A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον  πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

ΑΝΑΛΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ (π.Εὐθύμιος Μπαρδάκας)

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Νεκταριος\

(Τό αφιερώνω στόν Μακαριστόν Ποιμενάρχη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατακτητήν της καρδιάς μου καί Αστέρα Μέγιστον της Ορθοδοξίας, Αγιον Πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον εκ Μαδύτου!!!



…………Ἡ ἐγκυρότης, εἶναι κάτι τό ὁποῖο ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ ἀπό τόν Πιστό, ὁ ὁποῖος διά τῆς συμπεριφορᾶς του καί τῆς ἐν γένει παρουσίας του στό περιβᾶλλον του, κερδίζει τήν ἐκτίμηση καί τήν ἀποδοχή τῶν γύρω του, μέ ἀποτέλεσμα νά ἒχη θετική ἐπίδραση ἐπάνω τους καί νά «μετροῦν» ο λόγος του καί αἱ θέσεις του.
Τό ἲδιο, φυσικά, συμβαίνει καί μέ τόν ὃρο «ἐπίδρασις».
Αἱ ἰδιότητες αὐταί, ἐνυπάρχουν στον ἀληθινά Πιστό, καί ἀποτελοῦν ΔΩΡΑ τῆς ἰδίας του τῆς Πίστεως (π.Ευθύμιος).


Ὁ Ἃγιος Νεκτάριος, μεταξύ τῶν πολλῶν Προσευχῶν καί Διδαχῶν τίς ὁποῖες μᾶς ἂφησε, μᾶς ἒδωσε καί ἓνα ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ κείμενο, στό ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ κατά τρόπο, ὂχι μόνον γλαφυρό ἀλλά καί μέ καταπληκτικῆς ἐπιτυχίας στόχευση, στήν ΟΥΣΙΑ τοῦ θέματος τό ὁποῖον θίγει.
Εἶναι τό περί ΠΙΣΤΕΩΣ κείμενό του, τό ὁποῖο πρέπει νά μελετήσωμε καί νά άναλύσωμε ὃσο καλλίτερα μποροῦμε.
Μᾶς λέγει:
«Ἡ Πίστις εἶναι τό ὑπό τοῦ Χριστοῦ ἐν τῆ καρδία τῶν πιστῶν φυτευμένον δένδρον, τοῦ ὁποίου οἱ καρποί εἶναι το ΘΑΡΡΟΣ, ἡ ΜΕΓΑΛΟΨΥΧΙΑ, ἡ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΙΣ, ἡ ΥΠΟΜΟΝΗ, ἡ ΚΑΡΤΕΡΙΑ, ἡ ΙΣΧΥΣ και ἡ ΒΟΥΛΗΣΙΣ.
Την ἀλήθειαν ταύτην, μαρτυροῦσι τά κατορθώματα τῶν Ἁγίων και ἐνδόξων Πατέρων μας, οἳτινες τοιαῦτα καί τηλικαῦτα ἒργα εἰργάσαντο καί ἠγωνίσαντο Βασιλείας…… Και κατώρθωσαν διά τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀγώνων να ἐπικρατήση ἡ Ὀρθοδοξία»
Ὃλες αὐτές οἱ ἰδιότητες τίς ὁποῖες χαρίζει στον Πιστό ἡ ΠΙΣΤΙΣ, ἂν τίς προσέξωμε θά δοῦμε πώς τόν καθιστοῦν ΑΤΡΩΤΟΝ σέ κάθε ἐπίθεση τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων καί τοῦ δίδουν τήν δυνατότητα νά άντιμετωπίση κάθε εἲδους ἐπιβουλή.
Εἰδικῶς στίς ἡμέρες μας, δηλαδή στήν σημερινή πραγματικότητα στήν ὁποία ΚΥΡΙΟΣ στόχος τῶν πάσης φύσεως σκοτεινῶν δυνἀμεων εἶναι ἡ Χριστιανωσύνη καί εἰδικῶς ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, αὐτά τά «ὃπλα» μᾶς εἶναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ.
Γιά νά ἀξιοποιηθοῦν, ὃμως, πλήρως, εἶναι φυσικόν νά πρέπη νά τά γνωρίζωμε πολύ καλά.
Ἂς προσπαθήσωμε, λοιπόν, νά γνωρίσωμε καλλίτερα αὐτά τά «ὃπλα», ἐμβαθύνοντας, κατά τό δυνατόν, στα νοήματα τά ὁποῖα, ἓκαστον ἐξ αὐτῶν ἐκφράζει, ἐξετάζοντας κατ’ἀρχήν τήν σημασίαν ἑκάστης λέξεως κατά τήν καθαρῶς «γλωσσικήν» της διάστασιν καί ἐν συνεχεία προσπαθῶντας νά «εἰσέλθωμε» στό νόημα μέ τό ὁποῖο ὁ Ἃγιος Νεκτάριος τήν Χρησιμοποιεῖ.

ΘΑΡΡΟΣ:
Εἰς τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν ἡ λέξις Θάρρος, σημαίνει κυρίως : «ἀφοβία», «κουράγιο», «τόλμη πρός πρᾶξιν τινά ἢ ἐναντίον κάποιου».
Ἡ Πίστις λοιπόν, μᾶς ὁπλίζει μέ τίς ἀνωτέρω ἰδιότητες καί δυνάμεις, πού, ὃπως γίνεται εὐχερῶς ἀντιληπτὀν, εἶναι γιά κάθε Πιστό, «ὃπλα» πολύ ἰσχυρά
Τό δένδρον, λοιπόν,τῆς Πίστεως, καθιστᾶ τόν Πιστόν ἱκανόν νά ΜΗ ΦΟΒΑΤΑΙ τούς κινδύνους πού τοῦ παρεμβάλλουν στον δρόμο του αἱ σκοτειναί δυνάμεις, τόν ἐφοδιάζει μέ τό κουράγιο πού ἀπαιτεῖται νά ἒχη προκειμένου νά ἀντιμετωπίση τίς δυσκολίες αἱ ὁποῖαι λυγίζουν τούς, μακρᾶν τῆς Πίστεως, ἀνθρώπους καί τόν καθιστᾶ ἱκανόν νά μή διστάζη νά προβαίνη εἰς ἐνεργείας ἀκόμα καί ἐνεργητικῆς ἀντιδράσεως ἒναντι κακοδόξων, αἱρετικῶν καί προσπαθούντων νά διασπάσουν καί νά βλάψουν τάς Ὀρθοδόξους διδασκαλίας καί Ἀρχάς.
Εἶναι τό ὃπλον μέ τό ὀποῖον οἱ Μάρτυρες τῆς πίστεώς μας ἀντιμετώπισαν ἀπειλάς, βασανιστήρια ἀκόμα καί τόν σωματικόν θάνατον πού τούς ἐπέβαλαν οἱ παντεῖοι διῶκται των.
Εἶναι ἡ ἐσωτερική ἐκείνη δύναμις ἡ ὁποία ὣπλισε τούς ΠΑΙΔΑΣ ΕΝ ΤΗ ΚΑΜΙΝΩ καί τούς κατέστησε ἀτρώτους ἀπέναντι τῶν παμφάγων πυρίνων γλωσσῶν.
Εἶναι ἡ δύναμις ἡ καθιστῶσα τούς ΑΛΗΘΩΣ Πιστούς Ἱερωμένους (ἀλλά καί Λαϊκούς), ἱκανούς νά μή φοβοῦνται νά ἐλέγξουν τάς ἀντιορθοδόξους καί αἱρετικάς θέσεις ρασοφόρων καί μή, κατεχόντων ἐξεχούσας θέσεις εἰς τήν Ἱεραρχίαν διαφόρων κακοδόξων ὁμάδων ἀτόμων, ἀνεξαρτήτως τῶν συνεπειῶν.
Καί τό θάρρος αὐτό, ἒρχεται ὡς φυσική συνἐπεια τῆς ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΟΣ πώς Ὁ Ἀρχηγός τῆς Πίστεώς μας, εἶναι ἀνά πᾶσαν στιγμήν εἰς τό πλευρόν τοῦ Πιστεύοντος μέ ΖΕΟΥΣΑΝ καί ΕΝΕΡΓΟΝ πίστιν.
ΜΕΓΑΛΟΨΥΧΙΑ :
Μέ τόν ὃρον αὐτόν, ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα, ἀποδίδει τό «μεγαλεῖον τῆς ψυχῆς», τήν «μεγαλοφροσύνην», τήν «γενναιοδωρίαν» (ἀλλά καί ἀρνητικές ἰδιότητες ὃπως π.χ. «ψευτοπαλληκαριά», «ὑπεροψίαν», «καυχησιολογίαν», πού, ὃπως εἶναι φυσικόν, δέν ἒχουν σχέσιν μέ τήν ἒννοιαν τἠν ὁποίαν προσδίδει εἰς τόν ὃρον Ὁ Ἃγιος Νεκτάριος)
Κυρίως, ἐδῶ, ὁ ὃρος χρησιμοποιεῖται γιά νά ἐπισημάνη τήν ὓπαρξιν γενναιοδωρίας, τόσον εἰς ὑλικά θέματα ὃσον καί εἰς θέματα ἁπτόμενα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων καί τῆς ἀνεκτικότητος ἒναντι τῶν κακοτήτων τῶν ἐκδηλουμένων ὑπό συνανθρώπων μας.
Ἡ μεγαλοψυχία, ἒχει ἂμεσον σχέσιν μέ τό νά μή «ξεσυνεριζόμαστε» (ὃπως λέει ὁ Λαός μας) τίς ἐπιβουλές, τίς κακόβουλες, καθ’ἡμῶν, ἐνέργειες καί τίς πάσης φύσεως βλαπτικές ἐνέργειες, τίς προερχόμενες ἀπό συνανθρώπους μας καί ἀντί νά τούς «καταρώμεθα» νά παρακαλοῦμε Τόν Κύριο νά τούς συνετίση καί νά μή τούς καταμετρήση τίς ἐχθρικές των ἀντιδράσεις, ενῶ ἐμεῖς τούς ἒχωμε συγχωρήσει άπό μέσα τήν καρδιά μας.
ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ
Ἡ αὐταπάρνηση, εἶναι ταυτόσημος μέ τήν αὐτοθυσία καί σημαίνει, κατά βάσιν, τήν «πιστή ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος».
Σημαίνει, ὃμως, πολύ περισσότερα.
Εἶναι ἡ ἑδραία ἀπόφασις τοῦ ἀνθρώπου, νά μή «λογαριάση» οὒτε τήν ἲδια του τήν ζωή, προκειμένου νά παραμείνη πιστός στις ἐντολές τῆς Πίστεώς του καί νά σταθῆ στό πλευρό κινδυνευόντων συνανθρώπων του, γιά νά τούς βοηθήση ὃσο μπορεῖ.
Ἡ ἀδιαφορία γιά τά ταπεινά, γήινα καί ὑλικά συμφέροντα, μέσα στα ὁποῖα συμπεριλαμβάνεται καί ἡ ἲδια του ἡ ζωή, προκειμένου νά μή γίνη ἐπίορκος καί περιφρονήση τά νάματα τῆς Πίστεώς του, πρέπει νά γίνη βίωμα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἂν θέλη νά εἶναι πραγματικά μέλος τοῦ ποιμνίου Τοῦ Κυρίου μας.
Πρέπει νά ἐνθυμούμεθα πάντοτε, πώς οἱ παντεῖοι ἐχθροί πού κατέκτησαν καί βασάνισαν τόν Λαό μας, τό ΠΡΩΤΟ πού ζητοῦσαν ἦτο τό νά ΑΛΛΑΞΟΠΙΣΤΗΣΩΜΕ...! μέ τήν ἀπειλή Βασανιστηρίων καί θανάτου...!
Καί ἐκεῖ ἡ αὐταπάρνησις πρέπει νά θριαμβεύση. Ὃταν ὁ Λαός μας εἶχε ὡς προμετωπίδα του «ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΗΝ ΑΓΙΑ», οὐδείς ἐδέχετο αὐτόν τόν ταπεινωτικόν καί προδοτικόν συμβιβασμόν, ἀλλά προτιμοῦσε ἀκόμα καί αὐτόν τόν θάνατον, προκειμένου νά μή προδώση τήν Ἁγίαν του Πίστιν (μέ τάς ἀπαραιτήτους, πάντοτε, ἐξαιρέσεις).
Καί ὃταν οἰ δυνάστες ἒβλεπαν τήν ἀποφασιστικότητα καί τήν δύναμιν πού ἒκρυβαν στά στήθη των οἱ «ραγιάδες» πού ἒδειχναν τόσην αὐταπάρνησιν, πολλές φορές, λύγιζαν οἱ ἲδιοι, καί μάλιστα, ἀρκετοί μετεστράφησαν καί ἂλλαξαν αὐτοί...!
Τό παράδειγμα αὐτῶν πού διέθεταν αὐτήν τήν δύναμιν στούς νεωτέρους, ἦτο πάντοτε καταλυτικόν καί εὐεργετικόν, καθ’ὃσον ἀτσάλωνε τήν ἀποφασιστικότητα καί τήν αὐταπάρνησιν καί τῶν νεωτέρων.
ΥΠΟΜΟΝΗ - ΚΑΡΤΕΡΙΑ
Ἡ ὑπομονή, ἡ ὁποία εἶναι σχεδόν ταυτόσημος μέ τήν καρτερίαν, εἶναι ἡ ἐγκαρτέρησις καί ἡ ἀνεκτικότης.
Ὃ,τι καί νά μᾶς συμβαίνη, δέν πρέπει νά ἀπελπιζώμεθα.
Μέ τά μάτια μας στραμμένα στον Οὐρανό, μέ τήν θερμή καί μετά οὐσιαστικῆς Πίστεως Προσευχή μας, καί μέ τήν ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ πώς, ἐκεῖ ψηλά, Ὁ Κύριός μας μᾶς ἀκούει καί εἶναι πάντοτε ἓτοιμος νά μᾶς παράσχη τήν ἀμέριστη βοήθειά Του, δέν δικαιούμεθα νά ἀγωνιοῦμε ὑπερμέτρως, νά ἀπελπιζώμεθα καί νά καταρρέωμε, μή ἒχοντες ὑπομονήν καί καρτερίαν.
Ὃλες οἱ δυσκολίες παρέρχονται καί τό μόνο πού ἀφήνουν πίσω τους εἶναι ἡ πικρή γεύση τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ὀλιγοπιστίας μας.
Οἱ δοκιμασίες, πάσης φύσεως, πρέπει νά γίνωνται ΜΑΘΗΜΑΤΑ καί νά μᾶς φέρνουν πιό κοντά στήν Προσευχή, τήν Ἱκεσία μας πρός τόν Οὐράνιον Πατέρα μας καί τήν διάθεσίν μας νά ὑπομείνωμεν τά πάντα μέ τήν ΕΛΠΙΔΑ νά μή λείπη ἀπό τήν ψυχή μας, διότι ἡ ἀπελπισία εἶναι ἓνα ἀπό τά σατανικά ὃπλα πού χρησιμοποιοῦν αἱ σκοτειναί δυνάμεις γιά νά ποδηγετήσουν τούς ἀνθρώπους...!
Στό μυαλό τῶν ἀνθρώπων, «μπαίνουν» σκέψεις (ὂχι ἀπό μόνες τους βέβαια), ὃπως «χάθηκαν ὃλα», «δέν ὑπάρχει ἐλπίδα», «καταστροφή», κ.λπ., πού μεταβάλλουν τό ἂτομο σέ μία καταρρακωμένη προσωπικότητα, πού ὁδηγεῖται σταδιακῶς στόν μαρασμό, τήν ἀπομόνωσή του καί τελικῶς στήν ἀπελπισία καί τήν καταφυγή του σέ ψυχιάτρους καί ἀρρωστημένες καταστάσεις.
Ἡ Ἁγία Ὑπομονή, περιμένει τήν ἐπίκλησή μας, προκειμένου νά σταθῆ δίπλα μας καί νά μᾶς στηρίξη σέ ΚΑΘΕ μας δύσκολη στιγμή.
Καί αὐτήν τήν δυνατότητα τήν «κερδίζει» ὁ κάθε Πιστός Χριστιανός, αὐτομάτως μέ τό νά ἒχη ΖΕΟΥΣΑ καί ΕΝΕΡΓΟ πίστιν...!
ΙΣΧΥΣ
Πολλές οἱ σημασίες πού ἒχει αὐτή ἡ λέξις. «σωματική δύναμις, ρώμη», «στρατιωτική δύναμις», «ἐξουσία», «δύναμις ἐπιβολῆς», «ὑλική βία», «ἐπίδρασις», «ἐγκυρότης», φυσικά, μποροῦμε εὐχερῶς νά ἀπορρίψωμε τάς σημασίας αἱ ὁποῖαι δέν συνάδουν μέ τό νόημα τῆς «γραφῆς» τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, («στρατιωτική δύναμις- ἐξουσία-δύναμις ἐπιβολῆς- ὑλική βία), ὁπότε μᾶς μένουν αἱ σημασίαι «ἐπίδρασις» καί «ἐγκυρότης».
Ἡ ἐγκυρότης, εἶναι κάτι τό ὁποῖο ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ ἀπό τόν Πιστό, ὁ ὁποῖος διά τῆς συμπεριφορᾶς του καί τῆς ἐν γένει παρουσίας του στό περιβᾶλλον του, κερδίζει τήν ἐκτίμηση καί τήν ἀποδοχή τῶν γύρω του, μέ ἀποτέλεσμα νά ἒχη θετική ἐπίδραση ἐπάνω τους καί νά «μετροῦν» λόγος του καί αἱ θέσεις του.
Τό ἲδιο, φυσικά, συμβαίνει καί μέ τόν ὃρο «ἐπίδρασις».
Αἱ ἰδιότητες αὐταί, ἐνυπάρχουν στον ἀληθινά Πιστό, καί ἀποτελοῦν ΔΩΡΑ τῆς ἰδίας του τῆς Πίστεως.
ΒΟΥΛΗΣΙΣ
Τά «Πιστεύω» καί τά «Θέλω» τοῦ κάθε Πιστοῦ, δέν εἶναι δυνατόν νά διαφοροποιοῦνται ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Πίστιν του καί κατά συνέπειαν, πρέπει νά συνειδητοποιηθῆ ἀπό ΟΛΟΥΣ, πώς ἡ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΒΟΥΛΗΣΙΣ μέ τήν ὁποίαν μᾶς «ὣπλισε» Ὁ Πανάγαθος, πρέπει νά κατατεθῆ εἰς τούς πόδας Του, μέ τήν θερμή παράκληση, τήν ΙΚΕΣΙΑ θά λέγαμε, νά μᾶς κατατάξη στό ποίμνιό του.
Ἡ Βούλησις αὐτή, σημαίνει πώς ὁ Πιστός ὑλοποιεῖ καί ἀκολουθεῖ τό «ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ ΕΛΘΕΙΝ», δέν πειθαναγκάζεται καί δέν ἐκβιάζεται νά ἀκολουθήση τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά μέ τήν θέλησή του ἀκολουθεῖ τόν δύσκολο δρόμο τῆς Ἀρετῆς καἰ ὂχι τόν, φαινομενικῶς, «εὒκολον» καί γεμᾶτον «διασκέδασιν» καί «γλέντι» δρόμον τῆς ἁμαρτίας.
Ὃλα αὐτά, τά κλείνει μέσα στό μικρό του κείμενο ὁ Ἃγιος Νεκτάριος, καί μᾶςἐπισημαίνει τήν δύναμίν των, μέ τό νά μᾶς θυμίζη πώς μέ αὐτά τά «ὃπλα» Ἃγιοι καί ἒνδοξοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, «...τοιαῦτα καί τηλικαῦτα ἒργα εἰργάσαντο καί ἠγωνίσαντο (ἀντιματώποισαν) Βασιλείας... καί κατώρθωσαν διά τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀγώνων νά ἐπικρατήση ἡ Ὀρθοδοξία»...!
Ἂς μελετήσωμε λοιπόν, τά ΣΟΦΑ του λόγια καί ἂς προσπαθήσωμε νά κατανοήσωμε τό πόσα καί ποῖα «ὃπλα» μᾶς χαρίζει αὐτή ταύτη ἡ Ὀρθὀδοξος Πίστις...!

π.Ευθύμιος Μπαρδάκας


Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

ΠΕΡΙ ΖΗΛΟΥ ΚΑΙ ΖΗΛΩΤΗ (Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως)

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως




Περί ζήλου αγαθού

Ζήλος είναι η θέρμη της ψυχής, που εκδηλώνεται σαν ορμή ή σαν πάθος και επιθυμία. Ζήλο λίγο-πολύ διακρίνουμε και στους καλούς και στους κακούς ανθρώπους. Ο ζήλος είναι αγαθός όταν η όρμή του κινείται και εργάζεται προς το καλό. Όταν όμως εκδηλώνεται προς τα χυδαία και τα τιποτένια, είναι πονηρός. Ο αγαθός ζήλος ζητά την επικράτηση της βασιλείας του Θεού πάνω στη γη. Ζητά την τελειότητα της αρετής, μιμείται το καλό και ποθεί η ψυχή του το αγαθό. Ο αγαθός ζήλος γεννιέται μέσα στην αγαθή ψυχή σαν καλή επιθυμία, χωρίς ίχνος ζήλιας· είναι εκδήλωση της αγάπης προς το αγαθό και εκφράζει τη διάθεση για πρόοδο. Ο αγαθός ζήλος επιθυμεί πάντοτε τα ανώτερα.

Περί του κατ’ επίγνωση ζηλωτή

Ο χαρακτήρας του κατ’ επίγνωση ζηλωτή είναι αυτός που λατρεύει, γεμάτος ενθουσιασμό για την πίστη του, τον Θεό. Πράγματι είναι ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στον Θεό και φυλάει με αυστηρότητα τον νόμο Του. Ακολουθεί ευλαβικά τις πατρικές παραδόσεις και εργάζεται με πολλή θέρμη για τη δόξα του ονόματός Του. Είναι εραστής των έργων που αξίζουν τον έπαινο και γεμάτος πόθο βιάζεται να μιμηθεί τα καλά. Βαδίζει με πολλή προθυμία τον δρόμο της αρετής και επιδιώκει με ζήλο τις άριστες των ασχολιών. Ο κατ’ επίγνωση ζηλωτής είναι φίλος κάθε καλού, αγαπάει και ποθεί όλες τις αρετές. Διακαίεται από τον πόθο να διαδώσει τον θείο λόγο, με σκοπό τη στερέωση της πίστης, την ευόδωση του έργου της Εκκλησίας, τη μεγαλύτερη επίδοση του θείου κηρύγματος, την αποκατάσταση της βασιλείας του Θεού πάνω στη γη. Ο κατ’ επίγνωση ζηλωτής πάντοτε εργάζεται, πάντοτε κινείται, πάντοτε βρίσκεται σε δράση. Ο ζήλος του τόσο περισσότερο φλέγεται και αναζωπυρώνεται, όσο περισσότερο πασχίζει για το αγαθό, όσο περισσότερο αγαπάει τον Θεό. Ο ζηλωτής αυτός, ενώ κοπιάζει, δεν αποθαρρύνεται· ενώ εργάζεται, δεν αποκάμνει· ενώ πονάει, δεν αισθάνεται την κούραση· ενώ δαπανάται, δεν εξαντλείται και δεν γκρινιάζει, αλλά πάντα ακμαίος και ζωηρός, εύθυμος και θαρραλέος, εξορμά προς νέα εργασία. Φλεγόμενος από τον ένθεο ζήλο του, ζητά να επεκτείνει τις ενέργειές του σε όλη την ανθρωπότητα. Ο κατ’ επίγνωση ζηλωτής, ορμώμενος από την αγάπη του προς τον Θεό και τον πλησίον, ό,τι κάνει, το κάνει με αγάπη και αυταπάρνηση. Δεν κάνει τίποτα που να μπορεί να επιφέρει θλίψη στον πλησίον του. Ο ζήλος του ενέχει φωτισμό και επίγνωση. Τίποτα δεν τον εξωθεί σε παρεκτροπή.
Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κατ’ επίγνωση ζηλωτή είναι η θερμή αγάπη του προς τον Θεό και τον πλησίον, η πραότητα, η ανεξιθρησκία, η ανεξικακία, η διάθεση για ευεργεσία και η ευγένεια των τρόπων. Ο κατ’ επίγνωση ζηλωτής είναι ο τύπος του αληθινού χριστιανού.


Χαρακτήρας του μη κατ’ επίγνωση ζηλωτή

Αυτός που δεν είναι κατ’ επίγνωση ζηλωτής, έχει μεν ζήλο, αλλά δεν έχει επίγνωση. Ξεγελιέται μέσα στις σκέψεις και τις ενέργειές του, δήθεν εργαζόμενος για τη δόξα του Θεού, ενώ παραβαίνει τον νόμο που θέλει να αγαπάει τον συνάνθρωπο. Ο μη κατ’ επίγνωση ζηλωτής, πάνω στη θέρμη του ζήλου του πράττει τα αντίθετα απ’ αυτά που λέει ο θείος νόμος και το θείο θέλημα. Διαπράττει ακόμη και το κακό, αν νομίζει ότι απ’ αυτό θα έλθει ό,τι εκείνος θεωρεί καλό και αγαθό. Ο ζήλος του μη κατ’ επίγνωση ζηλωτή είναι φωτιά που καταστρέφει, «πυρ καταναλίσκον». Μπροστά πηγαίνει η καταστροφή και πίσω του έρχεται η ερήμωση. Ο μη κατ’ επίγνωση ζηλωτής εύχεται στον Θεό να ρίξει φωτιά και να κατακάψει όλους όσους δεν δέχονται τις αρχές και τις πεποιθήσεις του. Τέτοιου είδους ανθρώπους τους χαρακτηρίζει μίσος προς τους ετερόθρησκους ή ετερόδοξους, η ζήλια και ο επίμονος θυμός, η εμπαθής αντίσταση προς το αληθινό νόημα του θείου νόμου, η παράνομη επιμονή, προκειμένου να υπερασπισθεί τα δικά του φρονήματα, ο παράφορος ζήλος να ντροπιάσει τους πάντες, η φιλοδοξία, η φιλονικία, η έριδα, το φιλοτάραχο. Ο μη κατ’ επίγνωση ζηλωτής είναι άνθρωπος ολέθριος.


Περί κακού ζήλου και του χαρακτήρα αυτού που έχει κακό ζήλο

Ο κακός ζήλος είναι βρασμός μοχθηρής ψυχής και εκδηλώνεται σαν ζηλοτυπία, σαν φθόνος, σαν μίσος προς αυτούς που έχουν κάτι λαμπρό. Ο κακός ζήλος παρακινείται από τα χυδαία και τα πονηρά και ματιάζει τα καλά. Αυτός που έχει κακό ζήλο, ο ζηλήμονας, ζητά να αμαυρώσει καθετί που είναι φωτεινό στην όψη και φθονεί τον κάτοχό του. Μισεί αυτούς που ευτυχούν και ποθεί τη δυστυχία τους. Χαίρεται με την καταστροφή τους και ευχαριστιέται στις συμφορές τους. Κανέναν δεν μπορεί να ανεχθεί να επαινούν ή να μακαρίζουν. Διαβάλλει και συκοφαντεί αυτούς που διακρίθηκαν σε δόξα και τιμή. Βρίσκει ελαττώματα στα καλά και διασείρει τα άξια. Καμιά χάρη δεν αναγνωρίζουν τα μάτια του. Η γλώσσα του κινείται για να κοροϊδέψει. Το στόμα του εκβράζει βλαστήμια. Η καρδιά του εχθρεύεται αυτούς που προοδεύουν και όσους τον ξεπερνούν τους αποστρέφεται. Μισεί την πρόοδο και μηχανεύεται τρόπους για να την ανακόψει. Αυτός που ζηλεύει είναι εγωιστής και ανόητος, γιατί μόνο τον εαυτό του θεωρεί άξιο τιμής και δόξας που άλλοι κατέκτησαν και θεωρεί τον εαυτό του πάντοτε αδικημένο. Αυτός που ζηλεύει είναι κακός και μελετάει το κακό. Στην καρδιά του συσσωρεύονται τα κακά· δυσφορεί και θλίβεται όταν ζει άδοξα και λιώνει από τη ζήλια του. Ο ζηλιάρης είναι άθλιος και ελεεινός άνθρωπος.

(«Το γνώθι σαυτόν ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ», ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ)

Πηγή: alopsis.gr

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΠΙΣΤΟΥ (Ἁγίου Νεκταρίου)

Ο άπιστος είναι ο πιο δυστυχισμένος των ανθρώπων, γιατί στερήθηκε το μοναδικό αγαθό πάνω στη γη, την πίστη, που είναι ο μόνος αληθινός οδηγός προς την αλήθεια και την ευτυχία.
Ο άπιστος είναι τόσο δυστυχής, αφού έχει στερηθεί πια την ελπίδα, το μοναδικό στήριγμα στον μακρύ δρόμο της ζωής.
Ο άπιστος είναι πάρα πολύ δυστυχής γιατί του λείπει η αληθινή αγάπη των ανθρώπων που περιβάλλει με φροντίδα τη θλιμμένη καρδιά. Ο άπιστος είναι δυστυχέστατος καθότι στερήθηκε το θείο κάλλος, τη θεία εικόνα τού Δημιουργού, την οποία ο ίδιος ο θείος καλλιτέχνης χάραξε και την οποία η πίστη αποκάλυψε.

Ο οφθαλμός του άπιστου τίποτε άλλο δεν βρίσκει μέσα στη δημιουργία, παρά μόνο τη δράση της φύσης. Η λαμπρή εικόνα του θείου Δημιουργού, το θαυμάσιο κάλλος της γι` αυτόν μένουν καλυμμένα και ανεξερεύνητα. Το βλέμμα του πλανιέται άσκοπα μέσα στο άπειρο της δημιουργίας, πουθενά όμως δεν βρίσκει την ομορφιά της σοφίας του Θεού' πουθενά δεν θαυμάζει τη θεία παντοδυναμία, πουθενά δεν ανακαλύπτει την αγαθότητα τού Θεού, τη θεία πρόνοια, τη δικαιοσύνη και την αγάπη τού Δημιουργού προς τη δημιουργία. Ο νους του δεν μπορεί να οδηγηθεί πέραν τού ορατού κόσμου, ούτε να υπερβεί τα όρια των αισθήσεων. Η καρδιά του παραμένει αναίσθητη μπροστά στην απεικόνιση της θείας σοφίας και δύναμης. Σ' αυτή δεν γεννιέται κανένα συναίσθημα λατρείας. Τα χείλη του μένουν σφραγισμένα, το στόμα του ακίνητο, η γλώσσα του ασάλευτη. Δεν βγαίνει φωνή μέσα από το στέρνο του, που να υμνεί, να δοξολογεί, να ευλογεί και να ευχαριστεί τον Θεό.

Η χαρά που είναι απλωμένη στο σύμπαν εγκατέλειψε την καρδιά του απίστου, διότι απ' αυτήν έχει απομακρυνθεί ο Θεός. Αυτό το κενό, το κάλυψε η λύπη, η βαριεστιμάρα και η ανυπομονησία. Παραμένει κακόκεφος, η δε έλλειψη φροντίδας για τα πνευματικά έχει καταλάβει το πνεύμα του. Πλανιέται μέσα στη δίχως φως και απατηλή νύχτα της ζωής αυτής, όπου καμιά ακτίνα φωτός δεν φωτίζει τους σκοτεινούς δρόμους του. Κανείς δεν καθοδηγεί, κανείς δεν κατευθύνει τα βήματά του. Στο στάδιο της ζωής είναι μόνος.
Διέρχεται τον βίο του δίχως την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής. Περνά μέσα από πολλές παγίδες και κανείς δεν μπορεί να τον απελευθερώσει απ'αυτές. Πέφτει μέσα σ' αυτές και συνθλίβεται από το βάρος τους. Στις θλίψεις του κανείς δεν μπορεί να τον ανακουφίσει.

Η ειρήνη της ψυχής, η γαλήνη της καρδιάς, φυγαδεύτηκαν από την απιστία, και το πένθος κατέκλυσε τα βάθη της καρδιάς του. Η χαρά που βρίσκει ο πιστός στην εργασία των θεϊκών εντολών και η ευτυχία που προέρχεται από τον ηθικό βίο, είναι για τον άπιστο άγνωστα συναισθήματα. Η αγαλλίαση που προέρχεται από τη θρησκεία ποτέ δεν επισκέφτηκε την καρδιά του άπιστου. Η πεποίθηση που πηγάζει από την πίστη στη θεία πρόνοια και η οποία καταπαύει τις φροντίδες της ζωής, είναι γι' αυτόν μια δύναμη ακατανόητη.

Η ευχαρίστηση που προέρχεται από την αγάπη και την ευεργεσία αποτελούν για τον άπιστο παντελώς άγνωστα μυστήρια. Ο άπιστος θέτοντας ως αρχή την ύλη, περιόρισε την αληθινή ευδαιμονία του ανθρώπου στον πολύ στενό κύκλο των πρόσκαιρων απολαύσεων, φροντίζοντας πάντοτε για την ικανοποίησή τους και ασχολούμενος διαρκώς με αυτές. Τα θέλγητρα της αρετής είναι σ' αυτόν τελείως ξένα. Δεν έχει γευθεί τη γλυκύτητα αυτής της χάρης. Ο άπιστος αγνόησε ποιά είναι η πηγή της αληθινής ευτυχίας και έτρεξε, δίχως να το καταλάβει, στις πηγές της πίκρας. Η απόλαυση τού έφερε τον κορεσμό και ο κορεσμός την αηδία. Η αηδία έφερε την ανία, η ανία τη θλίψη, η θλίψη τον πόνο και ο πόνος την απόγνωση. Όλα όσα μέχρι τώρα τον έθελγαν, έχασαν τη χάρη τους. Διότι όλες οι απολαύσεις του κόσμου, ως πεπερασμένες, είναι και ανίκανες να κάνουν τον άπιστο ευτυχισμένο.

Εφόσον η καρδιά τού ανθρώπου έχει πλαστεί για να κατοικηθεί από τον Θεό, το απόλυτο αγαθό, σκιρτάει και χαίρεται μόνο με αυτό το αγαθό γιατί σ` αυτό βρίσκεται ο Θεός. Από την καρδιά όμως του άπιστου ο Θεός έχει απομακρυνθεί. Η καρδιά έχει άπειρους πόθους, αφού πλάστηκε για να περιλάβει μέσα της το άπειρο. Ωστόσο, η καρδιά τού άπιστου δεν είναι πια γεμάτη από το άπειρο και πάντα στενάζει, αναζητά και ποθεί, αλλά ουδέποτε ικανοποιείται. Κι αυτό διότι οι απολαύσεις του κόσμου είναι ανίσχυρες να καλύψουν το κενό της καρδιάς του. Οι ηδονές και οι διασκεδάσεις του κόσμου, όταν σβήνουν, αφήνουν στην καρδιά ένα κατακάθι πίκρας. Οι δε μάταιες δόξες έχουν συντρόφισσες τις θλίψεις.

Ο άπιστος αγνόησε ότι η ευτυχία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στην απόλαυση των επίγειων αγαθών, αλλά στην αγάπη του Θεού, του απόλυτου και αιώνιου αγαθού. Εδώ βρίσκεται και η κακοδαιμονία αυτών που αγνοούν τον Θεό. Αυτός που αρνείται τον Θεό είναι σαν να αρνείται την ευτυχία του και την ατέλειωτη μακαριότητα. Αγωνίζεται δυστυχισμένος στον πολύμοχθο αγώνα της ζωής. Έτσι, απελπισμένος και με τη δειλία φωλιασμένη στην ψυχή του, βαδίζει προς τον ήδη ανοιγμένο τάφο του. Το θαυμάσιο έργο που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του, αυτό που διαδραματίζεται πάνω στην παγκόσμια σκηνή και το οποίο διευθύνει η θεία σοφία, η θεία χάρη και δύναμη κι ενώ αυτά τα ίδια είναι οι πρωταγωνιστές, με συμπαραστάτες την αρμονία και τη θεία καλοσύνη, περνάει από μπροστά του τελείως απαρατήρητο. Κυλά μπρος στα πόδια του το γλυκό νερό τού ποταμού τής χαράς και της ευτυχίας, αλλά αυτός σαν καταδικασμένος Τάνταλος, αδυνατεί να δροσίσει την ξεραμένη από την απιστία γλώσσα του, σβήνοντας τη δίψα που τον καίει, διότι το νερό που τρέχει από τη δροσογόνο πηγή της πίστης, γλιστρά και φεύγει μπροστά από τα χείλη του.

Δυστυχισμένε δούλε σκληρού τυράννου! Πώς σου έκλεψαν την ευτυχία; Πώς σου άρπαξαν τον θησαυρό; Έχασες την πίστη σου, αρνήθηκες τον Θεό σου, αρνήθηκες την αποκάλυψή Του και πέταξες την πλουσιοπάροχη δωρεά της θείας χάρης. Πόσο άθλια είναι η ζωή του ανθρώπου αυτού! Αυτή είναι μια σειρά από βάσανα, γιατί το τερπνό έχασε στα μάτια του τον τερπνό χαρακτήρα του. Η φύση γύρω του τού φαίνεται στείρα και άγονη δεν γεννά μέσα του καμιά ευχαρίστηση και κανένα χαρμόσυνο συναίσθημα. Κανένα από τα δημιουργήματα του Θεού δεν του χαμογελά. Ένα πένθιμο πέπλο έχει σκεπάσει τη χάρη της φύσης, η οποία πλέον δεν τον έλκει με κανένα της θέλγητρο. Η ζωή του έχει γίνει βάρος δυσβάστακτο και η διάρκειά της στον χρόνο που κυλάει, μοιάζει με αφόρητη ταλαιπωρία.

Να λοιπόν που η απελπισία εμφανίζεται ήδη μπροστά του σαν δήμιος κι ένα σκληρό βασανιστήριο τυραννάει τον ταλαίπωρο άνθρωπο. Το θάρρος του τον έχει κιόλας εγκαταλείψει, η αντίστασή του εξασθένησε και οι ηθικές του δυνάμεις έχουν πλέον διαφθαρεί από την απιστία. Φέρεται σαν άνθρωπος που κινείται από κάτι άλλο, δηλαδή από την απιστία, έχει δε παραδοθεί στα φοβερά δεσμά της απόγνωσης, η οποία είναι πάντα δίχως έλεος και συμπάθεια. Αποκόπτει έτσι με βία και σκληρότητα το νήμα της άθλιας ζωής του και εκσφενδονίζεται στον βυθό της απώλειας, στα μαύρα Τάρταρα, όπου τότε μόνο θα βγει, όταν τον καλέσει η φωνή τού θείου Δημιουργού του, τον οποίο απαρνήθηκε, για να δώσει λόγο για την απιστία του. Τότε θα κατακριθεί και θα σταλεί στο πυρ το αιώνιο.

Ἃγιος Νεκτάριος

Πηγή: agiameteora.net


Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως)

Η Εκκλησία έλαβε εντολή από τους Αποστόλους να εύχεται για όλο τον κόσμο και να μεσιτεύει στο Χριστό για χάρη του κόσμου.
Η Εκκλησία όταν επικαλείται τις προσευχές των αγίων, πιστεύει ότι οι άγιοι που ζωντανοί παρακαλούσαν το Θεό για την ειρήνη του κόσμου και την ευστάθεια των Εκκλησιών του Χριστού δεν παύουν να κάνουν το ίδιο και στην ουράνια Εκκλησία του Χριστού, την θριαμβεύουσα. Αυτοί ακούν ευνοϊκά τις προσευχές μας όταν τους επικαλούμαστε και εύχονται στο Θεό και γίνονται οι φορείς της χάριτος και του ελέους του Κυρίου.

Η Εκκλησία, στις προσευχές της προς το Θεό, παρακαλεί τον Κύριο να δεχθεί τις δεήσεις της, και αναφέρει τις προσευχές των αγίων και της Θεοτόκου, επειδή πιστεύει στην παρρησία που έχουν στο Θεό και στην αμείωτη και συνεχή αγάπη τους για την στρατευόμενη Εκκλησία του Χριστού. Επίσης σε όλα τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας αναφέρονται οι Άγιοι ως πρεσβευτές προς τον Κύριο Ιησού Χριστό για χάρη μας. Οι παλαιότατοι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν ότι οι Άγιοι μεσιτεύουν για μας προς τον Κύριο και πάντοτε καταφεύγουν στη μεσιτεία τους.

Έτσι, ο Μέγας Βασίλειος σε λόγο του προς τους σαράντα μάρτυρες λέει: «Τι έκανες, ώστε να βρεις τον Κύριο ελεήμονα απέναντί σου; Να, υπάρχουν τώρα για σένα σαράντα, που προσεύχονται συγχρόνως… Ω άγιος χορός! Ω ιερή σύναξη! Ω στερεός συνασπισμός! Ω κοινοί φύλακες του ανθρωπίνου γένους! Αγαθοί μέτοχοι των φροντίδων μας, βοηθοί των δεήσεων μας, δυνατότατοι πρεσβευτές, αστέρες της Οικουμένης, άνθη των Εκκλησιών». Επίσης επικαλείται για τον εαυτό του τις προσευχές των αγίων στους ουρανούς λέγοντας: «Δέχομαι και τους Αγίους Αποστόλους, επικαλούμαι στην ικεσία μου προς το Θεό, με τη μεσιτεία τους να με ελεήσει ο φιλάνθρωπος Θεός και να μου δοθεί η άφεση των αμαρτημάτων μου».

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος επίσης στον Επιτάφιό του προς τον Μέγα Βασίλειο λέει στο τέλος: «Εσύ που μας παρακολουθείς από ψηλά, θεία και ιερά κεφαλή, τον μεν σκόλοπα του σώματος που ο Θεός μας έδωσε για να μας παιδαγωγήσει, παρακάλεσέ τον να μας τον αφαιρέσει, ή πείσε μας να τον υπομένουμε καρτερικά, και όλη η ζωή μας να κυλήσει προς το καλλίτερο. Και αν πεθάνουμε, υποδέξου μας στις σκηνές σου».

Επίσης, ο Θείος Χρυσόστομος επικαλείται στην προσευχή του τη Μητέρα του Κυρίου, και διακηρύττει: «… Δεν παρακούει ο Θεός τη Δεβώρα ούτε την Ιαήλ. Όμως εμείς έχουμε την Αγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία που προσεύχεται για μας. Και αν μία τυχαία γυναίκα νίκησε, πόσο περισσότερο η Μητέρα του Χριστού θα νικήσει τους εχθρούς της αληθείας;»

Ο Πατριάρχης Ιερεμίας λέει: «Η προσευχή που γίνεται προς τους Αγίους είναι προς τη χάρη που έχουν από το Θεό, γιατί δεν ακούνε όσους τους παρακαλούν ο Πέτρος και ο Παύλος, αλλά η χάρη του Θεού που έχουν, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου: «και εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα ως τη συντέλεια του κόσμου» (Ματθ. 28, 20).

Ως μεσίτες θεωρούμε όλους τους αγίους και εξαιρετικά την Μητέρα του Κυρίου, στην οποία απευθυνόμαστε λέγοντας «Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε, πρέσβευε για μας τους αμαρτωλούς», καθώς και στους αγίους. (Αποτελεί δε κοινή συνείδηση της Εκκλησίας μας ότι οι πρεσβείες της Μητέρας του Κυρίου είναι σωστικές, «γιατί όσα θέλει, τα μπορεί», γι’ αυτό και η επίκληση που της απευθύνει είναι «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσε μας»).

Ο Θεός των χριστιανών είναι Θεός ζώντων, και οι Άγιοι ενδιαφέρονται για την στρατευόμενη Εκκλησία, ικετεύοντας τον Κύριο γι’ αυτήν… Αυτά λοιπόν γνωρίζοντας τα μέλη της παλαιάς Εκκλησίας και παρακινούμενοι από το Θεό, επειδή τίποτε δεν μπορούσαν να κάνουν χωρίς αυτόν, άρχισαν να παρακαλούν τις ψυχές των Αγίων να μεσιτεύουν, φανερώνοντας ότι οι ψυχές αισθάνονται και χωρίς τα σώματα. Γιατί αν ήταν αναίσθητες, δεν θα τις παρακαλούσαν. Και επειδή πίστευαν ότι το Πανάγιο Πνεύμα που τις κατοικεί τους αποκαλύπτει τις ανάγκες εκείνων που τις παρακαλούν, τις παρακαλούσαν να βοηθήσουν τους αδελφούς· και αυτή η βοήθεια φανερώνει την ενότητα των αγίων με μας.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)


Πηγή: alopsis.gr

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

ΠΡΟΣΕΥΧΗ (Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως)





Το κύριο έργο του ανθρώπου είναι η προσευχή. Ο άνθρωπος πλάστηκε για να υμνεί το Θεό. Αυτό είναι το έργο που του αρμόζει. Αυτό μόνο εξηγεί την πνευματική του υπόσταση. Αυτό μόνο δικαιώνει την εξέχουσα θέση του μέσα στη δημιουργία. Ο άνθρωπος πλάστηκε για να λατρεύει το Θεό και να μετέχει στη θεία Του αγαθότητα και μακαριότητα.

Ως εικόνα του Θεού που είναι, λαχταράει για το Θεό και τρέχει με πόθο να ανυψωθεί προς Αυτόν. Μέ την προσευχή και την υμνωδία ευφραίνεται. Το πνεύμα του αγάλλεται και η καρδιά του σκιρτάει. Όσο περισσότερο προσεύχεται, τόσο η ψυχή του απογυμνώνεται από τις κοσμικές επιθυμίες και γεμίζει από τα ουράνια αγαθά. Και όσο αποχωρίζεται τα γήινα και τις ηδονές του βίου, τόσο περισσότερο απολαμβάνει την ουράνια ευφροσύνη. Η δοκιμή και η πείρα μάς επιβεβαιώνουν την αλήθεια αυτή.

Ο Θεός ευαρεστείται στις προσευχές εκείνες που προσφέρονται με τον πρέποντα τρόπο δηλαδή με συναίσθηση της ατέλειας και της αναξιότητάς μας. Για να υπάρξει όμως τέτοια συναίσθηση, απαιτείται τέλεια απάρνηση του κακού μας εαυτού και υποταγή στις εντολές του Θεού απαιτείται ταπείνωση και αδιάλειπτη πνευματική εργασία.

Αναθέστε όλες τις φροντίδες σας στο Θεό. Εκείνος προνοεί για σας. Μη γίνεστε ολιγόψυχοι και μην ταράζεστε. Αυτός που εξετάζει τα απόκρυφα βάθη της ψυχής των ανθρώπων, γνωρίζει και τις δικές σας επιθυμίες και έχει τη δύναμη να τις εκπληρώσει όπως Αυτός γνωρίζει. Εσείς να ζητάτε από το Θεό και να μη χάνετε το θάρρος σας. Μη νομίζετε ότι, επειδή ο πόθος σας είναι άγιος, έχετε δικαίωμα να παραπονείστε όταν οι προσευχές σας δεν εισακούονται. Ο Θεός εκπληρώνει τους πόθους σας με τρόπο που εσείς δεν γνωρίζετε. Να ειρηνεύετε λοιπόν και να επικαλείσθε το Θεό.

Οι προσευχές και οι δεήσεις από μόνες τους δεν μας όδηγούν στην τελειότητα. Στην τελείωση οδηγεί ο Κύριος που έρχεται και κατοικεί μέσα μας, όταν εμείς εκτελούμε τις εντολές Του. Και μια από τις πρώτες εντολές είναι να γίνεται στη ζωή μας το θέλημα όχι το δικό μας, αλλά του Θεού. Και να γίνεται με την ακρίβεια που γίνεται στον ουρανό από τους αγγέλους. Για να μπορούμε κι εμείς να λέμε: «Κύριε, όχι όπως εγώ θέλω, αλλ' όπως Εσύ· "γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης"». Χωρίς λοιπόν το Χριστό μέσα μας, οι προσευχές και οι δεήσεις οδηγούν στην πλάνη.


Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ (Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως)

Οἱ πειρασμοὶ παραχωροῦνται γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ κρυμμένα πάθη, νὰ καταπολεμηθοῦν κι ἔτσι νὰ θεραπευθεῖ ἡ ψυχή. Εἶναι καὶ αὐτοὶ δεῖγμα τοῦ θείου ἐλέους.


 Γί’ αὐτὸ ἄφησε μὲ ἐμπιστοσύνη τὸν ἑαυτό σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ ζήτησε τὴ βοήθειά Του, ὥστε νὰ σὲ δυναμώσει στὸν ἀγώνα σου. Ἡ ἐλπίδα στὸ Θεὸ δὲν ὁδηγεῖ ποτὲ στὴν ἀπελπισία. Οἱ πειρασμοὶ φέρνουν ταπεινοφροσύνη. Ὁ Θεὸς ξέρει τὴν ἀντοχὴ τοῦ καθενός μας καὶ παραχωρεῖ τοὺς πειρασμοὺς κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών μας. Νὰ φροντίζουμε ὅμως κι ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοί, γιὰ νὰ μὴ βάλουμε μόνοι μας τὸν ἑαυτό μας σὲ πειρασμό.

Ἐμπιστευτεῖτε στὸ Θεὸ τὸν Ἀγαθό, τὸν Ἰσχυρό, τὸν Ζῶντα, καὶ Αὐτὸς θὰ σᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀνάπαυση. Μετὰ τὶς δοκιμασίες ἀκολουθεῖ ἡ πνευματικὴ χαρά. Ὁ Κύριος παρακολουθεῖ ὅσους ὑπομένουν τὶς δοκιμασίες καὶ τὶς θλίψεις γιὰ τὴ δική Του ἀγάπη. Μὴ λιποψυχεῖτε λοιπὸν καὶ μὴ δειλιάζετε.

Δὲν θέλω νὰ θλίβεστε καὶ νὰ συγχύζεστε γιὰ ὅσα συμβαίνουν ἀντίθετα στὴ θέλησή σας, ὅσο δίκαιη κι ἂν εἶναι αὐτή. Μία τέτοια θλίψη μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρξη ἐγωϊσμοῦ. Προσέχετε τὸν ἐγωϊσμό, ποὺ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ δικαιώματος. Προσέχετε καὶ τὴν ἄκαιρη λύπη, δημιουργεῖται ὕστερ’ ἀπὸ ἕναν δίκαιο ἔλεγχο. Ἡ ὑπερβολικὴ θλίψη γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι τοῦ πειρασμοῦ. Μία εἶναι ἡ ἀληθινὴ θλίψη. Αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖται, ὅταν γνωρίσουμε καλὰ τὴν ἄθλια κατάσταση τῆς ψυχῆς μας. Ὅλες οἱ ἄλλες θλίψεις δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Φροντίζετε νὰ περιφρουρεῖτε στὴν καρδιά σας τὴ χαρὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέπετε στὸν πονηρὸ νὰ χύνει τὸ φαρμάκι του. Προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ὁ παράδεισος, ποὺ ὑπάρχει μέσα σας, μετατραπεῖ σὲ κόλαση.


(Ἀπὸ τὴ σειρὰ τῶν φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς. πηγή::orthodoxfathers.com/)

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ (Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως)

Τίποτα δὲν εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν καθαρὴ καρδιά, γιατί μία τέτοια καρδιὰ γίνεται θρόνος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τί εἶναι ἐνδοξότερο ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς τίποτα. Λέει ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιά: «Θὰ κατοικήσω ἀνάμεσά τους καὶ θὰ πορεύομαι μαζί τους. Θὰ εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοὶ θὰ εἶναι λαός μου». (Β’ Κόρ. 6, 16).

Ποιοὶ λοιπὸν εἶναι εὐτυχέστεροι ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Καὶ ἀπὸ ποιὸ ἀγαθὸ μπορεῖ νὰ μείνουν στερημένοι; Δὲν βρίσκονται ὅλα τ’ ἀγαθὰ καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς μακάριες ψυχές τους; Τί περισσότερο χρειάζονται; Τίποτα, στ’ ἀλήθεια, τίποτα! Γιατί ἔχουν στὴν καρδιά τους τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό: τὸν ἴδιο τὸ Θεό!

Πόσο πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀναζητοῦν τὴν εὐτυχία μακριὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, στὶς ξένες χῶρες καὶ στὰ ταξίδια, στὸν πλοῦτο καὶ στὴ δόξα, στὶς μεγάλες περιουσίες καὶ στὶς ἀπολαύσεις, στὶς ἡδονὲς καὶ σ’ ὅλες τὶς χλιδὲς καὶ ματαιότητες, ποὺ κατάληξή τους ἔχουν τὴν πίκρα! Ἡ ἀνέγερση τοῦ πύργου τῆς εὐτυχίας ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μας, μοιάζει μὲ οἰκοδόμηση κτιρίου σὲ ἔδαφος ποὺ σαλεύεται ἀπὸ συνεχεῖς σεισμούς. Σύντομα ἕνα τέτοιο οἰκοδόμημα θὰ σωριαστεῖ στὴ γῆ...

Ἀδελφοί μου! Ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα στὸν ἴδιο σας τὸν ἑαυτό, καὶ μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸ κατάλαβε αὐτό. Ἐξετᾶστε τὴν καρδιά σας καὶ δεῖτε τὴν πνευματική της κατάσταση. Μήπως ἔχασε τὴν παρρησία της πρὸς τὸ Θεό; Μήπως ἡ συνείδηση διαμαρτύρεται γιὰ παράβαση τῶν ἐντολῶν Του; Μήπως σᾶς κατηγορεῖ γιὰ ἀδικίες, γιὰ ψέματα, γιὰ παραμέληση τῶν καθηκόντων πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον; Ἐρευνῆστε μήπως κακίες καὶ πάθη γέμισαν τὴν καρδιά σας, μήπως γλίστρησε αὐτὴ σὲ δρόμους στραβοὺς καὶ δύσβατους...

Δυστυχῶς, ἐκεῖνος ποὺ παραμέλησε τὴν καρδιά του, στερήθηκε ὅλα τ’ ἀγαθὰ κι ἔπεσε σὲ πλῆθος κακῶν. Ἔδιωξε τὴ χαρὰ καὶ γέμισε μὲ πίκρα, θλίψη καὶ στενοχώρια. Ἔδιωξε τὴν εἰρήνη καὶ ἀπόκτησε ἄγχος, ταραχὴ καὶ τρόμο. Ἔδιωξε τὴν ἀγάπη καὶ δέχτηκε τὸ μίσος. Ἔδιωξε, τέλος, ὅλα τὰ χαρίσματα καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ δέχτηκε μὲ τὸ βάπτισμα, καὶ οἰκειώθηκε ὅλες τὶς κακίες ἐκεῖνες, ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπο ἐλεεινὸ καὶ τρισάθλιο.

Ἀδελφοί μου! Ὁ Πολυέλεος Θεὸς θέλει τὴν εὐτυχία ὅλων μας καὶ σ’ αὐτὴ καὶ στὴν ἄλλη ζωή. Γί’ αὐτὸ ἵδρυσε τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ μᾶς καθαρίζει αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ μᾶς ἁγιάζει, νὰ μᾶς συμφιλιώνει μαζί Του, νὰ μᾶς χαρίζει τὶς εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά της, γιὰ νὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ. Ἂς τρέξουμε γρήγορα ὅσοι ἔχουμε βαριά τη συνείδηση. Ἂς τρέξουμε καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕτοιμη νὰ σηκώσει τὸ βαρὺ φορτίο μας, νὰ μᾶς χαρίσει τὴν παρρησία πρὸς τὸ Θεό, νὰ γεμίσει τὴν καρδιά μας μὲ εὐτυχία καὶ μακαριότητα...


(Ἀπὸ τὴ σειρὰ τῶν φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς. πηγή::orthodoxfathers.com/)

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ (Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως)

Ο φίλος είναι άνθρωπος αγαθός, υγιής στην ψυχή, σκέπτεται σωστά, αγαπάει την αρετή, είναι ακέραιος στο ήθος, πιστός στην αγάπη, ειλικρινής στον λόγο, σταθερός στην ψυχή, έντιμος σύμβουλος, θαρραλέος, αγαπάει την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Ο φίλος ο αληθινός, είναι όμοιος σε όλα με τον φίλο του. Η χαρά του φίλου του προηγείται από τη δική του και η θλίψη του φίλου είναι και δική του θλίψη. Είναι βαθιά ευαίσθητος και διαισθάνεται την ψυχική διάθεση του φίλου΄πάσχει δε σε ότι πάσχει και ο φίλος του. Προλαβαίνει την εξομολόγηση του φίλου του και τρέχει να τον βοηθήσει πριν του το ζητήσει. Είναι πάντα έτοιμος να αντιληφθεί τις ενέργειες του φίλου του και είναι παρών όταν κινδυνεύει. Οι φίλοι του φίλου του είναι και δικοί του φίλοι΄ οι δε εχθροί του και δικοί του εχθροί. Αμύνεται υπέρ του φίλου του και διακινδυνεύει τη ζωή του γι' αυτόν. Στο σώμα του φίλου κατοικεί η ψυχή του φίλου που αγαπάει. Είναι αγαθός σύμβουλος και λέει πάντα τα καλύτερα γι' αυτόν΄ φροντίζει για την τιμή και υπόληψη του φίλου του. Όσα του είναι ιερά, είναι ιερά και για τον ίδιο και σέβεται όσα ο φίλος του θεωρεί σεμνά. 


Φίλος αληθινός, σκέπη κραταιά και οποίος τον βρήκε, βρήκε θησαυρό. Ο αγαθός φίλος είναι πλούτος ανεκτίμητος΄ ακριβότερος όλων των αποκτημάτων. Δεν υπάρχει μέτρο του κάλλους του. Ο φίλος και στις δυστυχίες και στην ευτυχία του φίλου, μένει πάντοτε ο ίδιος. Ο αληθινός φίλος, με πολύ θάρρος, επαινεί αυτά που είναι άξια επαίνου και καταδικάζει τα καταδικαστέα.

Ο Ευριπίδης λέει: «Οι φίλοι δεν έχουν τίποτε μόνο δικό τους -όσοι είναι πραγματικά φίλοι-, αλλά κοινά πράγματα. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από τον ειλικρινή φίλο. Όταν παρεμβαίνει παρηγορητικά, αυτό επενεργεί δυνατότερα από κάθε φάρμακο στην πάσχουσα και θλιμμένη καρδιά του φίλου. Τα λόγια του είναι φάρμακο ζωής. Ο αγαθός φίλος και την ψυχή και το σώμα του φίλου μπορεί να παρηγορήσει. Ο αγαθός και καλός φίλος έχει τάξει τον εαυτό του να αναπληρώνει ότι λείπει στον φίλο του, και όταν μεν πράττει καλά, τον επαινεί και τον ευχαριστεί΄όταν δε σφάλλει, προσπαθεί πάρα πολύ για να τον επαναφέρει. Ο φίλος γίνεται ο νους, η καρδιά και ο οφθαλμός του φίλου του. Είναι η προσωποποίηση της αρετής. Δεν γίνεται φίλος ο μοχθηρός».

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει: «Ο πιστός φίλος είναι έμψυχος θησαυρός, περιφραγμένος κήπος, πηγή σφραγισμένη που ανοίγει από καιρό σε καιρό και προσφέρει τον πλούτο της ψυχής του. Φίλους δε λέγω τους καλούς και αγαθούς και τη φιλία που δημιουργήθηκε με γνώμονα την αρετή».

(ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ "ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ", Εκδόσεις "ΑΘΩΣ")
Πηγή: www.alopsis.gr

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ (Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως)

Αδικία είναι η συνήθεια να βλέπη κανείς τους νόμους με υπεροψία. Αδικία είναι η περιφρόνηση των νόμων, η καταπάτηση του δικαίου. Αδικία είναι η εναντίωση στο θείο θέλημα. Είναι ενέργεια για να επικρατήσει το κακό, ο πόλεμος, η ταραχή, η κακοδαιμονία, η βασιλεία του πονηρού. Η αδικία είναι ανοσιούργημα κι αυτόν που την εργάζεται τον καθιστά ακάθαρτο μπροστά στον Θεό. Η αδικία είναι αποκρουστική στα μάτια του Θεού, καθώς προσβάλλει το πρώτο των θείων χαρακτηριστικών που είναι η θεία δικαιοσύνη. Είναι δε μητέρα κάθε κακίας, αφού μέσα στην αδικία κρύβεται διαμιάς η κακία.

Η αδικία είναι πράξη ψυχής που δεν συντάσσεται με τον Θεό αλλά με τον πονηρό. Η αδικία φανερώνει ψυχή που δεν έχει καμιά επαφή των συναισθημάτων με τη λογική, ούτε βέβαια μπορεί να κυριαρχήσει πάνω στα πάθη και τις επιθυμίες της. Η αδικίακρίνει προς το συμφέρον και όχι προς το δίκαιο. Αποδίδει το δίκαιο σ’ αυτούς που αδικούν και το αφαιρεί απ’ αυτούς που δικαιούνται να το λάβουν.

Η αδικία γεμίζει τη γη με θρήνους και ο στεναγμός των αδικημένων ανεβαίνει μέχρι τον ουρανό. Η αδικία, η οποία δεν έχει έλεος και οικτιρμούς, δεν δειλιάζει μπροστά σε τίποτα. Συνθλίβει τις καρδιές των αδικημένων και κάνει από τα μάτια τους να τρέχουν πηγές δακρύων. Δεν ελεεί τον ορφανό και δεν λυπάται την χήρα. Πάντοτε αδυσώπητη και ανελέητη, επιβάλλει τις θελήσεις της και εκτελεί τις αποφάσεις της. Η τυραννία της είναι σκληρή∙ όπου δε επικρατεί, κυριαρχεί ο στεναγμός και ο πόνος.

Η αδικία αρνείται τον Θεό και δεν υπολογίζει το κράτος της δύναμής Του. Η εικόνα της προκαλεί φρίκη και τρόμος καταλαμβάνει αυτούς που την αντικρύζουν. Είναι δύσμορφη και αποτρόπαιη και η όψη της μοιάζει με αρχαία ερινύα. Όπου κι αν εμφανισθεί, απομακρύνεται απ’ εκεί η ειρήνη, η χαρά και η ευθυμία. Η παρουσία της προμηνύει καταιγίδα και η φωνή της αναγγέλει την καταστροφή. Απ’ όπου κι αν περάσει, η ερήμωση γίνεται ολοκληρωτική.

Η αδικία είναι ο κακός δαίμονας που αφαιρεί την ευτυχία από τους ανθρώπους.

(«Το γνώθι σαυτόν ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ», ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, Απόδοση στη Νέα Ελληνική: Ευανθία Χατζή, Επιμέλεια κειμένου - Επίμετρο: Γιώργος Μπάρλας, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ)

Πηγή: www.alopsis.gr

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΥ ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΑ (ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ - ΑΙΤΙΑΣΕΩΝ)

Picture


Γράφει ο π. Νικηφόρος Νάσσος 

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

Στίς 9 Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ γηθοσύνως καί λαμπρῶς τόν λαοφιλέστατο Ἅγιο, τόν φωστῆρα τῆς Αἰγίνης καί θαυματουργό Πατέρα καί Ἱεράρχη, Νεκτάριο, Μητροπολίτη Πενταπόλεως τῆς Αἰγύπτου. Πολλοί κατά καιρούς διεζωγράφισαν τήν μορφή καί τήν φωτεινή προσωπικότητα τοῦ «ἐν ἐσχάτοις χρόνοις φανέντος»φίλου τῆς ἀρετῆς καί μιμητοῦ τοῦ Κυρίου, ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη ὑπό Θεοῦ Μέγας, «τῶν πάλαι Ἁγίων χαρακτηρίσας τήν ζωήν ἐν ἡμέραις πονηραῖς», ὅπως ψάλλουμε στό δοξαστικό τῶν Ἐσπερίων, στήν Ἀσματική Ἀκολουθία του.

Ὑπάρχουν ὅμως καί αὐτοί (ἐλάχιστοι, εὐτυχῶς) οἱ ὁποῖοι δέν τόν τιμοῦν, ἀλλά τόν ἐπικρίνουν καί ἐπιχειροῦν νά ἀμαυρώσουν τή μνήμη του, εἴτε κρυφίως σέ στενούς κύκλους (φοβούμενοι τίς ἀντιδράσεις τοῦ λαοῦ), εἴτε φανερῶς, ἐκφράζοντας τίς ἀθεολόγητες καί ἕωλες αἰτιάσεις τους ἐναντίον του. Πρόκειται δηλαδή γιά ἀπόρριψη τῆςκεκυρωμένης ὑπό Θεοῦ Ἁγιότητος τοῦ προστάτου τῆς Αἰγίνης καί θαυματουργοῦ Ἁγίου. Στά παρακάτω θά γίνει μία σύντομη ἀναφορά στό ζήτημα αὐτό. Καί θά τονιστοῦν κάποια σημεῖα κάπως ἐπιγραμματικά, διότι ἐπ᾿ αὐτοῦ ἔχουμε καταθέσει διεξοδική ἀναίρεση ἐπιχειρημάτων τῶν ἀντιφρονούντων, στό ἐξαντληθέν πόνημά μας πού φέρει τόν τίτλο: «Σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις» (Ἀθήνα 2009). Προσεχῶς δέ, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, θά κυκλοφορηθεῖ μελέτη εἰδική περί τῆς θεολογικῆς καί ποιμαντικῆς ἀντιμετωπίσεως συγγραφικῶν σφαλμάτων Ἁγίων ἀνδρῶν ἀπό τήν Ἐκκλησία, μέ εἰδική ἀναφορά στόν ἅγιο Νεκτάριο, στόν ἱερό Αὐγουστίνο τόν Ἅγιο ἱεράρχη τῆς Ἱππῶνος, τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης καί σέ ἄλλους Ἁγίους, ἔχοντας σχέση μέ τά διαλαμβανόμενα.

Ὡστόσο, εἶναι ἀνάγκη νά κατανοηθεῖ ὅτι στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀποφασίζει κάποιος μόνος του, κατά τό δοκοῦν, γιά τό ποιός εἶναι Ἅγιος καί ποιός ὄχι! Μόνο ἡ Ἐκκλησία ἀποφαίνεται αὐθεντικῶς. Δέν μποροῦμε νά εἰσάγουμε αὐθαιρεσίες στήν περιοχή τῆς θεολογίας, τῆς ἐκκλησιολογίας καί τῆς δογματικῆς, ὅπου τά πάντα ἐν Ἀγίῳ Πνεύματι ἔχουν ἐπιλυθεῖ ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρες μας, ὅπως ἔχουν λυθεῖ καί τά ἁγιολογικῆς φύσεως ζητήματα, δηλαδή ἡ ὑπό προϋποθέσεις ἀνάδειξη Ἁγίων, ἤ, ἡ ὑπό προϋποθέσεις ἀμφισβήτηση αὐτῶν κλπ. Κανένας στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας δέν «στήνει τό δικό του θέλημα» ὅπως λέμε, οὔτε ἀποφαίνεται παπιστικῶς, ἀμαρτύρως καί αὐθεντικῶς. Κανένα μέλος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά ὑψώνει τήν ἀτομική του συνείδηση πάνω ἀπό τή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καί νά γίνεται κριτής καί τιμητής τῶν κρίσεων καί τῶν ἐκτιμήσεών της.

Στά ἑπόμενα θά παρουσιάσουμε τά ἐπιχειρήματα τῶν μή ἀποδεχομένων τήν Ἁγιότητα τοῦ φαεσφόρου καί θεουμένου ἐπισκόπου Πενταπόλεως Νεκταρίου, κοιμηθέντος Ὁσίως τό ἔτος 1920 καί θά ἀναιρέσουμε θεολογικῶς καί Πατερικῶς τά ἐπιχειρήματα αὐτά μέ κάθε δυνατή συντομία. Εἰρήσθω εἰσαγωγικῶς ὅτι κατά τόν λόγο καί τό πρότυπο τοῦ μεγάλου Δογματολόγου τῆς Ἐκκλησίας μας, ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, «ἐμόν ἐρῶ οὐδέν», δέν θά ποῦμε τίποτα δικό μας. Θά στηριχθοῦμε ὡς εἰς ἀσφαλήν βακτηρία, στήν Πατερική μας Γραμματεία, ἀφοῦ ὡς ὀρθόδοξοι θά πρέπει νά ἀποφαινόμαστε «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα»1.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

Οἱ Ἅγιοι δέν ὑπῆρξαν τέλειοι εἰς ὅλα καί ἄπταιστοι, δηλ. ἀναμάρτητοι, διότι ὑπῆρξαν καί αὐτοί ἄνθρωποι θνητοί. Ὁ μόνος κατά φύσιν Τέλειος, καί Ἀναμάρτητος εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός. Οἱ ἅγιοι ἦσαν ἀπλανεῖς, ὄχι ὅμως καί ἀλάθητοι! Ἡ πτώση καί ὁ μῶμος, ἡ ἀστοχία καί τό σφάλμα, ἡ παρέκκλιση καί παρεκτροπή εἶναι γνωρίσματα ἀκόμη καί Ἁγίων ἀνδρῶν, ὅπως δείχνει ἡ ἱστορία καί τό ἐπισημαίνει εὔστοχα ὁ τῆς Θεολογίας ἐπώνυμος, ἅγιος Γρηγόριος: «Ἅπτεται γάρ, οὐ τῶν πολλῶν μόνον, ἀλλά καί τῶν ἀρίστων ὁ μῶμος, ὡς μόνον ἄν εἶναι τοῦ Θεοῦ τό παντελῶς ἄπταιστον καί ἀνάλωτον πάθεσι».2 Πολλά εἶναι τά περιστατικά ἐκεῖνα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική μας Ἱστορία, τά ὁποῖα ἀναφέρονται σέ ποικίλες πτώσεις Ἁγίων ἀνδρῶν, θεολογικές ἐκκλησιατικές, συγγραφικές κ.ἄ, ὅπου καταδεικνύεται ὅτι καί οἱ Ἅγιοι ὑπόκεινται στούς ὅρους τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί μποροῦν νά διαπράξουν σφάλματα καθώς ἀγωνίζονται μέ τή θεία ἀρρωγή καί Χάρη νά ὑπερβοῦν τά σύνορα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς.

Στό πλαίσιο αὐτό μποροῦμε νά δοῦμε μέ ἀντικειμενικότητα τήν ὕπαρξη συγγραφικῶν ἀστοχιῶν σέ κάποιους Ἁγίους ἄνδρες τῆς Ἐκκλησίας μας, μή ἐξαιρουμένου καί τοῦ ἁγίου Νεκταρίου Αἰγίνης, οἱ ὁποῖοι διακρίθηκαν ὡς θεολόγοι καί συγγραφεῖς, πλήν ὅμως, ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία παρήγαγε κάποιες ἀστοχίες πού ὀφείλονται εἴτε στήν ἄγνοια εἴτε σέ ἄλλους παράγοντες, τούς ὁποίους ἀναλύει ἡ Πατερική πεῖρα τῆς Ἐκκλησίας μας. Συγκεκριμένα, ὑπάρχει μία καταγραφή τοῦ φρονήματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό ζήτημα τῶν συγγραφικῶν ἀστοχιῶν Ἁγίων και ἱερῶν συγγραφέων. Αὐτή βρίσκεται σέ μία περισπούδαστη ἐπιστολή (ΚΔ΄) τοῦ Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως πρός τόν ἐπίσκοπον Ἀκυληΐας Ἰωάννη3. Αὐτή εἶναι καταχωρισμένη στόν Τόμο Χαρᾶς τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων καί στήν Πατρολογία τοῦ Migne, τόμο 102. (Κατά τή διαπραγμάτευση τοῦ θέματός μας θά παραπέμψουμε καί στίς δύο πηγές, κατά περίστασιν). Ἡ ἐν λόγῳ ἐπιστολή τοῦ Μ. Φωτίου τά λέει ὅλα! Καί δέν ἀφήνει κανένα ἐρωτηματικό γιά τόν καλοπροαίρετο ἐρευνητη. Ἐκφράζει δέ τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ τά ζητήματα αὐτά, ὅπως ὑλοποιήθηκε στή διαχρονική πορεία τῆς Ἐκκλησίας καί καταγράφεται στά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Θά παρουσιάσουμε κάποια σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Μ. Φωτίου, θά τά ἀναλύσουμε καί στή συνέχεια θά ἀναφερθοῦμε στήν περίπτωση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.

Σύμφωνα μέ τήν ἐν λόγῳ θεολογική ἐπιστολή τοῦ σοφωτάτου Πατρός, Μ. Φωτίου, ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει μέ πολλή σύνεση, διάκριση, ὑπευθυνότητα καί ποιναντική εὐαισθησία τίς περιπτώσεις τῶν ἐμφιλοχωρούντων λανθασμένων ἀπόψεων στά συγγράμματα Ἁγίων μελῶν της. Πολλές εἶναι ἐκεῖνες οἱ περιστάσεις οἱ ὁποῖες ἀνάγκασαν πολλούς ἐναρέτους ἀνθρώπους νά διολισθήσουν, νά «ξεφύγουν» ὅπως λέμε ἀπό τήν ὀρθόδοξη Διδασκαλία καί νά διατυπώσουν ἐφαλμένες ἀπόψεις ἀκόμη καί στό πεδίον τοῦ δόγματος! Αὐτό ἐπισυνέβη, εἴτε ἐπειδή παρεσύρθησαν ὡς ἄνθρωποι (ἴσως στόν πρό τῆς θεώσεώς τους καιρό), εἴτε ἐπειδή ἀπηύθυναν τό λόγο πρός αἱρετικούς, εἴτε γιά ἄλλες αἰτίες πού γνωρίζει ὁ Θεός. Ἰδού τά λόγια τοῦ Μ. Φωτίου:«Πόσαι περιστάσεις πραγμάτων πολλούς ἐξεβιάζοντο, τά μέν παραφθέγξασθαι, τά δέ πρός οἰκονομίαν εἰπεῖν, τά δέ καί τῶν ἀπειθούντων ἐπαναστάντων, τά δέ καί ἀγνοίᾳ οἷα δή περιολησθήσασιν ἀνθρώπινα»;4

Πῶς, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει τίς περιπτώσεις αὐτές; Ἐρωτοῦν κάποιοι: μπορεῖ ὁ καθένας νά γράφει ἀνεγξέλεκτα ὅ,τι νομίζει ὡς ὀρθό καί νά διαφωνεῖ στά ὅσα φρονεῖ ἡ Ἐκκλησία; Ὄχι βεβαίως, ἀλλά ἄς δοῦμε τήν συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς. Ὁ Μ. Φώτιος, ὅταν προκλήθηκε νά ἀπαντήσει (βλ. ὑποσ. 2) σχετικά μέ τό ἄν γνωρίζει ὅτι ὀρθόδοξοι Πατέρες τῆς Δύσεως διετύπωσαν γραπτῶς τήν λατινική κακοδοξία τοῦ Filiogve καί πῶς πρέπει ὀρθοδόξως αὐτό νά ἀντιμετωπιστεῖ, γράφει ὅτι εἶναι μέν καινοτομία, ἀλλά «δέν καταδικάζουμε» καί «δέν «ἀτιμάζουμε» τούς Πατέρες, πού ἴσως παρεξέκλιναν ἀπό ἄγνοια, ἤ ἀπό ἄλλες αἰτίες, ὅταν δέν τούς ἔχει ὑποδειχθεῖ τό σφάλμα καί ἀπέθαναν χωρίς νά ἐλεγχθοῦν (ὅπως ἐν προκειμένῳ τότε ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος κ.ἄ. Πατέρες).

«…Ἀμβρόσιος ὁ μέγας καί Αὐγουστῖνος και Ἱερώνυμος καί τινες ἄλλοι ὁμοταγεῖς καί ἰσοστάσιοι, μέγα ὄνομα λαχόντες ἐπ᾿ ἀρετῇ καί βίου λαμπρότητι, τό Πνεῦμα ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐν πολλοῖς αὐτῶν λόγοις συνέταξαν ἐκπορεύεσθαι…καί μή ἀτιμάζειν τούς πατέρας».5

Εἶναι δέ σημαντικό νά τονιστεῖ ὅτι ὁ πολυμαθέστατος, πεφωτισμένος καί πρῶτος ἀντιπαπικός Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας μας Μ. Φώτιος δέν ἀποκρύπτει τήν ἀλήθεια τῶν γεγονότων, οὔτε ἐπιχειρεῖ νά καλύψει τούς παρεκτραπέντας Ἁγίους μέ διάφορα τεχνάσματα, ὅπως λ.χ. ὅτι μπορεῖ νά μήν τά ἔγραψαν αὐτά οἱ Πατέρες ἀλλά νά τά πρόσθεσαν ἄλλοι στά κείμενά τους μετά θάνατον κλπ., ἀλλά ὁμολογεῖ τήν ἀλήθεια ἡ ὁποία πάντοτε ἐλευθερώνει καί σώζει. Ναί, τά ἔγραψαν οἱ ἴδιοι, λέγει, ἔσφαλαν οἱ Πατέρες ὡς ἄνθρωποι, ἀλλά ὅπως γράφει παρακάτω «σιγῶντας καί μή παρόντας» δέν μποροῦμε νά τούς καταδικάσουμε. Δέν εἶναι δυνατόν νά καταδικαστεῖ αὐτός πού δέν ἐλέχθηκε γιά τό σφάλμα του, πού δέν τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά τό διορθώσει καί πού δέν ἐπέμενε σ᾿ αὐτό! «Τήν μέν καινοτομίαν ἀποστρεφόμεθα, τόν πατέρα δέ αὐτῆς (σ.σ. ἐδῶ ἐννοεῖ τόν ἱερό Αὐγουστίνο), σιγῶντα μάλιστα καί μή παρόντα, μή δ᾿ ἀντιλέγοντα, οὗ μέν οὖν, οὐ καταδικάζομεν».6

Κατά τήν Πατερική Θεολογία, ὅπως τήν ἐκφράζει δυναμικά τόν 9ο αἰῶνα ὁ ἱερός Φώτιος, τό πρόσωπο -ὁ συγγραφεύς - διαστέλλεται ἀπό τό σφάλμα /λανθασμένη διατύπωση, ἔτσι ὥστε τό μέν λάθος να μην υἱοθετεῖται και ναμήν προστίθεται στήν ὑπάρχουσα Διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὁ δέ συγγραφεύς νά ἐξακολουθεῖ νά ἀπολαμβανει τῆς τιμῆς τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἐν προκειμένῳ χαρακτηριστική καί λίαν διαφωτιστική ἡ φράση τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Φωτίου: «Τό μέν παρενεχθέν (τό σφάλμα) οὐ προσθήκην δεχόμεθα, τούς δέ ἄνδρας ἁσπαζόμεθα».7

Στήν ἴδια μάλιστα συνάφεια ὁ Μ. Φώτιος, λαμβάνοντας ἀφορμή ἀπό γνωστή ὑπόθεση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γράφει θεοκινήτως ὅτι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι καί «τρόφιμοι τῆς Ἐκκλησίας» γνωρίζουμε πώς πρέπει κατά τό παράδειγμα τῶν δύο σωφρόνων υἱῶν τοῦ παρεκτραπέντος Νῶε (Σήμ καί Ἰάφεθ) νά προστατεύουμε τόν πατέρα μας καί ὄχι νά τόν ἐκθέτουμε, ὅπως ἔπραξε ὁ ἀναιδῆς Χάμ! Ὀφείλουμε νά καλύπτουμε ὀπισθοφανῶς τόν παρεκτραπέντα πατέρα (ἐν προκειμένῳ τόν σφάλοντα συγγραφέα) καί ὄχι νά τόν διαπομπεύουμε ἀναιδῶς! «Οἱ τῆς Ἐκκλησίας τρόφιμοι καί τῶν ἱερῶν μαθημάτων οὐκ ἐπιλήσμονες, κατά τόν Σήμ καί Ἰάφεθ, καί τήν πατρικήν ἀσχημοσύνην ἐπικαλύπτειν ἐπίσταντανται καί τούς μιμητάς τοῦ Χάμ καταγινώσκοντες ἀποστρέφονται».8

Τρεῖς προϋποθέσεις, κατά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρέπει νά συντρέχουν, ὥστε νά καταδικαστεῖ ἕνας ἱερός συγγραφεύς καί νά ἀποβληθεῖ ἀπό τή χορεία τῶν Ἁγίων προσώπων.

Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἐπιμονή τοῦ παρεκτραπέντος στό σφάλμα του, ὅταν τοῦ ὑπόδειχθεῖ καί κληθεῖ σέ διόρθωσή του. Καί τοῦτο διότι ἡ ἐπιμονή δηλώνει φρόνημα, ὄχι ἁπλό λάθος, ἀλλά συνειδητή τοποθέτηση, πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶναι μεμπτό καί καταδικαστέο.Τό λάθος δέν κάνει τόν Ὀρθόδοξο αἱρετικό! Μόνο ἡ ἐπιμονή στό λάθος καταδικάζεται καί ἡ ἀμετανοησία, ὅταν αὐτό ὑποδεικνύεται.

Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ φιλονικεία τοῦ σφάλοντος μέ τήν Ἐκκλησία καί ἡ ἀπείθειά του πρός αὐτήν. Ἡ διαχρονική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία, ὡς γνωστόν, δέν πλανᾶται ποτέ καί ὅποιος διαφωνήσει καί ἐρίσει/φιλονικήσει μέ τήν Ἐκκλησία καί τήν Θεολογία της αὐτός δέν σώζεται9! Ἀντίθετα, ἐκπίπτει ἀπό κάθε τιμή πού εἶχε πρίν αὐτός πού θά ἀπειθείσει στή θεόπνευστη Πατερική Θεολογία, ὅπως τό γνωρίζουμε ἀπό πολλές αἱρέσεις καί ἑτεροδιδασκαλίες πού συνετάραξαν τήν Ἐκκλησία κατά τή δισχιλιετῆ πορεία της μέσα στον κόσμο.

Ἡ τρίτη εἶναι ὁ θάνατος τοῦ παρεκτραπέντος σέ κατάσταση ἀμετανοησίας, ἀφοῦ «ἐν τῷ Ἅδη οὐκ ἔστι μετάνοια», ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε.10

Ὅταν, λοιπόν, λάβουν χώρα οἱ ἀνωτέρω προϋποθέσεις, τότε καταδικάζεται ὁ παρεκτραπείς καί δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ Πατήρ γνήσιος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἶναι ἀνάγκη νά ἀποβληθεῖ καί αὐτός καί τά συγγράμματά του. Ἄς δοῦμε ὅμως πῶς ἀκριβῶς τό γράφει ὁ Μ. Φώτιος, τοῦ ὁποίου τό γλωσσικό ἰδίωμα εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολο, ἀλλ᾿ ἐξίσου θαυμαστό. «Ἔτι δέ, εἰ μέν ὑπομνησθέντες περί τοῦ προκειμένου κεφαλαίου, τῶν εἰρημένων πατέρων ἀντεῖπε τό σύνταγμα καί πρός ἔνστασιν τινά καί ἀπείθειαν ἀπεθρασύνετο, διέτεινάν τε τῇ αὐτῇ παρατροπῇ τῆς δόξης καί ἐπ αὐτῇ τόν βίον μετά τούς ἐλέγχους κατέστρεψαν, ἀνάγκη τούτους συναποβάλλεσθαι τῷ φρονήματι».11

Τί ἔχουν νά ποῦν λοιπόν, περί τοῦ Ἁγίου Ἱεράρχου τῆς Αἰγίνης Νεκταρίου, ὅσοι τόν ἀμφισβητοῦν λόγῳ τῶν σφαλμάτων πού ἔχουν ἐμφιλοχωρήσει σέ κάποια κείμενά του; Πότε ἐλέχθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία; Πότε ἐπέμενε; Ποιά ἀπόδειξη ὑπάρχει ὅτι ἐκοιμήθη ἀμετανόητος καί πολεμώντας τήν Ἐκκλησία; Καί ἄν ἡ Ἐκκλησία ἔχει τέτοια ἀνεκτική καί σοφή ἀντιμετώπιση σέ ὅσους ἔχουν σφάλλειδογματικῶς, ὅπως ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος12, τότε ἄς σκεφθοῦμε σέ πόσο ἀνεκτικώτερη θέση βρίσκεται ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ὁ ὁποῖος δέν ἔσφαλε δογματικά, ἀλλά ἁπλῶς διατύπωσε κάποιες ἐπισφαλεῖς ἀπόψεις σέ ἐκκλησιαστικά ζητήματα πρακτικῆς φύσεως καί ἱστορικά. Θά μακρυγορήσουμε ἄν ἐξετάσουμε ἕνα πρός ἕνα τά ἀνθρώπινα συγγραφικά ὁλισθήματα τοῦ Ἁγίου ἐπισκόπου Πενταπόλεως.

Θά ἀναφερθοῦμε μόνο δι᾿ ὁλίγων στήν κυριώτερη ἀστοχία τοῦ Ἁγίου, ὡς συγγραφέως καί δή μάλιστα ἱστπρικοῦ. Αὐτή συνίσταται στό ὅτι ὁ ἱερός Νεκτάριος υἱοθέτησε μία λανθασμένη θεωρία τοῦ Κωνσταντίνου Παπαρηγοπούλου περί τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τήν διατύπωσε στό σύγγραμμά του «Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» (ἐκδ. Ρηγοπούλου, ἔτος 1882, μέ Εἰσαγωγή ἀρχ. Εἰρηναίου Δεληδήμου). Ὁ ἅγιος Πατήρ ἀντέγραψε ἀνεξετάστως τόν ἐθνικό μας ἱστορικό στήν μεροληπτική θέση του στό ζήτημα τῆς Εἰκονομαχίας, μέ ἀποτέλεσμα νά παρεκκλίνει ἱστορικά καί ἴσως κατά μία αὐστηρά κριτική καί θεολογικά.

Ὅμως τό λάθος αὐτό διόρθωσε ἐπισημότατα ὁ Ἅγιος Ἱεράρχης, μετά ἀπό μία ἀκριβῶςδεκαετία, ὅταν κυκλοφόρησε τό περίφημο πόνημά του «Μελέτη περί τῶν Ἁγίων εἰκόνων» (1902). Ἐκεῖ, ὄχι μόνο ξεκαθαρίζει τά πράγματα θεολογικῶς καί ἐκκλησιολογικῶς, ἀλλά μέσα ἀπό την ὅλη διαπραγμάτευση στό ἐν λόγῳ πόνημα ἀναδεικνύεται πλέον ὁ λιπαρῶς καταρτισμένος ἐρευνητής και κυρίως, ὁ πραγματικός εἰκονόφιλος Πατήρ καί ἀκόλουθος «ἐν πᾶσι» τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀφοῦ τεκμηριώνονει μέ πολλά χωρία δικά τους τήν ἐν λόγῳ σπουδαιότατη ἐργασία του. Παρουσιάζει μάλιστα μεταξύ ἄλλων καί τήν εὐλαβητική διάθεση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης ἔναντι τῶν ἁγίων Εἰκόνων, μέ τό χωρίο στό ὁποῖο ὁ σοφώτατος αὐτάδελφος τοῦ Μ. Βασιλείου ἀποκαλύπτει ὅτι δέν συνέβη νά ἀντικρύσει μία εἰκόνα τοῦ θείου Πάθους χωρίς νά δακρύσει, ἐνθυμούμενος τό γεγονός πού παριστᾶ ἡ ἱερά τέχνη τῆς ἁγιογραφίας. «Εἶδον πολλάκις ἐπί γραφῆς εἰκόνα τοῦ πάθους καί οὐκ ἀδακρυτί τήν θέαν παρῆλθον, ἐναργῶς τῆς τέχνης ὑπ᾿ ὄψιν ἀγούσης τήν ἱστορίαν».13

Εἶναι ἐπίσης σημαντικό νά δοῦμε τήν συμπερασματική γνώμη τοῦ ἁγίου Νεκταρίου σχετικά μέ τήν ἀποκατάσταση τῶν ἁγίων Εἰκόνων ἀπό τήν Ἁγία Ζ΄Οἰκουμενική Σύνοδο. Γράφει ὁ Ἅγιος:«Σπουδαία καί ἀναγκαία ἦτο καί ἡ ἐβδόμη Οἰκουμενική Ἁγία Σύνοδος, διότι ἀπέδωκε τῇ Ἐκκλησία τον κόσμον αὐτῆς (σ.σ. τό κόσμημα, τίς ἅγιες Εἰκόνες), ὥρισε τόν χαρακτῆρα τῆς ὀφειλομένης προς τάς σεπτάς ἁγίας εἰκόνας τιμῆς, καί εἰρήνευσε τήν Ἐκκλησίαν, ἐπί αἰῶνα διατηρηθεῖσαν. Διά τῆς τῶν εἰκόνων ἀναστηλώσεως, καταπολεμήθη νεωτερισμός τις ὅλως ξένος τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ καί φρόνημα ἐσφαλμένον, ὑπονομεῦον τήν τῆς Ἐκκλησίας Ὀρθοδοξίαν».14

Ἐρωτοῦμε, θά ἔγραφε ἔτσι ποτέ ἕνας εἰκονομάχος, ὅπως τόλμησαν τά πάντολμα καί ἀναιδῆ στόματα τῶν ἁγιομάχων νά παρουσιάσουν τόν σφόδρα εἰκονόφιλο Ἅγιο τῆς Αἰγίνης;; Αὐτά προξενεῖ ἡ ἔλλειψη θεολογικῆς παιδείας ὅταν συνδιάζεται καί με τήν κακή πρόθεση15…

Ὡστόσο, εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀναφερθεῖ γιά τήν ἱστορία, ὅτι πέραν τῶν ὀλιγοστῶν ἐσφαλμένων διατυπώσεων τοῦ Ἁγίου τῆς Αἰγίνης, γιά τίς ὁποίες ἰσχύει ὅτι καί γιά ὅλους τούς ἄλλους Ἁγίους πού ἔσφαλαν, ὅπως τό εἶδαμε στήν καταγραφή τοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν Μ. Φώτιο, ὑπῆρξαν καί σκόπιμη πολεμική κατά τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. Τά κείμενά του ὑπέστησανἀλλοιώσεις καί κολοβώσεις, παραχαράξεις καί προκρούστειες ἀφαιρέσεις, ὥστε νά ἐξαχθεῖ τό συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἅγιος συνέγραψε πολλά κακόδοξα καί ἀντιεκκλησιαστικά καί ὅτι ὑπῆρξε και…φιλοπαπικός!. Μία μόνο περίπτωση διαστροφῆς ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά ἀπό τίς πολλές, αὐτήν ὅπου ὁ Ἅγιος στό βιβλίο του «Περί τῶν αἰτιῶν τοῦ σχίσματος» ἀναφέρεται ὡς ἱστορικός στόν Πατριάρχη Μιχαήλ τόν Κηρουλάριο. Παραθέτει δέ γνώμες τῶν πρό αὐτοῦ συγγραφέων (καί εἶναι ὑποχρεωμένος νά τό πράξει, ἀφοῦ γράφει ἱστορία) τίς ὁποίες καί ἀξιολογεῖ. Γράφει, λοιπόν, ὁ ἅγιος Νεκτάριος, στό κεφάλαιο «Χαρακτῆρ τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου», παραπέμποντας στόν Κ. Παπαρηγόπουλο: «Ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ, ἱστορεῖ ὁ Παπαρηγόπουλος, ἦτο ἄνθρωπος ὀξύς, πολυπράγμων, φίλαρχος και φιλόδοξος». Ἀπό τό ἀνωτέρω ἀπόσπασμα, ἐξηφανίσθη τεχνηέντως ἀπό τούς ἐπικριτάς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου ἡ ὑπογραμμισμένη φράση: «ὅπως ἱστορεῖ ὁ Παπαρηγόπουλος», με ἀποτέλεσμα νά ἐξαχθεῖ τό συμπέρασμα ὅτι οἱ ταπεινωτικοί χαρακτηρισμοί πρός τόν Πατριάρχη Μιχαήλ εἶναι τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ένῶ εἶναι τοῦ Κ. Παπαρηγοπούλου! Καί πόσα ἄλλα παρόμοια ὑπάρχουν!16... Ἰδού οἱ «ἔντιμες» μέθοδοι τῶν κατηγόρων τοῦ Ἁγίου τῆς ἐποχῆς μας…

Ἀλλά ἄς προχωρήσουμε στό δεύτερο ἐπιχείρημα τῶν λεγομένων (ὅπως ἐπικράτησε) «ἀντινεκταριανῶν».

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η «ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΗ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ

Τό Πατερικῶς ἀβάσιμον τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιχειρήματος μαρτυρεῖ ὁ πατερικῶς καί ὁ ὀρθοδόξωςἀδόκιμος ὅρος «ἁγιοποίηση»17, τόν ὁποῖο χρησιμοποιοῦν ὅσοι δέν γνωρίζουν τά ἁγιολογική κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Δέν ὑπάρχει στήν Ὀρθοδοξία ἁγιοποίηση! Ἀντίθετα, αὐτό ὑπάρχει στόν παπισμό. Στήν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή, ὅπου ἡ Χάρις καί ἡ ἀλήθεια ἐν Χριστῷ, ἁγιοποιεῖ μόνον ὁ Θεός! Ἡ ἀνάδειξη ἀπό θεσμικά ἐκκλησιαστικά ὄργανα ἑνός Ἁγίου ἔχει χαρακτῆρα διαπιστωτικό καί ἐξαγγελτικό, ὄχι άποφασιστικό! Ὁ Θεός ἀναδεικνύει τούς Ἁγίους καί τα θεσμικά ὄργανα (τό Πατριαρχεῖο ἤ ἡ Σύνοδος) διαπιστώνουν, ἐξαγγέλουν καί προβάλλουν τόν ἤδη ἀνακηρυχθέντα ὑπό Θεοῦ Ἅγιο. Δέν ὑπάρχει, ὀρθοδόξως, «ἀνακήρυξη» τῆς ἁγιότητος, ἀλλά ὑπάρχει «διαπίστωση» καί«διακήρυξη». Καί αὐτό γίνεται θεσμικά τούς τελευταίους αἰῶνες. Παλαιοί μεγάλοι Ἅγιοι καί ἐπιφανεῖς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, (Καππαδόκες κ.ἄ.) δέν διεκηρύχθησαν μέ πράξεις πατριαρχικές, ἤ συνοδικές. Τήν παλαιά ἐποχή γινόταν ἡ ἀναγνώριση τῶν Ἁγίων σέ τοπικό ἐπίπεδο, ἀπό τόν λαό18. Πολύ ἀργότερα ἐμφανίστηκε το φαινόμενο τῆς διακηρύξεως τῶν Ἀγίων μέ πράξεις πατριαρχικές. Ὁ καθηγητής Δ. Τσάμης γράφει σχετικά: «Στήν πρωτοχριστιανική Ἐκκλησία δέν χρειαζόταν κάποια ἐκκλησιαστική διαδικασία γιά τήν καθολική ἀναγνώριση τῶν ἁγίων καί ὁ λαός με δική του πρωτοβουλία προέβαινε στήν ἀναγνώριση τοῦ ἁγίου καί στήν ἀπόδωση τιμῆς πρός αὐτόν. Στούς ἑπόμενους αἰῶνες τό καθεστώς αὐτό σε γεννικές γραμμές διατηρεῖται, λαμβάνεται ὅμως ὑπόψη γιά τήν ἀνακήρυξη τοῦ ἁγίου ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἀρχή τό ὀρθόδοξο φρόνημα, ὁ μαρτυρικός ἤ ἅγιος βίος καί ἡ τέλεση θαυμάτων» .19

Ἀπό τόν 14ο αἰῶνα παρουσιάζεται μιά διαφορετικότητα στόν τρόπο διακηρύξεως τῶν Ἁγίων. Τρεῖς Ἅγιοι κατά τήν ἐποχή αὐτή, ὁ Ἀθανάσιος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ Α΄, κάποιος Ἅγιος ὀνόματι Μελέτιος καί ὁ μεγάλος Θεολόγος πατήρ, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνακηρύσσονται ἐπίσημα μέ εἰδική διαδικασία. Γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο εἰδικά, ὑπάρχει καί ἡ σχετική πράξη τοῦ πατριάρχου Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου, τοῦ καί βιογράφου του. Ὅμως ἡ διαδικασία αὐτή εἶχε τοπικό χαρακτῆρα ὅπως ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Φιλόθεος τονίζει. Καί σημειώνει ὅτι δέν εἶναι ἀπαραίτητες αὐτές οἱ συνοδικές πράξεις προκειμένου νά τιμηθεῖ κάποιος ὡς Ἅγιος, ὅταν τόν ἔχει ἀναδείξει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός.20 Τελικά, στά χρόνια μας αὐτή ἡ πρακτική τῆς πανηγυρικῆς διακηρύξεως τῆς Ἁγιότητος προσώπων κατέστη ἔθος. Δέν εἶναι κακό, ὅταν γίνεται μέ θεολογικά κριτήρια, ἀλλά δέν εἶναι καί τό πᾶν, ἀφοῦ τούς Ἁγίους τούς άναδεικνύει ἀποκλειτικά ὁ Παράκλητος, τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ὁποίους ἁγίασε διά τῆς ἀκτίστου Χάριτός Του. Τά ἐκκλησιαστικά ὄργανα δέν ἁγιοποιοῦν, ὅπως προελέχθη, ἀλλ᾿ ἁπλῶς διαπιστώνουν, ἐξαγγέλουν καί δημοσιοποιοῦν τόν ἤδη ἀναδειχθέντα διά σημείων ἐκ Θεοῦ, Ἅγιο.
Ἑπομένως, δέν ἐξαρτᾶται καθόλου ἀπό τήν ἐκκλησιαστική καί πνευματική ποιότητα ἑνός Πατριάρχουν ἡ «διακήρυξη» τῆς ἁγιότητος. Ὁ οἱοσδήποτε Ἅγιος, μέ τήν συνοδική πράξη «ἀναδείξεως» δέν προάγεται! Δέν γίνεται ἁγιότερος, ἤ ὁσιότερος! Μένει τόσο Ἅγιος, ὅσο τόν ἀνέδειξε ὁ Πανάγιος Θεός.

Καί γιά νά ἔρθουμε στήν συγκεκριμένη αἰτίαση τῶν ἀμφισβητιῶν, ὁ Ἀθηναγόρας δέν προσέθεσε τίποτα στήν Ἁγιότητα τοῦ ὁσίου Νεκταρίου Αἰγίνης μέ τήν ἐκδοθεῖσα πατριαρχική πράξη ἀναγνωρίσεως τοῦ 1961, ὅπως δέν προσέθεσε τίποτα καί στούς ἁγίους Νικόδημο Ἁγιορείτη21 καί Κοσμᾶ Αἰτωλό22, μέ τήν ἴδια διαδικασία καί τίς πράξεις τῶν ἐτῶν 1955 καί 1961 ἀντίστοιχα. Δέν τούς ἔκανε Ἁγίους ὁ Ἀθηναγόρας ἀλλά ὁ Θεός! Εἶναι τόσο δύσκολο νά τό κατανοήσουν οἱ ἐλαχιστότατοι ἐν Ἑλλάδι «ἀντινεκταρινοί»;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΡΙΤΟ

ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΜΕΤΑΞΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣ

«Γιατί ἔγινε τόσο σύντομα ἡ ἁγιοκατάταξη τοῦ ἐπισκόπου Πενταπόλεως Νεκταρίου, μόλις 40 ἔτη ἀπό τῆς κοιμήσεώς του; Δέν θά ἔπρεπε νά παρέλθουν 100 χρόνια»;

Αὐτή ἡ αἰτίαση, ὅπως καί οἱ προηγούμενες, δέν ἔχει ἔρεισμα Πατερικό. Ἡ ἄποψη αὐτή, οὔτε ἀπό τήν παράδοση μαρτυρεῖται23, οὔτε ὑπάρχει σχετικός Κανόνας Οἰκουμενικῆς ἤ τοπικῆς Συνόδου στήν Ὀρθοδοξία, πού νά καθορίζει ὥστε ἡ ἁγιοκατάταξη νά λαμβάνει χώρα ὁπωσδήποτε μετά ἀπό 100 χρόνια ἀπό τῆς κοιμήσεως τοῦ προσώπου τό ὁποῖο ἀναδυκνύεται. Καί ἐπειδή ἀκριβῶς δέν ὑπάρχει τέτοια δέσμευση, βλέπουμε Ἁγίους νά διακηρρύσονται πολύ νωρίτερα τῶν 100 ἐτῶν, λόγῳ θεοσημείων κλπ. καί εἶναι αὐτοί ἀρκετοί, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν ἐκκλησιασική Ἱστορία. Τρανό παράδειγμα ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, λόγῳ θαυμάτων καί τῆς ὑψηλῆς θεολογίας του. Ἡ διακήρυξη τῆς ἁγιότητός του ἔγινε μετά μόλις ἐννέα ἔτη ἄπό τῆς κοιμήσεώς του (1358)! Ὁ ὑπογράφων τήν πράξη διακηρύξεως τοῦ θεοφόρου καί θεόπτου Παλαμᾶ, ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, ἀναφέρει μεταξύ ἄλλων:

«τιμῶ τοῦτον ὡς ἅγιον ἀπό τῶν θαυμάτων αὐτοῦ, ἅ μετά τήν ἐνθένδε πρός Θεόν ἐκδημίαν εἰργάσατο, ἰαμάτων πηγήν τόν ἴδιον ἀναδείξας τάφον».24

Ἀλλά τό ἴδιο δέν ἰσχύει καί γιά τόν ἅγιο Νεκτάριο; Δέν ἀνεδείχθη ὁ τάφος του πηγή ἰαμάτων; Δέν πραγματοποιοῦνται τόσα θαύματα παγκοσμίως στό ὄνομα τοῦ λαοφιλοῦς Ἁγίου, δεῖγμα τῶν σημάντρων τοῦ ἐπ᾿ αὐτοῦ ἐκχεομένου θείου ἐλέους καί Χάριτος; Δέν τά πληροφοροῦνται οἱ ἀμφισβητοῦντες; Γιά κάθε καλοπροαίρετο λοιπόν δέν ὑπάρχει οὔτε «ψιλός λογισμός» ἀντιθέσεως εἰς ὅσα ὁ Παράκλητος διά τῆς ἀκτίστου Ἐνεργείας Του νεύει ἀρρήτως καί ἐπιτελεῖ ἀλαθήτως! Ὅταν ὁ Θεός ἀποφασίζει, τίς ὁ ἀντιτασσόμενος;…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τίς πρεσβείες καί ἱκεσίες τῶν Ἁγίων μας. Ἄν ἕνας Μέγας, οὐρανοφάντωρ Βασίλειος ἔγραφε σέ μιά ἐπιστολή του περί τῶν Ἁγίων ὅτι «τούτους ἐπικαλοῦμαι, τοῦ δι᾿ αὐτῶν, ἤγουν διά μεσιτείας αὐτῶν ἱλεών μοι γενέσθαι τόν φιλάνθρωπον Θεόν καί λύτρον μοι τῶν πταισμάτων γενέσθαι με καί δοθῆναι»25, τί θά πρέπει νά ποῦμε ἐμεῖς καί πόσο δέν θά πρέπει νά προστρέχουμε στούς Ἁγίους μας εὐλαβικῶς καί ἱκετευτικῶς; Ἡ ἀπόρριψη ἑνός Ἀγίου εἶναι πράξη στρεφομένη κατά τοῦ χαριτώσαντος αὐτόν Ἁγίου Πνεύματος καί αὐτή ἡ ἐνέργεια, ὅταν γίνεται ἐγνωσμένως, ἐπισύρει τίς ἐξαγγελόμενες εὐαγγελικῶς αἰώνιες συνέπειες…

Ὁ Πανάγιος Θεός, ὁ «ἐνδοξαζόμενος ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ» κίνησε τήν γραφίδα ἑνός Ἁγίου Πατριάρχουν τῆς Ἁγίας Πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων, τοῦ Νεκταρίου, τόν 17ο αἰῶνα, ὥστε νά καταγράψει σέ λίγες γραμμές τά κριτήρια ἀναδείξεως τῶν Ἁγίων, σύμφωνα μέ τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς: «Τρία θεωροῦνται μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα· πρῶτον ὀρθοδοξία ἄμωμος· ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν, ἐν αἷς ἕπεται, ἡ περί τήν πίστιν μέχρις αἵματος πρός τήν ἁμαρτίαν ἀντικατάστασις καί, τέλος, ἡ παρά Θεοῦ ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων. Τό πρῶτον ἐστι καί εἰς σωτηρίαν ἀναγκαιότατον. Τό δεύτερον εἰς ἁγιωσύνης χαρακτῆρα. Ἀλλά καί τό τρίτον ἀναγκαιότατον καὐτόν εἰς ἀπόδειξιν».26

Ὅλες τίς ἀνωτέρω προϋποθέσεις, πλήν τοῦ μαρτυρίου, πληροῦσε ἡ ἁγιασμένη βιοτή τοῦ Ὀσίου τῆς Αἰγίνης Νεκταρίου, ὁ ὁποῖος με τα χαριτόβρυτα λείψανά του (σημεῖα θεώσεως) κοσμεῖ τή Νῆσο καί τήν Ἐκκλησία καί παρηγορεῖ τους πιστούς, μαζί μέ τόν ἄλλον Ὅσιο Πατέρα τῆς Αἰγίνης ἐκ τῶν νεωτέρων, τόν μακάριο Γέροντα Ἱερώνυμο τόν ἐκ Καρβάλης(+1966), ὁ ὁποῖος τιμοῦσεὑπερβαλλόντως τόν πρό αὐτοῦ ἅγιο Νεκτάριο27. Ἑπομένως πέφτει στό κενό κάθε προσπάθεια ἀμαυρώσεως τῆς ἱερᾶς μνήμης καί τῆς πανιέρου προσωπικότητός του, καί ὅποιος ἐπιχειρεῖ κάτι τέτοιο, δηλαδή τήν καταφορά ἐναντίον τῶν ὑπό Θεοῦ ἀναδειχθέντων Ἁγίων, μιμεῖται τόν ἀναιδῆ Χάμ καί «καθ᾿ ἑαυτοῦ τό ὄνειδος περιτρέπει», δηλαδή τόν ἑαυτό του ἀτιμάζει, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μ. Φώτιος στήν περισπούδαστη ἐπιστολή, στήν ὁποία κατά τήν διαπραγμάτευση τοῦ ζητήματός μας ἀναφερθήκαμε ἀναλυτικῶς.28


___________________________________________

1 Βλ. Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας.
2 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον, ΚΗ΄, MPG. 36, 533.
3 Τήν συγγραφή τῆς περιφήμου αὐτῆς ἐπιστολῆς τό ἔτος 880 μ.Χ, ἀμέσως μετά τήν μεγάλη Σύνοδο πού ἔχει ἀποκληθεῖ ὡς Ὀγδόη Οἰκουμενική, προκάλεσε ἐπιστολή τοῦ ἐπισκόπου Ἀκυηΐας Ἰωάννου πρός τόν Μ. Φώτιο. Ὁ ζηλωτής ἐπίσκοπος Ἰωάννης διαμαρτυρήθηκε στόν Μ. Φώτιο ὅτι οἱ παπικοί ἔχουν ἀποθρασυνθεῖ καί στήν προσπάθειά τους νά στηρίξουν τήν πλάνη τους καί τήν ἄθεσμη προσθήκη («καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ») πού ἔκαναν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως (τό γνωστόFiliogve), αἰτιῶνται κάποιους δικούς μας Πατέρες καί ἐπιφανεῖς θεολόγους, στῶν ὁποίων τά κείμενα ἐμπεριέχεται ἡ ἐν λόγῳ κακόδοξη διδασκαλία. Ἀναφέρουν μάλιστα, λέγει, ὀνομαστικά τόν ἱερό Αὐγουστίνο, τόν ἅγιο Ἀμβρόσιο Μεδιολάνων, τόν Εἰρηναῖο ἐπίσκοπο Λουγδούνου, τόν Ὅσιο Ἱερώνυμο κ.ἄ. Αὐτή, λοιπόν, ἡ αἰτία καί ἡ ἀφορμή ὁδήγησε τόν Μ. Φώτιο στή συγγραφή αὐτῆς τῆς περισπούδαστης πραγματείας, μέσα στήν ὁποία καταγράφεται καί δηλοποιεῖται τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἀντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων.
4 Μ. Φωτίου, Ἐπιστολή ΚΔ΄ Πρός Ἰωάννην Ἀκυληΐας, Τόμος Χαρᾶς, Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, ἔκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 252.
5 Μ. Φωτίου, Ἐπιστολή ΚΔ΄, MPG. 102, 809 Β.
6 ὅπου π. 816, Β.
7 ὅπου π., Ἐπιστολή ΚΔ΄, Τ. Χαρᾶς, σελ. 252
8 ὅπου π. σελ. 251.
9 Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ μεγάλος φιλόσοφος καί θεολόγος Βικέντιος Δαμοδός (18ος αἰ.), ἐπισημαίνει μέν τίς θεολογικές ἀποκλίσεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ὅπως, τό «Filiogve» καί τήν περί ἀπολύτου προορισμοῦ θεωρία («Praedestinatio»), ἀλλά διασαφηνίζει κατηγορηματικά ὅτιδέν ἦταν αἱρετικός ὁ Αὐγουστίνος, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν φιλονίκησε μέ τήν Ἐκκλησία, ἀλλ᾿ ἁπλῶς νόμισε ὅτι αὐτά πού ἔγραφε ἀποτελοῦσαν φρόνημά της. «Οὐ διά τοῦτο ἦν αἱρετικός ὁ Αὐγουστῖνος, διότι οὐκ εἶπεν ἐκεῖνα ἀντιμαχόμενος τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησία, ἀλλ᾿ ἐνόμισεν ὅτι τοῦτο ἐστι τό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας, περί τοῦ ὁποίου οὐ γέγονε πρότερον ζήτημα καί φανερά ἀναίρεσις». Βλ. «Θεία καί Ἱερά Διδασκαλία» (Δογματική Θεολογία), πρωτοπρ. Γ. Μεταλληνοῦ, Παράδοση καί Ἀλλοτρίωση, Ἀθήνα 2001 (5), σελ. 57. Τό αὐτό ἰσχύει καί γιά τό ἄγιο Νεκτάριο πού δέν ἐπέμεινε στά λάθη του, συμπεριφερόμενος ἐριστικῶς πρός τήν Ἐκκλησία. Ἰσχύει ἐπίσης καί γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, ὁ ὁποῖος παρέλαβε «ἀπεριέργως» ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ Ὠριγένους τό περί ἀποκαταστάσεως φρόνημα καί τό διετύπωσε στά δικά του συγγράμματα, ὅπως ἐπίσης ἔγραψε καί περί προσωρινότητος τοῦ κακοῦ (Βλ. Βαρσανουφίου και Ἰωάννου Ἐρωταποκρίσεις, ΕΠΕ, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν, 10 Γ΄, ἐρώτ. 604, σελ. 154 κ.ἑ καί ΕΠΕ, 1, 152, Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου). Ἐντούτοις ἡ Ἁγία ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τόν ἀποκαλεῖ «Πατέρα Πατέρων», παρασιωπώντας τίς συγγραφικές ἀστοχίες του, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν φιλονίκησε μέ τήν Ἐκκλησία. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῶν Συνόδων δέν ἔχουν τήν λογική κάποιων σημερινῶν…
10 Οἱ ἐλαχιστότατες καταδίκες ἐκκλησιαστικῶν συγγραμμάτων μετά θάνατον, ὅπως αὐτή τοῦ Ὠριγένους (240 ἔτη μετά τήν κοίμησή του), ἤ τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας (428 μ.Χ.) ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔθεσε τίς βάσεις τοῦ Νεστοριανισμοῦ (καί γι᾿ αὐτό προβλήθηκαν τά συγγράμματά του ἀπό τόν ἴδιο τόν Νεστόριο ὡς δόγμα πίστεως), ἔγιναν ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά λόγους ποιμαντικούς. Τά κείμενα τῶν συγκεκριμένων προσώπων ἔγιναν αἰτία παρεκκλίσεως, παραπλανήσεως καί παραπτώσεως ἀνθρώπων ἀπό τήν ὀρθή πίστη καί ὅπου ὑπάρχει τέτοιος κίνδυνος ἀπωλείας ψυχῶν, ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία ἐπεμβαίνει ποιμαντικῶς γιά νά προστατέψει τούς πιστούς ἀπό τήν κακοδοξία. Σχετικά μέ αὐτή τή θέση, βλ. Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Γ΄, Ἀθήνα 2010, σελ. 337.
11 ὅπου π. Ἐπιστολή Μ. Φωτίου, Τόμος Χαρᾶς, σελ. 252.
12 Τόν πολυγραφώτατο ἐπίσκοπο Ἱππῶνος Αὐγουστίνο, παρά τίς θεολογικές ἀστοχίες του (λόγῳ ἀγνοίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καί τῆς θεολογίας τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, εἰδικώτερα τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων), τιμᾶ ὡς Ἅγιο ἡ Ὀρθόδοξη Έκκλησία μας, μάλιστα δέ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τόν χαρακτηρίζει «σοφόν καί Ἀποστολικόν ἄνδρα». Εἶναι δέ γνωστή στούς μελετητές ἡ ταύτιση τοῦ θεοφόρου Παλαμᾶ μέ τόν Αὐγουστίνο σέ μία ψυχολογικῆς φύσεως ἑμηνεία τοῦ τελευταίου γιά τή σχέση τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί μάλιστα γιά τή θεώρηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς τῆς μεταξύ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ ἀγάπης («ἔρως ἀπόρρητος»), μέ παράλληλες φράσεις. (βλ. ἄρθρο Γ. Μαρτζέλου, Ἡ Θεολογική σχολή τῆς Θεσσαλονίκης καί ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος). Ὁ δέ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καταχωρίζει τόν Αὐγουστίνο στόν ἐκδοθέντα ἐν ἔτει 1819 Συναξαριστή του. Τόν ἀποκαλεῖ μάλιστα «ἅγιο», «θεῖο», «ἱερό» καί «μακάριο».
13 Βλ. Ἁγίου Νεκταρίου, Περί τῶν ἁγίων εἰκόνων, ἐκδ. Ρηγοπούλου,σελ. 233
14 ὅπου π. σελ. 291.
15 Ἡ ἀναφορά κάποιων - πρός κάλυψιν τῆς ἁγιομαχίας των - σέ συγκεκριμένο πεπαιδευμένο ἱεράρχη τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 ὁ ὁποῖος, ὅπως λέγεται, δέν τιμοῦσε τόν ἅγιο Νεκτάριο, δέν πείθει τόν λογικῶς σκεπτόμενο καί ἔχοντα γνώση Ὀρθόδοξο Χριστιανό, οὔτε ἀποτελεῖ παράδειγμα πρός μίμησιν. Καί τοῦτο κατά πρῶτο λόγο διότι, ὅπως εἴπαμε καί πεπαιδευμένοι μέσα στην ἱστορία ἔσφαλαν, άκόμη καί Ἅγιοι. Γνωρίζουμε ὅλοι τήν περίπτωση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος γιά πολλά ἔτη δέν ἀνεγνώριζε τήν ἁγιότητα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Κατά δεύτερο λόγο, ἡ παραπλάνηση πολλῶν σέ διάφορα ζητήματα τότε, ὀφείλετο στήν παραπληροφόρηση, λόγῳ ἐποχῆς, μέ ὅτι αὐτό σημαίνει, κυρίως τήν ὕπαρξη διαφόρων ρευμάτων καί τάσεων θεολογικῶν. Πολλές φορές δέν πταίουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά οἱ ἐποχές, ὅπως εἶχε παρατηρήσει εὐστόχως ὁ πολυγραφότατος, ἱστοριοδίφης καί Μέγας Χαρτοφύλαξ τοῦ Πατριαρχείου, Μανουήλ Γεδεών. Κυρίως ὅμως ἡ ἐλλιπής θεολογική ἐνημέρωση δημιουργεῖ τήν ἐλλιπῆ θεολογική συγκρότηση. Μή λησμονοῦμε ὅτι τήν δεκαετία τοῦ ΄70, οὔτε ἐκδόσεις ὅλων τῶν Πατερικῶν κειμένων ὑπῆρχαν, οὔτε ἡ Πατρολογία τοῦ Migne ἦταν εὑρύτατα διαδεδομένη στήν Ἑλλάδα, οὔτε ἡ εὐκολία προσεγγίσεως τῶν πηγῶν μποροῦσε νά ἐξασφαλιστεῖ στόν καλοπροαίρετο ἐρευνητή. Σήμερα ὅμως εἶναι ὅλα λυμένα Χάριτι Θεοῦ καί δέν δικαιολογοῦνται λάθη θεολογικά...
16 Βλ. ἱερομ, Θεοδωρήτου, Ἀποκαλυπτήρια μιᾶς ἁγιομάχου μοναχῆς, Ἀθῆναι 1976, ὅπου παρουσιάζονται ὅλες οἱ ἀλχημεῖες καί κακοποιήσεις τῶν κειμένων τοῦ Ἁγίου.
17 Ὁ ὅρος «ἁγιοποίηση» προϋποθέτει δικανική διαδικασία ἡ ὁποία λμβάνει χώρα μόνο στόν παπισμό ὅπου ὁ ποντίφηκας «ἁγιοιποιεῖ» ὅσους θέλει μέ μία διαδικασία τήν ὁποία θεωροῦμε περιτό νά ἀναφέρουμε. Ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόν ὅρο «ἁγιοποίηση» υἱοθέτησαν ὁ Κ. Ράλλης («Περί τῆς τῶν ἁγίων ἀνακηρύξεως»), βλ. Ἐκατονταετηρίς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1938, σελ. 305 -316) καί ὁ Μέγας Χαρτοφύλαξ τοῦ Πατριαρχείου Κων/πόλεως, Μανουήλ Γεδεών, στό γνωστό ἔργο του «Ἁγιοποιήσεις», Θεσσαλονίκη 1984.
18 Εἰδικά οἱ Μάρτυρες ἀνεγνωρίζοντο ἀμέσως μετά τήν κοίμησή τους, ὅπως εἶναι γνωστό.
19 Βλ. Δ. Τσάμη, Ἁγιολογία τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἐκδ. Πουρναρᾶ , Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 128.
20 ὅπου π. σελ. 129.
21 «Θεσπίζομεν συνοδικῶς, ὅπως ἀπό τοῦ νῦν…ὁ Νικόδημος Ἁγιορείτης συναριθμῆται τοῖς ὁσίοις καί ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας». Ὀρθοδοξία, 30, (1955), 391.
22  «…Διό θεσπίζομεν… Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός συναριθμῆται τοῖς ἁγίοις». Ἐκκλησία, 38, 191, 255 -256. Συναφής ἐννοιολογικά εἶναι και διατύπωση «καταλέγεται», τήν ὁποία χρησιμοποίησε ὁ Κύριλλος Λούκαρις (16221 -1638), γιά τόν ἅγιο Γεράσιμο Κεφαληνίας, γιά τόν ὁποῖο ὅρισε: «ἐν ἀριθμῷ τῶν ὁσίων καί ἁγίων ἀνδρῶν καταλέγοιτο ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἑξῆς». βλ. Στ. Παπαδοπούλου, Διακήρυξη Ἀγιότητας Ἁγίου, Πρακτικά συνεδρίου Ἐκκλ. Ἑλλάδος, Ὁ Ἅγιος καί ὁ Μάρτυς στήν Ἐκκλησία, σελ. 173 -174.
23 Δ. Τσάμη, Ἁγιολογία, σελ. 136.
24  MPG. 151, 711 Β.
25 Μ. Βασιλείου Ἐπιστολή 360, MPG. 32, 1100 Β.
26  «Πρός τάς προσκομισθείσας θέσεις…», Ἰάσιον 1682, σελ. 209 ἑ., 209, ἑ. Βλ. Π. Πάσχου, Ἅγιοι, οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ,ἐκδ. Ἁρμός (3), σελ. 128. Πρβλ. πρωτ. Μεταλληνοῦ, Λόγος ὡς ἀντίλογος, ἐκδ. Ἁρμός, σελ. 54.
27 Στή γνωστές μονογραφίες τῶν, Πέτρου Μπότση καί Σωτηρίας Νούση περί τοῦ Γέροντος Ἱερωνύμου τῆς Αἰγίνης ἀναφέρεται καί μία προφητεία πλήρως ἐπαληθευομένη, σχετικά μέ τούς κατηγόρους τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. Συγκεκριμένα, ὁ π. Ἱερώνυμος, ἕνα χρόνο πρό τῆς ὁσίας κοιμήσεώς του, συζητώντας μέ συγκεκριμένο πνευματικό του παιδί, τήν Νίκη Τούντα ἐκ Λαρίσης, εἶπε τά ἑξῆς: «Πρόσεξε κόρη, μετά ἀπό μερικά χρόνια ἀπό τόν θάνατό μου θά βγεῖ μιά μοναχή, ἡ ὁποῖα θά ἔχει πολλά χρήματα καί ἀφοῦ πλανηθεῖ, θά γράψει βιβλία ἐναντίον τοῦ ἁγίου Νεκταρίου καί θά πλανήσει ἀρκετούς. Ἐσύ νά μήν τά πιστέψεις καί νά τιμᾶς τόν ἅγιο Νεκτάριο». Ἡ προφητεία πλήρως ἔχει πραγματοποιηθεῖ, ἀφοῦ ὁ μέν Γέρων Ἱερώνυμος ἐκοιμήθη τό 1966, ἡ δέ μοναχή Μαγδαληνή, ἡγουμένη τῆς Ἱ. Μονῆς Ἀναλήψεως Κοζάνης τό 1974 συνέγραψε τό πρῶτο της βιβλίο ἐναντίον τοῦ ἁγίου Νεκταρίου…
28 Ἐπιστολή ΚΔ΄ Μ. Φωτίου: «ὁ τολμῶν ὑβρίζειν τόν ἔξω τούτων καθεστῶτα πασῶν τῶν περιστάσεων, οὐ κατ᾿ ἐκείνου μᾶλλον ἤ καθ᾿ ἑαυτοῦ περιτρέπει τόν ὄνειδον».