A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

ΟΙ ΚΑΚΕΣ ΕΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΟΥΣ (Ἃγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης)

Α’. Ἐξέτασε, ἀδελφέ, τὶς κακὲς ἕξεις καὶ συνήθειες, ποὺ ἀπόκτησες μὲ τὴ ζωὴ ποὺ ἔκανες ἂν εἶναι παλιές, χρειάζεται περισσότερος κόπος, γιὰ νὰ καταστραφοῦν, ἂν εἶναι καινούργιες λιγότερος· ὅπως ἕνα παλιὸ καὶ ἕνα μεγάλο δένδρο, περισσότερο κόπο χρειάζεται, γιὰ νὰ κοπεῖ καὶ νὰ ξεριζωθεῖ ἀπὸ ἕνα νέο καὶ μικρό.
Β’. Ἐξέτασε τὶς θεραπεῖες ποὺ πρέπει νὰ χρησιμοποιήσεις γι’ αὐτὲς τὶς κακές σου ἕξεις καὶ συνήθειες ἀπὸ τὶς θεραπεῖες αὐτὲς ἡ πρώτη εἶναι τὸ νὰ θέλεις νὰ διορθωθεῖς ὄχι ἀμφιβάλλοντας, ἀλλὰ ἀποφασιστικά. Διότι οἱ σωματικὲς ἀσθένειες μποροῦν νὰ θεραπευθοῦν καὶ χωρὶς τὴν θέλησή μας οἱ ἀσθένειες ὅμως τῆς ψυχῆς χωρὶς νὰ τὸ θέλουμε, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θεραπευθοῦν. Διότι καὶ γι’ αὐτὲς χρειάζεται μία ἀποφασιστικὴ θέληση τοῦ ἀσθενῆ, γιὰ νὰ ἰατρευθεῖ καὶ νὰ χρησιμοποιήσει τὰ μέσα καὶ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατάλληλα γιὰ τὴ θεραπεία. Τὰ μέσα, λοιπόν, καὶ τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα μπορεῖς νὰ χρησιμοποιήσεις γιὰ νὰ θεραπεύσεις τὶς κακές σου συνήθειες καὶ ἕξεις εἶναι ἐκεῖνα τὰ δύο τὰ ὁποῖα μᾶς φανέρωσε ὁ Κύριος ὅταν ἐλευθέρωσε ἐκεῖνον ποὺ ἦταν δαιμονισμένος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία λέγοντας «Τὸ γένος αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βγεῖ μὲ κανένα ἄλλο μέσο παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία» (Μάρκ. 9, 29).
Γ. Ἐξέτασε, λοιπόν, τὸν ἑαυτό σου, πῶς κάνεις τὴν προσευχὴ σου· διότι πρέπει νὰ προσεύχεσαι ὄχι μὲ καρδιά, ποὺ νὰ περιπλανιέται ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ μὲ διασκορπισμένο νοῦ, ἀλλὰ νὰ προστρέχεις στὸ Θεὸ καὶ νὰ προσεύχεσαι μὲ τόση μεγάλη ταπείνωση καὶ καρδιακὴ συντριβὴ καὶ μὲ τόση μεγάλη προσοχὴ τοῦ νοῦ καὶ μὲ τόση μεγάλη καρτερία καὶ ὑπομονή, ὅπως θὰ προσευχόσουν ἂν βρισκόσουν σὲ μία μεγάλη θαλασσοταραχή, ὅπου δὲν θὰ ὑπῆρχε ἄλλη ἐλπίδα σωτηρίας παρὰ μόνο ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Διότι σὲ τέτοια συντετριμμένη καὶ ταπεινὴ προσευχὴ ὁ Θεὸς δὲν ἀρνεῖται κανένα πράγμα, ἀλλὰ δίνει, ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία, διότι αὐτὸς μόνο εἶπε· «Ζητᾶτε καὶ θὰ σᾶς δοθεῖ, ἐρευνᾶτε καὶ θὰ βρεῖτε, κτυπᾶτε καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθεῖ ἡ πόρτα. Διότι καθένας ποὺ ζητᾶ, λαμβάνει, καὶ καθένας ποὺ ἐρευνᾶ, βρίσκει» (Ματθ. 7, 7-8). Αὐτὸς εἶπε καὶ τὸ παράδειγμα τῆς χήρας καὶ τοῦ κριτῆ τῆς ἀδικίας γιὰ νὰ μᾶς διδάξει νὰ προσευχόμαστε πάντοτε, νὰ μὴ παραπονούμαστε, ὅτι δὲν λαμβάνουμε ἀμέσως τὰ αἰτήματά μας· «Τοὺς εἶπε καὶ παραβολή, γιὰ νὰ τοὺς διδάξει ὅτι πρέπει νὰ προσεύχονται καὶ νὰ μὴν ἀποθαρρύνονται». Ἔτσι, ὅπως εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀθετήσει τὸν λόγο του ὁ Θεὸς καὶ νὰ διαψευσθεῖ, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν εἰσακουσθεῖς κι ἐσὺ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἂν ἐξακολουθεῖς νὰ προσεύχεσαι ἀδιάλειπτα καὶ νὰ τὸν παρακαλεῖς μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἴπαμε. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, πρέπει νὰ βάλεις στὸ Θεὸ μεσίτρια τῆς χάριτος καὶ τοῦ ζητήματος, ποὺ ἐπιθυμεῖς τὴν Ὑπεραγία Παρθένο, τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ μητέρα καὶ μάμμη ὅλων τῶν χριστιανῶν· γιατί, ἂν ὁ Υἱὸς της εἶναι πατέρας μας καὶ ἀδελφός μας καὶ Πνεῦμα, ἑπόμενο εἶναι νὰ εἶναι καὶ αὐτὴ μάμμη καὶ μητέρα μας γλυκύτατη, ἡ ὁποία μᾶς δόθηκε ὡς βοηθὸς καὶ συνήγορος γι’ αὐτὸ τὸ σκοπό, γιὰ νὰ μεσιτεύσει στὸν Υἱό της γιὰ μᾶς ὡς Μητέρα τοῦ ἐλέους. Καὶ ἂν ὁ Σειρὰχ εἶπε γιὰ τὴν Εὔα ὅτι «ἀπὸ τὴ γυναίκα ξεκίνησε ἡ ἁμαρτία καὶ ἐξ αἰτίας της πεθαίνουμε ὅλοι» (Σοφ. Σειρ. 25, 24)· ἐμεῖς μὲ περισσότερο δίκαιο μποροῦμε νὰ ποῦμε γιὰ τὴν Κυρία Θεοτόκο ὅτι ἀπὸ γυναίκα ἔγινε ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας καὶ ἐξ αἰτίας της ἀναζωοποιούμαστε ὅλοι. Ἔτσι μποροῦμε νὰ προστρέχουμε σ’ αὐτὴν μὲ κάθε θάρρος σὲ κάθε μας περίπτωση καὶ ἀνάγκη. Καὶ τελικά, γιὰ νὰ κάνεις τὴν προσευχή σου αὐτὴ πιὸ ἐνεργητική, γιὰ νὰ λάβεις ἐκεῖνο ποὺ ζητᾶς ἀπὸ τὸ Θεό, πρέπει νὰ ἑτοιμασθεῖς προσωπικὰ μὲ τὴν ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὴν μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, διότι αὐτὰ τὰ δύο μυστήρια εἶναι σὰν τὰ σωληνάρια, μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔρχεται σὲ μᾶς ἀπὸ τὸν Χριστὸ κάθε ἀγαθό.
Δ’. Κατόπιν, ἐξέτασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὴν νηστεία ποὺ κάνεις -καί, ὅταν λέω νηστεία, ἐννοῶ κάθε εἴδους ἐγκράτεια καὶ ἀποχὴ καὶ φαγητῶν καὶ ποτῶν καὶ ἐνδυμάτων καὶ στρωμάτων καὶ σωματικῶν ἀναπαύσεων, ἡ στέρηση τῶν ὁποίων γίνεται ἢ γιὰ κανόνα καὶ παίδευση τῶν προηγουμένων σου ἁμαρτιῶν ἢ γιὰ προφύλαξη καὶ πρόβλεψη τῶν μελλοντικῶν. Γιατί, ἂν δίνεις στὸ κορμὶ ὅλες τὶς ἀπολαύσεις καὶ ὅλες τὶς ἀναπαύσεις καὶ ἂν ζητᾶς στὸ κρεββάτι κάθε εἴδους μαλακὰ στρώματα καὶ κάθε εἴδους φαγητοῦ στὸ τραπέζι· καὶ ἂν θέλεις νὰ βρίσκεσαι σὲ ὅλες τὶς διασκεδάσεις καὶ σὲ ὅλες τὶς συντροφιὲς τῶν φίλων σου καὶ νὰ χάνεις τὸν καιρό σου σ’ αὐτὲς μὲ κάθε εἴδους ἀργία· καί, γιὰ νὰ μιλήσω σύντομα, ἂν θέλεις νὰ δίνεις κάθε εἴδους θεραπεία στὰ πάθη σου καὶ νὰ μὴν ἀποφεύγεις κανένα κίνδυνο, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μὲ ὅλη τὴν προθυμία δὲν ἀπέφευγαν ὅλοι οἱ ἅγιοι• ἂν λέω ζητᾶς αὐτά, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ξεριζώσεις τὰ πάθη καὶ τὶς κακὲς ἕξεις ποὺ ἀπόκτησες; «Δένδρο ποὺ ποτίζεται καθημερινὰ πότε θὰ ξεραθεῖ ἡ ρίζα του; Καὶ δοχεῖο ποὺ καθημερινὰ δέχεται προσθήκη ὑγροῦ, πότε θὰ λιγοστέψει;» σοῦ λέει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ. Ἔτσι ἂν καὶ σὺ δίνεις στὸ σῶμα τὶς ἀναπαύσεις του, μὲ ποιὰ βάση νομίζεις ὅτι μπορεῖς νὰ διορθωθεῖς; Βέβαια, δὲν μπορεῖς ἄλλο νὰ περιμένεις στὸ τέλος μίας τέτοιας ζωῆς ποὺ ἔζησες μὲ τόσες ἁμαρτίες παρὰ ἕναν ἀτέλειωτο θάνατο μέσα σὲ ὅλα τὰ κολαστήρια, διότι τέτοια πονηρὴ ζωὴ προξενεῖ καὶ πονηρὸ θάνατο· «Ὁ θάνατος ποὺ προξενεῖ, εἶναι θάνατος φοβερὸς» (Σοφ. Σειρ. 28, 21).

(“Πνευματικὰ Γυμνάσματα”, Ἔκδοσις Συνοδίας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου)

Πηγή: alopsis.gr

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

ΚΥΡΙΕ, ΣΤΗ ΘΛΙΨΗ ΜΟΥ, ΑΚΟΥΣΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ! (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Σχετική εικόνα



«Ἐν τῷ θλίβεσθαί με, εἰσάκουσόν μου τῶν ὀδυνῶν, Κύριε σοὶ κράζω».

Ερμηνεία: Όταν οι Ισραηλίτες βρίσκονταν στην πατρίδα τους τα Ιεροσόλυμα και είχαν κάθε ευτυχία και ανάπαυση και απολάμβαναν εκείνον τον ωραιότατο και υπερθαύμαστο ναό του Σολομώντος, τότε, αντί να ευχαριστούν περισσότερο τον Θεό, αυτοί επιδόθηκαν σε καλοπεράσεις και σε ειδωλολατρίες. Εξ αιτίας αυτού, παραχώρησε ο Θεός και σκλαβώθηκαν από τους Βαβυλώνιους και έμειναν σκλάβοι για εβδομήντα χρόνια (1). Έπειτα, όταν αναλογίστηκαν την προηγούμενη άνεση και ευτυχία που είχαν στην πατρίδα τους από τη μια, και τη θλίψη και τη δυστυχία που δοκίμαζαν στη σκλαβιά από την άλλη, παρακάλεσαν με καρδιά συντετριμμένη τον φιλάνθρωπο Κύριο και είπαν τον 119ο ψαλμό του Δαβίδ, ο οποίος είναι ο πρώτος ψαλμός των Αναβαθμών, δηλαδή, το: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου» (Ψαλμ. 119,1). Από εδώ, από τον πρώτο αυτό Αναβαθμό του Δαβίδ, δανείστηκε και ο ιερός Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο ποιητής των Αναβαθμών, αυτόν τον πρώτο Αναβαθμό της Οκτωήχου. Βέβαια, το «εκέκραξα» και το «εισήκουσέ μου» αναφέρονται σε μελλοντικό χρόνο, διότι η σκλαβιά των Ιουδαίων ήλθε ύστερα από τη γραφή των Ψαλμών. Ο Δαβίδ όμως τα γράφει αυτά, σαν να έγιναν στο παρελθόν. Επειδή οι Προφήτες έβλεπαν τόσο φανερά τα πράγματα με το νου, ο οποίος φωτιζόταν από το Άγιο Πνεύμα, ώστε προέλεγαν τα μέλλοντα, σαν να ήταν παρελθόντα. Έτσι, είπε και ο χρυσός στη γλώσσα και στην ψυχή άγιος Ιωάννης: «Είναι συνηθισμένο στους Προφήτες σε πολλές περιπτώσεις, να προλέγουν τα μέλλοντα ως περασμένα. Διότι, όπως δεν μπορεί, αυτά που έχουν ήδη γίνει, να πούμε πως δεν έχουν γίνει, έτσι ούτε και αυτά τα οποία, αν και είναι μελλοντικά, δεν μπορεί να μην γίνουν οπωσδήποτε. Μ` αυτόν τον τρόπο, μέσα από το πεπερασμένο κύλισμα και μέτρημα του χρόνου, προαναγγέλλουν και καταδεικνύουν το αμετάβλητο αυτών και τη βεβαιότητα ότι θα γίνουν» (λόγ. εις το Πάτερ, ει δυνατόν, Τόμω ε΄).
Εκείνο, λοιπόν, που ο Δαβίδ το είπε σε χρόνο παρελθοντικό, αυτό το λέει εδώ ο μελωδός σε χρόνο παροντικό. Έτσι λέει, εγώ Κύριε, κράζω σε σένα, εν τω θλίβεσθαί με, δηλαδή, στον καιρό της θλίψης μου. Γι` αυτό, εύχομαι κάποτε να ακούσεις τις οδύνες μου, δηλαδή, τους πόνους και τους αναστεναγμούς της καρδιάς μου. Διότι, εδώ η προστακτική «εισάκουσον» έχει την έννοια της ευκτικής, δηλαδή, «είθε να με ακούσεις», όπως και το «Κύριε ελέησον», αντί του «είθε να με ελεήσεις». Και όλα αυτά βέβαια, επειδή δεν επιτρέπεται σε κανέναν να διατάζει τον Θεό, για να κάνει κάτι, αλλά να τον παρακαλάει με θερμή προσευχή, ώστε να δεχτεί τη βοήθειά του και την συμπαράστασή του. Έτσι και ο βαθυστόχαστος Ευστάθιος είπε ότι, όσα υποκείμενα μικρότερα παρακαλούν τα μεγαλύτερα για κάποια χάρη, πρέπει να παρακαλούν με λόγια παρακλητικά και όχι με προσταγές. Αν δε, χρησιμοποιούν στις παρακλήσεις τους σχήμα προστακτικού λόγου, αυτό εκλαμβάνεται ως ευχετικό.
Δες δε, αγαπητέ, πόσο ωφέλιμη για την ψυχή είναι η θλίψη μέσα στον κόσμο και η λύπη της καρδιάς. Επειδή αυτή, η θλίψη, καθώς συγκεντρώνει τον νου από τα εξωτερικά πράγματα του κόσμου και τον συνθλίβει, όπως δηλώνει και το όνομά της, δηλαδή τον πιέζει δυνατά, όπως και το σωληνάριο σφίγγει το νερό, τον κάνει τον νου να ανεβαίνει στον ουρανό. Γι` αυτό είπε τέλεια ο χρυσός άγιος της Εκκλησίας, φέρνοντας και αυτό το ωραίο παράδειγμα: «Όπως τα νερά, όσο μεν κυλάνε σε επίπεδο μέρος και απλώνονται σ` αυτό με ευρυχωρία, δεν ανεβαίνουν σε ύψος. Αν όμως τα χέρια των ανδρών που ανοίγουν κανάλια τα στριμώξουν από κάτω και τα πιέσουν, θα βρεθούν σε στενό χώρο και θα εκτοξευθούν ψηλότερα ακόμη και από κάθε βέλος. Έτσι, λοιπόν είναι και η ανθρώπινη διάνοια` όσο απολαμβάνει τον πολύ και άπραγο χρόνο, σκορπίζεται και χάνεται από τον εαυτό της. Αν όμως κάποια περίσταση της ζωής την πλακώσει, πιέζοντάς την δυνατά και σκληρά, τότε στέλνει προς τον ουρανό τις προσευχές της καθαρές και δυνατές» (λόγ. ε΄ περί ακαταλήπτου. Τόμω στ΄). Γι` αυτό και οι Αιγύπτιοι είχαν στα ιερογλυφικά τους το σωληνάριο με το νερό και έγραφαν από πάνω: «στενότητι υψούται».
Λοιπόν, από εδώ ο ίδιος ο Δαβίδ, θέλοντας να κάνει φανερό το κέρδος και την πλάτυνση που γεννιέται στην καρδιά από τη θλίψη, έλεγε αλλού: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με» (Ψαλμ. 4, 1). Και ο Ησαΐας: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου» (Ησ. 26, 16). Διότι, η θλίψη του κόσμου αυτού, μαζί με την λύπη της καρδιάς, είναι σαν ένα στήριγμα, που υποβαστάζει την καρδιά και σαν αναβαθμίδα και σκαλοπάτι, που οδηγεί στον πλατυσμό και στην αιώνια χαρά. Όπως και το αντίθετο, η χαρά αυτού του κόσμου είναι η στέρηση εκείνης της ουράνιας χαράς. Καθόσον, όσο ο άνθρωπος πλατύνεται και χαίρεται με τα παρόντα γήινα πράγματα, τόσο στενοχωρείται και χάνει από το πλάτος των ουρανίων πραγμάτων και δεν ξέρει ο ταλαίπωρος, πως όλος αυτός ο μέγας κόσμος με όλο του το πλάτος, συγκρινόμενος με το άπειρο πλάτος του Θεού, είναι μικρός και πολύ στενάχωρος. Αντιθέτως δε, όσο ο άνθρωπος θλίβεται και λυπάται στον παρόντα κόσμο, τόσο ξεπερνάει με το νου το μικρό αυτό πλάτος του κόσμου. Και ξεπερνώντας το ύψος του ουρανού, τελειώνει σε ένα πλάτος ευρύχωρο και αμέτρητο. Οπότε, βρισκόμενος εκεί, χαίρεται και αναπαύεται στην γλυκύτατη θεωρία του Θεού. Και πριν ακόμη φτάσει στο θάνατο και στη διάλυση του σώματος, ζει μια ζωή μακάρια και τελείως ευτυχισμένη. Γι` αυτό και ο Κύριος θέλοντας να φανερώσει αυτό, έλεγε: «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ιωάν. 16, 33) και ο Προφήτης Αββακούμ θέλοντας να φανερώσει την ανακούφιση που ακολουθεί μετά από μια θλίψη, έψαλλε στην ωδή του: «ἀναπαύσομαι ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου» (Αβ. 3,15).
Αλλά και συ, αδελφέ, που διαβάζεις ή ψάλλεις ή ακούς αυτόν τον Αναβαθμό, όταν τύχει να σε καταλάβει κάποια θλίψη, είτε από τους ανθρώπους είτε από τους δαίμονες είτε από αδυναμία της διεφθαρμένης φύσης σου, πρόσεχε καλά και μην γογγύσεις, ούτε να κατηγορείς τον ένα και τον άλλον, πως στάθηκαν αίτιοι της θλίψης σου εκείνης, αλλά όλα, τα πάντα, να τα αποδίδεις στις αμαρτίες σου, δηλαδή, ότι εξαιτίας των αμαρτιών σου παραχώρησε ο Θεός να δοκιμάσεις εκείνην τη θλίψησαν κανόνα για τις αμαρτίες σου. Να ευχαριστείς δε τον Θεό, λέγοντας μαζί με τον θείο Χρυσόστομο: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» (Επιστολή ια΄ προς Ολυμπιάδα)` δηλαδή, ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού για την θλίψη αυτή και για όλες τις άλλες, όσες κι αν θέλει Εκείνος να έλθουν ακόμη. Αν ευχαριστείς έτσι τον Θεό, αγαπητέ, να ξέρεις πως η θλίψη θα σου φέρει πολύ μεγάλα κέρδη, όπως και στους Ιουδαίους που αιχμαλωτίστηκαν, έφερε τέτοια μεγάλα κέρδη και ωφέλειες η θλίψη εκείνη.
Ποια δε είναι τα κέρδη που πρόκειται να σου προσφέρει η θλίψη; Άκου πώς τα επιβεβαιώνει η χρυσή γραφίδα του Ιωάννη, ο οποίος γράφει ότι είναι, το να εισακούεται η προσευχή σου και το να βρίσκεις έτοιμη τη φιλανθρωπία του Θεού: «Είδες το κέρδος της θλίψης; Είδες την ετοιμότητα της φιλανθρωπίας του Θεού; Το μεν κέρδος της θλίψης ήταν το ότι, οδήγησε τους αιχμαλώτους Ιουδαίους στην καθαρή προσευχή. Η δε ετοιμότητα της φιλανθρωπίας του Θεού ότι, μόλις αυτοί τον παρακάλεσαν, αμέσως έσκυψε και τους άκουσε, όπως και στην Αίγυπτο». «ἰδὼν εἶδον τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἤκουσα, καὶ κατέβην ἐξελέσθαι αὐτούς» (Πρ. 7,34)` «και συ λοιπόν, αγαπητέ, όταν βρεθείς σε καιρό θλίψεως, μην απογοητεύεσαι, αλλά μάλλον τότε σήκω επάνω. Διότι, τότε και η προσευχή σου θα είναι καθαρότερη και η ευλογία από τον Θεό μεγαλύτερη». Συμπεραίνει δε και ο θείος Κύριλλος Αλεξανδρείας, πως οι θλίψεις είναι όπλο των δικαίων και τους επιφέρουν την ποθητή ευημερία στη ζωή: «Άρα, οι θλίψεις είναι τα όπλα των δικαίων, που τους ετοιμάζουν για την καλή ζωή, έτσι ώστε, όταν αναφωνούν προς τον Θεό με την προσευχή, να εισακούονται». Είπε δε και ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος, ο μαθητής του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου, στη χειρόγραφη ερμηνεία του για τους Αναβαθμούς: «Δες, πώς η προσευχή, που αναπέμπεται στον Θεό με δάκρυα και πόνο ψυχής, εισακούεται. «Πρός Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με, φησίν, ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου» (Ψαλμ. 119, 1). Πρόσεξε δε, πώς η παρούσα ζωή των αγίων είναι γεμάτη από πόνους και θλίψεις και πως οι θλίψεις αυτές προέρχονται και από τους ανθρώπους και από τους δαίμονες».
Με συντομία δε, έτσι εξηγείται ο Αναβαθμός αυτός. Ω, Κύριε, εγώ κράζω, δηλαδή, σου φωνάζω με δυνατή φωνή. Τι σου φωνάζω; Πως, όταν θλίβομαι και στεναχωριέμαι από κάποια ανάγκη, τότε άκουσε τις οδύνες μου, δηλαδή, τους πόνους και τις σπαρακτικές φωνές της καρδιάς μου.
(1) Θα μπορούσε δε κάποιος να σταθεί με την απορία, γιατί ο Θεός άφησε τους Ιουδαίους αιχμαλώτους στη Βαβυλώνα και πέρασαν θλίψεις εβδομήντα χρόνων, άλλους δε τους αφήνει να θλίβονται με διάφορους πειρασμούς για λιγότερο χρόνο και άλλους για περισσότερο; Σ` αυτό απαντάει ο Χρυσορρήμονας άγιοςα΄) διότι γίνεται για περισσότερη δική μας ωφέλεια, μέχρις ότου καθαριστούμε με τους πειρασμούς και τις θλίψεις` β΄) διότι όταν ο Θεός επιτρέπει να μας έρχονται οι πειρασμοί, αυτός ξέρει και πότε θα μας τους πάρει και γ΄) ότι εμείς πρέπει να προσευχόμαστε και να ζούμε στην ευλάβεια και στην αρετή και ο Θεός ξέρει πότε θα δώσει τέλος στους πειρασμούς και λέει ως εξής: «Ο Θεός είναι δυνατός και μπορεί να δώσει τέλος σήμερα σε όλα στα κακά, αλλά μέχρι να δει πως εμείς έχουμε καθαριστεί, μέχρι να δει πως πραγματοποιήθηκε σταθερή και αμετακίνητη η μετάνοιά και η επιστροφή μας, δεν δίνει τέλος στην θλίψη. Διότι και ο χρυσοχόος, μέχρι να δει τον χρυσό να καθαρίζεται πολύ καλά, δεν τον παίρνει από το χωνευτήριο, έτσι και ο Θεός, δεν αφήνει να περάσει αυτό το σύννεφο (της θλίψης και του πειρασμού) μέχρι να μας συμμορφώσει καλά. Και βέβαια, αυτός που επιτρέπει τον πειρασμό, αυτός ξέρει και τον κατάλληλο καιρό, που θα του δώσει τέλος. Έτσι κάνει και ο κιθαριστής` ούτε τεντώνει πολύ τη χορδή, για να μην την σπάσει ούτε τραβάει πέρα από το κανονικό, για να μην αλλοιώσει την μελωδική αρμονία. Το ίδιο κάνει και ο Θεός` ούτε αφήνει την ψυχή μας σε διαρκή άνεση ούτε την κρατάει σε μακρά θλίψη, αλλά τα κάνει και τα δύο σύμφωνα με τη δική του σοφία. Δεν μας αφήνει μεν να απολαμβάνουμε την συνεχή άνεση, για να μην γίνουμε ραθυμότεροι, δεν μας αφήνει δε πάλι σε συνεχή θλίψη, για να μην απογοητευτούμε και να μην αποκάμουμε και εντέλει, σ` αυτόν παραδίνουμε να ορίσει τον καιρό της απαλλαγής μας από τα δεινά. Εμείς το μόνο που κάνουμε είναι η προσευχή. Εμείς ζούμε με ευλάβειαΗ δική μας δουλειά είναι να μετακινούμαστε προς την αρετή, του δε Θεού έργο είναι να καταργεί τα κακά. Διότι ο Θεός θέλει περισσότερο από σένα να σου σβήσει τη φωτιά αυτήν του πειρασμού, από τον οποίον δοκιμάζεσαι, αλλά περιμένει πρώτα τη σωτηρία σου. Όπως λοιπόν από την άνεση προέρχεται η θλίψη, έτσι και από τη θλίψη πρέπει να περιμένεις την άνεση. Διότι δεν είναι πάντοτε χειμώνας ούτε πάντοτε καλοκαίρι, ούτε πάντοτε κύματα ούτε πάντοτε γαλήνη, ούτε πάντοτε νύχτα ούτε πάντοτε ημέρα. Έτσι ακριβώς, δεν θα υπάρχει πάντα θλίψη, αλλά θα έρθει και η άνεση. Μόνο, αν κατά τη διάρκεια της θλίψης ευχαριστούμε ασταμάτητα τον Θεό». (Ανδριάντ. Δ΄).

(Από το βιβλίο «ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ»: Ερμηνεία του πρώτου Αναβαθμού του Α΄ ήχου, Ἀντίφωνον Α΄)
(Απόδοση στην Νεοελληνική: Σάββας Ηλιάδης, Δάσκαλος, Κιλκίς)
Πηγή: alopsis.gr

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Η ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΙΣ (Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης·- Ἅγιος Ἰωάννης Κροστάνδης)





«Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σὲ γνωρίζει, μολονότι ἁγνοεῖ τὰ ἄλλα· ἐκεῖνος, ὅμως, ποὺ γνωρίζει καί σένα καὶ τὰ ἄλλα, μακάριος δὲν εἶναι γι’ αὐτό, ἀλλά μόνο ἐπειδὴ γνωρίζει ἐσένα»

Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία οἱ μακάριοι θὰ εἶναι ὅμοιοι καί ἴσοι μὲ τοὺς Ἀγγέλους καί ὄχι «λίγο κατώτεροι ἀπὸ αὐτούς» καί οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Θὰ εἶναι ἴσοι μὲ τοὺς ἀγγέλους καί παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ὄντας τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ» (Λουκ. 20,36)· καί ὅπως εἶπε ὁ μακάριος Αὐγουστῖνος· «Ὅταν θὰ δοῦμε τὸ πρόσωπό σου χωρὶς κάλυμμα στὸ πρόσωπο, τότε τί θὰ μᾶς ἐμποδίση ὥστε νὰ εἴμαστε λίγο παρακάτω ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους; Μᾶλλον ὅμοιοι κατὰ πάντα καί ἴσοι μὲ τοὺς ἀγγέλους θὰ εἴμαστε» (Εὐχὴ ιε’ ἡ ζ’). Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία ἡ ζωὴ θὰ εἶναι μόνο ζωὴ χωρὶς θάνατο! Ἡ χαρὰ μόνο χαρὰ χωρὶς λύπη! Ἡ ἡμέρα μόνο ἡμέρα χωρὶς νύκτα! Ἡ εὐτυχία μόνο εὐτυχία χωρὶς δυστυχία! Συνοπτικά, στὴν ὁποία μακαριότητα τὰ καλὰ θὰ εἶναι μόνο καλὰ χωρὶς κανένα κακὸ· γι’ αὐτό, λοιπόν, εἶπε ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος: «Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ὅλα ὅσα θέλει καί δὲν ἐπιθυμεῖ κανένα φαῦλο».

Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη οἱ μακάριοι ἀπὸ αἰσθητὸ ἥλιο καί ἀπὸ αἰσθητὴ σελήνη, γιὰ νὰ τοὺς φωτίζη, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ εἶναι γι’ αὐτούς ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη, γιὰ νὰ τοὺς φωτίζη αἰώνια: «Δὲν θὰ ὑπάρχη γιὰ σένα ἀκόμη ὁ ἥλιος γιὰ φῶς ἡμέρας, οὔτε ἀνατολὴ σελήνης θὰ σὲ φωτίζη τὴν νύκτα, ἀλλά θὰ ὑπάρχη γιὰ σένα ὁ Κύριος φῶς αἰώνιο καί ὁ Θεὸς ἡ δόξα σου παντοτινὰ» (Ἡσ. 60, 19).

Γι’ αὐτό, λοιπόν, καὶ ὁ θεοφόρος Μάξιμος λύνοντας τὴν ἀπορία μερικῶν, ποὺ ζητοῦσαν νὰ μάθουν ποιὰ διαφορὰ ἔχει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λέει: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι κατανόησις τῆς γνήσιας, προαιώνιας γνώσεως τῶν ὄντων, σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τους, ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὸν Θεό. Ἐνῶ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μετάδοσις κατὰ χάρι τῶν ἀγαθῶν, ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὸν Θεὸ» (κεφ. ψ’ τῆς β’ ἑκατοντ. τῶν θεολογικῶν).

Βλέπε ἐδῶ, ὅτι μόνα τὰ φυσικὰ προσόντα στὸν Θεὸ προστίθενται στοὺς μακάριους πρὸς θέα καὶ γνῶσι καί ἀπόλαυσι, ὄχι, ὅμως καὶ ἡ Θεία οὐσία, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται αὐτὰ φυσικὰ καὶ ἀχώριστα· γιατί αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον ἀκατάληπτη, ἀλλά καί ἐντελῶς ἄγνωστη καί ἀόρατη στοὺς μακάριους.(Ἡσ. 60, 19). Δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη πλέον ἀπὸ λύχνο γιὰ νὰ φέγγη τὴν νύκτα, οὔτε σπίτια, γιὰ νὰ κατοικοῦν, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ γίνη γι’ αὐτοὺς καὶ λύχνος καί κατοικία: «Καὶ νύκτα δὲν θὰ ὑπάρχη καὶ δὲν θὰ χρειάζονται λυχνάρι καί τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, γιατί ὁ Κύριος θὰ τοὺς φωτίζη καί θὰ βασιλεύσουν αἰώνια» (Ἀποκ. 22, 5). Καί πάλι: «Καί ναὸ δὲν εἶδα σ’ αὐτὴν διότι ναὸς της εἶναι ὁ Κύριος ὁ Παντοκράτορας καί τὸ Ἀρνίο» (Ἀποκ.. 22, 22).

Δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη οἱ μακάριοι οὔτε ἀπὸ ἀέρα οὔτε ἀπὸ φαγητό, οὔτε ἀπὸ πιοτό, οὔτε ἀπὸ κανένα ἄλλο ἐπιθυμητὸ πράγμα τοῦ κόσμου αὐτοῦ· ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ γίνη σ’ αὐτούς ἀντὶ γιὰ ὅλα τὰ πράγματα, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος: «Ἔτσι ὁ Θεὸς θὰ βασιλεύση πλήρως πάνω σὲ ὅλα» (Α’ Κορ. 15, 28), τὸ ὁποῖο ρητὸ ἑρμηνεύοντας ὁ θεολόγος Γρηγόριος λέει: «Στὸν καιρὸ τῆς ἀποκαταστάσεως θὰ εἶναι ὁ Θεὸς πάνω σὲ ὅλα … ὅταν δὲν θὰ εἴμαστε διαμοιρασμένοι σὲ πολλά, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες καί τὰ πάθη, μὴ ἔχοντας καθόλου μέσα μας τὸν Θεὸ ἤἔχοντάς τον ἐλάχιστα, ἀλλά ὁλόκληροι θὰ εἴμαστε χωρητικοί ὅλου τοῦ Θεοῦ καί μόνου· γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ τελείωσις, πρὸς τὴν ὁποία σπεύδουμε νὰ φθάσουμε» (Λόγ. β’ περί Υἱοῦ).

 Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, ἡ ὁποία εἶναι ὁ τελευταῖος καί ἔσχατος σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε μὲ τὴν δημιουργία καί ἀναπλάσθηκε μὲ τὴν ἔνσαρκη οἰκονομία· καί γιὰ νὰ πῶ μὲ συντομία: Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, στὴν ὁποία οἱ μακάριοι βλέποντας στὸ τρισήλιο φῶς τῆς δόξας τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, θὰ λένε στὸν Κύριο ἐκεῖνο ποῦ τοῦ εἶπε καί ὁ Φίλιππος: «Κύριε, δεῖξε μας τὸν Πατέρα καί μαςἀρκεῖ»· καί στὴν ὁποία μακαριότητα βρισκόμενος καί σύ, ἀδελφέ, θὰ εἶσαι ὄχι πλέον μακάριος, ἀλλ’ αὐτὴ σχεδὸν ἡ ἴδια μακαριότητα, ὅπως σοῦ ὑπόσχεται ὁ Κύριος λέγοντας:«Καί θὰ σοῦ κάνω τὴν ἀγαλλίασι αἰώνια, καύχημα γιὰ ὅλες τὶς γενεὲς» (Ἡσ. 60, 15).

Βλέπεις αὐτὴν τὴν μακαριότητα; Αὐτὴ ἀποκτᾶται μὲ κόπους καί μόχθους. Βλέπεις αὐτή τή χαρά; Αὐτή κερδίζεται μέ δάκρυα καί θλίψεις. Βλέπεις αὐτή τή δόξα τοῦ Παραδείσου; Ὁ σπόρος της εἶναι ἡ ἀγάπη.

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Χριστιανέ, νὰ ξέρεις πώς ὅσο κι ἂν ἀγαπᾶς ἐσύ τὸν Θεό, ἡ ἀγάπη ἡ δική Του εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ δική σου. Ὅπως τὰ χέρια τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἁπλώθηκαν στὸ σταυρό, ἔτσι θὰ εἶναι ἀνοιχτὴ κι ἡ καρδιά Του σὲ ὅλους στὴν οὐράνια βασιλεία Του. Ἐκεῖνος, τοῦ Ὁποίου ἡ ἀγάπη εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ δική σου, θὰ σ’ ἀγαπᾶ πάντα, αἰώνια. Σ’ ἀγαποῦσε καὶ τότε πού ἤσουν ἁμαρτωλός ἐχθρός Του. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν σὲ ἀγαπᾶ ἄπειρα ὅταν θὰ ‘χεις γίνει γιός Του, τέλειος σὲ ἁγιότητα;

       Λίγο προτοῦ καταστραφεῖ τελείως ἡ Ἱερουσαλὴμ ἔχυσε δάκρυα γι’ αὐτήν. Πόσο θὰ εὐφραίνεται τώρα μὲ τὴ δόξα τῆς Νέας Ἱερουσαλήμ!

       Χριστιανέ, προσπάθησε νὰ κατανοήσεις τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια: Θὰ βρίσκεσαι πάντα στὴν ἀγκαλιὰ μιᾶς Ἀγάπης πού δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος.

       Εἶναι ἡ Ἴδια αὐτὴ Ἀγάπη πού ἔφερε τὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, τὸν ὁδήγησε ἀπὸ τὴ γῆ στὸ σταυρό, ἀπὸ τὸ σταυρὸ στὸν τάφο κι ἀπὸ τὸν τάφο στὴ δόξα.

       Εἶναι ἡ Ἀγάπη πού τὸν ἔκανε νὰ ὑπομείνει ταπεινώσεις, πείνα, πειρασμούς, περιφρόνηση, κολαφισμούς, μάστιγες, ἐμπτυσμούς, παθήματα καὶ σταυρό.

       Ἡ Ἀγάπη πού νήστεψε, προσευχήθηκε, δίδαξε, θεράπευσε, ἔκλαψε, ἔχυσε τὸ αἷμα Της καὶ πέθανε.

       Ἡ Ἀγάπη αὐτὴ θὰ σὲ ἀκολουθεῖ πάντα, θὰ εἶναι διαρκῶς μαζί σου!

       Νὰ θυμᾶσαι, χριστιανέ, πώς ὅταν ἡ πίστη σου εἶναι δυνατὴ κι ἑνωθεῖς μὲ τὸν Θεό, οὔτε ἡ ἁμαρτία οὔτε ἡ γῆ οὔτε κι ἡ κόλαση θὰ σταθοῦν ἱκανὲς νὰ σὲ ἀποσπάσουν ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ὁ Χριστὸς θὰ εἶναι ἑνωμένος μαζί σου πιὸ στενὰ κι ἀπὸ τὸν ἀδελφό σου.

Ἐκεῖνος πού δὲν ἐπιδέχεται φθορὰ ἡ ἀλλοίωση εἶναι πιὸ πάνω ἀπ’ ὅλους τούς ἐχθρούς σου. «Οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. η’ 38-39).

       Ἡ χαρά σου δὲν θά ἀνήκει ἀποκλειστικὰ σὲ σένα. Θὰ ἁπλωθεῖ παντοῦ, ὅπως ἁπλώνεται κι ἡ ἀγάπη. Ὁ οὐρανὸς εὐφραίνεται μὲ τὴν ἀλλοίωσή σου. Πόσο μᾶλλον θὰ εὐφραίνεται ὅταν θὰ δοξαστεῖς! Ἄγγελοι θὰ σὲ ὑποδεχτοῦν καὶ θὰ χαίρονται μὲ τὴν παρουσία σου ἐκεῖ.

       Ἡ μακαριότητά μας εἶναι τὸ τέλος κι ὁ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τῆς διακονίας τοῦ Χριστοῦ, τῶν παθῶν Του καί τοῦ θανάτου Του. Ἐκεῖνος δοξάζεται «ἐν τοῖς ἁγίοις Του». Θὰ τὸν ἀγαποῦν ὅλοι οἱ πιστοὶ κι Ἐκεῖνος θὰ χαίρεται μὲ τοὺς καρποὺς τῆς διακονίας Του στὸ ἀνθρώπινο γένος.

       Ὅσο χρόνο ἀναμένεις αὐτὴν τὴν ὑπέροχη κατάσταση τοῦ μέλλοντος, πρόσεχε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Νὰ ‘σαι πάντα σὲ ἐγρήγορση, νὰ ἐμπιστεύεσαι τὴ Θεία Πρόνοια καὶ νὰ προετοιμάζεις τὸν ἑαυτό σου σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ γιὰ τή μέλλουσα εὐφροσύνη σου.

Ἅγιος Ἰωάννης Κροστάνδης

Πηγή: www.imaik.gr (Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Καρέα)




Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΤΙ ΕΚΑΝΕ Ο ΘΕΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)



Ἄς σκεφτοῦμε, ἀγαπητοί, πόσα ἔκανε ὁ Θεός γιά τή σωτηρία μας. Πρῶτα ἀποφάσισε κι ἑτοίμασε τή βασιλεία Του γι’ αὐτούς πού θά ὑπακούσουν στό νόμο Του. Τήν εὐτυχία καί τή μακαριότητα ὁ Θεός Πατέρας δέν τήν κράτησε μόνο γιά τόν ἑαυτό Του καί τόν ἀγαπητό Του Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεύμα. Ἡ ἀγαθότητά Του θέλησε νά προνοήσει καί γιά μᾶς. Θέλησε νά μᾶς κάνει θετά παιδιά Του κατά χάρη καί μετόχους τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν λοιπόν ἦρθε ὁ κατάλληλος καιρός, αὐτή ἡ ἄναρχη πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς ἐκπληρώθηκε μέ ἔργα. Γιατί ὅλα τ’ ἀποτελέσματα καί τῆς φύσεως καί τῆς χάριτος τά ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά τήν ἀνάπαυση, τήν ὠφέλεια καί τή σωτηρία μας, ὅπως λέει καί ὁ ἀπόστολος: “Τά γάρ πάντα δι’ ἡμᾶς”(Β΄ Κορ. 4, 15).


Γιά τή σωτηρία μας εἶναι ἐπιστρατευμένοι οἱ ἄρχοντες τοῦ οὐρανοῦ, δηλαδή οἱἀρχάγγελοι καί οἱ ἄγγελοι, πού τό διακόνημά τους εἶναι νά ὑπερασπίζονται καί νά βοηθοῦν τόν εὐτελῆ ἄνθρωπο γιά νά σωθεῖ: “Εἰσί λειτουργικά πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν” (Ἑβρ. 1, 14).

Γιά τή σωτηρία μας ὁ Θεός “ἐκ τοῦ μή ὄντος” δημιούργησε τόν αἰσθητό κόσμοκαί μᾶς κατέστησε βασιλεῖς σ’ ὅλα Του τά ἔργα, πού ὅρισε νά μᾶς ὑπηρετοῦνγιά νά ἐργαζόμαστε τίς ἐντολές Του σ’ αὐτή τή ζωή καί νά Τόν ἀπολαύσουμε στήν ἄλλη.

Γιά τή σωτηρία μας ἔδωσε νόμο καί ἐντολές κι ἔστειλε προφῆτες, οἱ ὁποῖοι μέ τίποτ’ ἄλλο δέν ἀσχολήθηκαν, παρά μέ τό πῶς θά σωθοῦμε. Μέ δυό λόγια, “οὐκ ἔθετο ἡμᾶς ὁ Θεός εἰς ὀργήν, ἀλλ’ εἰς περιποίησιν σωτηρίας” (Α΄ Θεσ. 5, 9).

Ὁ ἴδιος ὁ Τριαδικός Θεός, ὁ Πατέρας, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐργάζεται γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων: Ὁ Θεός Πατέρας, μέ τήν παντοδυναμία καί εὐδοκία Του, διώχνοντας κάθε ἐμπόδιο· ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ τή σοφία καί τή δράση Του, ὁρίζοντας ὅλα τά θετικά μέσα· καί τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τήν ἄπειρή Του ἀγαθότητα καί συνέργεια, παρέχοντας τά οὐράνια χαρίσματα.

Ὤ, τί παράδοξο πρᾶγμα! Ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα ἐργάζεται γιά νά μᾶς σώσει!Ναί, γιατί ὅσο μεγάλο εἶναι τό ἔργο τῆς δημιουργίας μας, ἄλλο τόσο μεγάλο εἶναι τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας. Καί γιά νά μιλήσουμε σύντομα, ὅλος ὁ σκοπός τῆς φύσεως καί τῆς χάριτος καί τῆς πίστεως δέν εἶναι ἄλλος, παρά ἡ σωτηρία τῆς δικῆς μας τῆς ψυχῆς, ὅπως γράφει καί ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος: “κομιζόμενοι τό τέλος τῆς πίστεως ἡμῶν, σωτηρίαν ψυχῶν” (Α΄ Πέτρ.1, 9).

Λοιπόν ἀδελφοί μου, πόσο τυφλοί θά εἴμαστε, ἄν δέν βλέπουμε πόσα ἔκανε ὁ Θεός γιά τήν πολύτιμη σωτηρία τῆς ψυχῆς μας! Ἐμπρός λοιπόν, ἄς ἐκμεταλλευτοῦμε τίς λίγες μέρες τῆς ζωῆς πού μᾶς ἀπέμειναν. Ἄς συνέλθουμε, ἄς ξυπνήσουμε ὅλες τίς κοιμισμένες καλές ἐπιθυμίες μας καί ἄς χρησιμοποιήσουμε τό χρόνο τῆς ζωῆς μας γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς μας. Ἄς μήν ἀναρωτιόμαστε γιά τίποτ’ ἄλλο, πέρα ἀπό ἐκεῖνο πού ρώτησε ὁ νομικός: “Τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;” (Λουκ. 10, 25). Αὐτό εἶναι τό πιό ἀναγκαῖο καί τό πιό ὠφέλιμο ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου: Τί πρέπει νά κάνω γιά νά σωθῶ; Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι εἴτε βλαβερά εἴτε ἀνώφελα καί μάταια. Ἄς τρομάξουμε, πού πολλές φορές βάλαμε σέ κίνδυνο τήν ψυχή μας. Ἄς εὐχαριστήσουμε τό Θεό, πού ἀπό τή μεγάλη Του ἀγαθότητα, ὑπέμεινε τήν ἀμέλειά μας. Κι ἄς Τόν παρακαλέσουμε νά ὁλοκληρώσει τό ἔργο πού ἄρχισε, τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας.

Ἄς σκεφτοῦμε ὅμως τώρα, ἀδελφοί μου, τούς πόνους καί τά πάθη καί τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ γιά τή σωτηρία μας. Ἀντί νά τιμωρηθοῦμε ἐμεῖς, πού μέ τίς ἁμαρτίες μας Τόν περιφρονήσαμε ἀναίσχυντα καί προσβάλαμε τήν ἀγαθότητά Του, πέθανε Αὐτός γιά μᾶς, τούς ὑβριστές καί ἀποστάτες. Οὔτε τήν τιμή τῆς θεότητός Του δέν ὑπολόγισε γιά τή δική μας σωτηρία. Ἕνωσε μέ τόν ἑαυτό Του τήν ἀνθρώπινη φύση καί γεννήθηκε φτωχικά μέσα σ ἕνα σπήλαιο. Ἔζησε ἐπίσης φτωχικά, μήν ἔχοντας τόπο γιά νά γείρει τό κεφάλι του: “Αἱ ἀλώπεκες φωλεούς ἔχουσι καί τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δέ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ” (Ματθ. 8, 20). Καί πέθανε φτωχικά, μήν ἔχοντας οὔτε ἕνα μικρό κομμάτι γῆς γιά νά ταφεῖ. Ὑπέμεινε βαρύτατες βλασφημίες καί τελείωσε τή ζωή Του μέ τόν πιό ἀτιμωτικό τρόπο, “γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ” (Φιλιπ. 2, 8). Ὑπέφερε πόνους ἀπερίγραπτους ἀπό τούς σκληρούς βασανιστές Του. Τό αἷμα χύθηκε ποτάμι ἀπό τίς φλέβες Του καί πότισε τή γῆ. Τόση λύπη καί ἀγωνία δοκίμασε, πού αὐτή καί μόνο ἦταν ἀρκετή γιά νά Τόν θανατώσει: “Περίλυπος ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου” (Ματθ. 26, 38). Ἔγινε πέλαγος βασάνων γιά νά σβήσει τίς φλόγες τῆς κολάσεως πού ἀνάψαμε ἐμεῖς μέ τίς ἁμαρτίες μας, κι ἔτσι νά μᾶς ἀνεβάσει σωσμένους στόν οὐράνο.

Ἀφοῦ λοιπόν ὁ Κύριος ἐξαγόρασε τή σωτηρία μας μ’ ἕνα θάνατο γεμᾶτο ἀπό ταπείνωση, ἀτιμία καί πάθη πολλά, ὅσα δέν δοκίμασε κανένας στόν κόσμο, ἄς στοχαστοῦμε πόσο πολύτιμη εἶναι αὐτή ἡ σωτηρία! Καί πόσο ἀναπολόγητοι θά εἴμαστε, ἄν δέν τό ἀναγνωρίζουμε!

Ὕστερα ἀπ’ ὅλ’ αὐτά, ἀδελφοί μου, ἄς σκεφτοῦμε πόσο τρομερό πρᾶγμα εἶναι τοῦτο: Ἀπό τή μιά μεριά ὁ Χριστός νά χύνει τό πανάγιο αἷμα Του γιά τή σωτηρία μας, κι ἀπό τήν ἄλλη ἐμεῖς νά μήν θέλουμε ν’ ἀγωνιστοῦμε πρόθυμα γι’ αὐτήν, ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: “Ἄρα οὖν ὡς καιρόν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τό ἀγαθόν” (Γαλ. 6, 10).

Ἄν δέν φρίξουμε τώρα γιά τήν ἀμέλειά μας, ὁπωσδήποτε θά φρίξουμε ἀπό τρόμο μπροστά στό βῆμα τοῦ δικαιοκριτῆ Χριστοῦ, ὅταν δοῦμε τά πράγματα ὅπως εἶναι στήν πραγματικότητα.

Ἄς ντραποῦμε λοιπόν γιά τήν ἀσύνετη καί ἁμαρτωλή ζωή πού ζήσαμε μέχρι τώρα, καί ἄς ἀποφασίσουμε νά νικήσουμε ὅλα τά πάθη καί ὅλες τίς κακίες πού μᾶς πολεμοῦν. Κι ἄν μέχρι σήμερα θεωρήσαμε τή σωτηρία μας σάν ἀσήμαντο καί ἀνάξιο λόγου πρᾶγμα, ἄς παρακαλέσουμε θέρμα τόν Κύριο νά μᾶς φωτίσει, ὥστε ν’ ἀρχίσουμε ἀπ’αὐτή τή στιγμή τήν ἐργασία γιά τήν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς μας, γιατί ὁ χρόνος πού χάσαμε δέν γυρίζει πίσω.


 (Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου)
(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς)


Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

ΔΥΟ ΠΑΓΙΔΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)






Πολλές εἶναι οἱ παγίδες που στήνει ὁ διάβολος, για να πιάσει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί νά τίς ὁδηγήσει στόν ὄλεθρο. Δυό ἀπ᾿ αὐτές εἶναι ἡ ἀργία καί ἡ πολυπραγμοσύνη. Καί ἡ ἀργία, δηλαδή τό νά κάθεται κανείς καί νά σαπίζει σέ μιά ἀξιοκατάκριτη ἀπραξία, καί ἡ πολυπραγμοσύνη, δηλαδή τό νά μπλέκεται κανείς μέ χίλιες ὑποθέσεις καί δουλιές, εἶναι ἐμπόδια γιά τή σωτηρία.

Πολλοί χριστιανοί, προπαντός οἱ νέοι, περνᾶνε τή μέρα τους χωρίς ἐργασία. Περπατᾶνε στίς πλατεῖες, μιλᾶνε γιά τά διάφορα νέα, κοροϊδεύουν τούς διαβάτες, καί ὅταν πηγαίνουν στήν ἐκκλησία, τό κάνουν γιατί δέν ἔχουν νά κάνουν τίποτ᾿ ἄλλο. Ἔτσι σπαταλᾶνε τό χρόνο τους χωρίς κανένα κέρδος. Τό Ἅγιο Πνεῦμα στή Σοφία Σειράχ λέει, ὅτι «πολλήν κακίαν ἐδίδαξεν ἡ ἀργία»1.

Θά λέγαμε, ὅτι ὁ διάβολος ἄνοιξε ἕνα σχολείο πονηρίας καί κακίας, καί ἐπειδή εἶδε πώς δέν ἐπαρκοῦσε ὁ ἴδιος γιά ὅλα τά μαθήματα τοῦ κακοῦ, ἔβαλε τήν ἀργία σάν βοηθό-δάσκαλο, γιά νά κάνει αὐτή ὅσα μαθήματα δέν πρόφταινε νά κάνει ἐκεῖνος!

Σ᾿ αὐτό λοιπόν τό σχολείο μαθαίνουν οἱ ἄνθρωποι τίς ἁμαρτίες γρήγορα καί χωρίς κόπο. Καί τίς μαθαίνει ἀνεξαίρετα κάθε ἄνθρωπος, γιατί καί οἱ πιό καθυστερημένοι στό μυαλό γίνονται μαθητές ἄξιοι νά προκόψουν στό κακό. Ἐδῶ μαθαίνει ὁ ἄνθρωπος νά ἁμαρτάνει μέ τό λογισμό, ἐπιθυμώντας μέ τήν καρδιά τοῦ ἐκεῖνο πού δέν μπορεῖ νά κάνει μέ τά ἔργα. «Ἐπιθυμίαι ὀκνηρόν ἀποκτείνουσιν· οὐ γάρ προαιροῦνται αἱ χεῖρες αὐτοῦ ποιεῖν τι»2.

Μερικές φορές ὁ ὀκνηρός δέν κάνει τό κακό μέ τήν πράξη, γιατί χρειάζεται κάποιος κόπος. Ἀλλά μέ τούς πονηρούς λογισμούς τρέχει κάθε μέρα στήν ἀκαθαρσία.
Στούς λογισμούς τοῦ ὀκνηροῦ καί φυγόπονου ἀνθρώπου ἀκολουθοῦν σάν ἁλυσίδα οἱ κατακρίσεις. Γιατί ὅσο εἶναι ἀμελής στά δικά του πράγματα καί στίς δικές του ὑποθέσεις, τόσο εἶναι ἐπιμελής καί πρόθυμος στό νά ἐξετάζει τά ἔργα τῶν ἄλλων. Καί ὅση περισσότερη δυσκολία ἔχει στό νά ἐργάζεται, τόση εὐκολία ἔχει στό νά μιλάει, ἐπειδή αὐτό δέν ἀπαιτεῖ κόπο. Γι᾿ αὐτό περνάει τίς μέρες του μέ κατακρίσεις. Κι ἐνῶ ἡ γλώσσα ἁγιάστηκε μέ τό βάπτισμα, αὐτός τή βεβηλώνει καί τή μολύνει.

Ἔπειτα, ὅποιος εἶναι ἐχθρός τοῦ κόπου, εἶναι φίλος τῶν ἡδονῶν. Καί δέν εὐχαριστιέται ὁ ὀκνηρός, ἄν δέν ἀπολαύσει τίς ἡδονές. Ἔτσι ἐπαληθεύεται ἡ ἀρχαία παροιμία, πού λέει: «Ἀργία μήτηρ πάσης κακίας».

Τό νερό πού μένει στάσιμο, γρήγορα βρωμίζει. Ὁ ἀέρας πού δέν ἀνανεώνεται, σέ λίγο γίνεται ἀνθυγιεινός. Οἱ στρατιώτες πού μένουν ἄπρακτοι καί ἀγύμναστοι, γίνονται μαλθακοί καί εὔκολα νικώνται. Ἔτσι καί οἱ πνευματικοί στρατιώτες τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἀργία καί φυγοπονία γλιστράνε σιγά-σιγά σέ κάθε κακία.

Ἄν ὅμως ἡ ἀργία γεννάει πολλά κακά, δέν γεννᾶνε λιγότερα καί οἱ πολλές ὑποθέσεις, οἱ πολλές δουλειές καί οἱ πολλές μέριμνες. Γιατί αὐτές, λέει ὁ Κύριος, εἶναι σάν τ᾿ ἀγκάθια, πού πνίγουν τό σπόρο τῶν θείων ἐντολῶν, καί τόν ἐμποδίζουν ν᾿ αὐξηθεῖ καί νά καρποφορήσει: «Τό δέ εἰς τᾶς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καί ὑπό μεριμνῶν καί πλούτου καί ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καί οὐ τελεσφοροῦσι”3.

Οἱ πολυάσχολοι ἄνθρωποι δέν ἔχουν καιρό γιά τήν ἐκκλησία, δέν ἔχουν καιρό γιά τό κήρυγμα, δέν ἔχουν καιρό νά διαβάσουν ἕνα ὠφέλιμο βιβλίο. Τή μιά δουλειά πιάνουν, τήν ἄλλη ἀφήνουν. Μοιάζουν μ᾿ ἕνα σκοινί δεμένο σέ χίλιους κόμπους, πού δέν πρόκειται ποτέ νά λυθεῖ. Καί μ᾿ αὐτό τό τέχνασμα ὁ διάβολος τούς κρατάει δεμένους κι αἰχμαλωτισμένους. Ἀκόμα κι ἄν θελήσουν νά ξεφύγουν ἀπό τά χέρια του, δέν βρίσκουν διέξοδο, γιατί ὁ παμπόνηρος τούς πνίγει μέ μεγαλύτερες ὑποθέσεις καί μέριμνες. Ἔτσι δέν ἔχουν καιρό ὄχι νά κάνουν τό καλό, μά οὔτε κάν νά τό σκεφθοῦν. Οἱ καθημερινές φροντίδες καί ὑποθέσεις γίνονται παγίδες, πού τούς κολλᾶνε στή γῆ καί τά γήινα. Ἡ μᾶλλον αὐτές οἱ φροντίδες κολλᾶνε στήν καρδιά τους, ὅπως ὁ κισσός στά δέντρα, καί ἀπομυζοῦν κάθε στάλα εὐλάβειας πού ἔχουν.

Ἀλλά κι ἄν τούς μείνει λίγος χρόνος γιά νά κάνουν κανένα καλό, πῶς νά τό κάνουν τό καλό ὅπως πρέπει; Οἱ μανιώδεις κυνηγοί, ἀκόμα κι ὅταν κοιμοῦνται, ὀνειρεύονται τά θηράματα πού πιάνουν ἤ ἐκεῖνα πού τούς φεύγουν. Ἔτσι, τό σῶμα τους βρίσκεται στό κρεβάτι καί ὁ νοῦς τους στά δάση. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ κείνους πού καταγίνονται μέ πολλές ὑποθέσεις καί φροντίδες. Βρίσκονται στήν ἐκκλησία, καί ὁ νοῦς τους τρέχει ἀπό δω κι ἀπό κεῖ: Πῶς θά κάνουν αὐτή τή δουλειά, πῶς θά τελειώσουν ἐκείνη τήν ὑπόθεση… Τό σῶμα τους εἶναι στήν ἐκκλησία, καί ὁ νοῦς τους στίς πλατεῖες. Καί ὅταν κοιμοῦνται ἀκόμα, ὀνειρεύονται διάφορες ὑποθέσεις καί φροντίδες: “Περί τροφῆς φροντίς· γυναικός φυλακή· οἴκου ἐπιμέλεια· οἰκετῶν προστασίαι· αἱ κατά τά συμβόλαια βλάβαι· αἱ ἐν τοῖς δικαστηρίοις συμπλοκαί· τῆς ἐμπορίας οἱ κίνδυνοι· αἱ τῆς γεωργίας διαπονήσεις… Πᾶσα ἡμέρα ἰδίαν ἥκει φέρουσα τῆς ψυχής ἐπισκότισιν· καί αἱ νύκτες, τας φροντίδας παραλαβοῦσαι, ἐν ταῖς αὐταῖς φαντασίαις ἐξαπατῶσι τόν νοῦν»4.

Κι ἐνῶ βρίσκεσαι σέ τέτοιο περισπασμό, σέ τέτοια ταραχή, νομίζεις πώς θά σοῦ μιλήσει καί θά σέ φωτίσει ὁ Θεός;
Μά ἐσύ, ὅταν διηγείσαι σ᾿ ἕνα φίλο σου κάποιο γεγονός κι ἐκεῖνος δέν σέ προσέχει, δέν σταματάς νά τοῦ μιλᾶς; Πῶς θέλεις ἔπειτα νά μιλάει ὁ Θεός στήν καρδιά σου, τή στιγμή πού εἶναι γεμάτη μ᾿ ἑκατό λογισμούς καί δέν ἔχει χῶρο γιά τή δική Του φωνή;

Γιά νά λυτρωθεῖς ὅμως εἴτε ἀπό τήν ἀργία εἴτε ἀπό τήν πολυμεριμνία, πρέπει νά κατανοήσεις τό σκοπό γιά τόν ὁποῖο γεννήθηκες στόν κόσμο.
Καί ὁ σκοπός αὐτός δέν εἶναι ἄλλος, ἀπό τήν κερδοφόρα ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου σου γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς σου, γιά τή σωτηρία σου. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός πάντοτε καί «ἕως ἄρτι ἐργάζεται»5.

Πολύ περισσότερο ἐμεῖς «δεῖ ἐργάζεσθαι ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται γάρ νύξ ὅτε οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι»6. Ἄς πολλαπλασσιάσουμε τά τάλαντα πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Κύριος, λέγοντας: «Πραγματεύσασθε ἕως ἔρχομαι»7. Ὅταν ἔρθει, θά εἶναι ἀργά πιά γιά πνευματικές ἐπενδύσεις.

Τόσο πολύτιμος λοιπόν εἶναι ὁ καιρός τῆς παρούσης ζωῆς, πού κι ἄν μαζεύονταν ὅλοι οἱ ρήτορες τοῦ κόσμου, δέν θά μποροῦσαν νά παραστήσουν ἱκανοποιητικά τήν ἀξία του. Ἐπειδή ὁ καιρός πού μᾶς δίνει ὁ Θεός γιά νά κερδίσουμε τόν παράδεισο ἀξίζει τόσο, ὅσο καί ὁ ἴδιος ὁ παράδεισος. Τώρακαταλαβαίνεις τήν ἀξία τοῦ χρόνου πού ἔχεις γιά νά μετανοήσεις. Γιατί θά ἔρθει ξαφνικά ὁ θάνατος, καί τότε θά ζητᾶς μιά στιγμή γιά μετάνοια, καί δέν θά τήν ἔχεις.

Διηγοῦνται γιά ἕναν ἄρχοντα, πού ἦταν πολλά χρόνια γραμματέας κάποιου βασιλιά, πώς ὅταν ἔφτασε στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητα, λέγοντας: «Ἀλλοίμονο σέ μένα, πού ξόδεψα τόσα φορτία χαρτιοῦ γιά νά γράφω τά γράμματα τοῦ βασιλιά, καί δέν βρῆκα λίγο καιρό γιά νά γράψω σέ μισό φύλλο χαρτί τίς ἁμαρτίες μου. Ἀλλοίμονο! Ἀλλοίμονο!».

Ἕνα παρόμοιο θρῆνο θά κάνεις κι ἐσύ, ἀγαπητέ, στό τέλος τῆς ζωῆς σου, ἄν ξόδεψες τά χρόνια σου εἴτε μέσα στήν ἀργία, εἴτε, ἀντίθετα, μέσα στίς πολλές ἀσχολίες, καί δέν φρόντισες γιά τήν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς σου. Λοιπόν, ξύπνα ἀπό τόν πνευματικό ὕπνο. Μοιάσε στό στρατοκόπο ἐκεῖνο, πού πέφτει μεσόστρατα νά κοιμηθεῖ, ἀλλά σέ λίγο, σάν συλλογιστεῖ πόσο οἱ σύντροφοί του ἔχουν προχωρήσει, σηκώνεται καί συνεχίζει βιαστικά.
Ἔχεις χάσει κι ἐσύ τόσον καιρό. Πρέπει τώρα νά τόν πάρεις πίσω, ζώντας, «μή ὡς ἄσοφος, ἀλλ᾿ ὡς σοφός, ἐξαγοραζόμενος τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν»8.

______________________


1 33 : 28. 2 Παρ. 21 : 25. 3 Λουκ. Η΄ : 14 4 Μεγ. Βασιλείου, Ἐπιστ. Α΄. 5 Ἰω. ε΄ : 17 6 Ἰω. Θ΄ : 4 7 Λουκ. Ιθ΄: 13 8 Ἐφ. Ε΄ : 15-16.

Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς)

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Η ΑΔΥΝΑΜΗ ΠΙΣΤΗ (Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ἡ πίστη εἶναι μιά δύναμη, πού κατοικεῖ στό νοῦ καί στή θέληση. Ὁ νοῦςφωτίζεται ἀπό οὐράνιο φῶς καί κρατάει ὅσα μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Θεός. Ἡθέληση πάλι παρακινεῖται κι αὐτή ἀπό τό Θεό ν᾿ ἀποδέχεται ὅσα ἀποκάλυψε στό νοῦ μέ τό φωτισμό. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως, ἡ θέληση συχνά προστάζει μέ τή θεία πίστη τό νοῦ – ἰδιαίτερα ὅταν αὐτός σκοτιστεῖ ἀπό κάποιο πάθος – νά κρατάει σάν ἀληθινά ὅσα ἀποκαλύπτει ὁ Θεός. Γιατί στή θέληση, στό αὐτεξούσιο, ὑποτάσσεται κι αὐτός ἀκόμα ὁ νοῦς. Τό αὐτεξούσιο, βλέπετε, εἶναι ἰδίωμα τῆς ψυχῆς, πού τῆς δόθηκε γιά νά ὑποτάσσει ὅλες τίς ἄλλες δυνάμεις της, τό ἴδιο ὅμως νά ὑποτάσσεται μόνο στό Θεό καί τό νόμο Του, ὄχι στό κακό καί τήν ἁμαρτία. Γιατί ὁ Θεός «οὐκ ἐνετείλατο οὐδέν ἀσεβεῖν καί οὐκ ἔδωκεν ἄνεσιν οὐδενί ἁμαρτάνειν»1. 

Ἡ ἀδυναμία λοιπόν τῆς πίστεως γεννιέται ἀπ᾿ αὐτές τίς δυό αἰτίες:
Πρῶτα, ἐπειδή ὁ νοῦς δέν μπορεῖ νά εἰσχωρήσει βαθιά στά μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί στά αἴτια πού μᾶς κάνουν νά τά πιστεύουμε.
Κι ἔπειτα, ἐπειδή ἡ θέληση δέν μπορεῖ νά τ᾿ ἀγαπήσει πρίν τά γνωρίσει, μιά καίπροϋπόθεση τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ γνώση.
Γι᾿ αὐτό ὁ ἱερός Αὐγουστίνος εἶπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ ν᾿ ἀγαπήσει τ᾿ ἀόρατα πράγματα, ὄχι ὅμως καί τά ἄγνωστα σ᾿ αὐτόν.
Ἔτσι, βλέπουμε μερικούς ἀνθρώπους, πού εἶναι πιστοί ὄχι τόσο γιατί διάλεξαν συνειδητά καί θεληματικά τή ζωή τοῦ χριστιανοῦ, ὅσο γιατί γεννήθηκαν ἀπό γονεῖς χριστιανούς. Εἶναι πιστοί γιατί ἔλαβαν τό βάπτισμα. Ὥς πρός τά ἄλλα, τόσο λίγο καταλαβαίνουν τό μεγαλεῖο τῶν μυστηρίων, τόσο λίγο γνωρίζουν τήν ὑπεροχή τῆς πίστεώς μας ἀπέναντι στίς ἄλλες θρησκεῖες καί τόσο λίγο ἀκολουθοῦν στή ζωή τους τό νόμο τοῦ Εὐαγγελίου, ὥστε μόλις πού ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἀπίστους.
Κι ἐγώ τώρα, ρωτάω κάθε χριστιανόΠοιός εἶσαι σύ, πού στέκεσαι ἐδῶ στήν ἐκκλησία; Ἀπό τίποτ᾿ ἄλλο δέν σέ ξεχωρίζω γιά χριστιανό, ἐκτός ἀπό τ᾿ ὄνομά σου. Γιατί ἄν σέ ρωτήσω, ποιός εἶν᾿ αὐτός ὁ Χριστός πού πιστεύεις, δέν θά ξέρεις νά μοῦ πεῖς. Κι ἔτσι φανερώνεσαι σάν ἕνας ἀκατήχητος καί ἄπιστος. Δίκαια λοιπόν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι στίς μέρες μας λιγόστεψε ἡ πίστη πολλῶν χριστιανῶν, «ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπό τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων»2. Γιατί, μολονότι λένε πώς πιστεύουν στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τά πιστεύουν ὅμως μέ μιά πίστη τόσο συγκεχυμένη, τόσο χλιαρή καί ἀδύνατη, πού μποροῦμε νά ποῦμε πώς τά γνωρίζουν ὅπως ὁ τυφλός ἐκεῖνος, πού ἔβλεπε τούς ἀνθρώπους σάν δέντρα: «βλέπω τούς ἀνθρώπους ὡς δένδρα περιπατοῦντας»3.

Ἕνας Θεός γεννιέται μέσα σ᾿ ἕνα σπήλαιο καί πάνω σ᾿ ἕνα παχνί ζώων, γιά νά μᾶς διδάξει τήν καταφρόνηση τῶν προσωρινῶν ἀγαθῶν. Ἕνας Θεός ζεῖ τριαντατρία χρόνια σ᾿ ἕνα ἐργαστήρι μαραγκοῦ, δουλεύοντας τήν ξυλουργική τέχνη, γιά νά μᾶς διδάξει τήν ταπείνωση. Ἕνας Θεός περπατάει ἀνυπόδητος στίς στράτες τῆς Παλαιστίνης, γιά νά μᾶς δείξει τή στράτα τ᾿ οὐρανοῦ. Ἕνας Θεός πεθαίνει πάνω στό σταυρό, γιά ν᾿ ἀφανίσει τήν ἁμαρτία. Καί ὅλ᾿ αὐτά, τά τόσο μεγάλα καί θαυμαστά, δέν κεντοῦν τή συνείδηση οὔτε συγκλονίζουν τήν καρδιά τῶν χριστιανῶν. Γι᾿ αὐτό εἶπα πρίν καί λέω πάλι, ὅτι «ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπό τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων».

Παρόμοια λιγόστεψε ἡ πίστη ἀπό τούς τωρινούς χριστιανούς καί στήν πράξη, στή ζωή. Γιατί ἡ πίστη πρέπει νά εἶναι ὄχι μόνο «κανών τοῦ πιστεύειν», ἀλλά καί «κανών τοῦ ποιεῖν». Συνίσταται δηλαδή ὄχι μόνο στό νά πιστεύουμε, ἀλλά καί στό νά ζοῦμε σωστά: «Ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι»4. Γιατί ἐκεῖνοι πού ὁμολογοῦν τό Χριστό γιά διδάσκαλο τῆς πίστεως, τῶν μυστηρίων καί τῶν δογμάτων πού μᾶς ἀποκάλυψε, οἱ ἴδιοι δέν ἐφαρμόζουν στή ζωή τους τό νόμο Του. Κι ἐνῶ ἀκοῦνε ἀπό τό στόμα Του, ὅτι εἶναι μακάριοι ὅσοι ὑποφέρουν γιά τήν ἀγάπη Του, ὅσοι ταπεινώνονται, ὅσοι ἀποστατοῦν ἀπ᾿ αὐτές τίς ἐντολές καί τίς ἄλλες θεῖες διδασκαλίες, λέγοντας μέσα τους: “Σωστά εἶν᾿ ὅλα αὐτά γιά τό Θεό, ὄχι ὅμως γιά τόν κόσμο”. Καί ἔτσι νομίζουν, οἱ ταλαίπωροι, ὅτι δικαιολογοῦνται μπροστά στό κριτήριο τῆς σοφίας Θεοῦ. Ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι σάν τό λιθάργυρο, πού μοιάζει μέ τό χρυσάφι σέ ὅλα ἐκτός ἀπό τήν ἀντοχή στή φωτιά. Γιατί ὅταν τό χρυσάφι μπεῖ στήν φωτιά, δέν λιώνει εὔκολα. Ὁ λιθάργυρος ὅμως λιώνει γρήγορα καί χωνεύεται. Ἔτσι κι αὐτοί, ἀκολουθοῦν τό Χριστό ὅσο αὐτός δέν εἶναι ἀντίθετος στά πάθη τους. Ὅταν ὅμως τούς προστάξει νά πολεμήσουν τά πάθη τους καί νά τά νικήσουν, ἀμέσως ἀρνοῦνται τή θεία Του διδασκαλία καί «στρέφουν εἰς τά ὀπίσω».

Ἀπό τήν ἀδύναμη πίστη προέρχονται δυό ἀλληλένδετα καί φοβερά πνευματικά κακάἡ ὑποχώρηση τῆς ἀρετῆς καί ἡ αὔξηση κάθε κακίας.
Ἄς δοῦμε πρῶτα πῶς ὑποχωρεῖ ἡ ἀρετή.
Ἀπό τούς τωρινούς χριστιανούς, γιά τήν ἀδυναμία τῆς πίστεώς τους, λείπει ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος τῆς ἀρετῆς, πού ἄκμαζε καί αὐξανόταν στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες. Τότε ἡ ἀγάπη στό Θεό ἦταν τόσο φλογερή, ὥστε, κατά τή μαρτυρία τοῦ Τερτυλλιανοῦ, δέν βρισκόταν τόσοι δήμιοι, ὅσοι χρειάζονταν, γιά νά θανατώσουν ὅλους τούς χριστιανούς, πού παραδίνονταν θεληματικά στό μαρτύριο. Καί ἡ ἀγάπη στόν πλησίον ἦταν τόσο θερμή στούς χριστιανούς ἐκείνους, πού, ὅπως διηγεῖται ὁ ἅγιος Κλήμης, πολλοί, ἀφοῦ πουλοῦσαν ὅ,τι εἶχαν καί τό ἔδιναν ἐλεημοσύνη, στό τέλος πουλοῦσαν δοῦλο καί τόν ἴδιο τους τόν ἑαυτό, γιά νά δώσουν στούς φτωχούς τό ἀντίτιμο!
Μπορεῖς νά συγκρίνεις τώρα τήν πίστη τῶν πρώτων χριστιανῶν μέ τήν πίστη τῶν τωρινῶν;
Δέν συγκρίνεται… Καί νά γιατί: Ἄν κόψεις τά κλαδιά ἑνός δένδρου, ξαναβλασταίνουν πάλι πιό δυνατά. Ἄν ὅμως κόψεις ἤ ἀδυνατίσεις τή ρίζα, ἀμέσως μαραίνονται ὅλα τά κλαδιά. Ὅπως λοιπόν εἶναι ἡ ρίζα σ᾿ ἕνα δένδρο, ἔτσι εἶναι καί ἡ πίστη στήν ψυχή. Ἐκείνη εἶναι πού τήν τρέφει, τή μεγαλώνει τήν κάνει νά δίνει καρπό. Ἔτσι, ἄν ζεῖ ὁ χριστιανός, ζεῖ μέ τήν πίστη, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται»5. Καί ὁ ἅδης ἀκόμα νά ὁρμήσει πάνω στόν πιστό, αὐτός θά τά βγάλει πέρα. Μέ ρίζα τήν πίστη ὁ ἄνθρωπος ἀποκτάει ὅλα τά πνευματικά ἀγαθά, γιατί προσθέτει «ἐν τῇ πίστει τήν ἀρετήν, ἐν δέ τῇ ἀρετῇ τήν γνῶσιν, ἐν δέ τῇ γνώσει τήν ἐγκράτειαν, ἐν δέ τῇ ἐγκρατείᾳ τήν ὑπομονήν, ἐν δέ τῇ ὑπομονῇ τήν εὐσέβειαν, ἐν δέ τῇ εὐσεβείᾳ τήν φιλαδελφίαν, ἐν δέ τῇ φιλαδελφίᾳ τήν ἀγάπην»6. Ἄν ὅμως κόψει ἤ ἀδυνατίσει τή ρίζα τῆς πίστεως, ἀμέσως μαραίνονται ὅλες οἱ ἀρετές καί χάνονται ὄχι μόνο οἱ καρποί, δηλαδή ἡ ἐσωτερική ψυχική του καλλιέργεια, μά καί τά φύλλα ἀκόμα, δηλαδή ἡ ἐξωτερική καλή συμπεριφορά του.

Ἀλλά τώρα, ἀφοῦ εἴδαμε πῶς φεύγουν οἱ ἀρετές, ἄς ἐξετάσουμε καί πῶς αὐξάνονται οἱ κακίες ἀπό τήν ἀδυναμία τῆς πίστεως.
Ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος, περπατώνας στή θάλασσα, ἄρχισε νά βυθίζεται, ἀπέδωσε τήν αἰτία στόν ἄνεμο πού φυσοῦσε: «Βλέπων δέ τόν ἄνεμον ἰσχυρόν ἐφοβήθη». Ὁ Κύριος ὅμως ἀπέδωσε τήν αἰτία στήν ὀλιγοπιστία του: «Ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας;»7. Ἔτσι καί οἱ χριστιανοί ἀποδίδουν τήν αἰτία τῶν κακῶν ἔργων τους καί τῆς κακῆς ζωῆς τους εἴτε σέ κάποιο πειρασμό εἴτε στήν ἀδυναμία τους. Ἡ ἀληθινή ὅμως αἰτία εἶναι ἡ ἀσθενική τους πίστη. Χωρίς αὐτήν ἀσφαλῶς ὁ διάβολος δέν θά μποροῦσε νά τούς ὑποδουλώσει στή φοβερή σκλαβιά τῆς ἁμαρτίας, ὅπως κάνει τώρα εὔκολα. Ἕνα γεράκι, καμωμένο ἀπό τό Θεό γιά νά πετάει στόν ἀνοιχτό κι ἐλεύθερο ἀέρα, ἐξοπλισμένο μέ ἰσχυρότατα νύχια καί μύτη καί φυσική δύναμη, πῶς εἶναι δυνατό νά μένει ἥσυχο, ὅταν τό ἔχουν αἰχμαλωτίσει καί δέσει σ᾿ ἕνα παλούκι, καί νά κάθεται μέ ὑποταγή μέσα στά δεσμά, μή δοκιμάζοντας κάν νά τά κόψει; Καί ἕνας χριστιανός, ἀντίστοιχα, πού γνωρίζει πώς ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐξύβριση τοῦ Θεοῦ, καί γι᾿ αὐτό τό χειρότερο ἀπ᾿ ὅλα τά κακά, ἕνας χριστιανός πού ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς σταυρώθηκε γιά νά θανατώσει τήν ἁμαρτία, πῶς εἶναι δυνατό ν᾿ ἁμαρτήσει;

Πολλοί χριστιανοί νομίζουν πώς ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά νεανική ἐπιπολαιότητα, μιά παιδιάστικη ἀφέλεια, μιά συγγνωστή ἀδυναμία, ἕνα μικρό κακό. Καί ὄχι μόνο τή θεωροῦν μικρό κακό, ἀλλά συχνά παίζουν καίδιασκεδάζουν μ᾿ αὐτή. Μερικοί μάλιστα καί καυχιῶνται γιά τίς αἰσχρές ἁμαρτίες πού κάνουν. Ἀλλά «ἕως πότε ἁμαρτωλοί καυχήσονται, φθέγξονται καί λαλήσουσιν ἀδικίαν;»8.

Ἄλλοι πάλι δέν φτάνουν βάβαια στό σημεῖο νά καυχιῶνται γιά τίς ἁμαρτίες τους, ὅμως δέν τίς φοβοῦνται καί δέν ἐλέγχονται γι᾿ αὐτές. Ἁμαρτάνουν, καί ἡ καρδιά τους εἶναι εἰρηνική. Ἡ συνείδησή τους εἶναι ἥσυχη. Καί προσθέτουν τή μιά ἁμαρτία πάνω στήν ἄλλη. Κι ὅταν ἔρθει καμιά μεγάλη γιορτή, τό Πάσχα ἤ τά Χριστούγεννα, ἴσως πᾶνε νά ἐξομολογηθοῦν. Μά καί τότε ἡ ἐξομολόγησή τους εἶναι τυπική καί λειψή.
Ἀλλοίμονο! Αὐτά εἶναι τά «τέκνα τοῦ φωτός», ὅπως ὀνομάζει ὁ Ἀπόστολος τούς χριστιανούς;
Αὐτοί εἶναι οἱ μαθητές τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ;
Αὐτοί εἶναι οἱ ἀπόγονοι τῶν ἅγίων;
Ἀπό ποῦ ὅμως προέρχονται ὅλ᾿ αὐτά; Ἀπό τήν ἀδύναμη πίστη. Πλησιάσαμε, φαίνεται, στούς χαλεπούς ἐκείνους καιρούς, γιά τούς ὁποίους εἶπε ὁ Κύριος: «Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἆρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς;»9.
Μετά ἀπ᾿ ὅλα αὐτά ὅμως, γεννιέται τό ἐρώτημα: Δέν ὑπάρχει ἄραγε γιατριά σ᾿ αὐτό τό τόσο φοβερό κακό;
Ναί, ὑπάρχει. Φτάνει νά τήν ἐπιζητήσει ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἀδύναμη πίστη.
Καί τί πρέπει νά κάνει;
Πρῶτα-πρῶτα, νά ζητάει θερμά ἀπό τό Θεό, μέ τήν προσευχή, τήν ἐνίσχυση τῆς πίστεώς του. Αὐτό ἔκαναν ἀκόμα καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι: «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν»10. Καί ὁ προφήτης Δαβίδ, μολονότι ἦταν φωτισμένος ἀπό τό Θεό, συνεχῶς Τόν παρακαλοῦσε, «φώτισον τούς ὀφθαλμούς μου»11, «Κύριε ὁ Θεός μου, φωτιεῖς τό σκότος μου»12, «ἐξαπόστειλον τό φῶς σου καί τήν ἀλήθειάν σου»13. Παρόμοια καί κάθε ἄνθρωπος, μέ ὑπομονή καί ἐλπίδα νά ζητάει ἀδιάλειπτα τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ, «ὅς ἐρρύσατο ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους»14, κι Αὐτός θά τοῦ ἀποκαλύψει τίς ὑπέρλογες ἀλήθειες τῆς πίστεως.

Ἔπειτα, ἀπαραίτητη εἶναι ἡ προσεκτική μελέτη τῶν βιβλίων, πού ἐκθέτουν καί ἑρμηνεύουν, ὅσο εἶναι δυνατό, τά μυστήρια τῆς πίστεως – τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Πατερικῶν ἔργων, τῶν Ὀρθοδόξων Ἀπολογητικῶν καί ψυχωφελῶν συγγραμμάτων γενικά. Ὁ σοφός Σειράχ προτρέπει σχετικά: «Διανοοῦ ἐν τοῖς προστάγμασι Κυρίου, καί ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ μελέτα διαπαντός· αὐτός στηριεῖ τήν καρδίαν σου, καί ἡ ἐπιθυμία τῆς σοφίας σου δοθήσεταί σοι» (6 : 37).

Γιά τά βιβλία πού θά διαβάζει ὁ καθένας, καλό εἶναι νά συμβουλεύεται τόν πνευματικό του. Ἔτσι θ᾿ ἀποφύγει τή σύγχυση, τήν πλάνη ἤ τήν αἵρεση, πού συχνά κρύβεται ὕπουλα μέσα σέ ὀρθόδοξα τάχα βιβλία.
Μετά ἀπ᾿ αὐτά, ἡ αὔξηση τῆς πίστεως ἀνήκει στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πού παρέχεται στόν καθένα ἀνάλογα μέ τήν ἀγαθή προαίρεση καί τήν ταπείνωσή του.
______________________
1 Σόφ. Σειρ. 15 : 20. 2 Ψαλμ. 11 : 1. 3 Μαρκ. Η΄ : 24. 4 Ἰακ. Β΄ :26. 5 Ρωμ. Α΄ : 17. 6 Β΄ Πέτρ. Α΄ : 5 – 7. 7 Ματθ. Ιδ΄ : 30 – 31. 8 Ψαλμ. 93 : 3 – 4. 9 Λουκ. Ιη΄ : 8. 10 Λουκ. Ιζ΄ : 5. 11 Ψαλμ. 12 : 4. 12 Ψαλμ. 17 : 29. 13 Ψαλμ. 42 : 3. 14 Κολ. Α΄ : 13.
 Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς) 

Πηγή: alopsis.gr