A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον  πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ (Μητροπολίτου Δημητριάδος Γ.Ο.Χ. κ. Φωτίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ


Ἐκδήλωσις Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ - Ἐπίλογος



ὑπὸ τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Φωτίου
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Σεβαστοὶ Πατέρες,
γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Κατ' ἀρχήν, ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς μεταφέρω τὶς εὐχὲς καὶ εὐλογίες τοῦ Μακαρ. Ἀρχιεπισκόπου κ. Καλλινίκου, ὁ ὁποῖος γιὰ λόγους ἀνωτέρας βίας δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ εἶναι ἐδῶ μαζί μας παρὰ τὴν πρὸς τοῦτο μεγάλη του ἐπιθυμία. Πάντως εἶμαι βέβαιος ὅτι ἂν καὶ εἶναι φυσικῶς ἀπών, ὁπωσδήποτε εἶναι νοερῶς παρὼν καὶ συγχαίρει ὅλους ἐμᾶς γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῆς παρούσης ἐκδηλώσεως.
 σημερινὴ ἐκδήλωσις κατὰ κάποιον τρόπον εἶναι συνέχεια τῆς ἑορτῆς τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ δικαίως -κατόπιν Συνοδικῆς ἀποφάσεως- ἑορτάζεται σήμερον στὴν συμπρωτεύουσαν, στὴν ὁποία ἐπισκόπευσε ὁ προκάτοχός καὶ ὁμώνυμός σας Ἅγιος, Σεβ. Θεσσαλονίκης κ. Γρηγόριε.
Εἶπα ὅτι σήμερα εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, διότι ἂν καὶ κατὰ τὴν προηγουμένη Κυριακὴ ἑωρτάσαμε τὸν θρίαμβον τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τῶν αἱρέσεων, σήμερα τιμοῦμε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ τὸ ὑπόδειγμα ἑνὸς ἰδανικοῦ Ἱεράρχου, χάρις στὸν ὁποῖο ἐθριάμβευσε ἡ Ὀρθοδοξία ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του.
Πράγματι στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ δέν συνυπῆρξε ἁπλῶς ὁ ἰδανικὸς συνδυασμὸς Ὀρθοδοξίας καὶ Ὀρθοπραξίας, ἀλλὰ ἐπιπλέον ὁ Ἅγιος αὐτὸς μᾶς κατέλειπε καὶ τὴν μέθοδο γιὰ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς κοινωνοὶ αὐτῶν τῶν δύο ζωτικῶν γιὰ τὴν σωτηρία μας χαρακτηριστικῶν.
Διότι ἡ ἡσυχαστικὴ μέθοδος καὶ ἡ ἀσκητικὴ διαγωγὴ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν κάθαρσιν ἀπὸ τῶν παθῶν καὶ στὴν κοινωνία μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τὴν θέωσιν.
λλά , ἂν αἱ διδαχὲς τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ ἔχουν διαχρονικὴ ἀξία σὲ κάθε ἐποχή, ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐπισημάνω ὅτι εἰδικὰ στὴν σημερινὴ ἐποχή, ὅταν κυριαρχῇ ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ ἕνα ἐπιπλέον λόγο.
Διότι μᾶς ἐδίδαξε πῶς γίνεται ἕνας εἰλικρινὴς διάλογος μὲ τούς ἑτεροφρονοῦντας δίχως νὰ ξεφεύγουμε ἀπὸ τὰ πλαίσια τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ μάλιστα ὁμολογῶντας τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.
ς γνωστόν, ὁ Ἅγιος, αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τούς Τούρκους καὶ μέχρι νὰ ἀπελευθερωθῇ μὲ λύτρα, ἔμεινε στὰ χέρια τους ἕνα περίπου χρόνο. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας του ὁ Σουλτάνος τοῦ ζήτησε νὰ διαλεχθῇ μὲ τούς Χιόνες, μέλη μιᾶς ὁμάδος ἐξισλαμισμένων πρώην Ἰουδαίων. Ὁ Ἅγιος κάνοντας χρήση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ ἰσλαμισταὶ χρησιμοποιοῦσαν, τοὺς ἀποστόμωσε, ἀποδεικνύοντας τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ, δίχως συμβιβασμούς, δίχως περιστροφές, δίχως συμπροσευχὲς καὶ συμμετοχὴ σὲ τελετουργικὰ δεῖπνα (ἰφτάρ) τῶν μωαμεθανῶν.
ποῖα διαφορὰ ἀπὸ τὶς τακτικὲς τῶν σημερινῶν Οἰκουμενιστῶν! Δυστυχῶς οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενισταὶ ἱεράρχαι τολμοῦν νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ παράδειγμα τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἀποκρύπτοντας τὶς τεράστιες διαφορὲς τοῦ ὁμολογιακοῦ διαλόγου τοῦ Ἁγίου σὲ σχέση μὲ τοὺς προδοτικούς διαλόγους τῶν Οἰκουμενιστῶν. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ κλείσω μὲ αὐτό.
Σήμερα μάλιστα ἐδῶ στὴν Θεσσαλονίκη ἄρχισαν κάποιοι εὐαισθητοποιημένοι κληρικοὶ τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας νὰ διακόπτουν τῆς μνημονεύσεως τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Ἐπισκόπου τους, ἐπικαλούμενοι τὸν ΙΕ΄κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Αὐτὸ τὸ βῆμα εἶναι καλό, ἀλλὰ ἡμιτελές.

«κκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ πάντων ἀγαθόν», λέγει ὁ Ψαλμωδός. Δέν ἀρκεῖ νὰ διακόπτεται ἡ κοινωνία μὲ τούς οἰκουμενιστάς, δηλαδὴ νὰ ἐκκλίνουν μόνον ἀπὸ τὸ κακόν. Πρέπει νὰ ποιήσουν καὶ τὸ ἀγαθόν, δηλαδὴ νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία. 
Νὰ μὴν ξεχνοῦν, ὅτι αὐτὸ ποὺ αὐτοὶ τώρα συνειδητοποιοῦν, χιλιάδες ἄλλοι κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ τὸ εἶχαν ἀντιληφθῆ ἀρκετὲς δεκαετίες νωρίτερα. Ὁ ἀγώνας κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δέν ξεκινᾶ τώρα τὸ 2017, εἶχε ξεκινήσει νωρίτερα, ἀπὸ τὸ 1924, ὅταν ἔγινε ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἑορτολογίου γιὰ λόγους οἰκουμενιστικούς. Αὐτοὶ ποὺ τότε ἀντέδρασαν ἀπετέλεσαν τὴν συνέχεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Ἑλλάδι. Ὅσοι λοιπὸν σήμερα ἀντιλαμβάνονται (ἔστω καὶ μὲ καθυστέρηση) τὰ φθοροποιὰ σχέδια τῶν οἰκουμενιστῶν, τὰ ὁποῖα προαναγγέλθηκαν μὲ τὴν αἱρετικὴ ἐγκύκλιο τοῦ 1920 τοῦ Πατριαρχείου Κων/πόλεως καὶ ἄρχισαν νὰ ἐφαρμόζωνται τὸ 1924 καὶ συνεχίζονται μέχρι σήμερα ἡ ἐφαρμογὴ τους, αὐτοὶ λοιπὸν ὀφείλουν νὰ ἑνώσουν τὶς δυνάμεις τους μὲ ὅσους ξεκίνησαν τὸν ἀγῶνα νωρίτερα.
 Κύριος θὰ ἀνταμείψῃ καὶ ὅσους προσῆλθαν νὰ ἐργασθοῦν κατὰ τὴν ἑνδεκάτην ἰσάξια μὲ ὅσους ὀργανώθηκαν ἀπὸ τὴν πρώτη ὥρα καὶ «ἐβάστασαν τὸ βάρος τῆς ἡμέρας καὶ τὸν καύσωνα» κατὰ τὴν Παραβολήν, ἢ ὅπως ἀναφέρει ἡ εὐχὴ «εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τὴν ἑνδεκάτην, μὴ φοβηθῇ τὴν βραδύτητα, φιλότιμος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τὸν ἔσχατον καθάπερ καὶ τὸν πρῶτον. Ἀναπαύσει τὸν τῆς ἑνδεκάτης ὡς τὸν ἐργασάμενον ἀπὸ τῆς πρώτης. Καὶ τὸν ὕστερον ἐλεεῖ καὶ τὸν πρῶτον θεραπεύει κἀκείνῳ δίδωσι καὶ τούτῳ χαρίζεται».
Καὶ τέλος, νὰ ἐπισημάνω ὅτι αὐτοὶ ποὺ τώρα διακόπτουν τὴν μνημόνευσιν τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Ἐπισκόπου, διατηρῶντας ὅμως τὴν Κοινωνίαν μὲ ὅσους συγκοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετίζοντες Ἱεράρχες, δὲν κάνουν τίποτε. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς ὁδηγεῖ στὸ ἀδιέξοδο. Διότι «πᾶς ὁ κοινωνῶν τῷ ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔσται».
Εὐχόμεθα ὁ Θεὸς νὰ τοὺς φωτίσῃ, ὥστε νὰ πράξουν τὸ θέλημά Του.
Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Φιλίππων καὶ Μαρωνείας κ. Ἀμβρόσιε, θερμὰ συγχαρητήρια γιὰ τὴν ἐμπνευσμένη ὁμιλία σας.
Μουσικολογιώτατε Χοράρχα ἀδελφὲ ἐν Χριστῷ Νικόλαε, ἀπολαύετε τὰ εὔσημα γιὰ τὴν ἀπόδοση τῶν ὕμνων.
Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Θεσσαλονίκης κ. Γρηγόριε, παρακαλῶ δεχθῆτε ἐκ μέρους τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου μας καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου θερμὰ συγχαρητήρια γιὰ τὴν ἐπιτυχῆ διοργάνωση τῆς ὅλης ἐκδηλώσεως.


Η ΜΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ (Μητροπολίτου Φιλίππων καί Μαρωνείας Γ.Ο.Χ. κ. Ἀμβροσίου)

Σχετική εικόνα


τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Φιλίππων καί Μαρωνείας κ. Ἀμβροσίου

Σεβασμιώτατε άγιε Θεσ/νίκης κ. Γρηγόριε,
Άγιοι Αρχιερείς,
Ευλαβείς Πρεσβυτέροι και Διάκονοι,

Χορεία των Ιεροψαλτών,

Αξιότιμοι κύριοι Πρόεδροι και Μέλη των Δ/κών Συμβουλίων των Ιερών Κοινοτήτων,

Λαέ του Θεού ηγαπημένε·          
Στο εορτολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θες/νίκης, εορτάζει στις 14 Νοεμβρίου∙ ημερομηνία κατά την οποία εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου σε ηλικία εξήντα τριών ετών το 1359. Εννέα χρόνια μόλις μετά  τον  θάνατό  του,  μετά  την  κοίμησή  του, το 1368  με  Συνοδική  απόφαση  του Πατριαρχείου Κων/πόλεως για πρώτη φορά η μνήμη του αναγράφηκε στο ημερολόγιο του Μεγάλου Ναού της του Θεού Σοφίας και καθιερώθηκε να εορτάζεται και τη δεύτερη Κυριακή των Νηστειών, γιατί η σημερινή ημέρα είναι προέκταση της Κυριακής της Ορθοδοξίας, είναι η συνέχεια της νίκης της Εκκλησίας εναντίον της πλάνης και των αιρέσεων.
Στην Κων/πολη γεννήθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς το 1296. Μαθήτευσε στις ελεύθερες σπουδές κοντά στον διάσημο Θεολόγο και Φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη.

Σε νεαρή ηλικία εγκαταλείπει τις επιστημονικές σπουδές και αποσύρεται στην ερημική ζωή, για να σπουδάσει την Πατερική Θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.  Ασκήτευσε στο Παπίκιον Όρος της Θράκης, στο Άγιον Όρος, στην περιοχή της Βεροίας και πάλι στο Άγιον Όρος. Αναδείχθηκε Θεολόγος της ησυχαστικής ασκήσεως και της μετανοίας και όχι των πτυχίων και των Πανεπιστημιακών τίτλων.

Ο Θεός τον επροίκησε με πολλά χαρίσματα. Είναι  ο  Θεολόγος  της  θείας  χάριτος,  γι’αυτό  όταν η Εκκλησία του Χριστού κινδύνευε από την διδασκαλία του μοναχού Βαρλαάμ και του Σλάβου Θεολόγου Ακινδύνου αλλά και των οπαδών τους,οι οποίοι μετέφεραν από την Δύση, από την Ιταλία, έναν εκκοσμικευμένο χριστιανισμό και μετέδιδαν τις παπικές αιρέσεις και πλάνες στην Ανατολή, στο Βυζάντιο, ο άγιος Γρηγόριος εγκαταλείπει-αφήνει την ησυχία της ερήμου και υπερασπίζεται την ορθόδοξη πίστη.

Μας άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο∙ δογματικά, ασκητικά, λειτουργικά, ποιμαντικά, αγιολογικά, ηθικά, ομιλίες  και  επιστολές.

Εμείς από το συγγραφικό του έργο θα σταχυολογήσουμε, θα τρυγήσουμε μερικές διδασκαλίες του για ν’απαντήσουμε στο ερώτημα: «Με ποιόν τρόπο και μέχρι ποίου σημείου είναι δυνατόν ο θνητός και πεπερασμένος, αυτός πού έχει αρχή και τέλος, άνθρωπος να μιμηθεί, να ομοιάσει τον αθάνατο, απεριόριστο και αιώνιο Θεό;»

Από την αρχή πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το να προσπαθεί ο άνθρωπος να ομοιάσει τον Θεό στον τέλειο βαθμό ως προς την αρετή χαρακτηρίζεται κατά τον Κλήμη Αλεξανδρέα ως βλασφημία. Αλλά χαρακτηριστική είναι η ερμηνεία που δίνει ο άγιος  Γρηγόριος στη φράση «αμίμητον μίμημα» δηλαδή μίμηση χωρίς επιτυχία του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Κατά την γνώμη του αγίου η παράδοξη αυτή φράση διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν στον άνθρωπο, δεν μπορεί ο άνθρωπος να ενωθεί μέσω της μιμήσεως με τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι υπεράνω κάθε ανθρώπινης προσπάθειας, είναι αμίμητος και συνεχίζει ο άγιος, πρέπει όμως ο άνθρωπος να προσπαθεί να μιμηθεί, να ομοιάσει τον αμίμητον, γιατί έτσι μόνον θ’αποκτήσει τις ευλογίες, τις δωρεές του Θεού και θα γίνει κατά χάρην Θεός. (Υπέρ των ιερών Ησυχαζόντων 3, 1, σελ. 367). Η μίμηση λοιπόν του Θεού είναι σχετική, δεν μπορεί να είναι τέλεια από τον άνθρωπο, γιατί κατά την ουσία του ο Θεός παραμένει αμίμητος. Ο άνθρωπος όμως μπορεί να πλησιάσει την αγιότητα του Θεού ανάλογα με τις δυνάμεις του και αυτό  το  πετυχαίνει  μόνον  με  την  χάρη  του Θεού∙ «ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ΙΕ, 5) μας υπενθυμίζει ο Κύριος, στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

Βέβαια εκτός από τον αόρατο Θεό Πατέρα, εμείς οι Χριστιανοί έχουμε τον Υιό του Θεού, τον Χριστό μας, που έγινε τέλειος κατά πάντα άνθρωπος αλλά παραμένει και τέλειος Θεός «ομοούσιος τω Πατρί» και μπορούμε να τον μιμηθούμε και πάλι μέσα στις δυνατότητες μας τις ανθρώπινες. Και κάτι ακόμη∙ η διδασκαλία περί μιμήσεως του Χριστού, δηλαδή το να προσπαθούμε να ομοιάσουμε όσο είναι δυνατόν τον Χριστό μας, ήταν από την αρχή γνωστή στην Πατερική παράδοση, η οποία και συμφωνεί απόλυτα με την διδασκαλία της Αγίας Γραφής.

Στα Ιερά Ευαγγέλια όλη η ζωή του Χριστού παρουσιάζεται ως πρότυπο, ως παράδειγμα για τη ζωή των πιστών. Ο ίδιος ο Ιησούς προετοίμασε « ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσι» (Ιω. ΙΕ, 20) και κάλεσε τους μαθητές του «ει τις θέλει οπίσω μου έλθειν…» (Ματθ. Ι5, 24) ν’ακολουθήσουν το παράδειγμα Του, να τον  μιμηθούν.

Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, στο Μυστικό Δείπνο ο Ιησούς, αφού πλένει τα πόδια των μαθητών του, τους λέγει χαρακτηριστικά: «υπόδειγμα δέδωκα υμίν, ίνα καθώς εγώ εποίησα υμίν, και υμείς ποιειτε» (ΙΓ, 14). Σας έδωσα ένα παράδειγμα, να κάνετε και εσείς όπως και εγώ έπραξα σε σας, δηλαδή να δείχνετε την αγάπη σας προς τους συνανθρώπους με έργα και όχι μόνον με λόγια. Αργότερα ο απ. Παύλος θα διακηρύξει στην προς Γαλάτας επιστολή ότι ο Χριστιανισμός είναι «πίστις δι’αγάπης ενεργούμενη» (Ε, 6). Οι άγιοι Απόστολοι και αργότερα οι διωκόμενοι χριστιανοί καλούνται να μιμηθούν, να βαδίσουν τον δρόμο του Γολγοθά  όπως  ο διδάσκαλος μας Ιησούς.

Γράφει λοιπόν ο απ. Πέτρος στην πρώτη του επιστολή: «Χριστός έπαθεν υπέρ ημών υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού» (Β, 21). Ο Χριστός έπαθε για χάρη μας και άφησε παράδειγμα ν’ακολουθήσετε και να βαδίσετε επάνω  στα  ίχνη  του.

Ο απ. Παύλος, μιμείται τον Χριστό και καλεί όλους τους πιστούς να τον ακολουθήσουν∙ γράφει στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή: «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (ΙΑ, 1). Η προτροπή αυτή του απ. Παύλου βρίσκει τέλεια εφαρμογή στη ζωή των αγίων μαρτύρων. Ο πρωτομάρτυρας Στέφανος την ώρα που τον λιθοβολούν οι Ιουδαίοι προσεύχεται: « Κύριε μη στήσης αυτοίς  την αμαρτίαν ταύτην» (Πρ. ζ, 60). Κύριε μη καταλογίσεις σ’αυτούς αυτήν την αμαρτία∙  με άλλα λόγια, συγχώρεσέ τους Κύριε, που με σκοτώνουν. Ο μάρτυρας Στέφανος μιμήθηκε τον Μεγάλομάρτυρα του Γολγοθά, τον διδάσκαλο και Αρχηγό της πίστεως μας Ιησού Χριστό, ο οποίος συγχώρεσε αυτούς που τον σταυρώσανε.

Από τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος Επίσκοπος Αντιοχείας, οδηγούμενος στα θηρία της Ρώμης έγραφε προς τους χριστιανούς της μεγάλης πόλεως, οι οποίοι εφρόντιζον να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο; «Επιτρέψατέ μοι μιμητήν είναι του πάθους του Θεού μου» (Επιστ. Ρωμ. 6, 3). Αλλά και οι άγιοι Πατέρες από τον Μ. Βασίλειο, τον Γρηγόριο Θεολόγο, τον Μάξιμο Ομολογητή μέχρι τον Γρηγόριο Παλαμά διδάσκουν∙ όταν ο χριστιανός ακολουθεί πιστά την διδασκαλία του Χριστού, πλησιάζει προς την τελειότητα χωρίς να βρίσκει  τέλος  στην  πορεία  αυτή.

Κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου ο τελικός σκοπός κάθε πιστού χριστιανού είναι να μιμηθεί την ζωή του Χριστού, κάνοντας πράξη την διδασκαλία Του. Γράφει ο άγιος: «αν ουν ενταύθα τω Υιώ του Θεού δια των έργων ομοιώσης σ’αυτόν και δείξης  επί πάντας χριστός, ως κακείνος επί πάντας Χριστός έστιν…προς  αυτόν ομοίωσιν λήψη τω φωτί της του Υψίστου δόξης περιλαμπόμενος…μακαριότητος» (Ομιλ. 45, 7). Σε ελεύθερη ερμηνεία∙ εάν λοιπόν, με τα έργα σου ομοιάσεις τον Υιό του Θεού και συμπεριφέρεσαι σε όλους όπως Εκείνος, τότε θα ομοιάσεις τον Χριστό και θα ζήσεις στην αιώνια ζωή, στον Παράδεισο.

Αρχή της μιμήσεως αυτής είναι το βάπτισμα, ως τύπος της συμμετοχής του ανθρώπου στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού: «ταύτης δε της μιμήσεως αρχή μεν ημίν έστι το άγιον βάπτισμα, τύπος ον της του Κυρίου ταφής τε και αναστάσεως» (Ομιλ. 2Ι). Στη συνέχεια ακολουθεί ο ενάρετος βίος και τέλος η προσπάθεια να νικήσουμε τα πάθη μας. Αλλά ακόμη και μετά την αναγέννηση του αγίου βαπτίσματος ο άνθρωπος παραμένει στην κατάσταση της φθοράς και του θανάτου∙ όμως ο Θεός παραχωρεί τις δωρεές του αγίου Πνεύματος, με σκοπό ο άνθρωπος να φθάσει στην ηθική τελείωση. Έτσι ο πιστός ετοιμάζεται «προς υποδοχήν της αφθαρσίας» να υποδεχθεί την αθάνατη ζωή, την οποία  θα  ζήσει  στην  μακαριότητα του Παραδείσου.

Στη συνέχεια διδάσκει ο άγιος ότι, η μίμηση του Χριστού επαναφέρει τον άνθρωπο στη φυσική κατάσταση του « κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν Θεού». Πρίν από την πτώση του ο άνθρωπος εθεώρει –έβλεπε τον Θεό,τον είχε μπροστά του για να τον μιμηθεί, όπως οι αγαθοί Άγγελοι. Όταν όμως ο άνθρωπος παραβίασε την εντολή και απομακρύνθηκε από τη θεωρία του Θεού, τότε ο Θεός έγινε άνθρωπος «και συμπολιτευσάμενος ημίν ευατόν εις υπόδειγμα της προς ζωής επανόδου προτίθησιν» (Ομιλία Ι6). Και αφού έζησε ανάμεσα μας (ως άνθρωπος) παρουσιάζει τον εαυτό Του ως υπόδειγμα για την επάνοδο μας στη ζωή.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι όταν προσπαθούμε να εφαρμόσουμε τις εντολές του Θεού στη ζωή μας, ερχόμαστε σε αντίθεση με την φυσική ζωή, όπως την ονομάζουμε, και τούτο γιατί ο νόμος του Ευαγγελίου έρχεται σε αντίθεση με τις επιθυμίες της σαρκός. «Οίδαμεν ότι ο νόμος πνευματικός έστιν∙ εγώ δε σαρκικός είμι, πεπραμένος υπό την αμαρτία» (Ρωμ. Ζ, 14). Δηλαδή, γνωρίζουμε ότι ο νόμος του Θεού είναι πνευματικός εγώ όμως είμαι σαρκικός, σκλάβος στην κυριαρχία της αμαρτίας, μας βεβαιώνει ο απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή.

Σημειώνει ο άγιος∙ ο άνθρωπος που ακολουθεί και μιμείται τον Χριστό, με την χάρη του αγίου Πνεύματος και με τις δικές του δυνάμεις ξαναβρίσκει τον πραγματικό του εαυτό και κατευθύνεται για να φθάσει στον αληθινό προορισμό του που είναι η αιώνια ζωή. Ο προορισμός αυτός χαράχθηκε-εντυπώθηκε στην ψυχή μας από την αρχή, όταν ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο «κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν»∙ και συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος: «επειδή ο Αδάμ παρασύρθηκε από τον διάβολο και αστόχησε, ήλθε ο Χριστός και πρόβαλε τον εαυτό του ως πρότυπο προς μίμηση των πιστών για να κάνει πάλι κατορθωτή την ομοίωση του ανθρώπου προς τον Θεό». Στη συνέχεια ο άγιος κάνει μία παρατήρηση: «Τάχα πολλοί τον Αδάμ αιτιώνται, πως ευκόλως τω πονηρώ συμβούλω πεισθείς την θείαν ηθέτησεν εντολήν και δια της τοιαύτης αθετήσεως ημίν τον θάνατον προεξένησεν». Πολλοί λένε ότι ο Αδάμ είναι η αιτία που έφερε τον θάνατο στο ανθρώπινο γένος, γιατί υπέκυψε στον πειρασμό και παραβίασε την εντολή του Θεού.

Αλλά ο Αδάμ, όταν δεχόταν τις πονηρές συμβουλές του διαβόλου, δεν είχε ακόμη την φοβερή εμπειρία του θανάτου, δεν γνώριζε τι ήταν ο θάνατος. Περισσότερο κατακριτέος και αδικαιολόγητος από τον Αδάμ είναι ο χριστιανός εκείνος που παραβιάζει τις εντολές του Θεού, γιατί γνωρίζει τον θάνατο, έχει εμπειρία του θανάτου στα πρόσωπα των συνανθρώπων του, γι’αυτό ο κάθε χριστιανός έχει  χρέος να μιμηθεί και ν’ακολουθήσει τη ζωή του Χριστού, για να πετύχει τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας από το «κατ’εικόνα» να φθάσει στο «καθ’ομοίωσιν» (Ομιλία 31).

Η πορεία αυτή πρό την αγιότητα, προς την θέωση δεν είναι πλέον ομαλή, γιατί υπάρχει ανά πάσα στιγμή ο κίνδυνος της πτώσεως, δηλαδή να ξεφύγουμε από την πορεία πρός την τελειότητα. Ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να παρασυρθεί, ν’απομακρυνθεί από τον Θεό Πατέρα, όπως και γίνεται. Γι’αυτό και ο άγιος συμβουλεύει: Όταν ο άνθρωπος ρυθμίζει τις επιθυμίες του κατά το θέλημα του Θεού και τον μιμείται στις πράξεις του, παρουσιάζεται ως υιός του Θεού. «Ούτω και δια των αγαθών επιθυμιών και πράξεων εξομοιούται τω Θεώ, υιοποιείται τούτω και κληρονόμος γίνεται της βασιλείας αυτού» (ομιλία 27).

Επισημαίνει στη συνέχεια τον μεγάλο κίνδυνο για τον άνθρωπο: Όταν όμως ο άνθρωπος επιθυμεί και πράττει τα έργα του διαβόλου, γίνεται όμοιος με αυτόν και παρουσιάζεται ως υιός του διαβόλου. «Οράτε πως εκ των πονηρών επιθυμιών και πράξεων υιοποιείται ο άνθρωπος τω διαβόλω και ούτω κληρονόμος γίνεται του αιωνίου πυρός» (Ομιλία 27).

Ο αγώνας αυτός εναντίον των επιθυμιών, εναντίον των λογισμών είναι πολύ κουραστικός και ισόβιος, γι’αυτό πρέπει να γίνεται με θερμή προσευχή και μεγάλη προσοχή.

Συνεχής φροντίδα του χριστιανού πρέπει να είναι η συστηματική καταπολέμηση των λογισμών και των παθών. Πρέπει να βρισκόμαστε πάντοτε σε συναγερμό: «Νήψατε, γρηγορήσατε∙ ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πετρ. Ε, 8). Μας προειδοποιεί ο απ. Πέτρος στην πρώτη επιστολή του: Εγκρατευθείτε, αγρυπνείτε και προσέχετε∙ γιατί ο αντίπαλος και κατήγορος διάβολος, σαν λεοντάρι που ωρύεται, που βρυχάται, περιπατεί με μανία και ζητά ποιόν να καταπιεί, να παρασύρει  στην  αιώνια  κόλαση.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ακολουθεί την παράδοση των νηπτικών Πατέρων και ρίχνει το βάρος στην εσωτερική, στην ψυχική κατάσταση του ανθρώπου και όχι στις συγκεκριμένες αμαρτωλές πράξεις.  Οι  πονηρές  επιθυμίες  και  τα  πάθη μας οδηγούν στην διάπραξη της αμαρτίας∙ επομένως αυτές πρέπει να πολεμήσουμε, για να μην φθάσουμε στην αμαρτία. Ο αγώνας, τον οποίο καλούμαστε να κάνουμε, πρέπει να έχει ως στόχο την αιτία και όχι τα συμπτώματα της διαστροφής. Όπως αιτία της αμαρτίας υπήρξε η πονηρά συμβουλή του διαβόλου και η προτίμηση της πρόσκαιρης ηδονής από τον άνθρωπο, έτσι η θεραπεία του ανθρώπου γίνεται με την συμβουλή, με τις εντολές του Χριστού, ακολουθώντας συγχρόνως την στενή και τεθλιμμένη οδό πού μας οδηγεί στην αιωνιότητα.
Στο έργο του «Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσίας» ο Ιερός  Πατήρ διδάσκει: «όταν παραβιάζουμε τις εντολές του Θεού, χάνουμε την εν Χριστώ υιοθεσία» δεν είμαστε πλέον παιδιά του Θεού, με αποτέλεσμα να μοιάζουμε με τον διάβολο». Μεταξύ άλλων λέγει: «ου συκοφαντήσεις, ινα μη εξομοιωθης τω την αρχήν προς την Εύαν τον Θεόν συκοφαντήσαντι και επικατάρατος κατ’εκείνον γένη». Μη γίνεσαι συκοφάντης, μην διαδίδεις ψευδείς κατηγορίες, για να μην γίνεις όμοιος με τον διάβολο που συκοφάντησε τον Θεό στην Εύα.

Σε άλλη του ομιλία «εις την Ανάληψιν του Χριστού» σημειώνει: Το ουράνιο ύψος στο οποίο ανήλθε-ανέβηκε ο Χριστός κατά την ημέρα εκείνη και την δόξα, την οποία κατά σάρκα έλαβε, το πέτυχε «διά ταπεινώσεως και αδοξίας» (Ομιλία 22) και συνεχίζει, «εάν ο Θεός υπερύψωσε τον Χριστόν του, επειδή ταπεινώθηκε, ατιμάσθηκε και υπέμεινε τον σταυρικό θάνατο, πώς θα δοξάσει και θ’ανυψώσει ημάς τους ανθρώπους, εάν δεν ταπεινωθούμε και δεν δείξουμε αγάπη μεταξύ μας, υπομονή  και  αυταπάρνηση;» (Ομιλία 16).
Η μίμηση του Χριστού προϋποθέτει και την άρση του σταυρού αυτού: δηλαδή να σηκώσουμε τον σταυρό και ν’ακολουθήσουμε τον Κύριο. «Ει τις θέλει οπίσω μου έλθειν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι» (Ματθ. ΙΣΤ, 24).

Κατά τον άγιο δύο είναι οι τρόποι με τους οποίους ο πιστός σηκώνει  τον  σταυρό  του  Χριστού∙ ο μαρτυρικός θάνατος και ο αγώνας εναντίον των παθών μας.
Όταν διώκεται η χριστιανική πίστη ή το Ορθόδοξο Δόγμα, πρέπει ο χριστιανός να είναι έτοιμος να προσφέρει και την ζωή του ακόμη για την αλήθεια της πίστεως μας. Με αυτόν τον τρόπο σηκώνει τον σταυρό και γίνεται μιμητής και επικοινωνεί με το πάθος και την ανάσταση του Χριστού, όπως οι άγιοι μάρτυρες (Ομιλία 11).

Ιδιαίτερα αυτή η μίμηση του Χριστού αναφέρεται στα συγγράμματα των Θεολόγων Πατέρων, οι οποίοι έζησαν  την  περίοδο  των  διωγμών.
Ο Ιερός πατήρ αναφερόμενος στον Θεσσαλονικέα άγιο Δημήτριο, τον παρουσιάζει ως μαρτυρήσαντα κατά χάριν Χριστού (Ομιλία 43), δηλαδή ο Άγιος Δημήτριος μαρτύρησε, αφού έλαβε την χάρη και  μιμήθηκε  τον  Χριστό.

Σε περίοδο ειρήνης της Εκκλησίας η άρση του σταυρού του Χριστού και η μίμηση  του  μαρτυρίου του πραγματοποιούνται  με  τον  εσωτερικό  αγώνα εναντίον των λογισμών, εναντίον των παθών και των πονηρών  επιθυμιών,  όπως  μαρτυρούν  οι  όσιοι πατέρες  και  μητέρες  αλλά  και  κάθε  πιστός χριστιανός.

Σε  ομιλία  του  ο  άγιος,  ακολουθώντας  τον Μ. Βασίλειο και την πατερική παράδοση, εξηγεί και διδάσκει το σωστό νόημα της νηστείας, η οποία είναι και η πρώτη εντολή και συμβουλή του Θεού προς τον Αδάμ. Ενώ αυτή είναι εντολή ζωής, η ακρασία –αυτός που δεν μπορεί να  συγκρατήσει  τα πάθη του - είναι συμβουλή θανάτου πού δόθηκε με δόλιο τρόπο στον Παράδεισο από τον διάβολο στην Εύα και τον Αδάμ «είς έκπτωσιν της ζωής και απαλλοτρίωσιν της εκ Θεού θείας χάριτος» (Ομιλία 13) δηλαδή σε απώλεια της ζωής και αποξένωση-απομάκρυνση της χάριτος  του  Θεού.

Σαράντα ημέρες νήστευσε ο Μωυσής και αξιώθηκε την θεωρία-την θέα του Θεού, για να πάρει τις δέκα εντολές. Οι προφήται Ηλίας και Δανιήλ αξιώθηκαν θεοπτίας, αλλά και αυτοί προηγουμένως  εκαθαρίσθησαν με την  νηστεία. Το μεγαλύτερο όμως παράδειγμα που προβάλλει ο άγιος είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος «υποδεικνύς ημίν τον τρόπον της κατά του διαβόλου νίκης, ενήστευσε και ενίκησεν αυτόν αποκρούσας πάντα πειρασμόν» (Ομιλία 13)  παρουσιάζοντας σε  μας  τον τρόπο της νίκης κατά του διαβόλου: νήστευσε και  τον  νίκησε,  αφού  έδιωξε  κάθε  πειρασμό.

Σε αντίθεση με τον Αδάμ, ο οποίος άρχισε την πορεία της ζωής του με την ακρασία, με την αδυναμία να ελέγξει τον εαυτό του, γι’αυτό και απομακρύνθηκε από τον Παράδεισο, ο Ιησούς Χριστός άρχισε το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων στη γή με την νηστεία και με αυτήν πολέμησε και κατενίκησε τον διάβολο, αυτόν που μας πολεμά με τους λογισμούς και τα πάθη.

Η νηστεία βέβαια αποτελεί το μέσον, τον τρόπο για να καταπραϋνουμε τα πάθη και να κατακτήσουμε τις αρετές, γι’αυτό και ο ιερός πατήρ εξηγεί: «αληθινή-σωστή νηστεία είναι εκείνη πού γίνεται για να μαραθεί η σαρκική επιθυμία, να ταπεινωθεί η ψυχή, να μεταστραφεί το μίσος σε αγάπη, να σβηστεί ο θυμός, ν’αποκτήσει η διάνοια και η προσευχή μας καθαρότητα» (Ομιλία Ι3).

Με την νηστεία και την εγκράτεια φθείρεται ο έξω άνθρωπος, το σώμα και όσο περισσότερο φθείρεται, τόσο περισσότερο γίνεται ξανά καινούργιος ο έσω άνθρωπος, η ψυχή μας.
Άγιοι Αρχιερείς,
Πάτερες και αγαπητοί
Εν Χριστώ αδελφοί.
        
Απ’όλα όσα έχουμε αναφέρει γίνεται φανερό ότι η σημασία  της μιμήσεως του Χριστού, στο να προσπαθούμε ως χριστιανοί να ομοιάσουμε τον Θεάνθρωπο Χριστό μας, κατέχει κεντρική θέση στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος ακολουθώντας την Αποστολική και Πατερική παράδοση προβάλλει διαρκώς το πρόσωπο του Χριστού ως παράδειγμα και προτρέπει κάθε πιστό χριστιανό να προσπαθήσει να εφαρμόσει στη ζωή του τη διδασκαλία και τη ζωή του Κυρίου μας, για να καταλήξει στον τελικό σκοπό πού είναι η αιώνια ζωή, ο Παράδεισος.
Πρέπει επίσης ν’αναφέρουμε ότι στην πορεία της μιμήσεως του Χριστού μας έχουμε βοηθούς και παραδείγματα τους αγίους, πού και αυτοί μιμήθηκαν το Χριστό.
Σαν άνθρωποι μάλιστα και αυτοί έπεσαν σε αμαρτίες, αλλά μας προσφέρουν δύο μεγάλες ανθρώπινες αρετές, πού πρέπει και επιβάλλεται να εφαρμόζουμε στη ζωή μας, την Μετάνοια και το πένθος για τις αμαρτίες μας∙ ανθρώπινες αρετές τις οποίες δεν είχε ο αναμάρτητος Θεάνθρωπος Ιησούς.

Οι πρεσβείες του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά να μας συνοδεύουν στο υπόλοιπον της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. ΑΜΗΝ.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ: Εὐαγγέλιο - Ὁμιλία γιά τούς δέκα λεπρούς (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)






Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσερχομένου τοῦ ᾿Ιησοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· ᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ᾿Αναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

Ἀπόδοση:

Εκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ἔμπαινε ὁ ᾿Ιησοῦς σ’ ἕνα χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα λεπροί· στάθηκαν λοιπὸν ἀπὸ μακριὰ καὶ τοῦ φώναζαν δυνατά· «᾿Ιησοῦ, ἀφέντη, ἐλέησέ μας!» Βλέποντάς τους ἐκεῖνος τοὺς εἶπε· «Πηγαίνετε νὰ σᾶς ἐξετάσουν οἱ ἱερεῖς». Καὶ καθὼς πήγαιναν, καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα. ῞Ενας ἀπ’ αὐτούς, ὅταν εἶδε ὅτι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας μὲ δυνατὴ φωνὴ τὸν Θεό, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὰ πόδια τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε. Κι αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης. Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε· «Δὲν θεραπεύτηκαν καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννιὰ ποῦ εἶναι; Κανένας τους δὲν βρέθηκε νὰ γυρίσει νὰ δοξάσει τὸν Θεὸ παρὰ μόνο τοῦτος ἐδῶ ὁ ἀλλοεθνής;» Καὶ σ’ αὐτὸν εἶπε· «Σήκω καὶ πήγαινε στὸ καλό· ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε».


--------------------------------------------------

Η κάθαρση των λεπρών προβάλλεται ως τύπος της πνευ­ματικής καθάρσεως. Γιατί όλοι εμείς ήμασταν λεπρωμένοι, μέχρι που ο Κύριος παρέλαβε την φύση μας και την ελευθέρωσε από την καταδίκη. Ο ευγνώμων από τους δέκα θεραπευθέντες εκπροσωπεί την επιστροφή των Εθνικών, ενώ οι εννέα αγνώμονες είναι οι Ιουδαίοι. Ο ομιλητής παρουσιάζει τον Θεό ως ειρηνάρχη, και τον εαυτό του ως επιστάτη της ειρήνης. «Ταύτης γαρ ένεκα της ειρήνης και ημείς επέστημεν υμίν τη Εκκλησία Χριστού, διάκονοι της αυτού κληρονομιάς και χάριτος». Κλείνει με προτροπή να μη εκπέσομε από την πατρική ευχή ούτε και να απορρίψομε την κλη­ρονομιά του ουράνιου Πατέρα, για να μη χάσομε και την υιοθεσία και την ευλογία και αποκλεισθούμε από τον πνευματικό νυμφώνα.



ΟΜΙΛΙΑ 61η
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΜΕ ΘΕΜΑ
ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ

Όπου γίνεται λόγος και για την ειρήνη προς τον Θεό
και προς τον εαυτό μας και μεταξύ μας


Όλα τα του παλαιού νόμου ήταν συμβολικά και τυπικά και σκιώδη· γι’ αυτό ο νόμος αυτός θεωρούσε και τη λέπρα εφάμαρτη και μιαρή και αποτρόπαια και ονόμαζε ακάθαρτους τους λεπρούς και τους γονορρυείς και εκείνους γενικά που τους άγγιζαν καθώς και εκείνους που άγγιζαν κάθε νεκρό σώμα, υποδεικνύοντας με αινίγματα την ακαθαρσία εκείνων που αμάρταναν στον Θεό και αυτών που συνέπρατταν με αυτούς και συναναστρέφονταν αυτούς. Και με τους λεπρούς βέβαια υπαινισσόταν τους δολερούς και πανούργους, τους θυμώδεις και μνησίκακους· γιατί όπως η λέπρα καθιστά τραχύ και ποικιλόχρωμο το δέρμα του σώματος, έτσι ο δόλος και η πονηριά και ο θυμός και η οργή καθιστούν ποικίλο και τραχύ το λογιστικό της ψυχής. Με τους λεπρούς λοιπόν υποδήλωνε τα τέτοια πάθη της ψυχής που ήταν πολύ βαρύτερα από τη λέπρα, με τον γονορρυή τον ασελγή, ενώ με εκείνους που εγγίζουν νεκρό σώμα ο νόμος εκείνος ονόμα­ζε ακάθαρτους εκείνους που σύμφωνα με οποιοδήποτε τρόπο επικοινωνούσαν ή και συναναστρέφονταν τους αμαρτωλούς.

Αφού λοιπόν ο Κύριος φάνηκε επάνω στη γη ως άνθρωπος από απερίγραπτο πέλαγος ευσπλαγχνίας, για να θεραπεύσει τις ψυχικές νόσους μας και να εξαλείψει την αμαρτία του κόσμου, θεράπευσε και αυτές τις ασθένειες, τις οποίες ο νόμος ονόμαζε ακαθαρσίες, ώστε, αν κάποιος νομίσει ότι εκείνα είναι πραγμα­τικά ακαθαρσία και αμαρτία, να ομολογήσει τον Θεό που λυ­τρώνει τους ανθρώπους από αυτά, αν πάλι καλώς νομίσει ότι εκείνα είναι σύμβολα της πραγματικής ακαθαρσίας και αμαρτίας, να καταλάβει από τα τελούμενα εκ μέρους του Χριστού γύρω από αυτά τα σύμβολα, ότι αυτός ο ίδιος είναι που και την αμαρτία του κόσμου συγχώρησε και μπορεί να την καθαρίσει. Είναι δυνατό όμως να πούμε και κάτι άλλο, καλά και αληθινά, όπως εγώ νομίζω· ότι, όπως ο Κύριος παραγγέλλει σ’ εμάς να ζητούμε τα πνευματικά (γιατί λέγει, «ζητείτε τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του»), και όταν εμείς ζητούμε αυτά τα ψυχωφελή και σωτήρια, εκείνος υπόσχεται να δώσει και τα σωματικά, λέγοντας, «και όλα αυτά θα προστεθούν σ’ εσάς», έτσι και αυτός, αφού έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε από τον ουρανό, όπως ευδόκησε, στη δική μας μηδαμινότητα, για να καθαρίσει τις αμαρτίες μας, χαρίζει επιπρόσθετα και την ανόρθωση των χωλών και την ανάβλεψη των τυφλών και την κάθαρ­ση των λεπρών, και γενικά θεραπεύει κάθε νόσο του σώματός μας και κάθε αδυναμία, γιατί είναι πλούσιος σε ευσπλαγχνία.ών ανθρώπων γιατί τον αποκαλούν, επιστάτη, πράγμα που δεν συνηθίζεται να λέγεται για πρόσωπα που είναι εξουσιαστικά και δεσπόζουν κυριαρχικά. Είναι όμως η δέηση ανθρώπων που ελπί­ζουν ότι θα δεχθούν τη θεραπεία, πράγμα που δεν είναι συνετής διάνοιας, αν αυτός που μπορεί, και μάλιστα από μακριά, να προσ­φέρει την κάθαρση σε δέκα λεπρούς, δεν είναι Θεός.

Ο Κύριος όμως, επειδή σύμφωνα με το νόμο δεν επιτρεπόταν στους λεπρούς να συναναστρέφονται τα γύρω του πλήθη, ώστε με τη διδασκαλία και τα θαύματα να οδηγηθούν προς την πίστη, τους προσφέρει το έλεος δωρεάν και τους καθαρίζει από τη λέπρα, ώστε, απαλλασσόμενοι από το κώλυμα για συναναστροφή μαζί του, να μπορούν και να συνυπάρχουν και να βελτιώνονται. Και τους καθαρίζει πώς; Λέγοντας προς αυτούς, «πηγαίνετε, δεί­ξατε τους εαυτούς σας στους ιερείς· ενώ πήγαιναν εκεί, καθαρίσθηκαν», γιατί εκείνος που εξουσιάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς του πρόσταξε να μεταβούν και, επειδή υπάκουσαν, χορήγησε και την κάθαρση. Όπως δηλαδή ο δεσπότης του νό­μου,εφαρμόζοντας για χάρη μας το νόμο, δεν προσκάλεσε κοντά του τους λεπρούς, ούτε τους άφησε να τον εγγίσουν, έτσι και μετά το λύγισμά του στις ελεεινές φωνές εκείνων, παρέχοντας τη θερα­πεία, τους στέλλει προς τους ιερείς πάλι σύμφωνα με τον νόμο. Γιατί ο νόμος αυτός πρόσταζε να μη δίνει τη μαρτυρία μόνος του ο λεπρός που καθαρίσθηκε, αλλά να προσέρχεται στους ιερείς και να δείχνει στους οφθαλμούς εκείνων κάθε μέλος του σώματός του και από εκείνους να παίρνει τη διαβεβαίωση, ώστε να θεωρείται καθαρός.

Επειδή όμως η λέπρα υπαινίσσεται την αμαρτία, η επίδειξη στους ιερείς δείχνει οπωσδήποτε τούτο, ότι κανείς από αυτούς που αμαρτάνουν στον Θεό, ακόμη και αν απομακρυνθεί από την αμαρτία, ακόμη και αν την ισοσταθμίσει με τα έργα της μετάνοι­ας, δεν μπορεί να λάβει από τον εαυτό του τη συγχώρηση και να συμβρίσκεται με τους ανεύθυνους, εάν δεν μεταβεί προς εκείνον που έχει από τον Θεό την εξουσία να λύνει και δεν δείξει σ’ αυ­τόν την λεπρωμένη ψυχή του με την εξομολόγηση και δεχθεί από εκείνον τη διαβεβαίωση τής συγχωρήσεως. Αυτός λοιπόν που εκτελεί και τις συμβολικές πράξεις του νόμου για μας, στέλλει για τον ίδιο λόγο και τους λεπρούς στους ιερείς για να ελεγ­χθούν, οικονομώντας και κάτι επί πλέον γιατί ήταν ικανό το θαύμα ν’ απαλλάξει ακόμη και τους ιερείς από την προς αυτόν απιστία. Πράγματι κάποτε λεπρώθηκε και η αδελφή του Μωυσή Μαριάμ, για αιτία που δεν είναι καιρός να την πούμε τώρα, αλλ’ οπωσδήποτε λεπρώθηκε· και ο Μωυσής που δοκίμασε τρομερό πόνο από το πάθος ζητούσε με την προσευχή τη θεραπεία της αδελφής του από τον Θεό· και την έλαβε βέβαια, αλλ’ έπειτα από επτά ημέρες.

Προσέξτε λοιπόν πόση υπεροχή προσμαρτυρεί το θαύμα στον Χριστό έναντι του Μωυσή. Γιατί αυτός στον λεπρό που του είπε, «Κύριε, αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις», απάντησε, «θέλω, καθαρίσου», και αμέσως τον απάλλαξε από τη λέπρα, ενώ εδώ έδωσε τη θεραπεία σε δέκα λεπρούς που ζήτησαν από μακριά την κάθαρση, χωρίς καν να πει τίποτε, αλλά μόνο με τη συγκα­τάνευσή του. Άρα δεν είναι φανερό σε όλους όσοι έχουν νου, ότι αυτός είναι εκείνος στον οποίο προσευχόταν ο Μωυσής και τον οποίο ικέτευε ως Θεό να συγκατανεύσει στην κάθαρση της Μαρίας; Γι’ αυτό λοιπόν οι τόσοι αυτοί λεπροί που καθαρίσθηκαν με αυτόν τον τρόπο αποστέλλονταν στους ιερείς, για να γνωρίσουν και αυτοί μέσω του θαύματος τη δύναμη του Χρι­στού, και αφού μάθουν από τους λεπρούς ότι ήρθαν να εκπληρώσουν τον νόμο σύμφωνα με τη γνώμη εκείνου που έχει τόση δύναμη, να καταλάβουν ότι εκείνου γνώμη είναι και ο δοσμένος μέσω του Μωυσέως νόμος, και έτσι να πιστέψουν στον ένα αυτό Θεό, που είναι ο ίδιος, και του νόμου και της χάριτος, και να οδηγήσουν αυτοί τελειότερα τους καθαρισμένους λεπρούς προς την πίστη σ’ αυτόν. Γιατί έτσι έπρεπε, αν και εκείνοι χωρίς σύνε­ση έπρατταν τα αντίθετα.Μολονότι λοιπόν εκείνοι έπρατταν τ’ αντίθετα, αλλ’ ο Χριστός δεν παρέλειπε ποτέ τίποτε από όσα τους είλκυαν προς τη σωτηρία· γιατί έχει αδαπάνητη και ανίκητη την ανεξικακία και τη φιλανθρωπία και δεν ήταν δυνατό να νικηθεί η μακροθυμία εκείνου με την κακία αυτών.

Αλλά, καθώς οι λεπροί, πηγαίνοντας προς τους ιερείς, θεραπεύθηκαν στο δρόμο, «ένας από αυτούς, αφού είδε ότι θεραπεύθηκε, επέστρεψε δοξάζοντας τον Θεό μεγαλόφωνα και έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του για να τον ευχαριστήσει· κι αυτός ήταν Σαμαρείτης». Σωστά είπε ο Ψαλμωδός προφήτης για το τότε γένος των Ιουδαίων, ότι «δεν υπήρχε άνθρωπος που να καταλαβαίνει, που να επιζητεί τον Θεό· όλοι παρεξέκλιναν, όλοι αχρειώθηκαν». Πράγματι, αν αυτοί οι εννέα, που τόση ευεργε­σία πέτυχαν από τον Χριστό και τέτοιο θαύμα είδαν επάνω τους, δεν κατάλαβαν ότι ο Ιησούς είναι Θεός, δεν επέστρεψαν για να τον αναζητήσουν, δεν απέδωσαν τη μεγαλύτερη δοξολογία ούτε την ευχαριστία, τί είναι φυσικό να σκεφθούμε για τους άλλους; Αλλ’ ο Σαμαρείτης, ο Ασσύριος κατά το γένος (γιατί από αυ­τούς προερχόταν η σαμαρειτική αποικία), που ήταν ένας από αυτούς, όταν είδε το θαύμα και την ποθητή ευεργεσία που πέτυ­χε, κατανόησε αυτήν και τελειώθηκε ως προς την πίστη, και αφού επέστρεψε, λέγει και εκτελεί λόγια και πράγματα ευγνωμο­σύνης και πίστεως, πέφτοντας δημόσια με το πρόσωπο στα πό­δια του ευεργέτη και δοξάζοντας ως Θεό αληθινόν αυτόν που του χάρισε την κάθαρση. Και ο Κύριος λέγει προς τους παραβρισκόμενους· «δεν καθαρίσθηκαν οι δέκα; που είναι οι εννέα; Δεν σκέφθηκαν ότι πρέπει να επιστρέψουν για να δοξολογή­σουν τον Θεό;», αν και βέβαια γι’ αυτό θεράπευσε και αυτούς, για να λάβουν την άδεια να συμβιώνουν και με τους γύρω από αυτόν και να κερδίσουν τη θεραπεία των ψυχών και να δοξάσουν τον ιατρό και των ψυχών και των σωμάτων· εκείνοι όμως δεν σκέφθηκαν ότι πρέπει να προσφέρουν δόξα στον Θεό.

Αλλά τί πάθος αληθινά! Γιατί αυτό μπορεί κανείς να δει να πάσχομε και εμείς τώρα. Αφού καθαρισθήκαμε από τον Χριστό απ’ εκείνη την πρώτη κατάρα, που ήταν απλωμένη πάνω μας σαν λέπρα, και πιο βλαβερή και πιο σιχαμερή από κάθε λέπρα, καθόσον το πάθος εκτός από το σώμα διέβαινε και στην ψυχή· αφού καθαρισθήκαμε λοιπόν απ’ αυτήν μέσω του Χριστού, και ελάβαμε πάλι από εκείνον καθαρή τη φύση μας σαν από την αρχή, δεν προσκολλώμαστε σ’ αυτόν με ενάρετη ζωή προσφέροντάς του δόξα, αλλά απομακρυνόμαστε πάλι από αυτόν με επά­ρατα και παράνομα έργα, όπως λέγει προς αυτόν ο Δαβίδ· «δεν θα παραμείνουν παράνομοι μπροστά στα μάτια σου». Γι’ αυτό πάλι ο Κύριος, ελεεινολογώντας τους ανθρώπους αυτού του είδους και θρηνώντας κατά κάποιο τρόπο εκείνους και εμάς τους έπειτα από εκείνους όμοιους με εκείνους, όπως προς τον Αδάμ, όταν εξέπεσε από τη θεία εκείνη δόξα, έλεγε, «Αδάμ, πού εί­σαι;», έτσι έπειτα λέγει και προς αυτούς· «οι εννέα όμως πού είναι; δεν έκριναν ότι πρέπει να προσφέρουν δόξα στον Θεό, παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός;». Λέγοντας όμως, «παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός», δείχνει την αχαριστία και σκληροκαρδία του γένους των Ιουδαίων, και ότι τα έθνη ήταν έτοιμα για επιστροφή, ενώ οι Ιουδαίοι ήταν τελείως αμετανόητοι προς σωτηρία. Γι’ αυτό και σ’ αυτόν που επέστρεψε με ευγνωμοσύνη χάρισε δίκαια και την ψυχική σωτηρία, που προτυπώνει τη σωτηρία των εθνών μέσω της πίστεως, λέγοντάς του· «σήκω και πήγαινε· η πίστη σου σ’ έσωσε· ζήσε με ειρήνη», ενώ εκείνους που δεν επέστρεψαν, αφού τους κατηγόρησε μόνο για τη σιωπή, έδειξε ότι απέτυχαν ως προς την ψυχική σωτηρία.

Μοιάζουν βέβαια οι δέκα αυτοί λεπροί με ολόκληρο το γένος των ανθρώπων γιατί όλοι μας ήμασταν λεπρωμένοι, αφού όλοι υποπέσαμε στην αμαρτία, όπως λέγει ο θείος Παύλος, «όλοι αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα του Θεού, δικαιούμενοι δω­ρεάν με τη χάρη αυτού». Όλοι λοιπόν ήμασταν έτσι λεπρωμένοι, αφού όμως κατέβηκε ο Κύριος από τους ουρανούς και έλαβε τη φύση μας, την ελευθέρωσε από την καταδίκη για την αμαρ­τία. Αλλά οι Ιουδαίοι βέβαια φάνηκαν αγνώμονες απέναντι σ’ αυτήν την ευεργεσία, όσοι όμως από τους Εθνικούς επέστρεψαν από τον μάταιο δρόμο τους και από τα προηγούμενα πονηρά ήθη τους και πρόσφεραν δόξα στον Θεό, όχι ομολογώντας απλώς τη σωτηρία και ανακηρύσσοντας το μέγα έλεος εκείνου που από το απέραντο πέλαγος φιλανθρωπίας κένωσε τον εαυτό του μέχρι σε μας, αλλά και πείθονται στις εντολές του και ζουν σύμφωνα με αυτές και με τη διαγωγή αυτή βαδίζουν προς ειρή­νη, δηλαδή ειρηνεύουν προς τους εαυτούς τους και μεταξύ τους και προς τον Θεό. Και ειρηνεύουν προς τον Θεό εκτελώντας τα ευάρεστα σ’ αυτόν, ζώντας με σωφροσύνη, λέγοντας την αλήθεια, και πράττοντας τα δίκαια, «επιδιδόμενοι σε προσευχές και δεήσεις», «υμνώντας και ψάλλοντας με τις καρδιές μας», και όχι μόνο με τα χείλη· προς τους εαυτούς μας ειρηνεύομε υποτάσ­σοντας τη σάρκα στο πνεύμα και ακολουθώντας τον σύμφωνα με τη συνείδηση τρόπο ζωής και έχοντας τον εσωτερικό μας κόσμο των λογισμών κινούμενον με κοσμιότητα και ευγένεια· μεταξύ μας τέλος ειρηνεύομε «ανεχόμενοι ο ένας τον άλλο και χαρίζο­ντας την κατηγορία που έχει κάποιος σε βάρος άλλου, όπως και ο Χριστός μας χάρισε, και δείχνοντας την μεταξύ μας ευσπλαγχνία με την αγάπη ο ένας προς τον άλλο, όπως και ο Χριστός από μόνη την προς εμάς αγάπη μας ελέησε και κατέβηκε μέχρι σε μας για χάρη μας.

Ας ειρηνεύομε και εμείς λοιπόν, αδελφοί, παρακαλώ, και ας δείχνομε αυτή την ειρήνη με έργα και τρόπους ενάρετους και αγαπητούς στον Θεό· γιατί εξ αιτίας αυτής της ειρήνης και εμείς ήρθαμε σε σας, στην Εκκλησία του Χριστού, έχοντας ορισθεί από αυτόν διάκονοι της κληρονομιάς και χάριτός του, και πάνω από όλα ευαγγελιζόμαστε σ’ εσάς την ειρήνη σύμφωνα με την προς εμάς παραγγελία του Σωτήρα μας μέσω των Αποστόλων, και με αυτήνσυνάγομε τα σκορπισμένα μέλη προς τον εαυτό τους και την από το μίσος προκαλούμενη ασθένεια και καχεξία την βγάζομε έξω από τις ψυχές μας.

Είμαστε λοιπόν μαζί σας με τη χάρη του Χριστού και είμα­στε πρεσβευτές του Χριστού, αφού αυτός παρακαλεί με ενδιάμε­σους εμάς, «συμφιλιωθείτε με τον Θεό», γνωρίσατε την μεταξύ σας συγγένεια που ενυπάρχει σε σάς, όχι μόνο ως προς την ψυ­χή, αλλά και ως προς το σώμα, γιατί έτσι θα γίνετε και της ειρή­νης, δηλαδή του Θεού, υιοί και κληρονόμοι. Γιατί αυτός είναι η ειρήνη μας, που έκαμε τα δυο ένα και διέλυσε τον μεσότοιχο φράκτη και κατέλυσε με τον σταυρό την έχθρα και φύτευσε την ειρήνη μέσα στις ψυχές μας. Γιατί ολόκληρο το έργο της παρουσίας του είναι η ειρήνη, και γι’ αυτήν έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη. Γι’ αυτό και ο Δαβίδ προείπε γι’ αυτόν, «στις ημέρες του θ’ ανατείλει δικαιοσύνη και πλήθος ειρήνης», και σε άλλον ψαλμό λέγει πάλι γι’ αυτόν, «θα λαλήσει ειρήνη προς τον λαό του και προς αυτούς που επιστρέφουν την καρδιά τους σ’ αυτόν». Δείχνει όμως και ο ύμνος που ψάλθηκε κατά τη γέννησή του από τους αγγέλους, ότι ήρθε σ’ εμάς φέροντάς μας από τον ουρανό την ειρήνη, λέγοντας, «δόξα στον Θεό στα ουρά­νια και πάνω στη γη ειρήνη». Και αυτός ο ίδιος, όταν ολοκλή­ρωνε ήδη την σωτηριώδη οικονομία,αντί κληρονομιάς, την ειρή­νη άφησε στους μαθητές του, λέγοντας προς αυτούς· «σας δίνω την ειρήνη μου, σας αφήνω την ειρήνη μου». Και πάλι· «να ειρη­νεύετε μεταξύ σας και με όλους»· και επίσης· «από αυτό θα γνω­ρίσουν όλοι ότι είσθε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας». Και η τελευταία προσευχή που έκανε για μας όταν ανέβαινε προς τον Πατέρα του στηρίζει την αναμεταξύ μας αγάπη· γιατί λέγει· «βοήθησέ τους, Πατέρα, ώστε όλοι να είναι ένα».

Να μη εκπέσομε λοιπόν από την πατρική προσευχή, ούτε να απορρίψομε την κληρονομιά του ουράνιου Πατέρα, ούτε τη σφραγίδα και το σημάδι της προς αυτόν οικειότητας να πετάξομε, για να μη χάσομε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς αυτόν μαθητεία και εκπέσομε από την επηγγελμένη ζωή και αποκλεισθούμε από τον πνευματικό νυμφώνα του ειρηνάρχη Πατέρα, ο οποίος, για να μη πάθομε αυτό, απέστειλε μέσω των αγίων μαθητών και Αποστόλων του την ειρήνη σ’ όλον τον κό­σμο. Γι’ αυτό και αυτοί και στις ομιλίες τους και στα συγγράμματά τους αυτήν προβάλλουν στους προλόγους τους πριν από όλους τους λόγους, «χάρη σε σας και ειρήνη από τον Θεό». Αυ­τήν και εμείς ως υπηρέτες της διακονίας εκείνων και τώρα ευαγ­γελιζόμαστε και μαζί με τον Παύλο λέμε σ’ εσάς, «να επιδιώκετε ειρήνη με όλους και τον αγιασμό, χωρίς την οποία κανένας δεν θα δει τον Κύριο». Από μας όμως κανένας να μη αποτύχει στη θέα του Κυρίου, ούτε να εκπέσει από τη θεία δόξα την εκπεμπόμενη από εκεί, αλλά, αφού όλοι συμφιλιωθούμε και συναχθούμε σ’ ένα με την μεταξύ μας κατά Θεόν ειρήνη και αγάπη και ομό­νοια, να έχομε στο μέσο μας σύμφωνα με τη γλυκειά παραγγελία του τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που εξομαλύνει τις δυσκολίες του παρόντος βίου, και στον κατάλληλο καιρό χαρίζει την αιώ­νια ζωή και δόξα και βασιλεία.

Αυτήν είθε να επιτύχομε όλοι εμείς με τη χάρη και φιλαν­θρωπία του ειρηνάρχη και ειρηνόδωρου Θεού και Πατέρα μας και Κυρίου Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα τώρα και πάντοτε και στους αιώνες αιώ­νων. Γένοιτο.

(Γρηγορίου Παλαμά έργα, τόμος 11, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

Πηγή: alopsis.gr

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Εὐαγγἐλιον - Ὁμιλία εἰς τοῦς δύο θεραπευθέντας τυφλοῦς (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)





Καὶ παράγοντι ἐκεῖθεν τῷ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυῒδ. Ελθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· Ναί, Κύριε. Τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. Καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω. Οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ. Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον· Καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός. καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες, Οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ. Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· Ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια. Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
Ἀπόδοση:

Και ενώ ο Ιησούς επερνούσε από εκεί, τον ηκολούθησαν δύο τυφλοί, οι οποίοι έκραζαν και έλεγαν· “σπλαγχνίσου μας, υιέ Δαυΐδ, και δος μας το φως των οφθαλμών μας”. Όταν δε έφθασε στο σπίτι, τον επλησίασαν οι τυφλοί και είπε προς αυτούς ο Ιησούς· “πιστεύετε πράγματι, ότι ημπορώ εγώ να κάμω αυτό, που ζητείτε;” Λεγουν προς αυτόν· “ναι, Κυριε”. Τότε ήγγισε τα μάτια των, λέγων· “σύμφωνα με την πίστιν σας ας γίνη αυτό προς χάριν σας”. Και αμέσως άνοιξαν οι οφθαλμοί των. Ο δε Ιησούς συνέστησεν εις αυτούς με αυστηρότητα και είπε· “προσέχετε, κανείς να μη μάθη το θαύμα”. Αλλά εκείνοι εξελθόντες διέδωσαν το θαύμα και την φήμη του Ιησού εις όλην εκείνην την χώραν. Ενώ δε αυτοί εξήρχοντο, ιδού έφεραν στον Ιησούν ένα άνθρωπον δαιμονιζόμενον κωφάλαλον. Και όταν εξεδιώχθη το δαιμόνιον, αμέσως ωμίλησεν ο κωφάλαλος και οι όχλοι που ήσαν εκεί εθαύμασαν και έλεγαν ότι ποτέ έως τώρα δεν εφάνησαν στον Ισραηλιτικόν λαόν τόσα πολλά και τόσα μεγάλα θαύματα. Οι μοχθηροί όμως και δόλιοι Φαρισαίοι έλεγαν· “αυτός διώχνει τα δαιμόνια με την δύναμιν του αργηγού των δαιμονίων”. Και περιώδευε ο Ιησούς όλας τας πόλεις και τα χωρία διδάσκων εις τας συναγωγάς αυτών και κηρύσσων το χαρμόσυνον άγγελμα της βασιλείας των ουρανών και θεραπεύων κάθε ασθένειαν και κάθε καχεξίαν μεταξύ του λαού.




Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, με το σώμα που έλαβε από εμάς προς χάριν μας, κατά τη συναναστροφή του με τους ανθρώπους, εθεράπευσε πολλούς ως προς το σώμα και ως προς την ψυχή τυφλούς. Ή μάλλον, εάν κανείς σκεφθεί την ανάβλεψη της διανοίας, που είναι η μετάθεση από την απιστία στην πίστη και από την άγνοια στην επίγνωση του Θεού, δεν είναι δυνατόν ούτε καν να απαριθμήσει τυφλούς που ανέβλεψαν με την ενανθρώπηση του Κυρίου. Αυτοί είναι αριθμημένοι μόνον από Εκείνον που έχει αριθμημένες τις τρίχες της κεφαλής μας. Εάν όμως σκεφθούμε την ανάβλεψη των σωματικών οφθαλμών, και ως προς αυτήν θα εύρωμε πολλούς να έχουν θεραπευθεί από τον Χριστό, άλλους με μόνο τον λόγο, άλλους με την αφή. Ορισμένους δε και μόνον με το να προσπέσουν σ’ Αυτόν, και με το να τον πλησιάσουν. Επίσης και μερικούς που έλαβαν την ίαση και με το πτύσμα του ή και με χρίσμα πηλού.

Πράγματι, όταν, καθώς λέγει ο Ματθαίος, είχε έλθει κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, «προσήλθον αυτώ όχλοι πολλοί, έχοντες μεθ’ εαυτών χωλούς, τυφλούς, κωφούς και άλλους πολλούς», οι οποίοι ερρίφθησαν όλοι στα πόδια του και τους εθεράπευσε, ώστε και οι όχλοι τότε να θαυμάζουν και να τον δοξάζουν, βλέποντας κωφούς να ομιλούν, χωλούς να περπατούν, και τυφλούς να αναβλέπουν. Αλλά και όταν εισήλθε «καθήμενος επί πώλου», κατά την προφητεία, στην Ιερουσαλήμ με τρόπο παράδοξο, υμνούμενος από τα νήπια ως Θεός, εθεράπευσε όλους τους χωλούς και τους τυφλούς που προσήλθαν εκεί, όπως λέγει επίσης ο Ματθαίος. Και όταν ήλθε στη Βηθσαϊδά, «φέρουσιν αυτώ τυφλόν», όπως λέγει ο Μάρκος, «και παρακαλούσιν αυτόν ίνα άψηται αυτού». Ο δε Κύριος, αφού τον έβγαλε έξω από το χωριό, έπτυσε στους οφθαλμούς του, επέθεσε σ’ αυτόν τα χέρια και τον έκαμε να βλέπει αμυδρά. Έπειτα έθεσε πάλι τα χέρια επάνω του και του έδωσε τη δυνατότητα να βλέπει καθαρά. Καθώς δε ήγγιζε στην `Ιεριχώ, όπως λέγει ο Λουκάς, εθεράπευσε μόνο με έναν λόγο του τυφλόν, που είχε καθίσει δίπλα στον δρόμο και επαιτούσε. Μόλις εκείνος του ζήτησε την ίαση τού είπε: «ανάβλεψον». Εξερχόμενος δε από την Ιεριχώ, όπως λέγει επίσης ο Μάρκος, χαρίζει την όραση σε άλλον πάλι τυφλόν, ονομαζόμενον Βαρτιμαίον, υιόν του Τιμαίου, λέγοντας προς αυτόν, όταν του εζήτησε την ανάβλεψη: «κατά την πίστιν σου γενηθήτω σοι». Όταν δε ευρίσκετο στην Ιερουσαλήμ και είδε έναν τυφλόν εκ γενετής, καθώς λέγει ο Ιωάννης, χωρίς καν να του ζητηθεί, αλλά κινούμενος από μόνη του την αγαθότητα, αφού έπτυσε στη γη και έπλασε πηλό, άλειψε τους οφθαλμούς του τυφλού και του είπε: «ύπαγε, νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ». Επήγε λοιπόν και ενίφθη. Όταν δε επανήλθε, είχε αποκτήσει την όρασή του.

Αλλά και όταν είχε αναστήσει την αποθαμμένη θυγατέρα του αρχισυναγώγου Ιαείρου, μετά από λίγο, όπως θα ακούσουμε να ευαγγελίζεται σήμερα ο Ματθαίος, καθώς περνούσε ο Ιησούς, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί κράζοντες και λέγοντες, «ελέησον ημάς, υιέ Δαβίδ». Αυτός εισήλθε μαζί τους στην οικία και αφού ήγγισε τους οφθαλμούς των και είπε προς αυτούς: «κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν», τους εθεράπευσε. Εκτός λοιπόν από αυτούς που δεν έχουν αναφερθεί, οι τυφλοί είναι έξι. Και νομίζω ότι κανείς από τους τυφλούς που ευρίσκοντο τότε στην Ιουδαία ή και στις γειτονικές περιοχές δεν έμεινε αφώτιστος. Γι’ αυτό και ο Ησαΐας, ως εκπρόσωπος του Χριστού, προείπε περί αυτού, ότι απεστάλη από τον Πατέρα και το Πνεύμα «κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλούς ανάβλεψιν». Αλλά πώς δεν είπε ο Προφήτης ότι απεστάλη για να δώσει, αλλά για να κηρύξει στους τυφλούς ανάβλεψιν; Ακριβώς, διότι ο Κύριος δεν ήλθε στη γη πρωτίστως για να ανοίξει τους σωματικούς οφθαλμούς, αλλά τους της ψυχής, οι οποίοι οφθαλμοί αποκτούν την ανάβλεψη δια του ευαγγελικού κηρύγματος. Ευλόγως, λοιπόν, η προφητεία λέγει ότι ο Κύριος θα κηρύξει στους τυφλούς ανάβλεψη.

Όπως δε ο ίδιος ο Κύριος μάς παραγγέλλει να ζητούμε τα πνευματικά, λέγοντας «εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην, αλλά βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον», και υπόσχεται να μας προσθέσει και τα σωματικά, εάν εμείς ζητούμε τα ψυχωφελή, λέγοντας «ζητείτε την βασιλείαν του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν», έτσι κάμνει και με τους οφθαλμούς μας. Διότι αφού έκλινε τους ουρανούς και κατήλθε στη γη από φιλανθρωπία, για να διανοίξει με το Ευαγγελικό κήρυγμα τους οφθαλμούς της ψυχής μας, και να μας χαρίσει τη νοητή ανάβλεψη, προσέθετε και τη θεραπεία όσων αισθητών οφθαλμών δεν έβλεπαν. Γι’ αυτό και υπάρχει πολλή αντιστοιχία μεταξύ των δύο αναβλέψεων, εννοώ του σώματος και της ψυχής. Όπως δηλαδή από τους σωματικώς τυφλούς, άλλοι μεν απέκτησαν αμέσως την ανάβλεψη, όπως εκείνος που άκουσε «ανάβλεψον», και την ίδια στιγμή εθεραπεύθη, άλλοι δε βαθμιαίως, όπως εκείνος που πριν λάβει τελείως την ίαση είπε ότι βλέπει τους ανθρώπους σαν δένδρα να περπατούν. Έτσι και όσοι διά της πίστεως εδέχθησαν την ίαση των νοητών οφθαλμών, άλλοι μεν την βρήκαν αμέσως, όπως αυτός που από τελώνης ευθύς ανεδείχθη ευαγγελιστής, ενώ άλλοι βαθμιαίως, όπως ο πάντοτε νυκτερινός μαθητής Νικόδημος.

Και όπως ακριβώς από τους σωματικώς τυφλούς, άλλοι μεν επέτυχαν την ίαση μόνο με λόγον, όπως ο Βαρτιμαίος, άλλοι δε και με έργον, (διότι μέσα στους οφθαλμούς εκείνου, που ήταν κοντά στη Βηθσαϊδά, έβαλε και από το πτύσμα του, επειδή, καθώς φαίνεται, αυτός είχε μεν βλέφαρα, αλλά κενά, αφού είχαν αδειάσει από το υγρό των οφθαλμών, το οποίο και ανεπληρώθη τότε με το θείον πτύσμα, ενώ ο εκ γενετής τυφλός ούτε βλέφαρα είχε, γι’ αυτό και εχρειάσθη αυτό το χωμάτινο μίγμα, το οποίον και εδέχθη από τα δάκτυλα του Κυρίου υπό μορφήν ζυμωμένου πηλού). Καθώς λοιπόν από τους κατά το σώμα τυφλούς, άλλοι μεν, όπως είπα, έλαβαν μόνομε λόγον την ίαση, άλλοι δε και με πράξη, έτσι και εκείνων που έλαβαν την ίαση των οφθαλμών της ψυχής, η οποία είναι, όπως είπαμε, η μετάθεση από την απιστία στην πίστη: ορισμένοι χρειάσθηκαν και θαύματα για να πιστεύσουν, όπως συνέβη και σ’ εκείνους που απεστάλησαν από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο για να ερωτήσουν «συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν;», ενώ άλλοι έλαβαν με μόνον τον λόγο, πιστεύοντας από μόνον την ακοή, όπως και ο εκατόνταρχος, για τον οποίο ο Κύριος διεκήρυξε ότι υπερέχει των Ισραηλιτών κατά την πίστη.
Τέτοιοι είναι και εκείνοι, που σύμφωνα με όσα μας ευαγγελίζεται σήμερα ο Ματθαίος, έλαβαν από τον Χριστόν τη σωματική ανάβλεψη. Διότι είναι φανερό ότι είχαν πιστεύσει και πριν τη θεραπεία, επειδή όμως ήσαν τυφλοί, βεβαίως εξ ακοής επίστευσαν. Διότι λέγει ότι καθώς περνούσε ο Ιησούς από εκεί, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί, κράζοντες και λέγοντες: «ελέησον ημάς υιέ Δαβίδ». Πώς λοιπόν θα ακολουθούσαν και πώς ακολουθώντας θα ζητούσαν, και μάλιστα με κραυγές, τόσο μεγάλη ελεημοσύνη, την ανάβλεψη των οφθαλμών τους, εάν δεν είχαν πιστεύσει;

Αλλά την πίστη των τυφλών τη φανερώνουν και τα ακόλουθα: «Καθώς περνούσε ο Ιησούς από εκεί», Από πού από εκεί;, και για ποιο λόγο το αναφέρει αυτό ο Ευαγγελιστής, και όχι μόνον εδώ αλλά και λίγο παραπάνω, όταν λέγει: «Παράγων (δηλαδή περνώντας) ο Ιησούς εκείθεν, είδεν άνθρωπον καθήμενον επί το τελώνιον, Ματθαίον λεγόμενον», αυτόν τον Ευαγγελιστή, τον οποίον εκείνη την ώρα, και με μόνον τον λόγον μετεμόρφωσε. Εγώ λοιπόν θεωρώ ότι ο Ευαγγελιστής το λέγει αυτό για να δώσει αφορμή στους συνετούς ακροατές να εκλαμβάνουν και αναγωγικώς τα εξιστορούμενα. Εάν δηλαδή κανείς τα εξετάσει επακριβώς, είναι δυνατόν να ιδεί ότι η ιστορία αυτή περιγράφει συνοπτικώς και ανακηρύττει θαυμασίως όλη την δια της ενσαρκώσεως οικονομίαν του Δεσπότου.
Πράγματι, ο Κύριος κατοικία είχε την Καπερναούμ. Διότι λέγει «ελθών κατώκησεν εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν», και η πρόσκαιρος αυτή κατοικία οπωσδήποτε ήταν τύπος του ουρανού, αφού έφερε μέσα της Εκείνον ο οποίος κατοικεί στους ουρανούς. Γι’ αυτό και ο Κύριος σε άλλο σημείο λέγει: «και συ Καπερναούμ η έως του ουρανού υψωθείσα». Ο Κύριος, λοιπόν, δια της ενανθρωπήσεως εξήλθεν από τον ουρανόν, όπως από την οικίαν εκείνη «και παράγων εκείθεν», διήλθε δηλαδή από εκεί. Εάν μεν εννοήσεις την έξοδον από τον ουρανό, θα εύρεις ότι και τους Αποστόλους εξέλεξε και την τάση της φύσεώς μας προς ακαθαρσίαν εθεράπευσε. Εάν δε εννοήσεις ότι διήρχετο από την οικία της Καπερναούμ, θα τον εύρεις ότι εφανέρωσε τα προλεχθέντα με έργα. Διότι και τον Ματθαίο μετέτρεψε τότε από τελώνη σε Απόστολο και την αιμορροούσα εθεράπευσε διερχόμενος από εκεί. Αλλά και αφού ήλθε μέχρι τη θυγατέρα του Ιαείρου, που είχε αποθάνει, και με τη ζωοποίησή της ανέδειξε τον εαυτό του νικητή του θανάτου, επανέρχεται εκεί από όπου εξήλθε. Επανερχόμενος λοιπόν και διερχόμενος πάλι από εκεί, ανοίγει τους οφθαλμούς των τυφλών αυτών, οι οποίοι τον ακολούθησαν. Έπραξε δηλαδή όπως τότε που διήνοιξε το νου των μαθητών του, ώστε να κατανοούν τις Γραφές: αφού κατέβη ο ίδιος μέχρι τον θάνατο και με την Ανάστασή του κατήργησε την εξουσία του θανάτου, επανήλθε και διήρχετο από εκεί. Εκείνοι δε εξήλθαν και τον εκήρυξαν σε όλη τη γη, όπως λέγει ο Ευαγγελιστής και για τους τυφλούς, οι οποίοι τώρα ανέβλεψαν, ότι «εξελθόντες διεφήμισαν αυτόν εν όλη τη γη εκείνη». Βλέπετε με πόση σαφήνεια διαγράφεται όλη σχεδόν η θεανδρική οικονομία στην ιστορία αυτή. Γι’ αυτό και το «παράγων εκείθεν» ελέχθη δύο φορές, για να κατανοήσουμε και την έξοδο και την επάνοδό του. Και μάλιστα κατά μίμηση αυτής της εξόδου και επανόδου, και ο ιερεύς, αφού εξέλθει από το Άγιον Βήμα και κατεβεί μέχρι το χαμηλότερο σημείο, επανέρχεται πάλι και αποκαθίσταται εκεί από όπου εξήλθε.

Καθώς λοιπόν ο Κύριος διήρχετο κατά την επάνοδο, τον ηκολούθησαν δύο τυφλοί, οι οποίοι υποτύπωναν τους δύο λαούς, των Ιουδαίων και των Εθνικών. Και έκραζαν λέγοντας «ελέησον υιέ Δαυίδ», δεικνύοντας ότι αυτός είναι ο προφητευόμενος και προσδοκώμενος. Ο δε Κύριος εκπληρώνοντας και την υποτύπωση της οικονομίας, και δοκιμάζοντας αλλά και φανερώνοντας την πίστη των τυφλών, τους προσπερνά σιωπηλός μέχρι να εισέλθει στην οικία από την οποία είχε εξέλθει στην αρχή. Έπειτα λέγει προς αυτούς: «πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;». Και αυτοί του απαντούν «ναι, Κύριε». Και δεν ερωτά επειδή αγνοεί, αλλά για να φανερώσει σε όσους αγνοούν την πίστη των τυφλών. Γι’ αυτό και αφού έψαυσε τους οφθαλμούς των, προσέθεσε «κατά την πίστιν ημών γενηθήτω υμίν», και ανοίχθησαν οι οφθαλμοί τους, μαρτυρώντας και ότι εκείνοι τον είχαν πιστεύσει, αλλά και ότι αυτός ήταν όπως τον επίστευσαν, Θεός δηλαδή μαζί και άνθρωπος. Διότι ως άνθρωπος μεν ήταν υιός του Δαυίδ και με τα ίδια του τα χέρια έψαυσε τους οφθαλμούς των και αισθητώς ομίλησε. Ως Θεός δε και Δημιουργός εφώτισε τους σκοτεινούς οφθαλμούς. Επειδή όμως δεν ήταν ακόμη καιρός να γίνει φανερός σε όλους, διότι αυτό επεφυλάσσετο για μετά το Πάθος και την εκ νεκρών Ανάστασή Του, τους επιτίμησε λέγων, «οράτε μηδείς γινωσκέτω» προστάζοντάς τους με πολλή σφοδρότητα να αποσιωπήσουν το γεγονός. «Οι δε εξελθόντες», λέγει, «διεφήμησαν αυτόν εν όλη τη γη εκείνη». Όπως φαίνεται, εάν δεν τους είχε παραγγείλει να σιωπήσουν, θα γίνονταν και παγκόσμιοι κήρυκες της δυνάμεώς του. Επειδή όμως διετάχθησαν, απέφυγαν μεν να πορευθούν μακριά, δεν βάσταξαν όμως να μην κηρύξουν στους πλησίον χώρους. Ώστε οι τυφλοί που ηκολούθησαν τον Χριστόν, εφωτίσθησαν τελείως όχι μόνον κατά το σώμα αλλά και κατά την ψυχή.

Ας ακολουθήσουμε λοιπόν και εμείς αδελφοί μου, το φως, που φωτίζει και ψυχή και σώμα. Ας βαδίσουμε προς τη λάμψη του και «ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν». Ας Τον δοξάσωμε με έργα αγαθά και ας βοηθήσουμε όσους μας βλέπουν να Τον δοξάζουν και αυτοί. Ας απομακρυνθούμε από το αντίθετο σκότος, που είναι η αμαρτία και ο προστάτης της αμαρτίας διάβολος. Εκείνο το φως, ως ήλιος που είναι της καθολικής δικαιοσύνης, σωφροσύνης, ειρήνης, συμπαθείας, ανεξικακίας, αγάπης και γενικώς κάθε αρετής, καθιστά μετόχους αυτού όσους τον ποθούν. Ενώ το αντίθετο σκότος, ως σκότος κακίας που είναι, καθιστά όσους το πλησιάζουν, πόρνους, μοιχούς, μνησίκακους, άσπλαχνους, ατάκτους, άρπαγες και γενικώς πλήρεις κάθε κακίας. Διότι ειπέ μου, από πού θα διακρίνουμε τον πιστό από τον άπιστο, τον φωτισμένο από τον αφώτιστο, με άλλα λόγια, τον βαπτισμένο κατά Χριστόν και συντεταγμένο με τον Χριστό από τον αβάπτιστο και συντεταγμένο με τον διάβολο; Όχι από τους λόγους, όχι από τα έργα, όχι από τους τρόπους;
Εάν λοιπόν κάποιος εξομοιώνεται σ’ αυτά με τους αφώτιστους, αν και λέγει ότι είναι βαπτισμένος κατά Χριστόν, είναι σαφές ότι δεν έχει πάψει να ανήκει στην συμμορία εκείνων για τους οποίους ο Απόστολος λέγει: «Θεόν ομολογούσιν ειδέναι (ότι τον γνωρίζουν δηλαδή), τοις δε έργοις αρνούνται, βδελυκτοί όντες και απειθείς, και προς παν έργον αγαθόν αδόκιμοι». Πού λοιπόν, ειπέ μου, θα κατατάξουμε αυτούς που ομολογούν και συγχρόνως αρνούνται τον Θεό; Με τους πιστούς; Με τα έργα όμως τον αρνούνται. Με τους απίστους; Αλλά με τη γλώσσα τον ομολογούν. Όντως πρόκειται για ένα διπρόσωπο τέρας που είναι δύσκολο να το κατατάξεις κάπου. Ο ψαλμωδός Προφήτης όμως έχει ήδη λύσει αυτή την απορία λέγοντας: «αποδώσει Κύριος εκάστω κατά τα έργα αυτού». Και ο ίδιος ο Κύριος απεφάνθη ότιαυτός που ακούει τους λόγους του και δεν τους εκτελεί, είναι μωρός. Ο δε Παύλος, ο Απόστολος που εκλήθη από τον ουρανό, λέγει: «αποδώσει ο Κύριος τοις μεν καθ’ υπομονήν έργου αγαθού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν ζητούσι, ζωήν αιώνιον. …οργή δε και θυμός και θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν». Και πάλιν «ουχ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλά οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται», και «ος εν νόμω καυχάσαι, δια της παραβάσεως του νόμου τον Θεόν ατιμάζεις;» Όπως δε ακριβώς, αδελφοί, ο ίδιος ο Παύλος έλεγε προς τους Ιουδαίους ότι «περιτομή ωφελεί εάν νόμον πράττης, εάν δε παραβάτης νόμου ης, η περιτομή σου ακροβυστία γέγονεν (σαν να μην είχες δηλαδή περιτμηθεί)», έτσι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο να σας ειπώ ότι η πίστις ωφελεί εάν κανείς πολιτεύεται κατά συνείδησιν και καθαίρει συνεχώς τον εαυτό του με εξομολόγηση και μετάνοια, και μετατρέπει σε έργο τις συνθήκες του Αγίου Βαπτίσματος. Αν όμως δεν υπακούσει στη συνείδησή του και αθετεί τις συνθήκες, η πίστη του γίνεται απιστία.

Διότι πώς πιστεύσαμε ότι αφού έχουμε βαπτισθεί θα σωθούμε; Επειδή βεβαίως ακούσαμε τον Κύριο που είπε: ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται. Επειδή λοιπόν και τα δύο αυτά τα είπε Εκείνος, η αυτοαλήθεια, το να πιστεύσουμε και το να βαπτισθούμε, είναι αδύνατον να σωθεί όποιος δεν θέλει να βαπτισθεί, έστω και αν λέγει ότι δήθεν πιστεύει, όπως και αυτός που δεν πιστεύει, έστω και αν έχει βαπτισθεί. Αλλά κάθε βαπτισμένος θα ειπεί ότι πιστεύει. Θα ακούσει όμως από τον Απόστολο: «δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου». Γι’ αυτό και ο Κύριος συνδέει την πίστη με το Θείον Βάπτισμα, συνάπτοντας την τήρηση των εντολών του με το Βάπτισμα, δια της πίστεως. Διότι αφού είπε προηγουμένως: «πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα, κυρήξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει», έπειτα προσέθεσε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Τι λοιπόν λέγει στο Ευαγγέλιο που εκηρύχθη από τους απεσταλμένους του, και τι πρέπει να πιστεύομε ότι είναι απαραίτητο να κάνουν οι υπήκοοι του; Οπωσδήποτε ότι όποιος έχει τις εντολές τού Χριστού και τις πράττει και τις τηρεί, εκείνος είναι που τον αγαπά, και ότι με την υπομονή και τη στενή και τεθλιμμένη ζωή είναι δυνατόν να επιτύχουμε τη σωτηρία. Και «εάν μη περισσεύση η δικαιοσύνη (η αρετή δηλαδή) ημών πλείον των Γραμματέων και Φαρισαίων, ου μη εισέλθωμεν εις την βασιλείαν των ουρανών». Διότι αυτά ακριβώς είναι που τους πρόσταξε να κηρύττουν δια του Ευαγγελίου.

Όποιος λοιπόν αγωνίζεται να τηρεί τις Θείες Εντολές, εκείνος είναι που πιστεύει. Ενώ όποιος δεν αγωνίζεται να τις πράττει και να τις τηρεί, και δεν θεωρεί ζημία το να μην τις τηρεί, ούτε επαναφέρει τον εαυτό του με τη μετάνοια στην τήρηση των Θείων Εντολών, δεν θα σταθεί ούτε μαζί με τους βαπτισμένους, έστω και αν λέγει ότι έχει βαπτισθεί. Διότι λέγει «διχοτομήσει αυτόν, και το μέρος αυτού μετά των απίστων θήσει». Αλλά αυτό για εμάς μεν αποτελεί μόνον απειλή, επειδή ο Δεσπότης αναμένει φιλανθρώπως τη μετάνοιά μας. Ενώ τους Ιουδαίους τους διχοτόμησε από εδώ, προς σωφρονισμό ιδικόν μας, και τους απαλλοτρίωσε από την προς Αυτόν και τον Αβραάμ συγγένεια, λέγοντας προς αυτούς: «υμείς εκ του πατρός υμών, του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας αυτού θέλετε ποιείν». Και πάλιν: «ει τέκνα του Αβραάμ ήτε, τα έργα του Αβραάμ εποιείτε αν». Ότι δε αυτοί ήσαν από το γένος του Αβραάμ, ποίος δεν το γνωρίζει; Εάν λοιπόν η διαφοροποίηση των έργων και των τρόπων καταργεί και την κατά σάρκα συγγένεια, και απομακρύνει και τους εξ αίματος υιούς από την υιότητα, πώς η δια των έργων και των τρόπων μας ανομοιότης προς Αυτόν δεν θα αποξενώσει από την Θείαν υιοθεσίαν, εμάς που δεν μπορούμε να αναγάγωμε ούτε την κατά σάρκα γενεαλογία μας στον Χριστό, και δεν θα καταλήξει να μας συντάξει μαζί με το νοητό εχθρό;

Αυτά όμως και ο Κύριος από φιλανθρωπία κατηξίωσε να τα ειπεί, και τολμούμε να τα λέγωμε προς εσάς και εμείς, οι οποίοι υποκείμεθα στα ίδια πάθη, ώστε να μην τα πράττουμε. Να μην τα πάθουμε, Για να μην καταστήσουμε τους εαυτούς μας υπεύθυνους για την καταδίκη εκείνων που οριστικώς θα αποβληθούν. Διότι είναι δυνατόν εδώ, όχι μόνον να αποφύγουμε αυτά με τη μετάνοια, αλλά και διά των καρπών της μετανοίας να σταθούμε και να αφομοιωθούμε με τον Υιό του Θεού, ο οποίος ημπορεί να «εξάγει αξίους εξ αναξίων», και να τους υιοποιεί δια του εαυτού του με τον ύψιστον Πατέρα, και να τους καθιστά κληρονόμους και συγκληρονόμους της δόξης και της Βασιλείας Αυτού του ιδίου και του Πατρός.

Αμήν.



(13ος -14ος Αιών - ΕΠΕ Αγ. Γρηγορίου Παλαμά τομ. 10, σελ. 250, Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 193 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς . Πηγή: alopsis.gr)

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒAΪΩΝ: Εὐαγγέλιον - (Ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)





Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκεῖναις, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. Ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ.
Ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου.
Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς;
Εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν.

Εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
Ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν.
Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.
Εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου.
Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.
Ὁμιλία εἰς τήν Κυριακήν τῶν Βαΐων 
τοῦ Αγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ 


1. Σε καιρό ευνοίας σε επήκουσα και σε ημέρα σωτηρίας σ' εβοήθησα», είπε ο Θεός δια του Ησαΐα (Ησ. 49, 8). Καλό λοιπόν είναι να ειπώ σήμερα το αποστολικό εκείνο προς την αγάπη σας· «Ιδού καιρός εύνοιας, ιδού ημέρα σωτηρίας· ας απορρίψωμε λοιπόν τα έργα του σκότους και ας εκτελέσωμε τα έργα του φωτός, ας περιπατήσωμε με σεμνότητα, σαν σε ημέρα» (Β΄ Κορ. 6,2· Ρωμ. 13,12). Διότι προσεγγίζει η ανάμνησις των σωτηριωδών παθημάτων του Χριστού και το νέο και μέγα και πνευματικό Πάσχα, το βραβείο της απαθείας, το προοίμιο του μέλλοντος αιώνος.

Και το προκηρύσσει ο Λάζαρος που επανήλθε από τα βάραθρα του άδη, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς την τετάρτη ημέρα με μόνο τον λόγο και το πρόσταγμα του Θεού, που έχει την εξουσία ζωής και θανάτου, και προανυμνούν παιδιά και πλήθη λαού άκακα με την έμπνευση του θείου Πνεύματος αυτόν που λυτρώνει από τον θάνατο, που ανεβάζει τις ψυχές από τον άδη, που χαρίζει αΐδια ζωή στην ψυχή και το σώμα.

2. Αν λοιπόν κανείς θέλη ν' αγαπά τη ζωή, να ιδή αγαθές ημέρες, ας φυλάττη την γλώσσα του από κακό και τα χείλη του ας μη προφέρουν δόλο· ας εκκλίνη από το κακό και ας πράττη το αγαθό· (Πέτρ. 3, 10ε,  Ψαλμ. 33, 13-15). Κακό λοιπόν είναι η γαστριμαργία, η μέθη και η ασωτία· κακό είναι η φιλαργυρία, η πλεονεξία και η αδικία· κακό είναι η κενοδοξία, η θρασύτης και η υπερηφάνεια. Ας αποφύγη λοιπόν ο καθένας τέτοια κακά και ας επιτελή τα αγαθά.

Ποιά είναι αυτά; Η εγκράτεια, η νηστεία, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, ηελεημοσύνη, η μακροθυμία, η αγάπη, η ταπείνωσις. Ας επιτελούμε λοιπόν αυτά, για να μεταλάβωμε αξίως του θυσιασθέντος για χάρι μας αμνού του Θεού και ας λάβωμε από αυτόν τον αρραβώνα της αφθαρσίας για να τον φυλάξωμε κοντά μας σ' επιβεβαίωσι της υπεσχημένης προς εμάς κληρονομίας στους ουρανούς.

Αλλά είναι μήπως δυσκατόρθωτο το αγαθό και οι αρετές είναι δυσκολώτερες από τις κακίες; Εγώ πάντως δεν το βλέπω· διότι περισσοτέρους πόνους υφίσταται από εδώ ο μέθυσος και ο ακρατής από τον εγκρατή, ο ακόλαστος από τον σώφρονα, ο αγωνιζόμενος να πλουτήση από τον ζώντα με αυτάρκεια, αυτός που επιζητεί ν' αποκτήση δόξα από τον διαγοντα σε αφάνεια· αλλ' επειδή λόγω της ηδυπαθείας μας οι αρετές μάς φαίνονται δυσκολώτερες, ας βιάσωμε τους εαυτούς μας· διότι ο Κύριος λέγει «η βασιλεία του Θεού είναι βιαστή και οι βιασταί την αρπάζουν» (Ματθ. 11, 12).

3. Χρειαζόμαστε λοιπόν όλοι προσπάθεια και προσοχή, ένδοξοι και άδοξοι, άρχοντες και αρχόμενοι, πλούσιοι και πτωχοί, ώστε ν' απομακρύνωμε από την ψυχή μας τα πονηρά αυτά πάθη και αντί αυτών να εισαγάγωμε σ' αυτήν όλη τη σειρά τωναρετών. Πραγματικά ο γεωργός και ο σκυτοτόμος, ο οικοδόμος και ο ράπτης, ο υφαντής και γενικώς ο καθένας που εξασφαλίζει τη ζωή του με τους κόπους και την εργασία των χεριών του, εάν αποβάλουν από την ψυχή τους την επιθυμία του πλούτου και της δόξας και της τρυφής, θα είναι μακάριοι· διότι αυτοί είναι οι πτωχοί για τους οποίους προορίζεται η βασιλεία των ουρανών, και γι' αυτούς είπε ο Κύριος, «μακάριοι είναι οι πτωχοί κατά το πνεύμα» (Ματθ. 5, 3). Πτωχοί δε κατά το πνεύμα είναι αυτοί που λόγω του ακαυχήτου και αφιλοδόξου και αφιληδόνου του πνεύματος, δηλαδή της ψυχής, ή έχουν εκουσίαν και την εξωτερική πτωχεία ή την βαστάζουν γενναίως, έστω και αν είναι ακουσία.Αυτοί όμως που πλουτούν και ευημερούν και απολαύουν την πρόσκαιρη δόξα και γενικώς όσοι είναι επιθυμητοί αυτών των καταστάσεων θα περιπέσουν σε δεινότερα πάθη και θα εμπέσουν σε μεγαλύτερες, περισσότερες και δυσχερέστερες παγίδες του Διαβόλου· διότι αυτός που επλούτησε δεν αποβάλλει την επιθυμία του πλουτισμού, αλλά μάλλον την αυξάνει, ορεγόμενος περισσότερα από προηγουμένως. Έτσι και ο φιλήδονος και ο φίλαρχος και ο άσωτος και ο ακόλαστος αυξάνουν μάλλον τις επιθυμίες των παρά τις αποβάλλουν. Οι δε άρχοντες και οι αξιωματούχοι προσλαμβάνουν και δύναμι, ώστε να εκτελούν αδικίες και αμαρτίες.

4. Γι' αυτό είναι δύσκολο να σωθή άρχων και να εισέλθη στη βασιλεία του Θεού πλούσιος. «Πώς», λέγει, «μπορείτε να πιστεύετε σ' εμένα λαμβάνοντας δόξα από τους ανθρώπους και μη ζητώντας την δόξα από τον Θεό μόνο» (Ιω. 5, 44); Αλλ' όποιος είναι εύπορος ή αξιωματούχος ή άρχων ας μη ταράσσεται· διότι μπορεί, αν θέλη, να ζήτηση τη δόξα του Θεού και να πιέση τον εαυτό του, ώστε ανακόπτοντας την προς τα χειρότερα ροπή να αναπτύξη μεγάλες αρετές και ν' απωθήση μεγάλες κακίες, όχι μόνο από τον εαυτό του, αλλά και από πολλούς άλλους που δεν θέλουν. Μπορεί πραγματικά όχι μόνο να δικαιοπραγή και να σωφρονή, αλλά και αυτούς που θέλουν ν' αδικούν και ν' ακολασταίνουν να τους εμποδίζη ποικιλοτρόπως, και όχι μόνο να παρουσιάζεται ο ίδιος ευπειθής στο ευαγγέλιο του Χριστού και στους κήρυκές του, αλλά και τους θέλοντας ν' απειθούν να τους φέρη σε υποταγή στην Εκκλησία του Χριστού και στους προϊσταμένους της κατά Χριστόν, όχι μόνο δια της δυνάμεως και εξουσίας που έλαβε από τον Θεό, αλλά και με το να γίνεται τύπος στους υποδιεστέρους σε όλα τα αγαθά· διότι οι αρχόμενοι εξομοιούνται με τον άρχοντα.

5. 
Χρειάζεται λοιπόν προσπάθεια και βία και προσοχή σε όλους μεν, αλλ' όχι εξ ίσου. Σ' αυτούς που ευρίσκονται σε δόξα, πλούτο και εξουσία, καθώς και στους ασχολούμενους με τους λόγους και την απόκτηση της σοφίας, αν θα ήθελαν να σωθούν, χρειάζεται περισσότερη βία και προσπάθεια, επειδή από την φύσι τους είναι δυσπειθέστεροι. Αυτό μάλιστα γίνεται καταφανές και από τα ευαγγέλια του Χριστού που αναγνώσθηκαν χθες και σήμερα. Πραγματικά, με το θαύμα που ετελέσθηκε στον Λάζαρο και παρέστησε ολοφάνερα ότι αυτός που το έκαμε είναι Θεός οι μεν άνθρωποι του λαού επείσθηκαν και επίστευσαν οι δε τότε άρχοντες, δηλαδή οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, τόσο αμετάπειστοι έμειναν, ώστε να εκμανούν περισσότερο εναντίον του και να θέλουν λόγω φρενοβλαβείας να τον παραδώσουν σε θάνατο, αυτόν που και με όσα είπε και με όσα έπραξε αναφάνηκε κύριος ζωής και θανάτου.

Δεν έχει δε να ειπή κανείς ότι το γεγονός ότι τότε ο Χριστός εσήκωσε επάνω τους οφθαλμούς του και είπε, «Πάτερ, σ' ευχαριστώ που με άκουσες», εστάθηκε εμπόδιο για το να θεωρήσουν ότι αυτός είναι ίσος με τον Πατέρα· διότι αυτός προσθέτει εκεί λέγοντας προς τον Πατέρα, «εγώ δε εγνώριζα ότι πάντοτε με ακούεις, αλλά τα είπα για χάρι του όχλου που παρευρίσκονταν, για να πιστεύσουν ότι εσύ με απέστειλες» (Ιω. 11, 42).

Για να γνωρίσουν δηλαδή αφ' ενός μεν ότι είναι Θεός και έρχεται από τον Πατέρα, αφ' ετέρου δε ότι ενεργεί τα θαύματα όχι εναντίον αλλά με συναίνεσι του Πατρός, εσήκωσε μεν εμπρός σε όλους τους οφθαλμούς του προς τον Πατέρα, είπε δε προς αυτόν εκείνα που αποδεικνύουν ότι αυτός που ωμίλησε επί γης είναι ίσος με τον υψηλά στους ουρανούς Πατέρα.

Έτσι, όπως στην αρχή, όπου επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή, έτσι και τώρα στο Λάζαρο, όπου επρόκειτο ν' αναπλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή. Αλλά εκεί, που επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, είπε ο Πατήρ προς τον Υιό «ας κατασκευάσωμε άνθρωπο» και ο Υιός άκουσε, και έτσι ο άνθρωπος παρήχθηκε στην ύπαρξι· εδώ δε τώρα είπε ο Υιός και ο Πατήρ άκουσε, και έτσι εζωοποιήθηκε ο Λάζαρος.

6. Βλέπετε πόση είναι η ομοτιμία και η ομοβουλία; Διότι η μεν μορφή της προσευχής χρησιμοποιήθηκε για τον παρευρισκόμενο όχλο, τα δε λόγια δεν ήταν λόγια προσευχής, αλλά δεσποτείας και εξουσίας· «Λάζαρε, ελθέ έξω», και αμέσως ο τετραήμερος νεκρός παρουσιάσθηκε σ' αυτόν ζωντανός· άραγε τούτο έγινε με πρόσταγμα αναζωούντος ή με προσευχή ζωοποιούντος; Εφώναξε δε με μεγάλη φωνή επίσης για τους παρευρισκομένους· διότι μπορούσε όχι μόνο με μετρία φωνή, αλλά και με την θέληση μόνο να τον αναστήση, όπως μπορούσε να το κάμη και απέχοντας μακριά και με την πέτρα επάνω στον τάφο. Αλλά και προσήλθε στον τάφο και είπε στους παρευρισκομένους, που εσήκωσαν οι ίδιοι την πέτρα και αισθάνθηκαν τη δυσωδία, κι εφώναξε με μεγάλη φωνή και τον εκάλεσε κι έτσι τον ανέστησε, ώστε και με την όρασί τους (διότι τον έβλεπαν επάνω στον τάφο) καιμε την όσφρησί τους (διότι αισθάνονταν τη δυσωδία του νεκρού που ήταν ήδη στην τετάρτη ημέρα) και με την αφή (διότι χρησιμοποιώντας τα χέρια τους κατά πρώτον εσήκωσαν την πέτρα από το μνημείο, ύστερα έλυσαν το δέσιμο στο σώμα και το σουδάριο στο πρόσωπο) και με τα αυτιά τους (αφού η φωνή του Κυρίου έφθανε σε όλων τις ακοές) να καταλάβουν όλοι και να πιστεύσουν, ότι αυτός είναι που καλεί τα μη όντα σε όντα, που βαστάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς του, που και στην αρχή με λόγο μόνο εδημιούργησε τα όντα από μη όντα.

7. Ο μεν άκακος λαός λοιπόν επίστευσαν σ' αυτόν με όλα αυτά έτσι, ώστε να μη κρατούν την πίστι σιωπηρά, αλλά να γίνουν κήρυκες της θεότητός του με έργα και λόγια. Διότι μετά την τετραήμερη έγερσι του Λαζάρου ο Κύριος ευρήκε ένα γαϊδουράκι, που προετοιμάσθηκε από τους μαθητάς, όπως λέγει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, εκάθησε σ' αυτό, εισήλθε στα Ιεροσόλυμα κατά την προφητεία του Ζαχαρίου που προείπε, «μη φοβήσαι, θυγατέρα Σιών, ιδού έρχεται ο βασιλεύς σου δίκαιος και σωτήριος, πράος επάνω σε υποζύγιο, σε πωλάρι όνου»(Ζαχ. 9,9· Ματθ. 21,5), Με τα λόγια αυτά ο προφήτης εδείκνυε ότι αυτός είναι ο προφητευόμενος βασιλεύς, που είναι ο μόνος πραγμαπκά βασιλεύς της Σιών διότι, λέγει, ο βασιλεύς σου δεν είναι φοβερός στους παρατηρητάς, ούτε είναι κάποιος βαρύς και κακοποιός, συνοδευόμενος από υπασπιστάς και δορυφόρους, ή σύροντας πλήθος πεζών και ιππέων, ζώντας με πλεονεξία και απαιτώντας τέλη και φόρους, δουλείες και υπηρεσίες αγενείς και επιβλαβείς· αντιθέτως σημαία του είναι η ταπείνωσις, η πτωχεία και η ευτέλεια, εφ' όσον εισέρχεται επάνω σε όνο χωρίς καμμιά έπαρσι. Γι' αυτό αυτός είναι ο μόνος δίκαιος βασιλεύς που σώζει με δικαιοσύνη και αυτός είναι πράος έχοντας ως ιδιότητά του την πραότητα· διότι ο ίδιος ο Κύριος λέγει για τον εαυτό του, «μάθετε από εμένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».

8. Ο μεν βασιλεύς λοιπόν που ανέστησε τον Λάζαρο εισήλθε τότε στα Ιεροσόλυμα καθήμενος επάνω σε όνο· αμέσως δε όλοι οι λαοί, παιδιά, άνδρες, γέροντες, στρώνοντας τα ενδύματα και παίρνοντας βαΐα από φοίνικες, που είναι σύμβολα νίκης, τον προϋπαντούσαν σαν ζωοποιό και νικητή του θανάτου, τον προσκυνούσαν, τον προέπεμπαν, ψάλλοντας με μια φωνή όχι μόνο έξω, αλλά και μέσα στον ιερό περίβολο, «ωσαννά στον υιό του Δαβίδ, ωσαννά εν τοις υψίστοις». Το ωσαννά λοιπόν είναι ύμνος που αναπέμπεται προς τον Θεό και ερμηνευόμενο σημαίνει «σώσε μας λοιπόν»· η δε προσθήκη «εν τοις υψίστοις» δεικνύει ότι αυτός δεν ανυμνείται μόνο επί γης ούτε από τους ανθρώπους μόνο, αλλά στα ύψη από τους ουράνιους αγγέλους.

9. Όχι δε μόνο τον ανυμνούν και τον θεολογούν έτσι, αλλά στη συνέχεια εναντιώνονται και στην κακόβουλη και θεομάχο γνώμη των Γραμματέων και Φαρισαίων και στις φονικές προθέσεις των. Αυτοί μεν έλεγαν γι' αυτόν φρενοβλαβώς, «αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό κι επειδή πραγματοποιεί πολλά θαύματα, αν το αφήσωμε χωρίς να τον θανατώσωμε, όλοι θα πιστεύσουν σ' αυτόν και θα έλθουν οι Ρωμαίοι που θα μας πάρουν την πόλι και το έθνος» (Ιω. 11, 47). Ο δε λαός τι λέγει; «Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου· ευλογημένη η ερχόμενη βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ» (Μάρκ. 11, 10). Με την φράσι «ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου», υπεδείκνυαν ότι είναι από τον Θεό και Πατέρα και ότι ήλθε στο όνομα του Πατρός, όπως λέγει και ο ίδιος ο Κύριος περί εαυτού, «ότι εγώ ήλθα στο όνομα του Πατρός μου και από τον Θεό εξήλθα και σ' αυτόν πηγαίνω» (Ιω. 8, 42). Με την φράσι δε «ευλογημένη η βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ», υπεδείκνυαν ότι αυτή είναι η βασιλεία στην οποία πρόκειται να πιστεύσουν τα έθνη κατά την προφητεία, και μάλιστα οι Ρωμαίοι. Διότι ο βασιλεύς αυτός όχι μόνο είναι ελπίς του Ισραήλ, αλλά και προσδοκία των εθνών κατά την προφητεία του Ιακώβ (Γεν. 49, 10), «δένοντας στην άμπελο την όνο του», δηλαδή τον υποκείμενο σ' αυτόν λαό από τους Ιουδαίους, «και στο κλήμα το πωλάρι της όνου του» (Γεν. 49, 11). Κλάδος δε του κλήματος είναι οι μαθηταί του Κυρίου, προς τους οποίους έλεγε, «εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα» (Ιω. 15, 5). Με το κλήμα λοιπόν αυτό συνέδεσε ο Κύριος προς τον εαυτό του το πωλάρι της όνου του, δηλαδή το νέο Ισραήλ από τα έθνη, του οποίου τα μέλη έγιναν κατά χάρι υιοί του Αβραάμ. Εάν λοιπόν η βασιλεία αυτή είναι ελπίς και των εθνών, πώς, λέγουν, αφού επιστεύσαμε σ' αυτήν εμείς, θα φοβηθούμε τους Ρωμαίους;

10. Έτσι λοιπόν οι νηπιάζοντες όχι στα μυαλά αλλά στην κακία, εμπνευσθέντες από το άγιο Πνεύμα, ανέπεμψαν στον Κύριο πλήρη και τέλειον ύμνο, μαρτυρώντας ότι ως Θεός εζωοποίησε τον Λάζαρο ενώ ήταν τετραήμερος νεκρός. Οι δε Γραμματείς και Φαρισαίοι, μόλις είδαν τα θαυμάσια αυτά και τα παιδιά να κράζουν στο ιερό λέγοντας, «αίνος στον σωτήρα μας υιό του Δαβίδ», αγανάκτησαν κι έλεγαν προς τον Κύριο· «δεν ακούεις τι λέγουν αυτά;», πράγμα που έπρεπε μάλλον ο Κύριος να ειπή τότε προς αυτούς, ότι δηλαδή "δεν βλέπετε και δεν ακούετε και δεν καταλαβαίνετε;". Γι' αυτό ο ίδιος αντικρούοντάς τους που τον κατηγορούσαν ότι ανέχεται την υμνωδία που μόνο στον Θεό ταιριάζει, λέγει, ναι, ακούω αυτούς που σοφίζονται από εμέ αοράτως και εκφέρουν τέτοιους λόγους για μένα, εάν δε σιωπήσουν αυτοί, θα κράξουν οι λίθοι (Λουκ. 19, 40). Εσείς όμως δεν ανεγνώσατε ποτέ εκείνον τον προφητικό λόγο, ότι από στόμα νηπίων που θηλάζουν συντόνισες ύμνον(Ματθ. 21, 16); Διότι και τούτο ήταν άξιο μεγάλου θαυμασμού, ότι τα αμόρφωτα και αμαθή παιδιά θεολογούσαν τελείως τον Θεό που ενανθρώπησε για μας, παίρνοντας στο στόμα τους αγγελικό ύμνο· όπως δηλαδή οι άγγελοι έψαλλαν για τη γέννησι του Κυρίου, «δόξα προς τον Θεό στα ύψη και επί γης» (Λουκ. 2, 14· 19, 38), έτσι και αυτά τώρα κατά την είσοδό του αναπέμπουν τον ίδιο ύμνο, λέγοντας, «δόξα στο σωτήρα μας τον υιό του Δαβίδ, δόξα στο σωτήρα μας στα ουράνια» (Ματθ. 21, 9).

11. Αλλά ας νηπιάσωμε κι εμείς αδελφοί, κατά την κακία, νέοι και γέροντες, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, για να ενδυναμωθούμε από τον Θεό, να στήσωμε τρόπαιο και να βαστάσωμε τα σύμβολα της νίκης, όχι μόνο κατά των πονηρών παθών, αλλά και κατά των ορατών και αοράτων εχθρών, ώστε να ευρούμε την χάρι του λόγου για βοήθεια εύκαιρη. Διότι ο νέος πώλος, όπου καταξίωσε ο Κύριος να καθήση για χάρι μας, αν και είναι ένας, προετύπωνε την προς αυτόν υποταγή των εθνών, από τα οποία προερχόμαστε όλοι εμείς, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι.

12. Όπως λοιπόν στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, ούτε Έλλην ούτε Ιουδαίος, αλλά όλοι είναι ένα κατά τον θείο απόστολο (Γαλ. 3, 28), έτσι σ' αυτόν δεν υπάρχει άρχων και αρχόμενος, αλλά με την χάρι του είμαστε ένα κατά την πίστι σ' αυτόν και ανήκομε στο ένα σώμα της Εκκλησίας του, έχοντας μία κεφαλή, αυτόν και ένα πνεύμα εποτισθήκαμε δια της παναγίας χάριτος του Πνεύματος και ένα βάπτισμα ελάβαμε όλοι και μια είναι η ελπίς όλων και ένας ο Θεός μας, ο επάνω από όλους και δια μέσου όλων και μέσα σε όλους μας (Εφ. 4, 6). Ας αγαπούμε λοιπόν αλλήλους, ας ανεχώμαστε και ας φροντίζωμε ο ένας τον άλλον, αφού είμαστε μέλη αλλήλων διότι το σήμα της μαθητείας μας προς εκείνον, όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι η αγάπη και η πατρική κληρονομία που μας άφησε αναχωρώντας από αυτόν τον κόσμο είναι η αγάπη και η τελευταία ευχή που μας έδωσε ανεβαίνοντας προς τον Πατέρα αναφέρεται στην προς αλλήλους αγάπη μας (Ιω. 13, 33ε.).

13. Ας σπεύδωμε λοιπόν να επιτύχωμε την πατρική ευχή και ας μη αποβάλλωμε την από αυτόν κληρονομία ούτε το σήμα που μας έδωσε, για να μη αποβάλλωμε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς αυτόν μαθητεία, και τότε θα ξεπέσωμε από την ελπίδα που μας αναμένει και θα κλεισθούμε έξω από τον πνευματικό νυμφώνα. Όπως δε πρίν από το σωτηριώδες πάθος, καθώς ο Κύριος εισερχόταν στην κάτω Ιερουσαλήμ, του έστρωναν τα ιμάτια όχι μόνο ο λαός, αλλά και οι πραγματικοί άρχοντες των εθνών, οι Απόστολοι του Κυρίου δηλαδή, έτσι κι' εμείς άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, ας στρώσωμε τα έμφυτα ιμάτιά μας, υποτάσσοντας την σάρκα και τα θελήματά της στο πνεύμα. Έτσι όχι μόνο θ' αξιωθούμε να ιδούμε και να προσκυνήσωμε το σωτηριώδες πάθος του Χριστού και την αγία ανάστασι, αλλά και ν' απολαύσωμε την κοινωνία προς αυτόν «διότι», λέγει ο απόστολος, «εάν εγίναμε σύμφυτοι με το ομοίωμα του θανάτου του, είναι φανερό ότι θα γίνωμε σύμφυτοι και της αναστάσεως» (Ρωμ. 6, 5).

14. Αυτήν την ανάστασι είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς, με την χάρι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.


(Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)
Πηγή: www.alopsis.gr


Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δ'.

Συνταφέντες σοι διὰ τοῦ Βαπτίσματος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, τῆς ἀθανάτου ζωῆς ἠξιώθημεν τῇ Ἀναστάσει σου, καὶ ἀνυμνοῦντες κράζομεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.