A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Η ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΙΣ (Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης·- Ἅγιος Ἰωάννης Κροστάνδης)





«Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σὲ γνωρίζει, μολονότι ἁγνοεῖ τὰ ἄλλα· ἐκεῖνος, ὅμως, ποὺ γνωρίζει καί σένα καὶ τὰ ἄλλα, μακάριος δὲν εἶναι γι’ αὐτό, ἀλλά μόνο ἐπειδὴ γνωρίζει ἐσένα»

Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία οἱ μακάριοι θὰ εἶναι ὅμοιοι καί ἴσοι μὲ τοὺς Ἀγγέλους καί ὄχι «λίγο κατώτεροι ἀπὸ αὐτούς» καί οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Θὰ εἶναι ἴσοι μὲ τοὺς ἀγγέλους καί παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ὄντας τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ» (Λουκ. 20,36)· καί ὅπως εἶπε ὁ μακάριος Αὐγουστῖνος· «Ὅταν θὰ δοῦμε τὸ πρόσωπό σου χωρὶς κάλυμμα στὸ πρόσωπο, τότε τί θὰ μᾶς ἐμποδίση ὥστε νὰ εἴμαστε λίγο παρακάτω ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους; Μᾶλλον ὅμοιοι κατὰ πάντα καί ἴσοι μὲ τοὺς ἀγγέλους θὰ εἴμαστε» (Εὐχὴ ιε’ ἡ ζ’). Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία ἡ ζωὴ θὰ εἶναι μόνο ζωὴ χωρὶς θάνατο! Ἡ χαρὰ μόνο χαρὰ χωρὶς λύπη! Ἡ ἡμέρα μόνο ἡμέρα χωρὶς νύκτα! Ἡ εὐτυχία μόνο εὐτυχία χωρὶς δυστυχία! Συνοπτικά, στὴν ὁποία μακαριότητα τὰ καλὰ θὰ εἶναι μόνο καλὰ χωρὶς κανένα κακὸ· γι’ αὐτό, λοιπόν, εἶπε ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος: «Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ὅλα ὅσα θέλει καί δὲν ἐπιθυμεῖ κανένα φαῦλο».

Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη οἱ μακάριοι ἀπὸ αἰσθητὸ ἥλιο καί ἀπὸ αἰσθητὴ σελήνη, γιὰ νὰ τοὺς φωτίζη, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ εἶναι γι’ αὐτούς ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη, γιὰ νὰ τοὺς φωτίζη αἰώνια: «Δὲν θὰ ὑπάρχη γιὰ σένα ἀκόμη ὁ ἥλιος γιὰ φῶς ἡμέρας, οὔτε ἀνατολὴ σελήνης θὰ σὲ φωτίζη τὴν νύκτα, ἀλλά θὰ ὑπάρχη γιὰ σένα ὁ Κύριος φῶς αἰώνιο καί ὁ Θεὸς ἡ δόξα σου παντοτινὰ» (Ἡσ. 60, 19).

Γι’ αὐτό, λοιπόν, καὶ ὁ θεοφόρος Μάξιμος λύνοντας τὴν ἀπορία μερικῶν, ποὺ ζητοῦσαν νὰ μάθουν ποιὰ διαφορὰ ἔχει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λέει: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι κατανόησις τῆς γνήσιας, προαιώνιας γνώσεως τῶν ὄντων, σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τους, ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὸν Θεό. Ἐνῶ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μετάδοσις κατὰ χάρι τῶν ἀγαθῶν, ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὸν Θεὸ» (κεφ. ψ’ τῆς β’ ἑκατοντ. τῶν θεολογικῶν).

Βλέπε ἐδῶ, ὅτι μόνα τὰ φυσικὰ προσόντα στὸν Θεὸ προστίθενται στοὺς μακάριους πρὸς θέα καὶ γνῶσι καί ἀπόλαυσι, ὄχι, ὅμως καὶ ἡ Θεία οὐσία, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται αὐτὰ φυσικὰ καὶ ἀχώριστα· γιατί αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον ἀκατάληπτη, ἀλλά καί ἐντελῶς ἄγνωστη καί ἀόρατη στοὺς μακάριους.(Ἡσ. 60, 19). Δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη πλέον ἀπὸ λύχνο γιὰ νὰ φέγγη τὴν νύκτα, οὔτε σπίτια, γιὰ νὰ κατοικοῦν, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ γίνη γι’ αὐτοὺς καὶ λύχνος καί κατοικία: «Καὶ νύκτα δὲν θὰ ὑπάρχη καὶ δὲν θὰ χρειάζονται λυχνάρι καί τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, γιατί ὁ Κύριος θὰ τοὺς φωτίζη καί θὰ βασιλεύσουν αἰώνια» (Ἀποκ. 22, 5). Καί πάλι: «Καί ναὸ δὲν εἶδα σ’ αὐτὴν διότι ναὸς της εἶναι ὁ Κύριος ὁ Παντοκράτορας καί τὸ Ἀρνίο» (Ἀποκ.. 22, 22).

Δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη οἱ μακάριοι οὔτε ἀπὸ ἀέρα οὔτε ἀπὸ φαγητό, οὔτε ἀπὸ πιοτό, οὔτε ἀπὸ κανένα ἄλλο ἐπιθυμητὸ πράγμα τοῦ κόσμου αὐτοῦ· ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ γίνη σ’ αὐτούς ἀντὶ γιὰ ὅλα τὰ πράγματα, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος: «Ἔτσι ὁ Θεὸς θὰ βασιλεύση πλήρως πάνω σὲ ὅλα» (Α’ Κορ. 15, 28), τὸ ὁποῖο ρητὸ ἑρμηνεύοντας ὁ θεολόγος Γρηγόριος λέει: «Στὸν καιρὸ τῆς ἀποκαταστάσεως θὰ εἶναι ὁ Θεὸς πάνω σὲ ὅλα … ὅταν δὲν θὰ εἴμαστε διαμοιρασμένοι σὲ πολλά, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες καί τὰ πάθη, μὴ ἔχοντας καθόλου μέσα μας τὸν Θεὸ ἤἔχοντάς τον ἐλάχιστα, ἀλλά ὁλόκληροι θὰ εἴμαστε χωρητικοί ὅλου τοῦ Θεοῦ καί μόνου· γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ τελείωσις, πρὸς τὴν ὁποία σπεύδουμε νὰ φθάσουμε» (Λόγ. β’ περί Υἱοῦ).

 Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, ἡ ὁποία εἶναι ὁ τελευταῖος καί ἔσχατος σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε μὲ τὴν δημιουργία καί ἀναπλάσθηκε μὲ τὴν ἔνσαρκη οἰκονομία· καί γιὰ νὰ πῶ μὲ συντομία: Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, στὴν ὁποία οἱ μακάριοι βλέποντας στὸ τρισήλιο φῶς τῆς δόξας τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, θὰ λένε στὸν Κύριο ἐκεῖνο ποῦ τοῦ εἶπε καί ὁ Φίλιππος: «Κύριε, δεῖξε μας τὸν Πατέρα καί μαςἀρκεῖ»· καί στὴν ὁποία μακαριότητα βρισκόμενος καί σύ, ἀδελφέ, θὰ εἶσαι ὄχι πλέον μακάριος, ἀλλ’ αὐτὴ σχεδὸν ἡ ἴδια μακαριότητα, ὅπως σοῦ ὑπόσχεται ὁ Κύριος λέγοντας:«Καί θὰ σοῦ κάνω τὴν ἀγαλλίασι αἰώνια, καύχημα γιὰ ὅλες τὶς γενεὲς» (Ἡσ. 60, 15).

Βλέπεις αὐτὴν τὴν μακαριότητα; Αὐτὴ ἀποκτᾶται μὲ κόπους καί μόχθους. Βλέπεις αὐτή τή χαρά; Αὐτή κερδίζεται μέ δάκρυα καί θλίψεις. Βλέπεις αὐτή τή δόξα τοῦ Παραδείσου; Ὁ σπόρος της εἶναι ἡ ἀγάπη.

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Χριστιανέ, νὰ ξέρεις πώς ὅσο κι ἂν ἀγαπᾶς ἐσύ τὸν Θεό, ἡ ἀγάπη ἡ δική Του εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ δική σου. Ὅπως τὰ χέρια τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἁπλώθηκαν στὸ σταυρό, ἔτσι θὰ εἶναι ἀνοιχτὴ κι ἡ καρδιά Του σὲ ὅλους στὴν οὐράνια βασιλεία Του. Ἐκεῖνος, τοῦ Ὁποίου ἡ ἀγάπη εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ δική σου, θὰ σ’ ἀγαπᾶ πάντα, αἰώνια. Σ’ ἀγαποῦσε καὶ τότε πού ἤσουν ἁμαρτωλός ἐχθρός Του. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν σὲ ἀγαπᾶ ἄπειρα ὅταν θὰ ‘χεις γίνει γιός Του, τέλειος σὲ ἁγιότητα;

       Λίγο προτοῦ καταστραφεῖ τελείως ἡ Ἱερουσαλὴμ ἔχυσε δάκρυα γι’ αὐτήν. Πόσο θὰ εὐφραίνεται τώρα μὲ τὴ δόξα τῆς Νέας Ἱερουσαλήμ!

       Χριστιανέ, προσπάθησε νὰ κατανοήσεις τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια: Θὰ βρίσκεσαι πάντα στὴν ἀγκαλιὰ μιᾶς Ἀγάπης πού δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος.

       Εἶναι ἡ Ἴδια αὐτὴ Ἀγάπη πού ἔφερε τὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, τὸν ὁδήγησε ἀπὸ τὴ γῆ στὸ σταυρό, ἀπὸ τὸ σταυρὸ στὸν τάφο κι ἀπὸ τὸν τάφο στὴ δόξα.

       Εἶναι ἡ Ἀγάπη πού τὸν ἔκανε νὰ ὑπομείνει ταπεινώσεις, πείνα, πειρασμούς, περιφρόνηση, κολαφισμούς, μάστιγες, ἐμπτυσμούς, παθήματα καὶ σταυρό.

       Ἡ Ἀγάπη πού νήστεψε, προσευχήθηκε, δίδαξε, θεράπευσε, ἔκλαψε, ἔχυσε τὸ αἷμα Της καὶ πέθανε.

       Ἡ Ἀγάπη αὐτὴ θὰ σὲ ἀκολουθεῖ πάντα, θὰ εἶναι διαρκῶς μαζί σου!

       Νὰ θυμᾶσαι, χριστιανέ, πώς ὅταν ἡ πίστη σου εἶναι δυνατὴ κι ἑνωθεῖς μὲ τὸν Θεό, οὔτε ἡ ἁμαρτία οὔτε ἡ γῆ οὔτε κι ἡ κόλαση θὰ σταθοῦν ἱκανὲς νὰ σὲ ἀποσπάσουν ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ὁ Χριστὸς θὰ εἶναι ἑνωμένος μαζί σου πιὸ στενὰ κι ἀπὸ τὸν ἀδελφό σου.

Ἐκεῖνος πού δὲν ἐπιδέχεται φθορὰ ἡ ἀλλοίωση εἶναι πιὸ πάνω ἀπ’ ὅλους τούς ἐχθρούς σου. «Οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. η’ 38-39).

       Ἡ χαρά σου δὲν θά ἀνήκει ἀποκλειστικὰ σὲ σένα. Θὰ ἁπλωθεῖ παντοῦ, ὅπως ἁπλώνεται κι ἡ ἀγάπη. Ὁ οὐρανὸς εὐφραίνεται μὲ τὴν ἀλλοίωσή σου. Πόσο μᾶλλον θὰ εὐφραίνεται ὅταν θὰ δοξαστεῖς! Ἄγγελοι θὰ σὲ ὑποδεχτοῦν καὶ θὰ χαίρονται μὲ τὴν παρουσία σου ἐκεῖ.

       Ἡ μακαριότητά μας εἶναι τὸ τέλος κι ὁ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τῆς διακονίας τοῦ Χριστοῦ, τῶν παθῶν Του καί τοῦ θανάτου Του. Ἐκεῖνος δοξάζεται «ἐν τοῖς ἁγίοις Του». Θὰ τὸν ἀγαποῦν ὅλοι οἱ πιστοὶ κι Ἐκεῖνος θὰ χαίρεται μὲ τοὺς καρποὺς τῆς διακονίας Του στὸ ἀνθρώπινο γένος.

       Ὅσο χρόνο ἀναμένεις αὐτὴν τὴν ὑπέροχη κατάσταση τοῦ μέλλοντος, πρόσεχε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Νὰ ‘σαι πάντα σὲ ἐγρήγορση, νὰ ἐμπιστεύεσαι τὴ Θεία Πρόνοια καὶ νὰ προετοιμάζεις τὸν ἑαυτό σου σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ γιὰ τή μέλλουσα εὐφροσύνη σου.

Ἅγιος Ἰωάννης Κροστάνδης

Πηγή: www.imaik.gr (Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Καρέα)




Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΤΙ ΕΚΑΝΕ Ο ΘΕΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)



Ἄς σκεφτοῦμε, ἀγαπητοί, πόσα ἔκανε ὁ Θεός γιά τή σωτηρία μας. Πρῶτα ἀποφάσισε κι ἑτοίμασε τή βασιλεία Του γι’ αὐτούς πού θά ὑπακούσουν στό νόμο Του. Τήν εὐτυχία καί τή μακαριότητα ὁ Θεός Πατέρας δέν τήν κράτησε μόνο γιά τόν ἑαυτό Του καί τόν ἀγαπητό Του Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεύμα. Ἡ ἀγαθότητά Του θέλησε νά προνοήσει καί γιά μᾶς. Θέλησε νά μᾶς κάνει θετά παιδιά Του κατά χάρη καί μετόχους τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν λοιπόν ἦρθε ὁ κατάλληλος καιρός, αὐτή ἡ ἄναρχη πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς ἐκπληρώθηκε μέ ἔργα. Γιατί ὅλα τ’ ἀποτελέσματα καί τῆς φύσεως καί τῆς χάριτος τά ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά τήν ἀνάπαυση, τήν ὠφέλεια καί τή σωτηρία μας, ὅπως λέει καί ὁ ἀπόστολος: “Τά γάρ πάντα δι’ ἡμᾶς”(Β΄ Κορ. 4, 15).


Γιά τή σωτηρία μας εἶναι ἐπιστρατευμένοι οἱ ἄρχοντες τοῦ οὐρανοῦ, δηλαδή οἱἀρχάγγελοι καί οἱ ἄγγελοι, πού τό διακόνημά τους εἶναι νά ὑπερασπίζονται καί νά βοηθοῦν τόν εὐτελῆ ἄνθρωπο γιά νά σωθεῖ: “Εἰσί λειτουργικά πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν” (Ἑβρ. 1, 14).

Γιά τή σωτηρία μας ὁ Θεός “ἐκ τοῦ μή ὄντος” δημιούργησε τόν αἰσθητό κόσμοκαί μᾶς κατέστησε βασιλεῖς σ’ ὅλα Του τά ἔργα, πού ὅρισε νά μᾶς ὑπηρετοῦνγιά νά ἐργαζόμαστε τίς ἐντολές Του σ’ αὐτή τή ζωή καί νά Τόν ἀπολαύσουμε στήν ἄλλη.

Γιά τή σωτηρία μας ἔδωσε νόμο καί ἐντολές κι ἔστειλε προφῆτες, οἱ ὁποῖοι μέ τίποτ’ ἄλλο δέν ἀσχολήθηκαν, παρά μέ τό πῶς θά σωθοῦμε. Μέ δυό λόγια, “οὐκ ἔθετο ἡμᾶς ὁ Θεός εἰς ὀργήν, ἀλλ’ εἰς περιποίησιν σωτηρίας” (Α΄ Θεσ. 5, 9).

Ὁ ἴδιος ὁ Τριαδικός Θεός, ὁ Πατέρας, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐργάζεται γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων: Ὁ Θεός Πατέρας, μέ τήν παντοδυναμία καί εὐδοκία Του, διώχνοντας κάθε ἐμπόδιο· ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ τή σοφία καί τή δράση Του, ὁρίζοντας ὅλα τά θετικά μέσα· καί τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τήν ἄπειρή Του ἀγαθότητα καί συνέργεια, παρέχοντας τά οὐράνια χαρίσματα.

Ὤ, τί παράδοξο πρᾶγμα! Ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα ἐργάζεται γιά νά μᾶς σώσει!Ναί, γιατί ὅσο μεγάλο εἶναι τό ἔργο τῆς δημιουργίας μας, ἄλλο τόσο μεγάλο εἶναι τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας. Καί γιά νά μιλήσουμε σύντομα, ὅλος ὁ σκοπός τῆς φύσεως καί τῆς χάριτος καί τῆς πίστεως δέν εἶναι ἄλλος, παρά ἡ σωτηρία τῆς δικῆς μας τῆς ψυχῆς, ὅπως γράφει καί ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος: “κομιζόμενοι τό τέλος τῆς πίστεως ἡμῶν, σωτηρίαν ψυχῶν” (Α΄ Πέτρ.1, 9).

Λοιπόν ἀδελφοί μου, πόσο τυφλοί θά εἴμαστε, ἄν δέν βλέπουμε πόσα ἔκανε ὁ Θεός γιά τήν πολύτιμη σωτηρία τῆς ψυχῆς μας! Ἐμπρός λοιπόν, ἄς ἐκμεταλλευτοῦμε τίς λίγες μέρες τῆς ζωῆς πού μᾶς ἀπέμειναν. Ἄς συνέλθουμε, ἄς ξυπνήσουμε ὅλες τίς κοιμισμένες καλές ἐπιθυμίες μας καί ἄς χρησιμοποιήσουμε τό χρόνο τῆς ζωῆς μας γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς μας. Ἄς μήν ἀναρωτιόμαστε γιά τίποτ’ ἄλλο, πέρα ἀπό ἐκεῖνο πού ρώτησε ὁ νομικός: “Τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;” (Λουκ. 10, 25). Αὐτό εἶναι τό πιό ἀναγκαῖο καί τό πιό ὠφέλιμο ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου: Τί πρέπει νά κάνω γιά νά σωθῶ; Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι εἴτε βλαβερά εἴτε ἀνώφελα καί μάταια. Ἄς τρομάξουμε, πού πολλές φορές βάλαμε σέ κίνδυνο τήν ψυχή μας. Ἄς εὐχαριστήσουμε τό Θεό, πού ἀπό τή μεγάλη Του ἀγαθότητα, ὑπέμεινε τήν ἀμέλειά μας. Κι ἄς Τόν παρακαλέσουμε νά ὁλοκληρώσει τό ἔργο πού ἄρχισε, τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας.

Ἄς σκεφτοῦμε ὅμως τώρα, ἀδελφοί μου, τούς πόνους καί τά πάθη καί τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ γιά τή σωτηρία μας. Ἀντί νά τιμωρηθοῦμε ἐμεῖς, πού μέ τίς ἁμαρτίες μας Τόν περιφρονήσαμε ἀναίσχυντα καί προσβάλαμε τήν ἀγαθότητά Του, πέθανε Αὐτός γιά μᾶς, τούς ὑβριστές καί ἀποστάτες. Οὔτε τήν τιμή τῆς θεότητός Του δέν ὑπολόγισε γιά τή δική μας σωτηρία. Ἕνωσε μέ τόν ἑαυτό Του τήν ἀνθρώπινη φύση καί γεννήθηκε φτωχικά μέσα σ ἕνα σπήλαιο. Ἔζησε ἐπίσης φτωχικά, μήν ἔχοντας τόπο γιά νά γείρει τό κεφάλι του: “Αἱ ἀλώπεκες φωλεούς ἔχουσι καί τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δέ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ” (Ματθ. 8, 20). Καί πέθανε φτωχικά, μήν ἔχοντας οὔτε ἕνα μικρό κομμάτι γῆς γιά νά ταφεῖ. Ὑπέμεινε βαρύτατες βλασφημίες καί τελείωσε τή ζωή Του μέ τόν πιό ἀτιμωτικό τρόπο, “γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ” (Φιλιπ. 2, 8). Ὑπέφερε πόνους ἀπερίγραπτους ἀπό τούς σκληρούς βασανιστές Του. Τό αἷμα χύθηκε ποτάμι ἀπό τίς φλέβες Του καί πότισε τή γῆ. Τόση λύπη καί ἀγωνία δοκίμασε, πού αὐτή καί μόνο ἦταν ἀρκετή γιά νά Τόν θανατώσει: “Περίλυπος ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου” (Ματθ. 26, 38). Ἔγινε πέλαγος βασάνων γιά νά σβήσει τίς φλόγες τῆς κολάσεως πού ἀνάψαμε ἐμεῖς μέ τίς ἁμαρτίες μας, κι ἔτσι νά μᾶς ἀνεβάσει σωσμένους στόν οὐράνο.

Ἀφοῦ λοιπόν ὁ Κύριος ἐξαγόρασε τή σωτηρία μας μ’ ἕνα θάνατο γεμᾶτο ἀπό ταπείνωση, ἀτιμία καί πάθη πολλά, ὅσα δέν δοκίμασε κανένας στόν κόσμο, ἄς στοχαστοῦμε πόσο πολύτιμη εἶναι αὐτή ἡ σωτηρία! Καί πόσο ἀναπολόγητοι θά εἴμαστε, ἄν δέν τό ἀναγνωρίζουμε!

Ὕστερα ἀπ’ ὅλ’ αὐτά, ἀδελφοί μου, ἄς σκεφτοῦμε πόσο τρομερό πρᾶγμα εἶναι τοῦτο: Ἀπό τή μιά μεριά ὁ Χριστός νά χύνει τό πανάγιο αἷμα Του γιά τή σωτηρία μας, κι ἀπό τήν ἄλλη ἐμεῖς νά μήν θέλουμε ν’ ἀγωνιστοῦμε πρόθυμα γι’ αὐτήν, ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: “Ἄρα οὖν ὡς καιρόν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τό ἀγαθόν” (Γαλ. 6, 10).

Ἄν δέν φρίξουμε τώρα γιά τήν ἀμέλειά μας, ὁπωσδήποτε θά φρίξουμε ἀπό τρόμο μπροστά στό βῆμα τοῦ δικαιοκριτῆ Χριστοῦ, ὅταν δοῦμε τά πράγματα ὅπως εἶναι στήν πραγματικότητα.

Ἄς ντραποῦμε λοιπόν γιά τήν ἀσύνετη καί ἁμαρτωλή ζωή πού ζήσαμε μέχρι τώρα, καί ἄς ἀποφασίσουμε νά νικήσουμε ὅλα τά πάθη καί ὅλες τίς κακίες πού μᾶς πολεμοῦν. Κι ἄν μέχρι σήμερα θεωρήσαμε τή σωτηρία μας σάν ἀσήμαντο καί ἀνάξιο λόγου πρᾶγμα, ἄς παρακαλέσουμε θέρμα τόν Κύριο νά μᾶς φωτίσει, ὥστε ν’ ἀρχίσουμε ἀπ’αὐτή τή στιγμή τήν ἐργασία γιά τήν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς μας, γιατί ὁ χρόνος πού χάσαμε δέν γυρίζει πίσω.


 (Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου)
(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς)


Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

ΔΥΟ ΠΑΓΙΔΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)






Πολλές εἶναι οἱ παγίδες που στήνει ὁ διάβολος, για να πιάσει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί νά τίς ὁδηγήσει στόν ὄλεθρο. Δυό ἀπ᾿ αὐτές εἶναι ἡ ἀργία καί ἡ πολυπραγμοσύνη. Καί ἡ ἀργία, δηλαδή τό νά κάθεται κανείς καί νά σαπίζει σέ μιά ἀξιοκατάκριτη ἀπραξία, καί ἡ πολυπραγμοσύνη, δηλαδή τό νά μπλέκεται κανείς μέ χίλιες ὑποθέσεις καί δουλιές, εἶναι ἐμπόδια γιά τή σωτηρία.

Πολλοί χριστιανοί, προπαντός οἱ νέοι, περνᾶνε τή μέρα τους χωρίς ἐργασία. Περπατᾶνε στίς πλατεῖες, μιλᾶνε γιά τά διάφορα νέα, κοροϊδεύουν τούς διαβάτες, καί ὅταν πηγαίνουν στήν ἐκκλησία, τό κάνουν γιατί δέν ἔχουν νά κάνουν τίποτ᾿ ἄλλο. Ἔτσι σπαταλᾶνε τό χρόνο τους χωρίς κανένα κέρδος. Τό Ἅγιο Πνεῦμα στή Σοφία Σειράχ λέει, ὅτι «πολλήν κακίαν ἐδίδαξεν ἡ ἀργία»1.

Θά λέγαμε, ὅτι ὁ διάβολος ἄνοιξε ἕνα σχολείο πονηρίας καί κακίας, καί ἐπειδή εἶδε πώς δέν ἐπαρκοῦσε ὁ ἴδιος γιά ὅλα τά μαθήματα τοῦ κακοῦ, ἔβαλε τήν ἀργία σάν βοηθό-δάσκαλο, γιά νά κάνει αὐτή ὅσα μαθήματα δέν πρόφταινε νά κάνει ἐκεῖνος!

Σ᾿ αὐτό λοιπόν τό σχολείο μαθαίνουν οἱ ἄνθρωποι τίς ἁμαρτίες γρήγορα καί χωρίς κόπο. Καί τίς μαθαίνει ἀνεξαίρετα κάθε ἄνθρωπος, γιατί καί οἱ πιό καθυστερημένοι στό μυαλό γίνονται μαθητές ἄξιοι νά προκόψουν στό κακό. Ἐδῶ μαθαίνει ὁ ἄνθρωπος νά ἁμαρτάνει μέ τό λογισμό, ἐπιθυμώντας μέ τήν καρδιά τοῦ ἐκεῖνο πού δέν μπορεῖ νά κάνει μέ τά ἔργα. «Ἐπιθυμίαι ὀκνηρόν ἀποκτείνουσιν· οὐ γάρ προαιροῦνται αἱ χεῖρες αὐτοῦ ποιεῖν τι»2.

Μερικές φορές ὁ ὀκνηρός δέν κάνει τό κακό μέ τήν πράξη, γιατί χρειάζεται κάποιος κόπος. Ἀλλά μέ τούς πονηρούς λογισμούς τρέχει κάθε μέρα στήν ἀκαθαρσία.
Στούς λογισμούς τοῦ ὀκνηροῦ καί φυγόπονου ἀνθρώπου ἀκολουθοῦν σάν ἁλυσίδα οἱ κατακρίσεις. Γιατί ὅσο εἶναι ἀμελής στά δικά του πράγματα καί στίς δικές του ὑποθέσεις, τόσο εἶναι ἐπιμελής καί πρόθυμος στό νά ἐξετάζει τά ἔργα τῶν ἄλλων. Καί ὅση περισσότερη δυσκολία ἔχει στό νά ἐργάζεται, τόση εὐκολία ἔχει στό νά μιλάει, ἐπειδή αὐτό δέν ἀπαιτεῖ κόπο. Γι᾿ αὐτό περνάει τίς μέρες του μέ κατακρίσεις. Κι ἐνῶ ἡ γλώσσα ἁγιάστηκε μέ τό βάπτισμα, αὐτός τή βεβηλώνει καί τή μολύνει.

Ἔπειτα, ὅποιος εἶναι ἐχθρός τοῦ κόπου, εἶναι φίλος τῶν ἡδονῶν. Καί δέν εὐχαριστιέται ὁ ὀκνηρός, ἄν δέν ἀπολαύσει τίς ἡδονές. Ἔτσι ἐπαληθεύεται ἡ ἀρχαία παροιμία, πού λέει: «Ἀργία μήτηρ πάσης κακίας».

Τό νερό πού μένει στάσιμο, γρήγορα βρωμίζει. Ὁ ἀέρας πού δέν ἀνανεώνεται, σέ λίγο γίνεται ἀνθυγιεινός. Οἱ στρατιώτες πού μένουν ἄπρακτοι καί ἀγύμναστοι, γίνονται μαλθακοί καί εὔκολα νικώνται. Ἔτσι καί οἱ πνευματικοί στρατιώτες τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἀργία καί φυγοπονία γλιστράνε σιγά-σιγά σέ κάθε κακία.

Ἄν ὅμως ἡ ἀργία γεννάει πολλά κακά, δέν γεννᾶνε λιγότερα καί οἱ πολλές ὑποθέσεις, οἱ πολλές δουλειές καί οἱ πολλές μέριμνες. Γιατί αὐτές, λέει ὁ Κύριος, εἶναι σάν τ᾿ ἀγκάθια, πού πνίγουν τό σπόρο τῶν θείων ἐντολῶν, καί τόν ἐμποδίζουν ν᾿ αὐξηθεῖ καί νά καρποφορήσει: «Τό δέ εἰς τᾶς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καί ὑπό μεριμνῶν καί πλούτου καί ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καί οὐ τελεσφοροῦσι”3.

Οἱ πολυάσχολοι ἄνθρωποι δέν ἔχουν καιρό γιά τήν ἐκκλησία, δέν ἔχουν καιρό γιά τό κήρυγμα, δέν ἔχουν καιρό νά διαβάσουν ἕνα ὠφέλιμο βιβλίο. Τή μιά δουλειά πιάνουν, τήν ἄλλη ἀφήνουν. Μοιάζουν μ᾿ ἕνα σκοινί δεμένο σέ χίλιους κόμπους, πού δέν πρόκειται ποτέ νά λυθεῖ. Καί μ᾿ αὐτό τό τέχνασμα ὁ διάβολος τούς κρατάει δεμένους κι αἰχμαλωτισμένους. Ἀκόμα κι ἄν θελήσουν νά ξεφύγουν ἀπό τά χέρια του, δέν βρίσκουν διέξοδο, γιατί ὁ παμπόνηρος τούς πνίγει μέ μεγαλύτερες ὑποθέσεις καί μέριμνες. Ἔτσι δέν ἔχουν καιρό ὄχι νά κάνουν τό καλό, μά οὔτε κάν νά τό σκεφθοῦν. Οἱ καθημερινές φροντίδες καί ὑποθέσεις γίνονται παγίδες, πού τούς κολλᾶνε στή γῆ καί τά γήινα. Ἡ μᾶλλον αὐτές οἱ φροντίδες κολλᾶνε στήν καρδιά τους, ὅπως ὁ κισσός στά δέντρα, καί ἀπομυζοῦν κάθε στάλα εὐλάβειας πού ἔχουν.

Ἀλλά κι ἄν τούς μείνει λίγος χρόνος γιά νά κάνουν κανένα καλό, πῶς νά τό κάνουν τό καλό ὅπως πρέπει; Οἱ μανιώδεις κυνηγοί, ἀκόμα κι ὅταν κοιμοῦνται, ὀνειρεύονται τά θηράματα πού πιάνουν ἤ ἐκεῖνα πού τούς φεύγουν. Ἔτσι, τό σῶμα τους βρίσκεται στό κρεβάτι καί ὁ νοῦς τους στά δάση. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ κείνους πού καταγίνονται μέ πολλές ὑποθέσεις καί φροντίδες. Βρίσκονται στήν ἐκκλησία, καί ὁ νοῦς τους τρέχει ἀπό δω κι ἀπό κεῖ: Πῶς θά κάνουν αὐτή τή δουλειά, πῶς θά τελειώσουν ἐκείνη τήν ὑπόθεση… Τό σῶμα τους εἶναι στήν ἐκκλησία, καί ὁ νοῦς τους στίς πλατεῖες. Καί ὅταν κοιμοῦνται ἀκόμα, ὀνειρεύονται διάφορες ὑποθέσεις καί φροντίδες: “Περί τροφῆς φροντίς· γυναικός φυλακή· οἴκου ἐπιμέλεια· οἰκετῶν προστασίαι· αἱ κατά τά συμβόλαια βλάβαι· αἱ ἐν τοῖς δικαστηρίοις συμπλοκαί· τῆς ἐμπορίας οἱ κίνδυνοι· αἱ τῆς γεωργίας διαπονήσεις… Πᾶσα ἡμέρα ἰδίαν ἥκει φέρουσα τῆς ψυχής ἐπισκότισιν· καί αἱ νύκτες, τας φροντίδας παραλαβοῦσαι, ἐν ταῖς αὐταῖς φαντασίαις ἐξαπατῶσι τόν νοῦν»4.

Κι ἐνῶ βρίσκεσαι σέ τέτοιο περισπασμό, σέ τέτοια ταραχή, νομίζεις πώς θά σοῦ μιλήσει καί θά σέ φωτίσει ὁ Θεός;
Μά ἐσύ, ὅταν διηγείσαι σ᾿ ἕνα φίλο σου κάποιο γεγονός κι ἐκεῖνος δέν σέ προσέχει, δέν σταματάς νά τοῦ μιλᾶς; Πῶς θέλεις ἔπειτα νά μιλάει ὁ Θεός στήν καρδιά σου, τή στιγμή πού εἶναι γεμάτη μ᾿ ἑκατό λογισμούς καί δέν ἔχει χῶρο γιά τή δική Του φωνή;

Γιά νά λυτρωθεῖς ὅμως εἴτε ἀπό τήν ἀργία εἴτε ἀπό τήν πολυμεριμνία, πρέπει νά κατανοήσεις τό σκοπό γιά τόν ὁποῖο γεννήθηκες στόν κόσμο.
Καί ὁ σκοπός αὐτός δέν εἶναι ἄλλος, ἀπό τήν κερδοφόρα ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου σου γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς σου, γιά τή σωτηρία σου. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός πάντοτε καί «ἕως ἄρτι ἐργάζεται»5.

Πολύ περισσότερο ἐμεῖς «δεῖ ἐργάζεσθαι ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται γάρ νύξ ὅτε οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι»6. Ἄς πολλαπλασσιάσουμε τά τάλαντα πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Κύριος, λέγοντας: «Πραγματεύσασθε ἕως ἔρχομαι»7. Ὅταν ἔρθει, θά εἶναι ἀργά πιά γιά πνευματικές ἐπενδύσεις.

Τόσο πολύτιμος λοιπόν εἶναι ὁ καιρός τῆς παρούσης ζωῆς, πού κι ἄν μαζεύονταν ὅλοι οἱ ρήτορες τοῦ κόσμου, δέν θά μποροῦσαν νά παραστήσουν ἱκανοποιητικά τήν ἀξία του. Ἐπειδή ὁ καιρός πού μᾶς δίνει ὁ Θεός γιά νά κερδίσουμε τόν παράδεισο ἀξίζει τόσο, ὅσο καί ὁ ἴδιος ὁ παράδεισος. Τώρακαταλαβαίνεις τήν ἀξία τοῦ χρόνου πού ἔχεις γιά νά μετανοήσεις. Γιατί θά ἔρθει ξαφνικά ὁ θάνατος, καί τότε θά ζητᾶς μιά στιγμή γιά μετάνοια, καί δέν θά τήν ἔχεις.

Διηγοῦνται γιά ἕναν ἄρχοντα, πού ἦταν πολλά χρόνια γραμματέας κάποιου βασιλιά, πώς ὅταν ἔφτασε στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητα, λέγοντας: «Ἀλλοίμονο σέ μένα, πού ξόδεψα τόσα φορτία χαρτιοῦ γιά νά γράφω τά γράμματα τοῦ βασιλιά, καί δέν βρῆκα λίγο καιρό γιά νά γράψω σέ μισό φύλλο χαρτί τίς ἁμαρτίες μου. Ἀλλοίμονο! Ἀλλοίμονο!».

Ἕνα παρόμοιο θρῆνο θά κάνεις κι ἐσύ, ἀγαπητέ, στό τέλος τῆς ζωῆς σου, ἄν ξόδεψες τά χρόνια σου εἴτε μέσα στήν ἀργία, εἴτε, ἀντίθετα, μέσα στίς πολλές ἀσχολίες, καί δέν φρόντισες γιά τήν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς σου. Λοιπόν, ξύπνα ἀπό τόν πνευματικό ὕπνο. Μοιάσε στό στρατοκόπο ἐκεῖνο, πού πέφτει μεσόστρατα νά κοιμηθεῖ, ἀλλά σέ λίγο, σάν συλλογιστεῖ πόσο οἱ σύντροφοί του ἔχουν προχωρήσει, σηκώνεται καί συνεχίζει βιαστικά.
Ἔχεις χάσει κι ἐσύ τόσον καιρό. Πρέπει τώρα νά τόν πάρεις πίσω, ζώντας, «μή ὡς ἄσοφος, ἀλλ᾿ ὡς σοφός, ἐξαγοραζόμενος τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν»8.

______________________


1 33 : 28. 2 Παρ. 21 : 25. 3 Λουκ. Η΄ : 14 4 Μεγ. Βασιλείου, Ἐπιστ. Α΄. 5 Ἰω. ε΄ : 17 6 Ἰω. Θ΄ : 4 7 Λουκ. Ιθ΄: 13 8 Ἐφ. Ε΄ : 15-16.

Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς)

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Η ΑΔΥΝΑΜΗ ΠΙΣΤΗ (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ἡ πίστη εἶναι μιά δύναμη, πού κατοικεῖ στό νοῦ καί στή θέληση. Ὁ νοῦςφωτίζεται ἀπό οὐράνιο φῶς καί κρατάει ὅσα μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Θεός. Ἡθέληση πάλι παρακινεῖται κι αὐτή ἀπό τό Θεό ν᾿ ἀποδέχεται ὅσα ἀποκάλυψε στό νοῦ μέ τό φωτισμό. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως, ἡ θέληση συχνά προστάζει μέ τή θεία πίστη τό νοῦ – ἰδιαίτερα ὅταν αὐτός σκοτιστεῖ ἀπό κάποιο πάθος – νά κρατάει σάν ἀληθινά ὅσα ἀποκαλύπτει ὁ Θεός. Γιατί στή θέληση, στό αὐτεξούσιο, ὑποτάσσεται κι αὐτός ἀκόμα ὁ νοῦς. Τό αὐτεξούσιο, βλέπετε, εἶναι ἰδίωμα τῆς ψυχῆς, πού τῆς δόθηκε γιά νά ὑποτάσσει ὅλες τίς ἄλλες δυνάμεις της, τό ἴδιο ὅμως νά ὑποτάσσεται μόνο στό Θεό καί τό νόμο Του, ὄχι στό κακό καί τήν ἁμαρτία. Γιατί ὁ Θεός «οὐκ ἐνετείλατο οὐδέν ἀσεβεῖν καί οὐκ ἔδωκεν ἄνεσιν οὐδενί ἁμαρτάνειν»1. 

Ἡ ἀδυναμία λοιπόν τῆς πίστεως γεννιέται ἀπ᾿ αὐτές τίς δυό αἰτίες:
Πρῶτα, ἐπειδή ὁ νοῦς δέν μπορεῖ νά εἰσχωρήσει βαθιά στά μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί στά αἴτια πού μᾶς κάνουν νά τά πιστεύουμε.
Κι ἔπειτα, ἐπειδή ἡ θέληση δέν μπορεῖ νά τ᾿ ἀγαπήσει πρίν τά γνωρίσει, μιά καίπροϋπόθεση τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ γνώση.
Γι᾿ αὐτό ὁ ἱερός Αὐγουστίνος εἶπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ ν᾿ ἀγαπήσει τ᾿ ἀόρατα πράγματα, ὄχι ὅμως καί τά ἄγνωστα σ᾿ αὐτόν.
Ἔτσι, βλέπουμε μερικούς ἀνθρώπους, πού εἶναι πιστοί ὄχι τόσο γιατί διάλεξαν συνειδητά καί θεληματικά τή ζωή τοῦ χριστιανοῦ, ὅσο γιατί γεννήθηκαν ἀπό γονεῖς χριστιανούς. Εἶναι πιστοί γιατί ἔλαβαν τό βάπτισμα. Ὥς πρός τά ἄλλα, τόσο λίγο καταλαβαίνουν τό μεγαλεῖο τῶν μυστηρίων, τόσο λίγο γνωρίζουν τήν ὑπεροχή τῆς πίστεώς μας ἀπέναντι στίς ἄλλες θρησκεῖες καί τόσο λίγο ἀκολουθοῦν στή ζωή τους τό νόμο τοῦ Εὐαγγελίου, ὥστε μόλις πού ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἀπίστους.
Κι ἐγώ τώρα, ρωτάω κάθε χριστιανόΠοιός εἶσαι σύ, πού στέκεσαι ἐδῶ στήν ἐκκλησία; Ἀπό τίποτ᾿ ἄλλο δέν σέ ξεχωρίζω γιά χριστιανό, ἐκτός ἀπό τ᾿ ὄνομά σου. Γιατί ἄν σέ ρωτήσω, ποιός εἶν᾿ αὐτός ὁ Χριστός πού πιστεύεις, δέν θά ξέρεις νά μοῦ πεῖς. Κι ἔτσι φανερώνεσαι σάν ἕνας ἀκατήχητος καί ἄπιστος. Δίκαια λοιπόν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι στίς μέρες μας λιγόστεψε ἡ πίστη πολλῶν χριστιανῶν, «ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπό τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων»2. Γιατί, μολονότι λένε πώς πιστεύουν στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τά πιστεύουν ὅμως μέ μιά πίστη τόσο συγκεχυμένη, τόσο χλιαρή καί ἀδύνατη, πού μποροῦμε νά ποῦμε πώς τά γνωρίζουν ὅπως ὁ τυφλός ἐκεῖνος, πού ἔβλεπε τούς ἀνθρώπους σάν δέντρα: «βλέπω τούς ἀνθρώπους ὡς δένδρα περιπατοῦντας»3.

Ἕνας Θεός γεννιέται μέσα σ᾿ ἕνα σπήλαιο καί πάνω σ᾿ ἕνα παχνί ζώων, γιά νά μᾶς διδάξει τήν καταφρόνηση τῶν προσωρινῶν ἀγαθῶν. Ἕνας Θεός ζεῖ τριαντατρία χρόνια σ᾿ ἕνα ἐργαστήρι μαραγκοῦ, δουλεύοντας τήν ξυλουργική τέχνη, γιά νά μᾶς διδάξει τήν ταπείνωση. Ἕνας Θεός περπατάει ἀνυπόδητος στίς στράτες τῆς Παλαιστίνης, γιά νά μᾶς δείξει τή στράτα τ᾿ οὐρανοῦ. Ἕνας Θεός πεθαίνει πάνω στό σταυρό, γιά ν᾿ ἀφανίσει τήν ἁμαρτία. Καί ὅλ᾿ αὐτά, τά τόσο μεγάλα καί θαυμαστά, δέν κεντοῦν τή συνείδηση οὔτε συγκλονίζουν τήν καρδιά τῶν χριστιανῶν. Γι᾿ αὐτό εἶπα πρίν καί λέω πάλι, ὅτι «ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπό τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων».

Παρόμοια λιγόστεψε ἡ πίστη ἀπό τούς τωρινούς χριστιανούς καί στήν πράξη, στή ζωή. Γιατί ἡ πίστη πρέπει νά εἶναι ὄχι μόνο «κανών τοῦ πιστεύειν», ἀλλά καί «κανών τοῦ ποιεῖν». Συνίσταται δηλαδή ὄχι μόνο στό νά πιστεύουμε, ἀλλά καί στό νά ζοῦμε σωστά: «Ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι»4. Γιατί ἐκεῖνοι πού ὁμολογοῦν τό Χριστό γιά διδάσκαλο τῆς πίστεως, τῶν μυστηρίων καί τῶν δογμάτων πού μᾶς ἀποκάλυψε, οἱ ἴδιοι δέν ἐφαρμόζουν στή ζωή τους τό νόμο Του. Κι ἐνῶ ἀκοῦνε ἀπό τό στόμα Του, ὅτι εἶναι μακάριοι ὅσοι ὑποφέρουν γιά τήν ἀγάπη Του, ὅσοι ταπεινώνονται, ὅσοι ἀποστατοῦν ἀπ᾿ αὐτές τίς ἐντολές καί τίς ἄλλες θεῖες διδασκαλίες, λέγοντας μέσα τους: “Σωστά εἶν᾿ ὅλα αὐτά γιά τό Θεό, ὄχι ὅμως γιά τόν κόσμο”. Καί ἔτσι νομίζουν, οἱ ταλαίπωροι, ὅτι δικαιολογοῦνται μπροστά στό κριτήριο τῆς σοφίας Θεοῦ. Ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι σάν τό λιθάργυρο, πού μοιάζει μέ τό χρυσάφι σέ ὅλα ἐκτός ἀπό τήν ἀντοχή στή φωτιά. Γιατί ὅταν τό χρυσάφι μπεῖ στήν φωτιά, δέν λιώνει εὔκολα. Ὁ λιθάργυρος ὅμως λιώνει γρήγορα καί χωνεύεται. Ἔτσι κι αὐτοί, ἀκολουθοῦν τό Χριστό ὅσο αὐτός δέν εἶναι ἀντίθετος στά πάθη τους. Ὅταν ὅμως τούς προστάξει νά πολεμήσουν τά πάθη τους καί νά τά νικήσουν, ἀμέσως ἀρνοῦνται τή θεία Του διδασκαλία καί «στρέφουν εἰς τά ὀπίσω».

Ἀπό τήν ἀδύναμη πίστη προέρχονται δυό ἀλληλένδετα καί φοβερά πνευματικά κακάἡ ὑποχώρηση τῆς ἀρετῆς καί ἡ αὔξηση κάθε κακίας.
Ἄς δοῦμε πρῶτα πῶς ὑποχωρεῖ ἡ ἀρετή.
Ἀπό τούς τωρινούς χριστιανούς, γιά τήν ἀδυναμία τῆς πίστεώς τους, λείπει ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος τῆς ἀρετῆς, πού ἄκμαζε καί αὐξανόταν στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες. Τότε ἡ ἀγάπη στό Θεό ἦταν τόσο φλογερή, ὥστε, κατά τή μαρτυρία τοῦ Τερτυλλιανοῦ, δέν βρισκόταν τόσοι δήμιοι, ὅσοι χρειάζονταν, γιά νά θανατώσουν ὅλους τούς χριστιανούς, πού παραδίνονταν θεληματικά στό μαρτύριο. Καί ἡ ἀγάπη στόν πλησίον ἦταν τόσο θερμή στούς χριστιανούς ἐκείνους, πού, ὅπως διηγεῖται ὁ ἅγιος Κλήμης, πολλοί, ἀφοῦ πουλοῦσαν ὅ,τι εἶχαν καί τό ἔδιναν ἐλεημοσύνη, στό τέλος πουλοῦσαν δοῦλο καί τόν ἴδιο τους τόν ἑαυτό, γιά νά δώσουν στούς φτωχούς τό ἀντίτιμο!
Μπορεῖς νά συγκρίνεις τώρα τήν πίστη τῶν πρώτων χριστιανῶν μέ τήν πίστη τῶν τωρινῶν;
Δέν συγκρίνεται… Καί νά γιατί: Ἄν κόψεις τά κλαδιά ἑνός δένδρου, ξαναβλασταίνουν πάλι πιό δυνατά. Ἄν ὅμως κόψεις ἤ ἀδυνατίσεις τή ρίζα, ἀμέσως μαραίνονται ὅλα τά κλαδιά. Ὅπως λοιπόν εἶναι ἡ ρίζα σ᾿ ἕνα δένδρο, ἔτσι εἶναι καί ἡ πίστη στήν ψυχή. Ἐκείνη εἶναι πού τήν τρέφει, τή μεγαλώνει τήν κάνει νά δίνει καρπό. Ἔτσι, ἄν ζεῖ ὁ χριστιανός, ζεῖ μέ τήν πίστη, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται»5. Καί ὁ ἅδης ἀκόμα νά ὁρμήσει πάνω στόν πιστό, αὐτός θά τά βγάλει πέρα. Μέ ρίζα τήν πίστη ὁ ἄνθρωπος ἀποκτάει ὅλα τά πνευματικά ἀγαθά, γιατί προσθέτει «ἐν τῇ πίστει τήν ἀρετήν, ἐν δέ τῇ ἀρετῇ τήν γνῶσιν, ἐν δέ τῇ γνώσει τήν ἐγκράτειαν, ἐν δέ τῇ ἐγκρατείᾳ τήν ὑπομονήν, ἐν δέ τῇ ὑπομονῇ τήν εὐσέβειαν, ἐν δέ τῇ εὐσεβείᾳ τήν φιλαδελφίαν, ἐν δέ τῇ φιλαδελφίᾳ τήν ἀγάπην»6. Ἄν ὅμως κόψει ἤ ἀδυνατίσει τή ρίζα τῆς πίστεως, ἀμέσως μαραίνονται ὅλες οἱ ἀρετές καί χάνονται ὄχι μόνο οἱ καρποί, δηλαδή ἡ ἐσωτερική ψυχική του καλλιέργεια, μά καί τά φύλλα ἀκόμα, δηλαδή ἡ ἐξωτερική καλή συμπεριφορά του.

Ἀλλά τώρα, ἀφοῦ εἴδαμε πῶς φεύγουν οἱ ἀρετές, ἄς ἐξετάσουμε καί πῶς αὐξάνονται οἱ κακίες ἀπό τήν ἀδυναμία τῆς πίστεως.
Ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος, περπατώνας στή θάλασσα, ἄρχισε νά βυθίζεται, ἀπέδωσε τήν αἰτία στόν ἄνεμο πού φυσοῦσε: «Βλέπων δέ τόν ἄνεμον ἰσχυρόν ἐφοβήθη». Ὁ Κύριος ὅμως ἀπέδωσε τήν αἰτία στήν ὀλιγοπιστία του: «Ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας;»7. Ἔτσι καί οἱ χριστιανοί ἀποδίδουν τήν αἰτία τῶν κακῶν ἔργων τους καί τῆς κακῆς ζωῆς τους εἴτε σέ κάποιο πειρασμό εἴτε στήν ἀδυναμία τους. Ἡ ἀληθινή ὅμως αἰτία εἶναι ἡ ἀσθενική τους πίστη. Χωρίς αὐτήν ἀσφαλῶς ὁ διάβολος δέν θά μποροῦσε νά τούς ὑποδουλώσει στή φοβερή σκλαβιά τῆς ἁμαρτίας, ὅπως κάνει τώρα εὔκολα. Ἕνα γεράκι, καμωμένο ἀπό τό Θεό γιά νά πετάει στόν ἀνοιχτό κι ἐλεύθερο ἀέρα, ἐξοπλισμένο μέ ἰσχυρότατα νύχια καί μύτη καί φυσική δύναμη, πῶς εἶναι δυνατό νά μένει ἥσυχο, ὅταν τό ἔχουν αἰχμαλωτίσει καί δέσει σ᾿ ἕνα παλούκι, καί νά κάθεται μέ ὑποταγή μέσα στά δεσμά, μή δοκιμάζοντας κάν νά τά κόψει; Καί ἕνας χριστιανός, ἀντίστοιχα, πού γνωρίζει πώς ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐξύβριση τοῦ Θεοῦ, καί γι᾿ αὐτό τό χειρότερο ἀπ᾿ ὅλα τά κακά, ἕνας χριστιανός πού ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς σταυρώθηκε γιά νά θανατώσει τήν ἁμαρτία, πῶς εἶναι δυνατό ν᾿ ἁμαρτήσει;

Πολλοί χριστιανοί νομίζουν πώς ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά νεανική ἐπιπολαιότητα, μιά παιδιάστικη ἀφέλεια, μιά συγγνωστή ἀδυναμία, ἕνα μικρό κακό. Καί ὄχι μόνο τή θεωροῦν μικρό κακό, ἀλλά συχνά παίζουν καίδιασκεδάζουν μ᾿ αὐτή. Μερικοί μάλιστα καί καυχιῶνται γιά τίς αἰσχρές ἁμαρτίες πού κάνουν. Ἀλλά «ἕως πότε ἁμαρτωλοί καυχήσονται, φθέγξονται καί λαλήσουσιν ἀδικίαν;»8.

Ἄλλοι πάλι δέν φτάνουν βάβαια στό σημεῖο νά καυχιῶνται γιά τίς ἁμαρτίες τους, ὅμως δέν τίς φοβοῦνται καί δέν ἐλέγχονται γι᾿ αὐτές. Ἁμαρτάνουν, καί ἡ καρδιά τους εἶναι εἰρηνική. Ἡ συνείδησή τους εἶναι ἥσυχη. Καί προσθέτουν τή μιά ἁμαρτία πάνω στήν ἄλλη. Κι ὅταν ἔρθει καμιά μεγάλη γιορτή, τό Πάσχα ἤ τά Χριστούγεννα, ἴσως πᾶνε νά ἐξομολογηθοῦν. Μά καί τότε ἡ ἐξομολόγησή τους εἶναι τυπική καί λειψή.
Ἀλλοίμονο! Αὐτά εἶναι τά «τέκνα τοῦ φωτός», ὅπως ὀνομάζει ὁ Ἀπόστολος τούς χριστιανούς;
Αὐτοί εἶναι οἱ μαθητές τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ;
Αὐτοί εἶναι οἱ ἀπόγονοι τῶν ἅγίων;
Ἀπό ποῦ ὅμως προέρχονται ὅλ᾿ αὐτά; Ἀπό τήν ἀδύναμη πίστη. Πλησιάσαμε, φαίνεται, στούς χαλεπούς ἐκείνους καιρούς, γιά τούς ὁποίους εἶπε ὁ Κύριος: «Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἆρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς;»9.
Μετά ἀπ᾿ ὅλα αὐτά ὅμως, γεννιέται τό ἐρώτημα: Δέν ὑπάρχει ἄραγε γιατριά σ᾿ αὐτό τό τόσο φοβερό κακό;
Ναί, ὑπάρχει. Φτάνει νά τήν ἐπιζητήσει ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἀδύναμη πίστη.
Καί τί πρέπει νά κάνει;
Πρῶτα-πρῶτα, νά ζητάει θερμά ἀπό τό Θεό, μέ τήν προσευχή, τήν ἐνίσχυση τῆς πίστεώς του. Αὐτό ἔκαναν ἀκόμα καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι: «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν»10. Καί ὁ προφήτης Δαβίδ, μολονότι ἦταν φωτισμένος ἀπό τό Θεό, συνεχῶς Τόν παρακαλοῦσε, «φώτισον τούς ὀφθαλμούς μου»11, «Κύριε ὁ Θεός μου, φωτιεῖς τό σκότος μου»12, «ἐξαπόστειλον τό φῶς σου καί τήν ἀλήθειάν σου»13. Παρόμοια καί κάθε ἄνθρωπος, μέ ὑπομονή καί ἐλπίδα νά ζητάει ἀδιάλειπτα τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ, «ὅς ἐρρύσατο ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους»14, κι Αὐτός θά τοῦ ἀποκαλύψει τίς ὑπέρλογες ἀλήθειες τῆς πίστεως.

Ἔπειτα, ἀπαραίτητη εἶναι ἡ προσεκτική μελέτη τῶν βιβλίων, πού ἐκθέτουν καί ἑρμηνεύουν, ὅσο εἶναι δυνατό, τά μυστήρια τῆς πίστεως – τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Πατερικῶν ἔργων, τῶν Ὀρθοδόξων Ἀπολογητικῶν καί ψυχωφελῶν συγγραμμάτων γενικά. Ὁ σοφός Σειράχ προτρέπει σχετικά: «Διανοοῦ ἐν τοῖς προστάγμασι Κυρίου, καί ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ μελέτα διαπαντός· αὐτός στηριεῖ τήν καρδίαν σου, καί ἡ ἐπιθυμία τῆς σοφίας σου δοθήσεταί σοι» (6 : 37).

Γιά τά βιβλία πού θά διαβάζει ὁ καθένας, καλό εἶναι νά συμβουλεύεται τόν πνευματικό του. Ἔτσι θ᾿ ἀποφύγει τή σύγχυση, τήν πλάνη ἤ τήν αἵρεση, πού συχνά κρύβεται ὕπουλα μέσα σέ ὀρθόδοξα τάχα βιβλία.
Μετά ἀπ᾿ αὐτά, ἡ αὔξηση τῆς πίστεως ἀνήκει στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πού παρέχεται στόν καθένα ἀνάλογα μέ τήν ἀγαθή προαίρεση καί τήν ταπείνωσή του.
______________________
1 Σόφ. Σειρ. 15 : 20. 2 Ψαλμ. 11 : 1. 3 Μαρκ. Η΄ : 24. 4 Ἰακ. Β΄ :26. 5 Ρωμ. Α΄ : 17. 6 Β΄ Πέτρ. Α΄ : 5 – 7. 7 Ματθ. Ιδ΄ : 30 – 31. 8 Ψαλμ. 93 : 3 – 4. 9 Λουκ. Ιη΄ : 8. 10 Λουκ. Ιζ΄ : 5. 11 Ψαλμ. 12 : 4. 12 Ψαλμ. 17 : 29. 13 Ψαλμ. 42 : 3. 14 Κολ. Α΄ : 13.
 Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς) 

Πηγή: alopsis.gr



Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΑΤΗ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)




Ὅταν ὁ διάβολος κρατᾷ κάποιον στὴν ὑπηρεσία τῆς ἁμαρτίας, δὲν φροντίζει γιὰ τίποτα ἄλλο παρὰ νὰ τὸν τυφλώνῃ περισσότερο καὶ νὰ τὸν βγάζῃ ἀπὸ κάθε καλὸ λογισμό, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν παρακινήσῃ στὸ νὰ γνωρίσῃ τὴν πολὺ δυστυχισμένη του ζωή· καὶ ὄχι μόνον τὸν βγάζει ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς ποὺ τὸν καλοῦν στὴν ἐπιστροφὴ καὶ στὴν μετάνοια, βάζοντας στὸ νοῦ του ἄλλους λογισμοὺς κακοὺς καὶ ἀντίθετους, ἀλλὰ καὶ μὲ ἕτοιμες καὶ γρήγορες ἀφορμές, τὸν κάνει ὁ τρισκατάρατος νὰ πέφτῃ συχνὰ στὴν ἴδια ἁμαρτία ἢ σὲ ἄλλες μεγαλύτερες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες βγαίνει ὁ ταλαίπωρος ἁμαρτωλός, περισσότερο σκοτισμένος καὶ τυφλός, ὥστε μὲ τὴν τυφλότητά του φτάνει καὶ γκρεμίζεται στὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας καὶ ἔτσι τρέχοντας ὁ ἄθλιος ἀπὸ τὴν πρᾶξι τῆς ἁμαρτίας σὲ μεγαλύτερη τυφλότητα καὶ πάλι ἀπὸ τὴν τυφλότητα σὲ μεγαλύτερα ἁμαρτήματα, κυκλογυρίζει σχεδὸν ὅλη τὴν ταλαίπωρη ζωή του μέχρι θανάτου, ἂν ὁ Θεὸς δὲν οἰκονομήσῃ τὴν σωτηρία του μὲ τὴν χάρι του.

Λοιπόν, ὅποιος βρίσκεται σὲ αὐτὴ τὴν πολὺ δυστυχισμένη κατάστασι, ἂν ἀγαπᾷ νὰ θεραπευθῆ, πρέπει νὰ δεχθῆ ἀμέσως τὸ γρηγορώτερο τὸν λογισμὸ ἐκεῖνον καὶ τὴν ἔμπνευσι, ποὺ τὸν προσκαλεῖ ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς καὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴ μετάνοια καὶ πρέπει νὰ φωνάξη μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ στὸ Ποιητή του· «Κύριέ μου βοήθησέ με, βοήθησέ με γρήγορα καὶ μὴ μὲ ἀφήσῃς πλέον σὲ αὐτὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας»· ἂς μὴ σταματήσει νὰ ξαναλέῃ πολλὲς φορὲς τὸ ἴδιο καὶ νὰ φωνάζῃ μὲ αὐτὸ καὶ παρόμοιο τρόπο· καὶ ἀμέσως, ἀμέσως, ἂν εἶναι δυνατόν, ἂς ζητήσῃ βοήθεια καὶ συμβουλή, γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν ἐχθρό· ἐὰν ὅμως δὲν μπορῇ νὰ πάῃ ἀμέσως, ἂς προστρέξῃ γρήγορα στὸν σταυρωμένο Ἰησοῦ καὶ ἂς προσπέσῃ στὰ Ἁγιά του πόδια μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ στὴ Θεοτόκο Μαρία, ζητώντας εὐσπλαγχνία καὶ βοήθεια· καὶ ἡ νίκη στέκεται σὲ αὐτὴ τὴν γρηγοράδα.


(Ἀόρατος πόλεμος Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου,
πρώτο μέρος,κεφάλαιο κθ').



Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ, ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΜΠΟΔΙΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΣ (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ὅπως ἀπ᾿ ὅλες τίς ἀρρώστιες τοῦ σώματος πιό ἐπικίνδυνη εἶναι ἡ κρυφή καί ἄγνωστη στόν ἄρρωστο, ἔτσι καί ἀπ᾿ ὅλες τίς κακίες, πού εἶναι ἀρρώστιες τῆς ψυχῆς, ἡ πιό ἐπικίνδυνη εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Γιατί ὅσο καταστρεπτική εἶναι, ἄλλο τόσο εἶναι ἀπόκρυφη στόν ἄρρωστο. Καί μάλιστα πολλοί ἄνθρωποι τοῦ κόσμου ὄχι μόνο δέν ἐλέγχονται ἀπό τή συνείδησή τους πού εἶναι ὑπερήφανοι, ἀλλά κυριολεκτικά μεθᾶνε ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, σέ σημεῖο πού καταντᾶνε νά τήν ἔχουν γιά στόλισμα καί στεφάνωμα! Γι᾿ αὐτό καί ὁ Προφήτης τούς ἐλεεινολογεῖ, λέγοντας: «Οὐαί τῷ στεφάνῳ τῆς ὑπερηφανείας… οἱ μεθύοντες ἄνευ οἴνου»1. 

Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι μιά ἄτακτη ἐπιθυμία ὑπεροχῆς τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν ὁποία μετράει τόν ἑαυτό του περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἀξίζει στήν πραγματικότητα, καί θέλει οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νά τόν ὑπολογίζουν ἔτσι. Γι᾿ αὐτό ἕνας ὑπερήφανος δέν λογαριάζει κανέναν ἄλλον ἐκτός ἀπό τόν ἴδιο. Κέντρο σ᾿ ὅλα του τά πράγματα βάζει τόν ἑαυτό του, ὅπως ἡ ἀράχνη βάζει τόν ἑαυτό της κέντρο στόν ἱστό της. Καί ὅπως ἐκείνη πλέκει τίς κλωστές τοῦ ἱστοῦ μέ κέντρο τόν ἑαυτό της, ἔτσι καί ὁ ὑπερήφανος σκέπτεται καί ἐνεργεῖ μέ κέντρο τόν ἑαυτό του. Τούς κατωτέρους τούς μεταχειρίζεται σά ζῶα. Τούς ἀνωτέρους τούς ἀντιμετωπίζει σά δούλους. Στούς συγγενεῖς του φέρεται σά νά μήν τούς γνώριζε ποτέ. Στούς ἄλλους συμπολίτες του σά νά ἦταν ξένοι: «Τοῖς δούλοις ἀντί ζώων χρῇται, τοῖς εὐγενέσιν ἀντί δούλων, τοῖς οἰκείοις ὡς ἀλλοτρίοις, τοῖς πολίταις ὡς ξένοις», ὅπως γράφει ὁ Ἰουδαῖος Φίλων.

Ἡ ἁγία Γραφή ζωγραφίζει ὡραιότατα τήν κατάσταση τοῦ ὑπερήφανου μέσ᾿ ἀπό τά λόγια τοῦ βασιλιᾶ Ναβουχοδονόσορ, καθώς περπατοῦσε στή Βαβυλώνα καί τή θαύμαζε: «Οὐχ αὕτη ἐστί Βαβυλών ἡ μεγάλη, ἥν ἐγώ ᾠκοδόμησα εἰς οἶκον βασιλείας ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος μου εἰς τιμήν τῆς δόξης μου;»2.

Ἐκεῖνο τό περπάτημα, πού ἔκανε μέ ἔπαρση ὁ βασιλιάς μέσα στά βασίλειά του, καθώς καί τά ματαιόδοξα λόγια του, φανερώνουν τήν αὐταρέσκεια κάθε ὑπερήφανου. Ὅπως ὁ Ναβουχοδονόσορ ναρκισσευόταν, ἐπιζητώντας ἐπιπλέον καί τό θαυμασμό τῶν ἄλλων, ἔτσι καί κάθε ὑπερήφανος δέν ἀρκεῖται στόν αὐτοθαυμασμό καί τήν αὐταρέσκειά του, ἀλλά θέλλει νά τόν θαυμάσουν. Παρόμοια καί κάθε μικρό προτέρημα ἤ χάρισμα πού ἔχει, τοῦ φαίνεται μεγάλο, ὅπως ἔγινε μέ κάποιο φτωχό, πού ἐνῶ τοῦ ἔδωσαν ἕναν ὀβολό, ἐκεῖνος νόμισε πώς τοῦ ἔδωσαν φλουρί.

Ἀλλά δέν τελειώνει ἐδῶ ἡ ὑπερηφάνεια. Προχωράει περισσότερο: Ὁ Ναβουχοδονόσορ ὄχι μόνο φουσκώνει τήν ἀλήθεια, ἀλλά καυχιέται γιά κεῖνο πού ξέρει ὅτι εἶναι ψέμα. Βεβαιώνει ὅτι αὐτός ἔχτισε τήν πόλη τῆς Βαβυλώνας, ἐνῶ μόνο τά τείχη μεγάλωσε. Τήν πόλη τήν εἶχε χτίσει ἀπό τά θεμέλια ὁ Βῆλος.

Ἡ ζημιά πού προξενεῖ στήν ψυχή ἡ ὑπερηφάνεια δέν εἶναι δυνατό νά ἐξηγηθεῖ. Σκέψου μόνο, ὅτι τό μεγαλύτερο κακό στόν κόσμο εἶναι ἡ ἁμαρτία, καί τό μεγαλύτερο καλό ἡ θεία Χάρη. Καί ἐφόσον ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ρίζα κάθε ἁμαρτίας, ἐναντιώνεται στή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Τί χειρότερο κακό ἀπ᾿ αὐτό μπορεῖ νά μᾶς κάνει; Εἶναι ἡ πιό θανάσιμη ἁμαρτία, ὅπως τήν ὀνομάζουν οἱ θεολόγοι, γιατί εὔκολα ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο νά πέσει σέ κάθε ἄλλη ἁμαρτία. Ὅπως ἕνα φίδι, ὅταν βάλει τό κεφάλι του σέ μιά τρύπα, εὔκολα βάζει καί τό ὑπόλοιπο σῶμα του, ἔτσι, ὅπου μπεῖ ἡ κακία τῆς ὑπερηφάνειας, εὔκολα μπαίνουν μετά ὅλα τά κακά. Τό λέει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Ὅπου πτῶμα κατέλαβεν, ἐκεῖ ὑπερηφανία προεσκήνωσεν»3.

Δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν στήν καρδιά μας πίστη καί ὑπερηφάνεια μαζί. Ὅταν ὑπάρχει τό ἕνα, ἀναγκαστικά θά λείπει τό ἄλλο. Γι᾿ αὐτό ἔλεγε ὁ Κύριος γιά τούς Φαρισαίους, ὅτι μέ τό ν᾿ ἀποζητοῦν τόν ἔπαινο ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, ἦταν ἀνάξιοι νά πιστέψουν σ᾿ Αὐτόν: «Πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρ᾿ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καί τήν δόξαν τήν παρά τοῦ μόνου Θεοῦ οὔ ζητεῖτε;»4. Ἀπό τά λόγια αὐτά μπορεῖς νά καταλάβεις, ὅτι, ἀφότου μπεῖ στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἐπιθυμία τῆς δόξας, ἀμέσως ἐξαφανίζεται ἡ πίστη.

Νά, ἀδελφέ μου, σέ τί γκρεμούς μπορεῖ νά σέ ὁδηγήσει ἡ ὑπερηφάνεια: Πρῶτα γεμίζει τήν ψυχή σου μέ ἀκαθαρσίες καί πάθη. Στή συνέχεια, ἀπό τά πάθη θά προέλθουν ἀμφιβολίες γιά τήν πίστη, καί μάλιστα σέ θεμελιώδη δόγματα, ἔτσι πού θά φτάσεις νά νομίζεις ὅτι ὁ παράδεισος καί ἡ κόλαση εἶναι παραμύθια. Αὐτό θά τό καταλάβεις καλύτερα, ἄν σκεφτεῖς τή μάχη πού γίνεται ἀνάμεσα στήν ὑπερηφάνεια καί στή θεία Χάρη. Γιατί ἐμεῖς ἀπό μόνοι μας, δέν ἔχουμε τή δύναμη νά γεννήσουμε μέσα μας οὔτε ἕνα καλό λογισμό, πού νά μᾶς δυναμώσει ὁ Θεός μέ τή χάρη Του, γιά νά γεννηθεῖ στό νοῦ μας ὁ καλός αὐτός λογισμός. Γι᾿ αὐτό εἶπε ὁ Κύριος, «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»5, καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ὁ Θεός ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καί τό θέλειν καί τό ἐνεργεῖν ὑπέρ τῆς εὐδοκίας»6. Ὥστε ὁ Θεός ἀρχίζει καί τελειώνει κάθε καλό. Ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνο δέν μπορεῖ νά τό τελειώσει, μά οὔτε καί νά τ᾿ ἀρχίσει, ἄν δέν βοηθήσει ἡ θεία Χάρη. Ἐμεῖς, ἄν θέλουμε νά σωθοῦμε, πρέπει ν᾿ ἀγαπᾶμε τό Θεό καί τήν ἀρετή μ᾿ ὅλη μας τή δύναμη.

Μήν ξεχνᾶς, ἀδελφέ μου, ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια ὄχι μόνο ἐμποδίζει τά θεῖα χαρίσματα νά μποῦν στήν ψυχή, ἀλλά κι ἀφοῦ μποῦν, τά διώχνει ἔξω. Ἐκεῖνος πού ἦταν πρίν πλούσιος μπροστά στό Θεό γιά τά πολλά καλά του ἔργα καί γιά τίς ἀρετές του, ἄν ἀνοίξει τήν καρδιά του στήν ὑπερηφάνεια, ἀμέσως γίνεται ταλαίπωρος, ὅπως ἔπαθε ὁ Φαρισαῖος, πού ἀναφέρει τό Εὐαγγέλιο. Καί τήν παθαίνει ὁ ὑπερήφανος σάν τό περιστέρι, πού κάθεται στόν ἥλιο καί χαίρεται τήν καθαρότητά του καί τήν ποικιλία τῶν φτερῶν του, καί ξαφνικά ἔρχεται ἀπό πάνω του τό γεράκι καί τό ἁρπάζει. Ἐκεῖνος πού καυχιέται γιά τίς ἀρετές του, ἁρπάζεται ξαφνικά ἀπό τό νοητό γεράκι, τό διάβολο. Γι᾿ αὐτό ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνάμα καί εὔκολη καί δύσκολη. Γιατί τή μιά στιγμή ὁ ἄνθρωπος ἀνεβαίνει στόν παράδεισο μέ τήν ταπείνωση, καί τήν ἄλλη κατεβαίνει στήν κόλαση μέ τήν ὑπερηφάνεια.

Γι᾿ αὐτό, ἀδελφέ μου, «μή ὑπερηφανεύου τῇ καρδίᾳ σου»7. Αὐτή ἡ καταραμένη κακία γεννάει ὅλα τά κακά τοῦ κόσμου, «διότι ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ ἀπώλεια καί ἀκαταστασία πολλή»(ὅ.π.). Λοιπόν, ταπεινώσου, καί μή φοβᾶσαι πώς θά πέσεις ποτέ. Γιατί ὅποιος θέλει νά μή γκρεμιστεῖ, δέν ἔχει παρά… νά καθήσει καταγῆς! Τό εἶπε ἕνας σοφός: «Ὁ καθήμενος ἐπί γῆς, οὐκ ἔχει ποῦ καταπεσεῖν».

Φόβο νά γκρεμιστεῖ ἔχει μόνο ἐκεῖνος πού θέλει νά κάθεται στά ψηλά: «Ὅς ὑψηλόν ποιεῖ τόν ἑαυτοῦ οἶκον, ζητεῖ συντριβήν»8 

 

__________________ 

1Ἡσ. 28 : 1.
2Δαν. 4 : 27.
3Λογ. Κβ΄.
4Ἰω. ε΄ : 44.
5Ἰω. ιε΄: 5.
6Φιλπ. Β΄ : 13.
7Τωβιτ 4 : 13.
8Παρ. 17 : 16. 


Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου 


(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς - Πηγή: alopsis.gr )

Πηγή: eggolpio.blogspot.gr