A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον  πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΒΙΟΝ (Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης)

Ὄντας γέροντας στὴν ἡλικία, θεωρῶ καλὸ καὶ συνετό, Καισάριε, νὰ ὑποχωρήσω στὶς ἀπαιτήσεις τῆς φιλομαθοῦς σου νεότητας καὶ νὰ περιγράψω τὸν τέλειο βίο σύμφωνα μὲ ἕνα βιβλικὸ ἁγιογραφικὸ πρότυπο.

Πῶς νὰ σοῦ μιλήσω ὅμως, γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν τελειότητα, ὅταν αὐτὲς ἀπὸ τὴν φύση τους δὲν ἔχουν ὅρια; O ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι Φύση ἀπέραντη καὶ ἀπεριόριστη, συνεπῶς εἶναι ἀδύνατον νὰ πετύχει κανεὶς τὸ τέλειο, ἐπειδὴ τὸ ὅριό τους χάνεται στὸ ἄπειρο. Συνετότερα, θὰ ἔλεγα ὅτι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τέτοια, ὥστε νὰ ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιδιώκει ὅσο γίνεται μεγαλύτερη συμμετοχὴ στὸ καλό. Αὐτὸ διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ μᾶς προτρέπει νὰ μελετήσουμε τὸ βίο ἐνδόξων ἀνδρῶν, διορθώνοντας ἔτσι τὴ δική μας πορεία στὸ πολυτάραχο πέλαγος τοῦ κόσμου. Ἄλλωστε ἡ ζωὴ τῶν Ἁγίων Ἀνδρῶν γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἱστορεῖται μὲ τόσες λεπτομέρειες γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τοὺς μιμοῦνται αὐτοὶ ποὺ κοπιάζουν γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ ἀγαθοῦ.
Ἃς πάρουμε, λοιπόν, ὡς πρότυπο τὸν Μωυσῆ καὶ ἃς προσπαθήσουμε νὰ κατανοήσουμε τὸ βίο τῆς τελειότητας, ὅσο αὐτὴ εἶναι δυνατὴ στὴ χωμάτινη φύση μας.

Ἡ γέννηση τοῦ Μωυσῆ

…Καθὼς ὁ νόμος τοῦ κόσμου ἐπέβαλε τὴν θανάτωση τῶν ἀγοριῶν τῶν Ἑβραίων, γεννιόταν ὁ Μωυσῆς καὶ αὐτὸ βεβαιώνει πὼς ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν ἐνάρετο βίο ἐπιφέρει τὴν δυσαρέσκεια τοῦ δυνάστη διαβόλου. Ὁρμητικὰ καὶ ἄγρια τα νερὰ τοῦ ποταμοῦ Νείλου δέχονταν γυμνὰ καὶ ἀπροστάτευτά τα ἀρσενικὰ βρέφη, ὅπως καὶ ὁ ἄνθρωπος γυμνὸς γεννιέται καὶ ρίχνεται εὐθὺς στὰ ἀλλεπάλληλα κύματα τῶν παθῶν. Ἀλλὰ οἱ προνοητικοὶ λογισμοὶ φυλάσσουν τὸ τρυφερὸ πολύτιμο βλαστάρι σὲ κιβώτιο στεγανό, ποὺ τὸ μεταφέρει μὲ ἀσφάλεια στὸν προορισμό του. Ἡ μόρφωση καὶ ἡ κοσμικὴ παιδεία εἶναι ποὺ κρατοῦν στὴν ἀρχὴ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐπιφάνεια τῆς ζωῆς, καλὰ προφυλαγμένο ἀπὸ τὴν βιοτικὴ ταραχή. Ἡ καθημερινότητα διδάσκει καὶ τοῦτο, ὅσους καταφέρνουν νὰ μὴν καταποντιστοῦν ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο ψέμα, ἡ ἴδια ἡ ἁμαρτωλὴ ζωὴ τοὺς σπρώχνει ἀπὸ μόνη της, μὲ ὁρμὴ καὶ βία, ὥστε ἡ ἀρετή τους νὰ μὴν παρενοχλεῖ τὴν ὑποκριτικὴ ὀμορφιά της.
Ἡ κόρη τοῦ Φαραὼ ἦταν στείρα καὶ ἄτεκνη, ὅπως ἡ ἀνθρώπινη κοσμικὴ σοφία, ποὺ ἐπιδιώκει νὰ ὀνομαστεῖ μητέρα τοῦ παιδιοῦ, μὰ ἡ γνήσια καὶ ἀληθινὴ μάνα, ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν παύει ποτὲ νὰ γαλουχεῖ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ φῶς τῆς θεογνωσίας. Συνεπῶς, εἶναι ἀναπόφευκτος ὁ γυρισμὸς στὴ φυσικὴ μητέρα, τὴν Ἐκκλησία, ποὺ μὲ τὶς ἐντολὲς καὶ τὶς παραδόσεις τῆς τρέφει καὶ δυναμώνει τὴν ψυχή, ἀνεβάζοντας τὴν σὲ καθάρια ὕψη…

Ἡ Φλεγόμενη Βάτος

… Μένοντας σταθεροὶ στὴν ἀληθινὴ Χριστιανικὴ ζωὴ θὰ λάμψει μέσα μας ὁλόλαμπρη ἡ ἀλήθεια, φωτίζοντας τὰ κλειστὰ μάτια τῆς ψυχῆς. Ἀλήθεια εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ φανερώνεται, ὅπως στὸν Μωυσῆ, μέσα σὲ ἀπερίγραπτη φωτοχυσία. Ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ἡ βάτος, τὴν ὁποία ἐνῶ πυρπόλησε τὸ Φῶς τῆς Θεότητας φύλαξε ἀκατάφλεκτο τὸν θάμνο, χωρὶς νὰ καταστρέψει μὲ τὴν γέννηση τὸ πολύτιμο ἄνθος τῆς παρθενίας.
Πῶς, ἀλήθεια, νὰ ἀνέβουμε ψηλὰ μὲ τὰ πόδια μᾶς βαριὰ καὶ δεμένα; πῶς θὰ προσεγγίσουμε τὸ Φῶς τῆς Ἀλήθειας, ἂν δὲ λυθεῖ τὸ χοϊκὸ δερμάτινο ἔνδυμα, ποῦ φοροῦμε ὅλοι λόγω τῆς παρακοῆς;
Ἡ ἀλλοίωση τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ τοῦ Μωυσῆ θυμίζει-εἰκονίζει τὸ Μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ βρίσκεται στὰ δεξιά του Πατρός. Καθὼς φανερώθηκε ἀπὸ τοὺς Πατρικοὺς Κόλπους ἀλλοιώθηκε καὶ ἔγινε ὅπως ἐμεῖς ἄνθρωπος, ἔμεινε κοντά μας γιατρεύοντας τὶς ἀσθενεῖς ψυχές μας καὶ ἔπειτα ἐπέστρεψε ξανὰ στοὺς Κόλπους τοῦ Πατρός, χωρὶς νὰ μεταβάλει τὴ Θεία Φύση του…

Ἡ Ράβδος τοῦ Μωυσῆ

… Μὴν σὲ σκανδαλίζει ἡ μεταβολὴ τῆς ράβδου σὲ φίδι, ἐπειδὴ τάχα μεταφέρουμε τὴ διδασκαλία τῆς Σάρκωσης τοῦ Λόγου σὲ ἑρπετὸ σιχαμερὸ καὶ ἀκάθαρτο. Ἡ Γραφὴ πράγματι ὀνομάζει φίδι τὸν πατέρα τῆς ἁμαρτίας. Μά, καὶ ὁ Κύριος μας ἔγινε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς εὐτελεῖς, σὰν ντύθηκε τὴν ἁμαρτωλὴ ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ ἐξαφανίσει τὰ φίδια τῶν Αἰγυπτίων καὶ ὅταν τοῦτο κατορθώθηκε ἔγινε πάλι ραβδί, ποὺ σωφρονίζει τὴν ἁμαρτία, ξεκουράζει ἀπ’ τὸ μόχθο καὶ τὴν κούραση καὶ ἀναπαύει τὴ σκέψη ὡς ἐλπιδοφόρο στήριγμα πίστης. Γιατί πίστη εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἐλπίδα.
Τὸ Μωυσῆ ἀκολούθησε μιὰ ἀλλοεθνὴς σύζυγος, ἐπειδὴ ἡ κοσμικὴ παιδεία ἐπιτρέπεται νὰ συζευχθεῖ μαζί μας ὅταν πρόκειται νὰ τεκνοποιήσει ἀρετές. Ὅταν ἀπὸ τὴν κοσμικὴ θεώρηση τῆς ζωῆς, ἀφαιρεθεῖ κάθε σαρκικὸ καὶ εἰδωλολατρικὸ στοιχεῖο, τότε ὅ,τι ἀπομείνει θὰ εἶναι τέκνο εὐγενικῆς καὶ ἀριστοκρατικῆς καταγωγῆς…


Ὁ Ἀαρῶν σύντροφος καὶ βοηθὸς

… ὅλοι γνωρίζουν ὅτι μετὰ τὴν πτώση μας, ὁ Θεὸς προνόησε ἕναν Ἄγγελο, ποὺ παραστέκει καὶ βοηθᾶ τὴν ζωὴ τοῦ καθενός. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὁ διαφθορέας τῆς φύσης, λυμαίνεται τὴν ἀνθρώπινη ζωή. Ἀνάμεσά τους ὁ ἄνθρωπος παλεύει γιὰ νὰ κερδίσει τὴν ἀρετὴ κοντὰ στὸ φύλακα Ἄγγελό του. Τότε αἰσθάνεται νὰ τὸν σκεπάζει ἡ βοήθεια τοῦ ἀδελφοῦ. Ὁ Ἄγγελος εἶναι ὁ πολύτιμος βοηθὸς ποὺ θὰ στέκεται δίπλα μας ὅταν πλησιάσουμε τὸν Δυνάστη Φαραώ. Ἔτσι καὶ ὁ Μέγας Μωυσῆς εἶχε σύντροφο καὶ πολύτιμο βοηθὸ τὸν Ἀαρῶν…


Οἱ πρῶτες πληγὲς

… Ὁ Μωυσῆς ὑποσχέθηκε στοὺς συμπατριῶτες τοῦ ἐλευθέρωση ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας. Μά, ὁ Λαὸς δείλιασε βλέποντας τὴ δύναμη τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἀμφισβήτησε τὴ θεϊκὴ βοήθεια. Ἔτσι, κατατρομάζει μὲ τοὺς πρώτους πειρασμοὺς ὁποῖος εἶναι ἀρχάριος καὶ ἀνώριμος στὰ πνευματικά. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιδιώκουν οἱ δαίμονες, νὰ μὴ σηκώνει ὁ δοῦλος τὰ μάτια στὸν οὐρανό, ἀλλὰ νὰ σέρνεται στὴ γῆ καὶ νὰ ἀνακατεύεται μὲ τὴ λάσπη. Οἱ ἡδονές, ὁ πλοῦτος καὶ ἡ ματαιότητα κρατοῦν ἁλυσοδεμένη τὴν ψυχὴ καὶ δὲν τὴν ἀφήνουν νὰ στρέψει τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ ζητώντας βοήθεια. Ἡ φιλοσοφημένη καὶ ἐνάρετη ζωὴ ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Ἀλληγορικὲς εἶναι οἱ πληγὲς ποὺ ἔπληξαν τοὺς Αἰγυπτίους. Τὸ νάμα τῆς πίστης ποὺ ἀντλεῖται ἀπὸ τὰ Ἱερὰ Ἀναγνώσματα γιὰ τοὺς ἐνάρετους εἶναι σὰν δροσερὸ κρυστάλλινο νερό, ἐνῶ γιὰ τοὺς κακόγνωμους γίνεται βρώμικο σὰν αἷμα.
Τὰ γεννήματα τῆς κακίας, σὰν ἄλλα βατράχια, προκαλοῦν τὴ φθορὰ καὶ τρέφονται στὶς βρώμικες καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἀκόλαστος βίος, ἡ μίμηση τῆς ἄλογης φύσης, ἡ κτηνωδία ἐξαιτίας τῶν παθῶν εἶναι τὰ βαλτόνερα, ὅπου μέσα τους μεγαλώνουν καὶ πολλαπλασιάζονται οἱ ἁμαρτίες. Μὲ τὴν ὅραση (μὲ τὸ νὰ κοιτᾶ κανεὶς περίεργα-πονηρὰ) εἰσχωρεῖ τὸ πάθος μέσα στὴν ψυχή, ἐνῶ μὲ τὴν ἀπρόσεχτη τροφὴ ἀνεβαίνει πάνω στὸ τραπέζι. Κι ἂν ἐρευνήσεις καὶ τὶς ἀποθῆκες, δηλαδὴ τὰ μυστικὰ καὶ κρυφά της ψυχῆς, τότε θὰ βρεῖς σωροὺς ὁλόκληρους ἀπὸ βατράχια τῆς ἁμαρτίας.
Ὁ ἀέρας σκοτείνιαζε στὰ μάτια τῶν Αἰγυπτίων, ἐνῶ γιὰ τοὺς Ἑβραίους ὑπῆρχε ἄπλετο, λαμπερὸ φῶς καὶ αὐτὸ συνέβαινε ὄχι γιατί κάποια ἀνώτερη δύναμη προόριζε τὸν ἕναν γιὰ τὸ Φῶς καὶ τὸν ἄλλον γιὰ τὸ σκοτάδι, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε μέσα στὴ φύση μᾶς τὴν θέληση γιὰ σκοτάδι καὶ φῶς καὶ ἔτσι βλέπουμε αὐτό, ποὺ οἱ ἴδιοι θὰ ἐπιλέξουμε. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν φωτεινὴ ζωή, ποὺ ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴ θέλησή του ἀνθρώπου.
Μὰ ὅσο φοβερὲς καὶ ἂν ἦταν οἱ πληγές, ἡ ψυχὴ τοῦ Φαραὼ σκλήραινε περισσότερο. Γιατί ἦταν ἤδη παραδομένη στὴν ἁμαρτία, ποὺ ἐπιφέρει ἀπάθεια, ἀναισθησία καὶ ἀναλγησία.
Κάποτε ὁ Μωυσῆς ἅπλωσε τὰ χέρια καὶ οἱ βάτραχοι καὶ τὰ ἄλλα βλαβερὰ ἔντομα ἐξαφανίστηκαν. Τὰ ἁπλωμένα χέρια τοῦ θυμίζουν τὰ Τίμια Χέρια τοῦ Νομοθέτη Χριστοῦ, ποὺ ἄνοιξαν πάνω στὸ Σταυρὸ γιὰ τὴν σωτηρία ὅλου του ἀνθρώπινου γένους…


Ὁ θάνατος τῶν πρωτοτόκων

… Ὁ θάνατος τῶν πρωτότοκων φαντάζει πολὺ σκληρὴ καὶ ἀπάνθρωπη τιμωρία, γιατί ποτὲ δὲν πρέπει νὰ τιμωρεῖται ἕνα νήπιο, ποὺ λόγω τῆς ἀνώριμης ἡλικίας του δὲν μπορεῖ νὰ ξεχωρίσει τὸ καλὸ ἀπ’ τὸ κακό. Στὴ νηπιακὴ ἡλικία δὲν ὑπάρχουν πάθη.
Ἄν, λοιπόν, ἕνα βρέφος τιμωρεῖται γιὰ τὴν κακία τοῦ πατέρα, τότε ποῦ ὑπάρχει δικαιοσύνη;
Ἐφαρμόζοντας τὴν ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία τοῦ νοήματος καταλαβαίνουμε ὅτι ὁποῖος ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀρετή, ἐπιβάλλεται νὰ ἐξαφανίσει τὶς πρῶτες αἰτίες τῶν κακῶν καὶ τὰ θλιβερὰ ἐπακόλουθά τους. Νὰ ξεριζώνουμε τὴ μικρὴ κακὴ ἐπιθυμία καὶ τὴν ἐλάχιστη ὀργὴ γιὰ νὰ μὴ φοβόμαστε τὸ μολυσμὸ τῆς μοιχείας, οὔτε τὸ ρύπο τοῦ φόνου.
Ὁ ἐξολοθρευτὴς Ἄγγελος δὲ χτυποῦσε τὶς οἰκίες, ποὺ εἶχαν βαμμένα τὸ κατώφλι καὶ τοὺς παραστάτες τῆς εἰσόδου μὲ τὸ Αἷμα τοῦ Ἀμνοῦ. Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει πώς, ἂν μὲ τὴ νέκρωση τῶν πρώτων ἐπιθυμιῶν ἐξαφανίζεται ἡ ἐπίθεση τοῦ ἐχθροῦ, μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἀληθινοῦ Ἀμνοῦ ἐμποδίζεται ἡ εἴσοδος τοῦ ὀλέθρου τῆς ἁμαρτίας μέσα μας.
Ἡ κοσμικὴ παιδεία πολὺ σωστὰ ἔχει διαιρέσει τὴ ψυχὴ σὲ τρία μέρη: στὸ λογιστικό, δηλαδὴ στὸ σώφρονα νοῦ, στὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ στὸ συναισθηματικό.
Ἀπὸ αὐτὰ τὰ τρία, λένε πὼς τὸ πρῶτο, ὁ νοῦς, βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὰ ἄλλα δύο, ποὺ θεωροῦνται ναὶ μὲν βοηθητικά, ἀλλὰ κατώτερα. Ὁ νοῦς ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ συναίσθημα, ὥστε νὰ εἶναι ἀνδρεῖος, ἐνῶ μὲ τὴν ἐπιθυμία ἀνυψώνεται πρὸς συνάντηση τοῦ ἀγαθοῦ. Ὅσο χρόνο διατηρήσει αὐτὴ τὴν ἰσορροπία ἡ ψυχή, ἐξασφαλίζει τὴν σταθερότητα καὶ προοδεύει στὴν ἀρετή. Ἂν ὅμως, ἀντιστραφεῖ αὐτὴ ἡ σχέση καὶ ἔρθουν τὰ πάνω κάτω καὶ τὸ συναίσθημα καὶ οἱ ἐπιθυμίες κατακυριεύσουν τὴ λογική, τότε μπορεῖ νὰ εἰσχωρήσει εὔκολα ἡ ἁμαρτία. Γι’ αὐτὸ ὁ Μωυσῆς παράγγειλε στὸ Λαὸ νὰ βάψουν πρῶτα το ὁριζόντιο δοκάρι τῆς θύρας καὶ ἔπειτα τοὺς δύο παραστάτες, δίνοντας στὴ δύναμη τῆς λογικῆς τὴν προτεραιότητα καὶ τὴν ἱερότητα, ποὺ τῆς πρέπει…


Ἡ Φωτεινὴ Νεφέλη

… Ἃς ἀναφέρουμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ὅτι ὅσους ποθοῦν τὴν ἀρετὴ καὶ θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν τὸ δύσκολο δρόμο της, ἐγκαταλείποντας τὰ ὅρια τῆς αἰγυπτιακῆς κυριαρχίας τῶν παθῶν, τοὺς συνοδεύουν οἱ ἐπιθέσεις τῶν πειρασμῶν, προκαλώντας στεναχώριες, φόβο, ἀκόμα καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου. Ὁ Μωυσῆς ἔστρεψε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεὸ ζητώντας Τοῦ βοήθεια καὶ ἦταν τόση ἡ ἔνταση τῆς μυστικῆς ἱκεσίας, ποῦ ὁ Θεὸς ἀπάντησε: «Τί βοᾶς πρὸς μέ;»!
Ἡ προσευχὴ ποὺ διατυπώνεται καθαρὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δὲν κραυγάζει, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ βαθειὰ ἐσωτερικὴ ὁμιλία καὶ ὁλοκάθαρη συνείδηση. Ἡ σωτηρία στὸν κίνδυνο ἔρχεται πάντα ἀπὸ τὸν οὐρανό.
Παράξενη εἶναι ἡ ὁδὸς ποὺ βάδιζαν οἱ Ἰσραηλίτες, γιατί μπρὸς στὰ μάτια τοὺς προπορευόταν φωτεινὴ νεφέλη, ἡ ὁποία ἀποδίδεται σωστὰ στὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ καθοδηγεῖ τοὺς ἄξιους πρὸς τὸ Ἀγαθὸ καὶ ὅταν κάποιος τὴν ἀκολουθεῖ διασχίζει ἀκόμα καὶ τὴν ἀπέραντη καὶ ἀνεξερεύνητη θάλασσα τοῦ κόσμου καὶ τῶν παθῶν…


Η διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας

…Οἱ Ἰσραηλίτες προπορεύονταν καὶ πάνοπλος ὁ αἰγυπτιακὸς στρατὸς ἀκολουθοῦσε κυνηγώντας τους. Βαδίζει ὁ ἄνθρωπος τὸ δρόμο τοῦ Ἀγαθοῦ, ἐνῶ καταδιώκεται ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς. Ἡ λοιδορία μοιάζει μὲ σφεντόνα, ὁ θυμὸς μὲ τὶς αἰχμηρὲς λόγχες καὶ τὸ πάθος τῶν ἡδονῶν, ἵπποι ἀφηνιασμένοι ποὺ σέρνουν πίσω το ἅρμα τοῦ νοῦ.
Ὅλοι μπῆκαν στὸ νερὸ μά, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀγωνιστὲς στάθηκε ζωογόνο καὶ προστατευτικὸ ὑδάτινο τεῖχος, γιὰ τοὺς διῶκτες μετατράπηκε σὲ ὑγρὸ τάφο.
Μετὰ τὴν ἀνάδυση ἀπὸ τὸ νερό, ὁ ἐχθρὸς ἃς παραμένει στὸ βυθό, δηλαδὴ ἀφοῦ βουτηχτήκαμε στὸ μυστηριακὸ καὶ σωτήριο νερὸ τοῦ Βαπτίσματος, νὰ ἀπονεκρώνουμε μέσα του τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, τὴν πλεονεξία, τὴν ἀκολασία, τὴν ἁρπαχτικὴ διάθεση, τὴν ὑπερηφάνεια, τὸν ἐγωισμό, τὸν θυμό. Μέσα στὸ νερὸ αὐτὸ ξεχωρίζει ὁ θάνατος ἀπὸ τὴ ζωή, ὁ ἐχθρὸς ἀπὸ τὸν φίλο…

Περιπλάνηση στὴν ἔρημο

… Μετὰ τὴν διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας, ἀκολούθησε τριῶν ἡμερῶν σκληρὴ ὁδοιπορία καὶ τὸ ραβδὶ τοῦ Μωυσῆ μετέτρεψε τὸ πικρὸ νερὸ σὲ γλυκό. Ἔτσι συμβαίνει καὶ σὲ ὁποῖον ἀφήνει τὴν ἔκλυτη ζωή. Στὴν ἀρχὴ τὸ νερὸ τῆς ἀρετῆς τοῦ φαίνεται πικρό, μὰ ὅταν τὸ Ξύλο μπεῖ στὸ νερό, δηλαδὴ σὰν πιστέψουμε ὁλόψυχα στὴν Σταυρικὴ Θυσία τοῦ Κυρίου μας καὶ στὴν Ἀνάστασή Του ἀπὸ τοὺς νεκρούς, τότε ὁ βίος τῆς ἀρετῆς γίνεται γλυκός, πόσιμος καὶ εὐχάριστος ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν. Δώδεκα πηγὲς φανερώθηκαν γιὰ νὰ ξεδιψάσουν τὸ λαό, ποὺ ἀνάβλυζαν νερὸ καθαρὸ καὶ γλυκόπιοτο καὶ ἑβδομήντα πανύψηλοι σκιεροὶ φοίνικες, στοιχεῖα ποὺ συμβολίζουν τὴν Ἀλήθεια τοῦ εὐαγγελίου. Ἀπὸ δώδεκα Ἀποστόλους πήγασε τὸ Σωτήριο Κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑβδομήντα Διάκονοι πῆραν στὰ χέρια τοὺς τὴν ἐξάπλωση τοῦ εὐαγγελίου, χαρίζοντας ἀνάπαυση καὶ δροσιὰ στὶς ταραγμένες ψυχὲς τούτης τῆς γῆς.

Στὸ μακρὺ ταξίδι τοὺς οἱ Ἰσραηλίτες γνώρισαν κακουχίες, πείνα καὶ δίψα. Μά, καθὼς χτύπησε τὸ βράχο ὁ Μωυσῆς ἀνάβλυσε νερὸ καθαρὸ καὶ γάργαρο. Ἡ πέτρα, καθὼς ἔχει λεχθεῖ, συμβολίζει τὸν Χριστό. Συμπαγὴς καὶ σκληρὴ γιὰ τοὺς ἄπιστους μά, ὅταν τὴν ἀγγίξεις μόνον μὲ τὸ ραβδὶ τῆς πίστης καὶ τῆς ἐλπίδας, γίνεται ποτὸ ποὺ ξεδιψᾶ καὶ τονώνει ὅσους τὸ ἐπιθυμοῦν.
Πείνασαν οἱ Ἰσραηλίτες καὶ ἡ τροφὴ ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τροφὴ ποὺ δὲ φύτρωσε στὸ χῶμα, οὔτε ζυμώθηκε, οὔτε φουρνίστηκε, μὰ ἦταν ἄρτος οὐράνιος ποὺ χόρτασε τὸ λαὸ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη τοῦ καθένα. Τὸ μάνα ἔπρεπε νὰ καταναλωθεῖ καὶ ὅταν ἔμενε σκουλήκιαζε, θυμίζοντάς μας πὼς κάτω ἀπὸ τὸν πόθο τῆς πλεονεξίας κρύβεται τὸ σκουλήκι τῆς ἁμαρτίας. Οἱ Ἰσραηλίτες χόρτασαν τὴν πείνα τους, λαμβάνοντας μυστικὴ τροφὴ καὶ ἀμέσως μετὰ ξεκίνησαν τὶς μάχες κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Κάθε φορᾶ ποὺ ὁ στρατὸς ἔβλεπε τὰ χέρια τοῦ Μωυσῆ ἁπλωμένα νικοῦσε, ἐνῶ ὅταν αὐτὰ κατέβαιναν, ὑποχωροῦσε. Εὔκολα ἀντιλαμβάνεσαι ὅτι τὰ ἁπλωμένα χέρια συμβολίζουν τὴ Νίκη ἐνάντια στὸ κακό, ποὺ κατορθώθηκε μέσα ἀπὸ τὴ Σταυρικὴ Θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ…

Τὸ ὅρος τῆς Θεοφάνειας


… Ἐκεῖνος ποὺ ἐνισχύθηκε μὲ τὴν τροφὴ καὶ ἀπέδειξε τὴν ἀξία του στὴν ἀναμέτρηση μὲ τὸν ἐχθρό, βγαίνοντας νικητής, ὁδηγεῖται στὴ μυστικὴ θεογνωσία.
Πρῶτα ἀπ’ ὅλα πρέπει νὰ καθαριστεῖ ὥστε μὲ ἀκηλίδωτη ψυχὴ νὰ προσπαθήσει νὰ ἀγγίξει τὴ θεωρία τῶν νοητῶν.
Πῶς πρέπει νὰ καθαριστοῦν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς;
Ἀσφαλῶς μὲ τὴν Μετάνοια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἀγαθὰ ἔργα ποὺ ἐπιτελοῦμε σὲ αὐτὴ τὴ ζωή.

Ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ δὲ γίνεται μὲ τὴν ὅραση οὔτε μὲ τὴν ἀκοή, γιατί Ἐκεῖνος εἶναι μακριὰ ἀπὸ κάθε αἴσθηση καὶ ἀνθρώπινη διάσταση, ἔξω ἀπὸ κάθε σχῆμα καὶ λογικὴ προκατάληψη. Γιὰ νὰ βρεθεῖ κανεὶς στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ ἀνέβει ὁλομόναχος πολὺ ψηλά, μέσα ἀπὸ κακοτράχαλα καὶ ἀπρόσιτα μονοπάτια. Τὸ πλῆθος στοὺς πρόποδες περίμενε μὲ ἀγωνία τὶς Θεῖες Ἀποκαλύψεις, ποὺ θὰ γίνονταν στὸν ἐνάρετο ἀρχηγὸ καὶ ἀπεσταλμένο τους. Ὁ Μωυσῆς ἀνεβαίνοντας μπῆκε στὴ σκοτεινὴ ὁμίχλη καὶ ἐκεῖ συνάντησε τὸν Θεό. Γιατί γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καλύπτεται ἀπὸ βαθὺ σκοτάδι ἔτσι, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴν διακρίνει καθαρά.

Ὁ Μωυσῆς κατάφερε νὰ εἰσχωρήσει στὰ ἄδυτα τῆς θεογνωσίας καὶ ἐκεῖ εἶδε τὴν ἀχειροποίητη σκηνή. Πῆρε στὰ χέρια τοῦ τὶς πλάκες τῶν Ἐντολῶν καὶ κατέβηκε στὸ Λαό του. Ἡ εἰδωλολατρία, στὴν ὁποία εἶχαν πέσει οἱ Ἰσραηλίτες, τὸν ἔκανε νὰ σπάσει τὶς πρῶτες πλάκες τοῦ Νόμου καὶ νὰ ὁπλίσει τοὺς Λευϊτες κατὰ τῶν συμπατριωτῶν τους. Ὁ ἴδιος ἀνέβηκε 
ξανὰ στὸ ὅρος καὶ ἔφερε νέες πλάκες κατασκευασμένες ἀπὸ ὑλικό της γῆς.
Ἐνθυμούμενος τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἀνθρώπου στὸν κόσμο, μπορεῖς νὰ διακρίνεις ὅτι οἱ πρῶτες πλάκες συμβολίζουν τὴν ἀθάνατη καὶ ἀδιαίρετη ἀνθρώπινη φύση, ὅπως εἶχε πλαστεῖ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ εἶχε στολιστεῖ μὲ τὰ ἄγραφα γράμματα τοῦ Νόμου, καθὼς ὑπῆρχε ἔμφυτη μέσα της ἡ θέλησή του ἀγαθοῦ καὶ ἡ Ἀποστροφὴ τοῦ Κακοῦ. Μά, ὅταν ἀκούστηκε ὁ ἦχος τῆς ἁμαρτίας, τότε ἡ ἀνθρώπινη φύση κατέπεσε στὴ γῆ σπάζοντας τὴν πρώτη μορφή της σὲ  χιλιάδες κομμάτια. Ὁ φιλεύσπλαγχνος Θεὸς ἀνέλαβε ξανὰ τὴ σωτηρία της, κατασκευάζοντας ἀπὸ τὸ ὑλικό της γῆς, νέες πλάκες τοῦ Νόμου καὶ μέσω τῆς Παρθένου Μαρίας μᾶς ἔδωσε τὴν παλαιά μας ἱερὴ ἑνότητα, ἐπειδὴ μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου μας, βρήκαμε ξανὰ τὸ δρόμο τῆς Σωτηρίας καὶ γίναμε Ἀθάνατοι. Τὸ ὑλικό της γῆς εἶναι τὸ φθαρτὸ σαρκίο ποὺ ντύθηκε ὁ Μονογενὴς υἱὸς τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἐπιστρέψει τὸ Νόμο στὸν ἄνθρωπο.

Ὁ Μωυσῆς ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ δεῖ τὴν δόξα Τοῦ καταπρόσωπο καὶ παρόλο ποὺ ἀρχικὰ ἡ διαβεβαίωση τοῦ Θεοῦ ἦταν ἐνθαρρυντική, τελικά το αἴτημα τοῦ ἀπορρίφθηκε. Ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νὰ δεῖ ἄμεσα τὸν Θεό, μπορεῖ ὅμως νὰ Τὸν γνωρίσει διὰ μέσου των ἔργων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ἡ ψυχὴ μᾶς εἶναι ἀόρατη, μολονότι ἡ ὕπαρξή της βεβαιώνεται ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ὁρατὸς ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πρόνοια καὶ τὰ ἔργα Τοῦ «βλέπεται καὶ νοεῖται». Ὁ Μωυσῆς εἶδε τελικὰ μονάχα τὸ πίσω μέρος τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς εἶναι ἕνας ὑπέροχος συμβολισμός. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς προέτρεπε τοὺς μαθητές Του νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Ὁ Μωυσῆς, ποὺ καιγόταν ἀπὸ τὸν πόθο νὰ δεῖ τὸν Θεό, διδάχθηκε πὼς αὐτὸ μποροῦσε νὰ γίνει μόνον, ἂν Τὸν ἀκολουθοῦσε, δηλαδὴ Ἐκεῖνος νὰ προπορεύεται αὐτὸ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὸ πέρασμά Του καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε.

Αὐτὸ τὸ πέρασμα δηλώνει καθοδήγηση αὐτοῦ ποὺ ἀκολουθεῖ, γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς εἶπε: «δὲ θὰ δεῖς τὸ πρόσωπό μου», διότι ὅταν ἐρχόμαστε καταπρόσωπο μὲ τὸν ὁδηγό, τότε σαφῶς οἱ πορεῖες μᾶς ἔχουν γίνει ἀντίθετες…

Ὁ φθόνος τῶν ἀδελφῶν του

Κατεβαίνοντας ὁ ἔνδοξος αὐτὸς ἄνδρας κοντὰ στὸ Λαό του, μιὰ ἀκόμη ἀπογοήτευση τὸν περίμενε. Ὁ φθόνος τῶν ἀδελφῶν του. Ὁ φθόνος θεωρεῖται πατέρας τοῦ θανάτου καὶ μητέρα τῶν συμφορῶν. Αὐτὸς μας ἐξόρισε ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ μᾶς ἀπέκλεισε ἀπὸ τὸ Ξύλο τῆς Ζωῆς, μᾶς ἀπογύμνωσε ἀπὸ τὰ Θεϊκὰ Χαρίσματα καὶ ὕστερά μας ἄφησε νὰ κρυβόμαστε ἀπὸ ντροπὴ γιὰ τὴ γύμνια μας. Ὁ φθόνος νίκησε πολλοὺς πρὶν τὸν Μωυσῆ, ἀλλὰ πάνω σε αὐτὸν τὸν γενναῖο ἄνδρα συντρίφτηκε σὰν πήλινο ἀγγεῖο, ποὺ χτυπήθηκε ἀπὸ πέτρα. Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ ἔφθασε σὲ τέτοιο βαθμὸ τελειότητας, ὥστε τὰ βέλη τοῦ ἐχθροῦ δὲν μπόρεσαν νὰ φθάσουν τὸ δικό του ὕψος. Ὑπόδειγμα ψυχῆς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν πληγώνεται ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πάθη καὶ ὄχι μόνον ἀντιστέκεται στὸν πειρασμό, μὰ βρίσκει τὴ δύναμη νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴ μανία τῆς ἐκδίκησης καὶ νὰ ἱκετεύσει μάλιστα τὸν Θεὸ γιὰ τοὺς ἀδελφούς του, ποὺ δοκιμάστηκαν μὲ τὴν ἀρρώστια τοῦ σώματος.
Ἔτσι καὶ ὁ Μωυσῆς, σὰν εἶδε τὴ δίκαιη τιμωρία τοῦ Θεοῦ νὰ πέφτει πάνω στοὺς ἐπικριτές του, ἐκεῖνος προσευχήθηκε θερμὰ καὶ πέτυχε τὴν ἴασή τους.
Ὁ ἀδύναμος Λαὸς στὴ συνέχεια ἔπεσε στὸ πάθος τῆς λαιμαργίας καὶ μὲ τὴν κρεωφαγία περιφρόνησε τὸ οὐράνιο μάνα. Τότε ὁ ἐνάρετος ἀρχηγὸς τοὺς ἔστειλε τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ μὲ ἄλλους ἄνδρες νὰ κατασκοπεύσουν τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας καὶ νὰ φέρουν στὸ Λαὸ τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς πληρότητας καὶ ἀφθονίας τῶν ἀγαθῶν, ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ.
Κατάσκοποί των μελλοντικῶν ἀγαθῶν της Οὐράνιας Βασιλείας μπορεῖ νὰ εἶναι οἱ ἀγαθοὶ λογισμοὶ ποὺ παρηγοροῦν τὴν ψυχὴ στὸν ἀγώνα της. Σταφύλι κρεμασμένο πάνω σε ξύλο ἔφεραν οἱ κατάσκοποι στὸν Λαὸ καὶ νὰ ὁ συμβολισμὸς Ἐκείνου ποὺ κρεμάστηκε πάνω στὸ Σταυρὸ καὶ τὸ Αἷμα Τοῦ ἔγινε ποτὸ σωτηρίας γιὰ ὅσους Τὸν πίστεψαν…


Τὸ Χάλκινο Φίδι

… Οἱ Ἰσραηλίτες δύσκολα ἀποδέχτηκαν τὴν ἰδιοφυία τοῦ Μωυσῆ. Ἀκόμα σέρνονταν 
δοῦλοι στὶς αἰγυπτιακὲς ἀπολαύσεις. Ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀπαγορευμένων γεννοῦσε φίδια, ποὺ μὲ τὸ βάναυσο δάγκωμά τους ἔχυναν θανατηφόρο δηλητήριο σὲ ὅσους πλήγωναν, ἐνῶ ὁ Νομοθέτης μὲ ὁμοίωμα φιδιοῦ ἀχρήστευε τὴ δύναμη τῶν ἀληθινῶν.
Φίδια ὀνομάζονται οἱ ἐπιθυμίες. Ἀλλὰ ὁποῖος προσβλέπει σὲ Ἐκεῖνον, ποὺ ἀνέβηκε στὸ Σταυρό, ἀποκρούει τὸ πάθος καὶ σκορπίζει μακριά το δηλητήριο χρησιμοποιώντας ὡς φάρμακο τὸ φόβο τοῦ θεϊκοῦ νόμου.
Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, ἀπελευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία διὰ μέσου του Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ πῆρε τὴ μορφὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἔγινε ἴδιος μὲ ἐμᾶς.
Οἱ ἄνθρωποι σήμερα ἔχουν χαλαρώσει τοὺς δεσμοὺς μὲ τὴν πίστη καὶ τὴ σχέση τους μὲ τὰ ἁγιαστικὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτὸ μένουν ἀκάλυπτοι καὶ ἐκτεθειμένοι στὸ κακὸ καὶ εἶναι εὐάλωτοι πρὸς τὶς κακοποιοὺς δυνάμεις, γιατί στεροῦνται τὴν ἀκαταμάχητη καὶ ἀσυναγώνιστη δύναμη τοῦ Θεοῦ. Θεμελιώδης ἀρχὴ γιὰ ὅσα πιστεύουμε εἶναι νὰ βλέπουμε μὲ προσοχὴ τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος πῆρε πᾶν(ύ τοῦ, γιὰ χάρη μας, τὴν ἀσθένεια.
Καὶ τὸ πάθος εἶναι ὁ Σταυρὸς καὶ ὁποῖος προσβλέπει σὲ αὐτὸν δὲν προσβάλλεται ἀπὸ τὸ δηλητήριο τῆς ἐπιθυμίας. Τὸ νὰ προσβλέπει κανεὶς στὸ Σταυρὸ σημαίνει ὅτι ἔχει νεκρώσει ὅλη τὴ ζωή του γιὰ τὸν κόσμο καὶ ἔχει σταυρώσει τὸν ἑαυτό του, ὥστε νὰ τὸν κάνει ἀσάλευτο στὴν πίστη.


Ἡ ἀληθινὴ Ἱερωσύνη

… Ἡ Ἱερωσύνη εἶναι κάτι ἱερὸ καὶ ὄχι ἀνθρώπινο. Αὐτὸ ἐξηγεῖται μὲ τὴ ράβδο τῆς φυλῆς, ποὺ ρίζωσε καὶ βλάστησε κλαδιὰ μὲ θεϊκὴ δύναμη καὶ ἔδωσε καρπό, ὁ ὁποῖος ἔφτασε στὴν ὡρίμανση. Ὁ καρπὸς ἦταν ἕνα καρύδι. Ἐπιβάλλεται νὰ ἀναλογιζόμαστε, βλέποντας αὐτὸν τὸν καρπό, τί εἴδους ζωὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἱερατική. Δηλαδὴ ζωὴ σωματικῆς ἐγκράτειας, κακοπάθειας καὶ σκληραγωγίας, ποὺ περικλείει μέσα της εὔγευστο καὶ ἀφανῆ καρπό.
Ἂν ποτὲ δεῖς ζωὴ ἱερέα νὰ μοιάζει μὲ ὁλόδροσο μῆλο, τότε θὰ διακρίνεις καὶ τὸν ὑπερβολικὸ στολισμό, τὰ πλούσια γεύματα καὶ τὶς ἄμετρες ἀπολαύσεις. Ἀλλὰ ὁ καρπὸς τῆς Ἱερωσύνης εἶναι ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ στέρηση. Βασιλικὴ ὁδός, ὅπως ἀνέφερε ὁ Ἀριστοτέλης εἶναι ἡ «μεσότητα» δηλαδὴ ἡ ἰσορροπία ἀνάμεσά σε ἄκρα ἐπικίνδυνα, ὅπως εἶναι ἡ πνευματικὴ φτώχεια ἀπὸ τὴ μιά, καὶ ἡ κενόδοξη κοσμικὴ ὑπερβολὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη…


Οἱ θυγατέρες τῆς Μωὰβ

… Ἕως τὸ τέλος τῆς πορείας τὸ κακὸ δὲ σταματοῦσε νὰ παιδεύει τοὺς Ἰσραηλίτες. Ἔτσι πρόσφερε σὰν δόλωμα τὴν ἡδονὴ γιὰ νὰ παρασύρει εὔκολα στὸ ἀγκίστρι τῆς ἀπώλειας τὶς λαίμαργες ψυχές.
Ὅταν παρουσιάστηκαν μπροστά τους οἱ ξένες Μωαβίτισσες γυναῖκες ἐκεῖνοι ἐγκατέλειψαν τὶς μάχες καὶ τοὺς σκοπούς τους καὶ ρίχτηκαν στὴν ἀκολασία. Βλέπεις, λοιπόν, πῶς ὅταν ἡ λογική μας δὲν ἐλέγχει τὶς πράξεις μᾶς γινόμαστε σὰν τὰ ἄλογα ζῶα; γι’ αὐτὸ ὅταν ἡ ψυχὴ εὐφραίνεται ἀπὸ τὴν θεωρία τοῦ Ἀγαθοῦ, παραμένουν κοιμισμένες οἱ αἰσθήσεις της, ποὺ τρέφονται ἀπὸ τὴν ἡδονή. Ὅπως ὁ Πλάτωνας ἀναφέρει «κάθε ἡδονὴ καὶ ὑπερβολικὴ λύπη καρφώνουν τὴν ψυχὴ πάνω στὴ φθαρτὴ σάρκα». Ἡ ἡδονὴ ὁδηγεῖ στὴν ἀμετρία τῶν παθῶν. Σὰν ἁλυσίδα τὸ ἕνα πάθος συμπαρασύρει καὶ ἕνα ἀκόμα πίσω του καὶ ὅπως ἡ ψυχὴ εἶναι ἀφύλακτη παρασύρεται ἁλυσοδεμένη στὴν καταστροφή. Νά, λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ στάθηκαν ἰσχυρότεροι ἀπὸ τὰ φονικὰ ὅπλα τῶν Αἰγυπτίων, ἀπ’ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσης καὶ ἀπὸ τὸ θανατηφόρο δάγκωμα τῶν φιδιῶν, ἀπ’ τὰ τεράστια κύματα τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας καὶ ἀπὸ τὸν ἐξολοθρευτὴ Ἄγγελο τοῦ Θανάτου, ἀποδείχθηκαν κατώτεροι μπροστά σε ξένες καὶ ἄγνωστές τους γυναῖκες.
Νομίζω πὼς τὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ προσφέρει μιὰ ψυχωφελῆ συμβουλή, γιατί διδάσκει πὼς μολονότι τὰ πάθη εἶναι πολλὰ καὶ μάχονται σκληρά τους ἀνθρώπινους λογισμούς, κανένα δὲν ἀσκεῖ τόσο ἀσφυκτικὴ πίεση πάνω μας, ὅσο τὸ πάθος τῆς ἡδονῆς. Εἶναι ὁ ἐχθρὸς ποὺ δύσκολα κατανικᾶ ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὸ εὐαγγέλιο Τοῦ συμβουλεύει νὰ μένουμε ὅσο γίνεται πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὸ κακό, γιατί φτάνει μόνον ἕνα βλέμμα γιὰ νὰ ριζώσει ἡ ἐμπαθὴς ἐπιθυμία στὴν ψυχή. Γιατί ἐκεῖνος ποὺ ἀποδέχεται τὸ πάθος μὲ τὰ μάτια, ἀνοίγει τὸ δρόμο στὸ κακὸ εἰς βάρος τῆς ψυχῆς του. Ἡ τάση τῆς ἀκολασίας παραπλανᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ λησμονεῖ τὸν πραγματικὸ προορισμό του…


Τὸ μεγαλεῖο της προσωπικότητας τοῦ Μωυσῆ

. . Ὁδεύουμε σιγὰ-σιγὰ πρὸς τὸ τέλος τῶν λόγων γιὰ τὸν Μωυσῆ, ἐκεῖνον ποὺ ἀνυψώθηκε στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ μέσα ἀπὸ τόσες ἀναβάσεις, ὥστε, καθὼς πιστεύω, φαίνεται ἡ ζωὴ τοῦ ὁλοκάθαρη μπρὸς στὰ μάτια ὅλων, σὰν τὸ πέταγμα τοῦ ἀετοῦ, ποὺ μὲ τὰ δυνατὰ φτερὰ τοῦ σχίζει τοὺς αἰθέρες τῆς νοητῆς ἀνάβασης.
Αὐτὸς ὁ τέλειος ἄνδρας γεννήθηκε ὅταν θεωρεῖτο παράπτωμά το νὰ γεννηθεῖ κανεὶς Ἑβραῖος.
Ναὶ μὲν ὁ τύραννος τιμωροῦσε μὲ θάνατο τούτη τὴ γέννα, μὰ τελικά το παιδὶ σώθηκε πρῶτα ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ θέληση τῶν γονιῶν του καὶ ὕστερα ἀπὸ τὸ ἴδιο το περιβάλλον τοῦ ἐχθροῦ, ποὺ ὄχι μόνον τὸν περιμάζεψαν στὸ παλάτι, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀνέθρεψαν καὶ τοῦ προσέφεραν ἀξιοζήλευτη καὶ ποικίλη μόρφωση.
Ὁ ἴδιος, περιφρονώντας τὶς τιμές, τὰ ἀξιώματα καὶ τὰ βασιλικὰ κοσμήματα, ντύθηκε τὸν ταπεινὸ χιτώνα τῆς ἀρετῆς. Αὐτὸ ἀσφαλῶς σημαίνει πὼς ἡ ὑπερβολικὴ φροντίδα γιὰ ἐπιβίωση στὴν παροῦσα ζωὴ ἀποβαίνει τάφος γιὰ τὴν μέλλουσα. Ἀκόμα καὶ ἂν γίνει δικό σου ἄνθρωπε, ὅλο το χρυσάφι τοῦ κόσμου, θὰ σὲ κάνει μήπως σοφότερο, ἐξυπνότερο, ἐπιστήμονα ἡ ἀληθινὸ φίλο του Θεοῦ;
Ὁ Μωυσῆς γενναῖος καὶ ἰσχυρὸς στὸ φρόνημα ἔσωσε τοὺς ὁμοεθνεῖς του, ἀφοῦ πρῶτα εἶχε λάβει τὰ ἀνώτερα μαθήματα τῆς ἡσυχίας καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ. Στὸ μακρὺ ταξίδι πρὸς τὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας ἀξιώθηκε νὰ λάβει τὸ Θεϊκὸ Νόμο καὶ νὰ τὸν παραδώσει στὸν πολύπαθο Λαό του. Μά, δὲν ἀξιώθηκε νὰ μπεῖ στὴν εὐλογημένη γῆ, γιατί ἀνέβηκε στὸ ὅρος τῆς ἀνάπαυσης γιὰ νὰ ἑνωθεῖ γιὰ πάντα μὲ τὸν Θεό. Κανεὶς δὲν ἔμαθε τὸν τόπο τῆς ταφῆς του, γιατί τὰ μάτια του δὲν ἔσβησαν καὶ τὸ πρόσωπό του δὲν ἀλλοιώθηκε. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἐνάρετου βίου, ὁ ζωντανὸς θάνατος.
Τὸν ἐνάρετο ἄνθρωπο δὲν τὸν περιμένει κανένας τάφος καὶ καμία πλάκα δὲν θὰ καλύψει τὸ σῶμα του, οὔτε κάποια ἀλλοίωση θὰ ὑποστεῖ τὸ πρόσωπό του.
Εὔχομαι, λοιπόν, νὰ γίνεις ἐσὺ ὁ ἴδιος λιθοξόος τῆς καρδιᾶς σου, γιὰ νὰ χαράξεις πάνω της τὰ Θεϊκὰ Λόγια. Ἔτσι θὰ πράξεις, ὅπως ὁ καλλιτέχνης ἀγαλματοποιός. Πρῶτα θὰ πάρεις τὸ ἀκάθαρτο συμπαγὲς μάρμαρο καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θείου Λόγου θὰ κόψεις καὶ θὰ καθαρίσεις τὴν πέτρα ἀπὸ κάθε βρωμιὰ καὶ ξένο σῶμα. Ἔπειτα θὰ κόψεις τὰ περιττὰ κομμάτια ποὺ ἐνοχλοῦν καὶ ἐμποδίζουν τὴν πρόοδο τοῦ ἔργου καὶ τέλος θὰ δώσεις τὸ γενικὸ σχῆμα, ὥστε νὰ ἀρχίσει νὰ ἀχνοφαίνεται τὸ σχέδιο. Στὸ τέλος, νὰ εἶσαι σίγουρος πὼς ἡ σκληρὴ πέτρα θὰ «ὁμοιάζει» ἀπόλυτα μὲ τὸ πρωτότυπο/Ὅταν τέλος, καταστρέψεις τὸ χρυσὸ εἴδωλο καὶ ἀποφύγεις τὴν ἐπιθυμία τῆς πλεονεξίας, θὰ βλαστήσει ἡ ψυχή σου, ὅπως ἡ ἱερατικὴ ράβδος τοῦ Ἀαρῶν.
Σκοπός σου στὸ ἑξῆς θὰ εἶναι νὰ ὀνομαστεῖς «φίλος του Θεοῦ» ἀφήνοντας κάθε πάθος καὶ κακία στὴ γῆ καὶ ἀναβλέποντας μόνον στὰ μεγάλα ὕψη τῆς ἀρετῆς…
Ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε κατὰ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του. Τὸ πρῶτο βρίσκεται ἔμφυτο μέσα μας, ὅσο γιὰ τὸ δεύτερο μόνον ἀπὸ τὴν δική μας καλὴ καὶ ἀγαθὴ πρόθεση θὰ τὸ κατορθώσουμε, γιατί ἀναπτύσσεται μὲ κόπο πολὺ καὶ συνεχῆ πνευματικὴ ἀνάβαση. Στὴν ἀρχὴ τῆς πορείας γιὰ τὴν τελειότητα, ἡ ψυχὴ εἶναι ἀκόμη δούλη τῶν παθῶν μά, φτάνοντας στὸ τέλος αὐτῆς τῆς πορείας, εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ κακοῦ. Τὸ ἀποκορύφωμα αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας εἶναι τὸ αὐτεξούσιο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἑκούσια ὑποταγὴ στὸν Θεό. Τὸ μόνον ποὺ θεωρεῖ τότε ἡ ψυχὴ «τίμιο καὶ ἐράσμιο» εἶναι το νὰ εἶναι πιστὴ φίλη του Θεοῦ.
Αὐτὰ εἶχα νὰ σοῦ ἐκθέσω Καισάριε, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ἀναφορικὰ μὲ τὴν τελειότητα τοῦ ἐνάρετου βίου. Ἡ ἀρετὴ ἄλλωστε, δὲ βασίζεται μόνον στὴ γνώση καὶ στὴν περιττὴ μακρυγορία, ἀλλὰ εἶναι ζήτημα κυρίως ἐσωτερικῆς διάθεσης καὶ δίψας τῆς ψυχῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χαρακτήρισε τοὺς Ἀθηναίους, ὡς ἄτομα ποὺ ἀρέσκονταν μέν, στὸ νὰ ἀνταλλάσουν ἀπόψεις νεωτεριστικές, χωρὶς ὅμως, νὰ προβάλλουν θέληση καὶ δίψα γιὰ τὴν τέλεια γνώση τοῦ ἀγαθοῦ.

Σοῦ μίλησα γιὰ τὸν μεγάλο καὶ σπουδαῖο Μωυσῆ ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ὀνομαστεῖ «φίλος του Θεοῦ», ἐπειδὴ μὲ τὴν ἐπιμελῆ ζωὴ τοῦ κατάφερε νὰ ἀγγίξει τὴν τελειότητα. Γιατί ἔχουμε ἀγγίξει ἀληθινά το Τέλειο, ὅταν ἀποχωριζόμαστε ἀπὸ τὸ βίο τῆς κακίας, ὄχι ὡς δοῦλοι ποὺ φοβόμαστε τὴν τιμωρία, οὔτε σὰν ὑστερόβουλοι ἄνθρωποι, ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴ δίκαιη ἀνταπόδοση καὶ ἐνεργοῦν τὸ ἀγαθὸ μὲ τὴν προοπτική της ἀνταμοιβῆς, ἐμπορευόμενοι τὴν ἐνάρετη ζωὴ μὲ διάθεση συναλλαγματική, ἀλλὰ βλέποντας ἡ ἰὸ ψηλὰ ἀπ’ τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς περιμένουν στὴν μέλλουσα ζωή, νὰ ἀποσκοποῦμε μονάχα στὴν Φιλία τοῦ Θεοῦ.
Μακάρι νὰ ὀνομαστοῦμε κάποτε φίλοι του Θεοῦ, γιατί, ἀδελφέ μου, αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ τελειότητα τοῦ βίου. Ἀμήν.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΙΑ ΖΩΗ; (Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης)

Μοῦ ζήτησες, ἀγαπητέ μου, νὰ σοῦ περιγράψω ποιὸς εἶναι ὁ τέλειος βίος σύμφωνα μὲ ἕνα πρότυπο, γιὰ νὰ προσβλέπεις σ’ αὐτό, ἔτσι ὥστε ἂν βρεθεῖ μὲ τὴν περιγραφὴ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ζητᾶς, νὰ ἐφαρμόσεις στὴ ζωή σου τὸ ἀγαθὸ πού σου γνωστοποιήθηκε. Ἀλλὰ ἐγὼ δυσκολεύομαι ἐξίσου καὶ γιὰ τὰ δυό. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μου τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ τὰ δυό, τόσο το νὰ περιγράψω μὲ τὰ λόγια τὴν τελειότητα, ὅσο καὶ τὸ νὰ δείξω στὴ ζωὴ αὐτὸ ποὺ θὰ σκεφθεῖ ὁ νοῦς. Καὶ μὴ νομίσεις ὅτι αὐτὴ ἡ ἀδυναμία εἶναι μόνο δική μου. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προχώρησαν πολὺ στὴν ἀρετή, ὁμολογοῦν πὼς κάτι τέτοιο τοὺς εἶναι ἀκατόρθωτο. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ δώσω τὴν ἐντύπωση, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ ψαλμωδοῦ, ὅτι «φοβᾶμαι ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει φόβος» (Ψάλμ. 13, 5), θὰ σοῦ ἐκθέσω σαφέστερα αὐτὸ ποὺ θέλω.

Ἡ τελειότητα σ’ ὅλα τα ἄλλα, ὅσα μποροῦν νὰ μετρηθοῦν μὲ τὴ βοήθεια τῶν αἰσθήσεων, περικλείεται μέσα σὲ καθορισμένα ὅρια. Στὴν περίπτωση π.χ. τοῦ ποσοῦ καὶ τοῦ συνεχῶς μεταβαλλόμενου καὶ τοῦ καθορισμένου, τὰ ὅρια αὐτὰ εἶναι ἡ ἀφετηρία καὶ τὸ τέρμα, ἐπειδὴ καθετὶ ποὺ μετριέται σὲ ποσότητα περιλαμβάνεται στὰ ἰδιαίτερά του ὅρια. Καὶ ὅποιος χρησιμοποιεῖ ὡς μέτρο τὸν πῆχυ ἢ τὴ δεκάδα, ξέρει ὅτι ἡ τελειότητά τους ἔγκειται στὸ ὅτι ἀπὸ κάπου ἀρχίζουν καὶ κάπου τελειώνουν. Στὴν ἀρετὴ ὅμως τὰ πράγματα διαφέρουν.

Γιατί ὅπως ξέρουμε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο, ἕνα εἶναι τὸ ὅριο τῆς ἀρετῆς τῆς τελειότητας, τὸ νὰ μὴν ἔχει ὅριο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ὁ μεγάλος καὶ ἀνώτερος στὴ διάνοια θεῖος Ἀπόστολος, ἂν καὶ ἔτρεχε πάντοτε γιὰ τὴν κατάχτηση τῆς ἀρετῆς, ὅμως ποτὲ δὲν σταμάτησε νὰ προχωρεῖ πρὸς τὰ ἐμπρὸς (Φιλιπ. 3,13). Καὶ αὐτὸ γιατί δὲν ἔνιωθε ἀσφαλής, ἂν σταματοῦσε ἔστω καὶ γιὰ λίγο. Γιατί; Διότι τὸ ἀγαθὸ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ἀπέραντο καὶ προσδιορίζεται μόνο ἀπὸ τὴν ἀντιπαράθεσή του πρὸς τὸ ἀντίθετο, ὅπως ἡ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι.

Καὶ γενικὰ κάθε ἀγαθὸ τελειώνει πάντοτε ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζει αὐτὸ ποὺ θεωρεῖται ἀντίθετό του. Ὅπως, λοιπόν, τὸ τέλος τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ θανάτου, ἔτσι καὶ τὸ σταμάτημα τῆς προόδου στὴν ἀρετὴ εἶναι ἡ ἀφετηρία τοῦ δρόμου τῆς κακίας. Συνεπῶς εἶναι ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ εἶπα, ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ μιλήσω γιὰ τὴν τελειότητα στὸ χῶρο τῆς ἀρετῆς, ἐπειδὴ ἀποδείχθηκε ὅτι καθετὶ ποὺ περικλείεται σὲ ὅρια, δὲν εἶναι ἀρετή.

Ἀλλὰ ἐπειδὴ εἴπαμε ὅτι εἶναι ἀδύνατο καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ζοῦν τὸν ἐνάρετο βίο, νὰ φθάσουν στὴν τελειότητα, θὰ πρέπει νὰ ἀποσαφηνίσω τὸ λόγο μου καὶ γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Κατ’ ἀρχὴν καὶ στὴν κυριολεξία ἀγαθό, ποὺ ἡ ἴδια τοῦ ἡ φύση εἶναι ἡ ἀγαθότητα, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, καὶ ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ κατανοήσει κανεὶς γιὰ τὴ θεϊκὴ φύση, αὐτὸ καὶ εἶναι καὶ λέγεται ἀγαθό. Καὶ ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, δὲν ὑπάρχει κανένα ὅριο γιὰ τὴν ἀρετὴ ἔξω καὶ ξέχωρα ἀπὸ τὴν κακία, καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν ἐπιδέχεται τίποτε τὸ ἀντίθετο (πρὸς τὸ ἀγαθό), γι’ αὐτὸ θεωρεῖται ἡ θεία φύση ἀπέραντη καὶ ἀπεριόριστη.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ζεῖ τὴν ἀληθινὰ ἐνάρετη ζωή, δὲν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ζεῖ ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ὁλοκληρωμένη ἀρετή. Καὶ ἐπειδὴ ὅσοι ἔχουν ἐπίγνωση, ἐπιθυμοῦν νὰ ἔχουν ἐπικοινωνία μὲ τὸ ἀγαθὸ κατὰ τὴ φύση του, καὶ αὐτὸ δὲν ἔχει ὅρια, γι’ αὐτὸ ἀναγκαστικὰ καὶ ἡ ἐπιθυμία ἐκείνου ὁ ὁποῖος κοινωνεῖ μὲ τὸ ἀγαθό, δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἔχει τέλος, ἐπειδὴ ἐπεκτείνεται μαζὶ μὲ τὸ ἄπειρο.
Συνεπῶς εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νὰ πετύχει κανεὶς τὸ τέλειο, ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, ἡ τελειότητα δὲν περικλείεται σὲ ὅρια, καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ ἕνα ὅριο ὑπάρχει: τὸ ἄπειρο. Πῶς θὰ μποροῦσε, λοιπόν, νὰ φθάσει κανεὶς στὸ τέλος, ποῦ ἐπιθυμεῖ, ὅταν δὲν βρίσκει αὐτὸ τὸ τέλος;

Ἀλλὰ ὅμως, ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε πιὸ πάνω, εἶναι ἐντελῶς ἀσύλληπτο αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε, δὲν θὰ πρέπει νὰ παραβλέπουμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἡ ὁποία λέγει: «νὰ γίνεσθε τέλειοι, ὅπως εἶναι τέλειος ὁ οὐράνιος Πατέρας σᾶς» (Ματθ. 5,48). Γιατί ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ ἀπὸ τὴ φύση τοὺς καλά, καὶ ὅταν δὲν εἶναι, δυνατὸ νὰ ἐπιτύχουμε τὸ ὅλο, θὰ ἦταν μεγάλο κέρδος γιὰ τοὺς συνετοὺς καὶ τὸ νὰ μὴν ἀποτύχουν στὸ μέρος. Θὰ πρέπει, λοιπόν, νὰ καταβάλουμε κάθε προσπάθεια, γιὰ νὰ μὴν ὑστερήσουμε ἀπὸ τὴ δυνατὴ τελειότητα, ἀλλὰ νὰ ἀποκτήσουμε ἀπὸ αὐτὴν τόση, ὅση χρειάζεται, γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ βάθος αὐτοῦ ποὺ ζητᾶμε. Μποροῦμε μάλιστα νὰ ποῦμε πὼς ἡ φύση τῆς ἀνθρώπινης τελειότητας εἶναι τέτοια, ὥστε νὰ ἐπιθυμεῖ καὶ νὰ ἐπιδιώκει πάντοτε νὰ ἔχει ὅσο μπορεῖ μεγαλύτερη συμμετοχὴ στὸ καλό.

Τελειότητα καὶ πρόοδος

Αὐτὴ εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μου βέβαια, ἡ τελειότητα στὸ χριστιανικὸ βίο. Τὸ νὰ ἔχεις κοινωνία καὶ κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ κατὰ τὸν λόγο καὶ κατὰ τὰ ἔργα τοῦ βίου σ’ ὅλες τὶς προσωνυμίες, μὲ τὶς ὁποῖες ἑρμηνεύεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὴ ἡ κοινωνία νὰ εἶναι τέτοια, ὥστε, σύμφωνα μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, νὰ ἀναδεχθεῖς στὸν ἑαυτό σου ὁλόκληρο τὸν ἁγιασμὸ σ’ ὁλόκληρό το σῶμα, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα (Ἃ’ Θεσ. 5,23), κρατώντας τὸν διαρκῶς ἔξω ἀπὸ κάθε ἐπιμιξία μὲ τὸ κακό.

Ἂν θὰ ἰσχυριζόταν κανεὶς ὅτι εἶναι δύσκολο νὰ κατακτηθεῖ τὸ ἀγαθό της τελειότητας, ἐπειδὴ μόνον ὁ Κύριος της κτίσης εἶναι ἄτρεπτος, ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι τρεπτὴ καὶ εὔκολα ὑπόκειται στὶς μεταβολές, καὶ ἀκόμη ἂν ἔλεγε: Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ κατορθώσει κανεὶς μέσα στὴν τρεπτὴ τοῦ φύση, νὰ μείνει σταθερὸς καὶ ἀμετάβλητος στὸ ἀγαθό; Σ’ ἕνα παρόμοιο ἰσχυρισμὸ τοῦτο θὰ λέγαμε, πὼς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πάρει κανεὶς τὸ στεφάνι τῆς νίκης, ἂν δὲν ἀγωνισθεῖ νόμιμα (Β΄ Τιμ. 2,5). Καὶ δὲν γίνεται νόμιμο ἀγώνισμα χωρὶς νὰ ὑπάρχει ὁ ἀνταγωνιστής. Ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἀντίπαλος οὔτε καὶ τὸ στεφάνι θὰ δινόταν. Γιατί νίκη μὲ τὸν ἑαυτό της δὲ λογίζεται, ἂν δὲν ὑπάρχει ἐκεῖνο ποὺ νικᾶται.

Συνεπῶς ἃς ἀναλάβουμε τὸν ἀγώνα ἐνάντια σ’ αὐτὸ τὸ μεταβλητό της φύσης μας καὶ ἃς πιαστοῦμε στὰ χέρια διὰ τῶν λογισμῶν σὰν μὲ κάποιον ἀντίπαλο, ὄχι βέβαια γιὰ νὰ τὴν συντρίψουμε, ἀφοῦ γίνουμε νικητές της, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν τῆς ἐπιτρέψουμε νὰ πέσει. Ἄλλωστε δὲν εἶναι τρεπτὸς ὁ ἄνθρωπος μόνο πρὸς τὸ κακό. Γιατί τότε θὰ τοῦ ἦταν ἀδύνατο, νὰ γίνει ἀγαθός, ἂν μόνο πρὸς τὸ ἀντίθετό του ἀγαθοῦ εἶχε ἀπὸ τὴ φύση τοῦ τὴν κλίση. Τώρα ὅμως τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς τροπῆς εἶναι ἡ αὔξηση στὰ ἀγαθά, ἐπειδὴ πάντοτε ἡ ἀλλοίωση πρὸς τὸ καλύτερο μεταβάλλει πρὸς τὸ ἁγιότερο ἐκεῖνον ποὺ καλῶς ἀλλοιώνεται.

Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ σὲ πολλοὺς φαίνεται φοβερό, ἐννοῶ το ὅτι ἡ φύση μᾶς εἶναι τρεπτή, ὁ λόγος τὸ παρουσίασε σὰν ἄλλο φτερὸ γιὰ τὴν πτήση πρὸς τὰ ἀνώτερα. Ὥστε ποινὴ γιὰ μᾶς θὰ ἦταν νὰ μὴν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴν ἀλλοίωση πρὸς τὸ καλύτερο. Ἃς μὴ λυπᾶται λοιπὸν ὅποιος βλέπει στὴν ἀνθρώπινη φύση τὴ ροπὴ πρὸς τὴ μεταβολή, ἀλλὰ ἃς ἀγωνίζεται νὰ μεταβάλλεται διαρκῶς πρὸς τὸ καλύτερο καὶ νὰ μεταμορφώνεται ἀπὸ δόξα σὲ δόξα (Β’ Κορ.3,18). Ἔτσι νὰ μεταβάλλεται. Καὶ μὲ τὴν καθημερινὴ προκοπὴ νὰ γίνεται πάντοτε καλύτερος καὶ συνεχῶς τελειότερος καὶ ποτὲ νὰ μὴ φθάνει στὸ τέρμα τῆς τελειότητας. Ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἀληθινὰ ἡ τελειότητα, τὸ νὰ μὴ σταματᾶς ποτὲ τὴν προσπάθεια γιὰ περισσότερη προκοπὴ καὶ βελτίωση, οὔτε νὰ περιορίζεις τὴν τελειότητα σὲ κάποιο ὅριο.

 ( Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Μυστικὴ Θεολογία, ἐπιλογὴ κειμένων, ἔκδ. Ἐπέκταση σ.83-93).