A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΑΒΒΑ ΛΑΥΡΙΩΤΟΥ



Ὁ Διωγμός γιά τήν Ὀρθόδοξο Πίστη ἀρχίζει γιά τά καλά

 

Σέ ἔκτακτη συνεδρία τῆς Γεροντίας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας στίς 12/25-7-2016, μετά ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ Πατριαρχικοῦ γράμματος πού διαβιβάστηκε ἀπό τήν Ἱερά Κοινότητα καί πού τόνιζε γιά μία ἀκόμη φορά τήν ἀντιεκκλησιαστική συμπεριφορά τοῦ Μοναχοῦ Σάββα Λαυριώτη, ζητήθηκε νά ἐπιληφθοῦν τοῦ θέματος, δηλαδή νά τιμωρήσουν τόν μοναχό Σάββα. Ἡ Μονή μέ αἰτιολογία τήν ἀνυπακοή μου στόν Καθηγούμενο καί στό Μοναστήρι, καταπατώντας τόν ἐσωτερικό κανονισμό καί τόν καταστατικό χάρτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μέ καθαιρεῖ ἀπό τό ἀξίωμα τοῦ Προϊσταμένου, μέ τήν δικαιολογία πώς μοῦ εἶχαν γίνει συστάσεις στό παρελθόν καί ἐγώ δέν τίς λάμβανα ὑπόψιν.

Τί νά πρωτοπεῖ κάποιος γιά τούς κατά τά ἀλλά ἀγαπητούς πατέρες τῆς Λαύρας …ἐξ οἰκείων τὰ βέλη; Πρός ἐνημέρωση λοιπόν τοῦ Χριστεπωνύμου πληρώματος, (διότι ὅ,τι κάνουν θέλουν νά τό κάνουν ἐν κρυπτῷ καί παραβύστῳ) ἐξηγοῦμαι καί ἀπολογοῦμαι. Καί ἄν κάποιος πεῖ, γιατί ἀπολογοῦμε στά μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης, εἶναι γιατί δέν μέ ἀφήνουν νά ἀπολογηθῶ, οὔτε διαβάζουν τά γράμματά μου, καί αὐτό θά τό ἀποδείξω μέ ντοκουμέντα, τὰ ὁποῖα θὰ δώσω στὴ δημοσιότητα.

Ἔχω δηλώσει ἄπειρες φορές καί στήν Γεροντία καί σέ προσωπικές συζητήσεις, πώς σέ θέματα Πίστεως καί ἀνηθικότητας, δέν κάνουμε ὑπακοή, ἀλλά ἀκολουθοῦμε τίς ἐπιταγές τῶν Πατέρων, καί κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐμένα Πατέρες, μέ καταδικάζετε ἄλλη μία φορά γιά ἀντιεκκλησιαστική συμπεριφορά, διότι εὐθαρσῶς δηλώνω τήν ἀντίθεσή μου μέ τά αἱρετικά φρονήματα τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου.

Σᾶς ἐπισυνάπτω κάποια ἀπό τά λεγόμενα καί πραττόμενα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καί αὐτά ἐνδεικτικῶς διότι εἶναι πάρα πολλά, τά ὁποῖα ὅμως ἀποδεικνύουν τά αἱρετικά φρονήματά του.

Ἐνδεικτικῶς ἀπό τίς πολλές ἐκκλησιολογικές παρεκκλίσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἀπό τίς ὁποῖες ὁλοφάνερα προκύπτει ὅτι θεωρεῖτούς Παπικούς ἀλλά καί τούς Προτεστάντες ὡς ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, μέ βάση τήν αἱρετική «βαπτισματική θεολογία» τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου πού υἱοθέτησε καί προβάλλει ὁ μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης, θά ἀναφέρω μερικές. Μέ αὐτές καταφρονεῖ τούς Ἱερούς Κανόνες τῶν Ἁγίων Πατέρων, τούς ὁποίους ὑβρίζει ὡς θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, (καί κατ’ ἐπέκτασιν βλασφημεῖται τό Ἅγιον Πνεῦμα τό ὁποῖον ὁμιλεῖ διά μέσου τῶν Πατέρων) ἐπειδή δῆθεν μᾶς κληροδότησαν τό σχίσμα.

Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι προστατεύει καί καλύπτει πλήρως τήν αἱρετική Ἀκαδημία «Θεολογικῶν» Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ἡ ὁποία ἐπενόησε καί προβάλλει τήν «Μεταπατερική καί συναφειακή Θεολογία», τήν ὁποία προσφυῶς ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος καί ἄλλοι χαρακτήρισαν ὡς ἐπικίνδυνη αἵρεση.

Κατά τήν πρόσφατη συνάντησή του στά Ἱεροσόλυμα τόν Μάϊο τοῦ 2014 μέ τόν αἱρεσιάρχη πάπα Φραγκίσκο εἶπε: «Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία... λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι... αἱ κατά τόπους ἐκκλησίαι ὡδηγήθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν... [σημ. τοῦ γράφοντος: οἱ προτεσταντικές ὁμολογίες καί κοινότητες ποικίλες καί παρασυναγωγές μεταρρυθμιστῶν ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ἤτοι τήν Ὀρθόδοξη ἀπεσπάθησαν ἤ ἀπό τήν πρώτη καί μεγάλη καί αἱρετική ψευδοεκκλησία-κράτος τοῦ Βατικανοῦ;] Ἐρχόμεθα ὁ πάπας καί ἡμεῖς διά νά τάμωμεν ὁδούς... διά νά συνεχισθῇ ἡ πορεία τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τῆς καταντήσεως εἰς τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας».Ἀλήθεια, Πατέρες, ποιός ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς Ἁγίους Πατέρες ἐδίδαξε ὅτι ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν διαιρεῖ καί διασπᾶ τήν Ἐκκλησία, ὅτι, ἐπειδή ὑπάρχουν αἱρετικοί, ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει ἑνότητα καί εἶναι διασπασμένη; Ἡ Ἐκκλησία καί μετά τήν ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν παραμένει πάντοτε Μία, ἀκεραία καί ἀλώβητη, δέν διασπᾶται σέ πολλές ἐκκλησίες, ὅπως θέλει ὁ πατριάρχης, ἐξισώνοντας τήν Ὀρθοδοξία μέ τήν αἵρεση, τήν Μία Ἐκκλησία μέ τίς ὁμάδες τῶν κακοδόξων. Ἐπί τόσους αἰῶνες λοιπόν ἡ Ἐκκλησία ἦταν διηρημένη καί διεσπασμένη, μή ἐπιτελοῦσα τό σωτηριῶδες καί ἁγιαστικό της ἔργο, καί περίμενε νά ἔλθουν ὁ πάπας Φραγκίσκος καί ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, γιά νά τήν ἑνώσουν καί νά τήν σώσουν; Καί οἱ Ἅγιοι τόσων αἰώνων τί ἔκαναν; Προσδοκοῦσαν τούς παρουσιαζομένους σήμερον «θεόσταλτους» σωτῆρες τῆς ἑνότητος; Ἤ μᾶλλον κατά τήν πατριαρχική θέση ἔπεσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ μετά τό Σχίσμα Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες καί Ἀρχιερεῖς «θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως» καί διήρεσαν τήν Ἐκκλησία; Ἠρωτήθη σύμπασα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Πατριαρχεῖα καί Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἐάν δέχονται τούς λόγους αὐτούς καί τίς πράξεις τοῦ Πατριάρχου ἤ ὁ Παναγιώτατος αὐτογνωμόνως καί αὐθαιρέτως προχωρεῖ πρός «ἕνωσιν»; Φαίνεται, σεβαστοί Πατέρες καί ἀδελφοί, ὅτι δέν ἀναγνώσατε τό ἄριστα κατοχυρωμένο, δογματικά καί πατερικά, κείμενο πού ἐκυκλοφόρησε ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν» μέ τίτλο «Ἡ Νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου». Τό κείμενο αὐτό, τό ὑπέγραψαν ἐκτός ἀπό τά μέλη τῆς Συνάξεως καί οἱ σεβασμιώτατοι ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Δρυϊνουπόλεως Ἀνδρέας, Πειραιῶς Σεραφείμ, Γλυφάδας Παῦλος, Ζιχνῶν Ἱερόθεος, Κυθήρων Σεραφείμ, Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας Κοσμᾶς, Γόρτυνος Ἰερεμίας, Ἀντινόης Παντελεήμων (τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας), ἑκατοντάδες μοναχῶν καί κληρικῶν, καί χιλιάδες Ὀρθοδόξων πιστῶν.

Ἡ ἀναγνώριση τοῦ παναιρετικοῦ Παπισμοῦ ὡς ἐκκλησίας προκύπτει στήν πράξη καί ἀπό τήν σκανδαλώδη ὑποδοχή καί συμμετοχή τοῦ αἱρεσιάρχη καί ἀντίχριστου Πάπα στήν θρονική ἑορτή τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στίς 30 Νοεμβρίου τοῦ 2014, κατά τήν ὁποία γιά πρώτη φορὰ μετά τό σχίσμα μνημονεύθηκε ἀπό τόν πατριαρχικό διάκονο στά εἰρηνικά τῆς Θείας Λειτουργίας ὁ πάπας ὡς κανονικός ἐπίσκοπος φέρων τό «ἐπισκοπικόν» του ὠμοφόριον. Τά ἴδια πρωτάκουστα καί πρωτοφανῆ δέν ἔγιναν καί κατά τήν ἐπίσκεψη τοῦ προηγουμένου πάπα Βενεδίκτου στήν Κωνσταντινούπολη (Νοέμβριος 2006), ὅταν τοῦ ἔψαλαν πολυχρόνιο, εἰδικά ἀπολυτίκια, τό «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», τόν ἐθυμίαζαν οἱ διάκονοι προσερχόμενο, τοῦ ἔδωσε λειτουργικό ἀσπασμό ὁ πατριάρχης μέσα στή Θεία Λειτουργία καί τοῦ ἐπέτρεψαν νά πεῖ τό «Πάτερ ἡμῶν» καί πλεῖστα ἄλλα, μέ τά ὁποῖα κουρελιάσθηκαν οἱ Ἱεροί Κανόνες, πού ἀπαγορεύουν τίς συμπροσευχές μέ τούς αἱρετικούς. Καί δέν φτάνει αὐτό, ἀλλά προχωρᾶ ἔτι περαιτέρω καί στόν διαθρησκειακό Οἰκουμενισμό.

Στήν 6ην Παγκόσμια Συνάντηση «Θρησκείας καί Εἰρήνης» στίς 4-1-1994 ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος δήλωσε: Ἐμεῖς οἱ θρησκευτικοί ἡγέτες πρέπει νά φέρουνε στό προσκήνιο τίς πνευματικές ἀρχές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς ἀδελφοσύνης και τῆς εἰρήνης. Ἀλλά γιά νά τό πετύχουμε αὐτό πρέπει νά εἴμαστε ἑνωμένοι στό πνεῦμα τοῦ ἑνός Θεοῦ, ΡΚαθολικοί, καί Ὀρθόδοξοι, Προτεστάνται καί Ἑβραῖοι, Μουσουλμάνοι, Ἰνδοί, Βουδισταί....» Ποῖον Θεό ἐννοεῖ; Τό διευκρινίζει: « Αὐτόν πού ταιριάζει στόν καθένα»!!!  («ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ» ἀρ. 494, σελ. 23 Γενεύη 1994, καί Ὀρθόδοξος Τύπος 11-9-2009)

Πλήρης κατάργησις τοῦ Εὐαγγελίου, ὡς τήν μόνη ὁδόν σωτηρίας. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος εἴχε δηλώση (ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ, ἀρ. 523. σελ. 12, Γενεύη 1995) «Ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ὁδοί σωτηρίας».

Στήν κοινή δήλωση πού ὑπογράφτηκε στήν διαθρησκιακή διάσκεψη στίς 10 καί 11 Αὐγούστου 2004 δικαιώνει γιά μία ἀκόμη φορά τίς ἄλλες θρησκεῖες ἀναγνωρίζοντας αὐτές ὡς συνδικαιοῦχες τῆς Θείας μακαριότητας λέγοντας: Τό θεῖο θέλημα συναντᾶται σέ κάθε θρησκεία. « Ἀδέσμευτος τύπος Μήτση, 21-9-2004».

Ἔτσι, ἅγιοι Πατέρες, παραγκωνίζει τό εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος μᾶς λέει: «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα  εἰ μή δι’ ἐμοῦ» (Ἰω. ιδ’, 6 ), καί ἀναιρεῖ πλήρως τό Κυριακό: ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται. (Μαρ. 16, 16). Οἱ δηλώσεις καί τά πιστεύω τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἀποτελοῦν ἄρνηση τῆς σωτηριολογικῆς μοναδικότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πρίν προλάβουν νά χαρακτηρισθοῦν αἱρετικές, πρέπει νά χαρακτηρισθοῦν ὡς δηλώσεις ἀπίστων. Διότι κατά τό ἀπόστολο Παῦλο, μετέτρεψαν τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ σέ ψέμα (Ρωμ. 1, 23)

          Περίτρανη ἀπόδειξις τῶν λεγομένων μου εἶναι τό ὅτι θεωρεῖ τό ἀνίερο κοράνιο ἴσο μέ τήν Ἁγία Γραφή καί ἱερό ὅπως αὐτή!!! (Ο.Τ. 15-3-2002). Σέ ἄλλη περίστασι σέ δήλωσή του ἐπανέλαβε τό ἑξῆς βλάσφημο « Ἡ Shura (ἱερό βιβλίο τῶν μωαμεθανῶν) περιέχεται σαφῶς στά ἱερά βιβλία ποῦ ἀπεκαλύφθησαν ἀπό τόν παντοδύναμο Θεό»!   Ἐδῶ Πατέρες τί νά πρωτοσχολιάσουμε;

   Συνεπής στά πιστεύω του ὁ Πατριάρχης συνεχίζει νά μοιράζει τό κοράνιο σέ διάφορες περιστάσεις ὅπως στίς 29-10-2009 στήν ἕδρα τῆς Coca-cola στήν Ἀμερική. Τόλμησε καί ἔκανε μνημόσυνο σέ μωαμεθανούς ἀβάπτιστους εὐχόμενος νά τούς κατατάξει ὁ Θεός «ἐν σκηναῖς ἐκλεκτῶν καί Ἁγίων(ἐπισκόπου Αὐγουστίνου, ἀντιπαπικά, σ. 95).

Στίς 17-9-2009 ἀπευθύνει ἐπιστολή μέ τήν εὐκαιρία τῆς λήξης τῆς νηστείας τοῦ Ραμαζανιοῦ λέγοντας ἀνάμεσα στά ἄλλα… « Μετά τήν μακράν ταύτην περίοδον τῆς νηστείας, οὔσης καί περιόδου περισυλλογῆς, προσευχῆς καί φιλανθρωπίας, ἦλθεν ἡ στιγμή δι’ ἕκαστον μουσουλμάνον, νά ἑορτάσῃ καί νά λάβῃ τήν ἄνωθεν δικαίαν ἀντιμισθίαν… εὐχόμεθα ὑμῖν ἅπαξ ἔτι εὐλογημένον τόν ἑορτασμόν, προσευχόμενοι ὅπως ὁ Παντοδύναμος Θεός χαρίζηται εἰς ὑμᾶς πᾶσαν πνευματικήν εὐλογίαν ἄνωθεν, ἐν τῇ ἐλπίδι ὅτι ὁ κόσμος θά ζῇ ἡνωμένος…» Τί νά πρωτογράψουμε πατέρες, ἀπό αὐτά πού ἔχουν εἰπωθεῖ ἀπό τόν Παναγιώτατο. Ἄν ἐμεῖς τολμούσαμε νά εἴπωμεν τό παραμικρό ἀπό αὐτά, θά μᾶς θεωρούσατε πλανεμένους, αἱρετικούς, ἀντίχριστους, ἀποκομένους ἀπό τό σῶμα τῆς ἁγίας μας Ὀρθοδοξίας. Γιά τόν Πατριάρχη δέν ἰσχύουν αὐτά; Ἡ συνείδησή μας, ἅγιοι Πατέρες, δέν μᾶς ἐπιτρέπει πλέον νά δεχόμαστε τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο ὡς ὀρθοτομοῦντα τόν λόγον τῆς ἀληθείας, διότι ἁπλούστατα ὄχι μόνον δέν τόν ὀρθοτομεῖ ἀλλά καί ἡγεῖται δυστυχῶς τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐσεῖς συμφωνεῖτε μέ τίς θέσεις τοῦ Πατριάρχου μας;

Συμφωνεῖτε μέ τίς ἀλλεπάλληλες ἐκκλησιολογικές παρεκτροπές του; Συμφωνεῖτε μέ τίς συνεχεῖς ἀποκλίσεις του στά θέματα τῆς πίστεως; Συμφωνεῖτε μέ τίς συμπροσευχές μέ αἱρετικούς καί ἀλλοθρήσκους, γιά τίς ὁποῖες οἱ Ἱεροί Κανόνες ἐπιβάλλουν τήν ποινή τῆς καθαιρέσεως;

Τέλος, συμφωνεῖτε ὅπως εἴπατε καί μέσα στήν Σύναξη πώς ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου εἶναι Ὀρθόδοξη; Ὅλα τά παραπάνω τά πιστεύετε καί τά πρεσβέυετε, Πατέρες; ἄν ναί τότε δηλῶστέ το φανερά πλέον, γιά νά γνωρίζουμε τά φρονήματά σας καί μή κρύβεστε ἀπό φόβο μή καί σᾶς ἀποδοκιμάσουν ἤ σᾶς προπηλακίσουν.       Ἄν πάλι ἀπό δειλία καί γιά νά κρατήσετε τίς θέσεις σας καί τίς προϊσταμενίες σας δέν μιλᾶτε, νά ξέρετε πώς ὁ Κύριος τούς δειλούς τούς κατατάσσει πρώτους στήν Κόλαση.

Γνωστές τακτικές καταστολῆς καί ἐκφοβισμοῦ, τακτικές φιμώσεως καί φαλκιδεύσεως, τακτικές στιγματισμοῦ καί ἐνοχοποιήσεως τῶν ἀντιδρώντων, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι ἀνοίκειες καί ἀντίθετες πρός τά μοναχικά ἤθη, δέν πρόκειται σέ καμμία περίπτωση νά μᾶς πτοήσουν καί νά μᾶς κάνουν νά σιωπήσουμε.

Πολύ περισσότερο δέν πρόκειται νά μᾶς πτοήσουν, ὅταν στήν προσπάθειά μας αὐτή ἔχουμε σύμμαχό μας τήν ὑπέρμαχο Θεοτόκο μας, τήν Μία καί Πρώτη καί Μεγάλη Κυρία καί Ἀφέντρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τό ὁποῖο εἶναι καί τό Περιβόλι Της, τό χορηγηθέν εἰς Αὐτήν ὑπ’ Αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ Της καί Θεοῦ μας καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν χορεία τῶν Ἁγιορειτῶν Ὁσίων, τῶν μαρτυρησάντων ὑπέρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας, καί τίς εὐχές τῶν ἁγίων γερόντων μας πού ἀνέδειξαν καί διετήρησαν ἐπί αἰῶνες τό Ἅγιον Ὄρος ὡς προμαχώνα καί προμετωπίδα τῆς Ὀρθοδοξίας μας.

Τό Ἅγιον Ὄρος καί γενικά ὁ μοναχισμός ἦταν, εἶναι, καί πρέπει νά συνεχίσει νά εἶναι ὁ θεματοφύλακας τῆς ἀμωμήτου Πίστεώς μας. Σάν Ἅγιον Ὄρος, τά 20 μοναστήρια καί ἡ Ἱερά Κοινότης, μποροῦν καί ἐπιβάλλεται νά ἐνεργήσουν συμφώνως τῇ γνώμῃ τῶν Ἁγίων τῆς διαχρονικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε, ὅπως ἁρμόζει, νά εὐφρανθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι καί νά καταισχυνθοῦν οἱ κακόδοξοι, καί νά παύσει ὁ σκανδαλισμός γιά τήν ἀφωνία καί ἀπραξία τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Μέ τήν πράξη τους αὐτή οἱ Πατέρες τῆς Λαύρας συντάσσονται μέ τίς κακοδοξίες τοῦ Πατριάρχου καί πέρνουν τό μέρος τῶν διωκτῶν. Καί νομίζουν πώς θά μᾶς φοβήσουν καί θά σταματήσουμε τήν Ὁμολογία μας.

Σᾶς καταθέτω ταπεινῶς καί μέ πόνο πολύ ὅτι χάριτι Θείᾳ, σέ καμμία περίπτωση  δέν πρόκειται νά σταματήσω νά ὁμολογῶ τήν ἀλήθεια τῆς Πίστεώς μας καί εἰδικά ἀπό τήν στιγμή πού ὅλοι μας τήν γνωρίζουμε καί ἀναποφεύκτως θά λογοδοτήσουμε γι’ αὐτήν ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως. Ὅποιο καί ἄν εἶναι τό κόστος. Στό Ἅγιον Ὄρος δέν ἤλθαμε οὔτε γιά θέσεις οὔτε γιά ἀξιώματα. Αὐτά φαίνεται καί ἀποδεικνύεται πώς ἀπασχολοῦν ἐσᾶς Πατέρες.

Διά αὐτόν τόν λόγο σᾶς ξαναγράφω αὐτά πού ἡ Ἱερά Κοινότητα δέν ἔκανε ἀποδεκτά καί τά ἐπέστρεψε, καί παρακαλῶ νά τά προσέξετε, καί αὐτό τό λέγω ὄχι μέ ἀναίδεια καί μή σεβόμενος θεσμούς καί πρόσωπα, ὅπως ἄλλωστε σᾶς ἔγραψα παραπάνω, ἀλλά μέ πραγματική ἀγάπη πρός ὅλους καί εἰδικά στό Ἅγιον Σχῆμα πού ὅλοι μας σάν Ἁγιορεῖτες Μοναχοί φέρουμε.        

«Ἄν ὅσα λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες γιά τούς αἱρετικούς καί τούς αἱρετίζοντες, γιά τούς παπικούς καί τούς φιλοπαπικούς, ἄν ὅσα εἶπε ἡ Παναγία μας γιά τούς ἐχθρούς τοῦ Υἱοῦ της καί δικούς της ἐχθρούς στούς Ζωγραφίτες Ὁσιομάρτυρες, εἶναι “ἀνοίκειοι καί ἀπαράδεκτοι χαρακτηρισμοί”, ὅπως θέλει καί ὁ νεοεποχίτικος ἀντιρατσιστικός νόμος, γιά τόν ὁποῖον τό Ἅγιον Ὄρος καί πάλιν ἐσιώπησε, τότε μέ χαρά νά τιμωρηθῶ γιά τήν συμφωνία μου μέ τούς Ἁγίους καί τήν Ἁγιορειτική Παράδοση, μέ λύπη ὅμως γιά ὅσους ἀγαπητούς Ἁγιορεῖτες ἀδελφούς μου ἐπέλεξαν νά εἶναι ἀρεστοί μέ τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως καί δυστυχῶς συντάσσονται μαζί τους. Σύγχυση καί σκανδαλισμό στίς συνειδήσεις τῶν πιστῶν δέν προκαλοῦν οὔτε οἱ μαρτυρήσαντες ἐπί Βέκκου Ἁγιορεῖτες Ὁσιομάρτυρες, οὔτε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί οἱ σύν αὐτῷ, πού ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον τοῦ πάπα καί τῶν ἰδικῶν μας λατινοφρόνων, οὔτε οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες πού διέκοψαν τό μνημόσυνο τοῦ Ἀθηναγόρα καί τοῦ Δημητρίου».

Τέ­λος, δη­λώ­νω ὅ­τι, χάριτι Θείᾳ, πα­ρα­μέ­νω ἀ­πό­λυ­τα στα­θε­ρός καί σύ­στοι­χος σέ ὅ­λα ὅ­σα οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, οἱ Ἁγι­ο­ρεῖ­τες Μάρ­τυ­ρες καί Ὁ­μο­λο­γη­τές τῆς Πίστεώς μας καί οἱ σύγ­χρο­νοι ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες γε­ρον­τά­δες καί ἡγούμενοι, καθώς καί ἡ Ἱερά Κοινότης, δι­ε­τύ­πω­σαν καί ὡ­μο­λό­γη­σαν ὑ­πέρ τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ώς μας, κα­τά τῶν αἱ­ρέ­σε­ων καί δή τῆς πα­ναι­ρέ­σε­ως τοῦ οἰ­κου­με­νι­σμοῦ καί τῶν συγ­χρό­νων οἰ­κου­με­νι­στι­κῶν ἀ­νοιγ­μά­των, γιά αὐτό καί διακόπτουμε τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου.

Μετά τιμῆς

 

Γέρων Σάββας Λαυριώτης

 

Υ.Γ.: Ἐντός ἐβδομάδος θά ἐκδώσουμε ὡς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, τήν Θεολογική καί ἐπιστημονική μελέτη διά ποιὸ λόγο ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης εἶναι ληστρική καί αἱρετική. Ἠδη ἔχει ἐκδώσει μελέτη καί ὁ κ. Δημ. Τσελεγγίδης, Καθηγητὴς Α.Π.Θ. τῆς Θεολογίας, καί ὁ κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος, καθηγητής ἐκκλησιαστικοῦ κανονικοῦ δικαίου τοῦ Α.Π.Θ., δικηγόρος παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ, καί θεολόγος.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΑ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ (15 Ἰουλίου)



Η εκκλησία μας τιμά την ήμερα αυτή ένα νήπιο τριών χρονών! 

Ναι, έναν άγιο, που αγίασε στην νηπιακή ηλικία του («Νηπιάζοντι σώματι και τελειοτάτω Μάρτυς φρονήματι, τον άρχέκακον κατέβαλες…», ψάλλει στον «Ορθρον ή Εκκλησία).

Πρόκειται για τον «Αγιο Μάρτυρα Κήρυκο, που συνεορτάζεται με την επίσης Αγία Μητέρα του Ίουλίττα. Κι όταν γιορτάζει η Εκκλησία έναν «Αγιο, δεν είναι μόνον για να τιμήσει την μνήμη του, οΰτε μόνο για να παρακαλέσει όπως μεσιτεύσει στην ‘Αγία Τριάδα υπέρ όλου του κόσμου, υπέρ νεκρών και ζώντων. Ή εορτή έχει επίσης σκοπόν να προβάλει στους πιστούς ένα υπόδειγμα βίου, ένα πρότυπο ζωής. Γι’αυτό μας υπενθυμίζει τον Βίο και την Πολιτεία του και μας παρακινεί στην μίμησή του, αφού πρότυπο όλων των Αγίων είναι και ήταν πάντοτε ό Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.


«Δεύτε και θεάσασθε άπαντες ξένον θέαμα και παράδοξον. Τις έώρακε νήπιον, τριετή όντα, τύραννον αίσχύναντα;».
Αυτή είναι η αρχή από το Δοξαστικόν (του Εσπερινού) για τον «Αγιο Κήρυκο και σε σύγχρονη γλώσσα θέλει να πει:
«Ελάτε να δήτε ένα παράδοξο καί ασυνήθιστο θέαμα. Ποιος είδε ένα νήπιο τριών χρονών να ντροπιάζη τύραννο;».
Και είναι αλήθεια ότι το μικρό νήπιο μπόρεσε να ντροπιάση τον Ρωμαίο Τύραννο της Ταρσού με την πίστη του στον Χριστό. Καλύτερα όμως να δοϋμε τι γράφει το Συναξάρι του αγιασμένου αύτοΰ ζευγαριού — μητέρας και παιδιού — που αρχίζει με τους στίχους:
«Ίουλίττα σύναθλος υίώ Κηρύκω η λαιμότμητος τω κάραν τεθλασμένω…».
Σέ σημερινή άπόδοσι σημαίνει:
«Ή Ίουλίττα υπήρξε συναθλήτρια με τον γιο της Κήρυκο, εκείνη, πού της έκοψαν τον λαιμό, με εκείνον, πού του έσπασαν το κρανίο του…».
Γράφει λοιπόν το Συναξάρι (βιογραφία) ότι ή Αγία Ίουλίττα καταγόταν από το Ικόνιο της Μικράς «Ασίας και έζησε στην εποχή του αυτοκράτορας Διοκλητιανου, πού ήταν μεγάλος διώκτης των Χριστιανών, γύρω στο τέλος του τρίτου αιώνος. Επειδή όμως γίνονταν φοβεροί διωγμοί εναντίον εκείνων, πού πίστευαν στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, πήρε το γιο της Κήρυκο, πού ήταν τότε τριών χρονών και πήγε για περισσότερη ασφάλεια στην πόλι Σελεύκεια. «Αλλά κι’ έκεί τα ίδια και χειρότερα γίνονταν είς βάρος των πιστών. Φυλακίσεις, βασανιστήρια, θανατώσεις τρομερές, κατασχέσεις και άλλα φρικτά και απαίσια. Οι Χριστιανοί αναγκάζονταν να κρύβωνται και να συναντιούνται μυστικά, για να τελέσουν την θεία Λειτουργία (ενώ σήμερα, πού γίνεται ελεύθερα παντού, πολλοί Χριστιανοί αδιαφορούν και δεν πηγαίνουν να προσευχηθούν μαζί και να κοινωνήσουν τα θεια και άχραντα Μυστήρια…). «Ετσι αναγκάστηκε να φύγη κι από κεί και να πάη στην Ταρσό της Κιλικίας, πού βρίσκεται και αυτή στην Μ. Ασία.
Την πόλι εκείνη την διοικούσε τότε ένας πολύ σκληρός και άγριος ηγεμόνας, πού τον έλεγαν Αλέξανδρο. Και ήταν φοβερός και μαυρόψυχος για τους Χριστιανούς, πού τους κυνηγούσε μέρα και νύχτα και τους δίκαζε ό ίδιος με αυστηρότητα και μεγάλη εχθρότητα. Τους βασάνιζε με μύριους τρόπους και προσπαθούσε να τους άναγκάση να αρνηθούν τον Χριστό.
Μια μέρα οί στρατιώτες του συνέλαβαν, μαζί με άλλους χριστιανούς και την Ιουλίττα με τον μικρό γιο στην αγκαλιά και τους παρουσίασαν στον Αλέξανδρο. Εκείνος διέταξε αμέσως να τους ρίξουν όλους στα υπόγεια των φυλακών και να τους βασανίσουν, μέχρι πού ν’ αρνηθούν τον Κύριο και να προσκυνήσουν τα είδωλα. Καθώς κοίταγε όμως τους αλυσοδεμένους Χριστιανούς, του έκανε έντύπωσι ή νεαρή Ιουλίττα, με τον Κήρυκο στην αγκαλιά. Γι’ αυτό και την άλλη μέρα, πού κάθισε στον δικαστικό θρόνο για να κρίνη τους συλληφθέντες, θέλησε να έκμεταλλευθή την μητρική άγάπη της Ίουλίττας.
Φέρτε μου αυτήν με το παιδί, διέταξε.
Αμέσως έτρεξαν οι φρουροί και ώδήγησαν μπροστά του την πιστή Ίουλίττα, πού κρατούσε πάντα τον Κήρυκο στην αγκαλιά της. Ηταν άγρυπνη, ταλαιπωρημένη, κουρελιασμένη καϊ αίματωμένη από τους ξυλοδαρμούς και τα αλλά βασανιστήρια. Το θάρρος της όμως παρέμενε άκμαίο και ή πίστη της φλογερή και αδάμαστη.
Ό τύραννος της μίλησε φιλικά και ήρεμα, για νά τήν καλοπιάση και να της άλλάξη την γνώμη. Να την συγκίνηση και να την κάνη να λυπηθή το παιδί της και να θυσιάση στα είδωλα.
Είναι κρίμα να χαθήτε και οι δυο σας, είπε. Γιατί, αν δεν προσκυνήσετε τον αυτοκράτορα και τα είδωλα, σας περιμένουν πολλά βασανιστήρια και φοβερός θάνατος.
Δεν είναι κρίμα, καθώς λες Αρχοντα της Ταρσου, να ύποφέρη κανείς και να θανατώνεται για την αγάπη, του αληθινού Θεού, που είναι ό Χριστός και όχι τα άψυχα είδωλα σας. Αντίθετα είναι τιμή μεγάλη και ευτυχία αιώνια. Μη προσπαθής να μου άλλάξης την γνώμη. Ή πίστις μου αξίζει πιο πολύ απ όλα και από την ίδια την ζωή.
Ό  Αλέξανδρος θαύμασε το θάρρος της βασανισμένης Ίουλίττας, αλλά και θύμωσε ταυτόχρονα για την άρνησή της. ΄Εμεινε για μια στιγμή συλλογισμένος και ύστερα πήρε ξαφνικά στην αγκαλιά του τον μικρό Κήρυκο, με σκοπό να τον προσελκύση με το μέρος του και με τον τρόπο αυτό να λυγίση την αποφασιστικότητα της μητέρας του.
Και καλά εσύ, είπε πάλι με συγκρατημένη οργή ό Αλέξανδρος, μπορεί να θέλης να βασανισθής και να πεθάνης. Το αθώο αυτό παιδί, ό γιος σου ό μονάκριβος, γιατί να χαθή άδικα; «Ε; Τί λες κι’ εσύ μικρέ μου; θέλεις να πεθάνης για τον Χριστό;
Ό Κήρυκος όλη αυτήν την ώρα, πού τον κρατούσε στα χέρια του ό ηγεμόνας, του είχε γυρίσει το πρόσωπο και κοίταζε συνεχώς την μητέρα του, ψιθυρίζοντας αδιάκοπα το όνομα του Χρίστου.
Χριστέ μου, έλέησον! Χριστέ μου, έλέησον!
Γιατί ή πιστή μητέρα του, σαν όλες τις αληθινές Χριστιανές, είχε συμβουλέψει τον μικρό Κήρυκο ν’ αγαπά με όλη του την καρδιά τον Κύριο και ποτέ, μα ποτέ, να μη τον άρνηθή. Ακόμα τον είχε διδάξει σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής του να προσεύχεται θερμά καϊ να επικαλείται το όνομα του Κυρίου Ίησου Χρίστου. (Αύτη είναι ή παντοδύναμη έπίκλησι «Κύριε Ίησου Χριστέ, Υιέ του θεού, έλέησον με», ή γνωστή με το όνομα «νοερά η καρδιακή προσευχή», πού γίνεται με την καρδιά κι όχι με το στόμα και είναι από τα πιο ισχυρά πνευματικά όπλα του Χριστιανού).
Λοιπόν; Δεν μιλάς, μικρέ; ξαναρώτησε ό Αλέξανδρος.
Και τότε, ό τρίχρονος Κήρυκος, πού καταλάβαινε ολην αυτήν την δραματική σύγκρουση για την πίστη, ανάμεσα στα δαιμόνια των ειδώλων και την χάρη του Κυρίου, έσφιξε τις μικρές γροθιές του και με όλη του την δύναμι κλώτσησε στην κοιλιά τον ηγεμόνα, για να του δείξη ποιά ήταν ή άπάντηση του. Εκείνος όργίσθηκε φοβερά, εξαγριώθηκε κι’ όπως κρατούσε τον μικρό Κήρυκο στα χέρια τον πέταξε με μανία πάνω στα μαρμαρένια σκαλιά του θρόνου του. Τόσο ισχυρή ήταν ή πτώση, πού το κρανίο του παιδιού τσακίστηκε κι έβαψε με το αίμα του τα σκαλιά του τυράννου, ενώ την ίδια στιγμή οί άγγελοι επήραν την άγια ψυχή του και την οδήγησαν στον Κύριο των Δυνάμεων, από τον όποιον έλαβε και τον δοξασμένο στέφανο του Αγίου Μάρτυρος της Πίστεως.
Δόξα σε Σένα, Κύριε, φώναξε με άγαλλίαση ή Ίουλίττα. Σ’ ευχαριστώ πού πήρες το παιδί μου κοντά Σου!
Αξίωσε με να ‘ρθώ κι’ εγώ στην αιώνια βασιλεία Σου!
Ή καλή μητέρα δεν κλονίστηκε από την τραγική αύτη σκηνή, πού είδε με τα μάτια της και ήταν ευχαριστημένη και υπερήφανη, πού το παιδί της δεν αρνήθηκε τον Χριστό, άλλα κέρδισε την αιώνια ευτυχία. Αντίθετα ό  Αλέξανδρος ταράχτηκε πολύ και ένοιωσε ταπεινωμένος και ντροπιασμένος, πού ένα νήπιο τριών χρονών τον περιφρόνησε τόσο και αυτόν και την εξουσία του. Διέταξε λοιπόν να πάρουν την Ίουλίττα στις φυλακές και να την βασανίσουν και πάλι, χωρίς κανένα έλεος.
Πάρτε την! Βασανίστε την! ούρλιαξε ό ηγεμόνας.
Κι όπως την έσερναν οι φρουροί, εκείνη φώναζε δυνατά:
Χριστιανή είμαι! Χριστιανή ! Και ποτέ δεν θ’ αρνηθώ τον Κύριο μου Ίησού Χριστό, τον αληθινό Θεό!
Της έκαναν πολλά βασανιστήρια και μαρτύρια οι δήμιοι των φυλακών. Εκείνη όμως έμεινε πιστή «άχρι θανάτου» και ούτε μια φορά δεν λύγισε. Στό τέλος, με διαταγή του Αλεξάνδρου, την αποκεφάλισαν και ή μαρτυρική και Άγια μητέρα του Αγίου Κηρύκου παρέδωσε την ψυχή της στον ΘΕΟ, που την στεφάνωσε κι’ εκείνη με το αμάραντο στεφάνι της Άγιας Μάρτυρος. Ηταν το έτος 269, μήνας Ιούλιος, ακριβώς ή δεκάτη πέμπτη ημέρα του μηνός.

Πηγή το βιβλίο του Π.Μ.Σωτήρχου »ΠΑΙΔΟΜΑΡΤΥΡΕΣ»
Εκδόσεις »Ορθοδόξου Τύπου»


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἡ καλλιμάρτυς τοῦ Χρίστου Ἰουλίττα, σὺν τριετεῖ ἀμνῶ αὐτῆς τῷ Κηρύκῳ, δικαστοὺ πρὸ βήματος παρέστησαν φαιδρῶς, εὔτολμοι κηρύττοντες. τὴν χριστώνυμον κλῆσιν, ἄμφω μὴ πτοούμενοι, ἀπειλᾶς τῶν τυρράνων καὶ στεφηφόροι νῦν ἐν οὐρανοίς, ἀγαλλιώνται. Χριστῷ παριστάμενοι.


Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΕ ΕΧΕΙ ΣΤΕΙΛΕΙ ΝΑ ΜΕ ΔΙΔΑΞΕΙΣ (Μέγας Ἀντώνιος)




Χρόνια κράτησε ὁ διωγμός τῶν χριστιανῶν. Ποτάμια χύθηκε τό τίμιο αἷμα τῶν Μαρτύρων. Κι ἦρθε κάποια στιγμή πού ἡ εἰδωλολατρική μανία τοῦ αὐτοκράτορα κορέστηκε, ἀφοῦ εἶχε πιά τελειωθεῖ μαρτυρικά καί ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπός της Ἀλεξάνδρειας, ὁ Πέτρος.

— Δέν μέ ἔκρινε ἄξιο ὁ Κύριος νά μαρτυρήσω γιά τήν πίστη, δίπλα στούς ἀδελφούς μου, σκεπτόταν ὁ Ἀντώνιος. Θά πορευτῶ λοιπόν στή βαθιά ἔρημο γιά νά δώσω τήν τελική μάχη μέ τόν πονηρό μονολόγησε ἀποφασιστικά καί κάτι σάν κρυμμένη ὑπερηφάνεια πῆγε νά σκιάσει τῆς ἀπόφασης τοῦ τούτης τή χάρη. Σάν νά ’νιωσε κείνη τήν ὥρα ὁ ἀσκητής πώς ξεχωρίζει ὁ ἐρημίτης ἀπό τούς πολλούς σάν νά ἦταν ἡ παλαίστρα τῆς ἐρήμου ἀνώτερη μορφή χριστιανικῆς ζωῆς.
Τόν πείραξε τοῦτος ὁ λογισμός, σάν ἀγκαθιῶν κάρφωμα βαθύ κι ὅρμησε τούτη ἡ σκέψη νά τοῦ πνίξει ὅλα τά λουλούδια πού ἡ μαρτυρική του προαίρεση εἶχε συλλέξει ὅλα τά χρόνια τοῦ διωγμοῦ. Ἔμπειρος ὅμως πιά ἀγωνιστής γρήγορα κατανόησε πώς εἶχε πάλι νά κάνει μέ παγίδα τοῦ ἀντίδικου. Γι’ αὐτό ἔπεσε σέ βαθιά προσευχή.
— Κύριε, φανέρωσέ μου, ἄν μέσα στήν πόλη μέ τούς θορύβους της μπορεῖ νά φτάσει ὁ πιστός τά μέτρα τά πνευματικά πού κατακτάει στή βαθιά ἔρημο ὁ ἀσκητής…
Δέν εἶχε ἀκόμα ἀποτελειώσει τοῦτο τό αἴτημα στόν Πανάγαθο καί φωνή ἀκούστηκε νά τοῦ λέει:
— Τό Εὐαγγέλιο εἶναι ἕνα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, Ἀντώνιε. Κι ἄν θέλεις νά βεβαιωθεῖς, πώς ἄν κανείς κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ σῴζεται καί ἁγιάζεται ὅπου καί νά ’ναι, πέρασε, καθώς φεύγεις ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια, ἀπό τό μαγαζάκι τοῦ μπαλωματῆ, πού εἶναι ἄσημο καί φτωχικό. Εἶναι ἐκεῖ κάτω στό τελευταῖο τῆς πόλης παραδρόμι.
— Στό μαγαζάκι τοῦ μπαλωματῆ, Κύριε; Καί ποιός μπορεῖ ἐκεῖ νά μέ βοηθήσει, νά ρίξει φῶς στό λογισμό; ἀπάντησε ἀπορημένος ὁ Ἀντώνιος.
— Θά σοῦ ἐξηγήσει ὁ μπαλωματής, ξανάκουσε τήν ἴδια φωνή.
— Ὁ μπαλωματής; Τί ξέρει αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἀπό ἀγῶνες καί πειρασμούς; Τί γνώρισε ὁ πτωχός βιοπαλαιστής, ἀπό τῆς πίστης τίς κορυφές κι ἀπ τήν ἀλήθεια; ἀναρωτήθηκε.
Ἀντίρρηση ὅμως δέν μπόρεσε νά ὀρθώσει στή θεία ὑπόδειξη. Γι’ αὐτό μόλις ξημέρωσε πῆρε τό δρόμο πού ἔβγαζε ἀπό τήν πόλη. Ὅπως τοῦ εἶχε ὑποδείξει ὁ Θεός, στάθηκε, καθώς συνάντησε τό τελευταῖο παραδρόμι, καί βρῆκε τό μαγαζάκι τοῦ μπαλωματῆ.
Χαρούμενα καί σεβαστικά ὁ ἁπλός ἄνθρωπος τόν ὑποδέχτηκε καί τόν ρώτησε:
— Σέ τί μπορῶ νά σοῦ φανῶ χρήσιμος, Ἀββᾶ; Ἀγράμματος κι ἄξεστος χωρικός εἶμαι, μά γιά τόν ξένο, ὅποιος καί ’ναι, ὁ ντόπιος χρήσιμος πάντα θά βρεθῆ.
— Ὁ Κύριος μέ ἔχει στείλει νά μέ διδάξεις, εἶπε ταπεινά ὁ Ἀσκητής.
Πετάχτηκε ἐπάνω ἀπορημένος ὁ φτωχός βιοπαλαιστής.
— Ἐγώ; Τί μπορῶ ἐγώ ὁ ἀγράμματος νά διδάξω τήν ἁγιοσύνη σου; Δέν ξέρω νά ’χω κάνει στή ζωή μου τίποτα τό καλό καί τό ἀξιόλογο, κάτι πού νά μπορεῖ νά σταθεῖ ἀψεγάδιαστο, μπροστά στά μάτια τοῦ Θεοῦ.
— Πές μου τί κάνεις, πῶς περνᾷς τήν ἡμέρα σου; Ξέρει ὁ Θεός, μέ ἄλλο μέτρο Ἐκεῖνος ζυγίζει καί κρίνει τά πράγματα, ἐπέμενε ὁ Ἀντώνιος.
— Ἐγώ, Ἀββᾶ, ποτέ δέν ἔκανα ποτέ τίποτα τό καλό, μονάχα πού ἀγωνίζομαι σύμφωνα μέ τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου. Κι ἀκόμα προσπαθῶ ποτέ νά μήν ξεχνῶ καί νά μήν παραβλέπω τίς ἐλλείψεις καί τήν πνευματική ἀκαρπία μου. Καθώς λοιπόν δουλεύω ὁλημερίς σκέπτομαι καί λέω στόν ἑαυτό μου: Ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ὅλοι θά σωθοῦν καί μόνο ἐσύ ἄκαρπος μένεις. Ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας σου, τό Ἅγιο Πρόσωπο Του ποτέ δέν θά ἀξιωθεῖς νά δεῖς.
— Σ’ εὐχαριστῶ Κύριε, εἶπε ὑψώνοντας τά δακρυσμένα μάτια του πρός τόν οὐρανό ὁ Ἀσκητής. Κι ἐνῷ ὁ μπαλωματής στεκόταν ἀπορημένος γιά τοῦτο τό φέρσιμο, ὁ Ἀσκητής τόν ἀγκαλίασε στοργικά καί τόν ἀποχαιρέτησε λέγοντας:
— Σ’ εὐχαριστῶ καί σένα, ἅγιε ἄνθρωπε. Σ’ εὐχαριστῶ, γιατί μέ δίδαξες πῶς τόσο εὔκολα, μονάχα μέ τόν ταπεινό λογισμό, μπορεῖ ὁ καθένας νά ζεῖ στή Χάρη τοῦ Παραδείσου.
Κι ἐνῷ ὁ φτωχός μπαλωματής συνέχιζε νά κοιτάζει ἀμήχανα, χωρίς τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά νά καταλαβαίνει, ὁ Ἀντώνιος πῆρε τό ραβδί κι ὠφελημένος τράβηξε τό μονοπάτι πού ὁδηγοῦσε στή βαθιά ἔρημο.
Βάδιζε μέ μόνη συντροφιά τοῦ ραβδιοῦ του τό χτύπημα. Βάδιζε κι ἡ προσευχή του καυτή σάν τῆς ἔρημης γῆς τή λάβα ὑψωνόταν ὁλόισια στόν οὐρανό.
Πορευόταν ὁλημερίς καί προσευχητικά ἀναλογιζόταν τό μάθημα πού εἶχε πάρει ἐκείνη τήν ἡμέρα ἀπό τό φτωχό μπαλωματή.
— Ἡ ταπεινοφροσύνη! Αὐτό λοιπόν εἶναι τό γρήγορο στρατί γιά τοῦ Παράδεισου τήν πόρτα, ἔλεγε μέ τό λογισμό. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ στολή πού ντύθηκε ὁ Θεός κι ἦρθε στή γῆ σάν ἄνθρωπος, μονολογοῦσε ὁ Ἀντώνιος κι ἀγωνιζόταν νά συλλάβει τό μεγαλεῖο τούτης τῆς ἅγιας ἀρετῆς.
Βάδιζε, προσευχόταν καί στό νοῦ του ἔφερνε ὅσα τόν εἶχε διδάξει ὁ Θεός, ὥσπου ἔξαφνα μπροστά του ἀντίκρισε ριγμένο καταγῆς πλῆθος ἀναρίθμητο ἀπό πρωτόγνωρες παγίδες. Παγίδες κάθε εἴδους, ἐπινοήσεις φοβερές, πανούργου νοῦ πρωτότυπα ἐφευρήματα.
— Θεέ μου, ἀναφώνησε κι ἔστρεψε τρομαγμένο τό βλέμμα καί τή ψυχή του στόν οὐρανό. Ποιός θά μποροῦσε, Κύριε, νά ξεφύγει ποτέ, ἀπό τέτοια ἐφευρήματα καί πανουργίες;
Ἡ ταπεινοφροσύνη, Ἀντώνιε. Αὐτή μπορεῖ μέ μιᾶς ὅλες αὐτές νά τίς διαλύσει, ἀκούστηκε πάλι ἡ γλυκιά, ἡ γνώριμη φωνή βαθιά μέσ’ τήν καρδιά του. Κι ἦταν αὐτή ἡ ἀπάντηση πού ἔχυσε μέσα του φῶς καί πού τοῦ ’δῶσε κουράγιο γιά τίς καινούργιες μάχες, πού ἔμελλε βαθιά στήν ἔρημο νά δώσει, μέ τοῦ ἀνθρώπου τόν προαιώνιο ἐχθρό.


Ἀπό τό βιβλίο

«Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ ἄγγελος τῆς ἐρήμου»
Ἐκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»
Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ (Ἀββάς Δωρόθεος)

Είπε κάποιος από τους Γέροντες: «Πάνω απ’ όλα έχουμε ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη και να είμαστε έτοιμοι, σε κάθε λόγο που ακούμε, να λέμε «Συγχώρεσέ με». Γιατί με την ταπεινοφροσύνη καταστρέφονται όλες οι παγίδες του εχθρού και αντιπάλου». 


Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε ποιο είναι το βαθύτερο νόημα του λόγου του Γέροντα.
Για ποιο λόγο λέει: «Πάνω απ’ όλα έχουμε ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη» και δεν λέει: «Πάνω απ’ όλα έχουμε ανάγκη από την εγκράτεια»; Γιατί ο Απόστολος λέει: «Εκείνος που αγωνίζεται είναι εγκρατής σε όλα» (Α’ Κορ. 9:25).
Ή, γιατί δεν λέει: «Πάνω απ’ όλα έχουμε ανάγκη από τον φόβο του Θεού»; Γιατί η αγία Γραφή λέει: «Αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου» (Ψαλμ. 110:10) και ακόμα: «Με τον φόβο του Κυρίου καθένας φεύγει από το κακό» (Παροιμ. 15:27α).
Γιατί δεν λέει: «Πάνω απ’ όλα έχουμε ανάγκη από την ελεημοσύνη ή την πίστη»; Γιατί λέει η αγία Γραφή: «Με την ελεημοσύνη και την πίστη καθαρίζονται οι αμαρτίες» (Παροιμ. 15:27α). Και ο Απόστολος λέει: «Χωρίς πίστη είναι αδύνατο να ευαρεστήσει κανείς στον Θεό» (Εβρ. 11:6).
Αν, λοιπόν, είναι αδύνατο να ευαρεστήσει κανείς στον Θεό χωρίς πίστη, και με τις ελεημοσύνες και την πίστη καθαρίζονται οι αμαρτίες, και με τον φόβο του Κυρίου καθένας φεύγει από το κακό, και αρχή σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου, και αυτοί που αγωνίζονται είναι εγκρατείς σε όλα, πώς λοιπόν ο Γέροντας λέει ότι πάνω απ’ όλα έχουμε ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη και άφησε όλα αυτά που είναι τόσο αναγκαία;
Ο Γέροντας θέλει να μας δείξει ότι ούτε αυτός ο φόβος του Θεού, ούτε η ελεημοσύνη, ούτε η πίστη, ούτε η εγκράτεια, ούτε καμία άλλη από τις αρετές είναι δυνατόν να κατορθωθούν χωρίς την ταπεινοφροσύνη. Γι’ αυτό λέει: «Πάνω απ’ όλα έχουμε ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη και να είμαστε έτοιμοι, σε κάθε λόγο που ακούμε, να λέμε «Συγχώρεσέ με». Γιατί με την ταπεινοφροσύνη καταστρέφονται όλες οι παγίδες του εχθρού και αντιπάλου».
Βλέπετε λοιπόν, αδελφοί, πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της ταπεινοφροσύνης. Βλέπετε ποια αποτελεσματικότητα έχει το να λες «Συγχώρεσέ με». Γιατί όμως ο διάβολος δεν ονομάζεται μόνο εχθρός, αλλά ονομάζεται και αντίπαλος;
Εχθρός ονομάζεται γιατί μισεί τον άνθρωπο, μισεί το καλό, θέλει το κακό μας, και αντίπαλος ονομάζεται γιατί προσπαθεί να εμποδίσει καθετί καλό.
Θέλει κάποιος να προσευχηθεί; Εκείνος αντιστέκεται εμποδίζοντας με κακούς λογισμούς, με αιχμαλωσία του νου, με ακηδία.
Θέλει κάποιος να κάνει ελεημοσύνη; Εκείνος εμποδίζει με τη φιλαργυρία, με την τσιγκουνιά.
Θέλει κάποιος να κάνει αγρυπνία; Εκείνος εμποδίζει με την οκνηρία, με τη ραθυμία.
Και σε κάθε καλό πράγμα που καταπιανόμαστε να κάνουμε, με τον ίδιο τρόπο εναντιώνεται. Γι’ αυτό ονομάζεται όχι μόνο εχθρός, αλλά και αντίπαλος. Με την ταπεινοφροσύνη, όμως, όλες οι παγίδες του εχθρού και αντιπάλου καταστρέφονται.
Πράγματι η ταπεινοφροσύνη είναι μεγάλη αρετή και καθένας από τους αγίους με αυτή την ταπεινοφροσύνη πορεύτηκε και με τον κόπο συντόμεψε την πορεία, όπως λέει: «Δες την ταπείνωσή μου και τον κόπο μου, και συγχώρησε όλες τις αμαρτίες μου» (Ψαλμ. 24:18), και: «Ταπεινώθηκα και με έσωσε ο Κύριος» (Ψαλμ. 114:6). Γιατί μπορεί και μόνη της η ταπείνωση να μας βάλει στη βασιλεία των ουρανών, όπως έλεγε ο Γέροντας, ο αββάς Ιωάννης, αλλά με πιο αργό ρυθμό.
Ας ταπεινωθούμε λοιπόν και εμείς λίγο και θα σωθούμε. Κι αν δεν μπορούμε να κοπιάσουμε σαν αδύναμοι που είμαστε, ας προσπαθήσουμε να ταπεινωθούμε. Και πιστεύω στο έλεος του Θεού, ότι γι’ αυτό το λίγο που έγινε με την ταπείνωση, θα βρεθούμε και εμείς στον τόπο των αγίων εκείνων που πολλούς κόπους κατέβαλαν και πολύ δούλεψαν στον Θεό. Ναι, είμαστε αδύναμοι και δεν μπορούμε να κοπιάσουμε, μήπως δεν μπορούμε και να ταπεινωθούμε;
Αδελφοί μου, είναι μακάριος εκείνος που έχει ταπείνωση. Είναι μεγάλη αρετή η ταπείνωση. Σωστά χαρακτήρισε εκείνος ο άγιος αυτόν που έχει αληθινή ταπείνωση με το να πει ότι «η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο να μην οργίζεται, ούτε να εξοργίζει κανένα». Και κάπως το πράγμα φαίνεται παράξενο. Γιατί η ταπείνωση εναντιώνεται σε μόνη την κενοδοξία, και απ’ αυτήν φαίνεται να προστατεύει τον άνθρωπο. Οργίζεται όμως κανείς και για χρήματα και για φαγητά. Πώς λοιπόν λέει ότι «η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο να μην οργίζεται, ούτε να εξοργίζει κανένα»;
Όπως είπαμε, η ταπείνωση είναι μεγάλη αρετή και μπορεί να ελκύει τη χάρη του Θεού στην ψυχή. Αυτή λοιπόν η χάρη του Θεού έρχεται και σκεπάζει την ψυχή από τα δύο άλλα βαριά αυτά πάθη. Γιατί, τι είναι πιο βαρύ από το να οργίζεται κανείς και να εξοργίζει τον πλησίον του, όπως είπε ο Ευάγριος ότι «είναι εντελώς ξένο στον μοναχό το να οργίζεται». Πράγματι, αν δεν σκεπαστεί αυτός γρήγορα με την ταπείνωση, λίγο λίγο έρχεται σε δαιμονική κατάσταση, αναστατώνοντας και τους άλλους και τον εαυτό του.
Γι’ αυτό λοιπόν λέει ότι «η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο να μην οργίζεται, ούτε να εξοργίζει κανένα».
Γιατί όμως λέω ότι η ταπείνωση σκεπάζει από αυτά τα δύο μεγάλα πάθη; Αλλά και από κάθε πάθος και από κάθε πειρασμό η ταπείνωση σκεπάζει την ψυχή.
Όταν ο άγιος Αντώνιος είδε απλωμένες όλες τις παγίδες του διαβόλου, αναστέναξε και ρώτησε τον Θεό: «Ποιος άραγε μπορεί να τις προσπεράσει;»
Τι του απάντησε ο Θεός; Ότι «η ταπείνωση τις προσπερνά». Και τι άλλο θαυμαστό πρόσθεσε; «Και ούτε την αγγίζουν».
Βλέπεις δύναμη που έχει η ταπείνωση, αδελφέ μου, βλέπεις χάρη αρετής;
Πραγματικά, τίποτε δεν είναι πιο ισχυρό από την ταπεινοφροσύνη, τίποτε δεν τη νικά. Και αν συμβεί κάτι λυπηρό στον ταπεινό, αμέσως τα βάζει με τον εαυτό του, αμέσως κατακρίνει τον εαυτό του ότι αυτό του άξιζε. Δεν ανέχεται να κατηγορήσει κανένα, δεν ανέχεται να ρίξει σε άλλον την αιτία, και έτσι το ξεπερνάει χωρίς ταραχή και στενοχώρια, με κάθε ανάπαυση. Γι’ αυτό ούτε ο ίδιος οργίζεται ούτε εξοργίζει κανένα.
Γι’ αυτό σωστά είπε ο άγιος ότι: «Πάνω απ’ όλα έχουμε ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη».
Υπάρχουν δύο ταπεινώσεις, όπως ακριβώς υπάρχουν και δύο υπερηφάνειες.
Η πρώτη υπερηφάνεια είναι όταν εξουθενώνει κανείς τον αδελφό, όταν τον εξευτελίζει σαν να είναι ένα τίποτε και θεωρεί τον εαυτό του ανώτερό του. Ένας τέτοιος άνθρωπος που θα πέσει σ’ αυτήν την υπερηφάνεια, αν δεν συνέλθει γρήγορα και δεν προσπαθήσει να διορθωθεί, σιγά σιγά φθάνει στη δεύτερη υπερηφάνεια, ώστε υπερηφανεύεται και απέναντι στον ίδιο τον Θεό και όλα όσα κατορθώνει τα αποδίδει στον εαυτό του και όχι στον Θεό.
Πράγματι, αδελφοί μου, κάποτε γνώρισα κάποιον που έφτασε σ’ αυτήν την ελεεινή κατάσταση. Στην αρχή, αν κάποιος από τους αδελφούς τού έλεγε κάτι, τον έφτυνε και έλεγε: «Ποιος είναι αυτός; Δεν αξίζει κανείς, παρά μόνο ο Ζωσιμάς και οι όμοιοι με αυτόν».
Μετά άρχισε και αυτούς να εξευτελίζει και να λέει: «Δεν αξίζει κανείς, παρά μόνο ο Μακάριος».
Και μετά από λίγο άρχισε να λέει: «Ποιος είναι ο Μακάριος; Δεν αξίζει κανείς, παρά μόνο ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος».
Μετά από λίγο άρχισε και αυτούς να τους εξευτελίζει λέγοντας: «Ποιος είναι ο Βασίλειος και ποιος είναι ο Γρηγόριος; Δεν αξίζει κανείς, παρά μόνο ο Πέτρος και ο Παύλος».
Του λέω: «Πράγματι, αδελφέ, και αυτούς θα φτάσεις να τους απορρίψεις».
Πιστέψτε με ότι μετά από λίγο καιρό άρχισε να λέει: «Και ποιος είναι ο Πέτρος και ποιος είναι ο Παύλος; Δεν αξίζει κανείς, παρά μόνο η Αγία Τριάδα».
Και τέλος υπερηφανεύτηκε εναντίον του ίδιου του Θεού και έτσι έχασε τα λογικά του.
Γι’ αυτό, αδελφοί μου, οφείλουμε να αγωνιζόμαστε εναντίον της πρώτης υπερηφάνειας, για να μην πέσουμε σιγά σιγά και στην τέλεια υπερηφάνεια.
Υπάρχει μάλιστα και κοσμική υπερηφάνεια και μοναχική υπερηφάνεια.
Η κοσμική υπερηφάνεια είναι όταν κάποιος υπερηφανεύεται απέναντι στον αδελφό του ότι είναι πιο πλούσιος ή πιο όμορφος ή πιο καλοντυμένος ή πιο γενναίος από αυτόν.
Όταν, λοιπόν, βλέπουμε τους εαυτούς μας να είμαστε κενόδοξοι μ’ αυτά ή ότι το δικό μας μοναστήρι είναι μεγαλύτερο ή πιο πλούσιο ή ότι έχουμε πολλούς αδελφούς, πρέπει να ξέρουμε ότι ακόμη είμαστε στην κοσμική υπερηφάνεια.
Μερικές φορές κενοδοξεί κανείς και για φυσικά χαρίσματα. Να τι εννοώ: Κενοδοξεί κάποιος ότι είναι καλλίφωνος και ψάλλει ωραία, ή ότι είναι επιτήδειος και εργάζεται με επιμέλεια και ακρίβεια και υπηρετεί άδολα. Αυτά είναι σεμνότερα από τα πρώτα, όμως και αυτά ανήκουν στην κοσμική υπερηφάνεια.
Η μοναχική υπερηφάνεια είναι όταν κάποιος κενοδοξεί ότι αγρυπνεί, ότι νηστεύει, ότι είναι ευλαβής, ότι είναι ενάρετος, ότι είναι αγωνιστής. Μερικές φορές και ταπεινώνεται κανείς για να δοξασθεί.
Αυτά ανήκουν στη μοναχική υπερηφάνεια. Είναι βέβαια προτιμότερο, αν δεν είμαστε απαλλαγμένοι από την υπερηφάνεια, τουλάχιστο να υπερηφανευόμαστε για τα μοναχικά και όχι για τα κοσμικά.
Είπαμε λοιπόν ποια είναι η πρώτη υπερηφάνεια και ποια η δεύτερη. Όμοια, είπαμε ποια είναι η κοσμική και ποια ή μοναχική υπερηφάνεια. Ας μάθουμε, λοιπόν, και ποιες είναι οι δύο ταπεινώσεις.
Η πρώτη ταπείνωση είναι το να θεωρεί κανείς τον αδελφό του πιο συνετό από τον ίδιο και ότι τον ξεπερνά σε όλα, και γενικά, όπως είπε εκείνος ο άγιος, το να θεωρεί τον εαυτό του πιο κάτω από το καθετί.
Η δεύτερη ταπείνωση είναι να αποδίδει κανείς στον Θεό κάθε επιτυχία του. Αυτή είναι η τέλεια ταπείνωση των αγίων. Αυτή γεννιέται στην ψυχή με φυσικό τρόπο από την τήρηση των εντολών του Θεού.
Όταν τα δέντρα έχουν πολύ καρπό, αυτός ο καρπός λυγίζει τα κλαδιά και τα γέρνει προς τα κάτω, το κλαδί όμως που δεν έχει καρπό, υψώνεται προς τα πάνω και μένει στητό. Υπάρχουν μάλιστα και μερικά δέντρα που όσο τα κλαδιά τους πηγαίνουν προς τα πάνω, δεν κάνουν καρπό, αν όμως πάρει κανείς μια πέτρα και την κρεμάσει στο κλαδί και το λυγίσει προς τα κάτω, τότε το δέντρο αυτό κάνει καρπό.
Έτσι ακριβώς είναι και η ψυχή. Όταν ταπεινώνεται, τότε κάνει καρπό, και όσο κάνει καρπό, τόσο ταπεινώνεται. Όσο πιο πολύ πλησιάζουν οι άγιοι τον Θεό, τόσο βλέπουν τους εαυτούς τους αμαρτωλούς.
Θυμάμαι ότι κάποτε μιλούσαμε για την ταπείνωση, και κάποιος άρχοντας από τη Γάζα ακούγοντάς μας να λέμε αυτό, ότι δηλαδή όσο πλησιάζει κανείς τον Θεό, τόσο περισσότερο βλέπει τον εαυτό του αμαρτωλό, παραξενευόταν και έλεγε: «Πώς είναι δυνατόν αυτό;» Και δεν ήξερε και ήθελε να μάθει τον λόγο.
Του λέω: «Άρχοντά μου, πες μου, πώς θεωρείς τον εαυτό σου όταν βρίσκεσαι στην πόλη σου;»
Μου λέει: «Θεωρώ τον εαυτό μου σπουδαίο και πρώτο στην πόλη».
Του λέω: «Αν πας στην Καισάρεια, πώς θεωρείς τον εαυτό σου εκεί;»
Λέει: «Θεωρώ τον εαυτό μου κατώτερο από τους ντόπιους άρχοντες».
Του λέω: «Αν πας στην Αντιόχεια, πώς θεωρείς τον εαυτό σου;»
Μου λέει: « Θεωρώ τον εαυτό μου ως έναν χωριάτη».
Του λέω: «Αν πας στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στον βασιλιά, εκεί πώς θεωρείς τον εαυτό σου;»
Μου λέει εκείνος: «Τον θεωρώ ως ένα φτωχό».
Τότε του λέω: «Έτσι, λοιπόν, είναι οι άγιοι. Όσο πλησιάζουν τον Θεό, τόσο περισσότερο βλέπουν τον εαυτό τους αμαρτωλό. Γιατί ο Αβραάμ, όταν είδε τον Κύριο, ονόμασε τον εαυτό του χώμα και στάχτη (Γεν. 18:27). Ο Ησαΐας πάλι έλεγε: «Ω, εγώ είμαι ταλαίπωρος και ακάθαρτος» (Ησ. 6:5). Όμοια και ο Δανιήλ, όταν ήταν στον λάκκο με τα λιοντάρια και πήγε ο Αββακούμ φέρνοντας φαγητό και λέγοντάς του: «Δέξου το φαγητό που σου έστειλε ο Θεός», τι είπε ο Δανιήλ; «Με θυμήθηκε ο Θεός;» (Δαν. Βηλ και δράκων 36-38) Βλέπεις τι ταπείνωση είχε η καρδιά του, την ώρα που βρισκόταν στον λάκκο ανάμεσα στα λιοντάρια και αυτά δεν τον πείραξαν, και όχι μόνο μια φορά, αλλά και δεύτερη (Δαν. 6:16). Και μετά απ’ όλα αυτά απόρησε λέγοντας: «Με θυμήθηκε ο Θεός;»»
Βλέπετε την ταπείνωση των αγίων, ποια αισθήματα έχουν μέσα στις καρδιές τους; Αλλά και όταν στέλνονταν από τον Θεό για να βοηθήσουν τους ανθρώπους, δεν δέχονταν από ταπείνωση, αποφεύγοντας τη δόξα των ανθρώπων. Γιατί, όπως ακριβώς κάποιος που φοράει ολομέταξο ένδυμα, αν κάποιος του ρίξει ένα βρώμικο κουρέλι, φεύγει για να μη μολυνθεί το πολύτιμο ένδυμά του, έτσι είναι και οι άγιοι ντυμένοι με τις αρετές και αποφεύγουν τη δόξα των ανθρώπων, για να μην μολυνθούν απ’ αυτήν.
Εκείνοι όμως που επιδιώκουν τη δόξα είναι όμοιοι με κάποιον γυμνό που θέλει να βρει ένα μικρό κουρέλι ή οτιδήποτε άλλο, για να σκεπάσει την ασχημοσύνη του. Έτσι και αυτός που είναι γυμνός από αρετές επιδιώκει τη δόξα των ανθρώπων.
Όταν λοιπόν στέλνονταν οι άγιοι από τον Θεό, για να βοηθήσουν τους άλλους, δεν δέχονταν από ταπείνωση. Αλλ’ ο Μωϋσής έλεγε: «Σε παρακαλώ, διάλεξε άλλον που να μπορεί. Γιατί εγώ έχω αδύνατη φωνή και είμαι και βραδύγλωσσος» (Εξ. 4:10), ενώ ο Ιερεμίας έλεγε: «Είμαι πολύ νέος» (Ιερ. 1:6). Και καθένας από τους αγίους απέκτησε αυτήν την ταπείνωση από την πιστή τήρηση, όπως είπαμε, των εντολών.
Κανείς δεν μπορεί με λόγια να εκφράσει πώς είναι αυτή η ταπείνωση ή πώς δημιουργείται στην ψυχή, αν ο άνθρωπος δεν τη μάθει από δική του πείρα, γιατί με λόγια κανείς δεν μπορεί να τη μάθει.
Κάποτε ο αββάς Ζωσιμάς μιλούσε για την ταπείνωση. Και κάποιος σοφιστής (ρητοροδιδάσκαλος) που βρέθηκε εκεί και άκουε όσα έλεγε, θέλοντας να μάθει την ακρίβεια των λόγων του, τον ρώτησε: «Πες μου, πως θεωρείς τον εαυτό σου αμαρτωλό; Δεν ξέρεις ότι είσαι άγιος, δεν ξέρεις ότι έχεις αρετές; Να, βλέπεις πώς τηρείς τις εντολές του Θεού, και πώς κάνοντας αυτά θεωρείς ότι είσαι αμαρτωλός;»
Ο Γέροντας δεν έβρισκε τρόπο να του απαντήσει, μόνο του έλεγε: «Δεν ξέρω πώς να στο πω, αλλά έτσι αισθάνομαι». Ο σοφιστής λοιπόν επέμενε θέλοντας να μάθει πώς συμβαίνει αυτό. Ο Γέροντας, μη βρίσκοντας πώς να εξηγήσει αυτό το πράγμα, άρχισε να λέει με την αγία του απλότητα: «Μη με παρεξηγήσεις, αληθινά έτσι αισθάνομαι».
Μόλις λοιπόν είδα τον Γέροντα να μην ξέρει τι ν’ απαντήσει, του λέω: «Μήπως άραγε αυτό είναι όπως η σοφιστική και η ιατρική; Όταν κάποιος τη μαθαίνει καλά και την εξασκεί, σιγά σιγά με την πράξη γίνεται μια συνήθεια για τον γιατρό ή τον σοφιστή. Και δεν μπορεί να πει ούτε ξέρει να εκφράσει με λόγια πώς δημιουργήθηκε μέσα του αυτή η ικανότητα. Λίγο λίγο, όπως είπα, χωρίς να το καταλάβουν, η ψυχή απέκτησε αυτή την ικανότητα από την πράξη. Έτσι μπορούμε να δούμε και στην ταπείνωση, ότι από την τήρηση των εντολών δημιουργείται μια παγιωμένη ταπεινή κατάσταση που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια».
Μόλις λοιπόν το άκουσε ο αββάς Ζωσιμάς χάρηκε και αμέσως με αγκάλιασε και μου λέει: «Το βρήκες, έτσι είναι όπως το είπες». Και ο σοφιστής άκουσε και ικανοποιήθηκε και δέχτηκε και αυτός την εξήγηση.
Γιατί οι παλιοί Γέροντες είπαν μερικά πράγματα για να καταλάβουμε αυτή την ταπείνωση, αλλά την ίδια την κατάσταση που δημιουργείται μέσα στην ψυχή από την ταπείνωση, κανείς δεν μπόρεσε να την περιγράψει.
Όταν ο αββάς Αγάθων επρόκειτο να πεθάνει και του είπαν οι αδελφοί: «Και συ φοβάσαι, πάτερ;», απάντησε: «Σ’ όλη μου τη ζωή έκανα ό,τι μπορούσα για να τηρήσω τις εντολές, αλλά είμαι άνθρωπος. Πού ξέρω, αν το έργο μου άρεσε στον Θεό; Γιατί αλλιώς κρίνει ο Θεός και αλλιώς οι άνθρωποι».
Να λοιπόν, ο Γέροντας μάς άνοιξε τα μάτια να κατανοήσουμε την ταπείνωση και μας έδωσε δρόμο για να την αποκτήσουμε. Ποια όμως είναι η φύση της ή με ποιον τρόπο δημιουργείται μέσα στην ψυχή, όπως πολλές φορές είπα, κανείς δεν μπόρεσε να το πει, ούτε μπόρεσε να το κατανοήσει με τη λογική, αν η ψυχή δεν αξιωθεί να τη μάθει στην πράξη.
Ποιο είναι εκείνο που προκαλεί την ταπείνωση; Μας το είπαν οι Πατέρες. Γιατί λέει στο Γεροντικό ότι ρώτησε ένας αδελφός κάποιον Γέροντα λέγοντας: «Τι είναι η ταπείνωση;» και ο Γέροντας είπε: «Η ταπείνωση είναι μεγάλο και θεϊκό έργο. Ο δρόμος όμως της ταπείνωσης είναι οι σωματικοί κόποι που γίνονται με επίγνωση και το να θεωρείς τον εαυτό σου κάτω απ’ όλη την κτίση και το να προσεύχεσαι στον Θεό αδιάλειπτα».
Αυτός είναι ο δρόμος της ταπείνωσης. Η ίδια όμως η ταπείνωση είναι θεϊκή και ακατάληπτη.
Γιατί όμως λέει ότι οι σωματικοί κόποι φέρνουν την ψυχή στην ταπείνωση;Για ποιο λόγο οι σωματικοί κόποι είναι αρετή της ψυχής; Γιατί το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του κάτω απ’ όλη την κτίση, όπως είπαμε και παραπάνω, πολεμάει την πρώτη υπερηφάνεια. Γιατί, πώς μπορεί να θεωρεί κανείς τον εαυτό του ανώτερο από τον αδελφό του ή να υπερηφανευτεί για κάτι ή να κατακρίνει ή να εξουθενώσει κάποιον, όταν θεωρεί τον εαυτό του κάτω απ’ όλη την κτίση;
Παρόμοια είναι φανερό ότι η αδιάλειπτη προσευχή καταπολεμάει τη δεύτερη υπερηφάνεια. Γιατί είναι φανερό ότι ο ταπεινός, ο ευλαβής, επειδή γνωρίζει ότι κανένα καλό δεν μπορεί να κατορθώσει η ψυχή χωρίς τη βοήθεια και τη σκέπη του Θεού, δεν παύει να προσεύχεται αδιάλειπτα στον Θεό, για να τον ελεήσει.
Και αυτός που προσεύχεται αδιάλειπτα στον Θεό, αν αξιωθεί να κατορθώσει κάτι, γνωρίζει με τη δύναμη ποιου το κατόρθωσε, και δεν μπορεί να υπερηφανευτεί ούτε να το αποδώσει στη δική του δύναμη, αλλά κάθε κατόρθωμα το αποδίδει στον Θεό και αυτόν πάντοτε ευχαριστεί και αυτόν πάντοτε παρακαλεί, τρέμοντας μήπως χάσει μια τέτοια βοήθεια και φανερωθεί όλη η ανημποριά και η αδυναμία του. Και έτσι με την ταπείνωση προσεύχεται και με την προσευχή ταπεινώνεται, και όσο συνεχώς κατορθώνει, συνεχώς ταπεινώνεται, και όσο ταπεινώνεται, βοηθιέται και προκόβει με την ταπεινοφροσύνη.
Γιατί λοιπόν λέει ότι και οι σωματικοί κόποι φέρνουν την ταπεινοφροσύνη; Τι σχέση έχει ο σωματικός κόπος με τη διάθεση της ψυχής; Σας εξηγώ.
Η ψυχή, όταν ξέπεσε από την τήρηση της εντολής του Θεού στην παράβαση, παραδόθηκε η άθλια, όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος, στη φιληδονία και στην αυτονομία που οδηγεί στην πλάνη και αγάπησε τα σωματικά και κατά κάποιον τρόπο ταυτίστηκε με το σώμα και έγινε όλη σάρκα, όπως λέει η αγία Γραφή: «Δεν θα παραμείνει το πνεύμα μου σ’ αυτούς τους ανθρώπους, επειδή είναι σάρκες» (Γεν. 6:3). Από τότε λοιπόν η ταλαίπωρη ψυχή συμπάσχει με το σώμα και συμφωνεί μ’ όσα αυτό διαπράττει. Γι’ αυτό ο Γέροντας είπε ότι και ο σωματικός κόπος οδηγεί στην ταπείνωση.
Γιατί διαφορετική κατάσταση έχει η ψυχή του υγιούς και διαφορετική του αρρώστου, διαφορετική του πεινασμένου και διαφορετική του χορτασμένου. Παρόμοια πάλι, άλλη κατάσταση έχει η ψυχή αυτού που ιππεύει και άλλη αυτού που κάθεται σε γαϊδουράκι, άλλη αυτού που κάθεται σε θρόνο και άλλη αυτού που κάθεται κατάχαμα, άλλη αυτού που φοράει ωραία ρούχα και άλλη αυτού που φοράει κουρέλια.
Ο κόπος λοιπόν ταπεινώνει το σώμα, και όταν ταπεινώνεται το σώμα, ταπεινώνεται μαζί του και η ψυχή. Ώστε καλά είπε ότι και ο σωματικός κόπος οδηγεί στην ταπείνωση.
Γι’ αυτό, όταν ο Ευάγριος πολεμήθηκε από τη βλασφημία επειδή είχε γνώση και γνώριζε ότι η βλασφημία προέρχεται από την υπερηφάνεια, και όταν ταπεινώνεται το σώμα, ταπεινώνεται μαζί του και η ψυχή, έκανε σαράντα μέρες να μπει σε σπίτι, ώστε το σώμα του, καθώς λέει ο συγγραφέας, γέμισε τσιμπούρια όπως τα άγρια ζώα. Ώστε ο κόπος δεν έγινε για τη βλασφημία αλλά για την ταπείνωση.
Σωστά λοιπόν είπε ο Γέροντας ότι και οι σωματικοί κόποι οδηγούν στην ταπείνωση.
Ο αγαθός Θεός να χαρίσει και σε μας την ταπείνωση, γιατί αυτή από μεγάλα κακά γλυτώνει τον άνθρωπο και τον σκεπάζει από μεγάλους πειρασμούς. Σ’ Αυτόν πρέπει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.

[Αββά Δωροθέου, Διδασκαλία Β΄. Περί ταπεινοφροσύνης (Migne PG 88, 1640-1652). Μετάφραση για την Κ.Ο.]

Πηγή: alopsis.gr

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΠΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ



ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ
 
ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΠΟΝΗΜΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "ΔΙΠΛΟΥΣ ΠΕΛΕΚΥΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ" (ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΕΔΩΚΑΙ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1581-1901. ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΩΣ ΟΙ ΛΕΓΟΜΕΝΟΙ "ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΕΣ" ΔΕΝ ΞΕΦΥΤΡΩΣΑΝ ΞΑΦΝΙΚΑ ΤΟ 1924 ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ ΚΑΙΝΟΦΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΑΥΘΑΙΡΕΤΕΣ ΔΟΞΑΣΙΕΣ, ΑΛΛΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΗΝ ΔΙΔΑΧΗ ΤΩΝ ΠΡΟ ΑΥΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ, ΑΝΤΙΤΑΣΣΟΜΕΝΟΙ ΕΥΘΑΡΣΩΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟ.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ - ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ: krufosxoleio@yahoo.gr