῦ ἔδωσες», ὁ δέ ἄλλος λέγει «δύο», δεικνύοντες ὅτι ἀπό Ἐκεῖνον ἔλαβαν τό κεφάλαιον τῆς ἐργασίας των, καί Τοῦ ἀναγνωρίζουν μεγάλην χάριν, καί ἀποδίδουν τό πᾶν εἰς Αὐτόν.

Τί λέγει λοιπόν ὁ δεσπότης; «Εὖγε, δοῦλε καλέ» (διότι αὐτό εἶναι ἴδιον τοῦ ἀγαθοῦ, τό νά βλέπῃ εἰς τόν πλησίον) «καί πιστέ· εἰς ὀλίγα ἐφάνηκες πιστός, εἰς πολλά θά σέ ἐγκαταστήσω. Εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου», δηλώνων μέ τήν ἀπάντησιν αὐτήν ὅλην τήν μακαριότητα. Δέν μιλάει ὅμως καί ὁ ἄλλος ἔτσι, ἀλλά πῶς; «Ἐγνώριζα ὅτι εἶσαι σκληρός ἄνθρωπος καί ὅτι θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἔσπειρες καί μαζεύεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἐσκόρπισες. Καί ἐπειδή ἐφοβήθηκα, ἔκρυψα τό τάλάντόν σου. Ὁρίστε, πάρε πίσω αὐτό πού εἶναι ἰδικόν σου». Τί τοῦ ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Δεσπότης; «Ἔπρεπε νά βάλῃς τά χρήματά σου στούς τραπεζίτας», δηλαδή, ἔπρεπε νά ὁμιλήσῃ, νά παραινέσῃ, νά συμβουλεύσῃ. Ἀλλά δέν πείθονται; Αὐτό δέν ἀφορᾷ ἐσένα. Τί θά μποροῦσε νά γίνῃ περισσότερο λογικό ἀπό αὐτό;

 Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν κάνουν ἔτσι, ἀλλά καθιστοῦν ὑπεύθυνον τοῦ ἀπαιτουμένου εἰσοδήματος τόν ἴδιον τόν δανειστήν των. Αὐτός ὅμως δέν ἐνεργεῖ ἔτσι, ἀλλά λέγει ὅτι σύ ἔπρεπε νά πληρώσῃς καί νά μοῦ ἐπιστρέψῃς τό ἀπαιτούμενον κέρδος. «Καί ἐγώ θά τά ἔπαιρνα πίσω μέ τόκον»· τόκον ἐννοώντας τήν ἐπίδειξιν τῶν ἔργων. Σύ ἔπρεπε νά κάμῃς τό εὐκολώτερον καί νά ἀφήσῃς τό δυσκολώτερον εἰς ἐμέ. Ἐπειδή λοιπόν δέν ἔκαμεν αὐτό, λέγει: «Πάρετε τό τάλαντον ἀπό αὐτόν καί δῶστέ το εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει τά δέκα τάλαντα, διότι εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει θά δοθοῦν καί ἄλλα καί θά περισσεύσουν. Ὅμως ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δέν ἔχει, θά τοῦ ἀφαιρεθῇ καί αὐτό πού ἔχει».

Τί σημαίνει λοιπόν αὐτό; Ἐκεῖνος πού ἔχει τό χάρισμα τοῦ λόγου καί τῆς διδασκαλίας διά νά ὠφελῇ καί δέν χρησιμοποιεῖ τό χάρισμά του, θά χάσῃ καί τό χάρισμα. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού καταβάλλει προσπάθειαν, θά δεχθῇ περισσοτέραν δωρεάν, ὅπως ἐκεῖνος χάνει καί αὐτό πού εἶχε λάβει. Δέν περιορίζεται ὅμως μόνο μέχρις ἐδῶ ἡ ζημιά γιά ὅποιον δέν ἐργάζεται, ἀλλά τόν ἀναμένει καί βαριά τιμωρία καί μαζί μέ τήν τιμωρία καί ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη μέ βαριά κατηγορία. Διότι λέγει: «Τόν ἄχρηστον δοῦλον ρίξτε τον ἔξω στό σκοτάδι, ὅπου θά ὑπάρχῃ τό κλάμα καί τό τρίξιμο τῶν ὀδόντων».

Εἶδες ὅτι ὄχι μόνο ἐκεῖνος πού ἁρπάζει καί εἶναι πλεονέκτης, οὔτε ἐκεῖνος πού κάμνει κακά, ἀλλά τιμωρεῖται μέ τήν ἐσχάτη τιμωρίαν καί ἐκεῖνος πού δέν κάμνει ἀγαθές πράξεις. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τά λόγια αὐτά. Ὅσο εἶναι καιρός ἄς φροντίσουμε γιά τή σωτηρία μας. Ἄς πάρουμε λάδι στίς λαμπάδες.

Ἄς καλλιεργήσουμε τό τάλαντο. Διότι ἐάν ἀμελήσουμε καί ἐάν διερχώμεθα τό χρόνο μας ἐδῶ χωρίς νά ἐργαζώμεθα, δέν θά μᾶς ἐλεήσῃ κανείς ἐκεῖ, ἔστω καί ἄν χύσουμε μύρια δάκρυα. Ἐκατηγόρησε τόν ἑαυτόν του καί ἐκεῖνος πού εἶχε βρωμερά ἐνδύματα, ἀλλά δέν ὠφέλησε τίποτε. Ἐπέστρεψε καί ὅ,τι τοῦ ἐνεπιστεύθη καί ἐκεῖνος πού εἶχε λάβει τό ἕνα τάλαντο, καί ὅμως καταδικάστηκε. Παρεκάλεσαν καί οἱ παρθένοι καί ἦρθαν καί χτύπησαν τήν πόρτα, ἀλλά μάταια. Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτά, ἄς καταθέσουμε καί χρήματα καί προθυμία καί προστασία καί ὅλα διά τήν ὠφέλειαν τοῦ πλησίον. Διότι τάλαντα ἐδῶ εἶναι ἡ δυνατότητα πού διαθέτει καθένας, εἴτε γιά νά προστατεύσει, εἴτε σέ χρήματα, εἴτε δυνατότητα διδασκαλίας, εἴτε εἰς ὁποιοδήποτε παρόμοιο πρᾶγμα.

Ἄς μή προφασίζεται κανείς ὅτι ἕνα μόνο τάλαντο ἔχω καί δέν μπορῶ νά κάμω τίποτε. Διότι μπορεῖς καί μέ ἕνα νά προκόψῃς. Δέν εἶσαι πτωχότερος ἀπό ἐκείνη τήν χήρα (Μάρκ. 12, 42). Δέν εἶσαι περισσότερον ἀκαλλιέργητος ἀπό τόν Πέτρον καί τόν Ἰωάννην (Πράξ. 3, 6), οἱ ὁποῖοι καί ἄπειροι ἦσαν καί ἀγράμματοι, ἀλλ᾽ ὅμως ἐπειδή ἔδειξαν προθυμία καί ἔκαναν τά πάντα διά τό κοινόν συμφέρον, κέρδησαν τούς οὐρανούς. Διότι τίποτε δέν ἀγαπᾶ ὁ Θεός τόσο, ὅσο τό νά ζοῦμε καί νά κάνουμε ὅτι καλό μποροῦμε γιά τούς ἄλλους.

Γι᾽ αὐτό μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός τή δυνατότητα τοῦ λόγου, καί τά χέρια καί τά πόδια καί τή σωματική δύναμι καί τόν νοῦν καί τήν φρόνησιν, διά νά τά χρησιμοποιήσουμε ὅλα αὐτά καί διά τήν ἰδικήν μας σωτηρίαν, ἀλλά καί γιά τήν ὠφέλεια τοῦ πλησίον. Διότι ὁ λόγος δέν εἶναι χρήσιμος μόνον διά νά ὑμνοῦμε καί εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾽ εἶναι χρήσιμος καί γιά νά διδάσκουμε καί νά συμβουλεύουμε.

Καί ἐάν μέν τόν χρησιμοποιήσουμε γιά αὐτό τό σκοπό, μιμούμεθα τόν Δεσπότη. Ἐάν ὅμως ὄχι, τότε μιμούμεθα τόν διάβολον. Διότι καί ὁ Πέτρος, ὅταν μέν ὡμολόγησε τόν Χριστό, ἐμακαρίσθη ἐπειδή ὡμολόγησε τά λόγια τοῦ Πατρός (Ματθ. 16, 16-18), ἐνῷ ὅταν παρεκάλεσε τόν Κύριον νά ἀποφύγῃ τήν σταύρωσιν, ἐπετιμήθη πολύ, διότι ἐφρόνει ἐκεῖνα πού ἀρέσουν στό διάβολο (Ματθ. 16, 22-23). Καί ἄν γι᾽ αὐτό πού εἶπε τότε ἀπό ἄγνοια ὁ Πέτρος τόση ἦταν ἡ κατηγορία, ποία συγγνώμη θά ἔχουμε ἐμεῖς, ὅταν ἁμαρτάνωμε πολύ καί ἑκούσια;

Ἄς ὁμιλήσουμε λοιπόν ἔτσι, ὥστε ἀπό τήν ὁμιλία μας νά γίνωνται φανερά τά λόγια τοῦ Χριστοῦ. Διότι δέν λέγω τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἐάν πῶ μόνο «σήκω καί περπάτησε» (Πράξ. 3, 6), οὔτε ἄν εἴπω «Ταβιθά σήκω» (Πράξ. 9, 40). Ἀλλά πολύ περισσότερο, ὅταν ἐνῷ μέ βρίζουν εὐλογῶ. Ἐνῷ μέ ἀπειλοῦν προσεύχομαι ὑπέρ ἐκείνου πού μέ ἀπειλεῖ (Ματθ. 5, 44).

Ἄλλοτε μέν λοιπόν ἔλεγα ὅτι ἡ γλῶσσα μας εἶναι χέρι τό ὁποῖο ψαύει τά πόδια τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως μέ πολλήν ἐπίτασιν λέγω, ὅτι ἡ γλῶσσα μας εἶναι γλῶσσα, πού μιμεῖται τήν γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν βέβαια ἐπιδεικνύῃ τήν πρέπουσα προσοχή, ὅταν λέμε ὅσα Ἐκεῖνος θέλει. Ποία δέ εἶναι αὐτά πού Ἐκεῖνος θέλει νά λέμε; Εἶναι τά γεμᾶτα ἐπιείκεια καί πραότητα λόγια. Ὅπως λοιπόν μιλοῦσε καί Ἐκεῖνος, λέγοντας σ᾽ αὐτούς πού Τόν ὕβριζαν: «Ἐγώ δέν ἔχω δαιμόνιον» (Ματθ. 11, 18), καί ἀλλοῦ: «Ἐάν μίλησα κακῶς ὁμολόγησε τό κακό πού εἶπα» (Ἰω. 18, 23). Ἐάν ἔτσι μιλᾶς καί σύ, ἄν μιλᾶς ἀποβλέποντας στήν διόρθωσι τοῦ πλησίον, ἔχεις γλῶσσα πού μοιάζει μέ τή γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτά τά λέγει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, μέ τό νά λέει: «αὐτός πού βγάζει ἔντιμο ἀπό ἀνάξιο, εἶναι σάν στόμα μου» (Ἰερ. 15, 19).

Ὅταν λοιπόν ἡ γλῶσσα σου εἶναι ὅπως ἡ γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ, καί τό στόμα σου γίνῃ στόμα τοῦ Πατρός, καί εἶσαι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε μέ ποιά τιμή θά μποροῦσε νά συγκριθῇ αὐτή; Διότι οὔτε ἐάν τό στόμα σου ἦταν φτιαγμένο ἀπό χρυσάφι, οὔτε ἄν ἦταν ἀπό πολυτίμους λίθους, θά ἔλαμπε τόσο, ὅπως λάμπει τώρα, πού φωτίζεται ἀπό τόν κόσμο τῆς ἐπιεικείας. Διότι τί εἶναι πιό ποθητό ἀπό ἕνα στόμα πού δέν ξέρει νά βρίζει, ἀλλά ἔχει μάθει νά εὐλογῇ καί νά καλομιλάει; Ἐάν δέ δέν ἀνέχεσαι νά εὐλογῇς ἐκεῖνον πού σέ καταρᾶται, τότε σιώπα, καί αὐτό κάμε το στήν ἀρχή.

Ἔπειτα βαδίζοντας στήν ὁδό καί προσέχοντας, θά φτάσῃς καί σ᾽ ἐκεῖνο καί θά ἀποκτήσῃς στόμα τέτοιο σάν αὐτό πού ἀναφέραμε προηγουμένως. Καί μή νομίσῃς πώς εἶναι τολμηρό αὐτό πού εἶπα. Διότι ὁ Δεσπότης εἶναι φιλάνθρωπος καί αὐτό θά σοῦ δοθῇ σάν δῶρο τῆς ἀγαθότητάς Του. Τολμηρό εἶναι νά ἔχῃ στόμα πού νά μοιάζει στό διάβολο, νά ἔχῃ γλῶσσα ὅμοια μέ τοῦ πονηροῦ δαίμονα, ἰδιαίτερα μάλιστα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμμετέχει σέ τόσο μεγάλα μυστήρια καί κοινωνεῖ τήν Ἴδια τήν Σάρκα τοῦ Δεσπότου.

Ἔχοντας λοιπόν στό νοῦ σου αὐτά, γίνε ὅπως ταιριάζει σέ Ἐκεῖνον ὅσο μπορεῖς. Ὅταν λοιπόν γίνῃς ὅμοιος μέ Αὐτόν, δέν θά μπορέσῃ ὁ διάβολος πλέον νά σέ ἰδῇ κατά πρόσωπον. Διότι διακρίνει στή μορφή σου τόν χαρακτήρα τόν βασιλικόν. Γνωρίζει τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ, μέ τά ὁποῖα ἡττήθηκε. Καί ποία εἶναι αὐτά; Ἡ ἐπιείκεια καί ἡ πραότης. Διότι, ὅταν κατά τούς πειρασμούς τόν ἐξέσχισεν στό ὄρος καί τόν ἐξέπληξε (Ματθ. 4, 1-11), δέν ἦταν γνωστό, ὅτι ἦταν ὁ Χριστός, ἀλλά τόν ἔδιωξε μέ τά λόγια μόνον. Τόν νίκησε μέ τήν ἐπιείκεια, τόν κατετρόπωσε μέ τήν πραότητα. Αὐτό κάνε καί σύ. Ὅταν δῇς ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔγινε διάβολος καί σέ πλησιάζει, ἔτσι νίκησέ τον καί σύ. Σοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός τήν δύναμη νά Τοῦ μοιάσῃς ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό σένα. Μή φοβηθῇς ἀκούοντας τοῦτο. Φόβος εἶναι νά μή γίνῃς ὅπως ἐκεῖνος.

Μίλησε λοιπόν ὅπως Ἐκεῖνος καί Τοῦ ἔμοιασες σ᾽ αὐτό, στά ἀνθρώπινα βέβαια μέτρα. Γι᾽ αὐτό εἶναι ἀνώτερος ἐκεῖνος πού μιλάει ἔτσι, παρά ἐκεῖνος πού προφητεύει. Διότι ἡ μέν προφητεία ὁλόκληρος εἶναι χάρισμα. Ἐνῷ ἐδῶ, τό νά μιλᾶς δηλαδή ὅπως ὁ Χριστός, χρειάζεται καί κόπος δικός σου καί ἱδρώτας. Δίδαξε τήν ψυχήν σου νά σοῦ διαπλάσσῃ τό στόμα ἔτσι, πού νά μοιάζῃ μέ τό στόμα τοῦ Χριστοῦ. Γιατί μπορεῖ ἐάν θέλη καί αὐτό νά κατορθώσῃ. Γνωρίζει τόν τρόπο, ἄν δέν εἶναι ράθυμη. Καί πῶς διαπλάσσεται τέτοιο στόμα; Μέ ποιά χρώματα; Μέ ποιό ὑλικό; Μέ κανένα ὑλικό βέβαια καί χρῶμα, παρά μόνο μέ ἀρετή καί ἐπιείκεια καί ταπεινοφροσύνη.

 Ἄς δοῦμε πῶς διαπλάσσεται καί τό στόμα τοῦ διαβόλου, γιά νά μή φτιάξουμε ποτέ κάτι τέτοιο. Πῶς πλάσσεται λοιπόν; Μέ κατάρες, μέ ὕβρεις, μέ βασκανίες, μέ ἐπιορκίες. Διότι ὅταν κάποιος χρησιμοποιῇ τά λόγια τοῦ διαβόλου παίρνει καί τήν γλῶσσαν του. Ποίαν λοιπόν συγχώρηση θά ἔχουμε, ἤ μᾶλλον ποία τιμωρία δέν θά ὑποστοῦμε, ὅταν ἐπιτρέπουμε στή γλῶσσα, μέ τήν ὁποία ἀξιωθήκαμε νά γευθοῦμε τῆς Σαρκός τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, νά χρησιμοποιῇ λόγια τοῦ διαβόλου;

Ἄς μή τῆς ἐπιτρέψουμε λοιπόν, ἀλλά ἄς καταβάλουμε κάθε προσπάθεια νά τήν ἐκπαιδεύσουμε νά μιμῆται τόν Δεσπότην της. Διότι ἄν τήν διδάξωμε αὐτό, μέ πολλή παρρησία θά μᾶς τοποθετήσῃ στό Βῆμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐάν κανείς δέν γνωρίζῃ νά μιλάῃ ἔτσι, οὔτε ὁ Κριτής θά τόν ἀκούσῃ. Γιατί ὅπως, ὅταν συμβῇ νά εἶναι Ρωμαῖος ὁ δικαστής, δέν θά καταλάβῃ τί λέει ἐκεῖνος πού ἀπολογεῖται καί δέν γνωρίζει νά μιλάει Ρωμαϊκά, ἔτσι καί ὁ Χριστός. Ἄν δέν μιλᾶς μέ τό δικό Του τρόπο, δέν θά σέ ἀκούσῃ, οὔτε θά σέ προσέξῃ. Ἄς μάθουμε λοιπόν νά μιλᾶμε ἔτσι, ὅπως συνήθισε νά ἀκούῃ ὁ Βασιλιάς ὁ δικός μας. Ἄς προσπαθήσουμε νά μιμούμεθα τήν γλῶσσαν Ἐκείνη.

Καί ἄν βρεθῇς σέ πένθος, πρόσεχε νά μή σοῦ διαστρεβλώσῃ τό στόμα ἡ μεγάλη λύπη, ἀλλά νά μιλήσῃς ὅπως ὁ Χριστός. Διότι ἐπένθησε καί Αὐτός τόν Λάζαρον (Ἰω. 11, 33-35) καί τόν Ἰούδα. Ἄν βρεθῇς σέ φόβο, φρόντισε πάλιν νά μιλήσῃς ὅπως Ἐκεῖνος. Διότι βρέθηκε καί Αὐτός σέ φόβο γιά σένα “κατ᾽ οἰκονομίαν”. Εἰπέ καί σύ: «Ἄς μή γίνῃ ὅμως τό θέλημά μου ἀλλά τό δικό σου» (Λουκᾶ 22, 42). Καί ὅταν κλαῖς, δάκρυσε ἤρεμα ὅπως Ἐκεῖνος. Καί ὅταν βρεθῇς σέ σκευωρίες καί λύπη, καί αὐτά ἀντιμετώπισέ τα ὅπως ὁ Χριστός. Διότι καί μηχανορραφίες ἀντιμετώπισε καί λυπήθηκε, ἀλλά εἶπε: «Ἡ ψυχή μου εἶναι λυπημένη μέχρι θανάτου» (Ματθ. 26, 38). Καί σοῦ χάρισε ὅλα τά ὑποδείγματα, διά νά τηρῇς αὐτά “ὡς μέτρον” καί νά μή καταστρατηγῇς τούς κανόνες, πού σοῦ ἔχουν δοθῇ.

 Ἔτσι θά μπορέσῃς νά ἔχῃς στόμα, ὅμοιο μέ τό στόμα Ἐκείνου. Ἔτσι, ἐνῷ θά βαδίζῃς ἐπάνω στή γῆ, θά ἐπιδεικνύῃς σέ μᾶς γλῶσσα ὅμοια μέ τήν γλῶσσαν Ἐκείνου πού βρίσκεται στόν οὐρανό, διατηρώντας τό μέτρο στή λύπη , στήν ὀργή, στό πένθος, στήν ἀγωνία. Πόσοι ἀπό σᾶς εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦν νά ἰδοῦν τήν μορφήν Του;  Νά λοιπόν, ὅτι εἶναι δυνατόν ὄχι μόνον νά Τόν δοῦμε, ἀλλά καί νά γίνουμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν, ἄν προσπαθήσουμε.

Ἄς μήν ἀναβάλλουμε λοιπόν. Διότι δέν ἀγαπᾷ τόσον τό στόμα τῶν προφητῶν, ὅσον ἐκεῖνο τῶν ἐπιεικῶν καί πράων ἀνθρώπων. «Πολλοί», λέγει, «θά μοῦ ποῦν: Δέν προφητεύσαμε στό ὄνομά Σου; Καί ἐγώ θά τούς εἰπῶ: Δέν σᾶς γνωρίζω» (Ματθ. 7, 22). Τό δέ στόμα τοῦ Μωυσέως, ἐπειδή ἦταν πολύ ἐπιεικής καί πρᾶος (διότι «ὁ Μωυσῆς», λέγει, «ἦταν ἄνθρωπος πρᾶος περισσότερο ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς γῆς» Ἀριθμ. 12, 3), τόσο πολύ τό ἀγαποῦσε, ὥστε νά πεῖ: «ὡμιλοῦσε ἀπό πολύ κοντά, στόμα μέ στόμα, ὅπως μιλάει ἕνας φίλος μέ τόν φίλο του» (Ἐξ. 33, 11 καί Ἀριθμ. 12, 8). Δέν θά δίνεις ἐντολές στούς δαίμονες τώρα, ἀλλά θά διατάσσῃς τότε ἐκεῖ τό πῦρ τῆς γεέννης, ἐάν βέβαια ἔχῃς τό στόμα σου ὅμοιο μέ τό στόμα τοῦ Χριστοῦ.

Θά διατάσσῃς τήν ἄβυσσο τοῦ πυρός καί θά λέγῃς: «Σιώπα φιμώσου» (Μάρκ. 4, 39), καί μέ πολλήν παρρησία θά ἀνέβῃς στούς οὐρανούς καί θά ἀπολαύσῃς τή βασιλεία, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχουμε ὅλοι ἐμεῖς, μέ τήν Χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖον ἀνήκει, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή: imaik.gr

ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ (Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος)


«Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός καί μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα·ἀνάξιος δέ πάλιν, ὅν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἵνα μή τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καί τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς· ἀλλά ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν, προστασίαις τῶν ἀσωμάτων, σῶσον ἡμᾶς.» 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Νά, ὁ Νυμφίος ἔρχεται στό μέσο τῆς νύχτας, κι εὐτυχισμένος θά εἶναι ὁ δοῦλος πού θά τόν βρεῖ (ὁ Νυμφίος) ξάγρυπνο νά τόν περιμένει· ἀνάξιος ὅμως πάλι θά εἶναι ἐκεῖνος, πού θά τόν βρεῖ ράθυμο καί ἀπροετοίμαστο. Βλέπε, λοιπόν, ψυχή μου νά μή βυθιστεῖς στόν πνευματικό ὕπνο, γιά νά μήν παραδοθεῖς στό θάνατο (τῆς ἁμαρτίας) καί νά μείνεις ἔξω τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ἀνάνηψε κράζοντας· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶσαι ἐσύ ὁ Θεός· σῶσε μας διά τῆς προστασίας τῶν ἐπουρανίων Ἀσωμάτων Δυνάμεων (τῶν Ἀγγέλων).

Μετά τήν ψαλμωδία τοῦ Ἀλληλουϊαρίου, στό ὁποῖο ἀπευθύνεται αἶνος πρός τό Θεό, ἀφοῦ προηγηθεῖ ἡ αἴτηση τιμωρίας τῶν ἐχθρῶν Του (τοῦ ἀπαίδευτου λαοῦ καί τῶν ἐνδόξων τῆς γῆς), τό τροπάριο εἰσέρχεται στήν καθαρή ὑπόθεση τῶν πιστῶν Χριστιανῶν.

Ἡ σχέση τους μέ τό Χριστό παρομοιάζεται μέ γάμο, γεγονός εὐφρόσυνο καί φαιδρό. Ἡ ὥρα ὅμως τῶν γάμων εἶναι ἄγνωστη. Οἱ πιστοί πρέπει ξάγρυπνοι νά περιμένουν τήν ἔλευση τοῦ Νυμφίου. Καί νά, ξαφνικά, στό μέσο τῆς νύχτας, σέ χρόνο δηλαδή ἀπρόσμενο, ἀκούγεται ἡ ἰαχή: Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται! Τότε πραγματικά καλότυχος θά εἶναι ὁ δοῦλος, τόν ὁποῖο Νυμφίος θά βρεῖ ἄγρυπνο, ἕτοιμο νά τόν ὑποδεχτεῖ, μέ λαμπρό καί στολισμένο μέ ἔργα ἀγαθά τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς του. Μέ αὐτόν τόν ἄξιο ὀπαδό Του, ὁ Χριστός θά δεθεῖ πνευματικά μέ μιά ἕνωση αἰώνια καί ἀδιάσπαστη, θά τόν ὁδηγήσει στό Νυμφώνα του καί θά τόν κάνει κοινωνό τῶν γλυκασμῶν καί τῆς εὐωχίας τῆς Θείας Βασιλείας Του.

Ἀντίθετα, θά εἶναι ἄθλιος καί δυστυχής ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, τόν ὁποῖο ὁ Νυμφίος θά βρεῖ ἀνύποπτο νά κοιμᾶται. Δηλαδή τόν ἄνθρωπο, πού, παραδομένος στίς ἡδονές καί τούς περισπασμούς τῆς ἐπίγειας ζωῆς, ζεῖ ἀδιάφορος καί ἀμέριμνος, χωρίς αἴσθηση τῆς πραγματικῆς του ὑποθέσεως, τῆς σχέσεως του μέ τό Θεό καί τῆς τύχης του στήν ἀπέραντη αἰωνιότητα. Καί ὁ ὁποῖος ἔχοντας τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς του ἀκάθαρτο καί λερωμένο ἀπό ἁμαρτίες, θά κριθεῖ ἀνάξιος τῆς θείας βασιλείας, ἀποκομμένος ἀπό τό πανηγύρι τῆς χαρᾶς τοῦ οὐρανοῦ!

Αὐτά ἔχοντας κατά νοῦ ἡ ψυχή, προτρέπεται νά μένει ἄγρυπνη, νά μήν παραδοθεῖ στή ραθυμία καί τή ραστώνη τοῦ πνευματικοῦ ὕπνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ προθάλαμος τοῦ αἰώνιου ὕπνου τοῦ θανάτου καί τῆς ἀπώλειας, πού ἰσοδυναμεῖ μέ τόν ἀποκλεισμό της ἀπό τή Θεία Βασιλεία καί τήν ἔκπτωσή της στό πυκνό σκοτάδι τῆς κολάσεως! Ἀντίθετα μάλιστα, προτρέπεται, κράζοντας τόν τρισάγιο ὕμνο, νά ζητᾶ τό θεῖο ἔλεος μέ τήν προστασία τῶν Ἀσωμάτων Δυνάμεων.


Τό Κοντάκιον 

μετά τήν ἀνάγνωσιν τοῦ Εὐαγγελίου (Ματθ. 22,15 – 23,39)


«Τήν ὥραν, ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα καί τήν ἐκκοπήν τῆς συκῆς δειλιάσασα τό δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως ἔργασαι, ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καί κράζουσα· Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ». 


ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Ἀφοῦ σκεφτεῖς, ψυχή μου, τήν ὥρα τοῦ τέλους (τῆς ἐπίγειας ζωῆς, δηλαδή τό θάνατο) καί φοβηθεῖς ἀπό τό πάθημα τῆς ἐκκοπῆς τῆς συκῆς, μέ φιλοπονία δούλεψε, ταλαίπωρη τό τάλαντο πού σοῦ ἐμπιστεύτηκε ὁ Θεός, μένοντας ἄγρυπνη καί κράζοντας˙ νά μή μείνουμε ἔξω ἀπό τό νυμφῶνα τοῦ Χριστοῦ.

Τό κοντάκιο εἶναι πολύ κατανυκτικό. Παρουσιάζει τόν πιστό, πού μέ εὐλάβεια γιορτάζει τά πάθη τοῦ Χριστοῦ, νά ἀνοίγει διάλογο μέ τήν ψυχή του. Ψυχή μου, τῆς λέγει, σκέψου καλά τό ἐπικείμενο τέλος τῆς ζωῆς σου, τήν κρίσιμη ἐκείνη ὥρα, πού θ᾿ ἀπορρίψεις νεκρωμένο τό σῶμα σου στό μνῆμα. Θ΄ ἀποκολληθεῖς ἀπό τίς σωματικές αἰσθήσεις σου, καί θά βρεθεῖς σ᾿ ἕναν καινούργιο κόσμο, πού ὥς τώρα ἀγνοοῦσες. Καί μάλιστα ὅτι θά λογοδοτήσεις σέ πρώτη φάση στόν Πλάστη σου καί θά κριθεῖς. Ὧρες πραγματικά κρίσιμες καί φοβερές!

Τρόμαξε κατόπιν γιά τό κατάντημα τῆς συκῆς, πού ἄκαρπη δέχτηκε τήν κατάρα τοῦ Θεοῦ καί νεκρώθηκε. Ὅτι ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο εἶναι ἀνοικτό καί γιά σένα, ἄν δέν ἔχεις καρπούς πνευματικούς, ἔργα ἀγαθά˙ ὅταν τό δέντρο τῆς ψυχῆς σου εἶναι ἄγονο, σκεπασμένο μόνο ἀπό φύλλα καί ἀγκάθια, ἔργα δηλαδή σκοτεινά καί ἐπαίσχυντα.

Ξύπνα, λοιπόν, ἀπό τόν ὕπνο τῆς ἀδιαφορίας καί τῆς πνευματικῆς ραστώνης, βρές τό τάλαντο πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός καί καλλιέργησέ το, ὁποιοδήποτε κι ἄν εἶναι, ὁπουδήποτε κι ἄν βρίσκεσαι. Νά τό δουλέψεις μέ φιλοπονία κι ἐπιμέλεια, ξάγρυπνη, στήν ἔπαλξη τοῦ χρέους. Ἔτσι πού τελικά νά μή μείνεις ἔξω τοῦ νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά μέ ἀναμμένη τή λαμπάδα σου ν᾿ ἀξιωθεῖς νά εἰσέλθεις στήν ὑπέρτατη χαρά τοῦ Κυρίου σου! 


Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀνδρέα Θεοδώρου “Πρός τό ἑκούσιον Πάθος’


Πηγή: paterikiorthodoxia.com

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ (Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας)

Γιὰ νὰ ἀκολουθήσει κάποιος τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ ἄρει τὸν σταυρό του. Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ συνίσταται ἀπὸ τὰ παθήματά Του, τὶς ἀποδοκιμασίες καὶ τὸ θάνατο. Ἔχοντας ὑπομείνει μόνος τὰ πάντα γιὰ χάρη μας, ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ ζητᾶ ἀπὸ τὸν καθένα μας νὰ τὰ ὑπομείνει ὅλα αὐτὰ γιὰ Ἐκεῖνον. Ὅμως, γιὰ νὰ μὴ συντριβοῦμε ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ φορτίου Του, κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ τὸν Ἴδιο τὸν εἶδαν τόσο ἀδύναμο, δέν ἄφησε ἐπάνω μας τὸν δικό Του μέγα Σταυρό, ἀλλὰ ἔδωσε ἐντολή στὸν καθένα μας νὰ ἀναλάβει τὸν δικό του σταυρό, νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑπομείνει τόσα παθήματα καὶ δοκιμασίες, ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικές, ὅσα ἡ καθαρτήρια, ἐξαγνιστικὴ καὶ ταυτοχρόνως ἐλεήμων θέληση τῆς θείας Πρόνοιας, πού κυβερνᾶ τὰ πάντα, μπορεῖ νὰ ἐπιλέξει γιὰ νὰ μᾶς ἐπισκεφτεῖ.

Εἶναι λοιπὸν τοῦτο ἀναπόφευκτο; θὰ ἀναφωνήσουν μερικὲς ἐξασθενημένες ψυχές.

0[1]Εἰρηνεύετε. Ἐὰν ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος ἦταν ἀναμάρτητος καὶ παντοδύναμος, «ἔπρεπε νὰ πάθει», ὥστε νὰ μπορέσει «νὰ εἰσέλθει στὴν δόξα Του», τότε πῶς μποροῦμε ἐμεῖς, κηλιδωμένοι καὶ ἀδύναμοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ φτάσουμε σὲ αὐτὴ τὴν δόξα, χωρὶς νὰ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὶς δοκιμασίες καὶ νὰ ἐνδυναμωθοῦμε ἀπὸ τὰ παθήματα; Διότι τί κατοικεῖ σὲ μᾶς τώρα; Ἐὰν τὴν ἐξομολόγησή μας τὴν ἐμποδίζει ἡ φιλαυτία, ἂς ἐπικαλεστοῦμε τὴν ἐνοχή μας μὲ τοὺς λόγους τοῦ Ἀποστόλου: «Οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ’ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν». Σὲ μᾶς κατοικεῖ, ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ὁ παλαιὸς Ἀδάμ, μὲ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ἡδονές του. ΙΙῶς μποροῦμε λοιπὸν νὰ τὸν ἀπεκδυθοῦμε, καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν νέον ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν προσδοκιῶν μας; Ὄχι, λέγω, ὄχι χωρὶς παθήματα, κι ἀκόμη, ὄχι χωρὶς θάνατο.

Πρέπει νὰ ἀναλάβουμε τὸν σταυρό μας ὄχι μόνο γιὰ νὰ ἀγωνιστοῦμε τὸν καλὸν ἀγώνα, ἀλλά γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐντελῶς πιὰ στὸ τέλος νὰ σταυρώσουμε τὴν σάρκα  «σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις», νὰ νεκρώσουμε  «τὰ μέλη ἡμῶν τὰ ἐπί τῆς γῆς», νὰ πεθάνουμε, μυστικά, διότι «ἡ ζωὴ ἡμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ».

Τέτοια εἶναι, ὢ Χριστιανοί, ἡ διδασκαλία τοῦ Σταυροῦ, διδασκαλία τόσο ἀναγκαία καὶ θεμελιώδης στὸν Χριστιανισμό, πού ἡ Ἐκκλησία, μὴ ὄντας εὐχαριστημένη μὲ τὸ νὰ τὴν διακηρύσσει συχνὰ μὲ λόγια, ἀκόμη πιὸ συχνά μᾶς τὴν παρουσιάζει μὲ σύμβολα καὶ σημεῖα. Μὲ τὸ ἴδιο τὸ βάπτισμά μας, βάζει ἐπάνω μας τὴν εἰκόνα τοῦ Σταυροῦ. Σὲ κάθε προσευχὴ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ κάνουμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ὅπως καὶ τώρα, τὸν παρουσιάζει ἐπίσημα πρὸς λατρεία καὶ ἱερὸ χαιρετισμό.

Ἂς εἴμαστε προσεκτικοί, ἂς ἀποδεχτοῦμε αὐτὴ τὴν ἐντολή, ὄχι σὰν ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη, ἀλλὰ σὰν ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Ἴδιου τοῦ σταυρωθέντος Σωτήρα μας: «ἂς ἀπαρνηθοῦμε τὸν ἑαυτό μας, καὶ αἴροντες τὸν σταυρό μας, ἂς Τὸν ἀκολουθήσουμε». Ἀμήν.

Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας
Πηγή: www.imaik.gr







Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

«ΕΞΑΓΟΡΑΖΟΜΕΝΟΙ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟΝ» (Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος)


Περισσότερο ὠφελεῖται κανείς μελετώντας καθημερινά τό νόμο τοῦ Θεοῦ, παρά ὁποιοδήποτε ἄλλο βιβλίο. Γιατί μέσα στή Γραφή εἶναι κρυμένα νοήματα ἁγιοπνευματικά, πού ὄχι μόνο χαρίζουν ἀνέκφραστη ἡδονή στήν ψυχή, μά καί τήν ἀνεβάζουν στόν οὐρανό, πάνω ἀπό τά γήινα καί κοσμικά πράγματα.


Ἄς δοῦμε λοιπόν τώρα κάτι μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς Γραφῆς.

Ἄς ἐξετάσουμε μέ ἀκρίβεια μερικά θεόπνευστα λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιά νά ἀπολαύσουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή μας.

Ἕνα ἀπό τά σημαντικά ἀποστολικά παραγγέλματα εἶναι καί τοῦτο: «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι». Ὅπως κάθε ἔμπορος, κάθε γεωργός καί τεχνίτης χρειάζεται νά ἔχει φροντίδα κι’ ἐπιμέλεια στό ἔργο του, γιατί διαφορετικά ζημιώνεται, ἔτσι συμβαίνει καί στά ἔργα τά πνευματικά.

Θά σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα:

Ὅταν ὅλοι οἱ πραματευτές τρέχουν στό πανηγύρι καί ἀγωνίζονται μέ κάθε τρόπο νά πουλήσουν τήν πραμάτια τους, ἕνας ὅμως πραματευτής χαζεύει τριγυρίζοντας ἐδῶ κι΄ ἐκεῖ, στά ξεφαντώματα καί στά μεθύσια τῶν πανηγυριστῶν, χωρίς νά νοιάζεται ἄν θά πουλήσει τά ἐμπορεύματά του, σᾶς ρωτάω, ποιός ἀξιοποιεῖ καί χρησιμοποιεῖ ὠφέλιμα τό χρόνο; Ἐκεῖνος πού τόν ξοδεύει σέ μάταια κι’ ἀνώφελα πράγματα, ἤ οἱ ἄλλοι, πού πουλᾶνε τά ἐμπορεύματά τους καί κερδίζουν χρήματα;

Ὕστερ’ ἀπ’αὐτό, ἄς ἐξετάσουμε τά νοήματα τοῦ ἀποστολικοῦ ρητοῦ, γιά νά μάθουμε πῶς χρησιμοποιεῖ κανείς ὠφέλιμα τόν καιρό, ποιός εἶναι ὁ καιρός αὐτός, καί ποιές εἶναι οἱ πονηρές ἡμέρες, γιά τίς ὁποῖες μιλάει ὁ ἀπόστολος.

Καιρός πραμάτειας κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἡ παρούσα ζωή. Καί πονηρές ἡμέρεςεἶν’ ἐκεῖνες, πού δέν τίς μεταχειρίζεται κανείς ὅπως πρέπει. Κάθε ἄνθρωπος λοιπόν, πού πολιτεύεται στήν παρούσα ζωή μέ σωφροσύνη καί ἀρετή, καίὑποφέρει μέ γενναιότητα καί ὑπομονή ὅλες τίς θλίψεις καί τούς πειρασμούς, πού τοῦ προξενοῦν ὁρατοί καί ἀόρατοι ἐχθροί, αὐτός ἐξαγοράζει τόν καιρό μέ φρόνηση. Σοφός πραματευτής τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ζωῆς εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐκμεταλλεύεται ὅλες τίς εὐκαιρίες τῶν ἀδικιῶν, τῶν ἀτιμιῶν καί τῶν ὀνειδισμῶν, γιατί σκέφτεται τό πνευματικό κέρδος ἀπό τήν καρτερική ἀντιμετώπισή τους.

Ὁ συνετός λοιπόν ἄνθρωπος ἀγοράζει αὐτό τό θησαυρό μέ τήν ὑπομονή καί τρέχει σ’αὐτό τόν ἀγώνα μέ χαρά, ξέροντας πώς οὔτε οἱ νηστεῖες οὔτε οἱ ἀγρυπνίες οὔτε οἱ ἄλλοι πνευματικοί καί ἀσκητικοί ἀγῶνες δέν προσφέρουν τόσα στήν ψυχή, ὅσα προσφέρουν οἱ θλίψεις καί οἱ καταφρονήσεις.

Ὅταν δύο ἄνθρωποι πιέζονται ἀπό ἕναν τύραννο νά παραβοῦν τό νόμο τοῦ Θεοῦ, κι’ ὁ ἕνας φύγει καί κρυφτεῖ, δειλιάζοντας μπροστά στίς τιμωρίες καί τά βάσανα, ἐνῶ ὁ ἄλλος μείνει καί ὁμολογήσει μέχρι τό θάνατο, ποιός ἀπό τούς δύο ἐξαγόρασε πιό σοφά καί κερδοφόρα τόν καιρό; Ἐκεῖνος πού δειλίασε κι’ ἔφυγε, κερδίζοντας λίγα χρόνια ἀκόμα γήινης ζωῆς, ἤ ὁ ἄλλος πού θυσιάστηκε, κερδίζοντας τήν αἰώνια ζωή; Ἀσφαλῶς ὁ δεύτερος.

Ὅσοι λοιπόν ὑπομένουν καρτερικά τίς θλίψεις, τούς διωγμούς καί τούς πειρασμούς τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέ σκοπό νά εὐαρεστήσουν τόν Θεό, ἐκεῖνοι ἐξαγοράζουν τά οὐράνια ἀγαθά καί τήν ἀτελεύτητη εὐφροσύνη. Καί μέ τό σωματικό θάνατο ἐξαγοράζουν τήν αἰώνια καί ἀθάνατη ζωή μαζί μέ τόν Αἰώνιο καί Ἀθάνατο Θεό. Καί ὅπως ἕνας πραματευτής, ὅταν βρεῖ καλό ἐμπόρευμα σέ χαμηλή τιμή, μέ χαρά καί προθυμία πληρώνει ὅσο-ὅσο γιά νά τό ἀποκτήσει, ἔτσι κι’ ἐκεῖνος πού ἀγαπάει ἀληθινά τόν Θεό, ὅταν πρόκειται γιά τά αἰώνια ἀγαθά, μέ χαρά καί προθυμία τά ἀγοράζει ἀκόμα καί μέ θάνατο, ἀφοῦ αὐτός δέν εἶναι παρά ἡ γέφυρα πού ὁδηγεῖ στήν Βασίλεια τῶν Οὐρανῶν.

Ἀλλά οἱ φιλόδοξοι, οἱ φιλόσαρκοι καί οἱ φιλοχρήματοι ἄνθρωποι δέν κάνουν ἔτσι. Δέν μποροῦν νά σηκώσουν τήν ἀπειλή, τή χλεύη, τήν περιφρόνηση τοῦ κόσμου, τή στέρηση τῶν ἀπολαύσεων καί τή χρηματική ζημία. Γι’ αὐτό προδίδουν τά οὐράνια καί ἄφθαρτα, προτιμώντας τά γήινα καί φθαρτά. Γιά τά προσωρινά, χάνουν τά αἰώνια. Γιά πράγματα πού δέν ἀξίζουν τίποτα, χάνουν τή σωτηρία τους. Αὐτοί δέν εἶναι καλοί πραματευτές τῆς ζωῆς αὐτῆς. Τήν ἀσήμαντη πραμάτεια τῆς πρόσκαιρης ἀπολαύσεως τήν πληρώνουν πολύ ἀκριβά: μέ τήν αἰώνια κόλαση!

Ἐμεῖς λοιπόν, «ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν» τῆς ζωῆς, ἄς δώσουμε μέ προθυμία τήν προαίρεσή μας στήν εὐργεσία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, γιά ν’ ἀποκτήσουμε τό κέρδος τῆς ἀρετῆς, νά πλουτίσουμε μέ τό θησαυρό τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά γίνουμε μέτοχοι τῶν ἀνεκτίμητων καί ἀτέλειωτων ἀγαθῶν τοῦ Παραδείσου.

Ἄς ἐξαγοράσουμε τή φρόνηση τῆς ψυχῆς μέ τήν καταφρόνηση τῶν πρόσκαιρων τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Ἄς ἐπιζητοῦμε τά πνευματικά χαρίσματα, «τά χαρίσματα τά κρείττονα», καί ἄς ἁπαλασσόμαστε μέ συνεχῆ ἀγώνα ἀπό τό σαρκικό φρόνημα, πού σέρνει τήν ψυχή σέ ἄλογες ὁρμές καί κάνει ὅλο τόν ἄνθρωπο ζῶο ἄλογο. Ἄς μήν παραδίνουμε τά μέλη τοῦ σώματός μας «δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καί τῇ ἁμαρτίᾳ εἰς τήν ἀνομίαν», ἀλλά νά τά κάνουμε «δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν».

Ἄς ἐξαγοράσουμε τή δικαιοσύνη – μέ τήν ὁποία γινόμαστε οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ – μέ τήν εὐσέβεια, καί ἄς προτιμᾶμε τήν ἀρετή ἀπό τήν κακία, γιά νά μήν ἀνοίξουμε τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας στό διάβολο. Καί στό μέν σῶμα νά δίνουμε «διατροφάς καί σκεπάσματα» τόσα, ὅσα χρειάζεται γιά νά ζεῖ. Τήν ψυχή πάλι νά τήν τρέφουμε μέ προσευχές καί δάκρυα καί μελέτη τῶν ἱερῶν Γραφῶν καί βιβλίων.

Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ὑγεία καί σωτηρία τῆς ψυχῆς μας μέ πολλή ὑπομονή στούς πειρασμούς, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κύριου: «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν».

Ἄς ἀντιστεκόμαστε στήν ἁμαρτία μέ φρόνημα γενναῖο.

Ἄς χτυπᾶμε τόν ἐχθρό μέ τά ὅπλα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἄς κακοπαθοῦμε σάν καλοί στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές πένθος καί μετάνοια, γιά ν’ ἀξιωθοῦμε τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης.

Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ἁγνότητα τοῦ σώματός μας μέ τήν ἐγκράτεια καί τήν ταπείνωση, μισώντας τά αἰσχρά ἔργα καί τίς προτροπές τῆς σάρκας, πού πολεμάει μέ λύσσα τό πνεῦμα.

* Ἄς γνωρίζουμε, πώς τότε μόνο θ’ ἀποφύγουμε τήν κατάκριση τῆς συνειδήσεως, τό μολυσμό τῆς καρδίας καί, προπαντός τήν ἀποστροφή τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐκμεταλλευθοῦμε συνετά τόν καιρό μας καί περάσουμε μέ δικαιοσύνη καί σωφροσύνη τό δρόμο τῆς ζωῆς αὐτῆς, σηκώνοντας ἰσόβια μέ γενναιότητα «τό βάρος τῆς ἡμέρας καί τόν καύσωνα».

«Ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν», δέν θά φοβηθοῦμε «τήν ἡμέραν ἐκείνην τήν φοβεράν» τῆς Κρίσεως, γιατί θά ἔχουμε ἤδη ἀποκτήσει τόν «πολύτιμον μαργαρίτην» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Τό ὁποῖο εὐαρεστήσαμε, δίνοντάς Του ὅλα μας τά θελήματα, τά φρονήματα, τίς διαθέσεις καί τίς δυνάμεις.

(“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)





Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Περὶ τῆς Ἁγιοκατατάξεως τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου

Hrisostomos Kavuridis.jpg


Ἀριθμός Πρωτ. 2353
Ἐν Ἀθήναις, 20 – 03 / 02 - 04 - 2016

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
Πρὸς ἅπαντα τὸν Κλῆρον καὶ τὸν Λαὸν
τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίας
Ἀγαπητὰ τέκνα ἐν Κυρίῳ,
 Μακαριστὸς πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος δὲν χρειάζεται συστάσεις εἰς τὸ Ποίμνιόν μας. Εἶναι ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἡγέτης, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε ἀξιώματα καὶ χρήματα, προκειμένου νὰ ἄρῃ τὸν σταυρὸν τῆς καλῆς Ὁμολογίας ὑπὲρ τῶν πατρικῶν μας Παραδόσεων, τὴν ὁποίαν ἐκράτησε μέχρι τῆς ἐσχάτης αὐτοῦ ἀναπνοῆς, διωκώμενος, κακουχούμενος, λοιδορούμενος καὶ ἐξοριζόμενος.

Ὅθεν, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν κατὰ τὴν Συνεδρίαν Αὐτῆς τῆς 8/21-1-2016, ἀπεφάσισε τὴν ἁγιοκατάταξιν τοῦ Μακαριστοῦ Πρωθιεράρχου ἡμῶν, Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης κυροῦ Χρυσοστόμου Καβουρίδου (+1955). Ἡ Ἁγιοκατάξις ἀπεφασίσθη ὅπως γίνῃ τὸ Σάββατον, 15/28 Μαΐου, παραμονὴν τῆς Κυριακῆς τῆς Σαμαρείτιδος, εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Πάρνηθος Ἀττικῆς, ὅπου καὶ ὁ τόπος ταφῆς τοῦ ἁγίας Μνήμης Ἱεράρχου, καθὼς καὶ τὸ σημεῖον τῆς πρώτης θαυματουργοῦ του δράσεως.

Τὴν Παρασκευὴν ἑσπέρας (ὥραν 18:00) τῆς 14ης / 27ης Μαΐου, θὰ τελεσθῇ Μέγας Πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Πάρνηθος, καὶ τὴν πρωΐαν τοῦ Σαββάτου, 15ης / 28ης Μαΐου ἐ.ἔ. (ὥρα 07:00), εἰς τὸν αὐτὸν χῶρον, Ὄρθρος καὶ Διορθόδοξος Θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Καλλινίκου.

 Ἱερὰ ἡμῶν Σύνοδος προσκαλεῖ ἅπαντας, Κλῆρον καὶ λαὸν διὰ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸ μέγα τοῦτο ἱστορικὸν γεγονός.

Τῇ ἐντολῇ τῆς Ἱ. Συνόδου 
Ὁ Ἀρχιγραμματεὺς 
† Ὁ Δημητριάδος Φώτιος

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

ΝΕΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΑΝΤΙΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ





12931056_1162060450494796_4453648212434312406_nΜια μέρα νωρίς το πρωί το Μοναστήρι της Σεντνάγια στη Συρία επισκέφθηκε ένα άτομο που έφερε και μια λαμπάδα ύψους 1,60 μ και ανέφερε ότι ήταν τάμα του.
Στην πόρτα της εκκλησίας τον συνάντησε η μοναχή Μαρίνα Maalouf.
Της έδωσε χρήματα να τα βάλει στο ταμείο δωρεών και της είπε ν΄ανάψει τη λαμπάδα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας γιατί την έχει κάνει τάμα.
Έδειχνε βιαστικός.  …
Η μοναχή επανειλημμένα επιχείρησε ν΄αναψει τη λαμπάδα αλλά αυτή δεν άναβε.
Σε λίγο ακούστηκαν κραυγές έξω από τη μονή.
Έσπευσαν οι μοναχές να δουν τη συμβαίνει και διαπίστωσαν ότι ο ιδιόρρυθμος επισκέπτης είχε υποστεί καρδιακή προσβολή και πέθανε κατά την έξοδό του από τη μονή.
Αμέσως έφτασε κλιμάκιο των συριακών μυστικών υπηρεσιών που διεξήγαγε έρευνα.
Στη συνέχεια οι αρχές ανακάλυψαν ότι η λαμπάδα που δεν άναβε περιείχε εκρηκτική ύλη TNT,δυναμίτη και ήταν προορισμένη ν΄ανατινάξει τη μονή.

Το θαύμα συνέβη στις 9 Οκτώβρη 2012 και αναφέρεται σε πολλά αραβικά μέσα όπως το addiyar, gazire.com .

Η  Παναγία δεν επέτρεψε στους « αντάρτες » να ταπεινώσουν την ιστορική της μονή που χτίσθηκε από τον Ιουστιανιανό όταν είχε βγει για κυνήγι και είδε ένα θυληκό ελάφι που το είχε για θήραμα να μεταμορφώνεται σε μια λευκή υπέρλαμπρη Δέσποινα και τον επέπληξε με τα λόγια Ιουστιανιανέ γιατί με διώκεις.

Αναρίθμητα είναι τα θαύματα που πραγματοποιούνται σε αυτόν τον τόπο.

Σ΄ ένα σημείο της σκάλας ανεβαίνοντας προς τη μονή εμφανίστηκε η Παναγία και οι προσκυνητές συχνά εναποθέτουν ένα τάμα τους στη θέση αυτή.
12974545_10208480197700351_3247099061543602173_n


Πηγἠ: apotixisi.blogspot.gr


Η ΚΟΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)

Η προσευχή της Εκκλησίας έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε και αν ακόμη είμαστε πιο άφωνοι και από τις πέτρες, θα μπορούσε να κάνει τη γλώσσα μας πιο ελαφρά από το φτερό. Διότι, όπως ο ζέφυρος όταν φυσάει στα πανιά του πλοίου το κάνει να τρέχει πιο γρήγορα από το βέλος, έτσι και η προσευχή της Εκκλησίας όταν πέσει στη γλώσσα αυτού που την λέει, κινεί τον λόγο δυνατότερο από τον ζέφυρο.
Πόση τιμή δε έχει το πράγμα, να είναι κάποιος άνθρωπος και να συνομιλεί με το Θεό, όλοι το γνωρίζουν, αλλά να δείξουν με λόγια το μέγεθός της δεν μπορούν οι πολλοί, διότι αυτή η τιμή ξεπερνά και των Αγγέλων τη μεγαλοπρέπεια. Αυτό το γνωρίζουν οι ίδιοι οι Άγγελοι, αφού φαίνονται πως έφερναν τις δεήσεις των Προφητών στο Θεό, τους ύμνους και τις λατρείες στο Δεσπότη με φόβο πολύ, έχοντας και τα πόδια σκεπασμένα από την μεγάλη ευλάβεια. Αλλά αν εκείνοι που πετούν και δεν ησυχάζουν καθόλου δείχνουν το φόβο που έχουν, τούτο μου φαίνεται ότι το κάνουν για να εκπαιδεύουν εμάς στον καιρό της προσευχής να λησμονούμε την ανθρώπινη φύση· και με την προθυμία και τον φόβο που έχουμε, να μη βλέπουμε, ούτε να φανταζόμαστε κανένα πράγμα τούτου του κόσμου, αλλά να μας φαίνεται πως είμαστε μεταξύ των Αγγέλων και προσφέρουμε τη λατρεία που προσφέρουν κι εκείνοι. Διότι όλα τα άλλα, τα δικά μας, είναι πολύ χωρισμένα από τα δικά τους· και η φύση και ο τρόπος ζωής και η σοφία και η φροντίδα και ό,τι άλλο· η προσευχή όμως είναι κοινό έργο των Αγγέλων και των ανθρώπων. Αυτή η προσευχή σε ξεχωρίζει από τα άλογα ζώα, αυτή η προσευχή σε κάνει σύντροφο των Αγγέλων· αυτή μπορεί γρήγορα να σε ανεβάσει στη δική τους πολιτεία, στη ζωή, στη δίαιτα, και την τιμή και την συγγένεια, και τη σύνεση και τη σοφία, και να σε κάνει να φροντίζεις όλη σου τη ζωή να βρίσκεσαι σε προσευχές και στη λατρεία του Θεού.
«O Πέτρος» λέει «ήταν στη φυλακή· η εκκλησία προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό γι’ αυτόν» (Πράξ. 12, 5). Ακούτε πώς τους αισθάνονταν τους δασκάλους τους;Δεν επαναστάτησαν, δεν θορυβήθηκαν, αλλά κατέφυγαν στην προσευχή, την πραγματικά άμαχη σύμμαχο… Άρα τίποτε δεν είναι καλύτερο από την μέτρια θλίψη. Ανυμνούσαν το Θεό με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, αγόρια, κορίτσια, και είχαν γίνει με την θλίψη πιο καθαροί από τον ουρανό. Ενώ τώρα, αν δούμε μικρό κίνδυνο, πέφτουμε σε αδράνεια. Τίποτε δεν ήταν λαμπρότερο από εκείνη την Εκκλησία. Ας τους μιμηθούμε αυτούς, ας τους ζηλέψουμε. Η νύκτα δεν έγινε για να κοιμόμαστε συνεχώς και να βρισκόμαστε σε αργία. Κι αυτό το μαρτυρούν οι χειροτέχνες, οι αμαξηλάτες, οι έμποροι, η Εκκλησία του Θεού, που ξυπνά μέσα στη νύκτα. Σήκω και συ και κοίταξε το χορό των άστρων, την βαθιά σιγή, την πολλή ησυχία. Τότε η ψυχή είναι καθαρότερη· είναι πιο ελαφρά και πιο λεπτή, πετά πιο ελεύθερη· αυτό το σκοτάδι, η σιγή η πολλή, είναι ικανά να προκαλέσουν κατάνυξη. Κι αν δεις τον ουρανό και τα στίγματα των άστρων σαν να είναι άπειρα μάτια, θα αισθανθείς κάθε γλυκύτητα, φέρνοντας αμέσως στον νου σου τον Δημιουργό. Αν σκεφτείς ότι αυτοί που στη διάρκεια της ημέρας κραυγάζουν, γελούν, σκιρτούν, πηδούν, πλεονεκτούν, απειλούν ότι θα προκαλέσουν χιλιάδες κακά, αυτοί τώρα δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους νεκρούς, θα κατηγορήσεις όλη την ανθρώπινη αυθάδεια.
Ήρθε ο ύπνος να ελέγξει τη φύση· είναι εικόνα του θανάτου, εικόνα της συντέλειας. Αν σκύψεις στο στενό, δεν θα ακούσεις φωνή· αν δεις στο σπίτι, θα τους δεις όλους ξαπλωμένους κάτω, σαν σε τάφο. Όλα αυτά είναι αρκετά για να διεγείρουν τη ψυχή και να της προκαλέσουν την έννοια της συντέλειας. Γονάτισε, στέναξε, παρακάλεσε τον Κύριό σου να δείξει ευσπλαχνία· κάμπτεται ευκολότερα στις νυκτερινές προσευχές, όταν συ κάνεις την ώρα της αναπαύσεως ώρα θρήνων. Θυμήσου τον Βασιλέα Δαυίδ τί έλεγε: «κουράστηκα από το στεναγμό μου, κάθε νύχτα λούζω το κρεβάτι μου, και βρέχω το στρώμα μου με τα δάκρυα μου» (Ψαλμ. 6, 6). Όσο και να ζεις μέσα στις ανέσεις, πάντως όχι περισσότερο από εκείνον, όσο και να είσαι πλούσιος, δεν είσαι πλουσιότερος από τον Δαυίδ. Και πάλι ο ίδιος λέγει: «τα μεσάνυκτα σηκωνόμουν…» (Ψαλμ. 118, 62). Τότε ούτε η κενοδοξία μας ενοχλεί διότι πώς να μας ενοχλήσει, όταν όλοι κοιμούνται και δεν βλέπουν; Τότε δεν μας επιτίθεται η ραθυμία και το χασμουρητό· πώς να μας επιτεθεί, όταν η ψυχή έχει τόσες αφορμές να διεγείρεται;
Μετά δε από τέτοιες αγρυπνίες και ο ύπνος είναι γλυκός και αποκαλύψεις θαυμαστές συμβαίνουν. Όπου είναι ο Χριστός στη μέση, εκεί υπάρχει και πλήθος πολύ· όπου είναι ο Χριστός, απαραιτήτως βρίσκονται και Άγγελοι και Αρχάγγελοι κι άλλες νοερές Δυνάμεις. Άρα δεν είσθε μόνοι, αφού έχετε τον Κύριο των όλων.
Αλλά κουράσθηκα, λέει, την ημέρα πολύ και δεν μπορώ. Αυτά είναι δικαιολογίες και προφάσεις, επειδή όσο και να κουρασθείς δεν θα κοπιάσεις όσο ο σιδηρουργός, που κτυπά τόσο βαρύ σφυρί από πολύ ψηλά πάνω στα πυρωμένα σίδερα και δέχεται όλη την κάπνα στο σώμα του, κι όμως το μεγαλύτερο μέρος της νύκτας το καταναλώνει έτσι. Κάνε λοιπόν και συ πνευματικό σιδηρουργείο που θα κατασκευάσει όχι χύτρες και καζάνια, αλλά τη ψυχή σου, που είναι πολύ πιο πολύτιμη από τον σιδηρουργό και τον χρυσοχόο. Αυτήν που πάλιωσε από τις αμαρτίες, βάλε την μέσα στο χωνευτήρι της εξομολογήσεως· κτύπησε το βαρύ σφυρί από πολύ ψηλά, δηλαδή τους λόγους της κατακρίσεως του εαυτού σου· άναψε τη φωτιά του Πνεύματος. Έχεις πολύ μεγαλύτερη τέχνη. Δεν συναρμολογείς σκεύη χρυσά, αλλά την πολυτιμότερη απ’ όλα τα χρυσάφια ψυχή.
Άναψε τη ψυχή με τη προσευχή. Πίστεψέ με, δεν έχει τόσο την ικανότητα να καθαρίζει τη σκουριά η φωτιά, όσο η νυχτερινή προσευχή τη σκουριά των αμαρτιών μας. Ας ντραπούμε, αν όχι κανέναν άλλον, τους νυκτερινούς φύλακες. Εκείνοι περιέρχονται τους δρόμους για τον ανθρώπινο νόμο, φωνάζοντας δυνατά μέσα στην παγωνιά και περπατώντας μέσα από τα στενά, και πολλές φορές βρέχονται και παγώνουν για σένα και την σωτηρία σου και για τη φύλαξη των χρημάτων σου. Εκείνος για τα χρήματα σου παίρνει τόσα προνοητικά μέτρα, ενώ εσύ ούτε για τη δική σου ψυχή; Και μάλιστα εγώ δεν σε αναγκάζω να περιφέρεσαι έξω στο ύπαιθρο όπως εκείνος, ούτε να πιέζεσαι φωνάζοντας δυνατά, αλλά μένοντας μέσα σ’ έναν απόμερο χώρο, στο ίδιο το δωμάτιο σου, γονάτισε, παρακάλεσε τον Δεσπότη. Γιατί αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης διανυκτέρευσε πάνω στο όρος των Ελαιών; Όχι για να γίνει πρότυπο για μας; Τότε αναπνέουν τα φυτά, τη νύχτα εννοώ· τότε και η ψυχή, ακόμη περισσότερο απ’ αυτά, δέχεται τη δροσιά. Αυτά τα οποία ο ήλιος της ημέρας τα ξήρανε, αυτά τη νύχτα δροσίζονται. Αποτελεσματικότερα από κάθε δροσιά είναι τα δάκρυα που χύνονται εναντίον των επιθυμιών και κάθε φλογώσεως και καύσωνα και δεν αφήνουν να πάθουμε κανένα κακό.
Αν δεν απολαύσει (η ψυχή) αυτή τη δροσιά, την ημέρα θα ξεραθεί εντελώς.Αλλά όχι, να μη συμβεί κανένας από μας να τροφοδοτήσει εκείνη τη φωτιά, αλλά αφού δροσιστούμε και απολαύσουμε τη φιλανθρωπία του Θεού, έτσι όλοι να ελευθερωθούμε από το φορτίο των αμαρτιών μας με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.

(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)

Πηγή: alopsis.gr




Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ (Ὃσιος Θεοφάνης ὁ Ἒγκλειστος)


Η προσβολή στην ψυχή ακαθάρτων σκέψεων, συναισθημάτων και επιθυμιών είναι φαινόμενο συνηθισμένο και καθολικό. Μόνο με την προσβολή αυτή δεν έχουμε αμαρτία. Η αμαρτία αρχίζει όταν συγκρατήσουμε μέσα μας και υποδεχθούμε τους εμπαθείς αυτούς λογισμούς. Όταν όμως τους διώξουμε αμέσως και με οργή, είμαστε καθαροί και ανεύθυνοι. Είμαστε επιπλέον και αξιέπαινοι για την απόκρουσι του πειρασμού, όπως οι στρατιώτες που πολέμησαν και κατεδίωξαν τους εχθρούς. Κάθε φορά που νικηφόρα αποκρούετε τον πειρασμό, να μη σταματάτε σ’ αυτό, αλλά να καταφεύγετε στην προσευχή, μέχρις ότου στην ψυχή σας επικρατήσουν αντίθετοι λογισμοί, δηλαδή καθαρές σκέψεις και επιθυμίες. Έτσι θα ολοκληρώνετε τον αγώνα σας εναντίον των εχθρών.


Ανδριζεσθε! Ο εχθρός σας πολεμά. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είσθε άμαρτωλός. Ούτε οι επιθέσεις του πρέπει να σας κλονίζουν ή να σας συγχύζουν. Οι πειρασμοί προέρχονται από τον φθόνο τον εχθρού και επιστρέφουν στο κεφάλι του. Εσείς είσθε όχι μόνον ανεύθυνοι αλλά και κερδισμένοι, εφ’ όσον αγωνίζεσθε. Κάθε φορά που αποκρούετε μια εχθρική επίθεσι, εξασφαλίζετε μια νίκη και ευαρεστείτε τον Θεό!

Δεν είναι δυνατόν ν’ αποφύγη κανείς τις ενοχλητικές επιθέσεις του εχθρού. Έτσι είναι διαμορφωμένη η ζωή μας. Αυτό όμως δεν οδηγεί στην απώλεια του αγωνιστού, αλλά στη σωτηρία του. Μέσα μας φωλιάζουν τα πάθη σαν συνέπεια της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Για να απαλλαγούμε από αυτά, αρχικά πρέπει να διαπιστώσουμε την ύπαρξή τους. Και για να διαπιστώσουμε την ύπαρξή τους πρέπει να εκδηλωθούν, να βγουν από την κρυψώνα τους. Σ’ αυτό συμβάλλουν οι πειρασμοί και έτσι, άθελα του εχθρού, βοηθούν στην κάθαρσι και στον αγιασμό μας. Οι πειρασμοί λοιπόν, αναγκάζουν να βγη στην επιφάνεια το κακό που κρύβεται μέσα μας.

Ο πειρασμός προέρχεται από τη σάρκα, τον κόσμο και τον διάβολο. Εξελίσσεται συνήθως με τα εξής στάδια:
A. Εμφανίζεται στον νου μια άσχημη σκέψις ή προσβάλλεται μια αίσθησις. Τα μάτια π.χ. αντικρύζουν μια αισχρή εικόνα. Αυτό αποτελεί την αρχή του πειρασμού. Στο στάδιο αυτό δεν υπάρχει αμαρτία και ενοχή, διότι βρισκόμαστε ακόμα στη φάσι της προσβολής ή της ακουσίας επιθέσεως του εχθρού. Εάν εσείς αντιδράσετε αμέσως και στραφήτε προς τον Κύριο, κερδίσατε ένα στεφάνι. Εάν όμως δεν εναντιωθήτε, αλλ’ αρχίσετε ν’ απασχολήσθε με τη σκέψη ή την εικόνα, αυτό δεν είναι καλό σημείο. Η ψυχή σας κλονίσθηκε. Παρόλ’ αυτά έως εδώ δεν έχουμε ακόμα αμαρτία. Έγινε όμως ένα βήμα προς αυτή. Υπάρχουν αισχροί λογισμοί επίμονοι, λογισμοί που δε φεύγουν εύκολα ή που ξαναγυρίζουν. Μη σας κουράζη αυτό. Είναι έργο του εχθρού. Εάν εσείς εκδηλώνετε κάθε φορά την άμεση αντιπάθειά σας απέναντί τους και καταφεύγετε συχνά στον Κύριο, βρίσκεσθε σε καλή πνευματική κατάστασι. Οι πειρασμοί τότε υποχωρούν και εξαφανίζονται. Έρχονται λοιπόν αισχροί λογισμοί; Διώξτε τους. Έρχονται ξανά; Ξαναδιώξτε τους. Επιμένουν; Επιμένετε και σεις στο να τους διώχνετε. Το ίδιο έκαναν και οι παλαιοί Πατέρες. Δίδασκαν μάλιστα, ότι όσο γρηγορότερα διώχνει κανείς τον πρώτο κακό λογισμό, τόσο γρηγορότερα ελευθερώνεται από τον πόλεμο του εχθρού.
Όποιος όμως καθυστερεί και αρχίζει ν’ ασχολείται με τον πειρασμό, τότε θα κάνει και το δεύτερο βήμα προς την πτώση.
Β. Η ενασχόληση με τον πειρασμό ή η συζήτηση μαζί του, αποτελεί τη δεύτερη φάσι του. Δεν υπάρχει ακόμα η αμαρτία, αλλά γίνεται πλέον η αρχή της.
Γ. Η τρίτη φάσις είναι μια ικανοποίησις ή μια ευχαρίστησις που προκαλείται με την παράτασι του πειρασμού. Εδώ μπορεί να μην έχουμε τη διάπραξι της αμαρτίας, έχουμε όμως μια ακάθαρτη πλέον κατάστασι. Συμβαίνει μάλιστα η βίωσις της ηδονής να δημιουργείται ξαφνικά, χωρίς ενεργό συμμετοχή της βουλήσεώς μας.
Δ. Το τέταρτο σκαλοπάτι προς την αμαρτία είναι η κάμψις της θελήσεως, έστω κι αν δεν έχουμε τελικά συγκατάθεσι. Στο σημείο αυτό υπάρχει ενοχή, διότι στα αισθήματά μας δεν μπορούμε πάντοτε να κυριαρχούμε, στη θέλησί μας όμως κυριαρχούμε. Ωστόσο, δεν έχουμε έμπρακτη αμαρτία, βρισκόμαστε όμως στα πρόθυρά της.
Ε. Η πέμπτη φάσις είναι η συγκατάθεσις στην αμαρτία ή η απόφασις να αμαρτήση κανείς. Εδώ έχουμε οπωσδήποτε αμαρτία, αμαρτία όμωςεσωτερική.
ΣΤ. Μετά ακολουθεί η τελευταία φάσις, δηλαδή η διάπραξις της αμαρτίας. Εδώ έχουμε την ολοκληρωμένη πτώση, την καταστροφή της ψυχής, τη στέρησι της θ. Χάριτος, την υποταγή στην εξουσία του εχθρού.

Όσον αφορά τους βλάσφημους λογισμούς ή τους λογισμούς απιστίας που αναφέρονται στην θ. Κοινωνία, να ξέρετε ότι προέρχονται από τον εχθρό. Διώξτε τους και προσεύχεσθε. Ο ίδιος ο Κύριος θέσπισε το μυστήριο της θ.  Ευχαριστίας λέγοντας: «Τούτο εστί το σώμα μου» και «τούτο εστί το αίμα μου». Επιπλέον έδωσε εντολή: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22,19). Οι απόστολοι άρχισαν να το τελούν και από τότε αυτή η πράξις της Εκκλησίας δεν σταμάτησε, ούτε θα σταματήση μέχρι τη συντέλεια των αιώνων.
Η χαρά δεν είναι κάτι το εξωτερικό, αλλά προέρχεται από τα βάθη του είναι μας. Για μας τους χριστιανούς γεννιέται από την προσδοκία και βίωσι των αγαθών που απορρέουν από την θεία ενανθρώπησι και αυξάνεται με την παραμονή μας στην κατάστασι της υιοθεσίας μας από τον Θεό.
Ο Κύριος έλαβε τη σάρκα μας από τα παρθενικά αίματα της Παναγίας μας κι εμείς γινόμαστε ένα μαζί Του χάριν αυτής της σαρκώσεως. Γι’ αυτό και ένα σπουδαίο χαρακτηριστικό της χριστιανικής ζωής είναι η εκτίμησις της παρθενίας. Παρθενίας όχι μόνο σωματικής, αλλά και ψυχικής.
Η σαρκική αμαρτία αποτελεί άρνηση της χριστιανικής μας ιδιότητος. Και τίποτε δεν καταπνίγει την πνευματική χαρά, όσο αυτή η αμαρτία, αν και ο εχθρός συνεχώς μας ψιθυρίζει ότι είναι φυσική και ασήμαντη”.
Είναι πολύ επικίνδυνη η διάσπασις των λογισμών και χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ο εχθρός θέλει να σας παγιδεύση σε καμιά σπηλιά και εκεί να σας εξολοθρεύση.
Οι λογισμοί αρχίζουν να σκορπίζονται με την χαλάρωσι του φόβου του Θεού και με την ψυχρότητα της καρδιάς. Πολλά είναι τα αίτια αυτής της καταστάσεως. Ξεχωρίζουν όμως η αυτάρκεια και η έπαρσις. Σε σας δυστυχώς και τα δύο υπάρχουν. Προφυλαχθείτε λοιπόν και αγωνισθείτε να επαναφέρετε τον φόβο του Θεού και να ξαναθερμάνετε τον θείο ζήλο. Διαφορετικά, θ’ αναπτυχθή η διάσπασις των λογισμών.
Ο διεσπασμένος μοιάζει με το σπίτι που έχει ανοιχτά τα παράθυρα και που απουσιάζει ο νοικοκύρης. Όποιος θέλει, πετάει μέσα πέτρες και σκουπίδια. Έτσι, όταν επιστρέψη κάποτε ο νοικοκύρης, θα εκπλαγή με την ελεεινή κατάσταση που θα αντικρύση. Θα είναι αδύνατον να κατοικήση, αν δεν προηγηθή η καθαριότητα.
Κατά παρόμοιο τρόπο, όταν μετά τη διάσπασι επιστρέφη η ψυχή στον εαυτό της, βρίσκει τόση ακαθαρσία από ποικίλους λογισμούς, που τα χάνει. Και μακάρι ν’ ανάψη ζήλος για την κάθαρσι. Διαφορετικά, είναι δυνατόν να παραμένη άπρακτη. Αυτό θα είναι μεγάλη συμφορά. Ο Κύριος να μας σώζη και να μας ελεή”!

Οι αισχροί λογισμοί
Θα σας πω λίγα για τους λογισμούς, τις αισχρές σκέψεις. Όταν σταματήση ο άνθρωπος τις αμαρτωλές πράξεις, η πάλη του μεταφέρεται εσωτερικά, στην καρδιά. Ο αγώνας γίνεται εναντίον κυρίως των λογισμών. Πίσω από τους λογισμούς ακολουθούν τα άπρεπα συναισθήματα. Πίσω απ’ αυτά οι πονηρές επιθυμίες, η συγκατάθεσις, η συμφωνία, η απόφασις για την πραγματοποίησι της αμαρτίας. Έτσι συντελείται η εσωτερική αμαρτία. Αυτές οι εσωτερικές κινήσεις δεν ειναι εφάμαρτες. Η αμαρτία αρχίζει εκεί που εμφανίζεται η θέλησις, η επιθυμία για το κακό.
Οι λογισμοί δεν μολύνουν τον άνθρωπο, όταν ο ίδιος δεν τους προκαλεί και όταν, ενώ μόνοι τους έρχονται, δεν τους δέχεται, αλλά τους απομακρύνει. Όταν τους δέχεται, έχουμε καποια έλλειψι καθαρότητος.Όταν αρχίζη να συμμετέχει και το συναίσθημα και δημιουργείται ευχαρίστησις, ηδυπάθεια, τότε έχουμε εσωτερική αμαρτία. Όταν σε προχωρημένο στάδιο εξάπτη κανείς την ηδυπάθεια, έχουμε ολοκληρωμένη την εσωτερική αμαρτία.
Δεν πρέπει ποτέ να φθάνουμε στην συγκατάθεσι, στην συμφωνία, και στην απόφασι για την πραγματοποίηση της αμαρτίας, αλλ’ ευθύς εξ’ αρχής να διώχνουμε τους πονηρούς λογισμούς, να καταπνίγουμε αμέσως με όλες τις δυνάμεις το ένοχο συναίσθημα ή την ηδυπάθεια, μόλις εμφανιστούν. Αυτό είναι το σπουδαιότερο σημείο της εσωτερικής πάλης. Για να το πετύχετε, σταθήτε ενώπιον του Κυρίου, όπου κι αν βρίσκεσθε και μην αφήνετε να εισέλθει τίποτα το αμαρτωλό στην καρδιά σας”.

Όνειρα και πλάνη
«Στο γράμμα που μου στείλατε την Μ. Τεσσαρακοστή, με ρωτάτε αν μπορούμε να πιστεύουμε στα όνειρα. Καλύτερα να μην πιστεύουμε. Εάν ο εχθρός στον ξύπνιο φέρνει πολλές ανόητες και επιβλαβείς φαντασίες, πόσο μάλλον στον κοιμισμένο.
Μια άσχημη σκέψι είναι ένα εχθρικό βέλος. Το ρίχνει ο διάβολος κυρίως στην ώρα της προσευχής για ν᾿ αποσπάση τον νου από τον Θεό και να τον απασχολήση με κάτι το αμαρτωλό. Όταν η προσοχή προσηλωθή σ᾿ αυτό, τότε ο εχθρός θα πλησιάση και θ᾿ αρχίση ένα συστηματικό έργο μέσα στον νου και στην καρδιά. Θα ρυπάνη την ψυχή και θα εξάψη άπρεπα αισθήματα και πάθη. Στην περίπτωσι αυτή ένα μέσο σωτηρίας υπάρχει: Να στραφή αμέσως η προσοχή σε κάτι διαφορετικό καί εκεί να σταματήση».
«Σας απασχολούν τα όνειρα; Προσπαθείτε να τα εξηγήσετε; Τα θεωρείτε προφητικά; Τους δίνετε ιδιαίτερη σημασία; Κινδυνεύετε τότε να πλανηθήτε. Λάβατε τα μέτρα σας προτού προλάβη ο εχθρός να σας απατήση. Θα σας παρουσιάση όνειρα ευχάριστα και κατόπιν θα σας σπείρη το λογισμό: “Ο Θεός σου τα στέλνει για να σε αμείψη για τους κόπους σου“. Δυο-τρεις παρόμοιες επιθέσεις και η αδύνατη ψυχή κλονίζεται και πείθεται στα λόγια του πονηρού. Δεν αργεί τότε να φουντώση η αυταρέσκεια, η αυτοεκτίμησις, η υπερηφάνεια… Εφ᾿ όσον ο εχθρός καταφέρη ν᾿ απατήση έτσι μια ψυχή, όλα τα υπόλοιπα θα του έλθουν ομαλά».

Η πειρασμική θλίψις
«Μου γράφετε ότι θλίψις και στενοχώρια σας ταλαιπωρεί. Αυτό είναι ενέργεια του εχθρού. Ο διάβολος μισεί τις ήσυχες καρδιές. Τις γεμίζει με λύπη και ταραχή. Φυγαδεύει απ᾿ αυτές την κατάστασι της ειρήνης. Προσευχηθήτε στον Κύριο και την Υπεραγία Θεοτόκο και θα παρηγορηθείτε».


ΔΥΟ ΠΑΓΙΔΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)






Πολλές εἶναι οἱ παγίδες που στήνει ὁ διάβολος, για να πιάσει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί νά τίς ὁδηγήσει στόν ὄλεθρο. Δυό ἀπ᾿ αὐτές εἶναι ἡ ἀργία καί ἡ πολυπραγμοσύνη. Καί ἡ ἀργία, δηλαδή τό νά κάθεται κανείς καί νά σαπίζει σέ μιά ἀξιοκατάκριτη ἀπραξία, καί ἡ πολυπραγμοσύνη, δηλαδή τό νά μπλέκεται κανείς μέ χίλιες ὑποθέσεις καί δουλιές, εἶναι ἐμπόδια γιά τή σωτηρία.

Πολλοί χριστιανοί, προπαντός οἱ νέοι, περνᾶνε τή μέρα τους χωρίς ἐργασία. Περπατᾶνε στίς πλατεῖες, μιλᾶνε γιά τά διάφορα νέα, κοροϊδεύουν τούς διαβάτες, καί ὅταν πηγαίνουν στήν ἐκκλησία, τό κάνουν γιατί δέν ἔχουν νά κάνουν τίποτ᾿ ἄλλο. Ἔτσι σπαταλᾶνε τό χρόνο τους χωρίς κανένα κέρδος. Τό Ἅγιο Πνεῦμα στή Σοφία Σειράχ λέει, ὅτι «πολλήν κακίαν ἐδίδαξεν ἡ ἀργία»1.

Θά λέγαμε, ὅτι ὁ διάβολος ἄνοιξε ἕνα σχολείο πονηρίας καί κακίας, καί ἐπειδή εἶδε πώς δέν ἐπαρκοῦσε ὁ ἴδιος γιά ὅλα τά μαθήματα τοῦ κακοῦ, ἔβαλε τήν ἀργία σάν βοηθό-δάσκαλο, γιά νά κάνει αὐτή ὅσα μαθήματα δέν πρόφταινε νά κάνει ἐκεῖνος!

Σ᾿ αὐτό λοιπόν τό σχολείο μαθαίνουν οἱ ἄνθρωποι τίς ἁμαρτίες γρήγορα καί χωρίς κόπο. Καί τίς μαθαίνει ἀνεξαίρετα κάθε ἄνθρωπος, γιατί καί οἱ πιό καθυστερημένοι στό μυαλό γίνονται μαθητές ἄξιοι νά προκόψουν στό κακό. Ἐδῶ μαθαίνει ὁ ἄνθρωπος νά ἁμαρτάνει μέ τό λογισμό, ἐπιθυμώντας μέ τήν καρδιά τοῦ ἐκεῖνο πού δέν μπορεῖ νά κάνει μέ τά ἔργα. «Ἐπιθυμίαι ὀκνηρόν ἀποκτείνουσιν· οὐ γάρ προαιροῦνται αἱ χεῖρες αὐτοῦ ποιεῖν τι»2.

Μερικές φορές ὁ ὀκνηρός δέν κάνει τό κακό μέ τήν πράξη, γιατί χρειάζεται κάποιος κόπος. Ἀλλά μέ τούς πονηρούς λογισμούς τρέχει κάθε μέρα στήν ἀκαθαρσία.
Στούς λογισμούς τοῦ ὀκνηροῦ καί φυγόπονου ἀνθρώπου ἀκολουθοῦν σάν ἁλυσίδα οἱ κατακρίσεις. Γιατί ὅσο εἶναι ἀμελής στά δικά του πράγματα καί στίς δικές του ὑποθέσεις, τόσο εἶναι ἐπιμελής καί πρόθυμος στό νά ἐξετάζει τά ἔργα τῶν ἄλλων. Καί ὅση περισσότερη δυσκολία ἔχει στό νά ἐργάζεται, τόση εὐκολία ἔχει στό νά μιλάει, ἐπειδή αὐτό δέν ἀπαιτεῖ κόπο. Γι᾿ αὐτό περνάει τίς μέρες του μέ κατακρίσεις. Κι ἐνῶ ἡ γλώσσα ἁγιάστηκε μέ τό βάπτισμα, αὐτός τή βεβηλώνει καί τή μολύνει.

Ἔπειτα, ὅποιος εἶναι ἐχθρός τοῦ κόπου, εἶναι φίλος τῶν ἡδονῶν. Καί δέν εὐχαριστιέται ὁ ὀκνηρός, ἄν δέν ἀπολαύσει τίς ἡδονές. Ἔτσι ἐπαληθεύεται ἡ ἀρχαία παροιμία, πού λέει: «Ἀργία μήτηρ πάσης κακίας».

Τό νερό πού μένει στάσιμο, γρήγορα βρωμίζει. Ὁ ἀέρας πού δέν ἀνανεώνεται, σέ λίγο γίνεται ἀνθυγιεινός. Οἱ στρατιώτες πού μένουν ἄπρακτοι καί ἀγύμναστοι, γίνονται μαλθακοί καί εὔκολα νικώνται. Ἔτσι καί οἱ πνευματικοί στρατιώτες τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἀργία καί φυγοπονία γλιστράνε σιγά-σιγά σέ κάθε κακία.

Ἄν ὅμως ἡ ἀργία γεννάει πολλά κακά, δέν γεννᾶνε λιγότερα καί οἱ πολλές ὑποθέσεις, οἱ πολλές δουλειές καί οἱ πολλές μέριμνες. Γιατί αὐτές, λέει ὁ Κύριος, εἶναι σάν τ᾿ ἀγκάθια, πού πνίγουν τό σπόρο τῶν θείων ἐντολῶν, καί τόν ἐμποδίζουν ν᾿ αὐξηθεῖ καί νά καρποφορήσει: «Τό δέ εἰς τᾶς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καί ὑπό μεριμνῶν καί πλούτου καί ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καί οὐ τελεσφοροῦσι”3.

Οἱ πολυάσχολοι ἄνθρωποι δέν ἔχουν καιρό γιά τήν ἐκκλησία, δέν ἔχουν καιρό γιά τό κήρυγμα, δέν ἔχουν καιρό νά διαβάσουν ἕνα ὠφέλιμο βιβλίο. Τή μιά δουλειά πιάνουν, τήν ἄλλη ἀφήνουν. Μοιάζουν μ᾿ ἕνα σκοινί δεμένο σέ χίλιους κόμπους, πού δέν πρόκειται ποτέ νά λυθεῖ. Καί μ᾿ αὐτό τό τέχνασμα ὁ διάβολος τούς κρατάει δεμένους κι αἰχμαλωτισμένους. Ἀκόμα κι ἄν θελήσουν νά ξεφύγουν ἀπό τά χέρια του, δέν βρίσκουν διέξοδο, γιατί ὁ παμπόνηρος τούς πνίγει μέ μεγαλύτερες ὑποθέσεις καί μέριμνες. Ἔτσι δέν ἔχουν καιρό ὄχι νά κάνουν τό καλό, μά οὔτε κάν νά τό σκεφθοῦν. Οἱ καθημερινές φροντίδες καί ὑποθέσεις γίνονται παγίδες, πού τούς κολλᾶνε στή γῆ καί τά γήινα. Ἡ μᾶλλον αὐτές οἱ φροντίδες κολλᾶνε στήν καρδιά τους, ὅπως ὁ κισσός στά δέντρα, καί ἀπομυζοῦν κάθε στάλα εὐλάβειας πού ἔχουν.

Ἀλλά κι ἄν τούς μείνει λίγος χρόνος γιά νά κάνουν κανένα καλό, πῶς νά τό κάνουν τό καλό ὅπως πρέπει; Οἱ μανιώδεις κυνηγοί, ἀκόμα κι ὅταν κοιμοῦνται, ὀνειρεύονται τά θηράματα πού πιάνουν ἤ ἐκεῖνα πού τούς φεύγουν. Ἔτσι, τό σῶμα τους βρίσκεται στό κρεβάτι καί ὁ νοῦς τους στά δάση. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ κείνους πού καταγίνονται μέ πολλές ὑποθέσεις καί φροντίδες. Βρίσκονται στήν ἐκκλησία, καί ὁ νοῦς τους τρέχει ἀπό δω κι ἀπό κεῖ: Πῶς θά κάνουν αὐτή τή δουλειά, πῶς θά τελειώσουν ἐκείνη τήν ὑπόθεση… Τό σῶμα τους εἶναι στήν ἐκκλησία, καί ὁ νοῦς τους στίς πλατεῖες. Καί ὅταν κοιμοῦνται ἀκόμα, ὀνειρεύονται διάφορες ὑποθέσεις καί φροντίδες: “Περί τροφῆς φροντίς· γυναικός φυλακή· οἴκου ἐπιμέλεια· οἰκετῶν προστασίαι· αἱ κατά τά συμβόλαια βλάβαι· αἱ ἐν τοῖς δικαστηρίοις συμπλοκαί· τῆς ἐμπορίας οἱ κίνδυνοι· αἱ τῆς γεωργίας διαπονήσεις… Πᾶσα ἡμέρα ἰδίαν ἥκει φέρουσα τῆς ψυχής ἐπισκότισιν· καί αἱ νύκτες, τας φροντίδας παραλαβοῦσαι, ἐν ταῖς αὐταῖς φαντασίαις ἐξαπατῶσι τόν νοῦν»4.

Κι ἐνῶ βρίσκεσαι σέ τέτοιο περισπασμό, σέ τέτοια ταραχή, νομίζεις πώς θά σοῦ μιλήσει καί θά σέ φωτίσει ὁ Θεός;
Μά ἐσύ, ὅταν διηγείσαι σ᾿ ἕνα φίλο σου κάποιο γεγονός κι ἐκεῖνος δέν σέ προσέχει, δέν σταματάς νά τοῦ μιλᾶς; Πῶς θέλεις ἔπειτα νά μιλάει ὁ Θεός στήν καρδιά σου, τή στιγμή πού εἶναι γεμάτη μ᾿ ἑκατό λογισμούς καί δέν ἔχει χῶρο γιά τή δική Του φωνή;

Γιά νά λυτρωθεῖς ὅμως εἴτε ἀπό τήν ἀργία εἴτε ἀπό τήν πολυμεριμνία, πρέπει νά κατανοήσεις τό σκοπό γιά τόν ὁποῖο γεννήθηκες στόν κόσμο.
Καί ὁ σκοπός αὐτός δέν εἶναι ἄλλος, ἀπό τήν κερδοφόρα ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου σου γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς σου, γιά τή σωτηρία σου. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός πάντοτε καί «ἕως ἄρτι ἐργάζεται»5.

Πολύ περισσότερο ἐμεῖς «δεῖ ἐργάζεσθαι ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται γάρ νύξ ὅτε οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι»6. Ἄς πολλαπλασσιάσουμε τά τάλαντα πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Κύριος, λέγοντας: «Πραγματεύσασθε ἕως ἔρχομαι»7. Ὅταν ἔρθει, θά εἶναι ἀργά πιά γιά πνευματικές ἐπενδύσεις.

Τόσο πολύτιμος λοιπόν εἶναι ὁ καιρός τῆς παρούσης ζωῆς, πού κι ἄν μαζεύονταν ὅλοι οἱ ρήτορες τοῦ κόσμου, δέν θά μποροῦσαν νά παραστήσουν ἱκανοποιητικά τήν ἀξία του. Ἐπειδή ὁ καιρός πού μᾶς δίνει ὁ Θεός γιά νά κερδίσουμε τόν παράδεισο ἀξίζει τόσο, ὅσο καί ὁ ἴδιος ὁ παράδεισος. Τώρακαταλαβαίνεις τήν ἀξία τοῦ χρόνου πού ἔχεις γιά νά μετανοήσεις. Γιατί θά ἔρθει ξαφνικά ὁ θάνατος, καί τότε θά ζητᾶς μιά στιγμή γιά μετάνοια, καί δέν θά τήν ἔχεις.

Διηγοῦνται γιά ἕναν ἄρχοντα, πού ἦταν πολλά χρόνια γραμματέας κάποιου βασιλιά, πώς ὅταν ἔφτασε στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητα, λέγοντας: «Ἀλλοίμονο σέ μένα, πού ξόδεψα τόσα φορτία χαρτιοῦ γιά νά γράφω τά γράμματα τοῦ βασιλιά, καί δέν βρῆκα λίγο καιρό γιά νά γράψω σέ μισό φύλλο χαρτί τίς ἁμαρτίες μου. Ἀλλοίμονο! Ἀλλοίμονο!».

Ἕνα παρόμοιο θρῆνο θά κάνεις κι ἐσύ, ἀγαπητέ, στό τέλος τῆς ζωῆς σου, ἄν ξόδεψες τά χρόνια σου εἴτε μέσα στήν ἀργία, εἴτε, ἀντίθετα, μέσα στίς πολλές ἀσχολίες, καί δέν φρόντισες γιά τήν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς σου. Λοιπόν, ξύπνα ἀπό τόν πνευματικό ὕπνο. Μοιάσε στό στρατοκόπο ἐκεῖνο, πού πέφτει μεσόστρατα νά κοιμηθεῖ, ἀλλά σέ λίγο, σάν συλλογιστεῖ πόσο οἱ σύντροφοί του ἔχουν προχωρήσει, σηκώνεται καί συνεχίζει βιαστικά.
Ἔχεις χάσει κι ἐσύ τόσον καιρό. Πρέπει τώρα νά τόν πάρεις πίσω, ζώντας, «μή ὡς ἄσοφος, ἀλλ᾿ ὡς σοφός, ἐξαγοραζόμενος τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν»8.

______________________


1 33 : 28. 2 Παρ. 21 : 25. 3 Λουκ. Η΄ : 14 4 Μεγ. Βασιλείου, Ἐπιστ. Α΄. 5 Ἰω. ε΄ : 17 6 Ἰω. Θ΄ : 4 7 Λουκ. Ιθ΄: 13 8 Ἐφ. Ε΄ : 15-16.

Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς)

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ 2016 (Ὁμιλία π.Εὐθυμίου Μπαρδάκα)







ΝΕΚΡΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΣΑΡΚΑ (Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου)



Ἄν μελετᾶμε καί ἐρευνᾶμε τίς θεῖες Γραφές, ὅπως μᾶς προστάζει ὁ Κύριος, τότε θά γνωρίσουμε τό δρόμο τῶν ἐντολῶν Του. Καί ἀκολουθώντας τό δρόμο αὐτό χωρίς νά στρέφουμε «εἰς τά ὀπίσω», θά φτάσουμε στή σωτηρία, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Ἄς τρέξουμε λοιπόν πρόθυμα καί γρήγορα, χωρίς νά σηκώνουμε κανένα ἄλλο φορτίο, κανένα κοσμικό πράγμα, πού θά μᾶς ἐμποδίσει νά φτάσουμε στήν «ἄνω Ἱερουσαλήμ» καί νά δοῦμε τό Σωτήρα μας Χριστό. Ἄς νοιαστοῦμε μόνο γιά τή σωτηρία μας, γιά τίποτ᾿ ἄλλο.

Ἀλλά πῶς θά σωθοῦμε; Μέ ποιά μέσα;
Δύο είν᾿ αὐτά, ἕνα τοῦ Θεοῦ κι ἕνα δικό μας. Τό πρῶτο εἶναι ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού μᾶς στηρίζει καί μᾶς δυναμώνει στόν πνευματικό μας ἀγώνα. Τό δεύτερο εἶναι ἡ ἀπόφασή μας νά πεθάνουμε γιά τόν κόσμο καί τή σάρκα, νά περιφρονήσουμε τά κοσμικά καί σαρκικά ἔργα.
Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης γράφει σχετικά στήν πρώτη ἐπιστολή του: «Μή ἀγαπᾶτε τόν κόσμον μηδέ τά ἐν τῷ κόσμῳ. Ἐάν τις ἀγαπᾷ τόν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρός ἐν αὐτῷ». Γιατί ὅμως νά μήν ἀγαπᾶμε τόν κόσμο καί τά κοσμικά πράγματα; Καί γιατί ὅποιος ἀγαπάει τόν κόσμο, δέν ἀγαπάει ἀληθινά τόν Θεό; Τό ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος εὐαγγελιστής παρακάτω: «Ὅτι πᾶν τό ἐν τῷ κόσμῳ – ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός καί ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου – οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ κόσμου ἐστί». Καί εἶναι γνωστό, πώς «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται». Γι᾿ αὐτό ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, λέει ὁἀπόστολος Παῦλος, «οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό Πνεῦμα τό ἐκ τοῦ Θεοῦ». Αὐτό εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτό οὐδέ γινώσκει αὐτό», ὅπως βεβαίωσε ὁ Κύριος. Ὁ Ἴδιος πάλι, μιλώντας στούς μαθητές Του λίγο πρίν ἀπό τή σύλληψη καί τό πάθος Του, εἶπε ρητά: «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾿ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου». Καί μετά τή σύλληψη Του, μπροστά στόν Πιλάτο, δήλωσε: «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».
Μετά ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτά, τί σχέση μπορεῖ νά ἔχει ὁ χριστιανός μέ τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας; Καί τί σχέση μποροῦν νά ἔχουν τά ἔργα τοῦ κόσμου μέ τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; «Τίς γάρ μετοχή δικαιοσύνῃ καί ἀνομίᾳ; Τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; Τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαρ;». Μποροῦν νά συμφωνήσουν ποτέ ὁ Χριστός μέ τόν σατανᾶ; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἄλλο τόσο καί οἱ χριστιανοί μέ τούς ἀνθρώπους τῆς ἁμαρτίας. «Διό ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε». Φύγετε ἀπ᾿ ἀνάμεσά τους, φωνάζει ὁ ἀπόστολος. Χωρισθεῖτε ἀπ᾿ αὐτούς. Μήν ἀγγίζετε καμμιάν ἀκαθαρσία. Γιατί «ὁ κόσμος παράγεται καί ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ· ὁ δέ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα».
Ἀλλά, θά ρωτήσετε, ἔχουμε τή δυνατότητα νά τά βάλουμε μέ τόν κόσμο;Μποροῦμε ν᾿ ἀποξενωθοῦμε ἀπό τά πράγματα καί τό φρόνημα τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ζοῦμε στόν κόσμο καί συμβιώνουμε μέ κοσμικούς ἀνθρώπους; Ναί, μποροῦμε, μέ τήν προϋπόθεση πώς ἔχουμε ἀναγεννηθεῖ ἐν Χριστῷ καί διαθέτουμε βαθειά καί ζωντανή πίστη σ᾿ Ἐκεῖνον. Γιατί «τό γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τόν κόσμον· καί αὕτη ἐστιν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν», γράφει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης. Καί συμπληρώνει: «Τίς ἐστίν ὁ νικῶν τόν κόσμον; Ὁ πιστεύων ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ». Ἡπίστη μας αὐτή θά μᾶς δώσει τή δύναμη νά πολεμήσουμε μέ τόν κόσμο καί νά τόν νικήσουμε. Γιατί ἡ πίστη ἐνεργοποιεῖ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Καί «τά ἀδύνατα παρ᾿ ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστι». Μ᾿ αὐτό τόν τρόπο θά μπορέσουμε τελικά νά ποῦμε κι ἐμεῖς μαζί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο: «Ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ».
Περ᾿ ἀπό τόν κόσμο ὅμως, εἴπαμε στήν ἀρχή πώς πρέπει νά πεθάνουμε καί γιά τή σάρκα. Γιατί; Ἐπειδή ἡ σάρκα μας, μετά τήν προπατορική πτώση, ἀποζητάει νά τραφεῖ μέ τήν ἁμαρτία, κι ἔτσι ἀντιπολεμάει τά πνευματικά ἔργα. «Ἡ γάρ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ Πνεύματος, τό δέ Πνεῦμα κατά τῆς σαρκός. Φανερά δέ ἐστι τά ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινά ἐστι μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, εἰδωλολατρεία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καί τά ὅμοια τούτοις. Οἱ τά τοιαῦτα πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν». Νά ποιά εἶναι τά ἔργα τῆς σάρκας. Νά καί ἡ φοβερή κατάληξη τῶν σαρκικῶν ἀνθρώπων: «βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι»!
Ἀντίθετα, ὅσοι ἀνήκουν στόν Χριστό, «τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις». Αὐτοί ἀγωνίζονται νά καθαριστοῦν «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». Ἀγωνίζονται μέ φόβο Θεοῦ νά γίνουν ἅγιοι, ὁδηγούμενοι ἀπό τό πανάγιο Πνεῦμα, σύμφωνα μέ τήν ἀποστολική προτροπή: «Πνεύματι περιπατεῖτε καί ἐπιθυμίαν σαρκός οὐ μή τελέσητε. Οἱ γάρ κατά σάρκα ὄντες τά τῆς σαρκός φρονοῦσιν, οἱ δέ κατά Πνεῦμα τά τοῦ Πνεύματος. Τό γάρ φρόνημα τῆς σαρκός θάνατος, τό δέ φρόνημα τοῦ Πνεύματος ζωή καί εἰρήνη· διότι τό φρόνημα τῆς σαρκός ἔχθρα εἰς Θεόν· τῷ γάρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται· οὐδέ γάρ δύναται. Εἰ γάρ κατά σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνήσκειν· εἰ δέ Πνεύματι τάς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦτε, ζήσεσθε».
Ἄς νεκρώσουμε λοιπόν, μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τόν αὐτοπροαίρετο ἀγώνα μας, τό κοσμικό καί σαρκικό μας φρόνημα, γιά νά ζήσουμε αἰώνια μαζί μέ τόν Χριστό, ἀλλά καί νά φωτίσουμε τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, πού ζοῦν στό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καί τῆς ἁμαρτίας, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου. Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
 (“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ) 


Πηγή: alopsis.gr