A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον  πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ




Δὲν εἶναι ἀναχρονιστικὴ ἡ συνάφεια. Παρόμοιο διαθρησκειακὸ καὶ διαχριστιανικὸ περιβάλλον. 



 Στὸ τελευταῖο μας ἄρθρο μὲ τίτλο ''Μακράν της Οδού των Αγίων Πατέρων η συνάντηση Βαρθολομαίου και πάπα'' εἴχαμε ἐξαγγείλει ὅτι θά συνεχίζαμε τὴν ἔκθεση τῶν ἔκτιμήσεών μας μὲ βάση τὴ διαχρονικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται μέσα στοὺς βίους τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ διδασκάλων. Ἐπειδή μάλιστα ὁ Ἁγιος Σπυρίδων, ὁ θαυματουργὸς πολιοῦχος τῆς Κέρκυρας, ἔδιωξε τὸν πάπα μέσα ἀπὸ τὸν ναό του μὲ ἕνα ἐντυπωσιακὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε, ἐνῶ οἱ σημερινοὶ προκαθήμενοι, τὸν εἰσάγουν στοὺς ὀρθόδοξους ναούς, τὸν ἀσπάζονται, τὸν θυμιάζουν καὶ τὸν πολυχρονίζουν, σχεδιάσαμε νὰ παρουσιάσουμε αὐτὸ τὸ θαῦμα, ὅπως τὸ διασώζει καὶ τὸ σχολιάζει ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, μεγάλος λόγιος καὶ διδάσκαλος τοῦ Γένους καὶ μέλος τῆς τριάδος τῶν Ἁγίων Κολλυβάδων τοῦ 18ου αἰῶνος.



του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Ζήση


Ὁ σχεδιασμὸς αὐτὸς καὶ ἡ προτεραιότητα παραμένει, μὲ μία μικρὴ χρονικὴ παρέκκλιση, λόγω τῆς ἑορτολογικῆς συγκυρίας. Ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, σὲ ναὸ τοῦ ὁποίου στὴ Θεσσαλονίκη ὑπηρετοῦμε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου ἤδη δεκατρία χρόνια, μᾶς ἔδωσε τὴν εὐκαιρία καὶ πάλι νὰ ἐντρυφήσουμε στὸ θαυμάσιο «βίο» του, πρότυπο ἀπὸ πλευρᾶς γραμματολογικῆς ὅλων τῶν μεταγενέστερων «βίων» Ἁγίων, τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ διατελέσας μαθητής του ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας καὶ στύλος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὄντως Μέγας Ἀθανάσιος. Τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ «Βίου» ἀναλίσκεται στὰ ἀσκητικὰ κατορθώματα τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, στοὺς ἀγῶνες του ἐναντίον τῶν δαιμόνων καὶ στὴ σχετικὴ διδασκαλία του, ὅπως καὶ στὸ μεγάλο ὄντως κατόρθωμά του νὰ γίνῃ ὁ «πολιστὴς τῆς ἐρήμου», νὰ γεμίσῃ τὴν ἔρημο μὲ μοναστήρια, θεμελιωτὴς ἔτσι καὶ ἀρχηγὸς γενόμενος τοῦ ἀναχωρητικοῦ βίου: «Ἔπεισε πολλοὺς αἱρήσασθαι τὸν μονήρη βίον, καὶ οὔτω λοιπὸν γέγονε καὶ ἐν τοῖς ὅρεσι μοναστήρια καὶ ἡ ἔρημος ἐπολίσθη ὑπὸ μοναχῶν ἐξελθόντων ἀπὸ τῶν ἰδίων καὶ ἀπογραψαμένων τὴν ἐν τοῖς οὐρανοῖς πολιτείαν». Τὴν μακροχρόνια ξενιτεία του ἀπὸ τὸν κόσμο διέκοψε δύο φορές, προκειμένου νὰ ἀγωνισθῇ καὶ νὰ συμβάλῃ στὴ διάσωση τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ὅπως τώρα, ἔτσι καὶ τότε, κινδύνευε ἀπὸ ἐξωτερικοὺς καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ ἐσωτερικοὺς εχθρούς. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν παρουσιάσθηκε συνδιαλεγόμενος καὶ συναλλασόμενος «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες, διεκδικώντας μέρος τῆς ἀλήθειας, ποὺ ὑπάρχει δῆθεν σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες, ὅπως βλάσφημα ἰσχυρίζονται σημερινοὶ δῆθεν χριστιανοὶ ἡγέτες τῶν διαθρησκειακῶν συναντήσεων τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀλλὰ ὡς μοναδικὴ ἀλήθεια, ἡ μοναδικὴ ὁδὸς σωτηρίας, ὡς τὸ ἀληθινὸ φῶς ποὺ ἀντικατέστησε ὄχι ἰσχνότερα φῶτα, ἀλλὰ τὸ σκότος τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πλάνης: «Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρα καὶ σκιὰ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Δὲν εἶπε ὁ Χριστὸς ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἕνας δρόμος, μία ἀλήθεια, ἕνα φῶς ἀνάμεσα σὲ ἄλλους δρόμους, σὲ ἄλλες ἀλήθειες, σὲ ἄλλα φῶτα, ἀλλὰ ἐγώ εἶμαι ἡ μοναδικὴ ἀλήθεια, ὁ μοναδικὸς δρόμος, τὸ μοναδικὸ φῶς: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ΄ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς». Αὐτὴν τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν ὁποία ὁρισμένοι χαρακτηρίζουν καὶ σήμερα ὡς ἀκραία καὶ φουνταμενταλιστική, συκοφαντοῦντες καὶ διώκοντες ὅσους μὲ συνέπεια καὶ πιστότητα τὴν προβάλουν ὡς κήρυγμα καὶ ὡς ζωή, ἐπλήρωσαν ἀκριβὰ οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, προτιμήσαντες νὰ βασανισθοῦν καὶ νὰ χύσουν τὸ αἷμα τους παρὰ νὰ συμβιβασθοῦν μὲ τὶς ἄλλες «ἀλήθειες», νὰ συνυπάρξουν στὸ πολυπολιτισμικὸ μοντέλο τῶν διαθρησκειακῶν σχέσεων καὶ συναντήσεων, ἀπὸ ἀγάπη δῆθεν γιὰ τοὺς ἄλλους. 2. Διδάσκαλοι ἀπραξίας καὶ ὑποκρισίας. Οἱ πολύξεροι καὶ οἱ ταπεινοί. Ὅταν λοιπόν, πρὸ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἐμαίνετο ὁ διωγμὸς στὴν Ἀλεξάνδρεια ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν ἐπὶ Μαξιμίνου τὸ 311, ὁ Μέγας Ἀντώνιος σὲ ἡλικία ἑξήντα ἐτῶν (γεννήθηκε τὸ 251) ἄφησε γιὰ λίγο τὴν ἔρημο, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχὴ καὶ ἦλθε στὴν Ἀλεξάνδρεια ἄφοβος καὶ ἀτρόμητος μὲ διάθεση καὶ πόθο νά μαρτυρήσει καὶ νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς ὁδηγουμένους στὸ μαρτύριο. Ἀψήφησε καὶ ἀγνόησε τίς ἀπαγορεύσεις τοῦ δικαστοῦ νὰ φύγουν οἱ μοναχοὶ ἀπὸ τὴν πόλη καὶ νὰ μὴ παρίστανται στὶς αἴθουσες τῶν δικαστηρίων. Ἐμφανίστηκε ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνα σὲ περίβλεπτη θέση στὸ δικαστήριο, ἀποδεικνύοντας τὴν προθυμία τῶν Χριστιανῶν νὰ ἀγωνισθοῦν γιὰ τὴν πίστη τους καὶ νὰ μαρτυρήσουν, «αὐτὸς ἀτρέμας εἱστήκει, δεικνὺς ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν τὴν προθυμίαν, ηὔχετο γὰρ καὶ αὐτὸς μαρτυρῆσαι, καθὰ προεῖπον». Τὸν φύλαξε βέβαια ὁ Θεὸς καὶ δὲν μαρτύρησε, γιὰ νὰ ὠφελήσῃ περισσότερο μὲ τὴν ζωή του, αὐτὸς ὅμως δὲν περιορίσθηκε στὸ κελλί του, στὴν ἔρημο, ἀλλὰ «ὑπηρέτει συνήθως τοῖς ὁμολογηταῖς, καὶ ὡς συνδεδεμένος αὐτοῖς ἦν κοπιῶν ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις». Ὅταν κινδυνεύῃ ἡ πίστις, ἡ Ὀρθοδοξία, πρώτη πνευματικὴ προτεραιότητα εἶναι ἡ ὑπεράσπισή της, ὁ ἀγώνας ἡ συμπαράσταση πρὸς ὅσους ἀγωνίζονται, ἡ μέχρι θανάτου καὶ αἵματος προθυμία. Ὅλα τὰ ἄλλα πνευματικὰ καθήκοντα ἔπονται. Ὅσοι πράττουν καὶ συμβουλεύουν τὰ ἀντίθετα, ἁπλῶς συγκαλύπτουν μὲ προφάσεις τὴν ἀπροθυμία καὶ δειλία τους, καὶ γίνονται διδάσκαλοι καὶ καθηγητὲς τῆς ἀπραξίας καὶ τῆς ὑποκρισίας. Δὲν πρόκειται βέβαια ἐδῶ νὰ παρουσιάσουμε πῶς ἀντιμετώπισε ὁ Μέγας Ἀντώνιος τοὺς μεγάλους καὶ σπουδαγμένους φιλολόγους καὶ φιλοσόφους τῆς εἰδωλολατρίας μὲ ἀκαθαίρετη ἐπιχειρηματολογία, ἀφήνοντάς τους, αὐτὸς ὁ ἀγράμματος, ἄναυδους καὶ ἐκστατικούς. Ἴσως αὐτὸ τὸ κάνουμε ἄλλη φορά, γιατὶ καὶ πάλι ἡ εἰδωλολατρία , παγανισμὸς ἐμφανίζεται δυναμικὰ μέ ἰσχυροὺς προστάτες. Δὲν τὰ ἤξερε ὁ Ἅγιος ὅλα, ὅπως ἐκεῖνοι, δὲν ἦταν πολύξερος κατὰ κόσμον, ἤξερε ὅμως ὅλα τὰ τῆς πίστεως, ἤξερε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καὶ ἐπιπλέον ἦταν θεοδίδακτος καὶ θεοφώτιστος. Ἡ πίστη δὲν εἶναι θέμα πολυγνωσίας καὶ μάθησης, ἀλλὰ ὑποταγῆς ταπεινῆς ὄχι στὴ γνώμη τῶν πολλῶν, ἀλλὰ στὴν ἀλήθεια, τὴν διαχρονικὴ καὶ αἰώνια τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν δὲν ἀπογυμνωθῇ κανεὶς ἀπὸ τὴν δοκησισοφία καὶ τὴν γνωσιολογική του καύχηση, γιὰ νὰ ἐνσωματωθῇ ταπεινὰ στὸν νοῦ τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Πατέρων, ποὺ ἀνοίγει τοὺς πνευματικοὺς ὁρίζοντες, τότε θὰ διαπορῇ καὶ θὰ διερωτᾶται γιὰ τὴ βεβαιότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν πολυγνωσία, ἀκόμη καὶ ἁπλῶν πιστῶν καὶ θὰ τοὺς κατηγορῇ ὡς πολύξερους καὶ ἐγωϊστές, χωρὶς ταπείνωση. Ταπείνωση ὅμως δὲν εἶναι νὰ δέχεσαι τὴν γνώμη τῶν πολλῶν, ἀλλὰ τὴν γνώμη τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων, γιατὶ πολλὲς φορὲς οἱ πολλοὶ συντάσσονται μὲ τὸ ψεῦδος καὶ δίνουν ἰσχὺ σ' αὐτὸ μὲ τὴν πλειοψηφία τους. Ἂν ἡ ἀποδοχὴ τῆς γνώμης τῶν πολλῶν, ὅταν διαφωνοῦν μὲ τὴν ἀλήθεια, ἀποτελοῦσε δεοντολογικὴ στάση, οὔτε τὸ Εὐαγγέλιο θὰ γίνονταν δεκτό, ὑποστηριζόμενο ἀπὸ ἐλάχιστους Ἀποστόλους, οὔτε ἡ Ἐκκλησία θὰ διεσώζετο μέσα στὴν πλημμυρίδα τῶν ἀπίστων καὶ αἱρετικῶν. 3. Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου ἔναντι τῶν αἱρετικῶν, πρότυπο μίμησης γιὰ ὅλους σήμερα. Αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦμε τώρα νὰ κάνουμε ἐδῶ εἶναι νὰ παρουσιάσουμε πῶς ἀντιμετώπισε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἡ ὁποία ἀπειλοῦσε ἐσωτερικὰ τὴν Ἐκκλησία, ἔχουσα τὴν ὑποστήριξη αὐτοκρατόρων, ἡγεμόνων, πατριαρχῶν καὶ ἐπισκόπων, ὅπως συμβαίνει καὶ σήμερα μὲ τὶς παναιρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ εἶναι πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνες, γιατὶ ἀναιροῦν τὸ σύνολο τῶν δογμάτων τῆς πίστεως καὶ μεταβάλουν τὴν θεϊκὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου σέ συνήθη ἀνθρώπινη διδασκαλία, ἀποσύρουν τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς Πατέρας, καὶ ἐγκαθιστοῦν τὸν ἀλάθητο πάπα τῆς Ρώμης καὶ τὴν πανσπερμία τῶν αἱρέσεων τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν δῆθεν Ἐκκλησιῶν. Ἡ παρουσίαση αὐτὴ εἶναι πολὺ διδακτικὴ καὶ γιὰ ὅσους καμώνονται πὼς δὲν βλέπουν τὸν κίνδυνο, γιὰ "σοβαροὺς" πνευματικοὺς ποὺ παρασύρουν ἢ φέρνουν σὲ πολὺ δύσκολη θέση τὰ πνευματικὰ τους παιδιά, ποὺ βλέπουν καλύτερα μὲ τὰ μάτια τῶν Ἁγίων καὶ ἀρχίζουν νὰ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὴν ἀξιοπιστία τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης. Καὶ ἀσφαλῶς οἱ Ἅγιοι εἶναι πιὸ ἀξιόπιστοι ἀπὸ τοὺς οποιουσδήποτε Γέροντες καὶ πνευματικούς, ὅταν δὲν ὁργίζονται γιὰ τὴν αἵρεση καὶ δὲν ἀγωνίζονται νὰ τὴν φανερώσουν καὶ νὰ τὴν ἀποδιώξουν. Ἄφησε λοιπὸν γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ Μέγας Ἀντώνιος τὴν ἔρημο καὶ κατέβηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια, τῆς ὁποίας ὁ ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος καὶ πατριάρχης, ὁ Μ. Ἀθανάσιος, βρισκόταν ὑπὸ συνεχὴ διωγμὸ καὶ διαδοχικὲς ἐξορίες καὶ τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο ὑπὸ τὴν διαποίμανση Ἀρειανῶν αἱρετικῶν, ὅπως τώρα ὑπὸ τὴν διαποίμανση οἰκουμενιστῶν ἢ φιλοοικουμενιστῶν πατριαρχῶν καὶ ἐπισκόπων. Ὁ Μ. Αντώνιος, ὅπως μᾶς παραδίδει ὁ «Βίος» του, καὶ στὰ θέματα τῆς πίστεως «πάνυ θαυμαστὸς ἦν καὶ εὐσεβής». Δὲν εἶχε καμμία κοινωνία μὲ τοὺς σχισματικοὺς Μελιτιανούς, γιατὶ γνώριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν πονηρία καὶ τὴν ἀποστασία τους. Ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς Μανιχαίους καὶ ἄλλους αἱρετικοὺς δὲν μίλησε ποτὲ φιλικά, παρὰ μόνο γιὰ νὰ τοὺς νουθετήσῃ καὶ νὰ τοὺς μεταβάλῃ σὲ εὐσεβεῖς καὶ ὀρθοδόξους. Πίστευε καὶ ἐδίδασκε ὅτι ἡ φιλία καὶ ἡ συναναστροφὴ μαζί τους εἶναι βλάβη καὶ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς. Ἐσιχαίνετο καὶ τὴν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν καὶ παρήγγελε σὲ ὅλους οὔτε νὰ τοὺς πλησιάζουν οὔτε νὰ δέχονται τὴν κακή τους πίστη. Ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκαν κάποτε κάτι φανατικοὶ Ἀρειανοί, ἀφοῦ συζήτησε μαζί τους καὶ κατάλαβε πὼς εἶναι ἀσεβεῖς, τοὺς ἔδιωξε ἀπὸ τὸ ὄρος ποὺ ἀσκήτευε, λέγοντας ὅτι τὰ λόγια τους εἶναι χειρότερα καὶ ἀπὸ τὸ δηλητήριο τῶν φιδιῶν. Τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποτελεῖ θὰ λέγαμε κανόνα, ὁ ὁποῖος ὁλοκάθαρα μᾶς παρουσιάζει, ἀψευδέστατα καὶ ἀπλανέστατα, πῶς πρέπει νὰ γίνονται οἱ διάλογοι μὲ τοὺς αἱρετικούς, καὶ πῶς πρέπει ἀνθρώπινα καὶ κοινωνικὰ νὰ ρυθμίζουμε τὴ σχέση μας μαζί τους, ἀλλὰ συγχρόνως δείχνει πὼς σήμερα γκρεμίζονται ὅλα τὰ ὅρια ποὺ ἔθεσαν οἱ Πατέρες ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστάς, οἱ ὁποῖοι ἀγκαλιάζουν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἀσπάζονται ὡς εὐσεβεῖς καὶ ὁμοπίστους καὶ οὔτε διανοοῦνται ὄχι νὰ τοὺς διώξουν καὶ νὰ τοὺς ἀπομακρύνουν, ἀλλὰ οὔτε νὰ τοὺς νουθετήσουν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία. Οἱ διάλογοι γίνονται ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἐξίσωση τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀλήθειας, τῆς αἱρέσεως καὶ τῆς πλάνης. Ὅταν διαλέγεσαι ἐπὶ «ἴσοις ὅροις», αὐτὸ σημαίνει ὅτι δίνεις τὶς ἴδιες πιθανότητες νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ ψεῦδος ἐπὶ τῆς ἀλήθειας, ὅτι ἀμφιβάλλεις γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ ψάχνεις νὰ τὴν βρῇς. Ὁ διάλογος ὅμως τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Πατέρων, εἶναι ὅπως ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν Σαμαρείτιδα, τῶν Ἀποστόλων πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἐθνικούς, τῶν Πατέρων πρὸς τοὺς αἱρετικούς, πρόσκληση καὶ νουθεσία νὰ ἐπανέλθουν στὴν ἀλήθεια, νὰ συναχθοῦν μέσα στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἕνωση καὶ εἰρήνη, τὰ ἄλλα εἶναι ψευδοενώσεις, ψευδοειρῆνες καὶ ψευδοδιάλογοι. Ἐπειδή, λοιπόν, τὸ κείμενο αὐτὸ ὑποδεικνύει τὸν δρόμο τῆς ἀληθινῆς ἑνώσεως ἀπὸ τὸ στόμα ἑνὸς μεγάλου Ἁγίου, καὶ πραγματοποιεῖ τὸ «ἵνα πάντες ἓν ὦσι», γιὰ τὸ ὁποῖο κόπτονται καὶ πολυπραγμονοῦν οἱ Οἰκουμενισταί, τὸ παραθέτουμε έπὶ λέξει: «Καὶ τὰ πίστει δὲ πάνυ θαυμαστὸς ἦν καὶ εὐσεβής. Οὔτε γὰρ Μελιτιανοῖς τοῖς σχισματικοῖς ποτε κεκοινώνηκεν, εἰδὼς αὐτῶν τὴν ἐξ ἀρχῆς πονηρίαν καὶ ἀποστασίαν, οὔτε Μανιχαῖοις ἢ ἄλλοις τισὶν αἱρετικοῖς ὠμίλησε φιλικά, ἢ μόνον ἄχρι νουθεσίας τῆς εἰς εὐσέβιαν μεταβολῆς, ἡγούμενος καὶ παραγγέλλων τὴν τούτων φιλίαν καὶ ὀμιλίαν βλάβην καὶ ἀπώλειαν εἶναι ψυχῆς. Οὔτω γοῦν καὶ τὴν τῶν Ἀρειανῶν αἵρεσιν ἐβδελύσσετο, παρήγγελέ τε πᾶσι μήτε ἐγγίζειν αὐτοῖς μήτε τὴν κακοπιστίαν αὐτῶν ἔχειν. Ἀπελθόντας γοῦν ποτέ τινας πρὸς αὐτὸν τῶν Ἀρειομανιτῶν, ἀνακρίνας καὶ μαθὼν ἀσεβοῦντας, ἐδίωξεν ἀπὸ τοῦ ὄρους λέγων ὄφεων ἰοῦ χείρονας εἶναι τοὺς λόγους αὐτῶν». 4. Φοβερὴ ἡ ὀπτασία τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου γιὰ τοὺς αἱρετικούς: Ἄλογα κτήνη γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Εἶναι ὄντως φοβερὸ τὸ ὅραμα ποὺ εἶδε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος σχετικὰ μὲ τὴν παρουσία αἱρετικῶν μέσα σὲ ὀρθόδοξους ναούς. Τὸ ὅραμα αὐτὸ αἰτιολογεῖ, ἐξηγεῖ παραστατικὰ γιὰ ποιὸ λόγο οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀπαγορεύουν μὲ συνοδικοὺς κανόνες τὴν εἴσοδο αἱρετικῶν σὲ καθαγιασμένους χώρους, τὴν συμμετοχὴ τους σὲ ἀκολουθίες καὶ λειτουργίες, τὶς συμπροσευχὲς καὶ τὰ συλλείτουργα. Οἱ αἱρετικοὶ μὴ δεχόμενοι τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων, ἐπηρεάζονται ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ τὸν πατέρα τους τὸν διάβολο, στὴν προβολὴ πλανεμένων ἀπόψεων. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ διδασκαλία τους «μᾶλλον ἄγονος καὶ ἄλογος καὶ διανοίας ἐστὶν οὐκ ὀρθῆς, ὡς ἡ τῶν ἡμιόνων ἀλογία». Συγκλονίσθηκε λοιπόν, καὶ ἐτρόμαξε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, ὅταν ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ δῇ στὸ ὅραμά του τοὺς Ἀρειανοὺς νὰ περικυκλώνουν τὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο ὡς ἡμίονοι (= μουλάρια), νὰ τὸ λακτίζουν καὶ νὰ τὸ μιαίνουν. Τόση ἦταν ἡ λύπη καὶ ἡ στεναχώρια του, ὥστε ἔβαλε τὰ κλάμματα, ὅπως πικράθηκαν καὶ ἔκλαυσαν πολλοὶ εὐσεβεῖς, ὅταν εἶδαν τὸν αἱρεσιάρχη πάπα νὰ εἰσάγεται μέσα στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, τὸν ὁποῖο μάλιστα Ἅγιο κατήργησε τὸ Βατικανό, καὶ νὰ τὸν μολύνῃ. Εἴμαστε βέβαιοι πὼς, ἂν διαβάσουν καὶ μάθουν αὐτὸ τὸ ὅραμα τοῦ Ἁγίου οἱ πατριάρχες,οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ οἱ ἐπίσκοποι, ἂν βέβαια ἐξακολουθοῦν ὡς Ὀρθόδοξοι νὰ σέβονται καὶ νὰ ἀκολουθοῦν τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, θὰ διακόψουν τὶς λειτουργικὲς ἀμοιβαῖες φιλοξενίες καὶ ἐπισκέψεις, τὶς ἑβδομάδες συμπροσευχῆς καὶ τὶς ἀποστολὲς ἀντιπροσωπειῶν στὶς θρονικὲς ἑορτές. Γιατὶ διαφορετικὰ θὰ συμπεριλαμβάνονται καὶ αὐτοὶ ὡς συνεργοὶ στὸ φρικτὸ ὅραμα τοῦ Μ. Ἀντωνίου. Κατὰ τὴν διήγηση τοῦ Μ. Ἀθανασίου στὸ «Βίο», ἐνῶ ἠσχολεῖτο μὲ τὸ ἐργόχειρό του καθιστὸς ὁ Μ. Ἀντώνιος, περιῆλθε σὲ ἕνα εἶδος ἐκστάσεως καὶ ἀναστέναζε πολὺ βλέποντας τὴν ὀπτασία. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα στράφηκε πρὸς τοὺς παρισταμένους μοναχούς, ἐξακολούθησε νὰ στενάζῃ καὶ νὰ τρέμῃ. Ἔπεσε στὰ γόνατα γιὰ νὰ προσευχηθῇ καὶ ἔμεινε γονατιστὸς ἐπὶ πολλὴ ὥρα. Ὅταν σηκώθηκε ἔκλαιγε ὁ Γέροντας. Ἐτρόμαξαν οἱ παριστάμενοι καὶ ἐφοβήθηκαν πολύ, γι' αὐτὸ τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς ἐξηγήσῃ. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐπίεσαν πολὺ καὶ τὸν ἐξεβίασαν ἀναστέναξε πάλι καὶ εἶπε: «Παιδιά μου εἶναι καλύτερα νὰ πεθάνω, πρὶν νὰ συμβοῦν ὅσα εἶδα στὴν ὀπτασία. Θὰ πέσῃ στὴν Ἐκκλησία ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ παραδοθῇ σὲ ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἄλογα κτήνη. Εἶδα τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ, στὸ Κυριακὸ τῆς σκήτης νὰ περικυκλώνεται σ' ὅλες τὶς πλευρὲς ἀπὸ μουλάρια, τὰ ὁποῖα κλωτσοῦσαν καὶ χοροπηδοῦσαν, ὅπως συνηθίζουν νὰ κάνουν αὐτὰ τὰ ἄλογα κτήνη. Εἴδατε καὶ ἀντιληφθήκατε πῶς ἐστέναζα προηγουμένως; Τὸ ἔκανα γιατὶ ἄκουσα φωνὴ ποὺ ἔλεγε: «Θὰ μιανθῇ τὸ θυσιαστήριό μου». Αὐτὰ εἶδε ὁ Γέροντας. Καὶ μετὰ ἀπὸ δύο ἀκριβῶς ἔτη ἔγινε ἐπίθεση τῶν Ἀρειανῶν καὶ ἡ ἁρπαγὴ τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἅρπαξαν τὰ ἱερὰ σκεύη μὲ τὴ βία, τὰ ἔδωσαν σὲ εἰδωλολάτρες νὰ τὰ κρατοῦν, τοὺς ἐξανάγκασαν νὰ μετέχουν στὶς συνάξεις τους καὶ παρόντων αὐτῶν ἔκαναν στὴν Ἁγία Τράπεζα ὅ,τι ἤθελαν. Τότε καταλάβαμε ὅλοι μας, λέγει ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὅτι τὰ λακτίσματα ἐκεῖνα τῶν ἡμιόνων προεμήνυαν στὸν Ἀντώνιο ὅσα πράττουν τώρα οἱ Ἀρειανοὶ ὡς κτήνη. Μετὰ τὴν ὀπτασία ἔνιωσε τὴν ἀνάγκη ὁ Γέροντας νὰ ἐνθαρρύνῃ καὶ νὰ παρηγορήσῃ τοὺς γύρω του λέγοντας: «Μὴ λυπᾶσθε, παιδιά μου, γιατὶ ὅπως ὀργίσθηκε ὁ Κύριος, ἔτσι πάλι καὶ θὰ θεραπεύσῃ τὸ κακό. Σύντομα ἡ Ἐκκλησία θὰ ἐπαναποκτήσῃ τὴν ὀμορφιά της καὶ θὰ λάμψῃ. Θὰ δεῖτε αὐτοὺς ποὺ ἐξορίστηκαν νὰ ἐπιστρέφουν, τὴν ἀσέβεια νὰ ὑποχωρῇ καὶ νὰ κρύβεται, καὶ τὴν εὐσεβὴ πίστη νὰ ἐμφανίζεται καὶ νὰ κυριαρχῇ παντοῦ, ἀρκεῖ σεῖς νὰ μὴν μιανθῆτε ἀπὸ τὴν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν, γιατὶ δὲν εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν Ἀποστὸλων, ἀλλὰ τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ πατρὸς αὐτῶν τοῦ διαβόλου, ἄλογη καὶ ἄκαρπη, σὰν τὴν ἀλογία τῶν ἡμιόνων». 


Ἐπίλογος 


Ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἔχει καταλάβει τὴν Ἐκκλησία ἐδῶ καὶ πολλὲς δεκαετίες. Ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Οἰκουμενισμὸς θριαμβεύουν. Τότε ὁ Μ. Ἀθανάσιος καὶ οἱ ἄλλοι Πατέρες κατενόησαν τὸν κίνδυνο, ποὺ περιέγραφε τὸ ὅραμα τοῦ Μ. Ἀντωνίου. Τώρα βλέπουμε νὰ μολύνονται οἱ ναοὶ καὶ τὰ θυσιαστήρια ἀπὸ συμπροσευχὲς καὶ συλλείτουργα μὲ τοὺς «ἀλόγους» αἱρετικοὺς καὶ ἐνισχύουμε τὴν μόλυνση καὶ τὴν ἐπαινοῦμε, συλλακτίζοντες κι ἐμεῖς μέσα εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ἂν παρακολουθήσῃ κανεὶς οἰκουμενίστικα συλλείτουργα καὶ συμπροσευχές, σὰν αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὴν Καμπέρα, στὴν Ζ' Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου τῶν δῆθεν Ἐκκλησιῶν, καὶ σὰν αὐτὰ ποὺ γίνονται συχνὰ μὲ τὴ συμμετοχὴ ἱερέων ὁμοφυλοφίλων ποὺ τολμοῦν καὶ κρατοῦν τὸ Ἅγιο Δισκοπότηρο καὶ γυναικῶν ἐπισκόπων καὶ ιερειῶν, ἡ εἰκόνα ὑπερβαίνει καὶ τὸ ὅραμα τοῦ Μ. Ἀντωνίου.



Μόνη ἐλπίδα γιὰ νὰ ἐπανεύρῃ ἡ Ἐκκλησία τὴν ὁμορφιά της εἶναι ἡ σύσταση καὶ συμβουλὴ τοῦ Μ. Ἀντωνίου: «Μόνον μὴ μιάνετε ἑαυτοὺς μετὰ τῶν Ἀρειανῶν». Μόνο νὰ μὴ μιανθοῦμε ἀπὸ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Παπισμὸ καὶ Οἰκουμενισμό, μὲ τοὺς φιλοπαπικοὺς καὶ οἰκουμενιστὰς Ὀρθοδόξους. Ἐπειδὴ μέχρι τώρα δὲν τὸ ἐπράξαμε δυναμικὰ καὶ ἀποφασιστικά, γι' αὐτὸ παρατείνει ὁ Θεὸς ἐπὶ ἔτη τὴν ὀργή του, τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ὀρθοδόξων στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μέχρι πότε ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ θὰ ἐπιτρέπουμε τὰ ἄλογα κτήνη, τοὺς αἱρετικούς, νὰ λακτίζουν καὶ νὰ μιαίνουν τὰ Ἱερὰ καὶ τὰ Ἅγια τῆς Ὀρθοδοξίας; Ὅσο ἀπρακτοῦμε καὶ βρίσκουμε διάφορες προφάσεις πνευματικοφανεῖς, τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως θὰ ἵσταται ἐν τόπῳ ἁγίῳ.



Περιοδικὸ "Θεοδρομία". Ἔτος Θ, Τεῦχος 1. Ἰανουάριος - Μάρτιος 2007. Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. Πρωτότυπος τίτλος: ''Ο Μέγας Αντώνιος και ο σύγχρονος Οικουμενισμός''.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΕ ΕΧΕΙ ΣΤΕΙΛΕΙ ΝΑ ΜΕ ΔΙΔΑΞΕΙΣ (Μέγας Ἀντώνιος)




Χρόνια κράτησε ὁ διωγμός τῶν χριστιανῶν. Ποτάμια χύθηκε τό τίμιο αἷμα τῶν Μαρτύρων. Κι ἦρθε κάποια στιγμή πού ἡ εἰδωλολατρική μανία τοῦ αὐτοκράτορα κορέστηκε, ἀφοῦ εἶχε πιά τελειωθεῖ μαρτυρικά καί ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπός της Ἀλεξάνδρειας, ὁ Πέτρος.

— Δέν μέ ἔκρινε ἄξιο ὁ Κύριος νά μαρτυρήσω γιά τήν πίστη, δίπλα στούς ἀδελφούς μου, σκεπτόταν ὁ Ἀντώνιος. Θά πορευτῶ λοιπόν στή βαθιά ἔρημο γιά νά δώσω τήν τελική μάχη μέ τόν πονηρό μονολόγησε ἀποφασιστικά καί κάτι σάν κρυμμένη ὑπερηφάνεια πῆγε νά σκιάσει τῆς ἀπόφασης τοῦ τούτης τή χάρη. Σάν νά ’νιωσε κείνη τήν ὥρα ὁ ἀσκητής πώς ξεχωρίζει ὁ ἐρημίτης ἀπό τούς πολλούς σάν νά ἦταν ἡ παλαίστρα τῆς ἐρήμου ἀνώτερη μορφή χριστιανικῆς ζωῆς.
Τόν πείραξε τοῦτος ὁ λογισμός, σάν ἀγκαθιῶν κάρφωμα βαθύ κι ὅρμησε τούτη ἡ σκέψη νά τοῦ πνίξει ὅλα τά λουλούδια πού ἡ μαρτυρική του προαίρεση εἶχε συλλέξει ὅλα τά χρόνια τοῦ διωγμοῦ. Ἔμπειρος ὅμως πιά ἀγωνιστής γρήγορα κατανόησε πώς εἶχε πάλι νά κάνει μέ παγίδα τοῦ ἀντίδικου. Γι’ αὐτό ἔπεσε σέ βαθιά προσευχή.
— Κύριε, φανέρωσέ μου, ἄν μέσα στήν πόλη μέ τούς θορύβους της μπορεῖ νά φτάσει ὁ πιστός τά μέτρα τά πνευματικά πού κατακτάει στή βαθιά ἔρημο ὁ ἀσκητής…
Δέν εἶχε ἀκόμα ἀποτελειώσει τοῦτο τό αἴτημα στόν Πανάγαθο καί φωνή ἀκούστηκε νά τοῦ λέει:
— Τό Εὐαγγέλιο εἶναι ἕνα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, Ἀντώνιε. Κι ἄν θέλεις νά βεβαιωθεῖς, πώς ἄν κανείς κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ σῴζεται καί ἁγιάζεται ὅπου καί νά ’ναι, πέρασε, καθώς φεύγεις ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια, ἀπό τό μαγαζάκι τοῦ μπαλωματῆ, πού εἶναι ἄσημο καί φτωχικό. Εἶναι ἐκεῖ κάτω στό τελευταῖο τῆς πόλης παραδρόμι.
— Στό μαγαζάκι τοῦ μπαλωματῆ, Κύριε; Καί ποιός μπορεῖ ἐκεῖ νά μέ βοηθήσει, νά ρίξει φῶς στό λογισμό; ἀπάντησε ἀπορημένος ὁ Ἀντώνιος.
— Θά σοῦ ἐξηγήσει ὁ μπαλωματής, ξανάκουσε τήν ἴδια φωνή.
— Ὁ μπαλωματής; Τί ξέρει αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἀπό ἀγῶνες καί πειρασμούς; Τί γνώρισε ὁ πτωχός βιοπαλαιστής, ἀπό τῆς πίστης τίς κορυφές κι ἀπ τήν ἀλήθεια; ἀναρωτήθηκε.
Ἀντίρρηση ὅμως δέν μπόρεσε νά ὀρθώσει στή θεία ὑπόδειξη. Γι’ αὐτό μόλις ξημέρωσε πῆρε τό δρόμο πού ἔβγαζε ἀπό τήν πόλη. Ὅπως τοῦ εἶχε ὑποδείξει ὁ Θεός, στάθηκε, καθώς συνάντησε τό τελευταῖο παραδρόμι, καί βρῆκε τό μαγαζάκι τοῦ μπαλωματῆ.
Χαρούμενα καί σεβαστικά ὁ ἁπλός ἄνθρωπος τόν ὑποδέχτηκε καί τόν ρώτησε:
— Σέ τί μπορῶ νά σοῦ φανῶ χρήσιμος, Ἀββᾶ; Ἀγράμματος κι ἄξεστος χωρικός εἶμαι, μά γιά τόν ξένο, ὅποιος καί ’ναι, ὁ ντόπιος χρήσιμος πάντα θά βρεθῆ.
— Ὁ Κύριος μέ ἔχει στείλει νά μέ διδάξεις, εἶπε ταπεινά ὁ Ἀσκητής.
Πετάχτηκε ἐπάνω ἀπορημένος ὁ φτωχός βιοπαλαιστής.
— Ἐγώ; Τί μπορῶ ἐγώ ὁ ἀγράμματος νά διδάξω τήν ἁγιοσύνη σου; Δέν ξέρω νά ’χω κάνει στή ζωή μου τίποτα τό καλό καί τό ἀξιόλογο, κάτι πού νά μπορεῖ νά σταθεῖ ἀψεγάδιαστο, μπροστά στά μάτια τοῦ Θεοῦ.
— Πές μου τί κάνεις, πῶς περνᾷς τήν ἡμέρα σου; Ξέρει ὁ Θεός, μέ ἄλλο μέτρο Ἐκεῖνος ζυγίζει καί κρίνει τά πράγματα, ἐπέμενε ὁ Ἀντώνιος.
— Ἐγώ, Ἀββᾶ, ποτέ δέν ἔκανα ποτέ τίποτα τό καλό, μονάχα πού ἀγωνίζομαι σύμφωνα μέ τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου. Κι ἀκόμα προσπαθῶ ποτέ νά μήν ξεχνῶ καί νά μήν παραβλέπω τίς ἐλλείψεις καί τήν πνευματική ἀκαρπία μου. Καθώς λοιπόν δουλεύω ὁλημερίς σκέπτομαι καί λέω στόν ἑαυτό μου: Ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ὅλοι θά σωθοῦν καί μόνο ἐσύ ἄκαρπος μένεις. Ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας σου, τό Ἅγιο Πρόσωπο Του ποτέ δέν θά ἀξιωθεῖς νά δεῖς.
— Σ’ εὐχαριστῶ Κύριε, εἶπε ὑψώνοντας τά δακρυσμένα μάτια του πρός τόν οὐρανό ὁ Ἀσκητής. Κι ἐνῷ ὁ μπαλωματής στεκόταν ἀπορημένος γιά τοῦτο τό φέρσιμο, ὁ Ἀσκητής τόν ἀγκαλίασε στοργικά καί τόν ἀποχαιρέτησε λέγοντας:
— Σ’ εὐχαριστῶ καί σένα, ἅγιε ἄνθρωπε. Σ’ εὐχαριστῶ, γιατί μέ δίδαξες πῶς τόσο εὔκολα, μονάχα μέ τόν ταπεινό λογισμό, μπορεῖ ὁ καθένας νά ζεῖ στή Χάρη τοῦ Παραδείσου.
Κι ἐνῷ ὁ φτωχός μπαλωματής συνέχιζε νά κοιτάζει ἀμήχανα, χωρίς τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά νά καταλαβαίνει, ὁ Ἀντώνιος πῆρε τό ραβδί κι ὠφελημένος τράβηξε τό μονοπάτι πού ὁδηγοῦσε στή βαθιά ἔρημο.
Βάδιζε μέ μόνη συντροφιά τοῦ ραβδιοῦ του τό χτύπημα. Βάδιζε κι ἡ προσευχή του καυτή σάν τῆς ἔρημης γῆς τή λάβα ὑψωνόταν ὁλόισια στόν οὐρανό.
Πορευόταν ὁλημερίς καί προσευχητικά ἀναλογιζόταν τό μάθημα πού εἶχε πάρει ἐκείνη τήν ἡμέρα ἀπό τό φτωχό μπαλωματή.
— Ἡ ταπεινοφροσύνη! Αὐτό λοιπόν εἶναι τό γρήγορο στρατί γιά τοῦ Παράδεισου τήν πόρτα, ἔλεγε μέ τό λογισμό. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ στολή πού ντύθηκε ὁ Θεός κι ἦρθε στή γῆ σάν ἄνθρωπος, μονολογοῦσε ὁ Ἀντώνιος κι ἀγωνιζόταν νά συλλάβει τό μεγαλεῖο τούτης τῆς ἅγιας ἀρετῆς.
Βάδιζε, προσευχόταν καί στό νοῦ του ἔφερνε ὅσα τόν εἶχε διδάξει ὁ Θεός, ὥσπου ἔξαφνα μπροστά του ἀντίκρισε ριγμένο καταγῆς πλῆθος ἀναρίθμητο ἀπό πρωτόγνωρες παγίδες. Παγίδες κάθε εἴδους, ἐπινοήσεις φοβερές, πανούργου νοῦ πρωτότυπα ἐφευρήματα.
— Θεέ μου, ἀναφώνησε κι ἔστρεψε τρομαγμένο τό βλέμμα καί τή ψυχή του στόν οὐρανό. Ποιός θά μποροῦσε, Κύριε, νά ξεφύγει ποτέ, ἀπό τέτοια ἐφευρήματα καί πανουργίες;
Ἡ ταπεινοφροσύνη, Ἀντώνιε. Αὐτή μπορεῖ μέ μιᾶς ὅλες αὐτές νά τίς διαλύσει, ἀκούστηκε πάλι ἡ γλυκιά, ἡ γνώριμη φωνή βαθιά μέσ’ τήν καρδιά του. Κι ἦταν αὐτή ἡ ἀπάντηση πού ἔχυσε μέσα του φῶς καί πού τοῦ ’δῶσε κουράγιο γιά τίς καινούργιες μάχες, πού ἔμελλε βαθιά στήν ἔρημο νά δώσει, μέ τοῦ ἀνθρώπου τόν προαιώνιο ἐχθρό.


Ἀπό τό βιβλίο

«Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ ἄγγελος τῆς ἐρήμου»
Ἐκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»
Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΝΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥΣ (Ἃγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας))


Πρώτα, λοιπόν, ας ξέρουμε, ότι οι δαίμονες, όχι γιατί λέγονται δαίμονες, έτσι κι' έγιναν. Διότι ο Θεός δεν έκαμε τίποτα κακό. Καλοί πλάσθηκαν κι' αυτοί. Επειδή όμως ξέπεσαν από το ουράνιο φρόνημα (από την αγαθή πνευματική προαίρεση) και του λοιπού κυλιούνται γύρω από τη γη (διαρκώς ασχολούνται περί τα γήινα), τους μεν Έλληνες εξαπάτησαν με τις (μυθολογικές) φαντασίες των, από φθόνο δε προς εμάς τους Χριστιανούς, κινούν τα πάντα εναντίον μας, θέλοντας να μας εμποδίσουν την άνοδό μας προς τους ουρανούς, για να μην ανεβούμε εμείς εκεί, απ' όπου έπεσαν αυτοί.

Γι' αυτό, είναι ανάγκη πολλής προσευχής και ασκήσεως, ώστε ο καθένας, λαβαίνοντας δια του Αγίου Πνεύματος χάρισμα διακρίσεως πνευμάτων, να μπορέσει να γνωρίσει τις πανουργίες τους. Ποιοι π.χ. είναι λιγότερο φαύλοι, ποιοι είναι φαυλότεροι, σε τι επιτηδεύεται με ιδιαίτερη φροντίδα κι επιμέλεια και πως ανατρέπεται και διώχνεται ο καθένας τους. Γιατί είναι πολλές οι πανουργίες τους και τα κινήματα της επιβουλής των εναντίον μας.
Ο μακάριος Παύλος κι' οι μαθητές του, τα είχαν μάθει τα τεχνάσματα αυτά και έλεγαν: «Διότι δεν αγνοούμε τα νοήματά του» (τις μηχανορραφίες του) Β` ΚΟΡ Β,11.
εμείς δε οφείλομε, βάσει της πείρας που έχομε απ' αυτά, να διορθώνομε ο ένας του άλλου τις ζημιές, που τυχόν έπαθε απ' αυτούς. Γι' αυτό, λοιπόν, κι' εγώ, μιας κι' έχω μερική πείρα από αυτά, θα σας τα ειπώ, γιατί είστε τέκνα μου πνευματικά.



ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΣ ΜΑΣ.

Λοιπόν, αν δουν οι δαίμονες και όλους τους άλλους, βέβαια, Χριστιανούς, μα περισσότερο τους μοναχούς, να δείχνουν φιλοπονία στην άσκηση και να-προκόβουν, πρώτα μεν επιτίθενται και πειράζουν, βάζοντας αλλεπάλληλα εμπόδια στο δρόμο τους. Τέτοια διαβολικά σκάνδαλα είναι οι πονηρές σκέψεις — οι πονηροί διαλογισμοί. Αλλά δεν πρέπει εμείς να φοβόμαστε τις ύπουλες αυτές ενέργειές τους. Διότι, με προσευχές και νηστείες και με πίστη προς τον Κύριο, πέφτουν αμέσως μόνοι τους.
Αλλά και αφού πέσουν, δεν παύουν, αλλά και πάλιν έρχονται πανούργα και δόλια. Όταν δεν κατορθώσουν στα φανερά να εξαπατήσουν την καρδιά με βρώμικους, μα ηδονικούς λογισμούς, επιτίθενται πάλιν με άλλον τρόπο. Πλάθουν φαντάσματα και προσπαθούν να μας εκφοβίσουν, υποκρινόμενοι διάφορες μορφές και εμφανίσεις. Μιμούνται γυναίκες, θηρία, ερπετά, και πλήθος στρατιωτών ή αλλάζουν τα μεγέθη των πραγμάτων.
Αλλ' ούτε και τότε πρέπει να δειλιάζουμε με τα φαντάσματά τους αυτά. Γιατί δεν είναι τίποτε και γρήγορα εξαφανίζονται, εάν μάλιστα ο καθένας μας οχυρώνει τον εαυτό του με την πίστη και το σημείον του  Σταυρού.
Είναι και τολμηροί και πολύ αναιδείς, γιατί ακόμη κι' αν νικηθούν μ' αυτόν τον τρόπο και πάλιν επιτίθενται με άλλον τρόπο.
Προσποιούνται ότι μαντεύουν και προλέγουν τα μέλλοντα και παρουσιάζονται ψηλοί ως τη στέγη και με φαρδιές πλάτες, ώστε όσους δεν μπορέσουν ν' απατήσουν με τους λογισμούς, μήπως τους παρασύρουν με τέτοιες τρομερές φαντασίες. Εάν όμως βρουν την ψυχή ασφαλισμένη στην πίστη και την ελπίδα της διανοίας, προσκαλούν του λοιπού τους αρχηγούς των.



ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Έλεγε, πως πολλές φορές φαίνονται όπως φανέρωσε ο Κύριος τον διάβολο εις τον Ιώβ, λέγοντας του:
«Λάμπουν τα μάτια του ως είδος εωσφόρου — σαν ήλιος χαραυγής.
Από το στόμα του πηδούν λαμπάδες αναμμένες κι' εκσφενδονίζονται φωτιάς κομμάτια, απ' τα ρουθούνια του βγαίνει καπνός, όπως από καμίνι που σιγοκαίγεται με -πυρακτωμένα κάρβουνα.
Είναι η ψυχή του θράκα αναμμένη και φλόγα βγαίνει απ' το στόμα του» ΙΩΒ ΜΑ, 9-12.
Έτσι εμφανιζόμενος ο άρχοντας των δαιμόνων φοβερίζει, όπως προείπα, γιατί καυχιέται για μεγάλα πράγματα ο πανούργος, όπως τον απέδειξε ο Κύριος και πάλι στον Ιώβ, λέγοντας:
«Θωρεί το σίδερο για άχυρο και το χαλκό σαν σάπιο ξύλο και θεωρεί τη θάλασσα σαν φιαλίδιο του με αρωματάκι, πως έχει στην ιδιοκτησία του σαν λάφυρα τα Τάρταρα της Αβύσσου και την ίδια την Άβυσσο τη λογαριάζει για περίπατο του». ΙΩΒ ΜΑ, 18-24
Αλλά και μέσω του Προφήτου μας απεκάλυψε ο Κύριος τις πανουργίες του διαβόλου, λέγοντας πως: «Είπεν ο εχθρός: Αδιάκοπα θα το επιδιώξω και δεν μπορεί παρά να κυριέψω τον άνθρωπο» . ΕΞΟΔΟΣ ΙΕ, 9
Και με άλλον Προφήτη μας αποκαλύπτει πως μεγαλοκαυχιέται ο διάβολος, λέγοντας:
«θα καταλάβω με το χέρι μου την οικουμένη όλη, σαν μια φωλιά πουλιού και θα τη σηκώσω όπως παίρνω τα εγκαταλειμμένα αυγά» ΗΣ. 1,14.
Και γενικά, με τέτοια επιχειρήματα κομπάζουν και τέτοια υπόσχονται, για να απατήσουν τους θεοσεβείς. Αλλά εμείς και πάλιν οι πιστοί ούτε μ' αυτά πρέπει να φοβόμαστε τις φαντασίες του διαβόλου και να προσέχουμε τις φωνές του, γιατί ψεύδεται και δεν λέει ολωσδιόλου τίποτε το αληθινό.
«Μη σε μέλει που, τέτοια λέγοντας, αποθρασύνεται τόσο, γιατί σύρεται σαν το θαλάσσιο κήτος (τον καρχαρία) με το αγκίστρι από τον Σωτήρα και του έχει βάλει γύρω στη μύτη χαλινάρια (γκέμια, καπίστρια), όπως στο κτήνος, είναι δεμένος απ' το ρουθούνι με κρίκους σαν τους δραπέτες κι' έχει στα χείλη περάσει δακτυλίδι (όπως στους ταύρους)».
Έχει δεθεί από τον Κύριο σαν (ασήμαντο) σπουργίτι, για να τον περιπαίζουμε εξευτελιστικά εμείς. Ακόμη, είναι ριγμένος κατά γης, κι' αυτός και όλα τα δαιμόνια της παρέας του, όπως τα φίδια κι' οι σκορπιοί, για να καταπατιούνται από μας τους χριστιανούς. ΛΟΥΚ, 1,19
Γνώρισμα της αδυναμίας του αυτής είναι ότι εμείς τώρα, πολιτευόμαστε εναντίον του. Γιατί αν και δηλώνει πως αφανίζει τη θάλασσα και κατέχει την οικουμένη, να τώρα, που δεν μπορεί να εμποδίσει την ασκητική ζωή σας, ούτε κι' έμενα, που σας μιλάω εναντίον του.
Ας μη προσέχομε λοιπόν σ' ότι λέει, γιατί ψεύδεται, μήτε και να δειλιάζουμε με τα φαντάσματά του, μιας κι είναι ψεύτικα κι' αυτά.
Γιατί δεν είναι φως αληθινό, αυτό που φαίνεται με τα τεχνάσματα αυτά, αλλά είναι μάλλον τα προοίμια και οι εικόνες του πυρός εκείνου, που Έχει προετοιμασθεί γι' αυτούς ( στη Δευτέρα Παρουσία). Ακόμη γιατί προσπαθούν να εκφοβίζουν τους ανθρώπους μ' αυτά, για τα οποία μέλλουν να κατακριθούν.
Έτσι φαίνονται και παρ' όλα αυτά εξαφανίζονται χωρίς να βλάψουνε κανέναν από τους πιστούς, παίρνοντας μάλιστα τη μορφή του πυρός που μέλλει να τους δεχτή. Ούτε γι' αυτά λοιπόν, είναι σωστό να τους φοβούμεθα, διότι όλα τους τα τεχνάσματα για τίποτα δεν λογαριάζονται, από τη χάρη του Χριστού.

ΔΟΛΙΕΣ ΑΠΟΜΙΜΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΛΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΤΟΥΣ

Είναι και δόλιοι και έτοιμοι να μεταβάλλονται και μετασχηματίζονται σε όλα. Πολλές φορές κάνουν πως ψάλλουν μουσικά, χωρίς να φαίνονται και χρησιμοποιούν λέξεις από τις Γραφές. Και μερικές φορές, όταν εμείς διαβάζουμε, ευθύς αυτοί επαναλαμβάνουν σαν ηχώ πολλές φορές τα ίδια που έχουν διαβαστεί. Και σαν κοιμόμαστε μας σηκώνουν για προσευχές. Κι' αυτό το κάνουν συνεχώς, ώστε σχεδόν δεν μας αφήνουν ούτε να κοιμηθούμε.
Κάποτε - κάποτε, όταν μεταμορφώνονται σε μοναχούς, προσποιούνται να μιλούν σαν ευλαβείς, για να μας πλανήσουν με το σχήμα μας κι' έπειτα να τραβήξουν όπου θέλουν αυτούς που εξαπάτησαν.
Αλλά δεν πρέπει να τους προσέχομε, έστω κι' αν μας ξυπνούν για προσευχή και αν μας συμβουλεύουν να μη τρώμε καθόλου ή αν προσποιούνται πως μας κατηγορούν και μας κοροϊδεύουν για κείνα που κάποτε μας έκαμαν συγκατάβαση.
Διότι δεν τα κάνουν αυτά από ευλάβεια ή για την αλήθεια, αλλά για να φέρουν σε απελπισία τους ακέραιους και να ειπούν πως είναι ανώφελη η ασκητική ζωή, να κάμουν τους ανθρώπους να τη σιχαθούν, διότι δήθεν η μοναχική ζωή είναι φορτική και βαρύτατη και να εμποδίσουν όσους πολιτεύονται εναντίον τους.



Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΙΜΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΔΑΙΜΟΝΑΣ

Ό Προφήτης Αββακούμ σταλμένος από τον Κύριο, κάτι τέτοιους δαίμονες ελεεινολογούσε, λέγοντας τα εξής: «Αλίμονο σ' εκείνον που ποτίζει τον πλησίον του με το ποτήρι της οργής του, που φέρνει θολερή καταστροφή». ΑΒΒΑΚΟΥΜ Β, 15.
Διότι τα τέτοια τεχνάσματα και ενθυμήματα μεταστρέφουν τον άνθρωπο που παίρνει το δρόμο για την αρετή.
Αλλά και ο ίδιος ο Κύριος και για τον εαυτό του, παρ' όλον ότι έλεγαν την αλήθεια οι δαίμονες (γιατί στ' αλήθεια το έλεγαν: Συ είσαι ο Υιός του Θεού), όμως τους φίμωνε και τους εμπόδιζε να το διαλαλούν, μήπως, καμιά φορά, μαζί με την αλήθεια, σπείρουν από πάνω και τη δική τους την κακία και για να μας συνηθίσει κι' εμάς, ποτέ να μην τους προσέχομε, έστω κι' αν φαίνονται πως λένε την αλήθεια.
Διότι, ενώ έχομε τις Άγιες Γραφές και την ελευθερία από τον Σωτήρα, είναι απρεπές να διδασκώμεθα από το διάβολο, ο οποίος δεν φύλαξε το δικό του αξίωμα, που του όρισε ο Θεός, αλλά θέλησε άλλα άντ' άλλων.
Δια τούτο κι' όταν ακόμη λέει λέξεις από τις Γραφές τον εμποδίζει (ο Θεός) λέγοντας: «Και στον αμαρτωλό είπε ο Θεός, διατί διηγείσαι εσύ τα δικαιώματά μου (τους νόμους μου) και πιάνεις τη διαθήκη μου με το στόμα σου;» ΨΑΛΜΟΙ ΜΘ16.
Όλα τα κάνουν τα δαιμόνια και φωνάζουν και θορυβούν και υποκρίνονται και ταράζουν το περιβάλλον για ν' απατήσουν τους ακέραιους (τους σταθερούς στην πίστη).
Ακόμη κάνουν και χτύπους και γελούν ανόητα και σφυρίζουν. Κι' αν δεν τους προσέχει κανείς, αρχίζουν να κλαίνε και θρηνούν γιατί νικήθηκαν.



ΝΑ ΚΩΦΕΥΟΜΕ ΣΤΙΣ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ

Ο Κύριος λοιπόν, ως Θεός φίμωσε τους δαίμονας κι' εμείς που μάθαμε πολλά από τους Αγίους, πρέπει να ενεργούμε σύμφωνα μ' εκείνους και να μιμούμεθα την ανδρεία τους. Διότι κι' εκείνοι, παρατηρώντας όλα αυτά, έλεγαν: «Ενώ συνάγεται ο αμαρτωλός εναντίον μου, κουφαίνομαι και ταπεινώνομαι και σιωπώ (από αγαθά ελατήρια και όχι από ανάγκη») ΨΑΛΜΟΣ ΜΗ 2-3.
Και πάλιν: «Εγώ δε, σαν τον κουφό, δεν άκουγα (τα λόγια τους) και σαν να ήμουν άλαλος, δεν έβγαζα μιλιά απ' το στόμα μου, κι' έκανα πως δεν ακούω και πως δεν προσέχω τους άδικους ελέγχους των» ΨΑΛΜΟΣ ΛΖ 14-15
Κι' εμείς λοιπόν, ας μην τους ακούμε, σαν ξένοι που μας είναι, μήτε να τους υπακούμε, έστω κι' αν μας ξεσηκώνουν για προσευχή ή αν φωνάζουν για νηστείες, αλλά να προσέχουμε στην πρόθεσή μας να ασκηθούμε μάλλον και να μην απατόμεθα απ' αυτούς, που όλα τα κάνουνε με δόλο.
Δεν πρέπει δε να τους φοβούμεθα, έστω κι' αν φαίνονται ότι μας επιτίθενται ή κι' αν μας απειλούν με θάνατο, διότι είναι ανίκανοι και δεν μπορούν τίποτα να κάμουν, παρά μόνο να φοβερίζουν.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΗΘΟΠΟΙΙΕΣ

Γι' αυτό που πρόκειται να σας ειπώ, σας έχω ήδη μιλήσει πρόχειρα. Αλλά και τώρα δεν θα βαρεθώ να σας μιλήσω εκτενέστερα για όσα αφορούν τους δαίμονας, γιατί η υπόμνησης αυτή θα σας εξασφαλίσει.
Όταν ο Κύριος ήλθε στη γη, ξέπεσε ο εχθρός και αδυνάτισαν οι δυνάμεις του. Γι' αυτό και δεν μπορεί να κάμει τίποτε. Σαν τύραννος όμως που είναι, δεν ησυχάζει, καίτοι έπεσε, αλλ' απειλεί έστω και με λόγια μόνον. Μαζί με τ' άλλα ας το σκέφτεται καθένας από σας κι' αυτό και θα μπορεί να καταφρονεί τα δαιμόνια.
Και αν μεν ήσαν ντυμένοι τέτοια σώματα, σαν τα δικά μας, θα μπορούσαν να λένε, ότι κρύβονται οι άνθρωποι και δεν τους βρίσκουμε, αλλ' άμα τους βρούμε τους βλάπτουμε, θα μπορούσαμε κι' εμείς να κρυβόμαστε, ώστε να μη μπορούν να μας βρουν, γιατί θα τους κλείναμε τις πόρτες. Όμως δεν είναι έτσι. Αλλά μπορούν να μπουν και με κλειστές τις πόρτες και βρίσκονται σ' όλον τον αέρα κι' αυτοί και ο πρώτος μεταξύ τους διάβολος.
Είναι και κακοθελητές και έτοιμοι να βλάπτουν και όπως Είπεν ο Σωτήρ: «Είναι εξ αρχής ανθρωποκτόνος ο πατήρ της κακίας διάβολος» ΙΩΑΝ Η, 44. Αλλά εμάς δεν μπόρεσε να μας φονέψη πνευματικά και ζούμε τώρα κατά τον τρόπο του Χριστού και πολιτευόμεθα όλο και περισσότερο εναντίον τους.
Είναι φανερό πως δεν περνάει τίποτα απ' το χέρι τους, μιας και ούτε ο τόπος τους εμποδίζει να μας επιβουλεύονται, ούτε μας βλέπουν σαν φίλους των για να μας λυπηθούν, ούτε φιλάγαθοι είναι για να μας διορθώσουν. Αλλά μάλλον είναι πονηροί και τίποτε δεν τους απασχολεί, παρά να βλάπτουν αυτούς που αγαπούν την αρετή και τους θεοσεβείς.
Επειδή όμως δεν έχουν τη δύναμη τίποτε να κάνουν, γι' αυτό και δεν το κάνουν, παρά μονάχα φοβερίζουν. Διότι, εάν μπορούσαν, δεν θ' αργοπορούσαν, αλλ' ευθύς θα ενεργούσαν το κακό, γιατί είναι έτοιμοι και προδιατεθειμένοι σ' αυτό και μάλιστα εναντίον μας.
Και να, αλήθεια, τώρα που συγκεντρωθήκαμε, μιλάμε εναντίον τους και ξέρουν καλά, ότι, εφ' όσον εμείς προκόβουμε, αυτοί αδυνατίζουν. Εάν λοιπόν, είχαν την εξουσία, κανέναν από μας τους Χριστιανούς δεν θ' άφηναν να ζει. «Διότι αυτό που σιχαίνεται ο αμαρτωλός είναι η θεοσέβεια» ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ, 25
Κι' επειδή δεν έχουν καμιά δύναμη, γι' αυτό μάλλον τους εαυτούς των πληγώνουν, γιατί δεν μπορούν να κάμουν τίποτε απ' όσα απειλούν.
Έπειτα, για να μην τους φοβόμαστε, πρέπει να σκεφτόμαστε και το εξής: Εάν είχαν τη δυνατότητα, δεν θα ερχόταν τόσοι πολλοί, σαν όχλος, ούτε θα έκαναν φαντάσματα, ούτε θα μηχανεύοντο πως να αλλάζουν διαρκώς μορφές και τρόπους εμφανίσεως, αλλά θ' αρκούσε να έρθει ένας και μόνον, για να μας κάνη αυτό που και μπορεί και θέλει. Πολύ περισσότερο, διότι όποιος έχει την εξουσία, δεν σκοτώνει με φαντάσματα, ούτε με το πλήθος του φοβερίζει, αλλ', ευθύς ως το θελήσει, κάνει κατάχρηση της εξουσίας του.
Αλλά οι δαίμονες, επειδή δεν μπορούν να κάμουν τίποτε, παίζουν σαν ηθοποιοί επί σκηνής, αλλάζουν τις μορφές των και φοβίζουν τα μικρά παιδιά με τη φαντασία του πλήθους των και με τις εναλλαγές μορφών, πράγματα δηλαδή, από τα οποία οφείλουμε περισσότερο να τους καταφρονούμε, σαν αδύνατους.
Ο αληθινός άγγελος, που στάλθηκε από τον Κύριο κατά των Ασσυρίων, δεν έλαβε ανάγκη να συνοδευθή από πλήθος, ούτε από εξωτερική (των ενδυμασιών και της μορφής) φαντασία, ούτε από κτύπους ή κρότους, αλλά έκαμε ήρεμα χρήσιν της εξουσίας του και σκότωσε αμέσως εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες. Δ. ΒΑΣΙΛΕΩΝ Ιθ, 35.
Αυτά κάνει ο άγγελος ο Ισχυρός. Αλλά οι αδύνατοι δαίμονες τίποτε δεν μπορούν να κάμουν, τέτοιοι που είναι, έστω κι αν προσπαθούν να εκφοβίσουν με τα φαντάσματά τους.



ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΙΩΒ ΚΑΙ Η ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Εάν σκεφθεί κανείς τα παθήματα του ΙΩΒ και ειπεί:
Γιατί λοιπόν όταν βγήκε ο διάβολος (από την παράστασή του ενώπιον του θεού), τα έκαμε όλα κατ` αυτού; και τον απογύμνωσε από τα υπάρχοντά του, σκότωσε τα τέκνα του κι εκείνον τον χτύπησε με πληγή φρικτή και οδυνηρή ;
Ας ξέρη πάλιν αυτός που ερωτά, ότι δεν ήταν ο διάβολος ο Ισχυρός, αλλά ο Θεός, που του παρέδωσε τον Ιώβ για δοκιμασία (της πίστεως και της υπομονής του). Και επειδή δεν μπορούσε να κάμει τίποτε, ζήτησε από το Θεό την άδεια και, μόλις την έλαβε, έκαμε ότι έκαμε εναντίον του Ιώβ.
Ώστε κι απ' αυτό βγαίνει περισσότερο επιβαρημένος ο εχθρός, διότι, καίτοι ήθελε, ούτε εναντίον και ενός μόνον δικαίου ανθρώπου μπόρεσε να κάνη τίποτα διότι, αν είχε δύναμη, δεν θα ζητούσε την άδεια επειδή τη ζήτησε, όχι μια, αλλά και για δεύτερη φορά, απ' αυτό φαίνεται ότι είναι ανίκανος και δε μπορεί να κάνη τίποτε.
Και το θαυμαστό βέβαια, δεν είναι ότι δεν μπόρεσε τίποτε εναντίον του Ιώβ, αλλά ότι ούτε κατά των κτηνών του θα γινόταν καταστροφή, εάν δεν το επέτρεπε ο Θεός, μα ούτε κατά των χοίρων έχει την εξουσία. Διότι, όπως γράφει το Ευαγγέλιο, «Παρακαλούσαν τον Κύριο, λέγοντας: Επίτρεψέ μας να απέλθομε στους χοίρους». ΜΑΤΘΑΙΟΣ Η, 31.
Εάν λοιπόν δεν έχουν εξουσία ούτε στους χοίρους, πολύ περισσότερο δεν έχουν εξουσία στους ανθρώπους, πούνε πλασμένοι κατ' εικόνα Θεού.



ΠΟΥ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ «ΤΟΥ ΠΑΤΕΙΝ ΕΠΑΝΩ ΟΦΕΩΝ ΚΑΙ ΣΚΟΡΠΙΩΝ»

Άρα, το Θεό μονάχα πρέπει να φοβούμεθα, κι' αυτούς να τους καταφρονούμε και να μην τους φοβόμαστε καθόλου. Αλλά, όσο περισσότερο πράττουν αυτοί αυτά, τόσο και περισσότερο να επαυξάνομε εμείς την άσκησή μας εναντίον τους.
Διότι μέγα όπλο κατ' αυτών είναι η ορθή (ακριβής και σωστή) ζωή και η πίστης προς τον Θεόν. Φοβούνται πράγματι τη νηστεία των ασκητών, την αγρυπνία, τις προσευχές, την πραότητα, τον ήσυχο χαρακτήρα, τον αφιλάργυρο, τον ακενόδοξο (την έλλειψη ψωρουπερηφάνειας), την ταπεινοφροσύνη, το φιλόπτωχον, τις ελεημοσύνες, το αόργητον και προ πάντων την ευσέβεια προς τον Χριστό.
Γι' αυτό βέβαια και τα κάνουν όλα, για να μην υπάρχουν ενάρετοι, που θα τους καταπατούν.. Διότι ξέρουν καλά τη χάρη που δόθηκε εναντίον τους από τον Σωτήρα στους πιστούς, όπως ο ίδιος το είπε: «Ιδού σας έχω δώσει την εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκορπιούς (να εξουδετερώνετε ανθρώπους δόλιους σαν φίδια και επικίνδυνους σαν τους σκορπιούς) και πάνω σ' όλη τη δύναμη του εχθρού». ΛΟΥΚΑ Ι, 19



ΠΩΣ ΠΡΟΛΕΓΟΥΝ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

Αν λοιπόν μερικές φορές υποκρίνονται ότι προλέγουν τα μέλλοντα, ας μην τους το παραδέχεται κανείς. Γιατί συχνά, από πολλές ημέρες πριν, λένε για τους αδελφούς που πρόκειται να μας συναντήσουν. Και έρχονται υστέρα εκείνοι. Αλλά το κάνουν αυτό, όχι από το ενδιαφέρον τους για όσους τους ακούνε, αλλά για να τους πείσουν να τους πιστεύουν έτσι (για προφήτες) και τότε να τους καταστρέψουν, μιας και τους κάμουν υποχείριους. Γι' αυτό, δεν πρέπει να τους δίνουμε προσοχή, αλλά κι' όταν κάτι προλέγουν, να μη τα παραδεχόμαστε, αφού δεν τάχομε ανάγκη.
Μιας κι' έχουν σώματα ελαφρότερα των ανθρώπων και βλέπουν αυτούς που ξεκίνησαν ναρθούν σε μας, γιατί να είναι θαυμαστόν, ότι τρέχουν, τους προλαβαίνουν στο δρόμο και μας ειδοποιούν; Έτσι μπορεί να προλέγει κι' ένας καβαλάρης, προσπερνώντας αυτούς που πάνε με τα πόδια. Ώστε, ούτε και γι' αυτό είναι ανάγκη να τους θαυμάζουμε. Διότι τίποτε από τα μη γενόμενα δεν προγνωρίζουν, αλλά μόνον ο Θεός τα ξέρει όλα προτού να γίνουν. ΔΑΝΙΗΛ ΣΩΣΑΝΝΑ, 42
Αυτοί προτρέχουν σαν κλέφτες και αναγγέλλουν όσα βλέπουν. Σε πόσους ν' ανακοινώνουν τώρα, ότι συγκεντρωθήκαμε και μιλάμε εναντίον τους, προτού να φύγει κάποιος από μας και πριν τ' ανακοινώσει κανείς άλλος! Αυτό όμως το κάνει κι' ένα παιδάκι - ταχυδρόμος, άμα προλάβει άλλον που τυχόν βραδυπορεί. Να τι θέλω να πω: Αν κανείς ξεκινήσει από τη Θηβαΐδα ή από καμιά άλλη χώρα, πριν μεν αρχίσει να βαδίζει, δεν γνωρίζουν οι δαίμονες αν θα περπατήσει• ευθύς ως τον δουν να προχωρεί, προτρέχουν και προτού να φθάσει αυτός, ειδοποιούν. Έτσι συμβαίνει, ώστε οι οδοιπόροι ναρθούν έπειτα από μέρες. Πολλές όμως φορές τυχαίνει να γυρίσουν πίσω οι ταξιδιώτες, οπότε διαψεύδονται.



ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΛΗΜΜΥΡΕΣ ΤΟΥ ΝΕΙΛΟΥ Κ.Λ.Π.

Έτσι φλυαρούν πότε -πότε και για το νερό του πόταμου (Νείλου). Γιατί, βλέποντας να πέφτουν πολλές βροχές στα μέρη της Αιθιοπίας και ξέροντας ότι από κείνες τις βροχές γίνεται η πλημμύρα του ποταμού, προτρέχουν και το λένε προτού να έλθει το νερό στην Αίγυπτο. Αυτό όμως και οι άνθρωποι θα μπορούσαν να το πουν, αν μπορούσαν να τρέξουν σαν εκείνους.
Και όπως ο σκοπός του Δαυίδ, ανεβαίνοντας σε ψηλό μέρος, έβλεπε κάποιον που ερχόταν πρωτύτερα από άλλον σκοπό, που ήταν χαμηλά στις υπώρειες του βουνού και προτρέχοντας, έλεγε πριν από άλλους σκοπούς, όχι όσα δεν έγιναν, Αλλά αυτά, που κείνη την ώρα είχανε μπει μπροστά και γίνονταν, έτσι κι' αυτοί (οι δαίμονες) προτιμούν να κουράζονται και ειδοποιούν άλλους (μοναχούς), μόνον για να τους απατούν. Αν όμως η Πρόνοια του Θεού αποφασίσει εν τω μεταξύ κάτι, για τα νερά ή για τους οδοιπόρους (διότι της είναι δυνατόν π. χ. να προλάβει κάθε πλημμύρα), τότε αποδείχνονται ψεύτες οι δαίμονες και θάχαν ξεγελαστή όσοι τους είχαν δώσει προσοχή.



ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΤΕΙΑ - ΟΙ ΠΡΟΓΝΩΣΕΙΣ

Έτσι είχαν συσταθεί τα μαντεία των Ελλήνων κι' έτσι πλανήθηκαν από τους δαίμονες στην αρχαιότητα. Αλλά έπαψε του λοιπού η πλάνη, ως εξής: Ήλθε ο Κύριος, ο οποίος, μαζί με την πανουργία τους, κατήργησε και τους δαίμονας.
Διότι τίποτε δεν γνωρίζουν μόνοι τους, αλλά, σαν κλέφτες, προβάλλουν όσα βλέπουν σε άλλους και μάλλον παρατηρούν και συμπεραίνουν, παρά προγνωρίζουν.
Συνεπώς, κι' αν κάποτε λένε κάτι αληθινό, ούτε τότε να τους θαυμάζει κανείς.
Διότι και οι γιατροί, από την πείρα που έχουν των νοσημάτων, όταν παρατηρήσουν και σε άλλους την ίδια αρρώστια, πολλάκις προλέγουν την εξέλιξή της, γιατί συνήθισαν τον εαυτό τους να στοχάζονται και να βγάζουν συμπεράσματα.
Και οι κυβερνήτες πλοίων και οι γεωργοί πάλιν, παρατηρώντας από συνήθεια την κατάσταση του αέρος, προλέγουν αν θα χειμωνιάση ή θα γίνει καλοκαιρία. Και δεν μπορεί να πει κανείς γι' αυτό, ότι προλέγουν από θεία έμπνευση, αλλά από την πείρα και τη συνήθεια.
Εάν κάποτε λοιπόν και οι δαίμονες στοχαζόμενοι λένε τα ίδια, ας μην τους θαυμάζει κανείς γι' αυτό, μήτε να τους δίνη προσοχή. Διότι, κατά τι είναι χρήσιμο σ' αυτούς που τους ακούνε, να μαθαίνουν απ' αυτούς μπροστά από λίγες μέρες, αυτά που πρόκειται να συμβούν; Η ποια επείγουσα ανάγκη υπάρχει, να γνωρίζει κανείς αυτά; Και είναι ζήτημα αν τα γνωρίζει αληθινά.
Διότι αυτό (η πρόγνωσης) δεν είναι από κείνα που κάνουν αρετή, ούτε πάντως είναι γνώρισμα αγαθού ήθους. Διότι κανείς μας δεν καλοτυχίζεται, πως έχει μάθει και γνώρισε κάτι, αλλά ο καθένας μας θα κριθή, αν τήρησε την πίστη και αν ειλικρινώς φύλαξε τας εντολάς.



ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΣΤΙΣ ΔΙΑΒΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΓΝΩΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟ ΧΑΡΙΣΜΑ

Ώστε, δεν πρέπει να δίδομαι μεγάλη σημασία σ' αυτά, ούτε να ασκητεύομε και να κοπιάζομε για να προγνωρίζωμε, αλλά πως να πολιτευόμεθα καλώς, για να αρέσομε στο Θεό. Και πρέπει να προσευχόμαστε, όχι για να προγνωρίζωμε, ούτε για να αποκτάμε αυτό ως αμοιβή της ασκήσεως, αλλά για να μας γίνει ο Κύριος συνεργός στη νίκη κατά του διαβόλου.
Αν δε καμιά φορά μας ενδιαφέρει και να προγνωρίζωμε κάτι, ας κρατάμε καθαρή τη διάνοιά μας. Γιατί εγώ πιστεύω, ότι η ψυχή, η οποία είναι καθαρή απ' όλες τις απόψεις και μένει φυσική, μπορεί να γίνει διορατική και να βλέπει περισσότερα και μακρύτερα από τους δαίμονες, γιατί θα έχει τον Κύριο, που θα της τα φανερώνει όλα. Τέτοια ήταν και η ψυχή του Προφήτη Ελισαίου, η οποία διέβλεπε όσα έπραξε και έπαθε ο Γιεζί, Δ, ΒΑΣΙΛΕΩΝ Ε, κι' έβλεπε τις δυνάμεις που της παραστεκόταν. Δ ΒΑΣΙΛ. ΣΤ, 17



ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΟΙ ΑΓΑΘΕΣ ΟΠΤΑΣΙΕΣ

Όταν λοιπόν έρχονται τη νύχτα προς εσάς και θέλουν να σας πουν τα μέλλοντα ή λέγουν: εμείς είμαστε άγγελοι, μην τους προσέχετε, γιατί ψεύδονται.
Και αν επαινούν την άσκησή σας και σας μακαρίζουν, μήτε να τους υπακούετε, μήτε να προσποιείσθε καν ότι τους ακούτε. Σφραγίζετε δε περισσότερο τους εαυτούς σας και τον οίκο σας (με το σημείον του Σταυρού) και προσεύχεσθε και θα τους δείτε να γίνονται άφαντοι. Διότι είναι πραγματικά δειλοί και πολύ Φοβούνται το σημείον του Κυριακού Σταυρού, επειδή βέβαια ο Σωτήρας μας, αφού τους απογύμνωσε με το Σταύρο του, τους εξέθεσε για παραδειγματισμό μας.
Κι' αν στήσουν αναιδέστερα αισχρό χορό παριστάνοντας διάφορες και ποικίλες χλευαστικές φαντασίες, μη φοβηθείτε, μήτε να ζαρώνετε, μήτε τα καλά τους να προσέχετε. Γιατί είναι εύκολο και μπορετό να διακρίνετε την παρουσία των αγαθών πνευμάτων και των φαύλων (αισχρών), επειδή ο Θεός μας δίνει αυτό το χάρισμα.
Διότι, η μεν οπτασία των Αγίων δεν είναι ταραγμένη, γιατί ούτε θα φιλονικήσει, ούτε θα καυγαδίσει, ούτε θ` ακούσει κανένας τη φωνή της. ΗΣΑΪΑΣ ΜΒ 1-2
Ήσυχα δε και με πραότητα γίνεται η παρουσία τους, ώστε ευθύς να γίνεται χαρά και αγαλλίασης και θάρρος μέσα στην ψυχή (που βλέπει την αγία οπτασία). Διότι είναι μαζί τους ο Κύριος, που είναι η δική μας χαρά και η δύναμης του Θεού Πατρός κι' οι λογισμοί που φέρνει η οπτασία αυτή στην ψυχή είναι ατάραχοι και ακύμαντοι, έτσι που όταν η ψυχή καταυγάζετε από την αγία οπτασία, να θεωρεί τους φαινομένους (αγίους ή αγγέλους).
Διότι, μαζί μ' αυτήν, μπαίνει στην ψυχή εκείνου που τη βλέπει, μία επιθυμία διακαής για τα Θεία και τα μέλλοντα αγαθά, να θέλει να προσκολληθεί κοντά τους κι αν ήταν δυνατόν, να έφευγε από τη γη μαζί τους.
Αν δε παρ όλα αυτά ως άνθρωποι, φοβηθούν ίσος μερικοί την οπτασία των καλών πνευμάτων, τον αφαιρούν το φόβο οι φαινόμενοι άγιοι με την αγάπη τους, όπως έκαμε ο Γαβριήλ στο Ζαχαρία, ΛΟΥΚΑ Α, 13 και ο άγγελος που φάνηκε στο θείο μνημείο στις γυναίκες , ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΗ, 5 καθώς και ο άγγελος στους ποιμένες, που έλεγε στο Ευαγγέλιο, «Μη φοβείσθε». ΛΟΥΚΑΣ Β, 10.
Διότι ο φόβος τους ήταν όχι από δειλία της ψυχής, αλλά από την επίγνωση της παρουσίας ανωτέρων πνευμάτων. Τέτοια λοιπόν, είναι η οπτασία των Αγίων.



ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΛΙΚΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ

Η επιδρομή και φαντασία των φαύλων πνευμάτων είναι τεταραγμένη, με χτύπο και ήχο και κραυγή, σαν φασαρία ανάγωγων νεαρών και ληστών. Απ' αυτά γίνεται ευθύς δειλία της ψυχής, τάραχος και αταξία λογισμών, κατήφεια (κατσούφιασμα), μίσος προς τους άλλους ασκητές, αμέλεια και αδράνεια για τα πνευματικά, λύπη, ανάμνησης των οικείων (ανθρώπων ή πραγμάτων) και φόβος του θανάτου. Επακολουθεί επιθυμία των κακών, αμέλεια προς την αρετή και ακαταστασία του ήθους.
Όταν λοιπόν φοβηθείτε άμα δείτε κανένα όραμα, εάν μεν ο φόβος χαθεί ευθύς αμέσως και άντ' αυτού γίνει χαρά ανεκλάλητη και ευθυμία, θάρρος και ανάκτησης δυνάμεως, αταραξία των λογισμών και τα αλλά που προείπα, καθώς και ανδρεία και αγάπη προς τον Θεό, τότε θαρρείτε και προσεύχεσθε. Γιατί η χαρά και η καλή κατάστασης αυτή της ψυχής, δείχνει του παρουσιαζομένου πνεύματος την αγιότητα. Έτσι ο Αβραάμ, μόλις είδε τον Κύριο ευφράνθη η καρδία του ΓΕΝ. ΙΗ, και ο Ιωάννης, όταν μίλησε η Θεοτόκος Μαρία, σκίρτησε από αγαλλίαση μέσα στην κοιλιά της μάνας του ΛΟΥΚΑ Α, 41, 44.
Εάν δε, όταν σας φανούν τίποτε οράματα, γίνει ταραχή και χτύπος εξωτερικός και φαντασία κοσμική, (αν παρουσιάζονται δηλαδή, ανθρώπινες απρεπείς πράξεις) και απειλή θανάτου και όσα είπα προηγουμένως, να γνωρίζετε ότι πρόκειται για επίθεση πονηρών πνευμάτων.



ΑΛΛΑ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΗΡΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ.

Και το εξής να έχετε για διακριτικό γνώρισμα: Όταν εξακολουθεί να φοβάται η ψυχή, πρόκειται για παρουσία των εχθρών. Διότι οι δαίμονες δεν αφαιρούν τη δειλία που συνοδεύει τέτοιες εμφανίσεις, όπως την αφήρεσε ο μέγας Αρχάγγελος Γαβριήλ από τη Μαρία και το Ζαχαρία και όπως ο άγγελος που φάνηκε στο μνημείο, στις γυναίκες. Αλλά σαν δουν τους ανθρώπους να φοβούνται, τότε μεγαλώνουν περισσότερο τις φοβερές φαντασίες, για να τους κατατρομάξουν ακόμα περισσότερο κι' αφού μπουν στο κελί τους, να τους περιπαίξουν σαρκαστικά, λέγοντας:
- Πέστε να μας προσκυνήσετε.
Τους Έλληνες λοιπόν, έτσι τους απάτησαν κι' έτσι έπλασαν αυτοί τους ψευδώνυμους Θεούς τους. Εμάς όμως δεν μας άφησε ο Κύριος να απατηθούμε από το διάβολο, γιατί, τον καιρό που του' κανε κι' αυτού τέτοιες Φαντασίες, τον επετίμησε και του είπε:
- Φύγε από μπροστά μου σατανά, διότι το λέει η Γραφή «Κύριον τον Θεόν σου να προσκύνησης και Αυτόν μονάχα να λατρέψεις» . ΜΑΤΘΑΙΟΣ Δ, 10
Όλο λοιπόν και περισσότερο ας καταφρονείται γι' αυτά ο πανούργος από μας. Γιατί αυτό που είπε ο Κύριος, για χάρη μας το έκαμε, ώστε όταν ακούν οι δαίμονες κι' από μας αυτά τα λόγια, ν' ανατρέπονται από τη δύναμη του Κυρίου, που με τα ίδια αυτά λόγια τους επετίμησε.



ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Δεν πρέπει όμως να καυχόμαστε, επειδή εκδιώκουμε δαίμονας, ούτε να υπερηφανευόμαστε για θεραπείες, Ούτε να θαυμάζουμε εκείνον μονάχα που εκβάλλει τα δαιμόνια και να εξευτελίζουμε εκείνον που δεν τα διώχνει.
Ας μαθαίνει κανείς καλά την άσκηση και κάθε μοναχού και ή να τον μιμείται και να δείξει ζήλο ή να διορθωθεί.
Διότι το να κάνομε «σημεία» δεν είναι δικό μας έργον, αλλ' είναι έργον του Σωτήρος, που έλεγε στους μαθητές Του: «Να μη χαίρετε γιατί τα δαιμόνια υποτάσσονται σε σας, αλλά διότι τα ονόματά σας είναι γραμμένα στους ουρανούς». ΛΟΥΚΑ Ι, 20
Διότι, το νάχουν γραφή τα ονόματα στον ουρανό, είναι τεκμήριο της δικής μας αρετής και δικού μας βίου (εννοείται του χριστιανικού)• το να εκβάλλει όμως κανείς δαιμόνια είναι του Σωτήρος χάρις, γιατί Αυτός την έχει δώσει.
Γι' αυτό, σ' εκείνους που καυχώνται όχι για την αρετή, αλλά για τα σημεία που κάνουν και λένε: «Κύριε, δεν διώξαμε δαιμόνια με το δικό Σου όνομα και με το δικό Σου όνομα δεν κάμαμε πολλά έργα δυνάμεως;» αποκρίθηκε: «Αληθινά σας το λέγω, δεν σας γνωρίζω». ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ζ, 22-23. Διότι ο Κύριος ούτε θέλει να γνωρίζει τας οδούς των ασεβών. ΡΩΜ. Α , 18.
Πρέπει λοιπόν κατά γενικό κανόνα, να προσευχώμεθα καθώς προείπα, για να λαμβάνουμε χάρισμα διακρίσεως πνευμάτων, ώστε να μη πιστεύουμε σε κάθε πνεύμα, καθώς λέει η Γραφή. Α ΙΩΑΝ Δ, 1



ΟΙ ΠΑΝΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Θα ήθελα τώρα να σιωπήσω και να μην ειπώ τίποτε δικό μου — από τον εαυτό μου — και να αρκεσθώ μόνον σ' αυτά. Για να μη νομίσετε όμως, ότι αυτά τα λέγω απλώς (θεωρητικά), αλλά για να πιστέψετε ότι αυτά που διηγούμαι είναι από πείρα δική μου και αληθινά, γι' αυτό και πάλιν θα σας πω όσα είδα να επιτηδεύονται οι δαίμονες, έστω κι' αν γίνω σαν ανόητος. Ξέρει όμως ο Κύριος που με ακούει, την καθαρή μου συνείδηση και ότι όχι για μένα, αλλά χάριν της αγάπης σας και για να σας παρακινήσω στην άσκηση της αρετής, τα λέγω όσα ξέρω.
• Πόσες φορές με μακάρισαν κι' εγώ τους καταράστηκα στο όνομα του Κυρίου!
• Πόσες φορές προείπαν για το νερό του πόταμου (Νείλου) ! κι' εγώ τους έλεγα: Και τι σας μέλει εσάς γι' αυτό;
• Ήλθαν κάποτε με απειλές και με περικύκλωσαν, όπως οι στρατιώτες με πανοπλίες.
• Και άλλοτε με αλόγα και θηρία και ερπετά γέμισαν το σπίτι κι' εγώ έψαλλα: «Ήλθαν με άρματα και με άλογα, εμείς δε (θα γενούμε Ισχυρότεροι, θα νικήσουμε και) θα μεγαλυνθούμε με το όνομα του Κυρίου Θεού μας». ΨΑΛΜ. Ιθ 8.
• Και με τις προσευχές κατανικήθηκαν εκείνοι παρά του Κυρίου.
• Ήλθαν κάποτε μέσ' στο σκοτάδι σαν φωτεινά φαντάσματα και έλεγαν: Ήλθαμε να σου φέξομε Αντώνιε. Κι εγώ προσευχόμουν μισοκλείνοντας τα μάτια κι' αμέσως έσβησε το φως των ασεβών.
• και έπειτα' από λίγους μήνες, ήλθανε ψάλλοντας κι' έλεγαν λόγια από τις Γραφές! «Εγώ δε ωσεί κωφός ουκ ήκουον» . ΨΑΛΜ,. ΛΖ, 14.
• Έσεισαν κάποτε το μοναστήρι, μα εγώ προσευχόμουν ακίνητος (χωρίς να χάσω το θάρρος μου), επιμένοντας στο πνευματικό μου φρόνημα.
• Κι' αργότερα ξανάρθαν κρατώντας κι' σφύριζαν κι' χόρευαν. Καθώς δε προσευχόμουν και ανακαθόμουν ψάλλοντας μέσα μου, ευθύς αμέσως άρχισαν να θρηνούν και να κλαίνε σαν να είχαν εξαντληθεί τελείως από την κούραση, εγώ δε δόξαζα τον Κύριον, που τους καθήρεσε και εξέθεσα στο κοινό την τόλμη και τη μανία τους.



ΑΛΛΕΣ ΠΑΝΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

• Φάνηκε κάποτε ένας δαίμων πολύ ψηλός και φανταχτερός και τόλμησε να ειπεί:
- Εγώ είμαι η δύναμις του Θεού και, Εγώ είμαι η Πρόνοια, τι θέλεις να σου χαρίσω; Εγώ δε τότε φύσηξα περισσότερο στα μούτρα του, είπα το όνομα του Χριστού, επεχείρησα και να τον χτυπήσω και φάνηκα σαν να τον χτύπησα. Αμέσως αυτός, που ήταν τόσο μεγάλος, στο όνομα του Χριστού, χάθηκε, μαζί με όλα τα δαιμόνια της παρέας του.
• Ήλθε κάποτε όταν νήστευα, μοιάζοντας σαν μοναχός - ο δολερός -  και κρατώντας ψωμιά φανταστικά και με συμβούλευε λέγοντας;
- Φάγε και ησύχασε από τους πολλούς κόπους' άνθρωπος είσαι και συ και θ' αρρωστήσεις.
Εγώ δε, μόλις κατάλαβα την πονηρία του, σηκώθηκα να προσευχηθώ. Κι' εκείνος δεν μπόρεσε ν` αντέξει, γιατί χάθηκε και φάνηκε να βγαίνει σαν καπνός από την πόρτα.
• Πόσες φορές έδειξε στην έρημο φαντασία χρυσαφιού ! Μόνο και μόνο για να το πιάσω και να το κοιτάξω. Εγώ δε έψαλλα καταπάνω του κι εκείνος έλιωνε.
• Πολλές φορές μου προξενούσαν πληγές και εγώ έλεγα «Τίποτα δεν θα με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού». ΡΩΜ Η, 35.
• Κι' αυτοί περισσότερο χτυπιόντουσαν μεταξύ τους μετά απ' αυτό. Μα, δεν ήμουν εγώ που τους έπαυα και τους αργούσα (τη δύναμη τους), αλλ` ήταν ο Κύριος που λέγει: «Έβλεπα το σατανά σαν αστραπή από τον ουρανό να πέφτει» . ΛΟΥΚΑ Ι, 18.
Εγώ δε τέκνα μου, θυμούμενος το Αποστολικό ρητό τα «Μετέφερα αυτά στον εαυτό μου», Α ΚΟΡΙΝ. Δ,6. για να μάθετε να μην αποκάμετε στην άσκηση, μήτε να φοβάσθε του διαβόλου και των δαιμόνων του τις φαντασίες.



Η ΔΟΛΕΡΗ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ

Και επειδή κατάντησα ανόητος με το να σας τα διηγούμαι αυτά, δεχθείτε και τούτο για ασφάλεια και αφοβία και πιστεύετε με' γιατί δεν ψεύδομαι.
• Έκρουσε κάποτε ένας στο μοναστήρι την πόρτα μου και άμα βγήκα, είδα έναν που φαινόταν ψηλός και λιγνός. Έπειτα, καθώς τον ρώτησα:
— Εσύ ποιος είσαι; είπε:
— Εγώ είμαι ό σατανάς. Όταν έπειτα τον ρώτησα:
— Γιατί λοιπόν είσαι τώρα εδώ; εκείνος έλεγε:
— Γιατί με κατηγορούν άδικα οι μοναχοί και όλοι οι άλλοι Χριστιανοί; Γιατί με καταριόνται κάθε ώρα; Όταν δε εγώ του είπα:
— Αλήθεια, γιατί τους ενοχλείς; είπε:
— Δεν είμ' εγώ που τους ενοχλώ, αλλά αυτοί οι ίδιοι ταράσσουν τους εαυτούς των. Γιατί εγώ κατάντησα ασθενής. Δεν διάβασαν, ότι «Χάθηκαν τελείως οι ρομφαίες του εχθρού και κατέστρεψες τις πολιτείες», ΨΑΛΜΟΣ Θ, 7. δεν έχω πια τόπο, ούτε βέλος, ούτε πόλιν. Παντού έχουν γίνει Χριστιανοί• έπειτα και η έρημος έχει γεμίσει μοναχούς.
Τους εαυτούς των να φυλάξουν και να μη καταριόνται εμένα άδικα. Τότε, αφού θαύμασα τη χάρη του Κυρίου, του είπα:
— Ενώ είσαι πάντα ψεύτης και ποτέ δεν λες την αλήθεια, όμως τώρα και χωρίς να θέλεις, αυτό που είπες είναι αληθινό. Πράγματι ο Χριστός, που κατέβηκε γι' αυτούς στον κόσμο, σε έχει εξασθενίσει, σ' έβαλε κάτω και σε γύμνωσε (από κάθε δύναμη).
Εκείνος ακούγοντας το όνομα του Σωτήρος (που τον έκαιγε) και μη υποφέροντας το κάψιμο, έγινε άφαντος.



ΟΠΛΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΕΙΛΙΑΣ

Αφού λοιπόν κι' αυτός ο διάβολος ομολογεί, ότι δεν έχει δύναμη για τίποτε, οφείλουμε να τον καταφρονούμε παντελώς κι αυτόν και τα δαιμόνιά του.
Και έχει μεν ο εχθρός μαζί με τα σκυλιά του τόσες πολλές πανουργίες, εμείς όμως αφού μάθαμε την αδυναμία τους, μπορούμε να τους περιφρονούμε.
Κατ' αυτόν τον τρόπο βεβαιωμένοι, να μην αποθαρρυνόμαστε εκ των προτέρων, μήτε να περνούν δειλίες από την ψυχή μας, μήτε να αναπλάθομαι (να φέρνομαι συνεχώς) στο μυαλό μας φόβους, λέγοντας:
— Μήπως άρα άμα έλθει ο δαίμονας με ανατρέψει ! Μήπως, ως δυνατότερος, επικρατήσει και με νικήσει ή ξαφνικά παρουσιαστή και με συνταράξει!
Ούτε καν να σκεπτόμαστε έτσι ή κάτι τέτοια πράγματα, μήτε να λυπούμαστε σαν να είμαστε χαμένοι.
Μάλλον δε, να έχομε το θάρρος και να χαιρόμαστε πάντοτε, γιατί έχομε σωθεί' κι' ας σκεπτόμαστε βαθιά με την ψυχή μας, ότι ο Κύριος είναι μαζί μας. Αυτός που τους κατατρόπωσε και τους κατήργησε. Και να βάζομε στο μυαλό μας και να θυμόμαστε πάντοτε, ότι, εφ' όσον ο Κύριος είναι μαζί μας, τίποτε δεν θα μας κάνουν οι εχθροί.
Διότι, όταν έλθουν, ότι λογής μας βρουν, ανάλογα κι' αυτοί συμπεριφέρονται απέναντι μας και ανάλογα με τις σκέψεις που βρίσκουν μέσα μας, εξομοιώνουν κι' αυτοί τις φαντασίες τους (τα φαντάσματα τους).
Εάν π.χ. μας βρουν να δειλιάζουμε και ταραγμένους, ευθύς αμέσως αυτοί σαν τους ληστές που βρήκαν αφύλαχτο τον τόπο τον καταλαμβάνουν και ότι σκεπτόμαστε μέσα μας, το ίδιο κάνουν κι' αυτοί με το παραπάνω.
Αν δηλαδή, μας βλέπουν φοβισμένους και να τα έχουμε χαμένα, αυξάνουν περισσότερο τη δειλία μας με τα φαντάσματα και τις απειλές και έτσι του λοιπού κολάζεται μέσα σ' αυτά η ταλαίπωρη ψυχή.
Αν όμως μας βρουν να χαιρόμαστε, γιατί είμαστε του Κυρίου και να σκεπτόμαστε για τα μέλλοντα αγαθά και να θυμόμαστε τα (λόγια, τα έργα και την αποστολή) του Κυρίου και να σκεπτόμαστε ότι τα πάντα είναι στο χέρι του Κυρίου και ότι δεν έχει καμιά δύναμη ο δαίμων κατά του Χριστιανού, ούτε έχει καθόλου εξουσία εναντίον κανενός, τότε, βλέποντας την ψυχή ασφαλισμένη με τέτοιους λογισμούς, γυρίζουν και φεύγουν καταντροπιασμένοι.
Όταν είδε τον Ιώβ ο εχθρός τόσο καλά περιφραγμένο μ' αυτόν τον τρόπο, αποχώρησε απ' αυτόν, όμως βρίσκοντας τον Ιούδα γυμνό από τέτοιες σκέψεις, τον αιχμαλώτισε.
Ώστε, εάν θέλομε να καταφρονήσουμε τον εχθρό, ας σκεπτόμαστε πάντοτε τα του Κυρίου και ας χαίρει πάντοτε η ψυχή μας με την ελπίδα στον Κύριο. Έτσι θα βλέπομε τα παιγνίδια των δαιμόνων να εξαφανίζονται σαν καπνός και τους ίδιους θα τους βλέπομαι να φεύγουν μάλλον, παρά να μας καταδιώκουν. Γιατί αυτοί, όπως προείπα, είναι πολύ δειλοί, μιας και προσμένουν το αιώνιο πυρ, το ετοιμασμένο γι' αυτούς.



ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ , ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ. 

ΓΡΑΦΕΙΣ ΠΑΡΑ , ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ 
ΕΚ. Β. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ.




Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

 ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΚΑΚΙΑ (Μεγάλου Ἀντωνίου)





Ὅπως στὴν κάθε γέννηση συνυπάρχει καὶ τὸ πάθος, διότι κάθε τί ποὺ γεννιέται στὴ ζωὴ αὐτὸ καὶ φθείρεται, ἔτσι καὶ στὸ πάθος ἐνυπάρχει ἡ κακία.

Μὴ λοιπὸν πεῖς, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μποροῦσε νὰ κόψη τὴν κακία. Διότι αὐτοὶ ποὺ τὰ λέγουν αὐτά, τὰ λένε ἀπὸ ἀναισθησία καὶ ἀπὸ μωρία.

Δὲν ὑπῆρχε πραγματικὰ ἀνάγκη νὰ κόψη ὁ Θεὸς τὴν ὕλη, διότι αὐτὰ εἶναι πάθη τῆς ὕλης (ὑλικά).

Ὁ Θεὸς ὅμως ξέκοψε τὴν κακία ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸ συμφέρον τους καὶ τοὺς δώρισε νοῦν καὶ ἐπιστήμη καὶ γνώση καὶ διάκριση τοῦ καλοῦ, ὥστε, γνωρίζοντας τὴν κακία καὶ ὅτι βλαπτόμαστε ἀπ᾿ αὐτήν, νὰ τὴν ἀποφεύγομε.

Ἀλλὰ ὁ ἀνόητος ἄνθρωπος ἀκολουθεῖ τὴν κακία καὶ σεμνοπερηφανεύεται γι᾿ αὐτὴν καὶ μάχεται, σὰν περιπλεγμένος σὲ δίχτυα, κυριευμένος ἐσωτερικὰ ἀπ᾿ αὐτήν, χωρὶς νὰ μπορέσει ποτὲ νὰ ἀνυψωθεῖ διανοητικά, γιὰ νὰ ἰδεῖ καὶ νὰ γνωρίσει τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ ἔκαμε πρὸς σωτηρία καὶ ἀποθέωση τοῦ ἀνθρώπου.



ΑΓΑΘΟΣ, ΑΠΑΘΗΣ ΚΑΙ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟΣ Ο ΘΕΟΣ (Μέγας Ἀντώνιος)





Ἐὰν κανεὶς θεωρεῖ εὔλογο καὶ ἀληθινὸ ὅτι δὲν μεταβάλλεται ὁ Θεός, ἀλλὰ ἀπορεῖ: Πῶς χαίρει μὲ τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ἀποστρέφεται τοὺς κακούς, ὀργίζεται μὲ ὅσους ἁμαρτάνουν καὶ γίνεται ἴλεως ὅταν λατρεύεται;

Εἶναι πρέπον νὰ εἰποῦμε, ὅτι ὁ Θεὸς οὔτε χαίρει οὔτε ὀργίζεται, διότι τὸ νὰ χαίρει κανεὶς καὶ νὰ λυπᾶται εἶναι πάθος, οὔτε μὲ δῶρα κολακεύεται, διότι θὰ νικιόταν ἀπὸ τὴν ἡδονή. Δὲν εἶναι σωστὸ καὶ δίκαιον, νὰ ἐπηρεάζεται τὸ θεῖον, εὐμενῶς ἢ δυσμενῶς, ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός. Μόνον ὠφελεῖ καὶ οὐδέποτε βλάπτει. Μένει πάντα ὁ ἴδιος.

Ἐμεῖς ὅμως, μένοντας ἀγαθοί, ἐπειδὴ ἔτσι τοῦ μοιάζουμε, συναπτόμαστε μὲ τὸ Θεό, κι᾿ ἂν γίνομαι κακοί, χωριζόμαστε ἀπὸ τὸ Θεό, ἐπειδὴ παύουμε νὰ τοῦ μοιάζουμε. Ἐὰν ζοῦμε τὴν ἀρετή, προσκολλόμαστε (καὶ ἀφοσιωνόμαστε) στὸ Θεό. Ἐὰν γίνομαι κακοί, τὸν κάνομε ἐχθρό μας (ἀνθρωποπαθῶς), ἀφοῦ δὲν θὰ ὀργίζεται ἄδικα, μιᾶς καὶ τὰ ἁμαρτήματά μας ὄχι μόνον δὲν ἀφήνουν τὸ Θεὸ νὰ λάμπει μέσα μας, ἀλλὰ καὶ μᾶς δένουν μὲ τοὺς δαίμονας, ποὺ θὰ μᾶς κολάσουν.
Ὅταν ὅμως, μὲ προσευχὲς καὶ μὲ καλὰ ἔργα, βρίσκουμε ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, δὲν ὑπηρετοῦμε τὸ Θεὸ οὔτε τὸν μεταβάλλομε, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα μας καὶ μὲ τήν πρὸς τὸ θεῖον γιατρεύαμε τὴ δική μας τὴν κακία· καὶ πάλιν ἀπολαμβάναμε τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ.

Ὥστε τό νά λέμε ὃτι ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται τοὺς κακοὺς εἶναι σάν νά λέμε ὅτι ὁ ἥλιος κρύβει τό φῶς του ἀπό τοῦς τυφλούς.

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Ὁ Ἃγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας (17 Ίανουαρίου)

Φωτογραφία του Αθανάσιος Καλαμαρινός.

Ὁ Μέγας Ἀντώνιος γεννήθηκε περὶ τὸ 251 μ.Χ. στὴν πόλη Κομὰ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, κοντὰ στὴ Μέμφιδα, ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ εὔπορους. Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοὺ (285 – 305 μ.Χ.) μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ εὐσεβοῦς αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου καὶ τῶν παιδιῶν του.


Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἦταν ὀλιγαρκὴς καὶ αὐτάρκης, «μόνοις δὲ οἷς εὕρισκεν ἠρκεῖτο καὶ πλέον οὐδὲν ἐζήτει». Σὲ νεαρὴ ἡλικία, περίπου 20 ἐτῶν, ἔχασε τοὺς γονεῖς του. Ἕξι μῆνες μετὰ τὴν κοίμηση τῶν γονέων του, ἄκουσε στὴν ἐκκλησία τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ πλουσίου νεανίσκου, στὴν ὁποία ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν πλούσιο νέο : «πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δὸς πτωχοῖς». Τόση μεγάλη ἐντύπωση προξένησε ἡ Εὐαγγελικὴ αὐτὴ προτροπὴ στὴν ψυχὴ τοῦ Ἀντωνίου, ὥστε ἀμέσως διένειμε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχοὺς καὶ ἐνδεεῖς, ἀφοῦ φύλαξε τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα γιὰ τὴν συντήρηση αὐτοῦ καὶ τῆς μικρῆς του ἀδελφῆς, τὴν ὁποία φρόντισε νὰ παραδώσει σὲ Χριστιανὲς νέες παρθένους ποὺ εἶχαν ἀφιερωθεῖ στὴ χριστιανικὴ ἀρετή, βέβαιος ὅτι κοντά τους θὰ εἶναι κατὰ πάντα ἀσφαλής.

Ἀπὸ τότε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἄρχισε νὰ ζεῖ ἀσκητικὸ βίο, ἐργαζόμενος ἀδιάκοπα καὶ ὑποβαλλόμενος σὲ αὐστηρὴ νηστεία, γιὰ νὰ κατανικήσει τοὺς πειρασμοὺς τῆς σάρκας, ἀγρυπνώντας ὁλόκληρη τὴ νύχτα καὶ τρώγοντας ἐλάχιστα.

Στὴ συνέχεια ἀπῆλθε σὲ τόπο ἔρημο καὶ μακρινὸ ὅπου ὑπῆρχαν μνήματα καὶ ἀφοῦ εἰσῆλθε σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἔκλεισε τὴ θύρα. Ἡ τροφή του ἦταν ἐλάχιστη καὶ τοῦ τὴν πήγαινε σὲ καθορισμένες ἡμέρες ἕνας συνασκητής του. Ἐκεῖ ὑπερνίκησε, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, νέους πειρασμούς. Ἀργότερα πῆγε κοντὰ στὰ ἐρείπια ἐνὸς φρουρίου καὶ κατοίκησε σὲ σπήλαιο χωρὶς νὰ τὸν βλέπει κανένας καὶ χωρὶς νὰ δέχεται κανένα παρὰ μόνο ἕναν γνωστό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔφερνε κάθε ἕξι μῆνες ψωμὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἑξάμηνο.

Μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια ἀσκήσεως καὶ ἀφοῦ ἔφθασε σὲ ὕψη πνευματικῆς τελειώσεως, ἐμφανίσθηκε στὸν κόσμο καὶ τότε ἄρχισαν νὰ συρρέουν περὶ αὐτὸν πολλοὶ ποὺ τὸν θαύμαζαν ὡς ἀσκητὴ καὶ θαυματουργό. Μαρτυρεῖται ὅτι, ἐνῶ ὁ Ἅγιος βρισκόταν ἀκόμα στὴ ζωή, ἔβλεπε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐξέρχονταν ἀπὸ τὸ σῶμα τους, καθὼς καὶ τοὺς δαίμονες ποὺ τὶς ὁδηγοῦσαν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι πολὺ θαυμαστό, ἀφοῦ μία τέτοια δυνατότητα εἶναι γνώρισμα μόνο νοερὴς καὶ ἀσώματης φύσεως.

Τὸ ἔτος 311 μ.Χ., κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμίνου (307 – 313 μ.Χ.), κατῆλθε στὴν Ἀλεξάνδρεια, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ νὰ βοηθήσει τοὺς πιστούς, τοὺς Ὁμολογητὲς καὶ τοὺς Μάρτυρες. Ὅταν ἔπαυσε ὁ διωγμός, ὁ Ὅσιος ἐπανῆλθε στὴν ἔρημο, ἀλλὰ ἐπειδὴ αἰσθανόταν ἐνοχλημένος ἀπὸ τὴν παρουσία πολλῶν, ποὺ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸν συναντήσουν, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἦλθε σὲ τόπο ἔρημο, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ ὄρος ψηλό, κοντὰ στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα. Καὶ ἐκεῖ ὅμως προσέρχονταν πολλοὶ γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του, νὰ διδαχθοῦν καὶ νὰ θεραπευθοῦν. Θεράπευσε δὲ τοὺς ἀσθενεῖς «οὐ προστάζων, ἀλλ’ εὐχόμενος καὶ τὸν Χριστὸν ὀνομάζων».

Ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ἔφθασε μέχρι τοὺς βασιλεῖς, τόσο ὥστε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ οἱ υἱοί του, Κωνστάντιος καὶ Κώνστας, ἔγραφαν σὲ αὐτόν, σὰν νὰ ἦταν πατέρας τους καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἀπαντήσει.

Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἀσκητικοῦ του βίου ποτὲ δὲν ἄλλαξε ἔνδυμα καὶ ποτὲ δὲν ἔνιψε τὸ σῶμα ἢ τὰ πόδια του μὲ νερό. Ὁ Ὅσιος, ἂν καὶ ἀγράμματος στὴν ἀνθρώπινη σοφία, ἦταν σοφὸς κατὰ Θεόν. Εἶχε λόγο «ἠρτυμένον τῷ θείῳ ἅλατι καὶ χαρίεντα». Δίδασκε στοὺς μαθητές του νὰ μὴν θεωροῦν τίποτε ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴ νομίζουν ὅτι, ἐπειδὴ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀγαθά, στεροῦνται κάτι ἀξιόλογο. Τὸ νὰ ἀφήνει κανεὶς τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ εἶναι σὰν νὰ καταφρονεῖ μία δραχμὴ ἀπὸ χαλκό, γιὰ νὰ κερδίσει ἑκατὸ χρυσές. Δὲν πρέπει, ἔλεγε, νὰ λησμονᾶμε ὅτι ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πρόσκαιρος, συγκρινόμενος πρὸς τὸ μέλλοντα αἰώνα. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ κοπιάζουμε γιὰ τὴν ἀπόκτηση πρόσκαιρων ἀγαθῶν, τὰ ὁποία δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε μαζί μας, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀπόκτηση αἰώνιων ἀγαθῶν, δηλαδὴ τῆς φρονήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τῆς σωφροσύνης, τῆς ἀνδρείας, τῆς συνέσεως, τῆς ἀγάπης.

Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ἀφοῦ ἔζησε ἑκατὸν πέντε ἔτη, κοιμήθηκε ὁσίως τὸ 356 μ.Χ. Ἂν καί, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, μία ἀπὸ τὶς τελευταῖες ἐπιθυμίες τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ἦταν νὰ μείνει κρυφὸς ὁ τόπος τῆς ταφῆς του, οἱ μοναχοὶ ποὺ μόναζαν κοντά του ἔλεγαν ὅτι κατεῖχαν τὸ ἱερὸ λείψανό του, τὸ ὁποῖο ἐπὶ Ἰουστινιανοὺ (561 μ.Χ.), κατατέθηκε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀργότερα, τὸ 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη.
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. 



Τὸν ζηλωτὴν Ἠλίαν τοῖς τρόποις μιμούμενος, τῷ Βαπτιστῇ εὐθείαις ταῖς τρίβοις ἑπόμενος, Πάτερ Ἀντώνιε, τῆς ἐρήμου γέγονας οἰκιστής, καὶ τὴν οἰκουμένην ἐστήριξας εὐχαῖς σου. Διὸ πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.






Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.



Τοὺς βιωτικοὺς, θορύβους ἀπωσάμενος, ἡσυχαστικῶς, τὸν βίον ἐξετέλεσας, τὸν Βαπτιστὴν μιμούμενος, κατὰ πάντα τρόπον Ὁσιώτατε. Σὺν αὐτῷ οὖν σε γεραίρομεν, Ἀντώνιε Πάτερ, τῶν Πατέρων κρηπίς.



Μεγαλυνάριον.



Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ ἀρχηγός, καὶ τῆς ἰσαγγέλου, πολιτείας καθηγητής· χαίροις τῆς ἐρήμου, στυλοειδὴς νεφέλη, Ἀντώνιε παμμάκαρ, Πατέρων καύχημα.





Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ: ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΣΕ 170 ΚΕΦΑΛΑΙΑ



1. Οι άνθρωποι λέγονται λογικοί καταχρηστικά. Δεν είναι λογικοί εκείνοι που έμαθαν τους λόγους και τα βιβλία των αρχαίων σοφών, αλλά όσοι έχουν λογική ψυχή και μπορούν να διακρίνουν ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό. και έτσι αποφεύγουν τα κακά και ψυχοβλαβή, μελετούν όμως σοβαρά τα καλά και ψυχωφελή και τα πράττουν με μεγάλη ευχαριστία προς το Θεό. Μόνο αυτοί πρέπει αληθινά να λέγονται λογικοί άνθρωποι.

2. Ο αληθινά λογικός άνθρωπος μια μόνο φροντίδα έχει, να υπακούει και να είναι αρεστός στο Θεό, τον Κύριο των όλων, και σε τούτο και μόνο να ασκεί την ψυχή του, πως να γίνει αρεστός στο Θεό, ευχαριστώντας Τον για την μεγάλη και εξαιρετική πρόνοιά Του και την κυβέρνηση όλου του κόσμου, όποια κι αν είναι η θέση του στη ζωή. Γιατί είναι παράλογο, να ευχαριστούμε τους γιατρούς όταν μας δίνουν τα πικρά και αηδιαστικά φάρμακα για χάρη της υγείας του σώματός μας, να είμαστε όμως αχάριστοι στο Θεό για όσα φαίνονται σ' εμάς δυσάρεστα και να μην αναγνωρίζομε ότι τα πάντα γίνονται όπως πρέπει και προς το συμφέρον μας σύμφωνα με την πρόνοιά Του. Γιατί η αναγνώριση αυτή και η πίστη στο Θεό είναι η σωτηρία και η τελειότητα της ψυχής.


3. Η εγκράτεια, η ανεξικακία, η σωφροσύνη, η εγκαρτέρηση, η υπομονή και οι παρόμοιες μέγιστες και ενάρετες δυνάμεις μας δόθηκαν από το Θεό και είναι αντίθετες και αντιστέκονται και μας βοηθούν στις αντίστοιχες προς αυτές κακίες. Αν γυμνάζομε αυτές τις δυνάμεις και τις έχομε πάντοτε πρόχειρες, τότε νομίζομε ότι δεν μας συμβαίνει πια τίποτε δύσκολο ή θλιβερό ή αβάσταχτο. γιατί σκεφτόμαστε ότι όλα είναι ανθρώπινα και τα νικούν οι αρετές που έχομε. Αυτά δεν τα έχουν υπόψη τους οι ανόητοι άνθρωποι. Ούτε σκέφτονται ότι τα πάντα γίνονται σωστά και όπως πρέπει για το συμφέρον μας, για να λάμψουν οι αρετές μας και να στεφανωθούμε από το Θεό.


4. Την απόκτηση των χρημάτων και το πλούσιο ξόδεμά τους να τα θεωρείς μόνο σαν φαντασία που δεν κρατά παρά λίγο καιρό, και ξέροντας ότι η ενάρετη και θεάρεστη ζωή διαφέρει από τον πλούτο. Όταν το μελετάς αυτό σταθερά, ούτε θα αναστενάξεις, ούτε θα κραυγάσεις, ούτε θα κατηγορήσεις κανένα, αλλά θα ευχαριστείς το Θεό για όλες τις ευεργεσίες που σου δίνει, βλέποντας ότι οι χειρότεροι από σένα στηρίζονται στα λόγια και στα χρήματα. Γιατί η επιθυμία, η δόξα και η άγνοια είναι τα πιο κακά πάθη της ψυχής.


5. Ο λογικός άνθρωπος, προσέχοντας ο ίδιος στον εαυτό του, εξετάζει τι πρέπει να πράξει και τι τον συμφέρει, καθώς και ποια ταιριάζουν στην ψυχή και την ωφελούν και ποια δεν της ταιριάζουν. Και έτσι αποφεύγει εκείνα που βλάπτουν την ψυχή, ως ξένα και γιατί τον χωρίζουν από την αιώνια ζωή.


6. Όσο πιο λίγη περιουσία έχει κανείς, τόσο ευτυχέστερος είναι. Γιατί δεν φροντίζει για πολλά πράγματα, για υπηρέτες, καλλιεργητές, απόκτηση ζώων. Όταν αφοσιωνόμαστε σ' αυτά κι ύστερα μας συμβαίνουν εξαιτίας αυτών δυσκολίες, κατηγορούμε τον Θεό. Με την αυθαίρετη επιθυμία μας τρέφομε τον θάνατο και έτσι μένομε στο σκοτάδι της αμαρτωλής ζωής, μέσα στην πλάνη, χωρίς ν' αναγνωρίζομε τον πραγματικό εαυτό μας.


7. Δεν πρέπει κανένας να λέει ότι δεν είναι δυνατό να κατορθώσει ο άνθρωπος την ενάρετη ζωή, αλλά να λέει ότι αυτό δεν είναι εύκολο. Ούτε μπορούν να κατορθώσουν την αρετή οι τυχόντες. Την ενάρετη ζωή την πραγματοποιούν όσοι άνθρωποι είναι ευσεβείς και έχουν νου που αγαπά το Θεό. Γιατί ο νους των πολλών είναι κοσμικός και μεταβάλλεται. κάνει σκέψεις άλλοτε καλές, άλλοτε κακές. μεταβάλλεται στη φύση και γίνεται υλικότερος. Ο νους όμως που αγαπά το Θεό, τιμωρεί την κακία η οποία έρχεται εκούσια στους ανθρώπους από την αμέλειά τους.


8. Οι ψυχικά ακαλλιέργητοι και αμαθείς θεωρούν γελοίο πράγμα τους λόγους και δεν θέλουν να τους ακούν επειδή ελέγχεται η κατάστασή τους και θέλουν να είναι όλοι όμοιοι με αυτούς. Επίσης και εκείνοι που είναι παραδομένοι σε σαρκικά αμαρτήματα φροντίζουν να είναι όλοι οι άλλοι χειρότεροί τους, νομίζοντας οι δυστυχείς ότι επειδή θα είναι πολλοί οι αμαρτάνοντες, θα εξασφαλιστούν οι ίδιοι από την κατηγορία. Η χαλαρή ψυχή χάνεται και σκοτίζεται εξαιτίας της κακίας, γιατί έχει μέσα της ασωτεία, υπερηφάνεια, απληστία, θυμό, αυθάδεια, μανία, φόνο, στενοχώρια, φθόνο, πλεονεξία, αρπαγή, πόνο, ψεύδος, ηδονή, ραθυμία, λύπη, δειλία, ασθένεια, μίσος, φιλοκατηγορία, αδυναμία, πλάνη, άγνοια, απάτη, λησμοσύνη του Θεού. Με τέτοιες κακίες και παρόμοιες τιμωρείται η άθλια ψυχή που χωρίζεται από το Θεό.


9. Εκείνοι που θέλουν να ζουν την ενάρετη και ευλαβή και τιμημένη ζωή, δεν πρέπει να διακρίνονται από τους επίπλαστους τρόπους και την ψεύτικη ζωή. αλλά όπως οι ζωγράφοι και οι αγαλματοποιοί, να δείχνουν και αυτοί με τα έργα τους την ενάρετη και θεοφιλή ζωή τους. Και όλες τις κακές ηδονές να τις αποστρέφονται σαν παγίδες.


10. Ο πλούσιος και ευγενής που δεν έχει ψυχική καλλιέργεια και ενάρετη ζωή, θεωρείται δυστυχής από εκείνους που κρίνουν ορθά τα πράγματα. Αντίθετα ο φτωχός και δούλος κατά την τάξη, αν έχει ψυχική καλλιέργεια και είναι στολισμένος με αρετή, είναι ευτυχής. Και όπως οι ξένοι σε έναν τόπο χάνουν τον δρόμο τους, έτσι και εκείνοι που δεν φροντίζουν για την ενάρετη ζωή, πλανιούνται εδώ κι εκεί παρασυρόμενοι από τις κακές επιθυμίες τους και χάνονται.


11. Εκείνος που μπορεί να εξημερώσει τα ήθη των ανθρώπων και να τους κάνει να αγαπήσουν τους λόγους και την παιδεία, πρέπει να λέγεται ανθρωποποιός. Κατά τον ίδιο τρόπο και εκείνοι που μεταστρέφουν τους παραδομένους στις σαρκικές ηδονές προς την ενάρετη και θεάρεστη ζωή, πρέπει να λέγονται και αυτοί ανθρωποποιοί, επειδή είναι σαν να ξαναπλάθουν τους ανθρώπους. Γιατί η πραότητα και η εγκράτεια είναι ευτυχία και δίνουν καλή ελπίδα στις ψυχές των ανθρώπων.


12. Πρέπει πραγματικά οι άνθρωποι να επιμελούνται τα ήθη τους και να ζουν όπως πρέπει. Όταν αυτό το κατορθώσουν, τότε εύκολα μπορούν να γνωρίσουν και τα θεία. γιατί όποιος με όλη του την καρδιά και την πίστη του σέβεται τον Θεό, έχει την βοήθειά Του να δαμάζει και να κρατεί το θυμό και την επιθυμία του. Επειδή αιτία όλων των κακών είναι η επιθυμία και ο θυμός.


13. Άνθρωπος λέγεται ή εκείνος που χρησιμοποιεί ορθά το λογικό του, ή εκείνος που δέχεται συμβουλή για την διόρθωσή του. Ο αδιόρθωτος δεν λέγεται άνθρωπος, αλλά απάνθρωπος. Κι αυτό είναι το γνώρισμα των απανθρώπων. και οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να αποφεύγονται. Γιατί εκείνοι που ζουν με την κακία δεν είναι δυνατό να αποκτήσουν την αθάνατη ζωή.


14. Όταν κάνομε καλή χρήση του λογικού μας, τότε είμαστε άξιοι να λεγόμαστε άνθρωποι. Αντίθετα, όταν δεν κάνομε καλή χρήση του λογικού, τότε μόνο κατά το σώμα και κατά τη φωνή διαφέρομε από τα άλογα ζώα. Ας αναγνωρίσει λοιπόν ο συνετός άνθρωπος ότι είναι αθάνατος και τότε θα μισήσει κάθε αισχρή επιθυμία, η οποία γίνεται αιτία θανάτου στους ανθρώπους.


15. Όπως κάθε τέχνη διαμορφώνοντας την ύλη φανερώνει την αξία της, π.χ. ο ένας δουλεύει το ξύλο κι ο άλλος το χαλκό κι άλλος το χρυσό και το ασήμι, έτσι κι εμείς ακούοντας για την καλή και ενάρετη και θεάρεστη ζωή, οφείλομε να φαινόμαστε ότι είμαστε πραγματικά άνθρωποι για τη λογική ψυχή μας κι όχι για τη διάπλαση μόνο του σώματός μας. Η ψυχή που είναι αληθινά λογική και αγαπά το Θεό, γνωρίζει αμέσως όλα όσα συμβαίνουν στην ζωή. Και εξιλεώνει το Θεό με διάθεση αγάπης και Τον ευχαριστεί πραγματικά, κατευθύνοντας προς Αυτόν όλη την ορμή και το νου της.


16. Οι καπετάνιοι κατευθύνουν με προσοχή το πλοίο για να μην προσκρούσει πάνω σε σκόπελο ή ύφαλο. Έτσι κι εκείνοι που επιθυμούν να ζήσουν την ενάρετη ζωή, ας εξετάζουν με επιμέλεια ποια πρέπει να κάνουν και ποια πρέπει να αποφεύγουν και να πιστεύουν ότι οι αληθινοί και θείοι νόμοι τους συμφέρουν, κόβοντας τις πονηρές ενθυμήσεις και επιθυμίες από την ψυχή τους.


17. Όπως οι πλοίαρχοι και οι αμαξηλάτες με την προσοχή και την επιμέλεια πετυχαίνουν το σκοπό τους, έτσι πρέπει και όσοι φροντίζουν να ζουν τη σωστή και ενάρετη ζωή, να μελετούν και να φροντίζουν πως να ζουν όπως πρέπει και αρέσει στο Θεό. Εκείνος που θέλει να ζήσει έτσι και έχει καταλάβει ότι μπορεί, με την πίστη προχωρεί προς την αφθαρσία.


18. Ελεύθερους νόμιζε όχι όσους έτυχε να είναι ελεύθεροι, αλλά εκείνοι που έχουν την ζωή και τους τρόπους ελεύθερους. Δεν πρέπει πράγματι να ονομάζομε ελεύθερους τους άρχοντες που είναι πονηροί και ακόλαστοι, γιατί είναι δούλοι των παθών και της ύλης. Ελευθερία και ευτυχία της ψυχής είναι η πραγματική καθαρότητα και η καταφρόνηση των προσκαίρων.


19. Να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου ότι πρέπει ακατάπαυστα να αποδεικνύεις τον χρηστό και ενάρετο βίο σου από τα ίδια τα έργα σου. έτσι και οι άρρωστοι ονομάζουν και αναγνωρίζουν σωτήρες και ευεργέτες τούς γιατρούς, όχι από τα λόγια τους αλλά από τα έργα τους.


20. Η λογική και ενάρετη ψυχή αναγνωρίζεται από το βλέμμα, το βάδισμα, τη φωνή, το γέλιο, από το που συχνάζει και με ποιους συναναστρέφεται. Όλα αυτά έχουν αλλάξει σ' αυτήν και έγιναν κοσμιότερα. Γιατί ο νους που αγαπά το Θεό, σαν πρακτικός θυρωρός απαγορεύει την είσοδο στις κακές και αισχρές ενθυμήσεις.


21. Αν παρακολουθείς τον εαυτό σου και τον δοκιμάζεις, θα δεις ότι οι άρχοντες και τα αφεντικά έχουν εξουσία μόνο του σώματος, όχι και της ψυχής. Και να το θυμάσαι αυτό πάντοτε. Γι' αυτό αν διατάζουν φόνους ή τίποτε άτοπα ή άδικα και ψυχοβλαβή, δεν πρέπει να υπακούμε σ' αυτούς και αν μας βασανίζουν ακόμη. Γιατί ο Θεός δημιούργησε την ψυχή ελεύθερη και αυτεξούσια σε όλα όσα κάνει, καλά ή κακά.


22. Η λογική ψυχή φροντίζει με κάθε τρόπο να ξεφύγει από όσα δεν οδηγούν πουθενά, την οίηση, την υπερηφάνεια, την απάτη, τον φθόνο, την αρπαγή και τα παρόμοια, όσα δηλαδή είναι έργα δαιμονικά και κακής προαιρέσεως. Όλα κατορθώνονται με επιμέλεια και επίμονη προσοχή και μελέτη από εκείνον τον άνθρωπο, του οποίου η επιθυμία δεν τρέχει στις κακές ηδονές.


23. Εκείνοι που ζουν μετρημένη και περιορισμένη ζωή, και από κινδύνους γλυτώνουν, και δεν έχουν ανάγκη από φύλακες. Με το να νικούν την επιθυμία σε όλες τις περιπτώσεις, βρίσκουν το δρόμο προς το Θεό εύκολα.


24. Οι άνθρωποι που τους οδηγεί το λογικό, δεν χρειάζεται να μοιράζουν την προσοχή τους σε πολλές συντροφιές, αλλά μόνο στις ωφέλιμες και μάλιστα σ' εκείνες όπου πρυτανεύει το θέλημα του Θεού. Με τον τρόπο αυτό οι άνθρωποι προχωρούν πάλι στη κατά Θεό ζωή και το αιώνιο φως.


25. Πρέπει εκείνοι που επιδιώκουν την ενάρετη και θεοφιλή ζωή, να είναι απαλλαγμένοι από οίηση και κάθε κούφια ματαιοδοξία και να φροντίζουν με όλη τη δύναμή τους να διορθώνουν τη ζωή τους και την εσωτερική τους διάθεση προς το καλύτερο. Επειδή νους που αγαπά το Θεό και δεν μεταβάλλεται από την καλή κατάστασή του, είναι ανύψωση και δρόμος προς το Θεό.


26. Καμιά ωφέλεια δεν προκύπτει από το να γνωρίζει ο άνθρωπος τα θεία λόγια, αν απουσιάζει η ευσεβής ζωή που αρέσει στο Θεό. Αιτία όλων των κακών είναι η πλάνη, η απάτη του κόσμου και η άγνοια του Θεού.


27. Η σπουδή του αρίστου βίου και η επιμέλεια της ψυχής δημιουργεί τους καλούς ανθρώπους που αγαπούν το Θεό. Γιατί εκείνος που ζητά το Θεό, Τον βρίσκει, αν νικά την επιθυμία σε όλες τις περιπτώσεις και αν δεν σταματά την προσευχή. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν φοβάται τους δαίμονες.


28. Όσοι ξεγελιούνται από τις ελπίδες τους σε βιοτικά πράγματα και περιορίζουν την γνώση τους για την άσκηση του αρίστου βίου μόνο στα λόγια, μοιάζουν μ' εκείνους που έχουν φάρμακα και ιατρικά όργανα αλλά δεν ξέρουν ούτε φροντίζουν να τα χρησιμοποιήσουν. Επομένως για τις αμαρτίες μας ας μην κατηγορούμε τον τρόπο που έγιναν, ούτε τους άλλους αλλά τους εαυτούς μας. Γιατί αν η ψυχή αδιαφορήσει με δική της θέληση, δεν μπορεί να μείνει ανίκητη.


29. Εκείνος που δεν ξέρει να ξεχωρίζει ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό, δεν επιτρέπεται να κρίνει τους καλούς και τους κακούς. Γιατί ο άνθρωπος που γνωρίζει τον Θεό είναι αγαθός. Αν όμως δεν είναι αγαθός, ούτε γνωρίζει το Θεό, ούτε θα τον γνωρίσει ποτέ. γιατί ο τρόπος να γνωρίσει κανείς το Θεό, είναι το αγαθό.


30. Οι καλοί άνθρωποι που αγαπούν το Θεό, ελέγχουν τους ανθρώπους για τις κακές πράξεις τους κατά πρόσωπο όταν είναι παρόντες. Όταν όμως δεν είναι παρόντες δεν τους κατηγορούν, αλλά ούτε και στους άλλους επιτρέπουν να τους κατηγορήσουν.


31. Στις συναναστροφές με τους άλλους, μακριά από κάθε βαναυσότητα. Γιατί οι λογικοί και ευσεβείς άνθρωποι είναι στολισμένοι με ντροπή και φρόνηση περισσότερο από τις παρθένες. Και τούτο, γιατί ο νους που αγαπά το Θεό είναι φως που τυλίγει με την λάμψη του την ψυχή, όπως ο ήλιος περιλάμπει το σώμα.


32. Πάντοτε όταν σε προσβάλλει κανένα πάθος της ψυχής, να θυμάσαι ότι οι άνθρωποι που ορθοφρονούν και θέλουν να εξασφαλίσουν σωστά την ζωή τους, δεν θεωρούν ευχάριστη την πρόσκαιρη απόκτηση χρημάτων, αλλά τις ορθές και αληθινές ιδέες. Αυτές τους κάνουν ευτυχείς. Γιατί ο πλούτος και κλέβεται και από δυνατότερους αρπάζεται. η αρετή όμως της ψυχής, αυτή μόνο είναι απόκτημα και ασφαλισμένο και που δεν μπορεί να κλαπεί, και μετά το θάνατο παρέχει τη σωτηρία σε όσους την έχουν αποκτήσει. Έτσι οι φρόνιμοι δεν παρασύρονται από την φαντασία του πλούτου και των άλλων ηδονών.


33. Δεν πρέπει οι άστατοι και απαίδευτοι να αυθαδιάζουν σε αξιόλογους ανθρώπους. Και αξιόλογος άνθρωπος είναι εκείνος που αρέσει στο Θεό και που συνήθως σωπαίνει ή λέει λίγα και αναγκαία και αρεστά στο Θεό.


34. Εκείνοι που προσπαθούν να ζουν την ενάρετη και θεοφιλή ζωή, φροντίζουν για τις αρετές σαν κτήματά τους και σαν αφορμή αιώνιας απολαύσεως. Τα πρόσκαιρα τα απολαμβάνουν όπως τύχει και όπως δίνει και θέλει ο Θεός, και τα χρησιμοποιούν με μεγάλη χαρά και ευχαριστία προς το Θεό κι αν ακόμη αυτά είναι μετριότατα. Γιατί οι πολυποίκιλες τροφές τρέφουν τα σώματα ως υλικά, ενώ η γνώση του Θεού, η εγκράτεια, η αγαθότητα, η αγαθοεργία, η ευσέβεια και η πραότητα θεώνουν την ψυχή.


35. Όσοι άρχοντες εξαναγκάζουν να διαπραχθούν άτοπες και ψυχοβλαβείς πράξεις, δεν γίνονται ωστόσο κύριοι και της ψυχής, η οποία έχει δημιουργηθεί αυτεξούσια. Δεσμεύουν το σώμα, όχι όμως και την προαίρεση που κύριός της είναι ο λογικός άνθρωπος, εξαιτίας του δημιουργού του Θεού, ο Οποίος είναι ισχυρότερος από κάθε εξουσία και ανάγκη και κάθε δύναμη.


36. Εκείνοι που νομίζουν δυστυχία το να χάσουν χρήματα ή παιδιά ή δούλους ή ένα άλλο στοιχείο της περιουσίας τους, ας γνωρίζουν ότι πρώτα πρέπει να αρκούνται σ' εκείνα που δίνει ο Θεός. Και όταν πρέπει να τα δώσουν πίσω, να είναι πρόθυμοι και να το κάνουν με αγαθή γνώμη και να μη στενοχωρούνται διόλου για τη στέρηση ή μάλλον για την επιστροφή τους. Γιατί αφού έκαναν χρήση ξένων πραγμάτων, τα έδωσαν πάλι πίσω.


37. Ο ενάρετος άνθρωπος δεν πρέπει να πουλά την ελεύθερη γνώμη του προσέχοντας πόσα χρήματα θα πάρει, και αν ακόμη είναι πολλά όσα του δίνουν. Γιατί τα πράγματα της ζωής αυτής είναι όμοια με όνειρο, και η φαντασία που προέρχεται από τον πλούτο και άγνωστο είναι που θα καταλήξει και λίγο καιρό μόνο κρατάει.


38. Εκείνοι που είναι αληθινοί άνθρωποι, ας φροντίζουν με όλη τη δύναμή τους να ζουν με αγάπη Θεού και με αρετή, ώστε να λάμπει η ενάρετη ζωή τους μεταξύ των άλλων ανθρώπων. όπως γίνεται με την πορφύρα: ένα μικρό κομμάτι μπαίνει πάνω στα λευκά φορέματα και τα στολίζει. Έτσι κι αυτοί να λάμπουν και να ξεχωρίζουν, γιατί έτσι καλλιεργούν ασφαλέστερα τις αρετές της ψυχής.


39. Οι φρόνιμοι άνθρωποι πρέπει να εξετάζουν τη δύναμή τους και το βαθμό της αρετής τους και έτσι να προετοιμάζονται και ν' αντιστέκονται στα πάθη, σύμφωνα με την κατά φύση δύναμη που τους έχει χαρίσει ο Θεός. Δύναμη για την αντιμετώπιση της σωματικής ομορφιάς και κάθε κακής επιθυμίας είναι η εγκράτεια. των θλίψεων και της φτώχειας, η καρτερία. των ύβρεων και του θυμού, η ανεξικακία. Έτσι και για τα υπόλοιπα.


40. Το να γίνει κανείς αγαθός και σοφός ξαφνικά, είναι αδύνατο. Γίνεται ωστόσο με την κοπιαστική μελέτη, με τη συναναστροφή με ενάρετους ανθρώπους, με την πείρα, με τον καιρό, με την άσκηση και με την επιθυμία των καλών έργων. Ο αγαθός άνθρωπος που αγαπά το Θεό και Τον γνωρίζει αληθινά, δεν παύει να κάνει πλούσια όλα όσα αρέσουν σ' Αυτόν. Αλλά τέτοιοι άνθρωποι είναι σπάνιοι.


41. Εκείνοι που δεν είναι προικισμένοι με ευφυΐα, δεν πρέπει να απελπίζονται και να αμελούν τη θεοφιλή και ενάρετη ζωή και να την καταφρονούν, σαν να είναι τάχα ακατόρθωτη γι' αυτούς και ακατανόητη. Αντίθετα, πρέπει να εξασκούν όση δύναμη έχουν και να επιμελούνται τον εαυτό τους. γιατί κι αν ακόμη δεν μπορούν να αποκτήσουν την τέλεια αρετή και τη σωτηρία, εντούτοις με την προσπάθεια και με την επιθυμία του αγαθού γίνονται καλύτεροι ή τουλάχιστον δεν χειροτερεύουν. Και αυτό δεν είναι μικρή ωφέλεια της ψυχής.


42. Ο άνθρωπος ως λογικός που είναι, συγγενεύει με την άρρητη και θεία δύναμη, το Θεό. Ως προς το σωματικό πάλι μέρος, συγγενεύει με τα ζώα. Είναι όμως λίγοι εκείνοι που όντας τέλειοι και λογικοί άνθρωποι, φροντίζουν να διατηρούν το φρόνημα και τη συγγένειά τους σύμφωνη με το Θεό και Σωτήρα, και να το αποδεικνύουν αυτό με τα έργα τους και την ενάρετη ζωή τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι, με την ανόητη ψυχή τους, έχουν εγκαταλείψει την θεϊκή και αθάνατη υιική σχέση με το Θεό και έχουν στραφεί προς τη νεκρή και δύστυχη και σύντομη συγγένεια του σώματος. σαν άλογα ζώα κυβερνιούνται μόνο από το σαρκικό φρόνημα και ερεθιζόμενοι από τις ηδονές χωρίζονται από το Θεό και κατεβάζουν τη ψυχή από τους ουρανούς στον όλεθρο εξαιτίας των κακών θελημάτων της.


43. Ο λογικός άνδρας έχοντας στο νου του τη μέθεξη και τη συνάφειά του με το Θεό, ουδέποτε θα αγαπήσει τίποτε το επίγειο και χαμηλό, αλλά έχει το νου του στα ουράνια και αιώνια. Και γνωρίζει ότι το θέλημα του Θεού είναι να σωθεί ο άνθρωπος, γιατί ο Θεός είναι η αιτία όλων των καλών και πηγή των αιωνίων αγαθών για τους ανθρώπους.


44. Όταν σου τύχει κανείς που φιλονεικεί και πολεμά την αλήθεια και το προφανές, πάψε την φιλονεικία και άφησέ τον, γιατί έχει απολιθωθεί η διάνοιά του. Όπως και το καλύτερο κρασί το διαφθείρει το βλαβερότατο νερό, έτσι και οι κακές συναναστροφές διαφθείρουν τους ενάρετους κατά τη ζωή και το φρόνημα.


45. Αν μεταχειριζόμαστε κάθε φροντίδα και μέσο για να αποφύγομε το θάνατο του σώματος, πολύ περισσότερο οφείλομε να φροντίζομε ν' αποφύγομε το θάνατο της ψυχής. Γιατί σ' εκείνον που θέλει να σωθεί, δεν υπάρχει άλλο εμπόδιο εκτός από την αμέλεια και την οκνηρία της ψυχής.


46. Όσοι δυσκολεύονται να εννοούν το συμφέρον της ψυχής τους, και όσα ορθά τους λέγονται, αυτοί θεωρούνται άρρωστοι. Ενώ όσοι εννοούν την αλήθεια και εντούτοις χωρίς ντροπή την αμφισβητούν και φιλονεικούν, αυτών η διάνοια έχει νεκρωθεί και αρμόζει σε θηρία η συμπεριφορά τους. δεν γνωρίζουν το Θεό και η ψυχή τους δεν έχει φωτιστεί.


47. Τα διάφορα γένη των ζώων τα δημιούργησε ο Θεός για διάφορες ανάγκες του ανθρώπου με το λόγου Του. άλλα για τροφή του ανθρώπου και άλλα για να τον υπηρετούν. Τον άνθρωπο όμως τον δημιούργησε θεατή των ζώων και των έργων τους και ευγνώμονα ερμηνευτή όλων αυτών. Γι' αυτό ας φροντίζουν οι άνθρωποι μήπως χωρίς να αντικρύσουν και χωρίς να εννοήσουν το Θεό και τα έργα Του, πεθάνουν όπως τα άλογα ζώα. Και πρέπει να γνωρίζει ο άνθρωπος ότι ο Θεός είναι παντοδύναμος και τίποτε δεν είναι αντίθετο σ' Αυτόν. αλλά από την ανυπαρξία όσα θέλει δημιούργησε και δημιουργεί με το λόγο Του για τη σωτηρία των ανθρώπων.


48. Τα επουράνια είναι αθάνατα εξαιτίας της αγαθότητάς τους, ενώ τα επίγεια έγιναν θνητά, γιατί φωλιάζει μέσα τους η κακία που τη διάλεξαν και που έρχεται στους ανόητους εξαιτίας της οκνηρίας τους και της άγνοιας του Θεού.


49. Ο θάνατος όταν κατανοηθεί από τους ανθρώπους, είναι αθανασία. Δεν τον κατανοούν όμως οι αμαθείς. γι' αυτούς είναι θάνατος. Και οπωσδήποτε δεν πρέπει να φοβόμαστε τούτο το θάνατο, αλλά την απώλεια της ψυχής, που είναι η άγνοια του Θεού. Αυτό είναι το φοβερό για την ψυχή.


50. Η κακία είναι πάθος που οφείλεται στη φύση της ύλης. Επομένως δεν γίνεται να υπάρξει σώμα χωρίς κακία. Η λογική ψυχή που το εννοεί αυτό, αποβάλλει το βάρος της ύλης, δηλαδή την κακία. και καθώς ελευθερώνεται από αυτό το βάρος, γνωρίζει το Θεό των όλων και προφυλάγεται από το σώμα σαν από εχθρό και αντίπαλο και δεν υποτάσσεται σ' αυτό. Και έτσι στεφανώνεται από το Θεό η ψυχή ως νικήτρια των παθών της κακίας και της ύλης.


51. Όταν η ψυχή γνωρίσει την κακία, τη μισεί σαν βρωμερότατο θηρίο. Αλλά όταν κανείς δεν την γνωρίζει, την αγαπά. και αυτή τον παίρνει αιχμάλωτό της και μεταχειρίζεται σαν σκλάβο τον εραστή της. Και ο δυστυχισμένος και άθλιος άνθρωπος ούτε το συμφέρον του βλέπει, ούτε το καταλαβαίνει, αλλά νομίζει για στόλισμά του την κακία και χαίρεται γι' αυτό.


52. Η καθαρή ψυχή, επειδή είναι αγαθή, φωτίζεται με μεγάλη λάμψη από το Θεό. Και τότε ο νους νοεί το αγαθό και γεννά λόγια θεάρεστα. Όταν όμως η ψυχή γεμίσει από τη βρωμερή λάσπη της κακίας, τότε επειδή ο Θεός την αποστρέφεται ή μάλλον επειδή η ψυχή χωρίζεται μόνη της από το Θεό, πονηροί δαίμονες μπαίνουν στην διάνοια του ανθρώπου και παρακινούν την ψυχή σε βδελυρές πράξεις: μοιχείες, φόνους, αρπαγές, ιεροσυλίες και όλα τα παρόμοια δαιμονικά έργα.


53. Εκείνοι που γνωρίζουν το Θεό, γεμίζουν από κάθε καλή έννοια και επειδή επιθυμούν τα ουράνια, καταφρονούν τα βιοτικά. Αυτοί οι άνθρωποι ούτε αρέσουν στους πολλούς, ούτε και αυτοί αρέσκονται με τους πολλούς. Και γι' αυτό όχι μόνο τους μισούν αλλά και τους περιγελούν οι πιο πολλοί ανόητοι. Υπομένουν όσα τους φέρνει η φτώχεια επειδή γνωρίζουν ότι εκείνα που οι πολλοί θεωρούν κακά, σ' αυτούς είναι καλά. Γιατί εκείνος που στοχάζεται τα επουράνια, πιστεύει στον Θεό γνωρίζοντας ότι όλα είναι έργα της θελήσεώς Του. Εκείνος όμως που δε τα στοχάζεται, δεν πιστεύει ποτέ ότι ο κόσμος είναι έργο του Θεού και ότι δημιουργήθηκε για τη σωτηρία του ανθρώπου.


54. Εκείνοι που είναι γεμάτοι από κακία και μεθούν από την άγνοια, δεν γνωρίζουν το Θεό. η ψυχή τους είναι ζαλισμένη και δεν έχουν ξεκάθαρο μυαλό. Το Θεό μπορεί να τον εννοήσει κανείς. Και ναι μεν δεν είναι ορατός, είναι όμως φανερότατος μέσα στα ορατά, όπως ακριβώς η ψυχή μέσα στο σώμα μας. Και αν σώμα χωρίς ψυχή είναι αδύνατο να υπάρξει, έτσι και όλα τα όντα και βλεπόμενα είναι αδύνατο να υπάρχουν χωρίς το Δημιουργό Θεό.


55. Για ποιο λόγο δημιουργήθηκε ο άνθρωπος; Για να βλέπει τα έργα του Θεού και μέσω αυτών να γνωρίσει το Θεό και να Τον δοξάσει που τα δημιούργησε για χάρη του ανθρώπου. Ο νους που ελκύει την αγάπη του Θεού, είναι ένα αόρατο αγαθό που το χαρίζει ο Θεός στους άξιους για την διαγωγή τους που την κυβερνά η χρηστότητα.


56. Ελεύθερος είναι όποιος δεν σκλαβώνεται στις ηδονές αλλά κυριαρχεί με φρόνηση και εγκράτεια πάνω στο σώμα του και αρκείται με μεγάλη ευχαριστία σε ό,τι του δίνει ο Θεός, έστω και αν είναι πολύ λίγα. Γιατί όταν βρεθούν σύμφωνοι ο νους που αγαπά το Θεό και η ψυχή, τότε ειρηνεύει όλο το σώμα, ακόμη και χωρίς να το θέλει. Όταν η ψυχή θέλει, τότε κάθε αμαρτωλή σωματική κίνηση σβήνεται.


57. Εκείνοι που δεν αρκούνται σ' αυτά που χρειάζονται για να ζουν αλλά επιθυμούν περισσότερα, υποδουλώνουν τον εαυτό τους στα πάθη που ταράζουν την ψυχή και της φέρνουν λογισμούς και φαντασίες ότι το να θέλουν λίγα ή πολλά είναι το ίδιο. Και όπως τα ρούχα που είναι μεγαλύτερα από το σώμα εμποδίζουν εκείνους που τρέχουν στο αγώνισμα του δρόμου, έτσι και η επιθυμία του ανθρώπου να έχει περισσότερα από όσα πρέπει, εμποδίζει τις ψυχές και δεν τις αφήνει να αγωνίζονται ή να σωθούν.


58. Όταν βρίσκεται κανείς ακουσίως και χωρίς να το θέλει κάπου, το αισθάνεται σαν φυλακή και τιμωρία. Να είσαι λοιπόν ευχαριστημένος με την κατάστασή σου. γιατί αν την υπομένεις με δυσαρέσκεια, θα τιμωρήσεις χωρίς να το αισθάνεσαι τον εαυτό σου. Ένας δρόμος υπάρχει γι' αυτό, η καταφρόνηση των βιοτικών πραγμάτων.


59. Όπως έχομε την όραση που μας έδωσε ο Θεός για να βλέπομε τα ορατά και να ξεχωρίζομε ποιο είναι το άσπρο και ποιο είναι το μαύρο, έτσι μας έδωσε ο Θεός και το λογικό για να διακρίνομε εκείνα που συμφέρουν στην ψυχή μας. Η επιθυμία, όταν αποσπασθεί από το λόγο, γεννά ηδονή και δεν επιτρέπει στην ψυχή να σωθεί ή να ενωθεί με το Θεό.


60. Αμαρτήματα δεν είναι όσα γίνονται κατά φύση, αλλά πονηρά είναι εκείνα που γίνονται από την προαίρεση του ανθρώπου. Πχ. Δεν είναι αμαρτία το να τρώει ο άνθρωπος, αλλά το να μην τρώει με ευχαριστία, κοσμιότητα και εγκράτεια ώστε να κρατά το σώμα του στη ζωή χωρίς κανένα πονηρό υπολογισμό. Ούτε το να βλέπεις αθώα είναι αμαρτία, αλλά το να βλέπεις με φθόνο, υπερηφάνεια και απληστία. Επίσης το να μην ακούς υπομονετικά, αλλά με οργή και θυμό. το να μην καθοδηγείς τη γλώσσα σου σε ευχαριστία προς το Θεό και προσευχή, αλλά να κατηγορείς τους άλλους. και το να μην απασχολείς τα χέρια σου στην ελεημοσύνη, αλλά σε φόνους και αρπαγές. Έτσι κάθε μέλος του σώματος αμαρτάνει με το να εργάζεται παρά το θέλημα του Θεού και με τη θέληση του ανθρώπου τα πονηρά.


61. Αν αμφιβάλλεις ότι κάθε τι που κάνομε το βλέπει ο Θεός, τότε παρατήρησε ότι εσύ που είσαι άνθρωπος και φτιαγμένος από χώμα, μπορείς σε μια στιγμή να σκέφτεσαι και να συλλογίζεσαι πολλούς και διάφορους τόπους συγχρόνως. Πόσο μάλλον ο Θεός που βλέπει τα πάντα σαν ένα σπόρο σιναπιού, που δίνει ζωή στα πάντα και τα τρέφει όπως Εκείνος θέλει;


62. Όταν κλείσεις τις πόρτες του σπιτιού σου και είσαι μόνος, να γνωρίζεις ότι είναι μαζί σου ο άγγελος που έχει οριστεί για κάθε άνθρωπο από το Θεό. αυτός που οι Έλληνες ονόμαζαν «οικείο δαίμονα». Αυτός, ο οποίος δεν κοιμάται ποτέ και δεν κάνει ποτέ λάθος, είναι πάντοτε κοντά σου. βλέπει τα πάντα χωρίς να τον εμποδίζει το σκοτάδι. Μαζί με αυτόν είναι σε κάθε τόπο και ο Θεός, γιατί δεν υπάρχει τόπος ή πράγμα όπου δεν υπάρχει ο Θεός, αφού είναι μεγαλύτερος απ' όλα και κρατά όλους μέσα στο χέρι Του.


63. Αν οι στρατιώτες μένουν πιστοί στον Καίσαρα επειδή τους δίνει τις τροφές, πόσο μάλλον πρέπει να φροντίζομε να ευχαριστούμε ακατάπαυστα με ασίγητα στόματα το Θεό και να είμαστε αρεστοί σ' Αυτόν, ο Οποίος τα πάντα δημιούργησε για τον άνθρωπο;


64. Η ευγνωμοσύνη στο Θεό και η ενάρετη ζωή είναι καρποφορία του ανθρώπου που είναι αρεστή στο Θεό. Οι καρποί της γης δεν γίνονται μέσα σε μία ώρα αλλά με τον καιρό, με βροχές και με καλλιέργεια. Όμοια και η καρποφορία των ανθρώπων στολίζεται με την άσκηση, με τη μελέτη, με το χρόνο, με την καρτερία, την εγκράτεια και την υπομονή. Και αν με αυτά μερικοί σε θεωρούν ευλαβή, εσύ μην έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου όσο βρίσκεσαι στη ζωή και μη νομίζεις για κανένα απ' όσα κάνεις ότι αρέσει στον Θεό. Γιατί πρέπει να γνωρίζεις ότι δεν είναι εύκολο στον άνθρωπο να φυλάξει μέχρι το τέλος την αναμαρτησία.


65. Τίποτε δεν είναι πιο πολύτιμο στον άνθρωπο, όσο ο λόγος. Ο λόγος είναι τόσο δυνατός, ώστε με το λόγο και την ευχαριστία μας λατρεύομε το Θεό, ενώ με τον άχρηστο και δυσφημιστικό λόγο προκαλούμε την καταδίκη της ψυχής μας. Είναι αναίσθητος ο άνθρωπος που κατηγορεί τη γέννησή του ή κάτι άλλο για τις αμαρτίες του, αφού με την ελεύθερη θέλησή του μεταχειρίζεται λόγο ή έργο πονηρό.


66. Αν φροντίζομε να θεραπεύομε τις σωματικές ατέλειες για να μη μας ειρωνεύονται όσοι μας βλέπουν, πολύ περισσότερο είναι μεγάλη ανάγκη να φροντίζομε να θεραπεύομε τα πάθη της ψυχής, αφού μέλλουμε να κριθούμε μπροστά στο Θεό. μη βρεθούμε άτιμοι ή καταγέλαστοι. Έχοντας το αυτεξούσιο, μπορούμε να μην πραγματοποιήσομε τις πονηρές πράξεις που επιθυμούμε, αν το θελήσουμε. είναι στην εξουσία μας να ζούμε με τρόπο που αρέσει στο Θεό. και κανείς ποτέ δεν θα μας εξαναγκάσει να κάνομε χωρίς τη θέλησή μας κάτι κακό. Έτσι αν αγωνιζόμαστε, θα είμαστε άνθρωποι άξιοι του Θεού και θα ζήσομε σαν άγγελοι στους ουρανούς.


67. Αν θέλεις, είσαι δούλος των παθών. αν θέλεις, είσαι ελεύθερος και δεν θα υποκύψεις στα πάθη. Γιατί ο Θεός σε έκανε αυτεξούσιο. Και όποιος νικά τα πάθη της σάρκας στεφανώνεται με την αφθαρσία. Αν δεν υπήρχαν τα πάθη, δεν θα υπήρχαν αρετές, ούτε στεφάνια που χαρίζονται από το Θεό στους αξίους.


68. Εκείνοι που δεν βλέπουν το συμφέρον τους αν και γνωρίζουν το αγαθό, έχουν τυφλή την ψυχή τους και έχει πωρωθεί η διακριτική δύναμή τους. Αυτούς δεν πρέπει να τους προσέχουμε, για να μην πέσομε κι εμείς στα πάθη τους από απρονοησία μας, σαν τυφλοί.


69. Εναντίον εκείνων που αμαρτάνουν δεν πρέπει να θυμώνομε και αν ακόμη διαπράττουν εγκλήματα άξια τιμωρίας. Για χάρη του ίδιου του δικαίου όμως πρέπει να επαναφέρομε όσους σφάλλουν και να τους τιμωρούμε αν τύχει, είτε μόνοι μας είτε μέσω άλλων, αλλά δεν πρέπει να οργιζόμαστε, γιατί η οργή ενεργεί σύμφωνα με το πάθος. δεν κρίνει σωστά και δεν βλέπει το δίκαιο. Γι' αυτό ούτε κι εκείνους που δείχνουν υπερβολική ευσπλαχνία προς όσους σφάλλουν πρέπει να τους παραδεχόμαστε. αλλά οι κακοί πρέπει να τιμωρούνται για το καλό και τη δικαιοσύνη και όχι σύμφωνα με το πάθος μας, της οργής.


70. Μόνο ό,τι αποκτά η ψυχή είναι σίγουρο και αναφαίρετο. Και αυτό είναι η ενάρετη και αρεστή στο Θεό ζωή και η γνώση και τα καλά έργα. Ενώ ο πλούτος είναι τυφλός οδηγός και ανόητος σύμβουλος. οδηγεί στην απώλεια την αναίσθητη ψυχή του εκείνος που μεταχειρίζεται τον πλούτο με κακό και φιλήδονο τρόπο.


71. Πρέπει οι άνθρωποι ή τίποτε το περιττό να μην αποκτούν, ή αν έχουν, να γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι όλα τα πράγματα της ζωής αυτής είναι από τη φύση τους φθαρτά και εύκολα αφαιρούνται και πετιούνται και κομματιάζονται. Επομένως δεν πρέπει να θλίβονται με όσα συμβαίνουν.


72. Γνώριζε ότι οι σωματικοί πόνοι είναι φυσικοί για το σώμα, αφού είναι φθαρτό και υλικό. Πρέπει λοιπόν σ' αυτές τις περιπτώσεις η παιδαγωγημένη ψυχή να προβάλλει ευχαρίστως καρτερία και υπομονή και να μη κατηγορεί το Θεό γιατί έπλασε το σώμα.


73. Εκείνοι που αγωνίζονται στους ολυμπιακούς αγώνες δεν παίρνουν το στεφάνι όταν νικήσουν τον πρώτο ή τον δεύτερο ή τον τρίτο, αλλά όταν νικήσουν όλους τους συναγωνιζομένους. Έτσι και όποιος θέλει να στεφανωθεί από το Θεό, πρέπει να γυμνάζει τη ψυχή του στη σωφροσύνη. όχι μόνο σε ότι έχει σχέση με το σώμα, αλλά και στα σχετικά με τα κέρδη και τις αρπαγές και το φθόνο και τις τροφές και τη ματαιοδοξία και τις κατηγορίες και τους θανάτους και όλα τα παρόμοια.


74. Να μην ακολουθούμε την ενάρετη και θεάρεστη διαγωγή για να μας επαινέσουν οι άνθρωποι, αλλά για τη σωτηρία της ψυχής ας προτιμήσομε την ενάρετη ζωή. Γιατί κάθε ημέρα ο θάνατος είναι μπροστά στα μάτια μας και τα ανθρώπινα είναι αβέβαια και σκοτεινά.


75. Στην εξουσία μας είναι να ζήσομε με σωφροσύνη. το να γίνομε όμως πλούσιοι δεν είναι στην εξουσία μας. Τι λοιπόν; Πρέπει να καταδικάσομε την ψυχή μας για χάρη μιας λιγόκαιρης φαντασίας του πλούτου που δεν είναι στην εξουσία μας να αποκτήσομε; Και να είναι ο πλούτος το μόνο που επιθυμούμε; Πόσο ανόητα τρέχομε χωρίς να γνωρίζομε ότι πρώτη απ' όλες τις αρετές είναι η ταπεινοφροσύνη, όπως και πρώτο απ' όλα τα πάθη είναι η γαστριμαργία και η επιθυμία των υλικών πραγμάτων!


76. Πρέπει να έχομε υπόψη ακατάπαυστα οι φρόνιμοι άνθρωποι ότι με το να υποφέρομε μικρούς και λιγόκαιρους κόπους στη ζωή, πολύ μεγάλη χαρά και ευχαρίστηση απολαμβάνομε μετά το θάνατο. Γι΄αυτό εκείνος που πολεμά κατά των παθών του και θέλει να στεφανωθεί από το Θεό, αν πέσει σε αμαρτία, ας μη χάσει το θάρρος του και μείνει στη πτώση του απελπισμένος, αλλά να σηκωθεί και ν' αρχίσει πάλι να αγωνίζεται και να φροντίσει να στεφανωθεί. Και αν ξαναπέσει, πρέπει μέχρι την τελευταία αναπνοή να σηκώνεται. Γιατί οι σωματικοί κόποι είναι όπλα και μέσα για ν' αποκτήσομε τις αρετές και σώζουν την ψυχή.


77. Οι θλίψεις και τα λυπηρά που συμβαίνουν στη ζωή, γίνονται αφορμή στους ανδρείους και άξιους αγωνιστές να στεφανωθούν από το Θεό. Γι' αυτό πρέπει στη ζωή τους να γίνουν σαν νεκροί για όλα τα βιοτικά πράγματα. γιατί ο νεκρός δεν θα φροντίσει ποτέ για τίποτε αυτού του κόσμου.


78. Δεν πρέπει η λογική και αγωνιζόμενη ψυχή, ευθύς αμέσως να φοβάται και να δειλιάζει απέναντι στα πάθη, γιατί έτσι θα θεωρηθεί δειλή και θα περιφρονηθεί. Γιατί η ψυχή που ταράζεται από τις φαντασίες της ζωής, απομακρύνεται από τα πρέποντα. Στα αιώνια αγαθά προηγούνται οι αρετές της ψυχής μας, ενώ στις αιώνιες κολάσεις αιτία είναι οι θεληματικές κακίες των ανθρώπων.


79. Ο λογικός άνθρωπος πολεμείται δια μέσου των αισθήσεων από τα ψυχικά πάθη. Πέντε είναι οι αισθήσεις του σώματος: όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση, αφή. Υποκύπτοντας μέσω των αισθήσεων αυτών στα τέσσερα πάθη αιχμαλωτίζεται η άθλια ψυχή. Κι είναι αυτά τα τέσσερα πάθη της ψυχής: κενοδοξία, χαρά, θυμός, δειλία. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος με τη φρόνηση και την επανειλημμένη σκέψη σαν καλός στρατηγός γίνει κύριος των παθών και τα νικήσει, δεν πολεμείται πλέον από αυτά, αλλά έχει ειρήνη στην ψυχή του και στεφανώνεται από το Θεό ως νικητής.


80. Από εκείνους που διανυκτερεύουν στα πανδοχεία, μερικοί βρίσκουν κρεβάτια. άλλοι δεν έχουν κρεβάτι. κοιμούνται στο πάτωμα και εντούτοις ροχαλίζουν όπως κι εκείνοι που κοιμούνται σε κρεβάτι. Κι όταν περάσει η νύχτα, πρωί- πρωί αφήνουν το κρεβάτι τους και το πανδοχείο και φεύγουν όλοι μαζί, έχοντας μόνο τα πράγματά τους. Κατά τον ίδιο τρόπο και όλοι όσοι γεννιούνται σ' αυτόν τον κόσμο, και οι φτωχοί και οι πλούσιοι και επίσημοι, βγαίνουν από την ζωή σαν από πανδοχείο, χωρίς να παίρνουν μαζί τους τίποτε από τις απολαύσεις του βίου και από τα πλούτη τους, παρά μόνον τα έργα τους, καλά ή κακά, όσα έκαναν στη ζωή τους.


81. Αν κατέχεις καμιά υψηλή εξουσία, μη φοβερίσεις εύκολα κανέναν με θάνατο, έχοντας υπόψη σου ότι και συ φυσικώς είσαι υποκείμενος στο θάνατο και ότι η ψυχή βγάζει από πάνω της το σώμα σαν τελευταίο ένδυμα. Αυτό έχοντας υπόψη σου να εξασκείσαι πάντοτε στην πραότητα και να ευεργετείς, ευχαριστώντας πάντοτε το Θεό. Γιατί εκείνος που δεν ευσπλαχνίζεται τους άλλους δεν έχει αρετή πάνω του.


82. Το θάνατο, είναι αδύνατο και δεν υπάρχει τρόπος να τον αποφύγομε. Αυτό το γνωρίζουν οι πραγματικά στοχαστικοί άνθρωποι και γυμνασμένοι στις αρετές και στις θεάρεστες σκέψεις, και δέχονται το θάνατο χωρίς στεναγμούς και φόβο και υπερβολική λύπη, έχοντας υπόψη ότι δεν μπορούν να τον αποφύγουν και ότι μ' αυτόν γλυτώνουν από τα κακά και δυσάρεστα του βίου.


83. Εκείνους που έχουν λησμονήσει ολότελα την ενάρετη ζωή που είναι αρεστή στο Θεό και δεν πιστεύουν τις σωστές και θεάρεστες διδασκαλίες, δεν πρέπει να τους μισούμε αλλά μάλλον να τους συμπονούμε, γιατί είναι βλαμμένη η διακριτική δύναμη της ψυχής τους και είναι τυφλή η καρδιά και η διάνοιά τους. Αυτοί χάνονται γιατί από άγνοια δέχτηκαν το κακό ως καλό και δεν γνωρίζουν το Θεό οι τρισάθλιοι και μωροί.


84. Να αποφεύγεις να μιλάς για την αρετή και την ευσέβεια στους πολλούς. Δεν το λέω αυτό από φθόνο, αλλά γιατί κατά την γνώμη μου θα φανείς γελοίος στους ανόητους. Το όμοιο χαίρεται με το όμοιό του. Οι λόγοι για την αρετή και την ευσέβεια έχουν λίγους ακροατές και ίσως εντελώς μετρημένους. Καλύτερα να μην μιλάς, παρεκτός μόνο εκείνα που θέλει ο Θεός για την σωτηρία του ανθρώπου.


85. Η ψυχή πάσχει μαζί με το σώμα, ενώ το σώμα δεν πάσχει μαζί με την ψυχή. Λόγου χάρη, όταν κόβεται το σώμα, υποφέρει και η ψυχή. Όταν το σώμα είναι δυνατό και γερό, συνευχαριστιέται το παθητικό μέρος της ψυχής. Όταν όμως σκέφτεται η ψυχή, δεν σκέφτεται και το σώμα, αλλά μένει μόνο του κατά μέρος, γιατί η σκέψη είναι ιδιότητα της ψυχής. Όπως και η άγνοια, η υπερηφάνεια, η απιστία, η πλεονεξία, το μίσος, ο φθόνος, η οργή, η αδιαφορία, η κενοδοξία, η επιθυμία της τιμής, η διχόνοια και η αίσθηση του καλού. όλα αυτά τα ενεργεί η ψυχή.


86. Έχοντας το νου σου στο Θεό, να είσαι ευσεβής, δηλαδή χωρίς φθόνο, αγαθός, εγκρατής, πράος, να δίνεις όσο μπορείς, να είσαι κοινωνικός, ειρηνικός και τα παρόμοια, Γιατί αυτή είναι η αναφαίρετη περιουσία της ψυχής, το να είσαι αρεστός στο Θεό με τις παραπάνω αρετές. με το να μην κρίνεις κανένα, ούτε να λες οτι ο τάδε είναι κακός και αμάρτησε, αλλά καλύτερα να αναζητείς τα δικά σου αμαρτήματα και να εξετάζεις τη ζωή σου αν είναι αρεστή στο Θεό. Τι μας ενδιαφέρει αν ο άλλος είναι κακός;


87. Ο αληθινός άνθρωπος φροντίζει να είναι ευσεβής. Και ευσεβής είναι εκείνος που δεν επιθυμεί τα ξένα πράγματα. Ξένα για τον άνθρωπο είναι όλα τα κτίσματα, και σαν εικόνα του Θεού που είναι, όλα τα περιφρονεί. Γίνεται ο άνθρωπος εικόνα του Θεού όταν ζει ορθά και θεάρεστα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει, αν δεν απομακρυνθεί ο άνθρωπος από τις μέριμνες της ζωής. Εκείνος που έχει νου που αγαπά το Θεό, γνωρίζει πόση ψυχική ωφέλεια και ευλάβεια προέρχεται από αυτό. Ο θεοσεβής άνθρωπος δεν κατηγορεί κανένα για τις αμαρτίες του παρά μόνο τον εαυτό του. Και αυτό είναι σημάδι σωτηρίας της ψυχής.


88. Όσοι φροντίζουν να αποκτήσουν τα πρόσκαιρα αγαθά ακόμη και με την βία, και αγαπούν τα έργα της κακίας αψηφώντας το θάνατο και την απώλεια της ψυχής τους, χωρίς να βλέπουν οι άθλιοι το συμφέρον τους, τούτοι δεν λογαριάζουν τι υποφέρουν οι άνθρωποι μετά το θάνατο από την κακία.


89. Η κακία είναι πάθος που βρίσκεται στην ύλη. Της κακίας όμως δεν είναι αίτιος ο Θεός. Αυτός έδωσε στους ανθρώπους γνώση και επιτηδειότητα και την ιδιότητα να διακρίνουν το καλό από το κακό και αυτεξουσιότητα. Αυτό που γεννά όλα τα πάθη της κακίας είναι η αμέλεια και η οκνηρία των ανθρώπων. ο Θεός δεν φταίει διόλου σ' αυτό. Από την κακή τους προαίρεση οι δαίμονες έγιναν πονηροί, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι.


90. Ο άνθρωπος που είναι αχώριστος από την ευσέβεια, δεν επιτρέπει να εισχωρήσει κρυφά η κακία στην ψυχή του. Όταν απουσιάζει η κακία, τότε η ψυχή ούτε κίνδυνο έχει, ούτε βλάπτεται από τίποτε. Τέτοιους ανθρώπους ούτε απαίσιος δαίμονας, ούτε κακή μοίρα τους κυριεύει, γιατί ο Θεός τους γλυτώνει από κινδύνους και ζουν χωρίς να υποστούν βλάβη, θείοι και έξοχοι. Και αν κανείς επαινέσει έναν τέτοιον άνθρωπο, αυτός γελά μέσα του γι' αυτούς που τον επαινούν. Και αν κανείς τον κατηγορεί, δεν δικαιολογείται σε όσους τον κατηγορούν. ούτε καν αγανακτεί για ό,τι του λένε.


91. Η κακία ακολουθεί την ανθρώπινη φύση όπως η σκουριά το χαλκό και η ακαθαρσία το σώμα. Αλλά ούτε ο χαλκουργός έκανε τη σκουριά, ούτε οι γονείς την ακαθαρσία. Έτσι ούτε την κακία την έκανε ο Θεός. Έδωσε γνώση στον άνθρωπο και δύναμη να διακρίνει για να αποφύγει το κακό, γνωρίζοντας ότι βλάπτεται από το κακό και τιμωρείται. Πρόσεχε λοιπόν μήπως δει κανένα να είναι ευτυχής μέσα σε εξουσία και πλούτο και τον καλοτυχίσεις, παρασυρόμενος από τον δαίμονα. Αλλά ευθύς να βάλεις το θάνατο μπροστά στα μάτια σου και ποτέ δεν θα επιθυμήσεις κανένα κακό ή γήινο.


92. Ο Θεός μας στα επουράνια χάρισε την αθανασία και τα επίγεια τα έβαλε μέσα στην μεταβολή. Στο σύμπαν δώρισε ζωή και κίνηση. Όλα αυτά για χάρη του ανθρώπου. Γι' αυτό να μην παρασύρεσαι από τα εξωτερικά φαινόμενα του βίου που υποβάλλει στο νου σου ο διάβολος – γιατί αυτός είναι που υποβάλλει στην ψυχή τις πονηρές ενθυμήσεις-, αλλά ευθύς να θυμάσαι τα ουράνια αγαθά και να λες στον εαυτό σου: «Αν θέλω, μπορώ να νικήσω κι αυτό το πάθος. Δε θα νικήσω όμως αν θέλω να πετύχω την δική μου όρεξη». Έτσι λοιπόν να ασκείσαι, γιατί έτσι μπορείς να σώσεις την ψυχή σου.


93. Ζωή είναι η ένωση και σχέση του νου, της ψυχής και του σώματος. Ο θάνατος δεν είναι καταστροφή αυτών που ενώθηκαν, αλλά διάλυση της γνώσεώς τους. Γιατί μέσα στο Θεό διατηρούνται όλα και μετά τη διάλυσή τους.


94. Ο νους δεν είναι ψυχή αλλά δωρεά του Θεού που σώζει τη ψυχή και προηγείται και την συμβουλεύει – δηλαδή ο νους που είναι ευάρεστος στο Θεό. Τη συμβουλεύει λοιπόν, τα πρόσκαιρα και υλικά και φθαρτά να τα καταφρονήσει και να ερωτευθεί τα αιώνια και άφθαρτα και άυλα αγαθά. Και ενώ θα ζει με το σώμα στη γη, να κατανοεί με το νου και να θεωρεί όλα τα ουράνια και τα σχετικά με το Θεό. Ο θεοφιλής λοιπόν νους είναι ευεργέτης και σωτηρία της ψυχής του ανθρώπου.


95. Η ψυχή όταν ενωθεί με το σώμα, ευθύς από την λύπη και την ηδονή σκοτίζεται και χάνεται. Και είναι η λύπη και η ηδονή σαν τους χυμούς του σώματος. Ο νους που αγαπά το Θεό κάνει το αντίθετο. στενοχωρεί το σώμα και σώζει την ψυχή, σαν γιατρός που κατακόβει και καυτηριάζει τα σώματα.


96. Όσες ψυχές δεν έχουν ηνίοχο το λογικό και δεν κυβερνιούνται από το νου, για να σφίγγει και να αναχαιτίζει και να κυβερνά τα πάθη τους, δηλ. τη λύπη και την ηδονή, αυτές οι ψυχές χάνονται σαν τα άλογα ζώα, με το να παρασύρεται η λογική δύναμη της ψυχής από τα πάθη σαν τον ηνίοχο που νικήθηκε από τα άλογα του αμαξιού.


97. Πολύ μεγάλη ασθένεια της ψυχής και αφανισμός και καταστροφή είναι το να μην γνωρίζει το Θεό, που όλα τα δημιούργησε για τον άνθρωπο και του δώρισε το νου και το λογικό, με τα οποία πετώντας ο άνθρωπος, ενώνεται με τον Θεό και Τον εννοεί και Τον δοξάζει.


98. Η ψυχή βρίσκεται μέσα στο σώμα, στην ψυχή βρίσκεται ο νους και μέσα στο νου βρίσκεται το λογικό. Με αυτά στοχαζόμαστε και δοξολογούμε το Θεό, ο Οποίος παρέχει στην ψυχή την αθανασία, την αφθαρσία και την αιώνια απόλαυση. Επειδή ο Θεός σε όλα τα όντα, μόνο από αγαθότητα, χάρισε την ύπαρξη.


99. Ο Θεός αφού έκανε τον άνθρωπο αυτεξούσιο, ως πλουσιόδωρος και αγαθός που είναι, του έδωσε και την δύναμη, αν θέλει, να γίνεται αρεστός σ' Αυτόν. Και αρέσει στο Θεό το να μην υπάρχει κακία στους ανθρώπους. Αν τώρα οι άνθρωποι επαινούν τα καλά έργα και τις αρετές της αγίας ψυχής που αγαπά το Θεό και κατηγορούν τις αισχρές και πονηρές πράξεις, πόσο μάλλον ο Θεός, ο Οποίος θέλει τη σωτηρία του ανθρώπου;


100. Τα αγαθά από τον αγαθό Θεό τα παίρνει ο άνθρωπος. γι' αυτό το σκοπό και δημιουργήθηκε από το Θεό. Τα κακά επισύρει ο άνθρωπος ο ίδιος στον εαυτό του εξαιτίας της κακίας, της επιθυμίας και της αναισθησίας του.


101. Η ασυλλόγιστη ψυχή, ενώ είναι αθάνατη και κυριαρχεί πάνω στο σώμα, γίνεται δούλη του σώματος με τις ηδονές και δεν εννοεί ότι η σωματική απόλαυση είναι βλάβη της ψυχής. Πέφτοντας σε αναισθησία και μωρία, φροντίζει μόνο για τις απολαύσεις του σώματος.


102. Ο Θεός είναι αγαθός, ο άνθρωπος είναι πονηρός. Κανένα κακό δεν υπάρχει στον ουρανό, κανένα καλό δεν υπάρχει πάνω στη γη. Ο λογικός άνθρωπος διαλέγει το καλύτερο και γνωρίζει το Θεό των όλων και Τον ευχαριστεί και Τον υμνεί. και όσο ζει αποστρέφεται το σώμα του και δεν επιτρέπει στον εαυτό του να εκτελέσει τις πονηρές επιθυμίες του, γιατί γνωρίζει ότι έχουν την δύναμη να οδηγούν τον άνθρωπο στην απώλεια.


103. Ο πονηρός άνθρωπος αγαπά την πλεονεξία και περιφρονεί τη δικαιοσύνη και την αρετή. και ούτε την αβεβαιότητα και την ακαταστασία και το λιγόχρονο της ζωής συλλογίζεται, ούτε τον θάνατο που είναι αναπόφευκτος και δεν μπορεί κανείς με δώρα να τον δελεάσει. Αν είναι γέροντας αισχρός και ασυλλόγιστος, τότε είναι σαν το σάπιο ξύλο που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε τίποτε.


104. Όταν έχομε πρώτα δοκιμάσει εκείνα που μας λυπούν και μας στενοχωρούν, τότε αισθανόμαστε τη χαρά και την ηδονή. Λόγου χάρη, δεν πίνει κανείς ευχάριστα αν δεν διψάσει, ούτε τρώει ευχάριστα αν δεν πεινάσει, ούτε κοιμάται μ' ευχαρίστηση αν δεν νυστάξει πάρα πολύ, ούτε χαίρεται πραγματικά αν πρωτύτερα δεν λυπηθεί. Έτσι ούτε τα αιώνια αγαθά θα απολαύσομε αν δεν καταφρονήσομε τα πρόσκαιρα και λιγόκαιρα.


105. Το λογικό είναι υπηρέτης του νου. Ό,τι θέλει ο νους, εξηγεί και εκφράζει το λογικό.


106. Ο νους βλέπει τα πάντα, ακόμα και τα επουράνια. τίποτε δεν τον σκοτεινιάζει παρά μόνο η αμαρτία. Στον καθαρό νου τίποτε δεν είναι ακατανόητο, όπως και για τον λόγο τίποτε δεν υπάρχει που να μην μπορεί να το εκφράσει.


107. Ο άνθρωπος εξαιτίας του σώματος είναι θνητός, αλλά εξαιτίας του νου και του λογικού είναι αθάνατος. Ενώ σωπαίνεις σκέφτεσαι, κι όταν σκεφτείς μιλάς, γιατί μέσα στη σιωπή ο νους γεννά το λόγο. Ευχάριστος λόγος που προσφέρεται στο Θεό, είναι σωτηρία του ανθρώπου.


108. Εκείνος που μιλάει τα ασυλλόγιστα δεν έχει νου, γιατί δε μιλά έπειτα από σκέψη. Αλλά σκέψου και κοίταξε τι συμφέρει να κάνεις για τη σωτηρία της ψυχής σου.


109. Ο λόγος που βγαίνει από το νου έπειτα από σκέψη και είναι ψυχωφελής, είναι δωρεά του Θεού. Αντίθετα, ο λόγος που είναι γεμάτος φλυαρία και συζητεί για το μέγεθος και τις διαστάσεις του ουρανού και της γης και πόσο μεγάλος είναι ο ήλιος και τα άστρα, είναι εφεύρημα ανθρώπου που ματαιοπονεί. Γιατί ζητά εκείνα που δεν ωφελούν, κομπάζοντας μάταια, σαν να θέλει να αντλήσει νερό με το κόσκινο. Αυτά όμως δεν είναι δυνατό να τα βρουν οι άνθρωποι.


110. Κανένας δε βλέπει τον ουρανό και δεν μπορεί να εννοήσει όσα αυτός περιέχει, παρά μόνο ο άνθρωπος που φροντίζει να ζει ενάρετα και συλλογίζεται και δοξάζει Εκείνον που τον έπλασε για να τον σώσει και να του χαρίσει τη ζωή. Γιατί γνωρίζει αυτός ο άνθρωπος που αγαπά το Θεό ότι χωρίς το Θεό τίποτε δεν υπάρχει. Ο Θεός είναι σε κάθε τόπο και σε κάθε πράγμα, επειδή είναι απεριόριστος.


111. 'Οπως βγαίνει ο άνθρωπος από την κοιλιά της μητέρας του, έτσι βγαίνει γυμνή και η ψυχή από το σώμα. Άλλη καθαρή και φωτεινή, άλλη λερωμένη από τα σφάλματα και άλλη μαύρη από τις πολλές αμαρτίες της. Γι' αυτό η ψυχή που χρησιμοποιεί ορθά το λογικό της και αγαπά το Θεό, βάζει στο νου της και συλλογίζεται τα μετά θάνατον κακά και ζει με ευσέβεια για να μην καταδικαστεί και πέσει μέσα σ' αυτά. Εκείνοι που απιστούν, ζουν με ασέβεια και αμαρτάνουν, περιφρονώντας οι ανόητοι τα μετά θάνατον.


112. Όπως όταν βγει ο άνθρωπος από την κοιλιά της μητέρας του δεν θυμάται τίποτε από τη ζωή που είχε εκεί, έτσι και όταν βγεις από το σώμα δεν θυμάσαι τα του σώματος.


113. Όπως όταν βγεις από την κοιλιά της μητέρας σου, γίνεται καλύτερο και μεγαλύτερο το σώμα σου, έτσι όταν βγεις από το σώμα καθαρός και χωρίς κηλίδες, θα είσαι καλύτερος και άφθαρτος διαμένοντας στους ουρανούς.


114. Όπως όταν τελειοποιηθεί το έμβρυο μέσα στην κοιλιά της μητέρας, είναι ανάγκη να γεννηθεί, έτσι και η ψυχή όταν συμπληρώσει μέσα στο σώμα το όριο που έχει θέσει ο Θεός, είναι ανάγκη να βγει από το σώμα.


115. Όπως μεταχειριστείς την ψυχή σου όσο βρίσκεται στο σώμα σου, κατά τον ίδιο τρόπο θα σε μεταχειριστεί και αυτή όταν βγει από το σώμα. Εκείνος που περιποιήθηκε το σώμα του πλούσια και τρυφηλά, προξενεί κακό στον εαυτό του μετά τον θάνατο, γιατί καταδίκασε την ψυχή του ως ανόητος.


116. Όπως το έμβρυο όταν βγει από την κοιλιά της μητέρας του πρόωρα δεν μπορεί να επιβιώσει, έτσι και η ψυχή όταν βγει από το σώμα χωρίς να έχει φτάσει στη γνώση του Θεού με την ενάρετη ζωή της, δεν μπορεί να σωθεί ή να ενωθεί με το Θεό.


117. Το σώμα όταν ενώνεται με την ψυχή, βγαίνει από το σκοτάδι της κοιλιάς στο φως. Και η ψυχή όταν ενώνεται με το σώμα, δεσμεύεται στο σκοτάδι του σώματος. Γι' αυτό πρέπει να μισούμε και να παιδεύομε το σώμα σαν εχθρό και αντίπαλο της ψυχής. Γιατί τα άφθονα και ορεκτικά φαγητά διεγείρουν τα πάθη της κακίας στους ανθρώπους. ενώ η εγκράτεια στο φαγητό μετριάζει τα πάθη και σώζει την ψυχή.


118. Η όραση του σώματος είναι τα μάτια ενώ η όραση της ψυχής είναι ο νους. Και όπως το σώμα χωρίς τα μάτια είναι τυφλό και δεν βλέπει τον ήλιο που φωτίζει την γη και την θάλασσα, έτσι και η ψυχή που δεν έχει καλό και φρόνιμο νου και ενάρετη ζωή, είναι τυφλή και δεν κατανοεί τον Θεό, τον δημιουργό και ευεργέτη των όλων,ούτε Τον δοξάζει, ούτε μπορεί να απολαύσει την αφθαρσία Του και τα αιώνια αγαθά.


119. Αναισθησία και μωρία της ψυχής είναι η άγνοια του Θεού. Γιατί το κακό γεννιέται από την άγνοια, ενώ το αγαθό έρχεται στους ανθρώπους από τη γνώση του Θεού και σώζει την ψυχή. Αν λοιπόν δεν προσπαθείς να πραγματοποιείς τα δικά σου θελήματα, αλλά παραμένεις άγρυπνος και γνωρίζεις το θέλημα του Θεού, τότε έχεις το νου σου προσηλωμένο στις αρετές. Αν όμως φροντίζεις να κάνεις τις κακές σου επιθυμίες για χάρη της ηδονής, τότε είσαι σαν μεθυσμένος από την άγνοια του Θεού και χάνεσαι σαν τα άλογα ζώα, γιατί δεν συλλογίζεσαι τις μετά θάνατον τιμωρίες.


120. Πρόνοια είναι εκείνα που γίνονται κατά θεία φυσική αιτία, όπως η ανατολή και δύση του ηλίου καθημερινά και η καρποφορία της γης. Έτσι και νόμος λέγεται εκείνο που γίνεται σύμφωνα με μία ανθρώπινη φυσική ανάγκη. Όλα έγιναν για χάρη του ανθρώπου.


121. Όσα κάνει ο Θεός, επειδή είναι αγαθός, τα κάνει για χάρη του ανθρώπου. Όσα κάνει ο άνθρωπος είτε καλά είτε κακά, τα κάνει για χάρη του εαυτού του. Και για να μην θαυμάζεις την ευτυχία των κακών ανθρώπων, έχε υπόψη σου ότι και οι πόλεις διατηρούν και τρέφουν τους δήμιους χωρίς να τους επαινούν για την κακή τους ιδιότητα, αλλά με αυτούς τιμωρούν τους κακοποιούς. Έτσι και ο Θεός επιτρέπει στους κακούς να φέρονται δυναστικά στους άλλους, ώστε με αυτούς να τιμωρούνται οι ασεβείς. Στο τέλος κι αυτούς τους καταδικάζει, επειδή τυράννησαν τους ανθρώπους όχι ως υπηρέτες του Θεού, αλλά ως δούλοι της δικής τους κακίας.


122. Αν οι ειδωλολάτρες γνώριζαν τι σέβονται, δεν θα πλανιόνταν οι άθλιοι μακριά από την αληθινή πίστη, αλλά βλέποντας την ευπρέπεια και την τάξη και την πρόνοια εκείνων που έκανε και κάνει συνεχώς ο Θεός, θα γνώριζαν Εκείνον που έκανε όλα αυτά για χάρη του ανθρώπου.


123. Ο άνθρωπος σαν κακός και άδικος που είναι, μπορεί και να σκοτώσει άνθρωπο. Ο Θεός όμως δεν παύει να χαρίζει ζωή στους ανάξιους. Ως πλουσιόδωρος και αγαθός από την φύση Του, θέλησε να γίνει ο κόσμος και έγινε. Και αυτό γίνεται για χάρη του ανθρώπου και για τη σωτηρία του.


124. Άνθρωπος είναι εκείνος που εννόησε τι είναι το σώμα, ότι δηλαδή είναι φθαρτό και λιγόχρονο.Ένας τέτοιος άνθρωπος εννοεί και την ψυχή ότι έχει θεϊκή καταγωγή, ότι είναι αθάνατη και πνοή του Θεού και ότι για δοκιμασία και θέωση συνδέθηκε με το σώμα. Εκείνος που εννόησε τι είναι η ψυχή, ζει με σωστό και θεάρεστο τρόπο και δεν υπακούει στο σώμα του, αλλά βλέποντας νοερά το Θεό σκέφτεται και τα αιώνια αγαθά που χαρίζει ο Θεός στη ψυχή.


125. Ο Θεός ως αγαθός και πλουσιόδωρος, έδωσε στον άνθρωπο το δικαίωμα και την ελευθερία να κάνει το καλό ή το κακό. Του έδωσε ακόμη και γνώση για να παρατηρεί τον κόσμο και τα δημιουργήματα και να γνωρίσει Εκείνον που όλα τα δημιούργησε για χάρη του ανθρώπου. Στο βέβηλο όμως και ασεβή, επιτρέπεται να θέλει και να μην εννοεί τον Θεό. Μπορεί δηλαδή και να απιστεί και να μην κατορθώνει να μάθει την αλήθεια και να φρονεί αντίθετα προς αυτή. Τόση εξουσία έχει ο άνθρωπος πάνω στο καλό και στο κακό.


126. Προσταγή του Θεού είναι όσο μεγαλώνει το σώμα, να γεμίζει η ψυχή από νου, για να βλέπει ο άνθρωπος το καλό και το κακό και να διαλέξει. Η ψυχή όμως που δεν διαλέγει το καλό, δεν έχει νου. Επομένως όλα τα σώματα έχουν ψυχή, δεν έχουν όμως όλες οι ψυχές, νου. Γιατί ο νους που αγαπά το Θεό υπάρχει στους φρόνιμους και όσιους και δίκαιους και καθαρούς και αγαθούς και ελεήμονες και ευσεβείς. Και η παρουσία τέτοιου νου βοηθά τον άνθρωπο να πλησιάσει το Θεό.


127. Ένα πράγμα μόνο δεν είναι δυνατό στον άνθρωπο, το να είναι αθάνατος (δηλαδή κατά το σώμα, επειδή η ψυχή είναι αθάνατη. αλλά και το σώμα μετά την ανάσταση των νεκρών θα γίνει αθάνατο). Να ενωθεί όμως με το Θεό του είναι δυνατό, αν καταλάβει ότι μπορεί να ενωθεί. Γιατί ο άνθρωπος που θέλει και σταχάζεται και πιστεύει και αγαπά, με την ενάρετη ζωή του γίνεται αχώριστος σύντροφος του Θεού.


128. Το μάτι του ανθρώπου μόνο τα φαινόμενα και ορατά βλέπει. Ο νους παρατηρεί και εννοεί τα αόρατα. Γιατί ο νους που αγαπά το Θεό είναι φως της ψυχής. και όποιος έχει νου θεοφιλή, είναι φωτισμένη η καρδιά του και βλέπει το Θεό νοερά.


129. Κανένας αγαθός άνθρωπος δεν είναι αισχρός. Αλλά εκείνος που δεν είναι καλός, είναι οπωσδήποτε κακός και φίλος του σώματος. Πρώτη αρετή του ανθρώπου είναι η περιφρόνηση της σάρκας. Γιατί ο αποχωρισμός από τα πρόσκαιρα και φθαρτά και υλικά, που γίνεται με τη θέλησή μας και όχι εξαιτίας της φτώχειας, μας κάνει κληρονόμους των αιωνίων και αθανάτων αγαθών.


130. Ο άνθρωπος που έχει νου γνωρίζει τον εαυτό του τι είναι, ότι δηλαδή ως άνθρωπος είναι φθαρτός. Εκείνος που γνωρίζει τον εαυτό του, γνωρίζει ότι όλα είναι δημιουργήματα του Θεού και δημιουργήθηκαν για την σωτηρία του ανθρώπου. Είναι στην εξουσία του ανθρώπου να εννοήσει τα πάντα και να πιστέψει σωστά. Και γνωρίζει ασφαλώς ένας τέτοιος άνθρωπος ότι εκείνοι που περιφρονούν τα βιοτικά πράγματα ελάχιστα κοπιάζουν, ενώ κερδίζουν απόλαυση και ανάπαυση αιώνια από το Θεό μετά το θάνατο.


131. Όπως το σώμα χωρίς την ψυχή είναι νεκρό, έτσι και η ψυχή χωρίς την επιτηδειότητα να νοεί, είναι ακαλλιέργητη και άχρηστη και δεν μπορεί να γίνει κληρονόμος του Θεού.


132. Απ' όλα τα δημιουργήματα ο Θεός ακούει μόνο τον άνθρωπο, μόνο στον άνθρωπο φανερώνεται. Φιλάνθρωπος είναι ο Θεός όπου και αν είναι και φέρεται πάντοτε ως Θεός. Μόνον ο άνθρωπος είναι αντάξιος προσκυνητής του Θεού. Για χάρη του ανθρώπου ο Θεός μεταμορφώνεται.


133. Ο Θεός για χάρη του ανθρώπου έπλασε τα πάντα, τον ουρανό με τα ουράνια σώματα που τον στολίζουν, όπως και τη γη που οι άνθρωποι καλλιεργούν για τον εαυτό τους. Εκείνοι που δεν αισθάνονται την τόσο μεγάλη πρόνοια του Θεού, είναι ανόητοι.


134. Το καλό δε φαίνεται, όπως και τα ουράνια. Το κακό είναι φανερό, οπως και τα επίγεια. Καλό είναι εκείνο που δεν συγκρίνεται με τίποτε. Ο άνθρωπος που έχει φρόνηση διαλέγει το καλύτερο. Γιατί μόνον ο άνθρωπος μπορεί να εννοήσει το Θεό και τα δημιουργήματά Του.


135. Ο νους φανερώνεται μέσα στην ψυχή, ενώ η υλική φύση φανερώνεται στο σώμα. Ο νους φέρνει σε θέωση την ψυχή, ενώ η υλική φύση του σώματος διαλύεται. Και σε κάθε σώμα υπάρχει υλική σύσταση, δεν υπάρχει όμως και σε κάθε ψυχή φρόνηση. Γι' αυτό το λόγο και δεν σώζεται κάθε ψυχή.


136. Η ψυχή είναι στον κόσμο, γιατί είναι γεννημένη, ενώ ο νους είναι παραπάνω από τον κόσμο, γιατί είναι αγέννητος. Η ψυχή όμως που αντιλαμβάνεται τα πράγματα του κόσμου και επιθυμεί να σωθεί, κάθε στιγμή έχει ένα νόμο απαράβατο και συλλογίζεται ότι τώρα είναι ο αγώνας, τώρα δίνει εξετάσεις και δεν επιτρέπεται να διακόψει τον κριτή. σκέφτεται ότι η ψυχή σώζεται ή χάνεται για μια μικρή και αισχρή ηδονή.


137. Στη γη δημιουργήθηκε από το Θεό γέννηση και θάνατος, ενώ στον ουρανό πρόνοια και το αμετάβλητο. Και όλα έγιναν για χάρη του ανθρώπου και για τη σωτηρία του. Γιατί ο Θεός ενώ δεν έχει ανάγκη από τίποτε, δημιούργησε για τους ανθρώπους τον ουρανό και τη γη και τα στοιχεία του κόσμου, προσπαθώντας να τους εξασφαλίσει μ' αυτά την απόλαυση κάθε αγαθού.


138. Τα θνητά είναι κατώτερα από τα αθάνατα. Αλλά τα αθάνατα υπηρετούν τα θνητά. με άλλα λόγια τα στοιχεία της φύσεως έγιναν για τον άνθρωπο, εξαιτίας της φιλανθρωπίας και της φυσικής αγαθότητας του Δημιουργού Θεού.


139. Όποιος έγινε φτωχός και δεν μπορεί να βλάψει, δεν λογαριάζεται ως ευσεβής στην πράξη. Εκείνος τώρα που μπορεί να βλάψει και όμως την δύναμή του δεν την μεταχειρίζεται για το κακό, αλλά λυπάται τους ανθρώπους που στέκουν χαμηλότερα, εξαιτίας της ευσέβειάς του προς το Θεό, αυτός δέχεται αμοιβές ωφέλιμες στη ζωή και μετά το θάνατο.


140. Πολλοί είναι οι δρόμοι της σωτηρίας των ανθρώπων από φιλανθρωπία του Θεού. Γίνονται δρόμοι επιστροφής των ψυχών που τις ανεβάζουν στους ουρανούς. Και οι ψυχές των ανθρώπων παίρνουν μετά το θάνατο αμοιβές για την αρετή τους και τιμωρίες για τα αμαρτήματά τους.


141. Ο Υιός είναι μέσα στον Πατέρα, το Πνεύμα μέσα στον Υιό και ο Πατέρας μέσα στον Υιό και το Πνεύμα. Και με την πίστη γνωρίζει ο άνθρωπος όλα τα αόρατα και νοητά. Πίστη είναι η θεληματική συγκατάθεση της ψυχής.


142. Εκείνοι που για κάποιους λόγους ή δύσκολες περιστάσεις αναγκάζονται να κολυμπήσουν και στα μεγαλύτερα ποτάμια, αν είναι προσεκτικοί σώζονται. γιατί κι αν τα ρεύματα τυχαίνει να είναι ορμητικά και μπορούν να τους καταπιούν, πιάνονται απ' οτιδήποτε φυτρώνει στην όχθη και σώζονται. Όσοι όμως βρέθηκαν μεθυσμένοι (όταν παρουσιάστηκε η ανάγκη να πέσουν στο ποτάμι), ακόμη κι αν έχουν σπουδάσει άπειρες φορές στην εντέλεια το κολύμπι, βουλιάζουν κάτω από το ρεύμα και βγαίνουν από τον κύκλο των ζωντανών. Έτσι και η ψυχή όταν πέσει μέσα στον παρασυρμό και τον παραδαρμό των ρευμάτων του βίου, αν δεν ξεζαλιστεί από την κακία των υλικών πραγμάτων και δε σκεφτεί καλά ότι ενώ είναι θεϊκή και αθάνατη συνδέθηκε με το λιγόχρονο και πολυπαθές και θνητό σώμα για να δοκιμαστεί, τραβιέται προς τα κάτω από τις σωματικές ηδονές στην απώλεια. Και περιφρονώντας τον εαυτό της και μεθυσμένη από την άγνοια του Θεού και μη έχοντας συναίσθηση του εαυτού της, χάνεται και βγαίνει από τον κύκλο εκείνων που σώζονται. Γιατί το σώμα πολλές φορές σαν ποτάμι μας συμπαρασύρει σε άτοπες ηδονές.


143. Η λογική ψυχή που είναι στερεωμένη πάνω στην καλή της προαίρεση, διευθύνει σαν καλός ηνίοχος το συναίσθημα και την επιθυμία, τα παράλογα πάθη της, και αφού τα νικήσει και τα συγκρατήσει και κυριαρχήσει πάνω σ' αυτά, στεφανώνεται και αξιώνεται του επουράνιου τρόπου ζωής, παίρνοντάς τον ως αμοιβή της νίκης από τον Δημιουργό της Θεό.


144. Η πραγματικά λογική ψυχή, όταν βλέπει οτι οι πονηροί είναι ευτυχείς και οι ανάξοι καλοπερνούν, δεν θορυβείται όπως κάνουν οι απερίσκεπτοι άνθρωποι. Γιατί γνωρίζει καλά ότι η τύχη είναι άστατη και ο βίος είναι αβέβαιος και σκοτεινός και η ζωή λιγόχρονη και η θεία δίκη αδωροδόκητη. Και πιστεύει μια τέτοια ψυχή ότι δεν την έχει παραμελήσει ο Θεός, αλλά της χορηγεί την τροφή που χρειάζεται.


145. Η σωματική ζωή και η απόλαυση του βίου με εξουσία και πολύ πλούτο, γίνονται θάνατος της ψυχής. Ενώ ο κόπος και η υπομονή και η στέρηση με ευχαριστία προς τον Θεό και ο θάνατος του σώματος, είναι ζωή και αιώνια απόλαυση της ψυχής.


146. Η λογική ψυχή περιφρονεί τα υλικά και την λιγόχρονη ζωή και στη θέση τους προτιμά την ουράνια απόλαυση και την αιώνια ζωή, που την παίρνει από το Θεό με την ενάρετη ζωή.


147. Όσοι φορούν ρούχα λερωμένα με βρωμερή λάσπη, λερώνουν εκείνους που τους πλησιάζουν. Παρόμοια οι κακοπροαίρετοι άνθρωποι που δεν ζουν με ευσέβεια, όταν συναναστρέφονται με απλούς και άκακους ανθρώπους, μολύνουν την ψυχή τους με τα βρωμερά και άπρεπα λόγια τους.


148. Αρχή της αμαρτίας είναι η επιθυμία, με την οποία χάνεται η λογική ψυχή. Και αρχή σωτηρίας και βασιλείας ουρανών είναι η αγάπη.


149. Ο χαλκός όταν τον παραμελήσομε, εξαιτίας του χρόνου και της αχρησίας σαπίζει από τη σκουριά και γίνεται άχρηστος και άσχημος. Κατά τον ίδιο τρόπο και η ψυχή όταν μένει αργή και δεν φροντίζει για ενάρετη ζωή και επιστροφή στο Θεό, χωρίζεται με τις κακές πράξεις από τη φύλαξη και τη βοήθεια του Θεού και εξαιτίας της κακίας που προέρχεται από την αμέλεια και τη φροντίδα που έχει μόνο για το σώμα, σαν τον χαλκό καταστρέφεται από τη σκουριά και γίνεται άσχημη και άχρηστη και ακατάλληλη για σωτηρία.


150. Ο Θεός είναι αγαθός και απαθής και αμετάβλητος. Αν κανείς αυτό το θεωρεί εύλογο και αληθές, απορεί όμως πως ο Θεός για τους αγαθούς χαίρεται ενώ τους κακούς τους αποστρέφεται, και εναντίον εκείνων που αμαρτάνουν οργίζεται, ενώ όταν υπηρετείται και λατρεύεται γίνεται ευμενής, πρέπει να του πούμε ότι ο Θεός ούτε χαίρεται ούτε οργίζεται. γιατί η λύπη και η χαρά είναι πάθη. ούτε με δώρα κολακεύεται, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι νικιέται από την ηδονή. Δεν πρέπει να κρίνομε τον Θεό με ανθρώπινα κριτήρια. Εκείνος είναι αγαθός και ωφελεί μόνο και ουδέποτε βλάπτει, αλλά είναι πάντοτε ο ίδιος απαθής. Ενώ εμείς εφόσον είμαστε αγαθοί ενωνόμαστε με τον Θεό. Κι όταν είμαστε κακοί χωριζόμαστε από Αυτόν, επειδή είμαστε ανόμοιοι. Όταν ζούμε με αρετή ακολουθούμε τον Θεό, όταν όμως γινόμαστε κακοί, κάνομε εχθρό μας Εκείνον που δεν οργίζεται χωρίς λόγο. γιατί τα αμαρτήματα δεν αφήνουν τον Θεό να μας φωτίζει εσωτερικά, αλλά μας ενώνουν με τιμωρούς δαίμονες. Αν με προσευχές και ελεημοσύνες κερδίζομε την άφεση των αμαρτιών μας, δεν κολακεύομε και δεν μεταβάλλομε το Θεό, αλλά με τα καλά έργα μας και την επιστροφή μας σ' Αυτόν γιατρεύομε την κακία μας και απολαμβάνομε πάλι την αγαθότητα του Θεού. Ώστε το να λέμε ότι ο Θεός αποστρέφεται τους κακούς είναι σαν να λέμε ότι ο ήλιος κρύβει το φως του από τους τυφλούς.


151. Η ευσεβής ψυχή γνωρίζει το Θεό των όλων. Επειδή τίποτε άλλο δεν είναι η ευσέβεια παρά να κάνει κανείς το θέλημα του Θεού (και αυτό είναι γνώση του Θεού), να μην έχει δηλ. φθόνο, να έχει σωφροσύνη, να είναι πράος, ευεργετικός όσο μπορεί, κοινωνικός, ειρηνικός και όλα όσα αρέσουν στο θέλημα του Θεού.


152. Η γνώση και ο φόβος του Θεού θεραπεύουν τα πάθη που προξενεί στην ψυχή η ύλη. Όταν η ψυχή δεν γνωρίζει το Θεό, τα πάθη μένουν αθεράπευτα και προκαλούν το σάπισμα της ψυχής. Σαν να έχει χρόνια αγιάτρευτη πληγή η ψυχή σαπίζει από την κακία, πράγμα για το οποίο είναι ανεύθυνος ο Θεός, γιατί έχει δώσει γνώση, εμπειρία και επιτηδειότητα στους ανθρώπους.


153. Τον άνθρωπο τον έχει γεμίσει ο Θεός από γνώση, εμπειρία και επιτηδειότητα, γιατί φροντίζει να τον καθαρίσει από τα πάθη και τη θεληματική κακία και επειδή θέλει να μεταβάλλει τη θνητότητα σε αθανασία λόγω της αγαθότητάς Του.


154. Ο νους που κατοικεί μέσα στην καθαρή και φιλόθεη ψυχή βλέπει το Θεό πραγματικά, τον αγέννητο και αόρατο, τον ανέκφραστο, τον μόνο καθαρό για όσους είναι καθαροί στην καρδιά.


155. Στεφάνι αθανασίας και αρετή και σωτηρία του ανθρώπου είναι να υποφέρει με χαρά και ευχαριστία τις συμφορές που του τυχαίνουν. Το να κυριαρχεί στο θυμό, τη γλώσσα, την κοιλιά και να απέχει από ηδονές, αυτά γίνονται μεγάλη βοήθεια στην ψυχή.


156. Η πρόνοια του Θεού είναι που συγκρατεί τον κόσμο. Και δεν υπάρχει κανένας τόπος στον κόσμο απ' όπου να απουσιάζει η πρόνοια του Θεού. Πρόνοια είναι αυτοδύναμος λόγος του Θεού ο οποίος διαμορφώνει την ύλη που έρχεται στον κόσμο και είναι ο δημιουργός και τεχνίτης όλων όσων γίνονται. Γιατί η ύλη δεν μπορεί να τακτοποιηθεί χωρίς την δημιουργική δύναμη του λόγου, που είναι εικόνα και νους και σοφία και πρόνοια του Θεού.


157. Η επιθυμία που προέρχεται από τις ενθυμήσεις είναι η ρίζα των σκοτεινών παθών. Και η ψυχή όταν είναι μέσα στην κακή επιθυμία αγνοεί τον εαυτό της, ότι είναι «πνοή» του Θεού, και έτσι οδηγείται στην αμαρτία, χωρίς να συλλογίζεται η ανόητη τις μετά θάνατον τιμωρίες.


158. Πολύ μεγάλη κι αγιάτρευτη ασθένεια της ψυχής και καταστροφή της, είναι η αθεΐα και η φιλοδοξία. Γιατί η επιθυμία του κακού στερεί την ψυχή από το αγαθό. Αγαθό είναι το να κάνει ο άνθρωπος πλουσιοπάροχα όλα τα καλά, όσα είναι αρεστά στο Θεό των όλων.


159. Μόνο ο άνθρωπος είναι δυνατό να δεχτεί το Θεό. Επειδή μόνο στον άνθρωπο μιλά ο Θεός, τη νύχτα με όνειρα, την ημέρα με το νου. Και με όλα τα μέσα προλέγει και προμηνύει τα μέλλοντα αγαθά σ' εκείνους τους ανθρώπους που είναι άξιοί Του.


160. Τίποτε δεν είναι δύσκολο σ' εκείνον που πιστεύει και θέλει να εννοήσει το Θεό. Αν τώρα θέλεις επιπλέον να Τον δεις, βλέπε την ευπρέπεια και ευταξία και την πρόνοια όλων όσα έγιναν και γίνονται δια μέσου του λόγου Του. Και όλα για χάρη του ανθρώπου.


161. Άγιος ονομάζεται εκείνος που ειναι καθαρός από κακίες και αμαρτήματα. Γι' αυτό είναι πολύ μεγάλο κατόρθωμα της ψυχής και αρέσει στο Θεό, να μην υπάρχει κακία στον άνθρωπο.


162. Όνομα είναι το διακριτικό σημείο ενός από τα πολλά. Γι' αυτό είναι ανοησία να νομίζομε ότι ενώ ο Θεός είναι Ένας και μόνος, έχει και άλλο όνομα. Γιατί η λέξη Θεός σημαίνει τον Άναρχο, που δημιούργησε τα πάντα για τον άνθρωπο.


163. Αν γνωρίζεις ότι έχεις κάνει πονηρές πράξεις, απόκοψέ τις από την ψυχή σου, με την ελπίδα ότι θα κάνεις καλές πράξεις. Γιατί ο Θεός είναι δίκαιος και φιλάνθρωπος.


164. Γνωρίζει το Θεό και γνωρίζεται από το Θεό, ο άνθρωπος εκείνος που προσπαθεί να είναι αχώριστος από το Θεό. Και αχώριστος του Θεού γίνεται αυτός που είναι σε όλα ενάρετος και απέχει από κάθε ηδονή, όχι γιατί δεν έχει τα μέσα να την απολαύσει, αλλά γιατί το θέλει ο ίδιος από εγκράτεια.


165. Κάνε καλό σ' εκείνον που σε αδικεί και θα έχεις φίλο το Θεό. Σε κανέναν μην κατηγορείς τον εχθρό σου. Κάνε πράξη με επιμέλεια την αγάπη, τη σωφροσύνη, την υπομονή, την εγκράτεια και τα παρόμοια. Αυτή είναι η γνώση του Θεού. να Τον ακολουθείς με ταπεινοφροσύνη και τα όμοια. Αυτά δεν είναι έργα των τυχόντων αλλά των στοχαστικών ψυχών.


166. Για εκείνους που τολμούν με ασέβεια να λένε έμψυχα τα φυτά και τα λάχανα, γράφω το παρόν κεφάλαιο, για τους απλούστερους προς πληροφορία τους. Τα φυτά έχουν ζωή φυσική, αλλά δεν έχουν ψυχή. Λογικό ζώο λέγεται ο άνθρωπος, γιατί έχει νου και μπορεί να δεχτεί την επιστήμη και τη γνώση. Τα άλλα ζώα, όσα ζουν στη γη ή στον αέρα, έχουν φωνή, γιατί αναπνέουν, και έχουν ζωή. Και όλα όσα μεγαλώνουν, πεθαίνουν. είναι ζώα, επειδή ζουν και μεγαλώνουν, αλλά ψυχή δεν έχουν. Τέσσερα είδη ζώων υπάρχουν. Άλλα από αυτά είναι αθάνατα και έμψυχα, όπως οι Άγγελοι. Άλλα έχουν νου και ψυχή και πνοή, όπως οι άνθρωποι. Άλλα έχουν πνοή και ψυχή, όπως τα ζώα. Άλλα έχουν μόνο ζωή, όπως τα φυτά. Και η ζωή προκειμένου για φυτά νοείται χωρίς ψυχή και πνοή και νου και αθανασία. Ενώ όλα τα άλλα χωρίς ζωή δεν μπορούν να υπάρξουν. Κάθε ψυχή ανθρώπου κινείται αδιάκοπα από τόπο σε τόπο.


167. Όταν σου έρθει στο νου μια φαντασία ηδονής, πρόσεχε να μη σε παρασύρει αμέσως. κάνε μια μικρή αναβολή και θυμήσου το θάνατο και ότι καλύτερο είναι να έχεις τη συνείδηση ότι νίκησες αυτή την ψεύτικη ηδονή.


168. Όπως η γέννηση του ανθρώπου συνοδεύεται από το πάθος – γιατί ότι γίνεται στη ζωή συνοδεύεται από τη φθορά – έτσι και στο πάθος υπάρχει η κακία. Μην πεις λοιπόν ότι δε μπορούσε ο Θεός να κόψει την κακία. Αυτά τα λένε οι αναίσθητοι και μωροί. Δεν ήταν λοιπόν ανάγκη να αποκόψει ο Θεός την ύλη. γιατί τα πάθη αυτά είναι πάθη της ύλης. Και ο Θεός αποβλέποντας στο συμφέρον απέκοψε την κακία από τους ανθρώπους και δώρισε το νου και τη σοφία και γνώση και διάκριση του καλού, για να γνωρίζομε ότι η κακία μας ζημιώνει και να την αποφεύγομε. Ο ασυλλόγιστος όμως άνθρωπος ακολουθεί την κακία και καυχιέται γι' αυτήν και αγωνίζεται πιασμένος από αυτήν όπως σε δίχτια. Ποτέ δεν μπορεί να σηκώσει πάνω το κεφάλι του και να δει και να γνωρίσει το Θεό, ο Οποίος τα πάντα δημιούργησε για τη σωτηρία και θέωση του ανθρώπου.


169. Τα θνητά λυπούνται επειδή προγνωρίζουν ότι θα πεθάνουν. Και η αθανασία, επειδή είναι αγαθό, πηγαίνει στις όσιες και ενάρετες ψυχές. Ενώ ο θάνατος, επειδή είναι κακό, πηγαίνει στην ανόητη και άθλια ψυχή.


170. Όταν με ευχαριστία πλαγιάσεις στο στρώμα σου, τότε φέρνοντας μπροστά σου τις ευεργεσίες και την τόση πρόνοια του Θεού, γεμίζεις από καλές σκέψεις και χαίρεσαι περισσότερο και ευφραίνεσαι. Και γίνεται ο ύπνος του σώματος, νηφαλιότητα και αγρυπνία της ψυχής. και το κλείσιμο των ματιών σου, αληθινή όραση του Θεού. και η σιωπή σου, κυοφορώντας το αγαθό, προσφέρει ολόψυχα, με πνευματική αίσθηση, δόξα που ανυψώνεται στο Θεό των όλων. Γιατί όταν λείπει η κακία, η ευχαριστία και μόνη της αρέσει στο Θεό παραπάνω από κάθε πολυτελή θυσία. Σ' Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.