A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΔΑΜ (Ἃγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος)





Ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτισμένος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς παρουσιάζει γι΄ ἄλλη μιά φορά τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Γράφοντας στούς Κορινθίους, μιλάει γιά δύο ἀνθρώπους: «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. Οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καί οἱ χοϊκοί, καί οἷος ὁ ἐπουράνιος τοιοῦτοι καί οἱ ἐπουράνιοι· καί καθώς ἐφορέσαμεν τήν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καί τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου». 

Πρῶτος ἄνθρωπος εἶναι ὁ Ἀδάμ, πού ἔπλασε ὁ Θεός «χοῦν λαβών ἀπό τῆς γῆς», γι΄ αὐτό καί ὀνομάστηκε χοϊκός. Αὐτόν τον ἄνθρωπο τόν ἔβαλε ὁ Θεός μέσα στόν παράδεισο, ὅπου μποροῦσε νά συναναστρέφεται μέ τούς ἀγγέλους Του, νά Τόν δοξολογεῖ μαζί μ΄ αὐτούς καί νά δέχεται τίς θεῖες ἐλλάμψεις Του. Εἶχε ὅμως πάρει θεϊκή ἐντολή, νά μή φάει «ἀπό τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν», γιά νά μήν παραδοθεῖ στόν θάνατο. Ἀλλ΄ αὐτός, παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔφαγε ἀπό τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Καί μόλις ἔφαγε, ἔχασε τήν ἀθωότητά του καί εἶδε τήν γύμνωσή του. Ὕστερ’ ἀπ΄ αὐτό στερήθηκε τ΄ ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν ἀποδοχή τῆς δόλιας προτροπῆς τοῦ φιδιοῦ, τυφλώθηκε ψυχικά καί δέν εἶχε πιά τήν δυνατότητα νά βλέπει τήν ἀνέκφραστη θεία δόξα. Ἔπεσε, βλέπετε, θύμα τῆς πλάνης τοῦ διαβόλου, φιλοδοξώντας νά γίνει Θεός! Ἀλλ’ ἀντί γι΄ αὐτό, ἔχασε καί τά θεῖα δῶρα πού εἶχε. Ἔγινε φθαρτός καί θνητός καί ἄλογος, σάν τ΄ ἄλογα κτήνη, ὅπως λέει ὁ προφήτης Δαβίδ: «Παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ἀπό τήν θεόσδοτη δόξα καί τήν ἀπόλαυση τῆς ἀθάνατης ζωῆς, γκρεμίστηκε στήν ἀτιμία καί στήν φθορά. Ἔχασε τόν ἀνεκτίμητο πνευματικό του πλοῦτο κι ἔγινε τραγικά καί ἀξιοθρήνητα φτωχός. Αὐτός εἶναι ὁ χοϊκός ἄνθρωπος, ὁ πρῶτος Ἀδάμ.
Ἄς ἔρθουμε τώρα στόν δεύτερο Ἀδάμ. Δέν εἶναι παρά ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, «Θεός ἀληθινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», «ἄναρχος Υἱός ἀνάρχου Πατρός». Αὐτός, «ὤν ἐν τῷ Πατρί», κατέβηκε στήν γῆ, σαρκώθηκε «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου», ἀπό τά παρθενικά σπλάχνα τῆς Παναγίας Θεοτόκου, κι ἔγινε ὅμοιος μέ μᾶς σέ ὅλα, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτίαΣκοπός τῆς σαρκώσεώς Του ἦταν ν’ ἀνακαινίσει τόν παλαιό ἄνθρωπο καί ὅλους ἐκείνους πού γεννήθηκαν ἀπ΄ αὐτόν καί γεννιοῦνται ἀπό τούς ἀπογόνους του, ἀφοῦ εἶναι ὅμοιοι μέ τούς γεννήτορές τους. Ἐπειδή δηλαδή ὁ Ἀδάμ, μετά τήν παράβαση, ἔγινε φθαρτός καί θνητός καί πνευματικά φτωχός, ἐπειδή, μ΄ ἕναν λόγο, ἔγινε «χοϊκός», ἔτσι «χοϊκοί» ἦταν καί ὅσοι γεννήθηκαν ἀπ΄ αὐτόν, φθαρτοί καί θνητοί καί μέ τέτοια πνευματική γύμνια, πού δέν διέφεραν σχεδόν ἀπό τ’ ἄλογα ζῶα. Ἀπό τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἔφυγε ἡ θεϊκή ὡραιότητα, καί μέσα της μπῆκε ἡ δαιμονική ἐμπάθεια. Τόσο πολύ μάλιστα σκοτίστηκε ἀπό τόν διάβολο ὁ ἄνθρωπος, σέ τέτοια ἀγνωσία κατάντησε, πού ἔφτασε στό σημεῖο ν’ ἀφήσει τήν λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί νά θεοποιήσει τήν γῆ, τόν ἥλιο, τήν σελήνη, τ΄ ἄστρα, τά κτίσματα γενικά, ἀκόμα καί τά αἰσχρά πάθη. Τό κακό ἦταν γενικό, πανανθρώπινο. «Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν», κατά τόν ψαλμωδό. «Διό καί παρέδωκεν αὐτούς ὁ Θεός ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῶν καρδιῶν αὐτῶν», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «εἰς ἀκαθαρσίαν τοῦ ἀτιμάζεσθαι τά σώματα αὐτῶν ἐν αὑτοῖς, οἵτινες μετήλλαξαν τήν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει, καί ἐσεβάσθησαν καί ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρά τόν κτίσαντα».
Ἀπ΄ αὐτήν τήν ζοφερή κατάσταση θέλησε ὁ Θεός νά μᾶς βγάλει. Μᾶς λυπήθηκε, ἦρθε στήν γῆ ἁπλός καί ταπεινός, κι ἔζησε ἀνάμεσά μας σάν κοινός ἄνθρωπος.
Γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν Ἀδάμ.Ὕστερα τόν ἔριξε σέ ἔκσταση, τόν ὕπνωσε, καί παίρνοντας μιά ἀπό τίς πλευρές του, δημιούργησε τήν γυναίκα. Ἡ πλευρά τοῦ Ἀδάμ εἶναι ἡ γυναίκα. Ἀπ’ αὐτήν λοιπόν τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ σαρκώθηκε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί «ᾠκοδόμησε» τήν Ἐκκλησία, «ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος». Γι’ αὐτό εἶναι ὁ δεύτερος, ὁ νέος Ἀδάμ, «ἀπόγονος» καί «συγγενής» τοῦ πρώτου, κι ἔτσι συγγενής «κατά σάρκα» ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Τήν σάρκα ἐνδυσάμενος (ὁ Χριστός), ἐνεδύσατο τήν ἀνθρωπότητα». Ὁ Χριστός εἶναι δίκαιος, ἅγιος καί ἀθάνατος· ἐμεῖς ἁμαρτωλοί, φθαρτοί καί θνητοί. Μαζί Του μᾶς συνδέει ὅμως ἡ σαρκική συγγένεια. Γι’ αὐτό μεσίτευσε στόν Πατέρα Του νά μᾶς χαρίσει τήν σωτηρία, νά μᾶς ξαναδώσει τήν ἀθανασία, νά μᾶς ἐπαναφέρει στήν προπτωτική κατάσταση, στό «ἀρχαῖον κάλλος».
Τά μέσα τώρα τῆς σωτηρίας καί τῆς ἀπαλλαγῆς μας ἀπό τήν δουλεία τοῦ θανάτου καί τῆς φθορᾶς, εἶναι ἡ πίστη στόν λυτρωτή μας Χριστό καί ἡ ἐφαρμογή τῶν σωτήριων παραγγελιῶν Του.
Ἄν τηρήσουμε δηλαδή ὅ,τι γράφει τό Εὐαγγέλιο, πού δέν εἶναι παρά ὁ τρόπος καί ὁ δρόμος ἐπιστροφῆς στήν ἀθανασία, θά γίνουμε νέοι ἄνθρωποι, ὄχι χωματένιοι ἀλλά οὐράνιοι, παιδιά τοῦ οὐράνιου Πατέρα, ὅμοιοι μ΄ Αὐτόν χαρισματικά. Ἄν ὅμως καταφρονήσουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τίς λυτρωτικές καί ζωογόνες, τότε θά χάσουμε ὅλα τ’ ἀγαθά Του. Καί ὅπως ὁ Ἀδάμ μέτα τήν παράβαση διώχθηκε ἀπό τόν παράδεισο καί ἀποξενώθηκε ἀπό τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κι ἐμεῖς, ὅταν ἁμαρτάνουμε, χωριζόμαστε ἀπό τήν Ἐκκλησία τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ καί ξεσκίζουμε τό θεϊκό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας. Ἔτσι στερούμαστε τήν αἰώνια ζωή, τό ἀνέσπερο καί παντοτινό φῶς, τόν ἁγιασμό, τήν θέωση, «πᾶν δώρημα τέλειον ἐκ τοῦ Πατρός τῶν φώτων». Καί ἐνῶ, πρίν ἁμαρτήσουμε, ἤμασταν οὐράνιοι ἄνθρωποι καί ἐπίγειοι ἄγγελοι, γινόμαστε πάλι «χοϊκοί», ὅπως καί ὁ πρῶτος Ἀδάμ μετά τήν πτώση του. Ἀκόμα χειρότερα, γινόμαστε ὑπόδικοι θανάτου καί ἀτέλειωτης κολάσεως στήν «γέενα τοῦ πυρός». Δέν χάνουμε ἁπλά τόν αἰσθητό παράδεισο, ὅπως ὁ Ἀδάμ, ἀλλά βγάζουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί τοῦ στεροῦμε τά αἰώνια ἐκεῖνα ἀγαθά, «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν».
Ὕστερα ἀπ΄ ὅσα ἀναφέραμε, ἄς ἐξετάσουμε καλά ἄν τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἄς ἀναρωτηθοῦμε σοβαρά: Ἐκμεταλλευόμαστε τό τάλαντο τῆς σωτηρίας καί τό χάρισμα τοῦ ἁγιασμοῦ, ἤ μήπως τό χώσαμε βαθιά μέσα στήν γῆ τῆς ἀμέλειας καί τῆς ἁμαρτίας; Πῶς νά μᾶς ἀγαπήσει ὁ Θεός, ἄν δέν τηροῦμε τίς ἐντολές Του; Μᾶς τό εἶπε καθαρά: «Ὁ ἀγαπῶν με, τάς ἐντολάς μου τηρήσει καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν». Αὐτά δέν εἶναι λόγια ἀνθρώπινα, ἀλλά λόγια ἅγια τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ.
Ἄς μήν εἴμαστε λοιπόν ἐλαστικοί ἀπέναντι στήν συνείδησή μας. Ἄς κρίνουμε τόν ἑαυτό μας αὐστηρά, καί τότε θά διαπιστώσουμε, ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμαστε οἱ αἴτιοι τοῦ χωρισμοῦ μας ἀπό τόν Θεό. Ἄς μετανοήσουμε, ἄς κλάψουμε γιά τήν ἄθλια κατάστασή μας, καί ἄς ἀγωνιστοῦμε πιά νά φορέσουμε «τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου».

(“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)


Πηγή:alopsis.gr

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΤΑΝΥΞΕΩΣ (Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος)

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος)
Μέσα στά θεόπνευστα κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Στουδίτη, ἀνάμεσα στίς ἄλλες θαυμάσιες διδαχές του, βρέθηκε γραμμένο καί τοῦτο: «Ἀδελφέ, νά μήν κοινωνήσεις ποτέ σου τά Ἄχραντα Μυστήρια χωρίς δάκρυα». Αὐτό τό φύλαξε ὁ ἴδιος σ᾿ ὅλη του τή ζωή, γι᾿ αὐτό τό δίδαξε καί σέ μᾶς. Ἀλλά μόλις τ᾿ ἄκουσαν μερικοί, ὄχι μόνο λαϊκοί ἀλλά καί μοναχοί ὀνομαστοί στήν ἀρετή, παραξενεύτηκαν καί εἶπαν: “Ἐμεῖς λοιπόν πρέπει νά μένουμε σχεδόν πάντα ἀκοινώνητοι, γιατί εἶν᾿ ἀδύνατο νά κοινωνοῦμε κάθε φορά μέ δάκρυα”. 


Ἀκούγοντας τους ἐγώ ὁ ἄθλιος, ἀποτραβήχθηκα κι ἔκλαψα πικρά. Ἀλλοίμονο στή τύφλωση καί τήν ἀναισθησία τους! Ἄν φρόντιζαν νά ἔχουν ἀδιάλειπτη μετάνοια, δέν θά τό ἔλεγαν ἀδύνατο. Ἄν εἶχαν καρπούς πνευματικούς, δέν θά ἦταν ἀμέτοχοι σ᾿ αὐτό τό θεῖο χάρισμα. Ἄν ἀποκτοῦσαν γνήσιο φόβο Θεοῦ, θά παραδέχονταν πώς μπορεῖ κανείς νά κλαίει ὄχι μόνο ὅταν κοινωνεῖ, ἀλλά πάντα.
“Καί ὅμως”, λένε ἐκεῖνοι, “δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εὐκολοκατάνυκτοι. Ὑπάρχουν πολλοί, πού ἔχουν μιά φυσική σκληρότητα. Αὐτοί δέν κλαῖνε οὔτε ὅταν τούς δέρνουν. Πῶς λοιπόν μποροῦν νά μεταλαβαίνουν πάντα μέ δάκρυα;”.
Ἀλλά, ρωτάω κι ἐγώ, πῶς συμβαίνει νά εἶναι ἄλλος δυσκολοκατάνυκτος καί ἄλλος εὐκολοκατάνυκτος; Πῶς ἔγινε ἔτσι ὁ πρῶτος καί ἀλλιῶς ὁ δεύτερος; Ἀκοῦστε: Ὁ δυσκολοκατάνυκτος ἔγινε τέτοιος ἀπό προαίρεση κακή, ἀπό λογισμούς πονηρούς καί ἀπό ἔργα ἁμαρτωλά. Ὁ Εὐκολοκατάνυκτος, ἀντίθετα, ἀπό προαίρεση καλή, ἀπό λογισμούς ἀγαθούς καί ἀπό ἔργα ἀρετῆς. Σκέψου καί θά δεῖς, ὅτι πολλοί ἄνθρωποι πού ἦταν καλοί, ἔγιναν κακοί διαμέσου αὐτῶν τῶν τριῶν: τῆς προαιρέσεως, τῶν λογισμῶν καί τῶν ἔργων. Καί ἄλλοι, πού ἦταν κακοί, ἔγιναν καλοί πάλι μ᾿ αὐτά. Ὁ Ἑωσφόρος ἀπό ποῦ ἔπεσε; Δέν ἔπεσε ἀπό προαίρεση καί λογισμό πονηρό; Ὁ Καίν ἀπό ποῦ ἔγινε ἀδελφοκτόνος, ἄν ὄχι ἀπό κακή προαίρεση καί πονηρούς λογισμούς φθόνου κατά τοῦ Ἄβελ; Καί ὁ Σαούλ ἀπό ποῦ παρακινήθηκε νά σκοτώσει τό Δαβίδ, πού τιμοῦσε καί ἀγαποῦσε πρωτύτερα; Ἀπό τή φύση του ἤ ἀπό τήν κακή του προαίρεση; Ἀσφαλῶς ἀπό τή δεύτερη, γιατί κανένας δέν ἔγινε ἀπό τό Θεό πονηρός. Ἀλλά τί θά ποῦμε καί γιά τούς ληστές, πού σταυρώθηκαν μαζί μέ τό Χριστό; Ὁ ἕνας, πού εἶχε ἀγαθή προαίρεση, πίστεψε καί παρακαλοῦσε μετανοημένος τόν Κύριο νά τόν πάρει μαζί Του στή βασιλεία Του. Καί ὁ ἄλλος, πού εἶχε πονηρή προαίρεση, ἀπιστοῦσε καί Τόν ὀνείδιζε.
Ἑπομένως ὁ καθένας γίνεται εἴτε εὐκολοκατάνυκτος καί ταπεινός εἴτε δυσκολοκατάνυκτος καί ὑπερήφανος ἀπό τήν αὐτεξουσιότητα τῆς προαιρέσεώς του. Γιά νά τό καταλάβετε ὅμως καλύτερα, ἀκοῦστε καί τό παρακάτω παράδειγμα.
Δύο ἄνθρωποι, ἴσως καί σαρκικοί ἀδελφοί, εἶναι συνομήλικοι, ὁμότεχνοι, ὁμόγνωμοι, ὅμοιοι σέ ὅλα. Συμβαίνει μάλιστα νά εἶναι καί οἱ δύο κακοί, ἄσπλαχνοι, φιλάργυροι, ἀκόλαστοι – μέ δυό λόγια, βουτηγμένοι μέσα στό βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Αὐτοί λοιπόν οἱ δύο ἀδελφοί πᾶνε σέ μοναστήρι καί γίνονται μοναχοί. Ὁ ἕνας ἀπέχει ἀπ᾿ ὅλα τά κακά, καί μέ πολύ κόπο κατορθώνει νά γίνει ἐνάρετος. Ὁ ἄλλος, ἀντίθετα, δέν κάνει τίποτα γιά νά βελτιωθεῖ. Γίνεται μάλιστα χειρότερος ἀπό πρίν. Γιατί λοιπόν δέν κατόρθωσαν καί οἱ δύο τήν ἀρετή ἤ δέν κυλίστηκαν καί οἱ δύο ὅμοια στήν κακία; Ἐπειδή ὁ πρῶτος, μόλις μπῆκε στό μοναστήρι, ἄρχισε νά μιμεῖται τούς ἐναρέτους Πατέρες, νά προσέχει τήν ἀνάγνωση τῶν θείων Γραφῶν καί νά συναγωνίζεται τούς ἄλλους στή νηστεία, στίς προσευχές, στή σιωπή, στήν κατάνυξη, στήν πραότητα. Ὑπέμεινε ἀκόμα μέ προθυμία καί καρτερία τίς ταπεινώσεις, τίς θλίψεις καί τούς κόπους τῆς ἀσκήσεως χωρίς γογγυσμό, ἔκανε ὅ,τι τόν πρόσταζαν χωρίς ἀντιλογία κι ἔτρεχε πρῶτος στίς πιό εὐτελεῖς ἐργασίες. Κοντολογῆς, ἔκανε μ᾿ ἐπίγνωση ὅλα ὅσα μᾶς διδάσκουν οἱ ἱερές Γραφές, γιά νά βρεῖ ἔλεος ἀπό τό Θεό καί νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες του. Ὁ ἄλλος ὅμως δέν ἔκανε τίποτε ἀπ᾿ αὐτά, καί ἔμεινε ἀδιόρθωτος, ὅπως ἦταν καί πρίν γίνει μοναχός, γιά νά μήν πῶ πώς ἔγινε καί χειρότερος. Πῶς λοιπόν αὐτοί οἱ δυό τόσο ὅμοιοι ἄνθρωποι ἀκολούθησαν τόσο διαφορετικό δρόμο; Ἀσφαλῶς ἀπό τήν καλή του προαίρεση ὁ ἕνας καί ἀπό τήν κακή ὁ ἄλλος.
Ἔτσι καί κάθε ἄνθρωπος δέν γίνεται εὐκολοκατάνυκτος ἤ σκληρόκαρδος παρά ἀπό τήν προαίρεσή του, καθώς καί ἀπό τήν ἐσωτερική τοποθέτηση καί τήν πολιτεία του. Γιατί πῶς εἶναι δυνατό νά ἔχει δάκρυα κατανύξεως, ἐκεῖνος πού συνεχῶς διασπᾶται σέ χίλιες δυό μάταιες μέριμνες, καί δέν ἔχει νοῦ γιά προσευχή, γιά σιωπή, γιά ἡσυχία, γιά ἀνάγνωση τῶν ἱερῶν βιβλίων;Πῶς μπορεῖ ν᾿ ἀποκτήσει κατάνυξη, ἐκεῖνος πού περιεργάζεται «τούς πάντας καί τά πάντα», καί θέλει νά μαθαίνει τό καθετί καί ν᾿ ἀνακατεύεται στίς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων; Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος πότε θά βρεῖ χρόνο ν᾿ ἀναλογισθεῖ τίς ἁμαρτίες του, νά συντριβεῖ καί νά κλαψεῖ γιά τίς πτώσεις του, νά σκεφτεῖ καί νά μελετήσει τά σφάλματά του;
Ὅποιος δέν κλείνει τό στόμα του γιά νά μήν πεῖ ἄπρεπες ἤ περιττές κουβέντες, ὅποιος δέν κλείνει τ᾿ αὐτιά του γιά νά μήν ἀκούει μάταια κι ἀνώφελα λόγια, αὐτός δέν θυμᾶται τή φοβερή ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Δέν σκέφτεται ὅτι θά σταθεῖ μπροστά στό φοβερό κριτήριο τοῦ Χριστοῦ γυμνός κι ἀνυπεράσπιστος, καί θά δώσει ἀπολογία γιά κεῖνα πού ἔκανε στή ζωή του. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι δυνατό ν᾿ ἀποκτήσει δάκρυα καί νά κλάψει ἀπό μετάνοια καί κατάνυξη, ἔστω κι ἄν ζήσει ἑκατό χρόνια. Καί μπορεῖ νά πηγαίνει στήν ἐκκλησία καί νά συμμετέχει στίς ἱερές ἀκολουθίες μαζί μέ τούς εὐσεβεῖς πιστούς, ἀλλά τό κάνει ἀπό συνήθεια, σάν μιά ρουτίνα, μέ ἀμέλεια καί ὀκνηρία. Γι᾿ αὐτό βγαίνει ἀπό τό ναό τοῦ Θεοῦ χωρίς ὠφέλεια, καί δέν αἰσθάνεται καμιά ἀλλοίωση πρός τό καλύτερο στήν ψυχή του.
Ἄν λοιπόν θέλουμε δάκρυα, πρέπει νά βιάσουμε τόν ἑαυτό μας καί νά ὑπομένουμε τίς θλίψεις, τίς ταπεινώσεις καί τούς πειρασμούς, θεωρώντας τόν ἑαυτό μας χειρότερο ἀπ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἄν θέλουμε κατάνυξη, πρέπει νά δουλέψουμε πρῶτα σ᾿ ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κατάνυξη εἶναι μιά θεία φωτιά, πού διαλύει τά πάθη. Τά δάκρυά της πλένουν καί καθαρίζουν τή λερωμένη ἀπό τήν ἁμαρτία ψυχή μας. Κανένας ἄνθρωπος δέν ἁγιάσθηκε, δέν ἔλαβε Πνεῦμα Ἅγιο καί δέν ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά καθαριστεῖ πρῶτα μέσα στά δάκρυα τῆς κατανύξεως, τῆς μετάνοιας καί τῆς συντριβῆς.
Ἐκεῖνοι μάλιστα πού ἰσχυρίζονται ὅτι δέν μπορεῖ νά κλαίει κανείς κάθε μέρα, φανερώνουν ἔτσι πώς εἶναι γυμνοί ἀπό ἀρετή. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς τό λένε καθαρά: Ἐκεῖνος πού θέλει νά κόψει τά πάθη του, μόνο μέ τά δάκρυα θά τά κόψει. Κι ἐκεῖνος πού θέλει ν᾿ ἀποκτήσει ἀρετές, μόνο μέ πένθος θά τό κατορθώσει. Ἀλήθεια, σέ τί χρησιμεύουν τά ἐργαλεῖα μιᾶς τέχνης, ὅταν λείπει ὁ τεχνίτης, πού γνωρίζει νά τά μεταχειριστεῖ καί νά φτιάξει ὅ,τι θέλει; Δέν χρησιμεύουν σέ τίποτα. Σέ τί ὠφελεῖ τόν κηπουρό νά σκάψει ὅλο του τόν κῆπο καί νά φυτέψει κάθε λογῆς λαχανικά, ἄν δέν κατεβεῖ βροχή νά τά ποτίσει; Δέν τόν ὠφελεῖ σέ τίποτα. Ἔτσι κι ἐκεῖνος πού μεταχειρίζεται τίς ἄλλες ἀρετές καί κοπιάζει νά τίς ἀποκτήσει, δέν ὠφελεῖται καθόλου χωρίς τήν ἁγία κατάνυξη, τήν ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὅλων τῶν ἀρετῶν.
Λοιπόν, ἀδελφοί μου, πρίν καί πάνω ἀπ᾿ ὅλες τίς ἀρετές εἶναι ἡ μετάνοια, τόπένθος καί τά δάκρυα, πού ἀκολουθοῦν τό πένθος. Οὔτε πένθος γίνεται χωρίς μετάνοια, οὔτε δάκρυα χωρίς πένθος. Καί τά τρία εἶναι ἀλληλένδετα, καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει τό ἕνα χωρίς τά ἄλλα. Ἄς μή λέμε λοιπόν ὅτι εἶναι ἀδύνατο νά κλαῖμε κάθε μέρα, γιατί ἐρχόμαστε σέ ἀντίθεση μέ τόν Κύριο, πού μακάρισε ὅσους κλαῖνε, καί ὑποσχέθηκε ὅτι θά γελάσουν ἀπό χαρά καί ἀγαλλίαση στήν οὐράνια βασιλεία Του: «Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε».
Γιά νά ἔρθει ὅμως καί σέ μᾶς ἡ χάρη τῶν δακρύων, πρέπει, ὅπως εἴπαμε, νά διαβάζουμε ἀδιάκοπα τά ἱερά βιβλία, νά ὑπομένουμε καρτερικά τίς θλίψεις, τούς ἐμπαιγμούς, τίς κατηγορίες καί τίς διαβολές, νά προσευχόμαστε στό Θεό γι᾿ αὐτούς πού μᾶς κάνουν κακό, νά ταπεινώνουμε τόν ἑαυτό μας σέ κάθε εὐκαιρία, ν᾿ ἀποφεύγουμε τή φλυαρία καί νά μήν ἀσχολούμαστε μέ τούς ἄλλους, ἀλλά νά σκεφτόμαστε μόνο τίς δικές μας ἁμαρτίες καί νά μετανοοῦμε βαθιά γι᾿ αὐτές. Κι ἄν δέν ἔχουμε δάκρυα, τουλάχιστο νά τά ζητᾶμε ἀπό τό Θεό. Ἡ αὐτομεμψία καί τό πένθος, πάντως, βοηθοῦν τήν ψυχή νά βρεῖ τήν κατάνυξη. Πρῶτος καρπός τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες μας εἶναι τά δάκρυα, πού προσφέρονται στό Θεό σάν θυσία εὐπρόσδεκτη καί καθαρίζουν τό ρύπο τῆς ψυχῆς. Κι ὅταν ἡ ψυχή ἔρθει σέ κατάσταση μετάνοιας κι ἀληθινοῦ πένθους, δέν περνάει οὔτε μιά μέρα δίχως δάκρυα, ὅπως ὁ προφήτης Δαβίδ, πού ἔλεγε: «Λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τήν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τήν στρωμνήν μου βρέξω».
Ἄς ἀγωνιστοῦμε λοιπόν κι ἐμεῖς νά μετανοήσουμε ἀληθινά, ν᾿ ἀποκτήσουμε ἐπίγνωση τῶν πολλῶν καί μεγάλων ἁμαρτημάτων μας καί νά καθαριστοῦμε ἀπ᾿ αὐτά, ἀκούγοντας τήν προτροπή τοῦ ἁγίου ἀδελφοθέου Ἰακώβου: «Καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοί καί ἁγνίσατε καί κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καί ἡ χαρά εἰς κατήφειαν. Ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καί ὑψώσει ὑμᾶς».
Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

(Ἀπό τό βιβλίο: “ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττική)
Πηγή: alopsis.gr

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

«Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν» (Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου)




«Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς ». Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια καλεῖ ὁ Χριστὸς ὅλους, ὅσοι λυγίζουν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Καὶ προσθέτει στὴν Ἀποκάλυψη: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω… ἐγὼ τῷ διψώντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν». Τρέξτε ὅλοι οἱ διψασμένοι, φωνάζει ὁ Κύριος, στὴν αἰώνια καὶ ζωοπάροχη βρύση.

Ὅσο ἁμαρτωλὸς κι’ ἂν εἶσαι, φονιᾶς, μοιχὸς ἢ κάτι ἄλλο, σὲ δέχεται ὁ Δεσπότης. Σηκώνει ἀμέσως τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν σου καὶ σ’ ἐλευθερώνει. Καὶ πῶς τὸ κάνει αὐτό; Ὅπως ἀκριβῶς συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ, λέγοντάς του: «Τέκνον, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι». Κι ἀμέσως τὸν λύτρωσε ἀπὸ τὸ βάρος του καὶ τὸν θεράπευσε.

Πρόστρεχε λοιπὸν στὸν Χριστό, παρακαλώντας Τον δυνατά, ἐπίμονα καὶ ἀκατάπαυστα, ὅπως ὁ τυφλὸς τότε, στὴν Ἱεριχώ : «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησόν με!». Κι’ Ἐκεῖνος, ὅπως τότε, θὰ σὲ ρωτήσει μυστικά: « Τί σοὶ θέλεις ποιήσω;». Ἐσύ, ὁ τυφλὸς στὴν ψυχή, θὰ πεῖς: «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω ». Ὁ Χριστός, βλέποντας τὴν πίστη σου, τὴ μετάνοιά σου, τὴ ζέση τῆς ἱκεσίας σου, θὰ σὲ σπλαχνιστεῖ καὶ θὰ σὲ θεραπεύσει, χαρίζοντας στὴν ψυχή σου τὸ φῶς.

Ὅταν ὅμως δὲν προσευχόμαστε μὲ πόνο, μ’ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας καὶ μ’ ἀληθινὴ μετάνοια, δὲν θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Χριστός, δὲν θὰ μᾶς συγχωρέσει, δὲν θὰ μᾶς φωτίσει.

Ἂν πάλι εἴμαστε ἀμελεῖς, ἂν δὲν τρέξουμε στὸν Κύριο καὶ δὲν Τὸν ἀκολουθήσουμε μὲ συνέπεια, ἀφήνοντας τὶς ἁμαρτίες μας, ὅπως ὁ τελώνης καὶ κατοπινὸς εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἄφησε τὸ τελώνιο καὶ τὴν πλεονεξία, τότε δὲν θὰ πάρουμε ἐκεῖνο ποῦ ζητᾶμε.

Πρέπει πρωταρχικὰ νὰ φλογιστοῦμε ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς μετανοίας, τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τῆς ἱκεσίας.

Ὁ Κύριος ὄχι μόνο γι’ αὐτοὺς «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη εἰς γῆν», ἀλλὰ γιὰ ὅλους μας. Καὶ δὲν θέλει νὰ κολαζόμαστε αἰώνια, σὰν δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε στὸν οὐρανό, ἀφοῦ πρῶτα, μὲ ἀγώνα πνευματικό, τηρήσουμε τὶς ἐντολές Του καὶ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη, «ἕκαστος κατὰ τὸν ἴδιον κόπον».

Πρέπει νὰ ξέρουμε, πώς ὁ ἱδρώτας πού χύνουμε γιὰ τὴν κάθαρσή μας καὶ τὴν ἀρετὴ δὲν πάει χαμένος. Ὁ Χριστὸς βλέπει τὸν κόπο μας καὶ τὸν ἀγώνα μας καὶ θὰ μᾶς στεφανώσει. Στὸν ἀγώνα αὐτόν, ἐξάλλου, δὲν μᾶς ἀφήνει μόνους. Μᾶς χαρίζει τὴ μυστικὴ δύναμή Του, γιὰ νὰ νικήσουμε τοὺς νοητοὺς ἐχθρούς.

Τὴ δύναμη ὅμως αὐτὴ δὲν μᾶς τὴν δίνει, ἂν δὲν Τοῦ τὴ ζητήσουμε. Γιατί μὴ ζητώντας την, δείχνουμε πώς δὲν τὴ θέλουμε. Καὶ πῶς νὰ μᾶς δώσει κάτι πού δὲν θέλουμε; Γι’ αὐτὸ εἶπε: «Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν».

Ἀλλὰ κι’ αὐτὸ δὲν φτάνει. Γιατί μπορεῖ ἀπὸ τὴ μία νὰ ζητᾶμε τὴν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ στὸν πνευματικό μας πόλεμο, κι’ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ καταθέτουμε εὔκολα τὰ ὅπλα μπροστὰ στοὺς ἐχθρούς μας –τοὺς δαίμονες, τὰ πάθη, τὸν κόσμο– καὶ νὰ παραδινόμαστε σ’ αὐτούς.

Ὅταν λοιπὸν ὁ Θεὸς βλέπει τέτοια ὑποχωρητικότητα, μικροψυχία καὶ ἀπροθυμία, γιατί νὰ μᾶς βοηθήσει; Ζητᾶμε βοήθεια στὸν πόλεμο, καὶ δὲν πολεμᾶμε. Ἐπιζητοῦμε τὴ νίκη, καὶ ἀγωνιζόμαστε μὲ χλιαρότητα καὶ ραθυμία. Ἐπιθυμοῦμε προκοπὴ πνευματική, καὶ ἀφήνουμε νὰ μᾶς αἰχμαλωτίσει ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ὀκνηρία. Θέλουμε κάθαρση, καὶ ἱκανοποιοῦμε τὰ σαρκικὰ πάθη. Δὲν εἶναι ἀντιφατικὰ ὅλ’ αὐτά;

Πῶς λοιπὸν νὰ μᾶς στείλει ὁ Κύριος τὴ χάρη Τοῦ ὅταν δὲν τὴν ἀξιοποιοῦμε; Ἢ μᾶλλον, ὅταν, τολμῶ νὰ πῶ, βλάσφημα τὴν περιφρονοῦμε; Ὅπως ἔχουμε ξαναπεῖ, ὁ Θεὸς δὲν ἐμπαίζεται. Εἶπε, βέβαια, «αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν». Καὶ πάλι: «Πάντα ὅσα ἂν προσευχόμενοι αἰτεῖσθε, πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε, καὶ ἔσται ὑμῖν». Ὅμως μὲ τὸ στόμα τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου εἶπε καὶ τοῦτο: «Αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε». Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς βλέπει πώς δὲν ἔχουμε διάθεση ν’ ἀγωνιστοῦμε ὅσο πρέπει καὶ ὅσο μποροῦμε, δὲν μᾶς βοηθάει, ὅσο κι ἂν Τὸν παρακαλοῦμε. Τότε εἶναι πού «αἰτοῦμεν, καὶ οὐ λαμβάνομεν».

Ἂς μὴν προφασιζόμαστε ἀδυναμία. Ἂς μὴν ἐπικαλούμαστε τὴ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας καὶ τὰ ἀκατανίκητα τάχα πάθη μας. Τίποτα δὲν εἶναι ἀδύνατο σ’ αὐτὸν πού ἀληθινὰ πιστεύει στὸν Κύριο –«πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι»-, ἀφοῦ καὶ σ’ Ἐκεῖνον, τὸν παντοδύναμο, εἶναι ὅλα δυνατά: «παρὰ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι».

Ἂς προσευχόμαστε λοιπὸν ἀδιάλειπτα, ζητώντας μὲ βαθειὰ πίστη τὸ ἔλεός Του: «Κύριε, ἐλέησον ! Κύριε, ἐλέησον!»

Ἂς Τὸν παρακαλοῦμε μ’ εὐγνωμοσύνη καὶ ἀγάπη ἀπέραντη, σὰν δοῦλοι ἐξαγορασμένοι μὲ τὸ πανάχραντο αἷμα Του, νὰ μᾶς ἐνισχύση στὴν ἄνιση πάλη μας «πρὸς τὰς ἀρχὰς πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου». Ἂς Τὸν ἱκετεύουμε ἀκατάπαυστα νὰ μᾶς περιτειχίση μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμή Του στὸν ἐπίπονο ἀγώνα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.

Πρέπει ἀπαραίτητα ν’ ἀνταποκριθοῦμε σ’ αὐτὴ τὴ θεϊκὴ χάρη καὶ δύναμη, μὲ ταπεινὸ ἀλλὰ καὶ ἀγωνιστικὸ φρόνημα. Τότε, πράγματι, «δοθήσεται ἡμῖν».

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ


Πηγή: imaik.gr

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Η ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (Ἃγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος)



Εἶναι δύσκολο νά μιλήσει κανείς γιά τή μέλλουσα κρίση. Ἐπειδή δέν θά πεῖ γιά τά παρόντα καί ὁρατά, ἀλλά γιά τά μέλλοντα καί ἀόρατα. Καί ἐγώ, πού θά μιλήσω, καί ἐσεῖς, πού θά μέ ἀκούσετε, χρειαζόμαστε πολλές προσευχές καί καθαρότητα τοῦ νοῦ καί φόβο Θεοῦ. Ἐγώ γιά νά μιλήσω σωστά, κι ἐσεῖς γιά ν᾿ ἀκούσετε προσεκτικά. Τό θέμα αὐτοῦ τοῦ λόγου εἶναι «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου», τότε πού ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριός μας, θά ἔρθει πάλι, ὄχι ὅμως πιά σά λυτρωτής, μά σάν κριτής, «ὅς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ». Τότε, ὅταν θ᾿ ἀστράψει ἡ ὑπερουράνια λάμψη τῆς Θεότητός Του, ὁ αἰσθητός ἥλιος θά σκεπαστεῖ ἀπό τή λαμπρότητα τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως, τ᾿ ἀστέρια θά σβηστοῦν καί ὅλα θά δώσουν τόπο στόν Ποιητή τους. «Ὥσπερ γάρ ἡ ἀστραπή ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ᾿ οὐρανόν εἰς τήν ὑπ᾿ οὐρανόν λάμπει, οὕτως ἔσται καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ». Τότε ὁ Θεός θά τά γεμίσει ὅλα μέ τό φῶς Του, καί θά ᾿ναι πιά, μόνος Αὐτός, Ἡμέρα μαζί καί Θεός.


Ἐνῶ ὅμως γιά τούς δίκαιους καί τούς μετανοημένους ὁ Κύριος θά εἶναι Ἡμέρα ἀνέσπερη, ἀτέλειωτη καί γεμάτη χαρά παντοτινή, στούς ἁμαρτωλούς καί ἀμετανόητους θά εἶναι ἀπρόσιτος καί ἀθέατος, ἐπειδή στήν παρούσα ζωή δέν φρόντισαν νά καθαριστοῦν, γιά νά δοῦν καί ν᾿ ἀπολαύσουν τό φῶς τῆς δόξας Του. Δίκαια, ἑπομένως, θά τό στερηθοῦν. Γιατί ὁ πανάγαθος Θεός χάρισε στούς προπάτορές μας – καί διαμέσου αὐτῶν καί σέ μᾶς – τό αὐτεξούσιο, ἔτσι πού νά κάνουμε τό καλό ὄχι μέ γογγυσμό ἤ μέ βία, ἀλλά μέ τήν ἐλεύθερη προαίρεσή μας. Θέλησε καί θέλει νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του μέ χαρά καί προθυμία, ἀφοῦ, ἐκπληρώνοντας πάντα τό ἀγαθό, πραγματοποιοῦμε τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», μοιάζουμε δηλαδή στό ἀπόλυτο Ἀγαθό, σ᾿ Ἐκεῖνον, τόν Θεό, γινόμαστε χαρισματικά Θεοί, κληρονομοῦμε τήν οὐράνια βασιλεία.

Πρῶτοι ὅμως οἱ πρωτόπλαστοι ὑπάκουσαν θεληματικά στό διάβολο, παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔχασαν τήν ἐλπίδα νά ἐκπληρώσουν τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» κι ἔγιναν δοῦλοι τοῦ πονηροῦ. Στή συνέχεια κι ἐμεῖς, οἱ ἀπόγονοι τῶν πρωτοπλάστων, ὑποδουλωθήκαμε σ᾿ αὐτό τόν τύραννο, ὄχι μέ καμμιά βία, ἀλλά μέ τή θέλησή μας. Κι αὐτό τό ἔδειξαν φανερά ὅσοι εὐαρέστησαν τό Θεό πρίν ἀπό τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, παραδίνοντας τό θέλημά τους στόν Κύριο καί ὄχι στό διάβολο.

Θέλοντας λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Θεός νά ἐλευθερώσει ἀπό τή σκλαβιά τοῦ διαβόλου ὅσους Τόν εὐαρέστησαν πρίν καί μετά τό Χριστό, καθώς κι ἐκείνους πού θά Τόν εὐαρεστοῦσαν στό μέλλον, μέχρι τή συντέλεια τῶν αἰώνων,καταδέχθηκε νά γίνει ὁ Ἴδιος ἄνθρωπος, τιμώντας καί δοξάζοντας ἔτσι τό ἀνθρώπινο γένος. Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀγαθότητα καί ἡ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας, πού ὄχι μόνο δέν μᾶς τιμώρησε αἰώνια γιά τήν παράβαση τῶν ἀγίων ἐντολῶν Του, ἀλλά, ὄντας ἄφθαρτος καί αἰώνιος, ἔγινε ἄνθρωπος φθαρτός καί θνητός, σάν κι ἐμᾶς. Καί παρουσιάστηκε στή γῆ μέ σάρκα θεοφόρα, ὄχι μόνο μέ τή Θεότητά Του. Γιατί ἡ φανέρωση τῆς Θεότητός Του γίνεται κρίση σ᾿ αὐτούς πού θά φανερωθεῖ. Κι Ἐκεῖνος δέν ἦρθε νά κρίνει τόν κόσμο, ἀλλά νά τόν σώσει. Ἄν φανερωνόταν ἡ Θεότητα ὄχι ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλά μόνη Της, θ᾿ ἀφανιζόταν ἡ κτίση ὁλάκερη, γιατί ὅλοι σχεδόν τότε ἦταν κυριευμένοι ἀπό τήν ἀπιστία καί τήν ἁμαρτία. Καί ἡ Θεότητα, δηλαδή ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, δέν φανερώνεται σέ κανένα ἄνθρωπο ἄπιστο καί ἐμπαθῆ, τότε δέν φωτίζει, ἀλλά κατακαίει· δέν ζωογονεῖ, ἀλλά τιμωρεῖ.

Ἡ χάρη λοιπόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀπρόσιτη καί ἀθεώρητη στούς ἄπιστους καί τούς ἐμπαθεῖς. Στούς ἀνθρώπους ὅμως πού ἐργάζονται τίς ἐντολές μέ πίστη, φόβο Θεοῦ καί ἀληθινή μετάνοια, ἡ χάρη ἀποκαλύπτεται καί συνάμα ἀποκαλύπτει τήν κρίση, πού μέλλει νά γίνει. Αὐτοί βλέπουν τότε κιόλας, νοερά, τήν ἡμέρα τῆς θείας κρίσεως. Καί φωτισμένοι ἀπό τή χάρη, ἀντικρύζουν καθαρά τόν ἑαυτό τους, ποιοί εἶναι καί σέ τί πνευματική κατάσταση βρίσκονται. Κι ἔπειτα βλέπουν ὅλα τους τά ἔργα, τίς σωματικές πράξεις καί τίς ψυχικές ἐνέργειες. Κι ἔτσι κρίνονται καί ἀνακρίνονται μόνοι τους ἀπό τώρα, πρίν κριθοῦν ἀπό τόν Κριτή. Συλλογίζονται ἕνα πρός ἕνα ὅλα τ᾿ ἁμαρτήματά τους. Σκέφτονται πώς ἐξαιτίας τους χωρίστηκαν ἀπό τόν Θεό. Μέμφονται καί καταδικάζουν τούς ἑαυτούς τους καί μετανοοῦν βαθιά καί κάνουν νηστεῖες, ἀγρυπνίες, γονυκλισίες καί ἄλλα ἔργα ἀποδεικτικά τῆς συντριβῆς τους. Καί τότε ἔρχονται σέ κατάνυξη, καί κλαῖνε καί ὀδύρονται καί βυθίζονται μέσα σέ ποταμούς δακρύων. Κι ἔτσι, λίγο-λίγο, ξεπλένονται καί καθαρίζονται, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη. Τοῦτο εἶναι τό δεύτερο βάπτισμα – τό βάπτισμα τῆς μετάνοιας στήν κολυμβήθρα τῶν δακρύων.

Μέ τό βάπτισμα αὐτό ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὁλοκάθαρος, «υἱός φωτός καί ἡμέρας». Ἔτσι στή μέλλουσα κρίση δέν κρίνεται, γιατί αὐτοκατακρίθηκε πρωτήτερα· οὔτε ἐλέγχονται τά ἔργα του ἀπό τό φῶς τοῦ Κριτοῦ, γιατί φωτίστηκε ἐδῶ πρωτύτερα· οὔτε καίγεται ἀπό τή φωτιά τῆς κολάσεως, γιατί μπῆκε μόνος του σ᾿ αὐτήν πρωτύτερα· οὔτε θεωρεῖ πώς τότε μόνο θά ἔρθει «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου», ἐπειδή ἤδη ἔχει γίνει ὁλόκληρος ἡμέρα φωτεινή κι ὁλόλαμπρη, μέ τή μετάνοια, τήν κάθαρση καί τή μνήμη τοῦ Θεοῦ· οὔτε βρίσκεται πιά μέσα στόν κόσμο ἤ μαζί μέ τόν κόσμο, ἐπειδή νοερά ἔχει βγεῖ ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἐκπληρώνοντας τό λόγο τοῦ Κυρίου: «ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾿ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου». Νά γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Εἰ ἑαυτούς ἐκρίνομεν, οὐκ ἄν ἐκρινόμεθα· κρίνομενοι δέ ὑπό τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μή σύν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν».

Ὅσοι λοιπόν ἕγιναν ἤδη «τέκνα φωτός» καί «υἱοί τῆς μελλούσης ἡμέρας», «ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατοῦντες», δέν θά δοῦν καί δέν θά φοβηθοῦν τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, γιατί τή ζοῦν παντοτινά, λουσμένοι στό θεῖο φῶς. Γιά ὅσους ὅμως ζοῦν μέσα στό σκοτάδι τῶν παθῶν, ἡ ἡμέρα ἐκείνη – πύρινη, φοβερή, ὀλέθρια – θά ἔρθει ξαφνικά κι ἀναπάντεχα. Πότε; Ἄγνωστο. «Περί τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί ὥρας οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν», λέει ὁ Χριστός. «Ὡς παγίς γάρ ἐπελεύσεται ἐπί πάντας τούς καθημένους ἐπί πρόσωπον πάσης τῆς γῆς». Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμπληρώνει καί μᾶς συμβουλεύει: «Περί τῶν χρόνων καί τῶν καιρῶν, ἀδελφοί, οὐ χρείαν ἔχετε ὑμῖν γράφεσθαι· αὐτοί γάρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί οὕτως ἔρχεται. Ὅταν γάρ λέγωσιν “εἰρήνη καί ἀσφάλεια”, τότε αἰφνίδιος αὐτοῖς ἐφίσταται ὄλεθρος καί οὐ μή ἐκφύγωσιν. Ὑμεῖς δέ, ἀδελφοί, οὐκ ἐστέ ἐν σκότει, ἵνα ἡ ἡμέρα ὑμᾶς ὡς κλέπτης καταλάβῃ· πάντες ὑμεῖς υἱοί φωτός ἐστε καί υἱοί ἡμέρας. Οὐκ ἐσμέν νυκτός οὐδέ σκότους. Ἄρα οὖν μή καθεύδωμεν ὡς καί οἱ λοιποί, ἀλλά γρηγορῶμεν καί νήφωμεν… Ὅτι οὐκ ἔθετο ἡμᾶς ὁ Θεός εἰς ὀργήν, ἀλλ᾿ εἰς περιποίησιν σωτηρίας διά τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀποθανόντος ὑπέρ ἡμῶν, ἵνα σύν αὐτῷ ζήσωμεν». Ἀμήν.


(“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)

Πηγή: alopsis.gr


Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

«ΕΞΑΓΟΡΑΖΟΜΕΝΟΙ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟΝ» (Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος)


Περισσότερο ὠφελεῖται κανείς μελετώντας καθημερινά τό νόμο τοῦ Θεοῦ, παρά ὁποιοδήποτε ἄλλο βιβλίο. Γιατί μέσα στή Γραφή εἶναι κρυμένα νοήματα ἁγιοπνευματικά, πού ὄχι μόνο χαρίζουν ἀνέκφραστη ἡδονή στήν ψυχή, μά καί τήν ἀνεβάζουν στόν οὐρανό, πάνω ἀπό τά γήινα καί κοσμικά πράγματα.


Ἄς δοῦμε λοιπόν τώρα κάτι μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς Γραφῆς.

Ἄς ἐξετάσουμε μέ ἀκρίβεια μερικά θεόπνευστα λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιά νά ἀπολαύσουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή μας.

Ἕνα ἀπό τά σημαντικά ἀποστολικά παραγγέλματα εἶναι καί τοῦτο: «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι». Ὅπως κάθε ἔμπορος, κάθε γεωργός καί τεχνίτης χρειάζεται νά ἔχει φροντίδα κι’ ἐπιμέλεια στό ἔργο του, γιατί διαφορετικά ζημιώνεται, ἔτσι συμβαίνει καί στά ἔργα τά πνευματικά.

Θά σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα:

Ὅταν ὅλοι οἱ πραματευτές τρέχουν στό πανηγύρι καί ἀγωνίζονται μέ κάθε τρόπο νά πουλήσουν τήν πραμάτια τους, ἕνας ὅμως πραματευτής χαζεύει τριγυρίζοντας ἐδῶ κι΄ ἐκεῖ, στά ξεφαντώματα καί στά μεθύσια τῶν πανηγυριστῶν, χωρίς νά νοιάζεται ἄν θά πουλήσει τά ἐμπορεύματά του, σᾶς ρωτάω, ποιός ἀξιοποιεῖ καί χρησιμοποιεῖ ὠφέλιμα τό χρόνο; Ἐκεῖνος πού τόν ξοδεύει σέ μάταια κι’ ἀνώφελα πράγματα, ἤ οἱ ἄλλοι, πού πουλᾶνε τά ἐμπορεύματά τους καί κερδίζουν χρήματα;

Ὕστερ’ ἀπ’αὐτό, ἄς ἐξετάσουμε τά νοήματα τοῦ ἀποστολικοῦ ρητοῦ, γιά νά μάθουμε πῶς χρησιμοποιεῖ κανείς ὠφέλιμα τόν καιρό, ποιός εἶναι ὁ καιρός αὐτός, καί ποιές εἶναι οἱ πονηρές ἡμέρες, γιά τίς ὁποῖες μιλάει ὁ ἀπόστολος.

Καιρός πραμάτειας κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἡ παρούσα ζωή. Καί πονηρές ἡμέρεςεἶν’ ἐκεῖνες, πού δέν τίς μεταχειρίζεται κανείς ὅπως πρέπει. Κάθε ἄνθρωπος λοιπόν, πού πολιτεύεται στήν παρούσα ζωή μέ σωφροσύνη καί ἀρετή, καίὑποφέρει μέ γενναιότητα καί ὑπομονή ὅλες τίς θλίψεις καί τούς πειρασμούς, πού τοῦ προξενοῦν ὁρατοί καί ἀόρατοι ἐχθροί, αὐτός ἐξαγοράζει τόν καιρό μέ φρόνηση. Σοφός πραματευτής τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ζωῆς εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐκμεταλλεύεται ὅλες τίς εὐκαιρίες τῶν ἀδικιῶν, τῶν ἀτιμιῶν καί τῶν ὀνειδισμῶν, γιατί σκέφτεται τό πνευματικό κέρδος ἀπό τήν καρτερική ἀντιμετώπισή τους.

Ὁ συνετός λοιπόν ἄνθρωπος ἀγοράζει αὐτό τό θησαυρό μέ τήν ὑπομονή καί τρέχει σ’αὐτό τόν ἀγώνα μέ χαρά, ξέροντας πώς οὔτε οἱ νηστεῖες οὔτε οἱ ἀγρυπνίες οὔτε οἱ ἄλλοι πνευματικοί καί ἀσκητικοί ἀγῶνες δέν προσφέρουν τόσα στήν ψυχή, ὅσα προσφέρουν οἱ θλίψεις καί οἱ καταφρονήσεις.

Ὅταν δύο ἄνθρωποι πιέζονται ἀπό ἕναν τύραννο νά παραβοῦν τό νόμο τοῦ Θεοῦ, κι’ ὁ ἕνας φύγει καί κρυφτεῖ, δειλιάζοντας μπροστά στίς τιμωρίες καί τά βάσανα, ἐνῶ ὁ ἄλλος μείνει καί ὁμολογήσει μέχρι τό θάνατο, ποιός ἀπό τούς δύο ἐξαγόρασε πιό σοφά καί κερδοφόρα τόν καιρό; Ἐκεῖνος πού δειλίασε κι’ ἔφυγε, κερδίζοντας λίγα χρόνια ἀκόμα γήινης ζωῆς, ἤ ὁ ἄλλος πού θυσιάστηκε, κερδίζοντας τήν αἰώνια ζωή; Ἀσφαλῶς ὁ δεύτερος.

Ὅσοι λοιπόν ὑπομένουν καρτερικά τίς θλίψεις, τούς διωγμούς καί τούς πειρασμούς τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέ σκοπό νά εὐαρεστήσουν τόν Θεό, ἐκεῖνοι ἐξαγοράζουν τά οὐράνια ἀγαθά καί τήν ἀτελεύτητη εὐφροσύνη. Καί μέ τό σωματικό θάνατο ἐξαγοράζουν τήν αἰώνια καί ἀθάνατη ζωή μαζί μέ τόν Αἰώνιο καί Ἀθάνατο Θεό. Καί ὅπως ἕνας πραματευτής, ὅταν βρεῖ καλό ἐμπόρευμα σέ χαμηλή τιμή, μέ χαρά καί προθυμία πληρώνει ὅσο-ὅσο γιά νά τό ἀποκτήσει, ἔτσι κι’ ἐκεῖνος πού ἀγαπάει ἀληθινά τόν Θεό, ὅταν πρόκειται γιά τά αἰώνια ἀγαθά, μέ χαρά καί προθυμία τά ἀγοράζει ἀκόμα καί μέ θάνατο, ἀφοῦ αὐτός δέν εἶναι παρά ἡ γέφυρα πού ὁδηγεῖ στήν Βασίλεια τῶν Οὐρανῶν.

Ἀλλά οἱ φιλόδοξοι, οἱ φιλόσαρκοι καί οἱ φιλοχρήματοι ἄνθρωποι δέν κάνουν ἔτσι. Δέν μποροῦν νά σηκώσουν τήν ἀπειλή, τή χλεύη, τήν περιφρόνηση τοῦ κόσμου, τή στέρηση τῶν ἀπολαύσεων καί τή χρηματική ζημία. Γι’ αὐτό προδίδουν τά οὐράνια καί ἄφθαρτα, προτιμώντας τά γήινα καί φθαρτά. Γιά τά προσωρινά, χάνουν τά αἰώνια. Γιά πράγματα πού δέν ἀξίζουν τίποτα, χάνουν τή σωτηρία τους. Αὐτοί δέν εἶναι καλοί πραματευτές τῆς ζωῆς αὐτῆς. Τήν ἀσήμαντη πραμάτεια τῆς πρόσκαιρης ἀπολαύσεως τήν πληρώνουν πολύ ἀκριβά: μέ τήν αἰώνια κόλαση!

Ἐμεῖς λοιπόν, «ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν» τῆς ζωῆς, ἄς δώσουμε μέ προθυμία τήν προαίρεσή μας στήν εὐργεσία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, γιά ν’ ἀποκτήσουμε τό κέρδος τῆς ἀρετῆς, νά πλουτίσουμε μέ τό θησαυρό τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά γίνουμε μέτοχοι τῶν ἀνεκτίμητων καί ἀτέλειωτων ἀγαθῶν τοῦ Παραδείσου.

Ἄς ἐξαγοράσουμε τή φρόνηση τῆς ψυχῆς μέ τήν καταφρόνηση τῶν πρόσκαιρων τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Ἄς ἐπιζητοῦμε τά πνευματικά χαρίσματα, «τά χαρίσματα τά κρείττονα», καί ἄς ἁπαλασσόμαστε μέ συνεχῆ ἀγώνα ἀπό τό σαρκικό φρόνημα, πού σέρνει τήν ψυχή σέ ἄλογες ὁρμές καί κάνει ὅλο τόν ἄνθρωπο ζῶο ἄλογο. Ἄς μήν παραδίνουμε τά μέλη τοῦ σώματός μας «δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καί τῇ ἁμαρτίᾳ εἰς τήν ἀνομίαν», ἀλλά νά τά κάνουμε «δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν».

Ἄς ἐξαγοράσουμε τή δικαιοσύνη – μέ τήν ὁποία γινόμαστε οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ – μέ τήν εὐσέβεια, καί ἄς προτιμᾶμε τήν ἀρετή ἀπό τήν κακία, γιά νά μήν ἀνοίξουμε τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας στό διάβολο. Καί στό μέν σῶμα νά δίνουμε «διατροφάς καί σκεπάσματα» τόσα, ὅσα χρειάζεται γιά νά ζεῖ. Τήν ψυχή πάλι νά τήν τρέφουμε μέ προσευχές καί δάκρυα καί μελέτη τῶν ἱερῶν Γραφῶν καί βιβλίων.

Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ὑγεία καί σωτηρία τῆς ψυχῆς μας μέ πολλή ὑπομονή στούς πειρασμούς, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κύριου: «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν».

Ἄς ἀντιστεκόμαστε στήν ἁμαρτία μέ φρόνημα γενναῖο.

Ἄς χτυπᾶμε τόν ἐχθρό μέ τά ὅπλα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἄς κακοπαθοῦμε σάν καλοί στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές πένθος καί μετάνοια, γιά ν’ ἀξιωθοῦμε τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης.

Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ἁγνότητα τοῦ σώματός μας μέ τήν ἐγκράτεια καί τήν ταπείνωση, μισώντας τά αἰσχρά ἔργα καί τίς προτροπές τῆς σάρκας, πού πολεμάει μέ λύσσα τό πνεῦμα.

* Ἄς γνωρίζουμε, πώς τότε μόνο θ’ ἀποφύγουμε τήν κατάκριση τῆς συνειδήσεως, τό μολυσμό τῆς καρδίας καί, προπαντός τήν ἀποστροφή τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐκμεταλλευθοῦμε συνετά τόν καιρό μας καί περάσουμε μέ δικαιοσύνη καί σωφροσύνη τό δρόμο τῆς ζωῆς αὐτῆς, σηκώνοντας ἰσόβια μέ γενναιότητα «τό βάρος τῆς ἡμέρας καί τόν καύσωνα».

«Ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν», δέν θά φοβηθοῦμε «τήν ἡμέραν ἐκείνην τήν φοβεράν» τῆς Κρίσεως, γιατί θά ἔχουμε ἤδη ἀποκτήσει τόν «πολύτιμον μαργαρίτην» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Τό ὁποῖο εὐαρεστήσαμε, δίνοντάς Του ὅλα μας τά θελήματα, τά φρονήματα, τίς διαθέσεις καί τίς δυνάμεις.

(“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)





Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

ΝΕΚΡΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΣΑΡΚΑ (Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου)



Ἄν μελετᾶμε καί ἐρευνᾶμε τίς θεῖες Γραφές, ὅπως μᾶς προστάζει ὁ Κύριος, τότε θά γνωρίσουμε τό δρόμο τῶν ἐντολῶν Του. Καί ἀκολουθώντας τό δρόμο αὐτό χωρίς νά στρέφουμε «εἰς τά ὀπίσω», θά φτάσουμε στή σωτηρία, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Ἄς τρέξουμε λοιπόν πρόθυμα καί γρήγορα, χωρίς νά σηκώνουμε κανένα ἄλλο φορτίο, κανένα κοσμικό πράγμα, πού θά μᾶς ἐμποδίσει νά φτάσουμε στήν «ἄνω Ἱερουσαλήμ» καί νά δοῦμε τό Σωτήρα μας Χριστό. Ἄς νοιαστοῦμε μόνο γιά τή σωτηρία μας, γιά τίποτ᾿ ἄλλο.

Ἀλλά πῶς θά σωθοῦμε; Μέ ποιά μέσα;
Δύο είν᾿ αὐτά, ἕνα τοῦ Θεοῦ κι ἕνα δικό μας. Τό πρῶτο εἶναι ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού μᾶς στηρίζει καί μᾶς δυναμώνει στόν πνευματικό μας ἀγώνα. Τό δεύτερο εἶναι ἡ ἀπόφασή μας νά πεθάνουμε γιά τόν κόσμο καί τή σάρκα, νά περιφρονήσουμε τά κοσμικά καί σαρκικά ἔργα.
Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης γράφει σχετικά στήν πρώτη ἐπιστολή του: «Μή ἀγαπᾶτε τόν κόσμον μηδέ τά ἐν τῷ κόσμῳ. Ἐάν τις ἀγαπᾷ τόν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρός ἐν αὐτῷ». Γιατί ὅμως νά μήν ἀγαπᾶμε τόν κόσμο καί τά κοσμικά πράγματα; Καί γιατί ὅποιος ἀγαπάει τόν κόσμο, δέν ἀγαπάει ἀληθινά τόν Θεό; Τό ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος εὐαγγελιστής παρακάτω: «Ὅτι πᾶν τό ἐν τῷ κόσμῳ – ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός καί ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου – οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ κόσμου ἐστί». Καί εἶναι γνωστό, πώς «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται». Γι᾿ αὐτό ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, λέει ὁἀπόστολος Παῦλος, «οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό Πνεῦμα τό ἐκ τοῦ Θεοῦ». Αὐτό εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτό οὐδέ γινώσκει αὐτό», ὅπως βεβαίωσε ὁ Κύριος. Ὁ Ἴδιος πάλι, μιλώντας στούς μαθητές Του λίγο πρίν ἀπό τή σύλληψη καί τό πάθος Του, εἶπε ρητά: «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾿ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου». Καί μετά τή σύλληψη Του, μπροστά στόν Πιλάτο, δήλωσε: «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».
Μετά ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτά, τί σχέση μπορεῖ νά ἔχει ὁ χριστιανός μέ τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας; Καί τί σχέση μποροῦν νά ἔχουν τά ἔργα τοῦ κόσμου μέ τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; «Τίς γάρ μετοχή δικαιοσύνῃ καί ἀνομίᾳ; Τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; Τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαρ;». Μποροῦν νά συμφωνήσουν ποτέ ὁ Χριστός μέ τόν σατανᾶ; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἄλλο τόσο καί οἱ χριστιανοί μέ τούς ἀνθρώπους τῆς ἁμαρτίας. «Διό ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε». Φύγετε ἀπ᾿ ἀνάμεσά τους, φωνάζει ὁ ἀπόστολος. Χωρισθεῖτε ἀπ᾿ αὐτούς. Μήν ἀγγίζετε καμμιάν ἀκαθαρσία. Γιατί «ὁ κόσμος παράγεται καί ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ· ὁ δέ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα».
Ἀλλά, θά ρωτήσετε, ἔχουμε τή δυνατότητα νά τά βάλουμε μέ τόν κόσμο;Μποροῦμε ν᾿ ἀποξενωθοῦμε ἀπό τά πράγματα καί τό φρόνημα τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ζοῦμε στόν κόσμο καί συμβιώνουμε μέ κοσμικούς ἀνθρώπους; Ναί, μποροῦμε, μέ τήν προϋπόθεση πώς ἔχουμε ἀναγεννηθεῖ ἐν Χριστῷ καί διαθέτουμε βαθειά καί ζωντανή πίστη σ᾿ Ἐκεῖνον. Γιατί «τό γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τόν κόσμον· καί αὕτη ἐστιν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν», γράφει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης. Καί συμπληρώνει: «Τίς ἐστίν ὁ νικῶν τόν κόσμον; Ὁ πιστεύων ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ». Ἡπίστη μας αὐτή θά μᾶς δώσει τή δύναμη νά πολεμήσουμε μέ τόν κόσμο καί νά τόν νικήσουμε. Γιατί ἡ πίστη ἐνεργοποιεῖ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Καί «τά ἀδύνατα παρ᾿ ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστι». Μ᾿ αὐτό τόν τρόπο θά μπορέσουμε τελικά νά ποῦμε κι ἐμεῖς μαζί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο: «Ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ».
Περ᾿ ἀπό τόν κόσμο ὅμως, εἴπαμε στήν ἀρχή πώς πρέπει νά πεθάνουμε καί γιά τή σάρκα. Γιατί; Ἐπειδή ἡ σάρκα μας, μετά τήν προπατορική πτώση, ἀποζητάει νά τραφεῖ μέ τήν ἁμαρτία, κι ἔτσι ἀντιπολεμάει τά πνευματικά ἔργα. «Ἡ γάρ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ Πνεύματος, τό δέ Πνεῦμα κατά τῆς σαρκός. Φανερά δέ ἐστι τά ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινά ἐστι μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, εἰδωλολατρεία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καί τά ὅμοια τούτοις. Οἱ τά τοιαῦτα πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν». Νά ποιά εἶναι τά ἔργα τῆς σάρκας. Νά καί ἡ φοβερή κατάληξη τῶν σαρκικῶν ἀνθρώπων: «βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι»!
Ἀντίθετα, ὅσοι ἀνήκουν στόν Χριστό, «τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις». Αὐτοί ἀγωνίζονται νά καθαριστοῦν «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». Ἀγωνίζονται μέ φόβο Θεοῦ νά γίνουν ἅγιοι, ὁδηγούμενοι ἀπό τό πανάγιο Πνεῦμα, σύμφωνα μέ τήν ἀποστολική προτροπή: «Πνεύματι περιπατεῖτε καί ἐπιθυμίαν σαρκός οὐ μή τελέσητε. Οἱ γάρ κατά σάρκα ὄντες τά τῆς σαρκός φρονοῦσιν, οἱ δέ κατά Πνεῦμα τά τοῦ Πνεύματος. Τό γάρ φρόνημα τῆς σαρκός θάνατος, τό δέ φρόνημα τοῦ Πνεύματος ζωή καί εἰρήνη· διότι τό φρόνημα τῆς σαρκός ἔχθρα εἰς Θεόν· τῷ γάρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται· οὐδέ γάρ δύναται. Εἰ γάρ κατά σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνήσκειν· εἰ δέ Πνεύματι τάς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦτε, ζήσεσθε».
Ἄς νεκρώσουμε λοιπόν, μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τόν αὐτοπροαίρετο ἀγώνα μας, τό κοσμικό καί σαρκικό μας φρόνημα, γιά νά ζήσουμε αἰώνια μαζί μέ τόν Χριστό, ἀλλά καί νά φωτίσουμε τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, πού ζοῦν στό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καί τῆς ἁμαρτίας, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου. Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
 (“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ) 


Πηγή: alopsis.gr

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΑΡΚΩΣΕΩΣ (Ἁγίου Συμεῶν τοῦ Νέου Θεολόγου)



(Βίβλος των Ηθικών Λόγος Α΄, Κεφάλαιο γ')



Για να προσεγγίσουμε την σάρκωση του Λόγου και την απόρρητη γέννησή του από την αειπάρθενο Μαρία και να κατανοήσουμε καλά το μυστήριο της οικονομίας για την σωτηρία του γένους μας το κρυμμένο προ των αιώνων (Εφεσίους 3:9), θα μας βοηθήσει η εξής γνωστή εικόνα:


Κατά την δημιουργία της προμήτορος Εύας ο Θεός πήρε την έμψυχη πλευρά του Αδάμ και την ολοκλήρωσε σε γυναίκα, γι’ αυτό δεν εμφύσησε σ’ αυτήν πνοή ζωής καθώς και στον Αδάμ, αλλά το μέρος που έλαβε από την σάρκα του το τελειοποίησε σε ολόκληρο σώμα γυναικός, την δε απαρχή του πνεύματος που έλαβε μαζί με την έμψυχη σάρκα την τελειοποίησε σε ψυχή ζωντανή δημιουργώντας με τα δυό μαζί έναν άλλον άνθρωπο. 

Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο πλαστουργός και κτίστης Θεός πήρε από την Αγία Μαρία έμψυχη σάρκα σαν ζύμη και μικρή απαρχή από το φύραμα της φύσεώς μας - δηλαδή από την ψυχή και το σώμα μαζί - και την ένωσε με την δική του ακατάληπτη και απρόσιτη Θεότητα.

Ή μάλλον ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση της Θεότητός του με την δική μας φύση,την έσμιξε άμικτα μ’ αυτή και την έκανε άγιο ναό του. Έτσι ο ποιητής του Αδάμ έγινε ατρέπτως και αναλλοιώτως τέλειος Άνθρωπος....

Όπως ακριβώς λοιπόν από την πλευρά του Αδάμ έπλασε την γυναίκα, έτσι, αφού δανείστηκε την σάρκα από την θυγατέρα του Αδάμ την αειπάρθενο και Θεοτόκο Μαρία και την έλαβε χωρίς σπορά, γεννήθηκε κατά τον ίδιο τρόπο με τον πρωτόπλαστο.

Ώστε όπως ακριβώς ο Αδάμ με την παράβαση έγινε η αρχή της γεννήσεως μας στην φθορά και στον θάνατο, έτσι και ο Χριστός και Θεός μας με την εκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης έγινε η απαρχή της αναγεννήσεώς μας στην αφθαρσία και την αθανασία.

Αυτό εννοεί ο θείος Παύλος όταν λέει: «Ο πρώτος άνθρωπος πλάστηκε από τη γη χοϊκός. Ο δεύτερος άνθρωπος, δηλαδή ο Κύριος, είναι επουράνιος.

 Ό,τι λογής ήταν ο χοϊκός τέτοιοι είναι και όλοι οι χοϊκοί και ό,τι λογής είναι ο επουράνιος τέτοιοι είναι και όλοι όσοι γίνονται επουράνιοι δι’ αυτού.» (Α’ Κορινθίους 15:47-48).

Και πάλι: «Η απαρχή είναι ο Χριστός, έπειτα όσοι είναι του Χριστού.» (Α’ Κορινθίους 15:23).

Επειδή λοιπόν ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με μας σε όλα εκτός από την αμαρτία, μας μεταδίδει την Θεότητά του λόγω της πίστης μας σ’ αυτόν και μας καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της Θεότητάς του.

Πρόσεξε το νέο και παράδοξο μυστήριο: Ο Θεός Λόγος έλαβε από μας σάρκα, που δεν είχε εκ φύσεως και έγινε άνθρωπος, που δεν ήταν. Από τότε μεταδίδει στους πιστούς την Θεότητά του - την οποία κανείς από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν είχε αποκτήσει - και μ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται θεοί κατά χάρη και θέση, που δεν ήταν.

Έτσι χαρίζει σ’ αυτούς την εξουσία να γίνονται τέκνα Θεού (κατά Ιωάννην 1:12) γι’ αυτό και έγιναν και πάντοτε θα γίνονται και ποτέ δεν θα πάψουν να γίνονται.

Άκουσε και τον θείο Παύλο που παρακινεί σ’αυτό: «Όπως φορέσαμε την εικόνα του γήινου, ας φορέσουμε και την εικόνα του επουράνιου.» (Α’ Κορινθίους 15:49).

Ο Θεός λοιπόν του παντός με την σωματική του παρουσία στην γη ήλθε για να αναπλάσει και να ανακαινίσει τον άνθρωπο και να ευλογήσει όλη την κτίση που επέσυρε επάνω της την κατάρα εξαιτίας του ανθρώπου.

Και πρώτα ζωοποίησε την ψυχή που έλαβε και αφθαρτώντας την τήν θέωσε, ενώ το άχραντο σώμα του, αν και το θέωσε, όμως το κρατούσε ακόμη φθαρτό και υλικό.

Γιατί το σώμα που τρώει και πίνει, κοπιάζει και ιδρώνει, δένεται και σέρνεται, υψώνεται στον σταυρό και καρφώνεται, είναι βέβαια φθαρτό και υλικό, αφού μάλιστα πέθανε και τοποθετήθηκε νεκρό στο μνημείο.

Μετά δε την ανάστασή του συνανέστησε και το σώμα του άφθαρτο, πνευματικό, όλο θείο και άυλο, γι’ αυτό και δεν συνέτριψε τις σφραγίδες του μνήματος, εισερχόταν δε και εξερχόταν ελεύθερα μέσα από τις κλειστές πόρτες...    

Αλλά γιατί μαζί με την ψυχή δεν έκανε αμέσως και το σώμα πνευματικό και άφθαρτο; επειδή και ο Αδάμ τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό ευθύς μεν με την παράβαση πέθανε κατά την ψυχή, ενώ κατά το σώμα ύστερα από πολλά χρόνια.

Γι’ αυτό και ο Χριστός πρώτα ανέστησε και ζωοποίησε την ψυχή που τιμωρήθηκε με το επιτίμιο του θανάτου, έπειτα δε οικονόμησε να απολαύσει και το σώμα την αφθαρσία δια της αναστάσεως, αυτό που δια του θανάτου επέστρεφε στην γη κατά την αρχαία απόφαση.

Κι όχι μόνον αυτό, αλλά κατέβηκε στον άδη ελευθερώνοντας από τα δεσμά τις ψυχές των εκεί φυλακισμένων αγίων και τις κατέταξε σε τόπο αναπαύσεως και ανεσπέτρου φωτός. Τα σώματά τους όμως δεν τα ανέστησε, αλλά τα άφησε στους τάφους μέχρι την κοινή ανάσταση.

Το μυστήριο λοιπόν αυτό που συντελέστηκε για όλο τον κόσμο με την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, τούτο το ίδιο γινόταν και σε κάθε άγιο και γίνεται αδιαλείπτως μέχρι σήμερα σε κάθε πιστό...

Γιατί λαμβάνοντας το πνεύμα του Δεσπότη και Θεού μας συμμετέχουμε στην θεότητά του,τρώγοντας δε την πανάμωμο σάρκα του γινόμαστε αληθινά και εξ ολοκλήρου σύσσωμοιτου Χριστού και συγγενείς του, καθώς και αυτός ο θείος Παύλος βεβαιώνει: «Είμαστε οστούν από τα οστά του και σάρκα από την σάρκα του» (Εφεσίους 5:30).


Και αλλού: «από τον πλούτο της θεότητός του όλοι εμείς λάβαμε αλλεπάλληλες δωρεές»(κατά Ιωάννην 1:16 και Κολασσαείς 2:9). Έτσι γινόμαστε κατά χάριν όμοιοι με τον φιλάνθρωπο Θεό και Δεσπότη μας ανακαινισμένοι στην ψυχή, άφθαρτοι και αναστημένοι από νεκροί που ήμαστε.

Τότε βλέπουμε αυτόν που καταδέχτηκε να γίνει όμοιός μας και βλεπόμαστε απ’ αυτόν, που μας αξίωσε να γίνουμε όμοιοί του, όπως κάποιος βλέπει από μακριά το πρόσωπο του φίλου του και διαλέγεται μ’ αυτόν και συνομιλεί και ακούει την φωνή του.

Κατά τον ίδιο τρόπο και οι απ’ αιώνος άγιοι και οι παλαιοί και οι τωρινοί πνευματικά βλέποντες δεν βλέπουν σχήμα ή είδος ή ομοίωμα, αλλά φως ασχημάτιστο, επειδή και αυτοί είναι φως εκ του φωτός, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος.

Όμως αν και φτάνουν σ’ αυτή την κατάσταση, τα σώματά τους δεν γίνονται αμέσως άφθαρτα και πνευματικά, αλλά όπως ακριβώς το σίδερο που πυρακτώνεται στην φωτιά παίρνει την λαμπρότητά της, όταν όμως απομακρυνθεί απ’ αυτήν γίνεται πάλι ψυχρό και μαύρο, έτσι ακριβώς και τα σώματα των αγίων:

Μετέχοντας και αυτά στο θείο πυρ, δηλαδή στην χάρη του Θεού, αγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγή και πολυτιμότερα από τα άλλα σώματα.

Αλλά όταν η ψυχή βγει από το σώμα, αμέσως και αυτά παραδίδονται στην φθορά και διαλύονται σιγά-σιγά.

Άλλα όμως διατηρούνται για πολλά χρόνια χωρίς να είναι ούτε εντελώς άφθαρτα ούτε πάλι τελείως φθαρτά, αλλά διασώζουν μέσα τους τα γνωρίσματα και της αφθαρσίας και της φθοράς, ώσπου να φτάσουν στην τέλεια αφθαρσία και να ανακαινιστούν την τελευταία και κοινή ανάσταση των νεκρών.

Για ποιό λόγο;

Διότι δεν έπρεπε να αναστηθούν και να αφθαρτωθούν τα ανθρώπινα σώματα, πριν από την ανακαίνιση των κτισμάτων...


αλλά όπως ακριβώς πρώτα πλάστηκε η φύση άφθαρτη και έπειτα ο άνθρωπος, έτσι πάλι πρώτα η κτίση πρέπει να μεταποιηθεί από την φθορά στην αφθαρσία και μετά μαζί μ’ αυτήν ν’ αλλάξουν και να ανακαινιστούν τα φθαρτά σώματα των ανθρώπων, ώστε ο άνθρωπος πνευματικός πια και αθάνατος να κατοικήσει σε τόπο άφθαρτο, αιώνιο και πνευματικό.

Και ότι αυτό είναι αλήθεια, άκουσε τον Απόστολο Πέτρο που το βεβαιώνει: «Θα έρθει η ημέρα του Κυρίου σαν κλέπτης την νύχτα και τότε οι ουρανοί θα διαλυθούν από την φωτιά και τα στοιχεία της φύσεως θα καούν και θα λυώσουν» (Β’ Πέτρου 3:10,12), όχι για να εξαφανιστούν, αλλά για να αναχωνευθούν και να αναστοιχειωθούν σε καλύτερη και αιώνια κατάσταση.

Από που γίνεται φανερό αυτό; Από τα λόγια που προσθέτει στην συνέχεια ο Απόστολος: «Καινούριους ουρανούς και καινούρια γη προσδοκούμε κατά την επαγγελία σου» (Β’ Πέτρου 3:13).

Τίνος την επαγγελία; Ασφαλώς του Χριστού πού είπε: «Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν» (κατά Ματθαίον 24:35).

Παρέλευση του ουρανού εννοεί την αλλαγή του, γι’ αυτό λέει ότι αν και ο ουρανός θα αλλάξει, όμως οι δικοί του λόγοι θα μένουν αναλλοίωτοι και σταθεροί.

Αυτό προανήγγειλε και ο προφήτης Δαυίδ: «Σαν μανδύα θα τους τυλίξεις και θα αλλάξουν, εσύ όμως θα παραμείνεις ο ίδιος και τα έτη της ζωής σου δεν θα εκλείψουν» (Ψαλμοί, 101:27-28). Τι θα μπορούσε να γίνει σαφέστερο από αυτά τα λόγια; 
 
  '' Ἡ εἰς Χριστόν πίστις ὁ νέος ἐστί παράδεισος ''

Ἁγίου Συμεῶν τοῦ Νέου Θεολόγου. 

Πηγή: ''Πνεύματος κοινωνία''


Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΡΕΤΗ (Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου)


Ἀδελφοί μου, θέλω νά σᾶς μιλήσω γιά κεῖνα τά πράγματα πού συμβάλλουν στήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς,καί ντρέπομαι τήν ἀγάπη σας, γνωρίζοντας τήν ἀναξιότητά μου. Θά προτιμοῦσα νά  σιωπήσω, γιατί δέντολμῶ νά σηκώσω τά μάτια μου καί  ν’ ἀντικρύσω πρόσωπο ἀνθρώπου. Ἡ συνείδησή μου μέ κατακρίνει, καίμέ πληροφορεῖ πώς εἶμαι ἀνάξιος νά γίνω ὀδηγός σας. Λυπᾶμαι πού προκρίθηκα νά ὁδηγῶ ἐσᾶς ἐγώ ὁ ταπεινός, ἐγώ πού εἶμαι κατώτερος ἀπ’ ὅλους σας καί δέν ἔχω λόγο «μεμαρτυρημένο» ἀπό τίς πράξεις μου καίτήν πολιτεία μου. Γνωρίζω καλά πώς ὁ Κύριος δέν μακαρίζει ὅποιον διδάσκει μόνο, μά ὅποιον  ἐφαρμόζειπρῶτα τίς ἐντολές Του καί ὕστερα διδάσκει. «Ὁ ποιήσας καί διδάξας» λέγει, «μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳτῶν οὐρανῶν». Γιατί μόνον ὅσοι ἀκοῦνε ἕνα τέτοιο δάσκαλο, προθυμοποιοῦνται νά τόν μιμηθοῦν. Καί δένὠφελοῦνται ἀπό τά λόγια του τόσο, ὅσο παρακινοῦνται ἀπό τά καλά του ἔργα. Σᾶς παρακαλῶ ὅμως, νά  μήβλέπετε τή δική μου ραθυμία, ἀλλά ν’ ἀκοῦτε τά προστάγματα τοῦ Θεοῦ καί τίς ὑποθῆκες τῶν ἁγίωνΠατέρων. Γιατί οἱ θεοφώτιστοι Πατέρες μας δέν ἔγραφαν καμιά ἐντολή, ἄν πρῶτα δέν τήν ἐφάρμοζαν.


Οἱ ἐντολές λοιπόν τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνας δρόμος, πού μᾶς ἀνεβάζει ὅλους στόν οὐρανό, μᾶς ὁδηγεῖ στόνΘεό.
Πολλοί εἶναι οἱ δρόμοι καί οἱ τρόποι, πού φέρνουν τόν ἄνθρωπο στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἤ μᾶλλονοἱ δρόμοι αὐτοί φαίνονται πολλοί ἀλλά στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας, πού χωρίζεται σέ πολλούς, ἀνάλογαμέ τή δύναμη καί τήν προαίρεση τοῦ καθενός.
Λέγοντας δρόμους, ἐννοοῦμε τίς πνευματικές ἀρετές. Προπαντός τίς τρεῖς  μεγάλες ἀρετές, τήν πίστη,τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγάπη, καί ἰδιαίτερα τήν μεγαλύτερη ἀπό ὅλες, τήν ἀγάπη, πού πάνω της θεμελιώθηκανἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα.
Τά ὀνόματα τῆς ἀγάπης εἶναι πολλά, τά ἔργα της ἐπίσης πολλά, τά γνωρίσματά της περισσότερα καί τάἰδιώματά της πάμπολλα. Δέν μπορεῖ κανείς νά  τήν περιγράψει μέ λόγια. Ὅταν θυμᾶμαι τό κάλλος της,εὐφραίνεται ἡ καρδιά μου, γεμίζω μέ γλυκύτητα καί περιέρχομαι σέ ἔκσταση. Ὄταν τή συλλογίζομαι, χάνω τίςσωματικές μου αἰσθήσεις, βγαίνω τελείως ἀπό τήν παρούσα ζωή καί λησμονῶ τά πράγματα τοῦ κόσμου.
Καλότυχος εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἀγκάλιασε τήν ἀγάπη τή θεϊκή. Αὐτός δέν θά ἐπιθυμήσει μέ ἐμπάθειακανένα κάλλος ἀνθρώπινο.
Εὐτυχισμένος εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐρωτεύθηκε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, σαγηνεύθηκε ἀπό τήν ὀμορφιά τηςκαί τήν ἀπόλαυσε μέ πολύ πόθο. Αὐτός θ’ ἁγιασθεῖ στήν ψυχή.
Καλότυχος καί τρισευτυχισμένος εἶν’ ἐκεῖνος, πού πόθησε μ’ ὅλη του τήν καρδιά τήν ἀγάπη καίἀλλοιώθηκε ἀπ’ αὐτήν πνευματικά. Αὐτός θά γεμίσει τήν ψυχή του μ’ εὐφροσύνη καί τήν καρδιά του μέ χαράἀνέκφραστη.
Αὐτός πού ἀπέκτησε την ἀγάπη, ἀδιαφορεῖ τελείως γιά τούς θησαυρούς τοῦ κόσμου. Αὐτός γεμίζει μέτόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ἀνεξάντλητος.
Μακάριος καί τρισμακάριος αὐτός πού ἐνστερνίσθηκε τήν ἀγάπη. Μολονότι ἐξωτερικά φαίνεται ἄδοξος,στήν πραγματικότητα εἶναι ἐνδοξότερος ἀπ’ ὅλους τούς ἐνδόξους.
Ἐπαινετός εἶν’ ἐκεῖνος πού ζήτησε τήν ἀγάπη, ἐπαινετότερος ἐκεῖνος πού τή βρῆκε καί μακαριότεροςἐκεῖνος πού τήν ἀγάπησε.
Ὦ ἀγάπη θεία, πού μέσα σου  βρίσκεται ὁ Χριστός! Ἄνοιξε καί σέ μᾶς τήν πόρτα σου, γιά νά δοῦμε τόνΧριστό, πού ἔπαθε γιά μᾶς, καί νά ἐλπίσουμε στό ἔλεός Του. Νά Τόν δοῦμε, γιά νά μήν πεθάνουμε πιά. Γέμισετήν ὕπαρξή μας, γιά νά νοιώσουμε τό μυστήριο τῆς ἔνσαρκης οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐσύ πού βίασες τ’ἀβίαστα καί πλουσιόδωρα σπλάχνα τοῦ Κυρίου μας, γιά νά σηκώσει τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἔλακαί στη δική μας ταλαίπωρη ψυχή.
Ὦ θεία ἀγάπη, θέλουμε νά σέ γνωρίσουμε καί νά μᾶς γνωρίσεις, γιατί σοῦ εἴμαστε ἄγνωστοι.Κατοίκησε μέσα μας, γιά νά ‘ρθει ὁ Δεσπότης Χριστός νά μᾶς ἐπισκεφθεῖ. Μολονότι εἴμαστε ἀνάξιοι, ἔλα νάμᾶς ἁγιάσεις.
Ἀλλά γιά νά σέ νοιώσουμε, πρέπει νά  γνωρίσουμε πρῶτα τόν Χριστό. Μόνον σάν προσπέσουμε στ’ἄχραντα πόδια Του, θά βιώσουμε στή ζωή μας τήν ἀγάπη. Μόνον σάν λυτρωθοῦμε ἀπό τό χρέος τῶνἁμαρτιῶν μας, θ’ ἀρχίσει νά ζεῖ μέσα μας ἡ ἀγάπη.
Ἄς βάλουμε λοιπόν μέσα στήν καρδιά μας τήν ἀγάπη, πού εἶναι «ἡ διδάσκαλος τῶν Προφητῶν, ἡσύνδρομος τῶν Ἀποστόλων, ἡ δύναμις τῶν Μαρτύρων, ἡ ἔμπνευσεις τῶν Πατέρων καί ἡ τελείωσις ὅλων τῶνἉγίων».
Ἄς μάθουμε νά δουλεύουμε καί νά ὑποτασσόμαστε στόν Χριστό, γιά ν’ ἀρχίσει ν’ ἀνθίζει μέσα στήνψυχή μας τό λουλούδι τῆς ἀγάπης. Ὁ Χριστός μᾶς ἄνοιξε τό δρόμο, πού πρέπει ν’ ἀκολουθήσουμε γιά νάφτάσουμε στήν ἀγάπη. Ἔγινε φτωχός, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι σέ ψυχικά χαρίσματα.
Ἄς συγχωρέσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, γιά νά ἀπολαύσουμε τ’ ἀγαθά τοῦ Θεοῦ καί νά δοκιμάσουμε τήγλυκύτητα πού δοκιμάζει ὅποιος ἀκολουθεῖ τόν Θεό τῆς ἀγάπης.
Ἐκεῖνος πού δέν ἀγάπησε τόν Χριστό, τρέχει μάταια καί ποτέ δέν πρόκειται νά Τόν φτάσει, ἄν δένἀγαπήσει πρῶτα τόν ἀδελφό του.
Ἐκεῖνος πού ἔφτασε τήν ἀγάπη, πλησίασε τόν ἴδιο  τόν Χριστό, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι τό πλήρωμα τοῦνόμου Του. Χωρίς ἀγάπη ἡ καρδιά μας εἶναι στείρα καί δέν εὐφραίνεται μέ τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ.
Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν νά βιώσετε τήν ἀγάπη καί νά μήν ἀποκάμετε καί σταματήσετε πρίν τή φτάσετε.Γιατί κάθε ἄσκηση καί κάθε πνευματικός ἀγώνας, πού δέν ἔχει στόχο τήν ἀγάπη, εἶναι μάταιος. Δέν εἶναιδυνατόν νά ἀναγνωρισθεῖ κανείς σάν μαθητής του Χριστοῦ μέ ἄλλη ἀρετή ἤ ἐντολή, παρά μόνον μέ τήνἀγάπη. Τό λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐνἀλλήλοις».
Γιά τήν ἀγάπη ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος κι’ ἔζησε ἀνάμεσά μας καί ὑπέμεινε θεληματικά καί φρικτά πάθη, γιά νά ἐλευθερώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί νά τόν ἀνεβάσει στούς οὐρανούς.
Γιά τήν ἀγάπη ἔτρεξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκεῖνον τόν ἀτέλειωτο δρόμο, γιά νά βγάλουν ἀπό τόβυθό τῆς εἰδωλολατρείας καί νά φέρουν στό λιμάνι τῆς οὐράνιας βασιλείας ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, τραβώντας την μέ τ’ ἀγκίστρια καί τά δίχτυα τοῦ Θείου Λόγου.
Γιά τήν ἀγάπη θυσίασαν μέ προθυμία τή ζωή τους οἱ θεοφόροι διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης, γιά νάδοξασθεῖ ἡ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

Ἄς ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, νά εὐαρεστήσουμε τόν Χριστό μέ τήν ἀγάπη. Ὅταν ἀγαπᾶμε τούς ἀνθρώπουςκαί τόν Θεό, τότε Αὐτός μᾶς προσφέρει τ’ ἀνεκτίμητα δῶρα Του: τήν ΠΙΣΤΗ, τήν ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ καί τήνΕΥΛΑΒΕΙΑ. Μᾶς χαρίζει ἀκόμα τήν ΚΑΤΑΝΥΞΗ καί τά ΔΑΚΡΥΑ, πού καθαγιάζουν τήν ψυχή, καί  μᾶς γεμίζειμέ ΘΕΙΟ ΦΩΣ καί ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟ.

(«ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ», Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)


Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑ (Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου)



Ἄν ποθοῦμε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, πρέπει νά ἔχουμε πολλή προσοχή καί ἐπιμέλεια καί προθυμία στήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Για νά σωθοῦμε, δέν φτάνει μόνο νά πιστεύουμε στόν ἀληθινό Θεό καί νά εἴμαστε ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Πρέπει καί ν᾿ ἀγωνιζόμαστε «τόν καλόν ἀγῶνα», νά ζοῦμε «ἀξίως τῆς κλήσεως, ἧς ἐκλήθημεν», δηλαδή νά κάνουμε καί ἔργα χριστιανικά, ἀφοῦ εἴμαστε βαπτισμένοι χριστιανοί καί τιμημένοι μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. 

Ἄς μή νομίζουμε πώς θά σωθοῦμε μόνο μέ τήν πίστη. Ἡ πίστη χωρίς ἔργα δέν ὠφελεῖ σέ τίποτα. Ὁ Κύριος βέβαια εἶπε, ὅτι «ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δέ ἀπιστήσας κατακριθήσεται». Ὁ ἴδιος ὅμως εἶπε καί τοῦτο: Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι “Κύριε, Κύριε” εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει γιά κείνους πού δέν ἔχουν καλά ἔργα: «Θεόν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δέ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοί ὄντες καί ἀπειθεῖς καί πρός πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἀδόκιμοι».

Ἄν σωζόταν κανείς μόνο μέ τήν πίστη, τότε ὅλοι θά ἐξασφάλιζαν εὔκολα τή σωτηρία. Γιατί «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι». Ἄς θυμηθοῦμε αὐτό πού ἔλεγαν οἱ δαίμονες μέ τό στόμα τῆς «μαντευομένης παιδίσκης» τῶν Φιλίππων γιά τούς ἀποστόλους Παῦλο καί Σίλα: Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδόν σωτηρίας». Αὐτοί λοιπόν οἱ δαίμονες, πού πιστεύουν, καταδικάστηκαν στή γέεννα τοῦ πυρός γιά τά πονηρά τους ἔργα.

Ὅπως τό σῶμα χωρίς τήν ψυχή εἶναι ἀκίνητο καί ἀνενέργητο, ἔτσι καί ἡ πίστη χωρίς ἔργα εἶναι νεκρή. Ἄς ἀκούσουμε τόν ἅγιο Ἰάκωβο τόν Ἀδελφόθεο, πού μέ τόση ἐνάργεια τονίζει: «Τί τό ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐάν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δέ μη ἔχῃ; Μή δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; Ἐάν δέ ἀδελφός ἤ ἀδελφή γυμνοί ὑπάρχωσι καί λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, εἴπῃ δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, “ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε καί χορτάζεσθε”, μή δῶτε δέ αὐτοῖς τά ἐπιτήδεια τοῦ σώματος, τί τό ὄφελος; Οὕτω καί ἡ πίστις, ἐάν μή ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ᾿ ἑαυτήν».

Μετά ἀπ᾿ αὐτά, εἶναι φανερό πώς πρέπει νά ἔχουμε καί ἔργα μαζί μέ τήν πίστη. Καί ὅποιος ἔχει, εἶναι καλύτερος ἀπ᾿ αὐτόν πού κάνει θαύματα. Ἀλήθεια, τί ὠφελεῖται ἐκεῖνος πού κάνει θαύματα τώρα, ἀλλά θά χάσει τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν; Πῶς θά σωθεῖ ἀκόμα κι ἕνας θαυματουργός, ἄν δέν ἔχει ἔργα, πού θά τόν δικαιώσουν; Νά γιατί ὁ Χριστός προειδοποίησε ρητά: «Πολλοί ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· “Κύριε, Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καί τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καί τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλάς ἐποιήσαμεν;” Καί τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι “οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τήν ἀνομίαν”». Βλέπουμε λοιπόν, πώς κι ἐκεῖνοι πού ἔχουν χαρίσματα θαυματουργίας, προφητείας κ. ἄ., δέν μποροῦν νά ὠφελήσουν τόν ἑαυτό τους χωρίς ἔργα.

Ὅποιος πιστεύει πραγματικά στόν Θεό καί στήν πρόνοιά Του, αὐτός σκορπίζει στούς φτωχούς τά χρήματά του, ἐλπίζοντας ὅτι θά πάρει «μισθόν ἑκατονταπλασίονα» καί θά κληρονομήσει τήν αἰώνια ζωή. Αὐτό ἔκαναν οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ὅπως διαβάζουμε στίς Πράξεις: «Πάντες οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπί τό αὐτό καί εἶχον ἅπαντα κοινά, καί τά κτήματα καί τάς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καί διεμέριζον αὐτά πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε».

Ὅποιος πιστεύει, ἀγωνίζεται νά ταπεινωθεῖ, μετανοεῖ γιά τίς ἁμαρτίες του, εἶναι πρᾶος καί εἰρηνικός, μισεῖ τήν ἀδικία καί ἀγαπάει τή δικαιοσύνη, γιατί θυμᾶται τό ψαλμικό: «Ὁ ἀγαπῶν τήν ἀδικίαν μισεῖ τήν ἑαυτοῦ ψυχήν».

Ὅποιος πιστεύει, ὑπομένει ἀγόγγυστα κάθε πειρασμό, γιά νά στεφανωθεῖ μέ τό στεφάνι τῆς ἄφθαρτης δόξας. Φυλάει τή σωφροσύνη καί δέν μολύνει τόν ἑαυτό του μέ πορνεῖες καί ἄλλες ἀκαθαρσίες, γνωρίζοντας πώς ὅποιοι μολύνουν τά σώματά τους δέν θά σωθοῦν: «πόρνους γάρ καί μοιχούς κρινεῖ ὁ Θεός».

Αὐτός πού πιστεύει ἀληθινά, δέν εἶναι ὀκνηρός καί ἀμελής στήν προσευχή, δέν κατακρίνει κανένα καί δέν ἀκολουθεῖ «τήν εὐρύχωρον ὁδόν», ἀλλά «τήν στενήν καί τεθλιμμένην». Δέν ἀγαπάει τόν κόσμο οὔτε γονεῖς, ἀδέλφια, γυναίκα καί παιδιά περισσότερο ἀπό τόν Κύριο. Δέν ξεφαντώνει μέ μεθύσια καί ἁμαρτωλά τραπέζια, ὅπου ἀκούγονται τραγούδια καί λόγια ἄσεμνα, ἀλλά θυμᾶται τόν θάνατο καί τή φοβερή ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Γι᾿ αὐτό προσεύχεται καί νηστεύει, καί ἐγκρατεύεται καί ἑτοιμάζεται ὅπως πρέπει, γιά νά δώσει «καλήν ἀπολογίαν» στόν οὐράνιο Κριτή.

Ὅσοι πιστεύουν, ἀγαποῦν τόν Κύριο καί μισοῦν τά πονηρά ἔργα. Δέν μνησικακοῦν ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ τους καί δέν ἀποδίδουν κακό στό κακό. Κάνουν καλό σ᾿ αὐτούς πού τούς κακομεταχειρίζονται, εὐλογοῦν αὐτούς πού τούς καταριῶνται καί ὑπομένουν καρτερικά αὐτούς πού τούς κατατρέχουν. Ὅταν τούς βρίζουν, χαίρονται. Ἔχουν ἀγάπη καθαρή, ἀνόθευτη καί ἀληθινή, ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πού ἔφτασε στό σημεῖο νά λέει: «Ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, συμμαρτυρούσης μοι τῆς συνειδήσεώς μου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὅτι λύπη μοί ἐστι μεγάλη καί ἀδιάλειπτος ὀδύνη ἐν τῇ καρδίᾳ μου. Ηὐχόμην γάρ αὐτός ἐγώ ἀνάθεμα εἶναι ἀπό τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν μου». Τέτοια ἀγάπη εἶχε καί ὁ προφήτης Μωϋσῆς, πού, ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες ἀρνήθηκαν τόν Θεό καί προσκύνησαν ἕνα εἴδωλο – ἕνα χρυσό μοσχάρι – τούς εἶπε: «Ὑμεῖς ἡμαρτήκατε ἁμαρτίαν μεγάλην· καί νῦν ἀναβήσομαι πρός τόν Θεόν, ἵνα ἐξιλάσωμαι περί τῆς ἁμαρτίας ὑμῶν». Καί ἀνέβηκε στό ὄρος Σινᾶ καί εἶπε στόν Θεό: «Δέομαι, Κύριε· ἡμάρτηκεν ὁ λαός οὗτος ἁμαρτίαν μεγάλην καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς θεούς χρυσοῦς. Καί νῦν εἰ μέν ἀφεῖς αὐτοῖς τήν ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες· εἰ δέ μή, ἐξάλειψον κἀμέ ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας». Τέτοια διάθεση εἶχε καί ὁ προφήτης Δαβίδ, ὅταν ἔλεγε: «Μετά τῶν μισούντων τήν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός».

Ὅσοι πιστεύουν, δέν ξέρουν τί εἶναι ὑποκρισία ἤ κολακεία ἤ προσωποληψία, γιατί σ᾿ ὅλες τους τίς ἐνέργειες εἶναι εὐθεῖς, τίμιοι καί εἰλικρινεῖς. Δέν ὑπερηφανεύονται καί δέν «ὑψηλοφρονοῦν» γιά τούς ἐπαίνους καί τίς κολακεῖες, πού τούς κάνουν οἱ ἄλλοι. Ἀποστρέφονται τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας, ἀκολουθώντας τήν ὑπόδειξη τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Οὐδείς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ. Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ».

Ὅσοι πιστεύουν, δέν λένε ποτέ ψέματα, δέν εἶναι πλεονέκτες, δέν κοινωνοῦν ἀνεξομολόγητοι, δέν κατακρίνουν τούς ἄλλους. Μέ δυό λόγια, βαδίζουν προσεκτικά καί σταθερά στόν δρόμο τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, καί πιστεύουν σ᾿ Αὐτόν ὄχι μέ τά λόγια, ἀλλ᾿ «ἐν ἔργῳ καί ἀληθείᾳ».

Βλέπετε τώρα πῷς ζοῦν ὅσοι πιστεύουν; Λοιπόν, πῶς εἶναι δυνατό νά θεωροῦμε κάποιον πιστό, ὅταν εἶναι φτωχός σέ ἔργα;

Ἄν πιστεύουμε πραγματικά, ἄς πολεμήσουμε τήν ἁμαρτία καί ἄς ἀφήσουμε κάθε κακό, πού μέχρι τώρα κάναμε. Ἄς ἀγωνιστοῦμε μέ προθυμία, γιά νά βρεθοῦμε ἕτοιμοι μπροστά στόν Κύριο τή φοβερη ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἄς ξυπνήσουμε ἀπό τόν ὕπνο τῆς ἀμέλειας. Ἄς ἐπανορθώσουμε τά σφάλματά μας καί ἄς διώξουμε τούς πονηρούς λογισμούς. Ἄς προσπαθοῦμε νά ἐκπληρώνουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, γιά νά στεφανωθοῦμε ἀπ᾿ Αὐτόν καί νά κληρονομήσουμε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

(Ἀπό τό βιβλίο: “ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ” Βασισμένο σέ κείμενο τοῦ Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ. Πηγή: alopsis.gr )

Πηγή: eggolpio.blogspot.gr