A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον  πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΕ'Ι'Α. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΕ'Ι'Α. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΙΩΧΝΕΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΜΕ ΚΑΘΕ ΤΡΟΠΟ (Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)




Τί εἶναι ἡ Εὐρώπη 
Εὐρώπη εἶναι ὁ πάπας καί ὁ Λούθηρος, ἡ κορεσμένη δηλαδή ἀνθρώπινη ἀπληστία καί ὁ ἱκανοποιημένος μέχρις ἐσχάτου βαθμοῦ ἀνθρώπινος νοῦς. Ὁ πάπας εἶναι συνώνυμο τῆς ἀνθρώπινης ἀπληστίας γιά ἐξουσία. Ὁ Λούθηρος εἶναι τό συνώνυμο τῆς ἀν- θρώπινης θέλησης νά ἑρμηνεύσει τά πάντα μέ τή λογική. (Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

----------------------------


Ὁ Χριστός μέ τή διδασκαλία του συνέβαλε στήν πρόοδο τῆς Εὐρώπης; Ἡ Εὐρώπη εὐχαρίστησε τόν Χριστό; 

Ἀδελφοί μου, αὐτά τά ἐρωτήματα μποροῦν νά ἀποτελέσουν θέμα μελέτης καί διδαχῆς. Τί προσέφερε ὁ Χριστός στήν Εὐρώπη; Οἱ εὐρωπαῖοι ἀνέμεναν πολλά ἀπό τόν Χριστό καί Αὐτός τούς ἔδωσε περισσότερα ἀπό ὅσα ἐκεῖνοι περίμεναν. Τούς πρόσφερε τά πάντα. 

Ὁ Χριστός ἀπάλλαξε τήν Εὐρώπη ἀπό τόν σκοταδισμό τῆς ἀθεΐας καί τήν μωρία τῆς εἰδωλολατρίας. Αὐτή ἡ φράση εἶναι σημαντική γιά ὅποιον μπορεῖ νά καταλάβει τί εἶναι εἰδωλολατρία καί τί εἶναι ἀθεΐα. Γιά ὅποιον δέν μπορεῖ νά τήν κατανοήσει θά τήν ἐξηγήσω περισσότερο.

Ὁ καιρός τῆς ἀθεΐας καί τῆς εἰδωλολατρίας στήν Εὐρώπη ἦταν μία περίοδος σκοταδισμοῦ. Μιά κατάσταση παρόμοια μ᾽ αὐτήν πού ὑπάρχει στίς μαῦρες φυλές, πού ζοῦν στήν Ἀφρική.

Ἀθεΐα καί εἰδωλολατρία σήμαινε: Θεολογία δίχως τόν ἀληθινό Θεό, γάμοι χωρίς ἠθική καί κοινωνία δίχως εὐσπλαχνία γιά τόν συνάνθρωπο.

Μέ μιά λέξη ἀθεΐα καί εἰδωλολατρία σήμαινε ζωή χωρίς οὐσία καί θάνατο χωρίς ἐλπίδα.

Παράλληλα ὑπῆρχε συνεχής φόβος γιά θεούς τρομακτικούς, τῶν ὁποίων τό θυμό προσπαθοῦσαν νά κατευνάζουν μέ αἱματηρές θυσίες, εἴτε ζώων εἴτε ἀνθρώπων. Σκοτάδι καί μωρία ἐπικρατοῦσε στίς φτωχές χωριάτικες καλύβες, ἀλλά καί στόν περίβολο τῶν παλατιῶν. Ὁ σατανᾶς κυριαρχοῦσε στήν Εὐρώπη μέχρι ὁ Χριστός νά ἐμφανιστεῖ. Ὅλοι οἱ εὐρωπαῖοι ἦταν ἄρρωστοι στήν ψυχή καί στό σῶμα, ὅπως οἱ λεπροί. Ὅταν λοιπόν ὁ Χριστός ἐμφανίστηκε σ᾽ αὐτό τό εὐρωπαϊκό νοσοκομεῖο καί τρελοκομεῖο μίλησε στήν Εὐρώπη μέ τόν ἴδιο τρόπο πού μίλησε σέ ἐκείνη τήν ἄρρωστη, γιά δεκαοχτώ χρόνια γυναίκα, ἀπό δαιμονικό πνεῦμα. Ἦταν κυρτωμένη καί δέν μποροῦσε νά ἰσιώσει τό σῶμα της. Ὅταν τήν εἶδε ὁ Ἰησοῦς τῆς φώναξε καί τῆς εἶπε: Εὐρώπη ἀπαλλάσσεσαι ἀπό τήν ἀρρώστια σου. Ἔτσι μέ μιᾶς ἡ Εὐρώπη, ὅπως ἡ γυναίκα, ὀρθώθηκε, συνῆλθε, διαφωτίστηκε, ἐξαγνίστηκε, ἐκπολιτίστηκε. Ἡ Εὐρώπη σάν τό φυλακισμένο, πού ξαφνικά ἀνοίγει ἕνα παράθυρο στό κελί του, φωτίστηκε. Ὁ Χριστός ἔδωσε τήν ἐξουσία στούς βαπτισμένους λαούς της νά βαπτίζουν καί ἄλλους σ᾽ ὅλη τή γῆ. Τούς ἔδωσε τήν ἐξουσία ἀφοῦ ἦταν ἁγιασμένοι ἀπό Αὐτόν, νά ἁγιάζουν ἄλλους, καί ἀφοῦ φωτίστηκαν νά φωτίζουν τούς ὑπόλοιπους ἀδελφούς τους. Νά λοιπόν, αὐτό τό θαῦμα τῶν θαυμάτων ἔκανε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στήν Εὐρώπη.

Στό δεύτερο ἐρώτημα, μέ ποιό τρόπο ἡ Εὐρώπη εὐχαρίστησε τό Χριστό ἡ ἀπά- ντηση εἶναι, πώς δέν τόν εὐχαρίστησε μέ φῶς, ἀλλά μέ σκοτάδι. Τόν εὐχαρίστησε μέ θλίψη ἀντί χαρά. Τόν εὐχαρίστησε ὅπως οἱ Γαδαρηνοί, τούς ὁποίους ὁ Χριστός ἐλευθέρωσε ἀπό τήν δαιμονική Λεγεώνα καί ἐκεῖνοι τόν παρακάλεσαν νά φύγει ἀπό κοντά τους. Καί Ἐκεῖνος ἔφυγε χωρίς νά πεῖ μιά λέξη. Κατάρα ἔμεινε σ᾽ αὐτή τήν περιοχή. Ἡ περιοχή τῶν Γαδαρηνῶν, πού κάποτε ἦταν εὔφορη καί πλούσια, σήμερα εἶναι μία γκρίζα καταραμένη ἔρημος. Οἱ Γαδαρηνοί παρακάλεσαν τόν Χριστό νά φύγει ἀπό κοντά τους, ἐνῶ οἱ Εὐρωπαῖοι δέν τόν παρακαλοῦν νά φύγει, ἀλλά τόν διώχνουν μέ κάθε τρόπο.

Τόν διώχνουν ἀπό τά σχολεῖα, τίς ἐφημερίδες, τά περιοδικά, ἀπό τήν πολιτική, τά φίλμ, τήν ἐπιστήμη καί ἀπό τήν ἐπηρμένη κουλτούρα τους. Τόν διώχνουν μέ τίς σκέψεις, μέ τά λόγια τους καί μέ τά ἔργα τους, ἕνας-ἕνας καί ὅλοι μαζί.

Ἄν ἡ περιοχή τῶν Γαδαρηνῶν, πού ἀπό ἀνοησία οἱ κάτοικοί της παρακάλεσαν τόν Χριστό νά φύγει, εἶχε τέτοια κατάληξη τί θά συμβεῖ στήν Εὐρώπη ἡ ὁποία δέν τόν παρακαλεῖ, ἀλλά τόν διώχνει ἀπό κακία;

Τί θά συμβεῖ στήν Εὐρώπη; Τί θά συμβεῖ στήν Εὐρώπη πού ἐγκατέλειψε τόν Χριστό καί ἐπέστρεψε στόν παλαιό, σκοτεινό καί μωρό παγανισμό;

Ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα, τί θά συμβεῖ στήν Εὐρώπη, πού ἀρνεῖται τόν Χριστό, ὑπάρχει ἔμμεσα στό Εὐαγγέλιο. Θά συμβεῖ τό ἴδιο πού συνέβη στήν Καπερναούμ, πού ἦταν πόλη μέ μεγάλο πολιτισμό, πλούσια, ὀργανωμένη, χαρούμενη, περήφανη γιά τήν ἀκμή της. Ὁ Χριστός σφράγισε τήν πορεία της μέ τά παρακάτω λόγια: Καί ἐσύ Καπερναούμ, πού ὑψώθηκες ὥς τά οὐράνια, θά κατεβεῖς στά τρίσβαθα τοῦ Ἅδη. Πλήν σέ βεβαιώνω πώς ὁ Θεός τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως θά δείξει μεγαλύτερη ἐπιείκεια γιά τά Σόδομα παρά γιά σένα (Ματθ. 11, 23).

Ἀδελφοί μου, ἄν στήν Ἰνδία καί τήν Κίνα συνέβαιναν τόσα πολλά καί μεγάλα θαύματα ὅπως συνέβησαν στήν Εὐρώπη ἐδῶ καί δύο χιλιάδες χρόνια, ἀπό παλιά θά μετάνοιωναν οἱ κάτοικοί της καί θά γινόντουσαν χριστιανοί.

Στενοχωριέμαι γιά τήν Εὐρώπη, γιατί θά καταστραφεῖ ὅπως ἡ Καπερναούμ. Οἱ περήφανοι πύργοι της θά γκρεμιστοῦν, θά καταστραφοῦν καί οἱ λεωφόροι της θά με- τατραποῦν σέ τόπους πού θά φυτρώσουν θάμνοι μέ ἀγκάθια, ὅπου θά κάνουν τή φωλιά τους τά φίδια. Στόν τόπο πού τώρα ἀκούγονται φωνές ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, θά ἀκούγονται κραυγές ἀπό κουκουβάγιες καί οὐρλιαχτά ἀπό τσακάλια.

Τή στιγμή πού ἡ Εὐρώπη νόμισε γιά τόν ἑαυτό της πώς ἐκπολιτίστηκε, τότε ἦταν καί πού ἀγρίεψε. Τή στιγμή πού νόμισε πώς τά ἤξερε ὅλα, τότε ἦταν καί πού παραφρόνησε. Τήν στιγμή πού νόμισε πώς ἀπέκτησε μεγάλη δύναμη, τότε ἦταν καί πού ἔχασε ὅλη της τή δύναμη.

Ὁρίστε ἀδελφοί μου, τό ἀντικείμενο μελέτης καί διδαχῆς.

Δοξάστε τόν Χριστό, τόν Θεό, γιά νά σᾶς δοξάσει καί αὐτός στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.

Ἀπό τό βιβλίο: Ἁγίου Νικολάου [Βελιμίροβιτς] Ἐπισκόπου Ἀχρίδος, Μέσα ἀπό τό Παράθυρο τῆς Φυλακῆς. Μηνύματα στό λαό. Ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2012, σσ. 105-108. 


Πηγή: Ὀρθόδοξος Λόγος

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Συγκλονιστικός διάλογος άθεου επιστήμονα με ιερέα


Ένας Ιερέας καθόταν στο κελί του και ξεχώριζε την αλληλογραφία του.  Ξαφνικά χωρίς την συνηθισμένη προσευχή μπήκε η νεωκόρος και ψιθύρισε πολύ έντονα σαν να έλεγε κάποιο μυστικό νέο το οποίο δεν θα 'πρεπε να ακούσει κάνεις: “Κάποιος άγνωστος φαίνεται από τους άρχοντες θέλει να σας μιλήσει. Δεν τον έχω ξαναδεί ούτε σε σας, ούτε στο ναό. Μάλλον είναι περαστικός”. “Άφησέ τον να μπει”, είπε ο ιερέας.

Μέσα στο κελί μπήκε ένας ψηλός άνδρας με ίσια κορμοστασιά που θύμιζε πρώην στρατιωτικό. Ήταν άψογα αλλά σεμνά ντυμένος. Φαινόταν σαν να ήταν σιδερωμένος μαζί με το κοστούμι του πριν βγει από το σπίτι. Ο ξένος κοίταξε ερευνητικά το δωμάτιο σαν να ήθελε να καταλάβει από την επίπλωση το πνεύμα και τον χαρακτήρα του κατόχου. Μετά χαιρέτησε, έβγαλε το καπέλο του και σταμάτησε στην πόρτα εν αναμονή για την πρόσκληση από τον ιερέα να καθίσει.

Μπορούσε κανείς να διακρίνει την αριστοκρατική παιδεία μέσα στον ξένο. Παιδεία που δημιουργείται και καλλιεργείται από γενεά σε γενεά και κληρονομείται σαν το οικόσημο. Πάρα τα χρόνια του θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν όμορφος αλλά ήταν η κρύα ομορφιά του αγάλματος, ανυπάκουη στον χρόνο και στην ζεστασιά του ήλιου.

Ο ιερέας του υπέδειξε την παλιά ξεθωριασμένη πολυθρόνα προορισμένη για τους επισκέπτες και είπε: “Παρακαλώ, καθίστε. Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;”

Ο επισκέπτης κάθισε ακουμπώντας ελαφρά τα χέρια του στην πολυθρόνα. Δεν άρχισε να μιλάει αμέσως και έτσι ο ιερέας πρόλαβε να τον εξετάσει με το βλέμμα. Αισθανόταν ότι αυτός ο άνθρωπος γνωρίζει την αξία του και είναι συνηθισμένος να εξουσιάζει τους ανθρώπους με “σιδερένιο χέρι μέσα στο βελούδινο γάντι”. Οι τρόποι του ήταν κομψοί και συγκρατημένοι και στο πρόσωπο ξεχώριζε η έμφυτη ευγένεια.

Φαίνεται ότι ήταν από κάποιο παλιό αριστοκρατικό γένος και σταγόνες από αίμα των Ριούρικ κυλούσαν στις φλέβες του. Μόνο τα σβησμένα γυάλινα μάτια του ήταν σε δυσαρμονία με ολόκληρη εικόνα – σαν να ήταν σκεπασμένα με σκοτεινό πέπλο και έκρυβαν κάποιο μυστικό της ψυχής του. Η ματιά που έριχνε ο επισκέπτης φαινόταν στον ιερέα να μοιάζει με χτύπημα ξίφους γρήγορο και απότομο, αλλά πολύ γρήγορα έσβηνε έχανε ζωντάνια και ο ιερέας έβλεπε μπροστά του δύο κόγχες (κρανίου).

- Ποιο είναι το πρόβλημα που σας έφερε στο ταπεινό μου κελί- ρώτησε ο ιερέας – θα χαρώ πολύ αν καταφέρω να βοηθήσω.

- Έχω κάτι μεγαλύτερο από ένα πρόβλημα – απάντησε ο επισκέπτης – έχω την αίσθηση ότι είμαι στην θηλιά και ταλαντεύομαι ανάμεσα από την ζωή και τον θάνατο. Με βασανίζει ο φόβος που μπήκε στην καρδιά μου εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ο φόβος ότι μήπως και πράγματι ο Θεός υπάρχει. Η σκέψη ότι απαρνήθηκα Τον Ζωντανό Θεό με ακολουθεί σαν φάντασμα που εκδικείται για την πατροκτονία.

Γεννήθηκα σε οικογένεια όπου η πίστη ήταν μόνο εξωτερική παράδοση που μοιάζει με κουφό (μουντό) μακρινό ήχο της καμπάνιας που έρχεται από το βάθος του χρόνου – συνέχιζε ο επισκέπτης. Το θέμα της θρησκείας ποτέ δεν με ενδιέφερε. Από τα νεανικά χρόνια πίστευα ότι το πρόβλημα είναι λυμένο άνευ όρων και τετελεσμένα… Ο Νίτσε (βλάσφημος θεομάχος) έχει ένα περίεργο διήγημα για έναν τρελό που έτρεχε στους δρόμους και φώναζε: “Ο Θεός πέθανε! Τον σκοτώσατε!” Ο τρελός θρηνούσε το θάνατο του Θεού και κανένας δεν μπορούσε να τον παρηγορήσει. Για εμένα αυτό το διήγημα ήταν αλληγορικό – ο τρελός θρηνούσε την τρέλα του.

Δεν είχα ποτέ παρόμοια συναισθήματα. Μου φαίνεται ότι γεννήθηκα ήδη άθεος. Όμως μια φορά είχα έναν εφιάλτη: ονειρευόμουν ότι ήμουν μέσα σε ένα ακυβέρνητο διαστημόπλοιο και ξέρω ότι ποτέ πια δεν θα μπορέσω να επιστρέψω ότι χάθηκα στο απέραντο διάστημα ανάμεσα από αστέρια-γίγαντες από φωτιά και πάγο. Το διάστημα έγινε η δική μου παγίδα, λαβύρινθος χωρίς διέξοδο. Αισθανόμουν την θανατηφόρο παγωνιά και την αίσθηση απέραντης φρίκης ακόμα και όταν ξύπνησα. Για πολύ καιρό θυμόμουνα την εικόνα του διαστημόπλοιου που απομακρύνεται από την γη η οποία αρχίζει να μετατρέπεται σε μια φωτεινή κουκίδα.

Τα πιο σημαντικά πράγματα στην ζωή μου ήταν τα ανώτερα μαθηματικά και η φυσική που έγιναν και επάγγελμα μου. Εδώ είχα πολλές και γρήγορες επιτυχίες. Πολύ νέος είχα όλους τους ανώτερους επιστημονικούς τίτλους και ήμουν αρχηγός ενός πολύ μεγάλου ερευνητικού ιδρύματος. Δεύτερή μου αγάπη ήταν η λογοτεχνία που μου εμφύτευσαν οι γονείς.

Έτσι πέρασαν πολλά ξένοιαστα χρόνια αλλά μετά συνέβη κάτι το απρόσμενο κι ακατανόητο. Σαν να άρχισε να τρέμει και να αγωνιά η γη κάτω από τα πόδια μου. Μια έμμονη σκέψη με πήρε στο κατόπι “Αν ο Θεός εν τέλει υπάρχει;”! Δεν έβρισκα πουθενά την απάντηση. Οι εξισώσεις ήταν άφωνες και η λογοτεχνία που η απασχόληση της ήταν τα συναισθήματα και πάθη δεν μπορούσε να δώσει λύση σε οντολογικά προβλήματα.

Με την εμφάνιση των πρώτων ανησυχιών σε σχέση με την ύπαρξη του Θεού άρχισα να διαβάζω αντιθρησκευτική λογοτεχνία για να στηρίξω την απιστία μου μα αυτό μόνο με απογοήτευσε. Διάβασα τον Μπάουερ, τον Ρενάν, τον Καούτσκι όμως βαρέθηκα γρήγορα. Δεν μπορούσαν να βγάλουν καμία άκρη ήταν απλώς “φτυσίματα στον ουρανό”. Απορούσα – ”Πώς μπορούσαν οι διανοούμενοι μας να καταπίνουν τέτοια διαβάσματα;” Δεν εννοούσα τον αθεϊσμό διότι παραμένω και είμαι άθεος αλλά τις λυπητερές απολογίες του.

Μετά καταπιάστηκα με την φιλοσοφία αλλά και εκεί δεν έβρισκα αποδείξεις, οι λογικές συρραφές δεν ήταν γερές. Όλα αυτά τα συγγράμματα μού φαινόντουσαν σαν πύργοι χωρίς θεμέλια κρεμασμένοι στον αέρα… Περνούσαν ολόκληρες νύχτες διαβάζοντας τα υπέρ πολύπλοκα βιβλία της φυσικής και μαθηματικής θεωρίας αλλά ούτε εκεί δεν έβρισκα απάντηση. Όχι σπάνια οι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν την λέξη “θεός” αλλά ήταν θεός που δεν άρχιζε από κεφαλαίο γράμμα. Θεός σαν δυνατότητα των αριθμών, αρχική ουσία του κόσμου, νοερουσία του σύμπαντος, αρχή της πανσυμπαντικής αρμονίας, κάποιος πρωτόγονος νους και λογική του σύμπαντος αλλά και αυτά παρέμεναν χωρίς αποδείξεις.

Με έχουν παρασύρει αυτά τα συγγράμματα γιατί μου άρεσε το θάρρος της ανθρώπινης σκέψης που προσπαθούσε να πιάσει την αρχή και το τέλος της κοσμογονίας μου άρεσε η διαστημική κλίμακα των υποθέσεων που έμοιαζαν με τρέλα. Πρέπει να πω ότι πάντα θαύμαζα την ομορφιά των μαθηματικών. Για μένα ήταν ποίηση όπου οι αριθμοί ακούγονται σαν ρυθμοί και ομοιοκαταληξίες και δημιουργούν στίχους και στροφές. Που οι εξισώσεις τραγουδάνε σαν χορδές του βιολιού και μαθηματικοί υπολογισμοί λάμπουν σαν αστερισμοί στον νυχτερινό ουρανό. Ο Αϊνστάιν ήταν για μένα ο Ντοστογιέφσκι της φυσικής και ο Λομπατσεφσκί – Χλέμπνικωφ της γεωμετρίας. Όμως έπιανα τον εαυτό μου πάνω στην σκέψη ότι είμαι μαγεμένος με το παιχνίδι του μυαλού, ότι βρίσκομαι πίσω από την επιφάνεια του καθρέφτη και γυρνάω μέσα στο χορό μαζί με ύπουλες σκιές της αλήθειας. Σκεφτόμουν ότι αυτός ο θαυμασμός είναι ένα είδος διανοητικής τοξικομανίας μια απόπειρα να πνίξουν τον φόβο εμπρός στην πιθανότητα ύπαρξης του Θεού.

- Ήρθατε σ' εμένα – είπε ο ιερέας – για να βεβαιωθείτε για ακόμα μια φορά ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για την πίστη και να καθησυχάσετε τον εαυτό σας με την ήττα μου; Εγώ όμως θα σας πω κάτι τελείως διαφορετικό: εάν μπορούσα να αποδείξω την ύπαρξη του Θεού αυτό θα αποδείκνυε την ανυπαρξία του Θεού, τουλάχιστον για μένα.

- Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν τα λόγια σας, – ρώτησε ο επισκέπτης,- φυγή από την απάντηση, ένα παράδοξο ρητό στο στυλ του Όσκαρ Ουάιλντ, η θέση της διαλεκτικής του Χέγκελ για την ομοιότητα των αντιθέτων;

Ο ιερέας απάντησε:

- Θα ήθελα πρώτα να σημειώσω ότι η θέση για τις ομοιότητες ανάμεσα στα αντίθετα δεν είναι του βερολινέζου καθηγητή αλλά στην πραγματικότητα η αποκρυφιστική διδασκαλία των ιερέων της Εφέσου, μυσταγωγία και μυστήριό τους. Πρώτος που το ανέβασε στην φιλοσοφική στοά από το υπόγειο του ναού της Αρτέμιδος ήταν ο Ηράκλειτος – απόγονος των ιερέων της Εφέσου ο οποίος αντάλλαξε την μύηση του ιεροφάντη με την κάπα του φιλοσόφου. Αυτή η διδασκαλία δηλώνει ότι το καλό και το κακό, φως και σκότος, πληρότητα και μηδέν, ναι και όχι, Θεός και διάβολος είναι ενωμένοι. Οι μαρξιστές λένε ότι αυτή η ομοιότητα είναι η ψυχή της “διαλεκτικής”. Συνεπώς μπορούμε να πούμε ότι ο Χεγκελισμός και ο Μαρξισμός έχουν αποκρυφιστική βάση και δαιμονική πλευρά. Το μυστήριο της διαλεκτικής είναι αιματηρή φλόγα και εκατόμβες των επαναστάσεων.

Τώρα θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτηση σας, – συνέχισε ο ιερέας. – Εάν οι συνειδητές μου αντιλήψεις που αποτελούνται από κάποιες γνώσεις που αποκόμισα στην διάρκεια μερικών δεκαετιών, μπορούσαν να χωρέσουν, να ορίσουν και να κατανοήσουν το Απόλυτο. Τι ασήμαντο και λυπητερό θα ‘πρεπε να είναι αυτό το όν που μπορεί και χωράει μέσα στον τόσο περιορισμένο και ατελή δικό μου νου! Σκεφτείτε τι σημαίνει η λέξη “πίστη”; Πίστη είναι η περιοχή του μυστηρίου. Όπου υπάρχουν αποδείξεις δεν υπάρχει πίστη. Εκεί στην θέση της πίστης μένει η γνώση, η Αποκάλυψη αντικαθίσταται με την λογική, δόγματα – με συλλογισμούς, μεταφυσική – με φυσική, μυστική – με επίπεδες έννοιες. Το οφθαλμοφανές πια δεν είναι η πίστη αλλά η καταγραφή γεγονότων.

- Εσείς λέτε ότι η πίστη δεν έχει αποδείξεις,- διαφώνησε ο επισκέπτης,- τότε σε τι να πιστεύουμε : στο απόλυτο σκοτάδι του σκεπτικισμού, όπου είναι οι συνεχόμενες αρνήσεις που φτάνουν μέχρι άρνηση της ίδιας της άρνησης, όπως στον Σέξτο Εμπειρικό;

- Η Πίστη έχει αναμφίβολες και αναμφισβήτητες αποδείξεις διαφορετικού χαρακτήρα,- απάντησε ο ιερέας. Είναι η διαισθητική διείσδυση στον υπέρ λογικό άυλο κόσμο, επικοινωνία του ανθρώπου (ως περιορισμένης προσωπικότητας) με Τον Θεό (Απόλυτης Προσωπικότητας), είναι η πραγματική μυστηριακή εμπειρία η οποία αποκτιέται από άμεση επαφή με τον πνευματικό κόσμο, είναι εσωτερική αίσθηση της ψυχής, η υποκειμενική γνώση που θα την έλεγα και οικεία (ιδιαίτερη). Εδώ γίνεται κοινωνία με την Θεία Χάρη που στην δική σας γλώσσα λέγεται – ενέργειες ανωτέρας φύσεως.

Στην κοινωνία με τον Θεό αλλάζει ο ίδιος άνθρωπος, ως υποκείμενο γνώσης και ο πνευματικός του ορίζοντας διευρύνεται αμέτρητα. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι πιο βαθιά από την λογική του και η γνώση καταλαμβάνει την σφαίρα των συναισθημάτων όπου η Διάχυτη Αγάπη είναι μια από τις βασικές δυνάμεις κατανοήσεως που ενώνει το Άπειρο με το περιορισμένο, Τον Ζωντανό Θεό με τον άνθρωπο.

- Ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα, – είπε ο επισκέπτης,- θα σκεφτώ αυτά που μου είπατε αλλά χρειάζομαι χρόνο γι’ αυτό. Πρόσφατα είχα μια συζήτηση με έναν συνάδελφό σας τον οποίο μπορώ να χαρακτηρίσω ως “διανοούμενο στο ράσο”. Άρχισε να μου αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού βασίζοντας στην θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν και στην μηχανική των κβάντα του Γκαίνσμπεργκ. Είχε πολύ ενθουσιώδη και νικηφόρο τόνο και σήκωνε ακόμα και το δάχτυλό του σαν δάσκαλος. Μπερδευόταν και έκανε λάθη συνέχεια προσπαθώντας να μου εξηγήσει τον Αϊνστάιν σαν να ήμουν μαθητής, χωρίς να υποψιαστεί ότι τα μαθηματικά και η φυσική είναι το επάγγελμα μου. Τον λυπόμουν πραγματικά. Ύστερα του έγραψα ένα γράμμα όπου έκανα προσπάθεια να του εξηγήσω πόσο άσχημα γνωρίζει την θεωρία της σχετικότητας και τον συμβούλεψα να μην ασχολείται άλλο με τον Αϊνστάιν για να μην πνιγεί μέσα στις “σχετικότητες”. Πολύ σύντομα έλαβα την απάντησή του όπου με ευχαριστούσε για τις, κατά την γνώμη του, πολύ εποικοδομητικές παρατηρήσεις.

Ο επισκέπτης κοίταξε το ρολόι του και είπε:

- Επιτρέψτε μου να σας κάνω και άλλη μια ερώτηση: γιατί δεν φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, για να σβήσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες σχετικές με την ύπαρξη Του για να Τον βλέπουμε σαν τον ήλιο ή τα αστέρια; Θα είχαν εξαφανιστεί πολλά προβλήματα και η ζωή θα ήταν πιο απλή.

- Ο Θεός κρύβει το πρόσωπό Του στα νέφη για να μην στερήσει στον άνθρωπο την δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην πίστη και απιστία και να επιτρέψει στον άνθρωπο να λύσει το υπαρξιακό πρόβλημα αυτόνομα, -απάντησε ο ιερέας. Αν δεν υπήρχε τέτοια επιλογή τότε η πίστη σαν ελεύθερη πράξη της ψυχής δεν θα μπορούσε να υπάρχει και στην θέση της θα έμπαινε το ηθικά αδιάφορο ολοφάνερο. Ο Θεός δεν μας έβαλε μπροστά στο αναπόφευκτο γεγονός της ύπαρξης Του. Ήθελε να είναι ο εσωτερικός παράγοντας της ανθρώπινης ψυχής. Θέλει να Τον ψάχνουμε με την ελεύθερή μας βούληση, να προσελκυόμαστε σ’ Αυτόν, να διψάμε γι’ Αυτόν. Θέλει να είναι η αγάπη της καρδιάς μας και όχι το αποτέλεσμα μιας λογικής μας ανάλυσης.

Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα της προσωπικής επαφής μαζί Του – το πιο άξιο και ανώτερο που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα από τον Δημιουργό και το δημιούργημα. Την σχέση του Θεού με το κόσμο μπορούμε να δούμε σαν την σχέση του μάστορα και του προϊόντος. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι προϊόν είναι η αντανάκλαση του Θεού στην γη. Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ελεύθερη βούληση τότε δεν θα ήταν εικόνα του Θεού. Χωρίς την ελευθερία δεν υφίσταται η ύπαρξη του καλού υπάρχει αναγκαιότητα. Χωρίς προσωπική ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη και χωρίς την πνευματική αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει η θέωση σαν ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Πιστεύω θα συμφωνήσετε ότι ακόμα και ο πιο δυστυχής άνθρωπος δεν θα ήθελε να ανταλλάξει την θέση του με ένα ευτυχισμένο ζώο.

- Πράγματι,- χαμογέλασε ο ξένος, – παρά τα βάσανά μου δεν θα ήθελα να μεταμορφωθώ σε ένα γάιδαρο χωρίς βάσανα και ικανοποιημένο από την ζωή του! Τι θα μπορούσατε να με συμβουλέψετε αν και δεν υπόσχομαι ότι θα εκπληρώσω την συμβουλή σας;

Ο ιερέας απάντησε:

- Μου φαίνεται ότι η δική σας άρνηση του Θεού στην πραγματικότητα είναι κρυφή και βαθιά αποθυμία (νοσταλγία) για τον Θεό την οποία την αισθάνεστε σαν πόνο που δεν μπορείτε να καταλάβετε από που προέρχεται. Η καρδιά σας θρηνεί την μοναξιά της σαν το μωρό στην κούνια του που θρηνεί για την ζεστασιά της μητέρας. Και ο νους σας είναι πετρωμένος μέσα στην υπερηφάνεια του, γοητευμένος από την νεκρή λάμψη του Εωσφόρου, αντιστεκόμενος στην καρδιά απαντάει (στην καρδιά): “Σώπασε και άσε με στα χέρια του κακού δαίμονα της ζωής μου, δεν θέλω ούτε τον Θεό ούτε καμία άλλη δύναμη να μ’ εξουσιάζει. Για ποια αιώνια ζωή μου μιλάς; Το μέλλον του σύμπαντος είναι μαύρη διαστημική τρύπα όπου σαν σκιές θα εξαφανιστούν οι κόσμοι και θα εξαφανιστεί η ίδια η ύλη, θα τελειώσει ο χρόνος αλλά δεν θα έρθει η αιωνιότητα. Θα γίνει η αποκορύφωση του σύμπαντος που είναι το μέγα Τίποτα”.

Ο επισκέπτης απόρησε και είπε:

- Δηλαδή κρυφακούγατε τον διάλογο μου με τον εαυτό μου; Ή σας φανερώθηκαν τα όνειρα μου;

- Όχι, απλώς γνωρίζω πολύ λίγο την εσχατολογία του αθεϊσμού, – απάντησε ο ιερέας, – είναι σατανικό μυστήριο γενικού χαμού. Και σαν συμβουλή σας ζητώ να αποσυνδέεστε από την ροή των σκέψεών σας τουλάχιστον μια φορά την ημέρα και από καρδιά να λέτε: “Θεέ, εάν είσαι υπαρκτός, φανέρωσε Τον Εαυτό Σου σ’ εμένα. Χωρίς Εσένα δεν μπορώ να Σε βρω!”.

Ο επισκέπτης ευχαρίστησε τον ιερέα για την συζήτηση αποχαιρέτησε και βγήκε έξω. Από πουθενά ξεφύτρωσε ένα αυτοκίνητο, ο οδηγός γρήγορα άνοιξε την πόρτα και με σεβασμό κάθιζε τον επισκέπτη μέσα σαν τον πρίγκιπα στην άμαξα. Την επόμενη στιγμή το αυτοκίνητο εξαφανίστηκε στην στροφή.
πηγή:www.fevgato.gr

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Αθεΐα: Το καύχημα της εποχής μας (Φώτης Κόντογλου)


 «Νυξ αφεγγής τοις απίστοις, Χριστέτοις δε πιστοίς φωτισμός

Αθεΐα! Τίτλος μεγάλος και καύχημα για τον σημερινόν άνθρωπο. Όποιος τον αποχτήσει(και για να τον αποχτήσει, φτάνει να χειροτονηθεί μοναχός του άπιστος),γίνεται παρευθύς στα μάτια των άλλων σοφός, κι’ ας είναι αμόρφωτος, σοβαρός, κι’ ας είναι γελοίος, επίσημος κι’ ας είναι αλογάριαστος, υπεράξιος κι’ ας είναι ανάξιος, επιστήμονας κι’ ας είναι κουφιοκέφαλος.
Δεν μιλώ για τον άνθρωπο που έχει πόθο να πιστέψει, μα δεν μπορεί, με όλο που κατά βάθος πάντα η αιτία της απιστίας είναι η περηφάνεια, αυτή η οχιά, που κρύβεται τόσο επιτήδεια μέσα στον άνθρωπο, που δεν μπορεί να την καταλάβει.

Όπως και νάναι, οι άνθρωποι που αγωνίζουνται και πολεμάνε με τον άπιστο εαυτό τους, έχουνε όλη τη συμπόνεσή μας. Γι’ αυτούς παρακαλούμε, όσοι πιστεύουμε, να τους βοηθήσει ο Θεός να πιστέψουνε, όπως έκανε σε κείνον τον πατέρα που είχε άρρωστο το παιδί του, και παρεκάλεσε τον Χριστό να το γιατρέψει. Και Κείνος του είπε: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε κείνον που πιστεύει». Και τότε ο πατέρας του παιδιού έκραξε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία», δηλαδή «έχω πόθο να πιστέψω, κι’ εσύ, Κύριε, δυνάμωσέ τον».
Οι άπιστοι, για τους οποίους μιλούμε, δεν είναι τέτοιοι. Όχι μονάχα δεν κλάψανε ποτέ, για να ανοίξουνε με τον πόνο και με τη συντριβή την κλεισμένη πόρτα, την πόρτα της μετανοίας, όπως έκανε εκείνος ο δυστυχισμένος πατέρας που γράφει το Ευαγγέλιο, αλλά μήτε συγκινηθήκανε ποτέ τους, μήτε αισθανθήκανε καμμιά πίκρα για την απιστία τους, μήτε νοιώσανε πως έχουνε γι’ αυτό καμμιά ευθύνη, κανένα φταίξιμο. Όλο το φταίξιμο είναι του Θεού, που δεν φανερώνεται μπροστά τους να τους πει: «Ελάτε, ψηλαφήσετέ με, πιάστε με, μιλείστε μαζί μου όπως μιλάτε μεταξύ σας, αναλύσετέ με μέ τη χημεία σας, κομματιάστε με μέ το μαχαίρι της ανατομίας σας, ζυγίστε με, μετρείστε με, ικανοποιήσετε τις άπιστες αισθήσεις σας, χορτάσετε τ’ αχόρταγο λογικό σας!».
Αυτοί οι αυτοτιτλοφορούμενοι άπιστοι, σε καιρό που επιδείχνουνε την εξυπνάδα τους, φουσκωμένοι από τον κούφιον αγέρα της περηφάνειας κι’ από την πονηρή ευστροφία του μυαλού τους, δεν είναι σε θέση οι δύστυχοι, να νοιώσουνε πόσο ανόητοι και στενόψυχοι φαίνουνται σε κείνους που πιστεύουνε. Γιατί, για να πιστέψουνε, ζητάνε κάποιες αποδείξεις που κάνουνε τον πιστό να τους ελεεινολογεί για την περιορισμένη αντίληψη που έχουνε για το πνεύμα και για τα πνευματικά ζητήματα. Ο πιστός ξέρει πολύ καλά ως που μπορούνε να φτάξουνε οι διαλογισμοί του άπιστου, γιατί, κι’ αυτός, σαν άνθρωπος, τους έχει εκείνους τους λογισμούς, τους λογισμούς της σάρκας, τους λογισμούς τούτου του κόσμου. Ενώ ο άπιστος είναι ανύποπτος για όσα έχει μέσα του ο πιστός, και για ό,τι βρίσκεται παραπέρα από την πρακτική γνώση του, δηλαδή για τα μυστήρια που είναι κρυμμένα από τα μάτια του, και που γι’ αυτό θαρρεί πως δεν υπάρχουνε. Κι’ από την ανοησία του κορδώνεται, και μιλά με καταφρόνεση για κείνους που είναι σε θέση να νοιώσουνε τη βαθύτερη σύσταση του κόσμου, ενώ αυτός ο δυστυχής είναι τυφλός και κουφός, και θαρρεί πως τα’ ακούει όλα και πως τα βλέπει όλα. Ο πιστός έχει πνευματικά μάτια και πνευματικά αυτιά, καθώς και κάποια «υπέρ αίσθησιν». Ο άπιστος πώς να πάρει είδηση από κείνον τον μυστικόν κόσμο μόνο με τα χονδροειδή μέσα που έχει, δηλαδή με τις σωματικές αισθήσεις; Πώς να πιάσει τα λεπτά κι’ αλλόκοτα μηνύματα εκείνου του κόσμου, αφού ο δυστυχής δεν έχει τις κεραίες που χρειάζουνται για να τα πιάσει;
Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του, με τον τρόπο που γνωρίζει μονάχα αυτός, για το τι είναι σε θέση να νοιώσει ο πιστός, και τι μπορεί να νοιώσει ο άπιστος: Λαλούμε, λέγει, τη σοφία του Θεού που είναι μέσα σε μυστήριο, και που είναι κρυμμένη, τη σοφία που την προόρισε ο Θεός, πριν από τους αιώνες, για δόξα δική μας, και που δεν τη γνώρισε κανένας από τους άρχοντες τούτου του κόσμου (δηλ. τους σοφούς της κοσμικής σοφίας), και που ξεσκεπάζει αυτά που, κατά τη Γραφή, δεν τα είδε μάτι, και που δεν τ’ άκουσε αυτί, και που δεν ανεβήκανε στην καρδιά κανενός ανθρώπου, εκείνα που ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούνε. Αλλά σε μας τα φανέρωσε ο Θεός με το Πνεύμα του το άγιο. Επειδή, το άγιο Πνεύμα όλα τα ερευνά, και τα βάθη του Θεού.
Γιατί, ποιος άνθρωπος γνωρίζει το μέσα του ανθρώπου, παρά μονάχα το πνεύμα του ανθρώπου που είναι μέσα στον άνθρωπο; Έτσι και τα μυστήρια του Θεού δεν τα γνωρίζει κανένας παρά μονάχα το Πνεύμα του Θεού. Κι’ εμείς δεν επήραμε το πνεύμα του κόσμου ( δηλ. τη φιλοσοφία και την κοσμική γνώση), αλλά το Πνεύμα του Θεού, για να γνωρίσουμε όσα χάρισε σε μας ο Θεός. Κι’ αυτά (τα χαρίσματα) δεν τα εκφράζουμε με τα λόγια που διδάσκεται η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που διδάσκει το άγιο Πνεύμα, μιλώντας σε πνευματικούς ανθρώπους με πνευματικόν τρόπο. Πλην, ο άνθρωπος που έχει την σαρκική γνώση (τον ορθολογισμό), δεν παραδέχεται όσα διδάσκει το Πνεύμα του Θεού, γιατί τα νομίζει για ανοησίες, και δεν είναι σε θέση να καταλάβει πως ανακρίνεται πνευματικά. Ο πνευματικός όμως άνθρωπος, ανακρίνει κάθε άνθρωπο, ενώ αυτός από κανέναν δεν ανακρίνεται».
Η απιστία υπήρχε πάντα. Μα σήμερα, με την αποτρόπαια ματαιοδοξία που μας τρώγει, την επιδείχνουμε σαν να μας δίνει τη μεγαλύτερη αξία. Όποιος έχει πίστη στον Θεό και στην αλήθεια που φανέρωσε, είναι καταφρονεμένος, σαν στενόμυαλος κι’ ανόητος, και τραβά πάνω του όλα τα περιγελάσματα. Λογαριάζεται για ¨βλαμμένος» από τον πολύν κόσμο, μάλιστα από τον κόσμο που ξέρει να τα καταφέρνει στη ζωή, να «πετυχαίνει», να βγάζει λεφτά, να καλοπερνά, να μη δίνει πεντάρα για τίποτα, κατά το ρητό που λέγει: «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Για τούτο, χρειάζεται να έχει θάρρος και να περιφρονά την εκτίμηση του κόσμου και το υλικό συμφέρον του, όποιος λέγει πως έχει πίστη στον Θεό.
Ενώ εκείνον που καυχιέται πως δεν πιστεύει σε τίποτα, α’) Τον έχει ο κόσμος σε μεγάλη υπόληψη και σεβασμό, μάλιστα όσο περισσότερο άπιστος λέγει πως είναι, τόσο περισσότερη είναι η εκτίμηση και ο σεβασμός που φανερώνει ο έξυπνος και σοβαρός κόσμος στο πρόσωπό του. Ο τέτοιος άνθρωπος είναι συνοφρυωμένος, με λίγα και βαρειά λόγια, αράθυμος κι’ απότομος, « θετικός άνθρωπος», « γερό μυαλό». β’) Όλα του έρχουνται βολικά, και δεν σκοτίζεται, δεν στενοχωριέται για τίποτα. Δεν έχει ευθύνες και ζαλούρες: Εδώ κάτω, λέγει, είναι η Κόλαση κι’ ο Παράδεισος. Η ζωή είναι για να την απολαβαίνουνε οι έξυπνοι. Οι κοιμισμένοι κι’ οι αφιονισμένοι ας πεθάνουνε».
Εξ άλλου, δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να κάνεις τον άπιστο! Πατάς ένα μονάχα κουμπί, κι’ όλα σου έρχονται βολικά. Ο διάβολος είπε στον Χριστό: Πέσε, προσκύνησέ με, και θα γίνουνε οι πέτρες ψωμιά, «οι λίθοι άρτοι».
Λέγει λοιπόν ο έξυπνος : « Να κάθεσαι, άνθρωπος με τετρακόσα μυαλά, να χάνεις τον καιρό σου με χαζομάρες, σαν τις γρηές, με θεούς, με κόλαση και με παράδεισο, με καντήλια, με θυμιατά, με δισκοπότηρα, με παπάδες και με καλόγρηες! Και σε ποια εποχή; Στην εποχή μας, που η επιστήμη στέλνει ανθρώπους στους πλανήτες! Ακούς, φίλε μου, βλακεία που έχει αυτός ο κόσμος;».
Αυτά λένε για τους πιστούς οι έξυπνοι και οι τιμημένοι τούτου του κόσμου, και τους χειροκροτούνε οι πολλοί, που τους έχουνε για φρόνιμους σε όλα, επειδή δεν κυνηγάνε ίσκιους, αλλά έχουνε μυαλό γερό, και επιτυχαίνουνε σε ότι καταπιαστούνε.
Ναι! Επιτυχαίνουνε, γιατί, μ’ έναν λόγο, η απιστία είναι « η πλατεία πύλη και ευρύχωρος οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι «η απάγουσα εις την απώλειαν», όπως είπε ο Χριστός, αλλά « εις την επί γης ευδαιμονίαν». Ενώ η πίστη είναι «η στενή πύλη και τεθλιμμένη οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι « η απάγουσα εις την ζωήν», αλλά « εις την επί γης δυστυχίαν και περιφρόνησιν». « Πολλοί εισιν οι εισερχόμενοι διά της πλατείας πύλης» κατά τον λόγο του Κυρίου, « και ολίγοι εισιν οι ευρίσκοντες την στενήν πύλην».
Όλοι οι άπιστοι λένε πως αν βλέπανε ένα θαύμα, θα πιστεύανε. Μα η πίστη δεν έρχεται με τη βία, αλλά με τη συγκατάθεση της ψυχής. Γι’ αυτό σε όσους ζητάνε θαύμα για να πιστέψουνε, δεν δίνεται, κατά τον λόγο που είπε ο Χριστός στους Φαρισαίους: « Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητεί και σημείον ου δοθήσεται αυτή».
Αλλά και θαύμα να δει ένας άπιστος, η υπερηφάνεια δεν τον αφήνει να πιστέψει, για να μη φανεί ευκολόπιστος και καταφρονεθεί.
Πριν καιρό έγραψα με συντομία πέντε- έξη άρθρα για τα θαύματα που γίνουνται σ’ ένα χωριό της Μυτιλήνης, με τον τίτλο « Φρικτά μυστήρια». Πολλοί αναγνώστες συγκινηθήκανε στο έπακρο, ιδίως οι ταπεινοί κι’ αγράμματοι άνθρωποι, « τα μωρά του κόσμου και τα εξουθενημένα». Οι έξυπνοι όμως κι’ οι τετραπέρατοι δεν δώσανε σημασία, και κάποιοι απ’ αυτούς με περιγελάσανε και μου γράψανε πως λέγω ανοησίες.
Αλλά, « Θεός ου μυκτηρίζεται». Από τότε ως τα σήμερα τα θαύματα δεν πάψανε, κι ολοένα γίνουνται πυκνότερα και τρομαχτικώτερα. Οι άνθρωποι που τα βλέπουνε μου τα γράφουνε με όλα τα καθέκαστα, κι απ’ αυτά κάνω ένα βιβλίο που θα είναι σαν πυρωμένο σίδερο για τις άπιστες γλώσσες (Πρόκειται για το βιβλίο « Σημείον μέγα» που εξέδωσε ο « Αστήρ»). Αυτόν τον καιρόν γίνουνται ανασκαφές, για να βρεθεί η αρχαία εκκλησία με τα λείψανα εκείνων που φανερώνονται ολοζώντανοι μπροστά στους απλούς ανθρώπους, στον ύπνο και στον ξύπνο τους, καθώς κι εικόνες και τα’ άλλα κειμήλια. Θα είχανε βρεθεί όλα, και θα ξεσκεπαζότανε γρήγορα ολότελα αυτός ο φοβερός κρατήρας, που θα σάρωνε τους άπιστους με την αγιασμένη λάβα του, αν υπήρχανε περισσότερα μέσα στα χέρια των φτωχών ανθρώπων που σκάβουνε με μια πίστη που είναι σαν φωτιά.
Μα, όπως και να είναι, με τη χάρη του Θεού « την τ’ ασθενή θεραπεύουσαν και τα ελλείποντα αναπληρούσαν», θα βγάλουνε σε καλό τέλος το βλογημένο αυτό έργο, και θα θριαμβέψει η ακατάλυτη πίστη μας, και θα ακουστεί ως τα πέρατα του άπιστου κόσμου η βροντερή φωνή: « Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος!».


(Εκ του περιοδικού "Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία", Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη")





(Πηγή: Ιερό Ησυχαστήριο Παντοκράτορος, Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης)