A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

ΜΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ Από τον Μελέτιον Πηγάν ως τον Πατροκοσμάν

Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

Του κ. Νικολάου Μάννη, εκπαιδευτικού

Την πνευματική επιβίωσή μας (των Ρωμιών Ορθοδόξων), στα χρόνια που όλα “τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά” της Τουρκοκρατίας, την οφείλουμε σε εκείνες τις άγιες μορφές που έγιναν θυσία για το Γένος, αφιερώνοντας το είναι τους στην ορθόδοξη μόρφωση, και την δι’ αυτής απελευθέρωση (πνευματική πρωτίστως), των συμπατριωτών τους. Ερχόμενος κάποιος σε επαφή με την ζωή και το έργο των μακαριστών εκείνων Διδασκάλων, μπορεί εύκολα να κατανοήσει ποιό θα ήταν και σήμερα το αντίδοτο στην σημερινή σκλαβιά, που είναι κυρίως σκλαβιά μυαλών και ψυχών. Και η λύση αυτή είναι η κατά Θεόν μόρφωση, σε συνδυασμό με το θυσιαστικό πνεύμα και το ανδρείο φρόνημα.
Πρώτος στην χορεία των Διδασκάλων, που επιλέχθηκαν να παρουσιασθούν με το παρόν κείμενο, είναι ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος ο Πηγάς (1550-1601). Γεννήθηκε στον Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρήτης και σπούδασε στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας στην Ιταλία, αρνούμενος όμως να παραλάβει το πτυχίο του, για την κτήση του οποίου απαιτούνταν «Δήλωση Πίστεως» στις αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας. Μετέβη στην Αλεξάνδρεια και έγινε Πρωτοσύγκελλος του Πατριάρχου Σιλβέστρου, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο το 1590, «τη ομοψήφω γνώμη κλήρου και λαού». Το 1593 συμμετείχε στην εν Κωνσταντινουπόλει Πανορθόδοξο Σύνοδο, ενώ κατά τα έτη 1596 – 1598 ανέλαβε Τοποτηρητής του χηρεύοντος πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, αρνούμενος να δεχθεί τον θρόνο που του προτάθηκε από τον εκεί κλήρο και λαό. Κοιμήθηκε νεώτατος στις 13 Σεπτεμβρίου του 1601. Άφησε τεράστιο συγγραφικό έργο, ανεκτίμητης πνευματικής αξίας και δικαίως χαρακτηρίστηκε ως “ο μετά το σχίσμα νέος Φώτιος”. Μερικά από τα έργα του (εκ των οποίων πολλά παραμένουν εισέτι ανέκδοτα) είναι τα εξής: “Διάλογος ορθόδοξος χριστιανός”, “Κατά Ιουδαίων”, “Περί της αρχής του Πάπα”, “Ορθόδοξος διδασκαλία”, “Περί των αχράντων Μυστηρίων”, “Τόμος Αλεξανδρινός περί του Πασχαλίου” (το έργο αυτό υπήρξε καθοριστικότατο για την στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας απέναντι στην Ημερολογιακή Καινοτομία του Γρηγοριανού Ημερολογίου, διότι επηρέασε τις συνοδικές αποφάσεις του ΙΣΤ  αἰῶνος). Οι δε επιστολές του (πραγματευόμενες διάφορα ζητήματα) πλησιάζουν τις πεντακόσιες.
Εκτός από το γραπτό έργο ο κλεινός Μελέτιος άφησε ως κληρονομιά στο Γένος και ένα έμψυχο θησαυρό: τον ανιψιό, αγαπημένο μαθητή και διάδοχό του. Ο Κύριλλος  Λούκαρις (1570-1638) γεννήθηκε και αυτός στο Ηράκλειο της Κρήτης και ακολούθησε παρόμοια, με του θείου και πνευματικού πατρός του, πορεία. Σπούδασε στην Βενετία και στην Πάδοβα αρνούμενος κι εκείνος να παραλάβει το πτυχίο του. Κατέστη ένας από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του και ομιλούσε, εκτός της ελληνικής, την λατινική, την ιταλική, την τουρκική και την αραβική γλώσσα. Έγινε Πρωτοσύγκελλος του Μελετίου, και με την ιδιότητα αυτή συμμετείχε στην Πανορθόδοξο Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (1593). Από  την Κωνσταντινούπολη αποστέλλεται εσπευσμένα (το 1595), ως Πατριαρχικός Έξαρχος, στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, για να αγωνισθεί υπέρ της Ορθοδοξίας, η οποία κινδύνευε εξ αιτίας της τότε εμφανιζομένης Ουνίας. Εκεί ίδρυσε σχολείο και τυπογραφείο, για να διαδίδονται ανοθεύτως τα ορθόδοξα δόγματα. Το 1601, ο Μελέτιος Πηγάς προαισθανόμενος τον θάνατό του, τον κάλεσε για να τον διαδεχθεί στον θρόνο της Αλεξανδρείας. Το 1620 ο Κύριλλος εκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και πατριάρχευσε συνολικά πέντε φορές, αφού οι σκευωρίες παπικών και λατινοφρόνων τον έρριχναν συχνά από τον θρόνο. Πολέμησε με μεγάλο ζήλο τους παπικούς και για να σταματήσει την προπαγάνδα των Ιησουιτών, οι οποίοι είχαν ιδρύσει σχολείο στην Κωνσταντινούπολη, οργάνωσε το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο, το λεγόμενο Πατριαρχικό, ώστε, μέσα από τα βιβλία, να διαφωτίσει τους ορθοδόξους. Οι Ιησουίτες (η μάλλον “‘Αντιχριστίτες”, κατά τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία τον Τρανό), έσπευσαν να τον κατηγορήσουν στους Οθωμανούς, πως το τυπογραφείο του, είναι τάχα εργοστάσιο όπλων και πως ετοιμάζεται να ξεσηκώσει τον λαό σε επανάσταση. Έτσι πέτυχαν την ολική καταστροφή του. Μετά από πολλές εξορίες, προπηλακισμούς και ταπεινώσεις έλαβε τελικώς, στις 27 Ιουνίου 1638, τον στέφανο του μαρτυρίου, κατόπιν σκευωρίας και πάλι των Ιησουιτών, οι οποίοι τον κατηγόρησαν στους Αγαρηνούς ως συνωμότη, προσφέροντάς τους παράλληλα υπέρογκο χρηματικό ποσό (από τα ταμεία της εν Ρώμη διαβόητης Propaganda Fidei) για την εξόντωσή του. Οι Γενίτσαροι τον μετέφεραν στα παράλια του Αγίου Στεφάνου (εκεί που βρίσκεται σήμερα το αεροδρόμιο της Κωνσταντινουπόλεως) και τον έπνιξαν, γονυπετή προσευχόμενο. Αλλά ακόμη και μετά τον θάνατό του δεν βρήκε ησυχία ο ζηλωτής Πατριάρχης. Η σορός του ρι-χθηκε στην θάλασσα, όπου την βρήκαν ψαράδες και την έθαψαν. Οι λατινόφρονες την ξέθαψαν και την έρριξαν ξανά στην θάλασσα. Τα λείψανά του όμως ξαναβρέθηκαν και ενταφιάστηκαν με κάθε δέουσα τιμή. Στον Κύριλλο Λούκαρι οφείλουμε το ότι οι Ορθόδοξες Τοπικές Εκκλησίες δεν έγιναν ουνιτικές από τότε. Υπήρξε όχι μόνο ο κύριος τορπιλιστής της Ουνίας της Βρέστης (1596), αλλά με την άνοδό του στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, το μεγαλύτερο εμπόδιο στην Ένωση με τον Πάπα Ρώμης, την οποία επεδίωκαν τότε οι παπικοί με όργανά τους, λατινόφρονες η φιλοχρήματους, Αρχιερείς. Μισήθηκε δε από αυτούς όσο κανείς άλλος, ενώ κατηγορήθηκε ως Προτεστάντης, τόσο εξ αιτίας μιας αμφιλεγόμενης γνησιότητος “Ομολογίας”, όσο και των πολιτικών σχέσεων που είχε με αξιωματούχους προτεσταντικών κρατών στην προσ­πάθειά του να διασώσει το Γένος από τον αντίχριστο παπισμό. Συνέγραψε την πραγματεία “Κατά Ιουδαίων” (Κωνσταντινούπολις, 1627), το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε σε ελληνικό τυπογραφείο, καθώς και πολλές εγκυκλίους και επιστολές, με τις οποίες στηλίτευε τις παπικές καινοτομίες (Διάλογος Ζηλωτής και Φιλαλήθης, Περί της διαφοράς ην έχουσιν οι ανατολικοί μετά των δυτικών, Περί πυρός καθαρτηρίου κ. α.).
Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Κυρίλλου, ο μαθητής του Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός (1595-1682), συνέγραψε Ακολουθία προς τιμήν του, το χειρόγραφο της οποίας αγνοείται. Ο Ευγένιος υπήρξε επίσης μια φωτισμένη (με το φως της Ορθοδοξίας) προσωπικότητα, ο οποί­ος γεννήθηκε γύρω στα 1597 στο Μέγα Δένδρο του Θέρμου Αιτωλίας. Μετά από διάφορα ταξίδια στην ελληνική επικράτεια και το Άγιον Όρος, για να μαθητεύσει κοντά σε διαφόρους διδασκάλους, βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου χειροτονήθηκε ιερέας από τον Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι. Διακόνησε στα Ιεροσόλυμα και κατόπιν, συνέχισε τις σπουδές του κοντά σε σημαντικούς διδασκάλους της εποχής σε διάφορα μέρη και την Κωνσταντινούπολη, στην οποία τον είχε καλέσει ο Λούκαρις. Το 1639 ίδρυσε Σχολή στο Αιτωλικό, έπειτα στο Καρπενήσι, ενώ το 1661 ίδρυσε Σχολή στα Μεγάλα Βραγγιανά των Αγράφων, το περίφημο “Ελληνομουσείον Αγράφων”. Κοιμήθηκε στις 6 Αυγούστου 1682. Κατέλιπε πλούσιο παιδευτικό, συγγραφικό αλλά και φιλανθρωπικό έργο και πολλούς άξιους μαθητές, που διέπρεψαν στα Γράμματα και συνέχισαν το έργο του.
Σπουδαιότερος από αυτούς είναι ο βιογράφος του, λόγιος ιερομόναχος, Αναστάσιος ο Γόρδιος (1654-1729). Γεννήθηκε περί το 1654 στα Μεγάλα Βραγγιανά των Αγράφων. Εκεί σπούδασε κοντά στον Ευγένιο, όπως ειπώθηκε, και έπειτα συνέχισε τις σπουδές σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος και του εξωτερικού. Το 1676 εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. Αν και του πρότειναν να διδάξει σε διάφορες μεγάλεις πόλεις της ομογένειας, προτίμησε να υπηρετήσει τους ανθρώπους της ταπεινής επαρχίας του. Έτσι δίδαξε, επί δεκαετίες, στη Σχολή του Αιτωλικού και στο “Ελληνομουσείον”, Κοιμήθηκε στην γενέτειρά του στις 7 Ιουνίου 1729. Εκτός του παιδευτικού, σπουδαίο είναι και το φιλολογικό, θεολογικό, επιστολογραφικό (σώζονται περίπου 700 επιστολές του) και συγγραφικό του έργο. Το σημαντικώτερο θεολογικό του έργο είναι το (ερμηνευτικό στην Αποκάλυψη) “Περί Μωάμεθ και κατά Λατίνων”.
Καρπός του έργου των παραπάνω διδασκάλων, υπήρξε ο, πολυαγαπημένος Άγιος των νεωτέρων Ελλήνων, ο Ισαπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779). Ο Πατροκοσμάς γεννήθηκε το 1714 στην Αιτωλία και αφού διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον ιεροδιάκονο Ανανία, συνέχισε τις σπουδές στο “Ελληνομουσείον”, κοντά στο αδελφό του Χρύσανθο (μαθητή του Γορδίου και τότε Σχολάρχη) και στον Θεοφάνη, μαθητή του Ευγενίου. Κατόπιν μετέβη στον Άγιον Όρος και φοίτησε στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή. Το 1759 με ευλογία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ ξεκίνησε τις περιοδείες του στην Δυτική Ελλάδα και την Βόρειο Ήπειρο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον αυξανόμενο τότε εξισλαμισμό των Χριστιανών. Όπου σταθεί διδάσκει, νουθετεί, παρηγορεί και – κυρίως – ανοίγει σχολεία (σε 247 ανέρχονται τα σχολεία που ίδρυσε!), ξυπνώντας ψυχές και πυρπολώντας καρδιές. Με τις Διδαχές του ποτίζει με ύδωρ Ορθοδοξίας την αποξηραμένη σκέψη των αμαθών συμπατριωτών του. Η επιρροή που άσκησε υπήρξε τεράστια και δεν άργησε να γίνει στόχος των σκοτεινών δυνάμεων. Όπως και ο πνευματικός του πρόγονος Κύριλλος Λούκαρις, συκοφαντήθηκε στους Αγαρηνούς (από τους Ιουδαίους σε αυτήν την περίπτωση) και οδηγήθηκε στην αγχόνη στις 24 Αυγούστου 1779.
Διαβάζοντας κανείς τα παραπάνω δεν είναι δυνατόν να μη κατανοήσει το τεράστιο βάρος της κληρονομιάς που φέρουμε ως απόγονοι τέτοιων Πατέρων. Άραγε θα ξυπνήσουμε; Άραγε θα εγερθούμε σηκώνοντας κι εμείς ψηλά τις, ποδοπατημένες σήμερα, σημαίες της Ορθοδοξίας, τις οποίες εκείνοι οι κλεινοί Διδάσκαλοι δεν υπέστηλαν ουδέποτε; Είθε!



Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ (7 Σεπτεμβρίου)






Λέγει ὁ Μέγας Ἀπόστολος Παῦλος περὶ τοῦ Δικαίου Μωϋσέως, ὅτι προετίμησε μᾶλλον «συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ» (Ἑβρ. ια΄ 25-26). Τοῦτον τὸν Θεόπτην Προφήτην μιμησάμενος, ὁ Ἀοίδιμος Μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, προετίμησεν ὑποστῆναι μυρίας κακουχίας καὶ διώξεις, ὁμοῦ μετὰ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος, παρὰ νὰ ἀπολαμβάνῃ ἄνεσιν, τιμὰς καὶ πλούτη συσχηματιζόμενος μετὰ τῶν καινοτομησάντων Ἀρχιερέων. 

Ο ἀείμνηστος ῾Ιεράρχης Χρυσόστομος Καβουρίδης ἐγεννήθη στὶς 13.11.1870 στὴν Μάδυτο τῆς ᾿Αν. Θράκης ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας κλήσεώς του στὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ τῆς ὀξυνοίας του, ἐπεθύμησε νὰ φοιτήση στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης, ὅπου καὶ ὡλοκλήρωσε τὶς σπουδές του τὸ 1901 μὲ βαθμὸ ἄριστα. Τὸ ἴδιο ἔτος ἐχειροτονήθη Διάκονος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωακεὶμ τὸν Γ’ καὶ διετέλεσε ῾Ιεροκῆρυξ Πανόρμου καὶ ἀργότερα Μέγας Πρωτοσύγκελλος τῶν Πατριαρχείων. Διεκρίνετο ὡς Πατριαρχικὸς Κληρικὸς γιὰ τὸ σεμνοπρεπὲς καὶ ἀκέραιον τοῦ χαρακτῆρος του, γιὰ τὸ ἐξαίρετο ἐκκλησιαστικὸ ἦθος του, γιὰ τὴν μεγάλη ἐμβρίθεια καὶ τὴν ρέουσα ρητορικότητά του, γιὰ τὰ διοικητικά του χαρίσματα, γιὰ τὴν εὐγένεια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἡρωϊσμὸ τῆς ψυχῆς του.

 Τὴν 6.8.1908, σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν, ἐχειροτονήθη ᾿Επίσκοπος ῎Ιμβρου καὶ Τενέδου καὶ τὸ 1912 προήχθη σὲ Μητροπολίτη Πελαγονίας, μὲ ἕδρα τὸ Μοναστήριον (Βιτώλια) τῆς Βορείου Μακεδονίας, στὴνἰδιαίτερα νευραλγικὴ αὐτὴ θέσι κατὰ τὴν ἐξαιρετικὰ δύσκολη ἐποχὴ τοῦ Α’ Παγκοσμίου Πολέμου καὶ τῶν ταραγμένων χρόνων μετὰ ἀπὸ αὐτόν, ὅπου καὶ ἀνέπτυξε θαυμαστὴ ἐθνικοθρησκευτικὴ δρᾶσι. ᾿Αγωνίσθηκε ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος γιὰ τὰ δίκαια τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ τοῦ ῾Ελληνισμοῦ καὶ ἐτιμήθη γιὰ τὴν ἀκάματη δραστηριότητά του. ῞Ομως, ἐξ αἰτίας πολιτικῶν μεταβολῶν στὸν χάρτη τῆς περιοχῆς τῆς ᾿Επαρχίας του, εὑρέθη ἐξόριστος στὸ ῞Αγιον ῎Ορος τὸ 1918 μὲ ἀκόλουθο τὸν Διάκονό του ᾿Αθηναγόρα Σπύρου, τὸν μετέπειτα Οἰκουμενιστή, δυστυχῶς, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως!

Στὴν ἐντελῶς παράνομη καὶ ἀντικανονικὴ ἐκλογὴ ὡς Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου τοῦ διαβοήτου Μελετίου Μεταξάκη τὸ 1921, ὁ ἐραστὴς τῆς Κανονικῆς Τάξεως πρώην Πελαγονίας Χρυσόστομος ἀντετάχθη σθεναρῶς καὶ κατέφυγε στὴν ᾿Αλεξάνδρεια γιὰ νὰ ἀποφύγη πιθανὴ δεύτερη ἄδικο ἐξορία. ῾Ο Μελέτιος Μεταξάκης προσεπάθησε νὰ τὸν καθαιρέση, ἀλλὰ ἡ προσπάθειά του ἐναυάγησε. Περὶ τὸ ἔτος 1926, μετὰ ἀπὸ σύντομο ἐκλογή του ὡς Μητροπολίτου Φιλιατῶν καὶ Γηρομερίου, ὁ θαρραλέος ῾Ιεράρχης Χρυσόστομος ἐτοποθετήθη στὴν νεοϊδρυθεῖσα τότε Μητρόπολι Φλωρίνης, τὴν ὁποία καὶ διεποίμανε μέχρι τὸ 1932, ὁπότε καὶ παρητήθη τῆς ἐνεργοῦ δράσεως διὰ λόγους ὑγείας, παραμείνας στὴν ᾿Αθήνα καὶ ἀφοσιωθεὶς στὸ κήρυγμα, τὴν συγγραφὴ καὶ τὴν φιλανθρωπία. Τότε ἦταν ποὺ ἄρχισε νὰ συνεργάζεται μὲ τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου καὶ νὰ τοὺς συμπαραστέκεται στὸν θεάρεστο ἱερὸ Ἀγῶνα τους, συγγράφων ἄρθρα στὸ ἐπίσημο περιοδικό τους «Κῆρυξ τῶν ᾿Ορθοδόξων» μὲ τὴν ὑπογραφὴ «᾿Εκκλησιαστικός».

Οἱ συνθῆκες πλέον εἶχαν ὡριμάσει. ῾Η Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ῾Οποία προετοίμαζε μέσα ἀπὸ τὶς ἀνεξιχνίαστες ὁδούς Της τὸν Ἀγωνιστὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας κατὰ τῆς Καινοτομίας τοῦ νέου ἡμερολογίου, τῆς ἀπαρχῆς αὐτῆς τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὸν χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καλοῦσε τώρα τὸν ὑπάκουο δοῦλο Της σὲ δρᾶσι ἀπὸ μία νέα ἔπαλξι. Καὶ ὁ ἐκλεκτὸς ἐργάτης τοῦ Κυρίου, ὡς πιστὸς καὶ φρόνιμος Οἰκονόμος, συγκατετέθη καὶ ἔτσι ἄρχισε ἡ πιὸ ἔνδοξη καὶ δύσκολη περίοδος τῆς-ζωῆς του, ἡ ὁποία τοῦ ἔπλεξε τὸν ἀμαράντινο χρυσοῦν στέφανον τῆς ῾Ομολογίας...

Τὸ ἔτος 1935, μαζὶ μὲ τοὺς Μητροπολῖτες Δημητριάδος Γερμανὸ καὶ Ζακύνθου Χρυσόστομο, ἀποτειχίζονται ἐκ τῆς καινοτόμου ἐκκλησίας τοῦ νέου ἡμερολογίου καὶ ἀναλαμβάνουν τὴν διαποίμανσι τοῦ στερουμένου μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ᾿Αρχιερέως ἡρωϊκοῦ Ποιμνίου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων. Τὸ χαρμόσυνο καὶ ἱστορικὸ αὐτὸ γεγονός, ἀνυπολογίστου πνευματικῆς ἀξίας καὶ σπουδαιότητος, ἐπεσφραγίσθη μὲ Θεία Λειτουργία στὸν Ἱερὸ Ναὸ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸν Κολωνὸ ᾿Αθηνῶν τὴν 13/26.5.1935, τῇ συμμετοχῇ πλέον τῶν 25.000 πιστῶν! Ἀμέσως συνεκροτήθη ἡ ῾Ιερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἐχειροτονήθησαν τέσσερις νέοι ᾿Αρχιερεῖς, ἐφ᾿ ὅσον ἡ σύνοδος τῆς Καινοτομίας ὄχι μόνον δὲν ἀνένηψε, μετὰ ἀπὸ τὴν ἔκκλησιν ἐπανορθώσεως ποὺ τῆς ἀπηύθυναν οἱ τρεῖς ῾Ομολογηταὶ ῾Ιεράρχαι, ἀλλὰ καταθορυβηθεῖσα καὶ καταταραχθεῖσα, προέβη σὲ διώξεις καὶ ἐξορίες αὐτῶν.

῾Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος καὶ οἱ μετ᾿ αὐτὸν «καθηρέθησαν» ὑπὸ τῶν Καινοτόμων, πρᾶγμα ποὺ ἀποτελεῖ τίτλον τιμῆς καὶ διάσημον ᾿Ορθοδοξίας, καὶ ὁ ἴδιος συνελήφθη καὶ ἐξωρίσθη στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ ῾Αγίου Διονυσίου ᾿Ολύμπου στὴν Πιερία. ᾿Εκεῖ παρέμεινε ἐπὶ διάστημα ὀλίγων μηνῶν, διότι ἀνεκλήθη συντόμως. ῎Εκτοτε ἀφιερώθη ψυχῇ τε καὶ σώματι στὸν ἱερὸ Ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀναστύλωσι τῆς Πατρώας Παραδόσεως, στὴν ἐνίσχυσι καὶ διαποίμανσι τῶν διωκομένων προβάτων τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀντιμετώπισι τῶν πειρασμῶν τῆς διασπάσεως τῶν Ἀκαινοτομήτων ἐξ αἰτίας ἀγνοίας καὶ ἀδιακρισίας, ὡς καὶ θλιβερᾶς ἐλλείψεως ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους καὶ χαρισματικῆς εὐλυγισίας. Χάριτι Θεοῦ, ἀνταπεξῆλθε σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς δυσκολίες μὲ γαλήνη ψυχῆς, λειτουργῶν, προσευχόμενος, παραδειγματίζων, ὁμιλῶν, κηρύττων, συγγράφων, περιοδεύων, ἀπολογούμενος, ἐν μέσῳ ποικίλων ἀντιξοοτήτων: λοιδορούμενος, διωκόμενος, ὑστερούμενος, θλιβόμενος, κακουχούμενος, συρόμενος στὰ εἰδώλια τῶν δικαστηρίων καὶ ἀδικούμενος... Καὶ ὅλα αὐτὰ ὄχι μόνον, δυστυχῶς, ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους διώκτας του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ θεωρουμένους ὡς ἀδελφούς του ἐν Χριστῷ καὶ συναγωνιστάς του!... Καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ τὰ ἀνθέξη, ἂν δὲν εἶχε αἰσθητὴ τὴν ἀντίληψι τῆς Θείας Χάριτος καὶ μία σιδηρᾶ πίστι καὶ ἀποφασιστικότητα ἕως θανάτου.

Τὸ 1951 ξέσπασε ὁ νέος φοβερὸς διωγμὸς τῶν Καινοτόμων κατὰ τῶν Ὁμολογητῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων, ἐπὶ τοῦ στιγνοῦ διώκτου ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου. ῾Ο ῾Ομολογητὴς Πρωθιεράρχης Χρυσόστομος συλλαμβάνεται καὶ ἐξορίζεται ἐπὶ δεκαεπτάμηνον στὴν ἀπομακρυσμένη ῾Ιερὰ Μονὴ ῾Υψηλοῦ Μυτιλήνης, διανύων ἤδη τὸ 81ο ἔτος τῆς ἡλικίας του! Καὶ πάλι τὸ ἀδαμάντινον τῆς ψυχῆς του ἔμεινε στερρὸ καὶ λαμπερὸ καὶ ἡ δρόσος τῆς Χάριτος τὸν ἐπαρηγόρει θαυμασίως. Εἶναι ἐνδεικτικόν, ὅτι ὅταν κάποτε τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ φύλακάς του στὸ κελλὶ τῆς ἀπομονώσεώς του, εἶδε αὐτὸν νὰ προσεύχεται περιβαλλόμενον φῶς οὐράνιον!... Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐξορίας του αὐτῆς, τοῦ ἔγινε πρότασις ἀπὸ τὸν πρώην Διάκονό του καὶ ἤδη πατριάρχη ᾿Αθηναγόρα νὰ ἐπανέλθη στὴν Καινοτομία καὶ νὰ «ἀποκαταστασθῆ», ἐγκαταλείπων ἔτσι τὸν ῾Ιερὸν ᾿Αγῶνα καὶ τὶς ᾿Αρχές του. ῾Η ἀξιοπρεπεστάτη ἀπάντησις τοῦ Πανιερωτάτου Προέδρου ἦταν βεβαίως ἀρνητική, ὡς ἀπόρροια δὲ μιᾶς ἀρχιερατικῆς καρδιᾶς, φλεγομένης ἀπὸ τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία, πέρασε στὴν ῾Ιστορία. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ σὲ παρόμοια πρότασι τοῦ διώκτου Σπυρίδωνος Βλάχου.

Μετὰ τὴν ἐπανάκαμψίν του καὶ ἕως τῆς τελευτῆς του συνέχισε τὸν καλὸν Ἀγῶνα τῆς Πίστεως καὶ Ἀρετῆς, ἐν μέσῳ πολλῶν καὶ ποικίλων ἀντιξοοτήτων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν. ῾Η ἁγιότης τοῦ βίου του, τὸ σεμνόν, κόσμιον, ἀφιλοχρήματον καὶ ἀξιοπρεπές, ἡ εὐγένεια, τὸ ἦθος καὶ ἡ διάχυτος καλωσύνη του, τὸ ταπεινὸν καὶ πρᾶον τοῦ χαρακτῆρος του ἀκόμη καὶ στὶς πλέον θυελλώδεις στιγμὲς τοῦ Ἀγῶνος του, ἡ λεπτότης τῶν τρόπων του καὶ ὁ σεβασμός, μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετώπιζε πάντα ἄνθρωπον καὶ τὸν πλέον «κατώτερόν» του ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, προσέδιδαν στὴν ἁγνή του ὕπαρξι μίαν οὐράνια διάστασι. Ἀπέπνεε ἀπέραντο σεβασμὸ στὸ περιβάλλον του, στοὺς συνεργάτες καὶ στὰ πνευματικά του τέκνα, ὅμως ποτὲ δὲν τὸ ἐκμεταλλευόταν αὐτό, ὥστε νὰ ἐπιβάλλη κάτι παρὰ τὴν θέλησι ἢ τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεσί τους. Εἶχε μεγάλη ἀνεξικακία καὶ οὐδέποτε παραφέρθηκε κατὰ τῶν διωκτῶν καὶ συκοφαντῶν του. Ποτὲ ἐπίσης δὲν μέμφθηκε ἢ κατέκρινε κάποιον γιὰ ὁποιοδήποτε ἁμάρτημα, λάθος ἢ ἐλάττωμα ἀντιλαμβανόταν. ῏Ηταν ὑπεράνω μικροπρεπειῶν καὶ ἀπρεπειῶν καὶ τὸν διέκρινε τὸ λιτὸν καὶ ἀπέριττον σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του. ῾Η περιβολή του, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ναοῦ, ἦταν ἡ ἁρμόζουσα σὲ ῾Ιεράρχη μαρτυρικοῦ, ἐμπεριστάτου καὶ διωκομένου Ποιμνίου, χωρὶς ἴχνος ματαιοδοξίας, αὐταρεσκείας καὶ προκλητικῆς ἐπιδεικτικότητος. ῾Ο φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος τὸν συνεῖχαν μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐπιγείου ζωῆς του.

῎Ετσι, ἀρχὰς Σεπτεμβρίου τοῦ 1955, προαισθανόμενος τὸ τέλος του, ἐκάλεσε τὸν Πνευματικό του, τὸν χαρισματικὸ π. ᾿Ιωάννη τῆς ᾿Αμφιάλης, γιὰ νὰ ἐξομολογηθῆ. Καθαρμένος ψυχικῶς καὶ σωματικῶς, ἐζήτησε νὰ τοῦ στρώσουν σὲ καθαρὰ ὁλόλευκα σεντόνια καὶ παρέδωσε ἀνώδυνα καὶ εἰρηνικὰ τὴν ὁλόλευκη ψυχή του στὸν Κύριο καὶ Θεό, γιὰ νὰ ἀναπαυθῆ ἐκ τῶν κόπων καὶ πόνων του! ῎Οντως, «τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ᾿Αρχιερεύς»!...

Ἐτάφη στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Πάρνηθος, κατὰ δὲ τὴν ἐκταφὴ τῶν ἱερῶν του Λειψάνων ἐξεχύθη μία λεπτὴ ἄρρητος εὐωδία σὲ ὅλο τὸ Μοναστήρι, ἐνῶ μαρτυρίες γιὰ ἐπιτέλεσι Θαυμάτων διὰ πρεσβειῶν του ἔγιναν γνωστές... Εἴθε ἡ εὐχή του νὰ μᾶς σκεπάζη, νὰ μᾶς συνοδεύη καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύη στὴν διακράτησι τῆς ἱερᾶς Παρακαταθήκης Αὐτοῦ!


Ἀπολυτίκιo
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε. 

Γενναίῳ φρονήματι, καὶ θεολόγῳ φωνῇ,
κατέβαλες φρύαγμα τῶν Καινοτόμων Σοφέ, 
καὶ ἤθλησας ἄριστα· κλέος Ἀρχιερέων, ὦ Χρυσόστομε ὤφθης,
Πίστιν τῶν Ὀρθοδόξων, στερεώσας ἐσχάτως,
ἀμέμπτῳ Ὁμολογία, βίῳ θεόφρονι.

Κοντάκιον.
 Ἦχος πλ. δ΄. 
Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸν Ἱεράρχην τοῦ Χριστοῦ τὸν Θεοπρόβλητον, Ὁμολογίας Ὀρθοδόξου θεῖον ἔρεισμα, Ζηλωτῶν Σε αἱ χορεῖαι ἀνευφημοῦμεν· τὴν δὲ Μνήμην Σου τιμῶντες ὦ Χρυσόστομε, Σὲ γεραίρομεν ἡμῶν τὸ περιτείχισμα· καὶ κραυγάζομεν· Χαῖρε Πάτερ θεόστεπτε.


Κάθισμα.

Ἦχος πλ. δ΄. Τὸ προσταχθέν. 
Τὰς ζοφερὰς τῶν Δυτικῶν ἐλέγξας πλάνας, καὶ Καλανδάριον τὸ Νέον ἀπελάσας, ἀνεδείχθης προστάτης τῆς Ὀρθοδοξίας· τὰ Μύρα τῶν Σῶν Λειψάνων τὰ ἱερά,
πληροῦσι πάσας καρδίας θείου Φωτός, καὶ τὸν ζόφον διώκουσι,
δογμάτων πλάνης ἐχθροῦ· κραυγάσωμεν οὖν ἅπαντες,
χαῖρε θεῖε Χρυσόστομε. 


Μεγαλυνάριον Ἦχος πλ. δ΄. 

Χαίροις τῶν Πατέρων ὁ μιμητής, θράσος Καινοτόμων, θαρσαλέως καταβαλών· τῆς Πίστεως πύργος, στεῤῥὸς ἐν τοῖς ἐσχάτοις, Χρυσόστομε ἐδείχθης, ὅθεν τιμῶμέν Σε. 

Οἶκος. 

Ἄγγελος καὶ Προστάτης, Ὀρθοδόξων ἐφάνης, ἐσχάτως θεοδώρητος Πάτερ, καὶ τῆς Θεολογίας αὐγαῖς, Καινοτόμων λήρους τοὺς δεινοὺς ἤλασας, καὶ ἅπαντας διήγειρας, τοῦ βοᾶν Σοι εὐφροσύνως ταῦτα· 
Χαῖρε δι᾿ οὗ κατῃσχύνθη ἡ πλάνη, 
Χαῖρε δι᾿ οὗ ἡ Ἀλήθεια λάμπει· 
Χαῖρε Ὀρθοδόξων ἁπάντων παράκλησις, 
Χαῖρε Καινοτόμων ἡ τελεία ἀναίρεσις· 
Χαῖρε τεῖχος ἀῤῥαγέστατον Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, 
Χαῖρε φάρος τηλαυγέστατος Ἀληθείας τοῦ Θεοῦ· 
Χαῖρε ὅτι διώκεις τὰς αἱρέσεις ἁπάσας, 
Χαῖρε ὅτι στηρίζεις Εὐσεβείας τοὺς λάτρας· 
Χαῖρε Πατὴρ καὶ ῥήτωρ θεόληπτε, 
Χαῖρε λαμπτὴρ σοφίας ἀκοίμητε· 
Χαῖρε δι᾿ οὗ ἀπελαύνεται ζόφος,

Χαῖρε δι᾿ οὗ θεῖος ἅπτεται πόθος· 

Χαῖρε Πάτερ θεόστεπτε! 

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

ΤΟ 15ΧΡΟΝΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΜΑΡΤΥΡΗΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΡΟΔΩΣΗ ΤΗΝ ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ...

Ό Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης (+21η Όκτωβρίου) καταγόταν από τα μέρη της Μονεμβασίας. Ό Ιερέας πατέρας του καταγόταν από το χωριό Γεράκι, άλλ’ ως Εφημέριος τοποθετήθηκε στο γειτονικό χωριό Γούβες, από οπού καταγόταν ή πρεσβυτέρα του και εκεί γεννήθηκε το 1758 καί μεγάλωσε ό Ιωάννης.

Από μικρός ό Ιωάννης προσπαθούσε να μιμείται τον Ίερέα-πατέρα του στη ζωή του, τον βοηθούσε στίς Ακολουθίες της Εκκλησίας καί πάντα θυμόταν ότι αυτός ήταν «παπά γιος» καί έπρεπε να προσέχει τη συμπεριφορά του, ώστε να είναι παράδειγμα για τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του.

Άλλά το έτος 1770 οί ορδές του Αλβανού Χατζή Όσμάν, αφού κατέπνιξαν κάθε σημείο ελληνικής αντιστάσεως, έφθασαν καί στίς Γούβες. Οί Αρβανίτες μεταξύ άλλων φόνευσαν καί τον πατέρα του Ιωάννη (πού δεν διασώθηκε το όνομα του) καί στη συνέχεια αιχμαλώτισαν τον ίδιο καί τη μητέρα του καί τους μετέφεραν στη Λάρισα.

Εκεί τους πώλησαν δύο καί τρείς φορές τον καθένα ξεχωριστά καί υστέρα από δύο χρόνια τους ξαναπώλησαν καί τελικά αγοράσθηκαν καί οί δύο από έναν Τούρκο από τη Θεσσαλονίκη, πού διέμενε στη Λάρισα. Μάλιστα ό Τούρκος δεν είχε παιδιά καί βλέποντας τα χαρίσματα του Ιωάννη, ό οποίος ήταν πολύ έξυπνος για την ηλικία του, πρόθυμος, πειθαρχικός καί σβέλτος στη δουλειά, σκέφθηκε μαζί με τη γυναίκα του νά τον κάνουν ψυχοπαίδι τούς, δηλαδή νά τον υιοθετήσουν.

Έτσι από τη στιγμή εκείνη καθημερινά το αφεντικό του προσπαθούσε νά διαστρέψει τον Ιωάννη από την Πίστη των Χριστιανών καί νά τον κάνει Οθωμανό. Αρχικά προσπάθησε με κολακείες καί υποσχέσεις καί κατόπιν με φοβέρες καί βασανισμούς, ώστε να κάμψει την αντίσταση του Ιωάννη, ό όποιος όμως έμενε στερεός καί ακλόνητος στη Χριστιανική Πίστη του.

Παράλληλα καί η γυναίκα του αφεντικού του προσπαθούσε καθημερινά με μαγείες καί σατανικά γητεύματα να ξεμυαλίσει τον Ιωάννη, ώστε να κυριευθή από σαρκικές επιθυμίες καί έτσι να τουρκέψει. Αλλ’ ό Ιωάννης, έχοντας το Θεό μέσα του, έμεινε καθαρός άπ’ όλα. Η θεία Χάρη τον φύλαξε άπ’ όλα τα διαβολικά τεχνάσματα της γυναίκας του Αγαρηνού.

Αφού κουράσθηκε ό Τούρκος να παρακαλεί και να πιέζει τον Ιωάννη να αλλαξοπιστήσει θυμωμένος τον οδήγησε στην αυλή του Τζαμιού. Εκεί μαζεύθηκαν πολλοί Αγαρηνοί, πού προσπαθούσαν με χτυπήματα, φοβέρες καί σπαθισμούς νά τον κάνουν νά τουρκέψει. Η απάντησή του όμως ήταν ξεκάθαρη: «Εγώ Τούρκος δεν γίνομαι. Χριστιανός είμαι καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω»!

Έφθασε όμως καί ή Νηστεία της Παναγίας, το Δεκαπενταύγουστο. Μόλις ό Τούρκος κατάλαβε ότι ό Ιωάννης δεν ήθελε νά χαλάσει τη Νηστεία καί νά αρτυθή, αποφάσισε νά τον κλείσει σ’ ένα στάβλο. Εκεί τον κλειδαμπάρωσε για όλο το διάστημα των 15 ημερών καί πότε τον κρεμούσε καί τον κάπνιζε με άχυρα καί πότε τον χτυπούσε με το σπαθί του προσπαθώντας νά τον κάνει νά φάει καί νά χαλάσει τη Νηστεία. Αλλ’ ό Ιωάννης όχι μόνο δεν έφαγε αρτυμένα φαγητά, αλλά οϋύτε καν τα δοκίμασε. Προσευχόταν καί παρακαλούσε την Παναγία νά τον βοηθήσει νά μην αρτυθεί. Προτιμούσε καλύτερα νά θανατωθή παρά νά χαλάσει τη Νηστεία.

Βλέποντας ό αφέντης του ότι δεν πείθεται, τον άφηνε νηστικό 2 καί 3 ήμερες, χωρίς να του δίνει τίποτε να φάει. Από την άλλη μεριά, η μητέρα του Ιωάννη, ίσως πιεζόμενη από τον Τούρκο αφέντη, στεκόταν κοντά στο γιο της καί βλέποντας τον αποκαμωμένο από τα βασανιστήρια καί από τη νηστεία, τόν παρακινούσε να φάει λέγοντάς του: «Φάε, γιε μου, από αυτά τα φαγητά, για να μην πεθάνεις, καί ό Θεός καί ή Παναγία σε συγχωρούν, γιατί δεν το κάνεις με το θέλημα σου, αλλά από ανάγκη. Λυπήσου καί εμένα τη φτωχή καί στενοχωρημένη μητέρα σου καί μη θελήσεις να πεθάνεις παράκαιρα καί με αφήσεις έρημη σ’ αυτή τη σκλαβιά καί ξενιτειά».

Στίς παρακλήσεις αυτές της μητέρας του ό Ιωάννης απάντησε: «Γιατί κάνεις έτσι, μητέρα, καί κλαις; Γιατί δεν μιμείσαι τον Πατριάρχη Αβραάμ, ό όποιος για την πίστη καί την αγάπη του στο Θεό θέλησε να θυσιάσει το μοναδικό γιο του,τον Ισαάκ, πού όμως ό Θεός τον διέσωσε με θαύμα;

Εσυ είσαι πρεσβυτέρα κι εγώ γιος Ιερέα καί Μάρτυρα καί πρέπει να είμαστε όχι μόνο πιστοί, αλλά καί υποδείγματα στους αδελφούς μας Χριστιανούς. Γιατί, αν δεν φυλάμε καί τα θεωρούμενα μικρά από τους Νόμους καί τα έθιμα της Εκκλησίας μας, πώς θα φυλάξουμε τα μεγάλα…;».

Ύστερα από αυτή την ακλόνητη στάση καί απάντηση του Ιωάννη, εξαγριωμένος πια ό Τούρκος του έδωσε μια θανατηφόρα μαχαιριά στην καρδιά καί μετά από δύο ήμερες ό Ιωάννης έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου, στίς 21 Οκτωβρίου 1773, ως Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης! Γιατί αμέσως ό Πανάγαθος θεός έτίμησε το μαρτυρικό του σώμα με εύωδία καί θείο φως, όπως καί με πολλά θαύματα αργότερα!

Αφού δηλαδή ό Τούρκος αφέντης του τον εφόνευσε, πέταξε το μαρτυρικό του σώμα στο διπλανό του κήπο, για να τον φάνε οί σκύλοι. Καί όχι μόνο οί σκύλοι δεν έφαγαν το ιερό Λείψανο, αλλά έμειναν δίπλα του και δεν επέτρεπαν σε κανένα να το πλησιάσει, έτσι έμεινε φωτεινό καί αναλλοίωτο, ενώ Χριστιανοί Λαρισαίοι είδαν φως ουράνιο να κατέρχεται σαν αστέρι επάνω του!

Τότε ο μητροπολίτης Λάρισας που πληροφορήθηκε αυτά, εζήτησε την άδεια καί ενταφίασε το ίερό Λείψανο χριστιανοπρεπώς. Είχε όμως ό Άγιος αφήσει εντολή στη μητέρα του να μην αφήσει το λείψανό του στη λαρισαϊκή γη, αλλά μετά τριετία να κάμει εκταφή καί να το μεταφέρει στην πατρίδα τους.

Έτσι εκείνη παρέμεινε στη Λάρισα επαιτούσα για να ζει, ωσότου έγινε ή εκταφή του ιερού Λειψάνου του Αγίου από το Μητροπολίτη Λαρίσης, ό όποιος καί το παρέδωσε στη μητέρα του.

Εκείνη κατέχουσα τον ιερό θησαυρό κατέφυγε στην πατρίδα τους καί διέμενε σ’ έναν αδελφό της, στον οποίο καί μόνο ανέφερε ότι κατέχει το ιερό Λείψανο του υιού της Αγίου Ιωάννου. Άφησε μάλιστα στον αδελφό της κι εκείνη εντολή, όταν αποθάνει και ταφή, να τοποθετήσουν δίπλα της τα ιερά Λείψανα του Αγίου, όπως καί έγινε.

Αλλ' ό Πανάγαθος, τιμώντας τον Άγιο, επέτρεψε στη συνέχεια την αποκάλυψή του, από την ευωδιά πού ανέδιδε το ιερό Λείψανό του καί από τα θαύματα πού ετελούντο απ’ αυτά.

Έτσι το ίερό Λείψανο του Αγίου περιήλθε στην Ι. Μητρόπολη Μονεμβασίας, επί Μητροπολίτη Χρύσανθου, το 1818, καί ήδη κατέχεται από την Ι. Μητρόπολη Σπάρτης καί την Ι. Μονή Ζερμπίτσας Σπάρτης, ενώ τμήματά του κατέχουν καί οι Ι. Μητροπόλεις Μεσσηνίας καί Λαρίσης, όπου καί έχουν ανεγερθή Ι. Ναοί έπ’ ονόματι του Αγίου, όπως καί στην Παλλήνη Αττικής, ενώ στους επικαλούμενους αυτόν τελούνται θαύματα.





Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΗΣ ΒΡΕΣΤΗΣ (+5 Σεπτεμβρίου 1648)



Ένας άγνωστος Μάρτυρας και Ομολογητής της Ορθοδοξίας

Νικολάου Μάννη
Εκπαιδευτικού

Το έτος 1596, και με επίκεντρο την Βρέστη (σημερινή Brest της Λευκορωσίας) της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας υπήρξε έτος προδοσίας, αλλά και έτος Ορθοδοξίας. Έτος προδοσίας γιατί τότε γεννήθηκε το τέρας της λεγόμενης Ουνίας (με την Ψευδοσύνοδο της Βρέστης, μια μερίδα ορθοδόξων επισκόπων αναγνώρισε ξαφνικά ως κεφαλή της Εκκλησίας τον Πάπα και ενώθηκε μαζί του, κερδίζοντας από αυτόν το δικαίωμα να κρατήσει το ποίμνιό τους όλα τα υπόλοιπα ορθόδοξα δόγματα και έθιμα). Αλλά και έτος Ορθοδοξίας, όχι μόνο γιατί με την Ορθόδοξη Σύνοδο της Βρέστης το ίδιο έτος (συνεκλήθη με πρωτοβουλία των μετέπειτα Ιερομαρτύρων – δολοφονήθηκαν από τους παπικούς – Νικηφόρου Παράσχη Καντακουζηνού και Κυρίλλου του Λουκάρεως) οι Ορθόδοξοι Ποιμένες είπαν το «Στώμεν καλώς» και σταμάτησαν αυτήν την πτώση, αλλά και γιατί το έτος αυτό έμελλε να γεννηθεί, στην Βίλνα της Λευκορωσίας, ένα λαμπρό αστέρι της Εκκλησίας, ο Αθανάσιος Φιλίπποβιτς, γνωστός σήμερα ως Άγιος Αθανάσιος της Βρέστης (εξαιτίας του ότι στην πόλη αυτή έδρασε κυρίως, αλλά και μαρτύρησε).

Ο Αθανάσιος υπήρξε γόνος φτωχών, αλλά ευσεβών ορθοδόξων χριστιανών. Από μικρός έδειξε κλίση στα γράμματα και κατόρθωσε να λάβει μεγάλη Παιδεία, όχι μόνο εκκλησιαστική, αλλά και εγκυκλοπαιδική, γνωρίζοντας τα ρεύματα των συγχρόνων του φιλοσόφων και θεολόγων, μιας και κατανοούσε τέσσερις γλώσσες (ελληνική, σλαβωνική, λατινική και πολωνική). Αφού εργάστηκε ως κατ’ οίκον διδάσκαλος για λίγα χρόνια, αποφάσισε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Εισήλθε ως δόκιμος στην Μονή του Αγίου Πνεύματος στην Βίλνα, λαμβάνοντας το όνομα Αθανάσιος, και έπειτα λαμβάνοντας παράλληλα και την ιερωσύνη, μόνασε σε διάφορα μοναστήρια της χώρας, όπως στη Μονή Κουτίνσκιεγο, στη Μονή Μιτζικόρσκιν και στη Μονή Νταμπρόσκιεγο, στην οποία ανέλαβε την ηγουμενία. Όταν την τελευταία την άρπαξαν οι Ιησουΐτες (λόγω του γενικού διωγμού των Ορθοδόξων από τους παπικούς - Ιησουΐτες και Ουνίτες - με την βοήθεια του Κράτους), ο Αθανάσιος με τη συνοδεία του μετέβη στη νεοϊδρυθείσα Μονή Κουπιάτιτσκ, με την περίφημη θαυματουργή ομώνυμη εικόνα της Θεοτόκου.

Το 1637 πήγε στη Μόσχα για να ζητήσει την υποστήριξη του ορθoδόξου Τσάρου Μιχαήλ, για τους διωγμούς που υφίσταντο οι ορθόδοξοι συμπατριώτες του. Επιστρέφοντας ανέλαβε την ηγουμενία της περίφημης Μονής του Αγίου Συμεών του Στυλίτου στην Βρέστη. Ως αποτέλεσμα της, υπέρ της Ορθοδοξίας και κατά της Ουνίας, δράσεώς του, συνελήφθη το 1643 μετά από αίτημα… ορθοδόξων κληρικών (ψευδαδέλφων, όπως αναφέρονται στην Ακολουθία του) και φυλακίζεται για σχεδόν ένα χρόνο.

Τα Θεοφάνεια του 1644 δραπετεύει από την φυλακή, αλλά αντί να φύγει, τριγυρίζει μέσα στην πόλη, ως σαλός διά Χριστόν, κλαίγοντας και φωνάζοντας «Αλίμονο στους αποστάτες και τους άπιστους!», ώσπου ξανασυλλαμβάνεται αμέσως. Μετά από την έκτιση ποινής ακόμη δέκα μηνών, αποφυλακίζεται και οδηγείται στο Κίεβο στο οποίο περνά και από εκκλησιαστικό δικαστήριο. Σε αυτό ο Μητροπολίτης Κιέβου Πέτρος Μογίλας του συστήνει να δείξει αυτοσυγκράτηση και να μη διακατέχεται από φανατισμό και τέλος του επιτρέπει να επιστρέψει στην Βρέστη. Εκεί ο Αθανάσιος απτόητος συνεχίζει τα δημόσια κηρύγματά του κατά της Ουνίας, με αποτέλεσμα σύντομα να συλληφθεί πάλι. Από την φυλακή συγγράφει μια θαυμάσια επιστολή προς τον Πολωνό βασιλιά Βλαδισλάβο τον Δ΄ ζητώντας του να εξαλείψει την Ουνία, να διαλύσει το Τάγμα των Ιησουϊτών, να συμμαχήσει με την Ορθόδοξη Ρωσία νυμφευόμενος την κόρη του Τσάρου και να ζητήσει από τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και Μόσχας να προσευχηθούν για να συγχωρεθεί η ψυχή του πατέρα του. Ο βασιλιάς εντυπωσιάστηκε από την παρρησία του και διέταξε να τον απελευθερώσουν.

Το 1648 με την εξέγερση των ορθοδόξων Κοζάκων (την οποία περιέγραψε ο Γκόγκολ στο «Τάρας Μπούλμπα») οι Πολωνοί για αντίποινα εντείνουν τον διωγμό των ορθοδόξων και κυρίως αυτών που πολεμούσαν φανερά την Ουνία. Αρχές Ιουλίου συνελήφθη ο Άγιος Αθανάσιος και οδηγήθηκε σε δίκη στην οποία καταδικάστηκε σε θάνατο και φυλακίσθηκε μέχρι να εκτελεστεί η ποινή, η οποία έπρεπε να επικυρωθεί από ανώτερη αρχή. Σε όλη την διάρκεια της απολογίας του ο Αθανάσιος καταριόταν την Ουνία, ως την αιτία των κακών.

Το απόγευμα της 5ης Σεπτεμβρίου Ουνίτες και Ιησουίτες δικαστές και στρατιώτες προσπάθησαν να τον πάρουν με το μέρος τους για να γλυτώσει την θανατική ποινή, αλλά ο Άγιος επανέλαβε τις κατάρες και τα αναθέματα κατά της Ουνίας. Τότε τον οδήγησαν στον παπικό κυβερνήτη της Βρέστης Ανδρέα Μάσαλσκι, ο οποίος τους είπε: «Γιατί τον φέρατε σε μένα; Είναι στα χέρια σας! Κάντε τον ό,τι θέλετε». Έτσι η κουστωδία τον μετέφερε σε ένα δάσος κοντά στο Γκέρσον (προάστιο της Βρέστης) και ξεκίνησαν τα απάνθρωπα βασανιστήρια, τα οποία θυμίζουν τα μαρτύρια των πρώτων χριστιανών.

Πρώτα του έβαλαν αναμμένα κάρβουνα στο στόμα και, αφού τον έδειραν, τον έκαψαν σε διάφορα σημεία του σώματός του. Έπειτα τον πυροβόλησαν ξυστά στο μέτωπο δύο φορές με σκοπό την παράταση της αγωνίας του και για να τον βασανίσουν περισσότερο τον ακούμπησαν σε ένα πεύκο και άρχισαν να σκάβουν έναν τάφο μπροστά του. Σε αυτόν εν τέλει τον έριξαν μέσα ζωντανό ακόμη και τον έθαψαν…

Καιρό μετά ένα αγόρι είδε φως πάνω από το σημείο και εντοπίζοντας τον τάφο ειδοποίησε τους ορθόδοξους μοναχούς, οι οποίοι μετέφεραν το άγιο λείψανο του - που βρέθηκε άφθαρτο! - στην Μονή του Αγίου Συμεών του Στυλίτη.
Στις 8 Νοεμβρίου 1815 η Μονή του Αγίου Συμεών κάηκε μαζί με το λείψανο του Αγίου, υπολείμματα του οποίου βρέθηκαν και τοποθετήθηκαν σε λειψανοθήκη.
Τέλη της δεκαετίας του 1990 η Εκκλησία της Ρωσικής Διασποράς με την ευλογία του τότε Προκαθημένου της Βιταλίου δώρισε διά του τότε Αρχιεπισκόπου Βρυξελλών & Δυτικής Ευρώπης Σεραφείμ Ντουλγκόφ τα λείψανα του Αγίου στην Επισκοπή Λούμπλιν & Χελμ (επισκοπή της Εκκλησίας της Πολωνίας, στα ανατολικά εδάφη αυτής, στην οποία οι ορθόδοξοι υπέστησαν τα πάνδεινα από τους ουνίτες).
Η μνήμη του Αγίου τιμάται ιδιαιτέρως από τις Τοπικές Εκκλησίες της Ρωσίας (και της Ρωσικής Διασποράς) και της Πολωνίας.

Η κύρια μνήμη του (στην χώρα καταγωγής του την Λευκορωσία εορτάζεται και στην ανακομιδή των λειψάνων του και με το σύνολο των Λευκορώσων Αγίων) τιμάται την μέρα του μαρτυρίου του (5 Σεπτεμβρίου - 18 Σεπτεμβρίου με το νέο ημερολόγιο).


Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΑ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ (15 Ἰουλίου)



Η εκκλησία μας τιμά την ήμερα αυτή ένα νήπιο τριών χρονών! 

Ναι, έναν άγιο, που αγίασε στην νηπιακή ηλικία του («Νηπιάζοντι σώματι και τελειοτάτω Μάρτυς φρονήματι, τον άρχέκακον κατέβαλες…», ψάλλει στον «Ορθρον ή Εκκλησία).

Πρόκειται για τον «Αγιο Μάρτυρα Κήρυκο, που συνεορτάζεται με την επίσης Αγία Μητέρα του Ίουλίττα. Κι όταν γιορτάζει η Εκκλησία έναν «Αγιο, δεν είναι μόνον για να τιμήσει την μνήμη του, οΰτε μόνο για να παρακαλέσει όπως μεσιτεύσει στην ‘Αγία Τριάδα υπέρ όλου του κόσμου, υπέρ νεκρών και ζώντων. Ή εορτή έχει επίσης σκοπόν να προβάλει στους πιστούς ένα υπόδειγμα βίου, ένα πρότυπο ζωής. Γι’αυτό μας υπενθυμίζει τον Βίο και την Πολιτεία του και μας παρακινεί στην μίμησή του, αφού πρότυπο όλων των Αγίων είναι και ήταν πάντοτε ό Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.


«Δεύτε και θεάσασθε άπαντες ξένον θέαμα και παράδοξον. Τις έώρακε νήπιον, τριετή όντα, τύραννον αίσχύναντα;».
Αυτή είναι η αρχή από το Δοξαστικόν (του Εσπερινού) για τον «Αγιο Κήρυκο και σε σύγχρονη γλώσσα θέλει να πει:
«Ελάτε να δήτε ένα παράδοξο καί ασυνήθιστο θέαμα. Ποιος είδε ένα νήπιο τριών χρονών να ντροπιάζη τύραννο;».
Και είναι αλήθεια ότι το μικρό νήπιο μπόρεσε να ντροπιάση τον Ρωμαίο Τύραννο της Ταρσού με την πίστη του στον Χριστό. Καλύτερα όμως να δοϋμε τι γράφει το Συναξάρι του αγιασμένου αύτοΰ ζευγαριού — μητέρας και παιδιού — που αρχίζει με τους στίχους:
«Ίουλίττα σύναθλος υίώ Κηρύκω η λαιμότμητος τω κάραν τεθλασμένω…».
Σέ σημερινή άπόδοσι σημαίνει:
«Ή Ίουλίττα υπήρξε συναθλήτρια με τον γιο της Κήρυκο, εκείνη, πού της έκοψαν τον λαιμό, με εκείνον, πού του έσπασαν το κρανίο του…».
Γράφει λοιπόν το Συναξάρι (βιογραφία) ότι ή Αγία Ίουλίττα καταγόταν από το Ικόνιο της Μικράς «Ασίας και έζησε στην εποχή του αυτοκράτορας Διοκλητιανου, πού ήταν μεγάλος διώκτης των Χριστιανών, γύρω στο τέλος του τρίτου αιώνος. Επειδή όμως γίνονταν φοβεροί διωγμοί εναντίον εκείνων, πού πίστευαν στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, πήρε το γιο της Κήρυκο, πού ήταν τότε τριών χρονών και πήγε για περισσότερη ασφάλεια στην πόλι Σελεύκεια. «Αλλά κι’ έκεί τα ίδια και χειρότερα γίνονταν είς βάρος των πιστών. Φυλακίσεις, βασανιστήρια, θανατώσεις τρομερές, κατασχέσεις και άλλα φρικτά και απαίσια. Οι Χριστιανοί αναγκάζονταν να κρύβωνται και να συναντιούνται μυστικά, για να τελέσουν την θεία Λειτουργία (ενώ σήμερα, πού γίνεται ελεύθερα παντού, πολλοί Χριστιανοί αδιαφορούν και δεν πηγαίνουν να προσευχηθούν μαζί και να κοινωνήσουν τα θεια και άχραντα Μυστήρια…). «Ετσι αναγκάστηκε να φύγη κι από κεί και να πάη στην Ταρσό της Κιλικίας, πού βρίσκεται και αυτή στην Μ. Ασία.
Την πόλι εκείνη την διοικούσε τότε ένας πολύ σκληρός και άγριος ηγεμόνας, πού τον έλεγαν Αλέξανδρο. Και ήταν φοβερός και μαυρόψυχος για τους Χριστιανούς, πού τους κυνηγούσε μέρα και νύχτα και τους δίκαζε ό ίδιος με αυστηρότητα και μεγάλη εχθρότητα. Τους βασάνιζε με μύριους τρόπους και προσπαθούσε να τους άναγκάση να αρνηθούν τον Χριστό.
Μια μέρα οί στρατιώτες του συνέλαβαν, μαζί με άλλους χριστιανούς και την Ιουλίττα με τον μικρό γιο στην αγκαλιά και τους παρουσίασαν στον Αλέξανδρο. Εκείνος διέταξε αμέσως να τους ρίξουν όλους στα υπόγεια των φυλακών και να τους βασανίσουν, μέχρι πού ν’ αρνηθούν τον Κύριο και να προσκυνήσουν τα είδωλα. Καθώς κοίταγε όμως τους αλυσοδεμένους Χριστιανούς, του έκανε έντύπωσι ή νεαρή Ιουλίττα, με τον Κήρυκο στην αγκαλιά. Γι’ αυτό και την άλλη μέρα, πού κάθισε στον δικαστικό θρόνο για να κρίνη τους συλληφθέντες, θέλησε να έκμεταλλευθή την μητρική άγάπη της Ίουλίττας.
Φέρτε μου αυτήν με το παιδί, διέταξε.
Αμέσως έτρεξαν οι φρουροί και ώδήγησαν μπροστά του την πιστή Ίουλίττα, πού κρατούσε πάντα τον Κήρυκο στην αγκαλιά της. Ηταν άγρυπνη, ταλαιπωρημένη, κουρελιασμένη καϊ αίματωμένη από τους ξυλοδαρμούς και τα αλλά βασανιστήρια. Το θάρρος της όμως παρέμενε άκμαίο και ή πίστη της φλογερή και αδάμαστη.
Ό τύραννος της μίλησε φιλικά και ήρεμα, για νά τήν καλοπιάση και να της άλλάξη την γνώμη. Να την συγκίνηση και να την κάνη να λυπηθή το παιδί της και να θυσιάση στα είδωλα.
Είναι κρίμα να χαθήτε και οι δυο σας, είπε. Γιατί, αν δεν προσκυνήσετε τον αυτοκράτορα και τα είδωλα, σας περιμένουν πολλά βασανιστήρια και φοβερός θάνατος.
Δεν είναι κρίμα, καθώς λες Αρχοντα της Ταρσου, να ύποφέρη κανείς και να θανατώνεται για την αγάπη, του αληθινού Θεού, που είναι ό Χριστός και όχι τα άψυχα είδωλα σας. Αντίθετα είναι τιμή μεγάλη και ευτυχία αιώνια. Μη προσπαθής να μου άλλάξης την γνώμη. Ή πίστις μου αξίζει πιο πολύ απ όλα και από την ίδια την ζωή.
Ό  Αλέξανδρος θαύμασε το θάρρος της βασανισμένης Ίουλίττας, αλλά και θύμωσε ταυτόχρονα για την άρνησή της. ΄Εμεινε για μια στιγμή συλλογισμένος και ύστερα πήρε ξαφνικά στην αγκαλιά του τον μικρό Κήρυκο, με σκοπό να τον προσελκύση με το μέρος του και με τον τρόπο αυτό να λυγίση την αποφασιστικότητα της μητέρας του.
Και καλά εσύ, είπε πάλι με συγκρατημένη οργή ό Αλέξανδρος, μπορεί να θέλης να βασανισθής και να πεθάνης. Το αθώο αυτό παιδί, ό γιος σου ό μονάκριβος, γιατί να χαθή άδικα; «Ε; Τί λες κι’ εσύ μικρέ μου; θέλεις να πεθάνης για τον Χριστό;
Ό Κήρυκος όλη αυτήν την ώρα, πού τον κρατούσε στα χέρια του ό ηγεμόνας, του είχε γυρίσει το πρόσωπο και κοίταζε συνεχώς την μητέρα του, ψιθυρίζοντας αδιάκοπα το όνομα του Χρίστου.
Χριστέ μου, έλέησον! Χριστέ μου, έλέησον!
Γιατί ή πιστή μητέρα του, σαν όλες τις αληθινές Χριστιανές, είχε συμβουλέψει τον μικρό Κήρυκο ν’ αγαπά με όλη του την καρδιά τον Κύριο και ποτέ, μα ποτέ, να μη τον άρνηθή. Ακόμα τον είχε διδάξει σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής του να προσεύχεται θερμά καϊ να επικαλείται το όνομα του Κυρίου Ίησου Χρίστου. (Αύτη είναι ή παντοδύναμη έπίκλησι «Κύριε Ίησου Χριστέ, Υιέ του θεού, έλέησον με», ή γνωστή με το όνομα «νοερά η καρδιακή προσευχή», πού γίνεται με την καρδιά κι όχι με το στόμα και είναι από τα πιο ισχυρά πνευματικά όπλα του Χριστιανού).
Λοιπόν; Δεν μιλάς, μικρέ; ξαναρώτησε ό Αλέξανδρος.
Και τότε, ό τρίχρονος Κήρυκος, πού καταλάβαινε ολην αυτήν την δραματική σύγκρουση για την πίστη, ανάμεσα στα δαιμόνια των ειδώλων και την χάρη του Κυρίου, έσφιξε τις μικρές γροθιές του και με όλη του την δύναμι κλώτσησε στην κοιλιά τον ηγεμόνα, για να του δείξη ποιά ήταν ή άπάντηση του. Εκείνος όργίσθηκε φοβερά, εξαγριώθηκε κι’ όπως κρατούσε τον μικρό Κήρυκο στα χέρια τον πέταξε με μανία πάνω στα μαρμαρένια σκαλιά του θρόνου του. Τόσο ισχυρή ήταν ή πτώση, πού το κρανίο του παιδιού τσακίστηκε κι έβαψε με το αίμα του τα σκαλιά του τυράννου, ενώ την ίδια στιγμή οί άγγελοι επήραν την άγια ψυχή του και την οδήγησαν στον Κύριο των Δυνάμεων, από τον όποιον έλαβε και τον δοξασμένο στέφανο του Αγίου Μάρτυρος της Πίστεως.
Δόξα σε Σένα, Κύριε, φώναξε με άγαλλίαση ή Ίουλίττα. Σ’ ευχαριστώ πού πήρες το παιδί μου κοντά Σου!
Αξίωσε με να ‘ρθώ κι’ εγώ στην αιώνια βασιλεία Σου!
Ή καλή μητέρα δεν κλονίστηκε από την τραγική αύτη σκηνή, πού είδε με τα μάτια της και ήταν ευχαριστημένη και υπερήφανη, πού το παιδί της δεν αρνήθηκε τον Χριστό, άλλα κέρδισε την αιώνια ευτυχία. Αντίθετα ό  Αλέξανδρος ταράχτηκε πολύ και ένοιωσε ταπεινωμένος και ντροπιασμένος, πού ένα νήπιο τριών χρονών τον περιφρόνησε τόσο και αυτόν και την εξουσία του. Διέταξε λοιπόν να πάρουν την Ίουλίττα στις φυλακές και να την βασανίσουν και πάλι, χωρίς κανένα έλεος.
Πάρτε την! Βασανίστε την! ούρλιαξε ό ηγεμόνας.
Κι όπως την έσερναν οι φρουροί, εκείνη φώναζε δυνατά:
Χριστιανή είμαι! Χριστιανή ! Και ποτέ δεν θ’ αρνηθώ τον Κύριο μου Ίησού Χριστό, τον αληθινό Θεό!
Της έκαναν πολλά βασανιστήρια και μαρτύρια οι δήμιοι των φυλακών. Εκείνη όμως έμεινε πιστή «άχρι θανάτου» και ούτε μια φορά δεν λύγισε. Στό τέλος, με διαταγή του Αλεξάνδρου, την αποκεφάλισαν και ή μαρτυρική και Άγια μητέρα του Αγίου Κηρύκου παρέδωσε την ψυχή της στον ΘΕΟ, που την στεφάνωσε κι’ εκείνη με το αμάραντο στεφάνι της Άγιας Μάρτυρος. Ηταν το έτος 269, μήνας Ιούλιος, ακριβώς ή δεκάτη πέμπτη ημέρα του μηνός.

Πηγή το βιβλίο του Π.Μ.Σωτήρχου »ΠΑΙΔΟΜΑΡΤΥΡΕΣ»
Εκδόσεις »Ορθοδόξου Τύπου»


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἡ καλλιμάρτυς τοῦ Χρίστου Ἰουλίττα, σὺν τριετεῖ ἀμνῶ αὐτῆς τῷ Κηρύκῳ, δικαστοὺ πρὸ βήματος παρέστησαν φαιδρῶς, εὔτολμοι κηρύττοντες. τὴν χριστώνυμον κλῆσιν, ἄμφω μὴ πτοούμενοι, ἀπειλᾶς τῶν τυρράνων καὶ στεφηφόροι νῦν ἐν οὐρανοίς, ἀγαλλιώνται. Χριστῷ παριστάμενοι.


Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

ΑΓΙΑ ΦΕΒΡΩΝΙΑ Η ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ Η ΠΟΛΥΑΘΛΟΣ (25 Ἰουνίου)






Κατά τους χρόνους του μεγάλου διωγμού που είχε εξαπολύσει ο Διοκλητιανός κατά των Χριστιανών, ζούσε στην Ρώμη ένας νεανίας ονόματι Λυσίμαχος, ο οποίος προοριζόταν για έπαρχος μετά τον θάνατο του πατέρα του. Όμως, επειδή ο Διοκλητιανός είχε ακούσει ότι αυτός ο νεαρός σεβόταν τον Χριστό, απεφάσισε να τον στείλει στην Ανατολή, μαζί με τον κακότροπο θείο του, τον Σελήνο και πλήθος στρατιωτών, για να διώξουν τους Χριστιανούς. Πράγματι κατέφθασαν σε μια χώρα της Μεσοποταμίας, την Παλμύρα, και ο άσπλαχνος Σελήνος θανάτωνε πολλούς Χριστιανούς. Ο Λυσίμαχος λυπόταν πικρά για όλα αυτά, διότι η μητέρα του ήταν Χριστιανή και του είχε διδάξει να πιστεύει στον Χριστό. Γι’ αυτό και ανακοίνωσε κρυφά στον Πρίμο, που ήταν επικεφαλής των στρατιωτών, ότι είχε εντολή από την μητέρα του να μην θανατώσει κανέναν Χριστιανό και επειδή πονούσε η ψυχή του βλέποντας τον θείο του να εγκληματεί κατά των αθώων Χριστιανών, κατέπεισε τον Πρίμο να μην φυλακίζει Χριστιανούς και να ειδοποιούνται τα Μοναστήρια ώστε να κρύβονται οι μοναχοί και οι μοναχές για να μην τους βρίσκουν οι διώκτες.

Στη χώρα αυτή υπήρχε ένα γυναικείο Μοναστήρι με πενήντα μοναχές και Ηγουμένη την Βρυένη. Ανάμεσα στις αδελφές ήταν και μια πολύ ενάρετη μοναχή, η εικοσάχρονη Φεβρωνία, που ήταν ανιψιά της Βρυένης, πολύ ωραία και εύμορφη που στα μέρη εκείνα δεν υπήρχε ωραιοτέρα γυναίκα καί λέγεται ότι δεν ήταν δυνατόν να ιστορίσει ζωγράφος το κάλλος και την φαιδρότητα του προσώπου της. Γι’ αυτό και η Ηγουμένη Βρυένη την φύλαγε με φόβο και αγωνία από τους ασεβείς δίνοντάς της αυστηρότερο κανόνα νηστείας, μη χορταίνοντας καν τον άρτο και το νερό, με πολύ λιγοστό ύπνο που λάμβανε καθιστή ή χωρίς στρώμα καταγής, ώστε να βασανίζει το σώμα της, προσευχόμενη διαρκώς στον Θεό να απομακρύνει τον πειράζοντα διάβολο. Αναγινώσκοντας με επιμέλεια τις Θείες Γραφές επειδή ήταν εκ φύσεως φιλομαθής, κατηχώντας με την πολυμάθειά της και τις άλλες αδελφές, ακόμα και τις κοσμικές γυναίκες που ερχόντουσαν προς πνευματική ωφέλεια στο Μοναστήρι. Μια εξ’ αυτών των γυναικών ήταν η Ιερεία, κόρη ενός Συγκλητικού, που θαύμαζε την Φεβρωνία και πήγαινε στον παρθενώνα για να ακούσει τα θεία λόγια της. Συνεπαρμένη η Ιερεία από τις νουθεσίες της, κατέπεισε ακόμα και τους γονείς της να λάβουν το Βάπτισμα.

Όμως, εκείνο τον καιρό ήλθαν στη χώρα αυτή ο Σελήνος και ο Λυσίμαχος με τα στρατεύματά τους, αναγκάζοντας τους Χριστιανούς να κρυφθούν στα όρη και στις σπηλιές. Έτσι και οι μοναχές του Μοναστηριού ζήτησαν ευλογία για να κρυφτούν στους γύρω τόπους. Και η Ηγουμένη Βρυένη, τις επέτρεψε να πράξουν κατά το συμφέρον τους, κάνοντας όπως θέλουν. Μόνο η Φεβρωνία, αν και είχε ασθενήσει βαρύτατα από τον σκληρό αγώνα της, έλεγε: «Ζει Κύριος ο Χριστός μου, τον οποίο ενυμφεύθην και του αφιέρωσα την ψυχή μου. Δεν εξέρχομαι από τον τόπο τούτο, αλλ’ εδώ θα αποθάνω και θα ενταφιασθώ δια τον Δεσπότη μου». Η Ηγουμένη μένοντας μόνη στο Μοναστήρι μαζί με την Φεβρωνία και την αδελφή Θωμαΐδα, μπήκε στην Εκκλησία και προσευχόταν κλαίγοντας, φοβούμενη για την Φεβρωνία, μην την πάρουν οι στρατιώτες στο κριτήριο, επειδή ήταν πανέμορφη νέα και την εξαπατήσουν με κολακείες και την εξαναγκάσουν να προδώσει την ευσέβειά της. Κατόπιν αφού συμβούλεψαν την Φεβρωνία να προσέχει ώστε ότι και αν συμβεί να μην πλανηθεί με πλούτο που θα της τάξουν και να μην προδώσει την τιμή της, υπομένοντας τις πανουργίες για χάρη του Χριστού, ενθυμούμενη τους αγίους Μάρτυρες που έλαβαν δεινά και φρικτά βασανιστήρια και κολαστήρια για χάριν Εκείνου. Τότε η Φεβρωνία ανήγγειλε ότι δεν έφυγε από την Μονή, «επειδή ποθώ να αποθάνω δια τον Δεσπότη μου, εάν με αξιώσει η χάρις Του, δι’ αυτό παρέμεινα».

Το πρωί πληροφόρησαν κάποιοι τον Σελήνο για εκείνο το γυναικείο Μοναστήρι και ευθύς απέστειλε στρατιώτες για να συλλάβουν τις μοναχές. Αφού έσπασαν τις πόρτες και εισήλθαν βρήκαν μόνο τις τρεις και κάποιος στρατιώτης τράβηξε το ξίφος για να φονεύσει την Ηγουμένη. Η Φεβρωνία έπεσε στα πόδια του και του είπε: «Σας εξορκίζω στον Θεό, ο Οποίος κατοικεί στα ουράνια, να φονεύσετε πρώτα εμένα, για να μη δω τον θάνατο της κυρίας μου». Τότε μεσολάβησε ο καλός Πρίμος και παρότρυνε τις μοναχές να κρυφτούν για να μην τις βρουν οι στρατιώτες όταν ξαναέρθουν. Επιστρέφοντας ο Πρίμος στο Πραιτώριο, λέγει προς τον Λυσίμαχο: «Μεταβήκαμε στο Μοναστή­ρι, και είδα μία νεανίδα, της οποίας εθαύμασα το κάλλος. Μα τους θεούς, δεν είδα γυναίκα ωραιοτέρα, καί είναι πράγματι αξία δια σε». Του λέγει ο Λυσίμαχος: «έχω εντολή από την μητέρα μου, να μη κακοποιήσω Χριστιανό. Πώς λοιπόν να επιβουλευτώ τις δούλες του Χριστού; σε παρακαλώ λοιπόν να τις διαφυλάξεις στην ευσέβεια, ώστε να μη πέσουν στά χέρια του θείου μου».

Ένας όμως από τους κάκιστους εκείνους στρατιώτες ανήγγειλε στον Σελήνο, λέγοντας ότι βρήκαμε στο Μοναστήρι νεανίδα, η οποία όντως είναι ξένο θέαμα. Τότε θυμωθείς ο Σελήνος έστειλε στρατιώτες να φέρουν την νέα στο κριτήριο. Απελθόντες λοιπόν άρπαξαν αυτήν ως άγρια θηρία, την έδεσαν από τον λαιμό, καί την έσυραν. Η δε Ηγουμένη και η Θωμαΐς την προέτρεπαν να μη φοβηθεί τις βασάνους, να μη λυπηθεί το φθειρόμενο σώμα, το οποίο γίνεται στον τάφο άχρηστο καί σε βρώμα των σκωλήκων μετατρέπεται, αλλά είναι προτιμότερο να το παραδώσει σε μάστιγες και κολαστήρια για τον Κύριο, για να ζήσει μαζί του αιωνίως στον Παράδεισο.

Ελπίζοντας στον Θεό, η Φεβρωνία και έχοντας το θάρρος της στον Χριστό και την Θεοτόκο, υπεσχέθη να δείξει ανδρείο και γενναίο φρόνημα και αφού ζήτησε την ευχή τους, αναχώρησε οδεύοντας προς τον Μαρτύριο. Οι στρατιώτες πήραν την Αγία και την οδήγησαν στο θέατρο όπου είχε συναχθεί πλήθος κόσμου και όσοι την είδαν την συμπόνεσαν. Ο ηγεμόνας Σελήνος εντυπωσιασμένος από το κάλλος και την ευγένεια της Φεβρωνίας, της πρότεινε να λάβει σύζυγο τον Λυσίμαχο που θα γινόταν Έπαρχος και θα τους χάριζε όλο τον πλούτο του. Την απείλησε ότι αν δεν δεχθεί τον λόγο του, τρεις ώρες δεν θα την αφήσει ζωντανή. Του λέγει η Φεβρωνία: «Εγώ έχω στους ουρανούς παστάδα αχειροποίητο, νυμφώνα ακατάλυτο, προίκα την βασιλεία των ουρανών και Νυμφίο αθάνατο, γι’ αυτό δεν δύναμαι να συνοικήσω με άνθρωπο. Λοιπόν μη πλανάσαι, ούτε να κοπιάζεις με κολακείες και απειλές να με δοκιμάζεις, ότι δεν θέλεις με νικήσει ουδέποτε».

Ακούγοντας αυτά ο τύραννος θύμωσε, και προστάζει να εκδύσουν την Αγία και να την παραστήσουν γυμνή μπροστά σε όλους, για να ντραπεί την ασχημοσύνη της, να ταλανίσει την αβουλία αυτής και την απείθεια, όταν συλλογισθεί από ποια λαμπρή δόξα σε πόση ατιμία κατήντησε. Όταν λοιπόν την εξεγύμνωσαν οι στρατιώτες και την παρέστησαν έτσι γυμνή, είπε προς αυτήν ο τύραννος: «Βλέ­πεις, Φεβρωνία, πόσων αγαθών εξέπεσες, και σε πόση περιέπεσες καταφρόνηση;» Και εκείνη απεκρίθη: «Ένας είναι ο Δημιουργός, ο οποίος μας έκαμε εξ αρχής άρσεν και θήλυ. Γι’ αυτό όχι μόνον υπομένω αυτήν την γύμνωση, αλλά και να κόψουν για τον Χριστό μου ένα έκαστον όλα τα μέλη μου, εάν με αξιώσει η χάρις Του να πάθω για την αγάπη Του δεινά κολαστήρια». Λέγει τότε ο τύραννος: «Αναίσχυντε και πάσης ατιμίας αξία, ξέρω πως κενοδοξείς για το κάλλος σου και το έχεις σε έπαινο να σε βλέπουν». Του λέγει η Αγία: «Ο Χριστός μου ξέρει, ότι έως την σήμερον δεν είδα χαρακτήρα ανδρός ουδέποτε, καί συ με λέγεις αναίσχυντο, αναίσχυντε όντως και άγνωστε. Όποιος θέλει να πολεμήσει σε αγώνα ολύμπιο, δεν παλεύει ενδεδυμένος με ιμάτια, αλλά γυμνός στον αγώνα συμπλέκεται, για να νικήσει τον αντίπαλο. Έτσι και εγώ είναι πρέπον να υπομείνω την γύμνωση, για να πολεμήσω με τον διάβολο τον πατέρα σου».
Θυμωθείς τότε ο ηγεμών πρόσταξε να απλώσουν την Αγία τέσσερις άνδρες, να ανάψουν φωτιά κάτω από αυτήν για να φλογίζεται και από πάνω να την χτυπούν δυνατά στη ράχη ανηλεώς άλλοι τέσσερις άνδρες. Καθώς λοιπόν την έδερναν ώρα πολλή οι άσπλαχνοι, ράντιζαν άλλοι με έλαιο το πυρ από κάτω, για να ανάβει ξανά και να την φλογίζει χειρότερα. Έτσι λοιπόν δεινώς βασανιζόμενης της Αγίας, εφώναζε ο λαός, και δεόταν λέγοντες: «Σπλαχνίσου, φιλάνθρωπε δικαστά, την νεανίδα». Αλλά αυτός ο άσπλαχνος δεν ήθελε καί πρόσταξε τους μαστιγώνοντας να την κτυπούν δυνατότερα. Και όταν είδε ότι έπεφταν στην γή οι σάρκες της καί φαινόταν σαν νεκρή, πρόσταξε να την ρίψουν παράμερα.

Όταν συνήλθε η Φε­βρωνία την εξέτασε πάλι ο αλιτήριος λέγοντας: «Πώς σου φαίνεται η πρώτη συμπλοκή, Φεβρωνία;» Εκείνη απεκρίθη: «γνώρισες με την πρώτη δοκιμή, ότι με την βοήθεια του Χριστού, έμεινα ανίκητος και καταφρονώ τις βασάνους σου». Τότε πάλιν είπε ο τύραννος: «κρεμάσατέ την στο ξύλο, και ξεσχίσατε δυνατά τα πλευρά της με σιδηρά νύχια, έπειτα καταφλέξετε τα ξεσχισμένα μέλη της έως τα οστά της».
Τοσούτο λοιπόν ξέσχισαν την Αγία, ώστε έπεφταν στην γή οι σάρκες της και το αίμα της έρεε ποταμηδόν. Έπειτα φέρνον­τας τη φωτιά κατέκαιαν τα σπλάγχνα της. Εκείνη βλέποντας προς τον ουρανό παρακαλούσε τον Θεό να την ενδυναμώσει και σιώπησε, διότι καιγόταν από την φωτιά.  Τότε πολλοί από τους παρεστώτες έφυγαν λόγω της πολλής ωμότητας του ηγεμόνα, και οι υπόλοιποι τον παρακαλούσαν να την αποσύρουν από το πυρ και τους άκουσε σβήνοντας την φωτιά, αλλά την άφησαν κρεμασμένη και την ρωτούσε, εκείνη όμως δεν μπορούσε να αποκριθεί. Γι’ αυτό την κατέβασαν και  την έδεσαν στον πάσσαλο, και ο τύραννος κάλεσε γιατρό που τον πρόσταξε να κόψει την γλώσσα της για να την κάψουν, διότι δεν του απεκρίθη. Η Αγία έβγαλε ευθύς την εύλαλη γλώσσα της, και ένευσε του γιατρού να την κόψει κατά το πρόσταγμα του τυράννου. Και έλαβε ο γιατρός τον σίδηρο να την κόψει, αλλά ο λαός φώναξαν, δεόμενοι στον ηγεμόνα να τους κάμει την χάρη αυτή, να την αφήσει. Ο ανήμερος τότε πρόσταξε να αφήσουν την γλώσσα και να βγάλουν τα δόντια της. Άρχισε λοιπόν ο γιατρός να εκριζώνει τα δόντια και όταν ξερίζωσε τα δεκαεπτά, από τους πόνους και την αιμορραγία ολιγοψύχησε η Αγία και προτάσσει τον γιατρό ο τύραννος να παύσει, της έδωκε δε βότανο θεραπευτικό για να σταματήσει η ρύση του αίματος.

Τότε πάλι την ρωτά ο τύραννος: «τί λέγεις, Φεβρωνία; Προσκυνείς τους θεούς;» Εκείνη απεκρίθη: «γιατί δεν με θανατώνεις το γρηγορότερο, για να απέλθω προς τον αγαπημένο μου Χριστό, αλλά εμποδίζεις τον δρόμο μου;» Της λέγει ο τύραννος: «Εγώ θα αφανίσω δια πυρός και ξίφους το σώμα σου, αναίσχυντο γύναιο, καί θα ταπεινώσω την αλαζονεία σου». Τότε προστάσσει να κόψουν, φευ! τους μαστούς της, έπειτα να κάψουν με φωτιά το στήθος της. Η δε Αγία, παρακαλούσε τον Θεό να πάρει την ψυχή της. Και όταν έκαψαν και τους δύο μαστούς, κατέκαυσαν όλον τον τόπο του στήθους της και πέρνα η λαύρα του πυρός έως μέσα στα εντόσθια. Όσοι έβλεπαν όλα αυτά αναθεμάτιζαν τον τύραννο και τους θεούς του, ο δε παράνο­μος τύραννος κατέβασε την Αγία από τον πάσσαλο, για να της δώσει καί άλλη κόλαση, αλλά αυτή δεν μπορούσε ούτε καν να ομιλήσει, μόνον έπεσε σχεδόν νεκρή και άφωνος.

Τότε λέγει, ο Πρίμος προς τον Λυσίμαχο: «Γιατί να απολεσθεί αυτή η ωραιότατη κόρη έτσι ασπλάγχνως;» Και ο Λυσίμαχος είπε: «Για πολλών σωτηρία, ίσως δε και εμού αυτού, την αφήκα να βασανισθεί, για να λάβουν και άλλοι πολλοί από αυτήν καλό υπόδειγμα». Η δε Ιερεία, όταν είδε, ότι ο αλιτήριος Σελήνος σκεπτόταν να υποβάλει την Φεβρωνία και σε άλλα βασανιστήρια, στάθηκε ενώπιόν του και τον έβρισε λέγουσα: «Δεν χόρτασες σε τόσα κακά οπού έκαμες αυτής της Αγίας κόρης, απάνθρωπε; ούτε θυμήθηκες τα μέλη της μητρός που θήλασες, η οποία κακώς σε γέννησε, αλλά έδειξες τόση ασπλαχνία σ’ αυτήν την ταπεινή; Εύχομαι να μη σε συγχωρήσει ο ουράνιος Βασιλεύς, αλλά να σε παιδεύσει σε τούτον τον κόσμο και στον μέλλοντα». Αυτά ακούγοντας ο άδικος δικαστής θύμωσε, και πρόσταξε να την δέσουν και αυτήν ως κατάδικο, για να την παιδεύσουν, διότι τον έβρισε. Εκείνη εισήλθε στο στάδιο χαίρουσα και έλεγε: «Κύριε μου Ιησού Χριστέ, δέξαι και εμέ την ταπεινή μετά της κυρίας μου Φεβρωνίας». Τότε οι φίλοι του Σελήνου τον συμβούλευσαν να μη κακοποιήσει δημοσία την Ιερεία, επειδή όλο το πλήθος μαρτυρεί μετ’ αυτής, καί όλη η πόλη απολείται.

Ο τύραννος, δεν τόλμησε να της κάνει τίποτα και μη δυνάμενος να την εκδικηθεί, πρόσταξε να κόψουν τα χέρια της Φεβρωνίας και το ένα πόδι για το πείσμα της Ιερείας. Έκοψαν λοιπόν καί τα δύο χέρια της Μάρτυρος. Όταν έκοπτε το πόδι ο δήμιος από τον αστράγαλο, δεν πέτυχε ο πέλεκυς την άρθρωση και την κτύπησε τρεις φορές, έως ότου να τον κόψει ο άσπλαχνος’ γι’ αυτό όλο το σώμα της μακαρίας συγκλονίσθηκε από τον πόνο. Και επειδή αισθανόταν μεγάλους πόνους καί άρρητη κάκωση, άπλωσε και τον άλλο πόδι, και το έβαλε στο ξύλο να το κόψει και αυτό, για να ξεψυχήσει και να μη βασανίζεται. Τούτο βλέποντας ο άδικος δικαστής, σκλήρυνε περισσότερο, λέγοντας: «Βλέπετε πόση δύναμη έχει αυτή η αναίσχυντη»; Έπειτα είπε προς τον δήμιο: «Κόψε το και αυτό». Όταν έκοψαν και το άλλο πόδι, είπε προς τον Σελήνο ο Λυσίμαχος. «Ας πάμε να γευματίσουμε, καί άφες αυτήν την ταλαίπωρη, επειδή τόσες κολάσεις της έδωκες». Ο δε απεκρίθηκε: «Δεν πηγαίνω, μα τους θεούς, έως να παραδώσει το πνεύμα της». Αφ’ ου λοιπόν έκαμαν ώρα πολλή, καί ψυχορραγούσε πλέον η Αγία, ρώτησε τους δήμιους λέγοντας:

«ακόμη ζει αυτή η τρισκατάρατη»; Οι δε είπαν: «ναι». Τότε προστάσσει ο δυσσεβέστατος να κόψουν την αγία της κεφαλή. Παίρνοντας λοιπόν την σπάθη ο δήμιος και κρατώντας από την κόμη την Αγία, έκοψε την τιμία της κεφαλή την κε’ (25) του Ιουνίου.
Αφού ο παράνομος τύραννος τελείωσε το θέλημά του πήγε να φάγει. Ο Λυσίμαχος έμεινε μέσα περίλυπος, καί έχυνε δάκρυα από καρδίας για την Μάρτυρα, την οποία δεν άφησε τους Χριστια­νούς να αρπάσουν για να μοιρασθούν το τίμιο λείψανό της, αλλά πρόσταξε τους στρατιώτες να το φρουρούν, για να της κάμει πολλή τιμή, να την ενταφιάσει σώα καί ανελλιπή στο άγιο Μοναστήρι της. Αυτά αφού πρόσταξε δεν πήγε στο γεύμα, αλλά κλείσθηκε στο δωμάτιό του, καί εθρήνει της Φεβρωνίας τον θάνατο. Ο δε Σελήνος, ο θείος του, ακούγοντας ότι πικραινόταν ο Λυσίμαχος, δεν έφαγε ούτε αυτός, αλλά έμεινε με πολλή αδημονία περίλυπος. Και περιπατώντας ανήσυχος από το ένα μέρος του παλατιού στο άλλο, απώλεσε τάς φρένας του, και κοιτάζοντας προς τον ουρανό εξέβαλλε φωνές ατάκτους και σαν ταύρος εμυκάτο, έκανε δε μερικά σημεία σαν των δαιμονιζομένων καί εμαίνετο’ έπειτα κτύπησε το κεφάλι του σε μία κολώνα και κακώς ετελειώθη για την αδικοκρισία, την οποία κατά της δικαίας κόρης ετέλεσε.

Τότε έγινε στο πραιτώριο σύγχυση, τρέχοντας όλοι να δούνε τον κακό του θάνατο. Πήγε καί ο Λυσίμαχος και έσεισε την κεφαλή του ώρα πολλή, λέγοντας: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, ο οποίος εξεδίκησε το δίκαιο αίμα της Φεβρωνίας, που εχύθη αδίκως». Κατόπιν προσκάλεσε τον Πρίμο καί του λέγει να κανονίσει τα περί της ταφής της Αγίας: «.στείλε πανταχού κήρυκας να διαλαλήσουν, να συναχθούν Χριστιανοί χωρίς φόβο ή δειλία. Καί όταν ο κόσμος συναχθεί, ας σηκώσουν ευλαβώς οι στρατιώτες το άγιο λείψανο να το μεταφέρουν στο Μοναστήρι της Βρυένης.». Τότε ο Πρίμος τέλεσε όσα πρόσταξε ο Λυσίμαχος, και σήκωσαν οι καλύτεροι στρατιώτες το άγιο λείψανο, αυτός δε ο Πρίμος κράτησε την τιμία κεφαλή, τα χέρια, τα πόδια και τα άλλα μέλη στην χλαμύδα του με ευλάβεια. Και πηγαίνοντας στο Μοναστήρι συνέτρεχε πλήθος του λαού αναρίθμητο.

Φθάσαντες εκεί μετά βίας, απέθεσαν το άγιο λείψανο στην Εκκλησία, η δε Βρυένη όταν είδε έτσι κατακεκομμένο το σώμα της Μάρτυρος, λιγοψύχησε και έπεσε στην γη, και μετά από ώρα πολλή σηκώθηκε και το αγκάλιασε λέγουσα. «Ουαί μοι, θύγατερ ότι σήμερα στερηθήκαμε της γλυκύτατης παρουσίας σου και δεν έχομε άλλον διδάσκαλο να μας αναγινώσκει τις βίβλους τόσο επιμελέστατα». Τότε ήλθαν και οι άλλες Μοναχές κλαίοντας’ αλλά περισσότερο από αυτές θρηνούσε η ευλαβής Ιερεία λέγουσα: «Οίμοι, γλυκύτατη μου Φεβρωνία, ποια αμοιβή να σου δώσω, για την μεγίστη ευεργεσία, οπού μου έκαμες να με εξαγάγεις από το σκότος της αγνωσίας, πάνσοφε; Ας προσκυνήσω τους αγίους πόδας σου, που επάτησαν την κεφαλή του όφεως’ ας φιλήσω τις πληγές των αγίων μελών σου, γιά των οποίων η ψυχή μου ιάθη’ ας στεφανώσω με άνθη εγκωμίων την σεβασμία κορυφή σου, η οποία έστεψε το γένος μας με το κάλλος των αγώνων σου». Αυτά και άλλα πολλά έλεγαν οι αδελφές οι οποίες έκαμαν αγρυπνία ολονυκτία ιστάμενοι έως το πρωί, με υμνωδίες τω Κυρίω ψάλλοντες.

Ο δε Λυσίμαχος είπε προς τον κόμητα. «Εγώ, αγαπημένε μου, Πρίμε, από την σήμερον αποτάσσομαι την πλάνη του πατρός μου, με όλη την περιουσία του, και πιστεύω στον Δεσπότη μου Ιησού Χριστό». Του λέγει ο Πρίμος· «το όμοιον κάμνω και εγώ, κύ­ριέ μου. Αναθεματίζω τον Διοκλητιανό με όλους του τους θεούς, και υποτάσσομαι τω Χριστώ εξ όλης καρδίας μου». Τότε λοιπόν επήγαν μαζί στο Μοναστήρι με πλήθος λαού αναρίθμητο, και φέ­ροντες το γλωσσόκομο έθεσαν σ’ αυτό το τίμιο λείψανο, και έβα­λαν όλα τα άγια μέλη καθ’ ένα στον τόπο του, ήτοι την κεφαλή, τα χέρια καί τα πόδια, τους δε οδόντας έθεσαν στο στήθος της, και ευωδιάσαντες αυτό με μύρα και αρώματα, το έβαλαν σε τόπο επίσημο, δοξάζοντες και ευχαριστούντες τον Κύριο. Και πολύ πλήθος Ελλήνων-ειδωλολατρών επίστευσαν τω Χριστώ και εβαπτίσθησαν. Ομοίως ο Πρίμος και ο Λυσίμαχος εβαπτίσθησαν και αρνήθησαν τον κόσμο τελείως, ούτε επέστρεψαν στον δυσσεβή βασιλέα, αλλά επήγαν στον Αρχιμανδρίτη Μαρκελλίνο, και τους έκαμε Μοναχούς, και ετελείωσαν την ζωή των ασκητικώς, με πολιτεία θεάρεστη. Εβαπτίσθησαν δε και πολλοί στρατιώτες, καί τελείωσαν τον βίο θεάρεστα. Ομοίως και η συγκλητική Ιερεία με τους γονείς της απηρνήθησαν τον κόσμο και εκουρεύθησαν στο Μοναστήρι, στο οποίο αφιέρωσαν όλο τον πλούτο τους. Η δε μακαρία Ιερεία παρεκάλεσε την Βρυένη, λέγουσα: «Δέ­ομαί σου, μήτερ και δέσποινα, να με έχεις αντί της Φεβρωνίας υποτακτική για να εκτελώ όλα σου τα προστάγματα». Εξώδευσε δε την προίκα της όλη στο Ναό ιερώς η Ιερεία και τον στόλισε’ και τα χρυσά και αργυρά της κοσμήματα έλυσε καί χρύσωσε της μακαρίας Φεβρωνίας το γλωσσόκομο, στο οποίο εγίνοντο θαυμάσια άπειρα. Και μάλιστα την ημέρα της εορτής αυτής, όταν έψαλλαν οι Μοναχές την αγρυπνία, εφαίνετο και αυτή στο μέσον αυτών περί το μεσονύκτιο, και έστεκε στον τόπο της, έως την τρίτη ευχή και την έβλεπαν όλες οι Μοναχές, αλλά δεν ετόλμα καμία να την αγγίξει ή να την ρωτήσουν ολότελα.
Όταν τον πρώτο χρόνο, οπού την είδαν, εφοβήθησαν όλες οι Μοναχές, και ποσώς δεν την επλησίασαν. Η δε Ηγουμένη φώναξε: «ιδού η Φεβρωνία, το τέκνο μου». Και μόλις εσίμωσε να την αγκαλιάσει έγινε άφαντος. Γι’ αυτό από τότε δεν ετόλμα καμία να την πλησιάσει, μόνο την έβλεπαν και έκλαιαν από την χαρά σ’ αυτήν την θαυμάσια οπτασία.
Όταν ο  Επίσκοπος εκείνης της πόλεως έκτιζε έξι χρόνους ναό περικαλλή στο όνομα της Αγίας Φεβρωνίας, καί όταν τον τελείωσε, επήγαν όλοι οι Επίσκοποι στο Μοναστήρι, να ζητήσουν το άγιο λείψανο της Αγίας, για να το φέρουν στον νέο Ναό. Η δε Ηγουμένη και όλες οι αδελφές, έπεσαν στα πόδια των Επισκόπων μετά δακρύων παρακαλώντας να μην τις υστερήσουν αυτό τον θησαυρό. Η δε Ηγουμένη κατέληξε ότι «.αν αυτό το έργο αρεστό της Αγίας και της αγιοσύνης σας, τίς είμαι εγώ να το εμποδίσω; υπάγετε λοιπόν και σηκώσατέ την, εάν είναι Θεού θέλημα».


Τότε επήγαν οι Αρχιερείς στον τάφο της Μάρτυρος, και αναγίνωσκαν τις ευχές να σηκώσουν το γλωσσόκομο. Όταν επλήρωσαν την ευχή οι Επίσκοποι και άπλωσαν τα χέρια να σηκώσουν το άγιο λείψανο, γίνεται ευθύς στον αέρα βροντή μεγάλη και φοβερά τόσο, ώστε έπεσαν κατά γης όλοι έντρομοι. Και πάλι όταν πέρασε λίγη ώρα και συνήλθαν από τον φόβο, ξαναδοκίμασαν να το σηκώσουν, αλλά δεν μπόρεσαν διότι τόσο μέγας και φοβερός σεισμός έγινε, ώστε φαινόταν ότι ήθελε να πέσει όλη η πόλη. Τότε εγνώρισαν όλοι, ότι δεν ήθελε η Αγία να φύγει από το Μοναστήρι. Με θαυμαστό τρόπο, επέτρεψε μόνο να δοθεί ένα δόντι της στον Επίσκοπο και τον έθεσαν στο Άγιο Θυσιαστήριο του νέου Ναού όπου και εποίησε πολλά θαυμάσια. Τυφλοί ανέβλεπαν, χωλοί ανωρθούντο, περιπατούσαν παράλυτοι, οι δαίμονες από τους ασθενείς εδιώκοντο. Τούτο παντα­χού ακούοντες, συνέτρεχαν όλοι από πάσης χώρας και πόλεως φέροντες τους αρρώστους, άλλους με τους κραββάτους, και άλλους σε άλογα ζώα φορτωμένους, και όλοι εθεραπεύοντο. Και δεν έπαυσαν ποτέ οι θαυματουργίες, ότι όχι μόνον τότε, αλλά και κάθε καιρό κάμνει σε όλους θαυμάσια ο φιλάνθρωπος και υπεράγαθος Θεός, ο οποίος δόξασε την πανένδοξο και καλλίνικο αυτού Οσιομάρτυρα. Καθώς και αυτή η αείμνηστος και πολύαθλος εδόξασε αυτόν με τον αγώνα της φρικτής εκείνης αθλήσεως.

Πηγή: santafebronia.wordpress.com/



Ἀπολυτίκιον.Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ὡς τῆς ἀσκήσεως, ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως, τῷ κόσμῳ ἔμπνευσας, εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ, δραμοῦσα ἀσχέτῳ, πόθῳ· ὅθεν ὡς παρθένον σε, καὶ Ὁσίαν καὶ Μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε, Φεβρωνία ὁ Κύριος· ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνὴ Ὁσιομάρτυς.





Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Παρθενίας χάρισι, καῖ μαρτυρίου τῷ κάλλει, κοσμηθεῖσα ἔνδοξε, ὡς πανακήρατος νύμφη, ἔδραμες, λαμπαδηφόρος τῷ σῷ Νημφίῳ, ἔστεψαι, τῆς ἀφθαρσίας τῇ εὐπρεπείᾳ, καὶ πρεσβεύεις Φεβρωνία, ὑπὲρ τῶν πίστει ὑμνολογούντων σε.



Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Φεβρωνία πανευκλεής, Ὁσίων ἡ δόξα, καὶ Μαρτύρων ἡ καλλονή· ἐν γὰρ ἀμφοτέροις, ἀθλήσασα νομίμως, εἰκότως καὶ βραβείων, διπλῶν ἠξίωσαι.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο «ΕΞ ΑΓΑΡΙΝΩΝ» 1819 (2 ἸΙουνίου




Ο Άγιος Κωνσταντίνος καταγόταν από Μουσουλμάνους γονείς και γεννήθηκε στο χωριό Ψιλομέτωπο της Μυτιλήνης. Μαζί με τη μητέρα και τ' αδέλφια του ήλθε στη Μαγνησία και αργότερα στη Σμύρνη, όπου βοηθούσε τ' αδέλφια του στο οπωροπωλείο, πηγαίνοντας στα σπίτια των ευγενών αυτά που αγόραζαν από το μαγαζί τους.

Πηγαίνοντας όμως συχνά στη Μητρόπολη της Σμύρνης, άκουγε και έμαθε την ελληνική γλώσσα και τη χριστιανική θρησκεία. Έφυγε λοιπόν για το Άγιον Όρος, αλλά κανείς δεν τον δεχόταν. Τότε ο εκεί εξόριστος Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' (βλέπε 10 Απριλίου), στη Μ. Λαύρα, αφού τον δοκίμασε τον βάπτισε χριστιανό στα Καυσοκαλύβια, με το όνομα Κωνσταντίνος.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος, στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, προσκύνησε τα τίμια λείψανα των νεοφανών μαρτύρων και τον κατέλαβε ο πόθος να μιμηθεί την πράξη τους. Αφού πέρασε με νηστεία και προσευχή κοντά σε πνευματικό, αποφάσισε να πάει στη Μαγνησία, για να βαπτίσει την αδελφή του χριστιανή. Μετά όμως από συμβουλή των Πατέρων, απέπλευσε από το Άγιον Όρος και αποβιβάστηκε στις Κυδωνιές.

Στις Κυδωνιές, αναγνωρίστηκε από κάποιο Τούρκο και οδηγήθηκε στον Αγά. Εκεί ομολόγησε τον Χριστό και αφού φανέρωσε την καταγωγή του, φυλακίστηκε και βασανίστηκε σκληρά. Όταν τον ανέκριναν πάλι, ο Άγιος Κωνσταντίνος έκανε μπροστά τους το σημείο του Σταυρού, αποδεικνύοντας έτσι το αμετάθετο της πίστης του. Τότε ξανά τον φυλάκισαν και τον βασάνισαν με φρικτό τρόπο. Αλλά βλέποντας ο ηγεμόνας, ότι κάθε προσπάθεια του πήγαινε χαμένη, τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη. Αφού και εκεί τον υπέβαλαν σε σκληρά βασανιστήρια, τελικά τον απαγχόνισαν στις 2 Ιουνίου 1819 μ.Χ.

Χειρόγραφη Ακολουθία του βρίσκεται στην Καλύβη του Άγιου Ιωάννη του Θεολόγου στα Καυσοκαλύβια και στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιον Όρος.

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Πᾶσαν ηὔφρανας, πιστῶν χορείαν, καί κατήσχυνας, τούς Ἄγαρ γόνους, ἀνακηρύξας λαμπρῶς τήν εὐσέβειαν, καί ὑπομείνας ἀνύποιστα βάσανα, ὦ Κωνσταντῖνε Μαρτύρων ἀγλάϊσμα. Ὡς οὖν ἔτυχες, οὗπερ ἐπόθεις ἀοίδιμε, μνημόνευε ἡμῶν τῶν εὐφημούντων Σε.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.
Φωσφόρος ἀνέτειλε, τῆ Ἐκκλησία Χριστοῦ, ἡ μνήμη τῶν ἄθλων σου, φωτός πληροῦσα αὐτήν, Μαρτύρων ἐκσφράγισμα, ἔνδοξε Κωνσταντῖνε, λύουσα τήν ἀπάτην, γόνων τῶν ἐκ τῆς Ἄγαρ, λάμπουσα δέ πλουσίως, τάς ψυχάς τῶν ἐν πίστει, τήν μνήμην σου τελούντων ἀειμακάριστε. 

"Ορθόδοξος Συναξαριστής" 

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Περὶ τοῦ Θαύματος τοῦ Ἁγίου Ὁσιομάρτυρος Νικολάου τοῦ Νέου τοῦ ἐν Βουνένοις

AgNikolaosVounenois

Τὸ ἄλλοτε πυκνὸν δάσος τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὴν περιφέρειαν Δοξαρᾶ, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Ἅγιος ἠσκήτευσε καὶ ἐμαρτύρησε, σήμερον δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχουν μόνον ἐλάχιστα δένδρα. Πρό τινος ἐσώζετο καὶ τὸ δένδρον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Ἅγιος ἐκρεμάσθη καὶ ἐμαρτύρησεν, ἀλλὰ μὲ τὴν πολυκαιρίαν ἀφοῦ μέχρι ῥίζης ἐξηράνθη, ἔπεσε καὶ οἱ Χριστιανοὶ ἔκοψαν τοῦτο εἰς μικρὰ τεμάχια, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χάριν εὐλαβείας καὶ ἔκαμον φυλακτά.

 Ἅγιος κατ΄ ἔτος πανηγυριζόμενος τὴν 9ην Μαΐου δεικνύει τὸ ἑξῆς θαῦμα. Τὰ πέριξ τοῦ μικροῦ δυστυχῶς εἰσέτι ὑπάρχοντος Ναοῦ δένδρα, ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ Ἑσπερινοῦ ἐκβλύζουν δρόσον καὶ ἐκ τῶν φύλλων καὶ ἐκ τῶν κορμῶν. Οἱ δὲ Χριστιανοὶ μὲ κοχλιάρια συλλέγουν τὰς σταγόνας τῆς δρόσου καὶ πίνουν αὐτὰς ὡς ἁγίασμα. Τοῦτο διαρκεῖ καὶ τὴν ἐπαύριον καθ΄ ὅλην τὴν ἡμέραν τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου μέχρις ἑσπέρας.

κεῖνο δὲ ὅπερ ἰδιαιτέρως τὸ σημεῖον τοῦτο καθίσταται θαυμαστὸν εἶναι ὅτι γίνεται εἰς τὴν μνήμην τοῦ Ἁγίου κατὰ τὸ Πάτριον Ἡμερολόγιον. Τούτου ἕνεκα, ἡ Πανήγυρις τοῦ Ἁγίου τελεῖται κατὰ τὸ Πάτριον Ἡμερολόγιον, διότι τότε ὁ Ἅγιος δεικνύει τὸ προαναφερόμενον θαῦμα.

Κατὰ τὴν ἡμέραν δὲ τῆς Πανηγύρεως, Παλαιοημερολογῖται καὶ Νεοημερολογῖται ἔρχονται μακρόθεν ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ πολλάκις δημιουργοῦνται μεταξύ των ἐπεισόδια τίνες ἐξ αὐτῶν νὰ λειτουργήσωσιν εἰς τὸ Ναΐδριον τοῦ Ἁγίου. Οἱ ἐνωρίτερον ἐλθόντες ἀμέσως καταλαμβάνουν τὸν Ναὸν καὶ λειτουργοῦν. Πλὴν καὶ οἱ βραδυπορήσαντες δὲν φεύγουν ἄπρακτοι. Εἴτε ἐξ ἀγνοίας τῶν ἱερῶν διατάξεων, εἴτε ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸν Ἅγιον, συμβαίνει ἐνίοτε νὰ γίνουν ἐπὶ τῆς ἰδίας Ἁγίας Τραπέζης δύο Λειτουργίαι, μολονότι ἀντικανονικόν.


Τὸ παρὸν κείμενο εἶναι ἀπὸ χειρόγραφη ἐπιστολὴ τῆς 18.5.1955 τοῦ τότε Ἀρχιμανδρίτου καὶ μετέπειτα Ἐπισκόπου Μαγνησίας τῆς Ἐκκλησίας μας κατασταθέντος Χρυσοστόμου (Νασλίμη, +1973) ἐκ Βόλου, πρὸς τὸν Μοναχὸ Ἀντώνιο (Μουστάκα) Καυσοκαλυβίτη. Τὸ κείμενο ἐγράφη ὑπὸ μορφὴν πληροφορίας, ὥστε ὁ ἀποδέκτης νὰ συντάξη πλῆρες δημοσίευμα. Λόγῳ ὅμως τῆς γλαφυρότητός του τὸ παραθέτουμε αὐτούσιο. Ἡ ἀναφερομένη ἐκβλύζουσα δρόσος εἶναι γνωστὴ καὶ ὡς αἱματῶδες ὑγρό. Ὁ ἀναφερόμενος μικρὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου στὰ Βούνενα Λαρίσης ἐκάη τὸ 1962 καὶ ἀνηγέρθη νέος, ἀλλὰ πάλι σχετικὰ μικρὸς Ναός, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε ὑφίσταται στὸ ἐν λόγῳ Προσκύνημα.