A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΔΕΙΤΕ ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΑΝΑΜΜΕΝΟ ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΙ ΚΑΙ ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ

Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση έχουμε αναμμένο στο εικονοστάσι του σπιτιού μας ένα καντήλι ως θυσία σεβασμού και τιμής προς τον Θεό, την Παναγία και τους αγίους.

Η συνήθεια αυτή φωτίζει τις ψυχές μας, αλλά διατηρεί και τον βαθύ χριστιανικό συμβολισμό της. Τι συμβολίζει λοιπόν το καντήλι και γιατί πρέπει να είναι πάντα αναμμένο; Και ποια είναι η ευχή που πρέπει να συνοδεύει το άναμμά του;

Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει ότι το λάδι που καίει στα καντήλια μας «τον του Θεού υπεμφαίνει έλαιον». Το έλεος του Θεού που φανερώθηκε όταν η περιστερά του Νώε επέστρεψε στην Κιβωτό για να σημάνει την παύση του κατακλυσμού έχοντας στο ράμφος της κλάδο ελαίας. Ή όταν ο Ιησούς, καθώς προσευχόταν εκτενώς, πότιζε με τους θρόμβους του ιδρώτος του την ελιά, κάτω από τα κλαδιά της οποίας γονάτισε τη μαρτυρική εκείνη νύχτα στο Όρος των Ελαιών.

Το λάδι λοιπόν συμβολίζει το άπειρο έλεος του Θεού, αλλά και τα καντήλια συμβολίζουν την Εκκλησία που είναι μεταδοτική Θείου ελέους και φωτιστική. Και όπως ο Κύριος προσευχήθηκε στον κήπο των Ελαιών, έτσι και ο ναός με τα καντήλια, αλλά και το εικονοστάσι μας, μετατρέπεται σε νέο κήπο και ελέους (λαδιού) και ελέους θεϊκού.

Γιατί πρέπει να κρατάμε το καντήλι μας αναμμένο μπροστά στις άγιες εικόνες;

1ον: Γιατί η πίστη μας είναι φως. «Εγώ ειμί το φως του κόσμου», είπε ο Κύριος. Το φως της κανδήλας λοιπόν μας θυμίζει το φως με το οποίο ο Χριστός καταυγάζει τις ψυχές μας.

2ον: Για να μας θυμίζει ότι η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή σαν των αγίων. Εμείς οι χριστιανοί είμαστε «τέκνα φωτός», κατά τον Απόστολο Παύλο.

3ον: Για να ελέγχει τα σκοτεινά μας έργα, τις κακές μας ενθυμήσεις και επιθυμίες. Για να λάμψει «το φως ημών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν ημών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς».

4ον: Είναι μια μικρή δική μας θυσία, σημείο και δείγμα της ευγνωμοσύνης και της αγάπης που οφείλουμε στον Θεό για τη μεγάλη θυσία που έκανε για μας. Με αυτήν την προσφορά και με την προσευχή μας τον ευχαριστούμε για τη ζωή, για τη σωτηρία και για όλα όσα μας χαρίζει η άπειρη αγάπη του.

5ον: Για να είναι φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους, που μας επιτίθενται με ιδιαίτερη πονηρία πριν και κατά την ώρα της προσευχής και θέλουν να απομακρύνουν τη σκέψη μας από τον Θεό. Οι δαίμονες αγαπούν το σκοτάδι και τρέμουν το φως – και του Χριστού αλλά και εκείνων που αγαπούν τον Χριστό.

6ον: Για να μας παρακινεί σε αυτοθυσία. Όπως δηλαδή με το λάδι καίγεται στο καντήλι το φυτίλι, έτσι και το δικό μας θέλημα να καίγεται με τη φλόγα της αγάπης για τον Χριστό και να υποτάσσεται πάντοτε στο θέλημα του Θεού.

7ον: Για να μάθουμε ότι, όπως δεν ανάβει το καντήλι χωρίς τα δικά μας χέρια, έτσι και το εσωτερικό καντήλι της καρδιάς μας δεν ανάβει χωρίς τα χέρια του Θεού.

Η Προσευχή κατά το άναμμα του καντηλιού:
Ούτω λαμψάτω το φως ημών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν ημών τα καλά έργα και δοξάσωσιν τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς.


Πηγή: asimpiestos.blogspot.com

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Σ᾿ ΕΝΑΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ (Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)



"Θυμώνετε μὲ κάποιους φίλους σας, οἱ ὁποῖοι δυσαρεστοῦνται μὲ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν στὰ σχολεῖα. Ἔχετε δίκαιο. Ὁ θυμὸς σας εἶναι δίκαιος θυμός. Τέτοιος θυμὸς ἔχει ἀξία μπροστὰ στὸν Θεό. Ὅμως δὲν ὠφελεῖ μόνο ὁ θυμός, οὔτε μόνον ἡ πειθώ.

Πρέπει καὶ νὰ προσεύχεστε γιὰ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἀφροσύνη τους ξεσηκώνονται ἐναντίον τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ στὰ σχολεῖα. Νὰ τοὺς ἀνοίξει ὁ Θεὸς τὰ μάτια, ὥστε νὰ δοῦν ὅτι κόβουν τὸ κλαδὶ πάνω στὸ ὁποῖο κάθονται. Διότι ὅλη ἡ διαπαιδαγώγηση τῆς χριστιανικῆς νεολαίας βασίζεται πάνω στὸν ἀταλάντευτο βράχο τῆς ἐπιστήμης τοῦ Χριστοῦ. Σ΄ ἐκεῖνον βασιστήκαμε καθ΄ ὅλη τὴ χιλιετία τῆς βαπτισμένης ἱστορίας μας, σ΄ ἐκεῖνον πρέπει νὰ βασιστοῦμε καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες. Τέτοια διαπαιδαγώγηση δὲν μᾶς ντρόπιασε στὸ παρελθόν, δὲν θὰ τὸ κάνει οὔτε στὸ μέλλον. Μᾶς ἔδωσε ἀνθρώπους πρώτης τάξεως, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ κόσμημα τῆς ἱστορίας μας, ὅπως εἶναι τὰ ἀστέρια κόσμημα τοῦ οὐράνιου θόλου. Καὶ μᾶς ἔδωσε πελώριο ἀριθμὸ τέτοιων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἀστεριῶν στὸν θόλο τῆς λαϊκῆς ἱστορίας μας.

Καὶ τί ἄλλο μπορεῖ νὰ εἶναι στόχος στὴ διαπαιδαγώγηση παρὰ νὰ δώσει ἀνθρώπους πραγματικούς; Ἡ ἐπιστήμη τῆς παιδαγωγίας καὶ σέ μᾶς καὶ σ΄ ὅλους τούς βαπτισμένους λαοὺς ἀπαραίτητα πρέπει νὰ συμβαδίζει μὲ τὴν ἐπιστήμη τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν ἡ διαπαιδαγώγηση χωριστεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη τοῦ Χριστοῦ, δὲν χάνεται ἡ ἐπιστήμη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ χάνεται ἡ διαπαιδαγώγηση, καὶ χάνονται οἱ πραγματικοὶ ἄνθρωποι. Ἐὰν ὅμως χαθεῖ ἡ διαπαιδαγώγηση στὸ σχολεῖο, τὸ σχολεῖο γίνεται ἐπικίνδυνο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ γιὰ τοὺς λαούς. Διότι ὁ ἄνθρωπος ἐκπαιδευμένος μέν, ἀλλὰ χωρὶς χαρακτήρα, εἶναι πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους, ἀπ΄ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπαίδευτος καὶ χωρὶς χαρακτήρα. Ὁ δεύτερος εἶναι χωρὶς χαρακτήρα κατ΄ ἀδυναμία, ἐνῶ ὁ πρῶτος κατὰ τὴν πίστη. Ἡ σχισμὴ στὴν πίστη ἑνὸς ἀνθρώπου προκαλεῖ ἀναπόφευκτα καὶ τὴ σχισμὴ στὸν χαρακτήρα. Τοῦτο τὸ μαρτυρεῖ τόσο ἡ βιβλικὴ ἱστορία ὅσο καὶ ἡ γενικὴ ἱστορία, τῶν βαπτισμένων λαῶν. Ὅποιος βασιλιὰς τοῦ Ἰσραὴλ ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπομακρυνόταν καὶ ἀπὸ τὸ ἦθος. Διότι, ἡ πίστη εἶναι δεμένη μὲ τὴν ἠθική, ὅπως ἕνα ποτάμι εἶναι δεμένο μὲ τὴν πηγή του, καὶ τὸ φῶς μὲ ἥλιο. «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς» (Ἰωάν. 14,6), εἶπε ὁ Χριστός, καί: «Σὺ ἂν ἤτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἂν σοι ὕδωρ ζῶν» (Ἰωάν. 4,10), καί: «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 8, 12). Ποῦ θὰ πᾶμε τὰ παιδιὰ ἔξω ἀπὸ αὐτὴν τὴν Ὁδό, παρὰ μόνο στὴν κατάρρευση; Μὲ τί θὰ ποτίσουμε τὶς διψασμένες τους ψυχές; Μὲ τὴ γήινη λάσπη, ποὺ πίνουν καὶ τὰ βόδια, ἢ μὲ τὸ ζωοφόρο ὕδωρ; Μὲ τί θὰ τὰ φωτίσουμε; Μόνο μὲ τὶς ἀπατηλὲς ἀκτίνες ἢ μὲ τὸ Φῶς Του;

Ἀλλά, λένε, τὰ θρησκευτικὰ δὲν εἶναι γιὰ τὴ δική μας μοντέρνα ἐποχή. Δὲν ξέρω· τὸ μόνο ποὺ βλέπω, εἶναι ὅτι καὶ στὴ δική μας μοντέρνα ἐποχὴ κάλλιστοι ἄνθρωποι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ κρατιοῦνται ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν νόμο Του. Οὔτε ξέρω ποιὰ ἄλλη ἐπιστήμη θὰ μποροῦσε νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ἐπιστήμη τοῦ Χριστοῦ στὴ διαπαιδαγώγηση τῆς νεολαίας. Ἰδού, δὲν ὑπάρχει καμία ἄλλη ἐπιστήμη γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸ νόημα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καὶ γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ εἶναι ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θρησκευτικὴ ἐπιστήμη.

Κι ἔτσι, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ τοποθετήσει ἄλλο θεμέλιο διαπαιδαγώγησης, οὔτε στὴν ἐποχή μας οὔτε χιλιάδες χρόνια ὕστερα ἀπό μᾶς, πέρα ἀπὸ Ἐκεῖνον, ποὺ εἶναι τὸ ζωντανὸ θεμέλιο, τὸ ὁποῖο τοποθέτησε ὁ Ἴδιος, λέγοντας: «ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰωάν. 15,5).
Εἰρήνη σὲ σᾶς καὶ εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ".

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Δὲν φτάνει μόνο ἡ πίστη…» 
Ἱεραποστολικὲς Ἐπιστολὲς Β΄, Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΩΣ ΚΑΘΕ ΕΜΠΟΔΙΟ ΕΙΝΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ (Ἃγιος Σεραφείμ τῆς Βίριτσα)

Έχεις ποτέ σκεφτεί ότι όλα που αφορούν εσένα, αφορούν και Εμένα; Διότι αυτά που αφορούν εσένα αφορούν την κόρη του οφθαλμού Μου; Είσαι πολύτιμη στα μάτια Μου και σε έχω αγαπήσει, για αυτό είναι ιδιαίτερη χαρά για Μένα να σε εκπαιδεύσω.
Όταν οι πειρασμοί έρχονται επάνω σου και ο πολέμιος, σαν το ποτάμι, θέλω να ξέρεις ότι, Από Μένα ήταν αυτό.

Θέλω να ξέρεις ότι η αδυναμία σου έχει ανάγκη από τη δύναμη Μου, και η ασφάλεια σου βρίσκεται στο να Με αφήσεις να σε προστατεύω. Θέλω να ξέρεις ότι, όταν βρίσκεσαι σε δύσκολες συνθήκες, μεταξύ των ανθρώπων που δεν σε καταλαβαίνουν, δεν λογαριάζουν αυτά που σου είναι ευάρεστα, και σε απομακρύνουν Από Μένα ήταν αυτό. Είμαι ο Θεός σου, οι περιστάσεις τις ζωής είναι στα χέρια μου, δεν βρέθηκες τυχαία στη θέση σου, είναι ακριβώς η θέση που σου έχω ορίσει. Δε Με παρακαλούσες να σου μάθω την ταπείνωση;



Και να, σε έβαλα σ’ αυτό ακριβώς το περιβάλλον, στο σχολείο όπου διδάσκουν αυτό το μάθημα. Το περιβάλλον σου, και αυτοί που ζουν γύρω σου, μόνο εκτελούν το θέλημά Μου. Έχει οικονομικές δυσκολίες και μόλις τα βγάζεις πέρα, να ξέρεις ότι, Από Μένα ήταν αυτό.

Θέλω να ξέρεις ότι Εγώ διαθέτω τα χρήματα σου και να καταφεύγεις σε μένα, και να γνωρίζεις ότι εξαρτάσαι από Μένα. Θέλω να ξέρεις ότι τα αποθέματά Μου είναι ανεξάντλητα, και να βεβαιωθείς ότι είμαι πιστός στις υποσχέσεις Μου. Να μη συμβεί ποτέ να σου πουν την ανάγκη σου «Μην πιστεύεις στον Κύριο και Θεό σου».

Έχεις περάσει ποτέ νύχτα μέσα στη θλίψη; Είσαι χωρισμένος από τους συγγενείς σου, τους ανθρώπους που αγαπάς; Σου το επέτρεψα για να στραφείς σε Μένα, και σε Μένα να βρεις την αιώνια παρηγοριά και ανακούφιση. Σε ξεγέλασε ο φίλος σου ή κάποιος που του είχες ανοίξει την καρδιά σου, Από Μένα ήταν αυτό.

Εγώ επέτρεψα να σε αγγίξει αυτή η απογοήτευση, για να μάθεις ότι ο καλύτερος φίλος σου είναι ο Κύριος. Θέλω να τα φέρνεις όλα σε Μένα και όλα να Μου τα λες. Σε συκοφάντησε κάποιος, να το αφήσεις σ’ εμένα, σε Μένα να προσκολληθείς, σε Μένα η καταφυγή σου, για να κρυφτείς από την αντιλογία εθνών. Θα κάνω την δικαιοσύνη σου να λάμψει σαν το φως και την ζωή σου, σαν μέρα μεσημέρι. Καταστράφηκαν τα σχέδιά σου, λύγισε η ψυχή σου και είναι εξαντλημένη, Από Μένα ήταν αυτό.

Έκανες σχέδια και είχες δικούς σου σκοπούς Μου, τα έφερες να τα ευλογήσω. Αλλά Εγώ θέλω να αφήσεις σε Μένα, να κατευθύνω και να χειραγωγώ τις περιστάσεις της ζωής σου, διότι είσαι το ορφανό, και όχι ο πρωταγωνιστής. Σε βρήκαν απροσδόκητες αποτυχίες, και η απελπισία κατέλαβε την καρδιά σου, να ξέρεις, Από Μένα ήταν αυτό.

Διότι μ’ αυτή την κούραση και το άγχος δοκιμάζω πόσο ισχυρή είναι η πίστη σου στις υποσχέσεις Μου και την παρρησία σου στη προσευχή για τους συγγενείς σου. Δεν ήσουν εσύ που εμπιστεύτηκες τις φροντίδες γι’ αυτούς στην προνοητική αγάπη Μου; Δεν είσαι συ που και τώρα τους αφήνεις στην προστασία της Πανάγνου Μητέρας Μου; Σε βρήκε σοβαρή ασθένεια, που μπορεί να γιατρευτεί ή είναι αθεράπευτη και σε κάρφωσε στο κρεβάτι σου, Από Μένα ήταν αυτό.

Επειδή θέλω να Με γνωρίσεις πιο βαθιά, μέσω της σωματικής ασθένειας και να μην γογγύζεις γι’ αυτή την δοκιμασία που σου στέλνεται και να μην προσπαθείς να καταλάβεις τα σχέδια Μου, της σωτηρίας της ψυχής των ανθρώπων με διάφορους τρόπους, αλλά αγόγγυστα και ταπεινά να σκύψεις το κεφάλι σου μπροστά στην αγαθότητά Μου. Ονειρευόσουν να κάνεις κάτι ξεχωριστό και ιδιαίτερο για Μένα και αντί να το κάνεις έπεσες στο κρεβάτι του πόνου Από Μένα ήταν αυτό.

Διότι τότε θα ήσουν βυθισμένος στα δικά σου έργα, και Εγώ δεν θα μπορούσα να προσελκύσω τις σκέψεις σου σε Μένα, αλλά Εγώ θέλω να διδάσκω τις βαθύτατες σκέψεις και τα μαθήματα Μου, για να Με υπηρετείς.Θέλω να σε μάθω να συναισθάνεσαι πως είσαι τίποτα χωρίς Εμένα.

Μερικοί από τους καλύτερους υιούς Μου είναι αυτοί, οι οποίοι είναι αποκομμένοι από την δραστική ζωή, για να μάθουν να χειρίζονται το όπλο της αδιάλειπτης προσευχής. Κλήθηκες απροσδόκητα να αναλάβεις μία δύσκολη και υπεύθυνη θέση, στηριγμένη σε Μένα. Σου εμπιστεύομαι τις δυσκολίες αυτές, και γι’ αυτό θα σε ευλογήσει Κύριος ο Θεός σου σ’ όλα τα έργα σου, σ’ όλους τους δρόμους σου, σ’ όλα, Καθοδηγητής και Δάσκαλος σου θα είναι ο Κύριος σου.

Την ημέρα αυτή, στα χέρια σου, τέκνο Μου έδωσα αυτό το δοχείο με το θείο μύρο, να το χρησιμοποιείς ελεύθερα. Να θυμάσαι πάντοτε ότι κάθε δυσκολία που θα συναντήσεις, κάθε προκλητική λέξη, κάθε διαβολή και κατάκριση, κάθε εμπόδιο στα έργα σου, που θα μπορούσε να προκαλέσει αγανάκτηση και απογοήτευση,κάθε φανέρωση της αδυναμίας και της ανικανότητας σου, θα χρίεται μ’ αυτό το έλαιο. Από Μένα ήταν αυτό.

Να θυμάσαι πως κάθε εμπόδιο είναι νουθεσία από τον Θεό, και γι’ αυτό να βάλεις στην καρδιά σου αυτόν τον λόγο, που σου έχω αποκαλύψει την ημέρα αυτή. Από Μένα ήταν αυτό. Να ξέρεις και να θυμάσαι - πάντα, όπου και να είσαι, ότι οποιοδήποτε κεντρί, θα αμβλυνθεί μόλις θα μάθεις σε όλα να βλέπεις Εμένα Όλα σου στάλθηκαν από Μένα, για την τελείωση της ψυχής σου, Όλα αυτά ήταν από μένα.


Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ (Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)





«Παραπονιέσαι για τη μοναξιά στη μέση μεγάλης πόλης. Τόσος λαός γύρω σου κοχλάζει σαν μυρμηγκοφωλιά, και εσύ και πάλι αισθάνεσαι σαν στην έρημο. Στις μεγάλες γιορτές η κατάσταση είναι ανυπόφορη. Παντού πλημμυρίζει η χαρά, ενώ εσένα σε πιέζει η λύπη. Οι εορταστικές ημέρες των Χριστουγέννων και της Ανάστασης σου φαίνονται σαν κάποια άδεια δοχεία, τα οποία εσύ γεμίζεις με δάκρυα. Όταν αυτές οι άγιες γιορτές βρίσκονται μακριά πίσω ή μπροστά σου, αισθάνεσαι πιο ήρεμη. Αλλά όταν πλησιάσουν και έρθουν, η θλίψη και η ερημιά κυριεύουν την ψυχή σου.

Τί να σου κάνω; Θα σου διηγηθώ την ιστορία για τα Χριστούγεννα της Ιωάννας διότι ίσως σε ωφελήσει. Θα αφήσω όμως να σου διηγείται εκείνη όπως τα είχε διηγηθεί σε μένα.

«Σαράντα και κάτι χρόνια βλέπω εγώ αυτό τον κόσμο σαν γυναίκα. Ποτέ καμιά χαρά, εκτός από λίγη σαν παιδί στο σπίτι των γονέων μου. Αλλά μπροστά στον κόσμο δεν έδειχνα λυπημένη. Μπροστά στους ανθρώπους υποδυόμουν τη χαρούμενη, και στη μοναξιά έκλαιγα. Όλοι με θεωρούσαν ένα ευτυχισμένο πλάσμα, αφού ως τέτοια έδειχνα. Ακούω, όλοι γύρω μου παραπονούνται, και οι έγγαμοι και οι άγαμοι, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, όλοι. Και σκέφτομαι, γιατί κι εγώ να παραπονιέμαι στους δυστυχισμένους για τη δική μου δυστυχία, και μόνο να αυξάνω τη λύπη γύρω μου; Θεέ, να δείχνω χαρούμενη έτσι θα είμαι πιο χρήσιμη στον δυστυχισμένο κόσμο, ενώ το μυστικό μου θα το κρύβω μεσα μου και θα κλαίω στη μοναξιά μου. Προσευχόμουν στον Θεό, για να μου εμφανισθεί με κάποιο τρόπο, τουλάχιστον μόνο ένα δάχτυλό Του να αισθανθώ. Προσευχόμουν έτσι, για να μην σβήσω από την κρυμμένη λύπη. Από κάθε έσοδο έκανα ελεημοσύνη οπουδήποτε είχα ευκαιρία. Επισκεπτόμουν αρρώστους και ορφανούς, και έφερνα χαρά με τη δική μου φαινομενική χαρά. Πιστεύω σε Σένα, αγαθέ μου Θεέ, έλεγα συχνά, αλλά Σε παρακαλώ, εμφανίσου μου με κάποιο τρόπο, για να Σε πιστεύω ακόμα περισσότερο. «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία» (Μάρκ. 9, 24). Επαναλάμβανα αυτά τα λόγια από το Ευαγγέλιο. Και πράγματι, βίωσα να μου εμφανιστεί ο Κύριος.

Δυσκολότατες για μένα ήταν οι μεγάλες γιορτές. Μετά από τη Λειτουργία κλεινόμουν στο δωμάτιο και έκλαιγα ολόκληρα τα Χριστούγεννα και την Ανάσταση. Όμως τα προηγούμενα Χριστούγεννα εμφανίστηκε ο Θεός. Αυτό έγινε ως εξής. Πλησίαζε αυτή η μεγάλη μέρα. Εγώ αποφάσισα να ετοιμάσω όλα έτσι όπως η μητέρα μου ετοίμαζε: και κρέας, και ζυμαρικά, και γλυκά, και όλα τ’άλλα. Άπλωσα σανό στο σπίτι, πέταξα από τρία καρύδια σε κάθε γωνιά του δωματίου. Ας είναι η Αγία Τριάδα ελεήμων σε όλες και τις τέσσερις πλευρές του κόσμου. Και κάνοντας όλα αυτά ασταμάτητα προσευχόμουν: Κύριε, στείλε μου επισκέπτες αλλά εντελώς πεινασμένους και φτωχούς! Σε παρακαλώ, εμφανίσου μ’αυτόν τον τρόπο! Πού και πού, μου ερχόταν η σκέψη: τρελή Ιωάννα, τι επισκέψεις περιμένεις τα Χριστούγεννα! Αυτή την άγια μέρα ο καθένας βρίσκεται στο σπίτι του ποιος θα μπορούσε να έρθει ως επισκέπτης σε σένα; Κι εγώ έκλαιγα και έκλαιγα… Όμως και πάλι επαναλάμβανα εκείνη την προσευχή και ετοίμαζα.

Όταν τα Χριστούγεννα γύρισα από την Εκκλησία, άναψα το κερί, έστρωσα το τραπέζι, έβαλα όλα τα φαγητά, και τότε άρχισα να περπατώ από δω κι από κει στο δωμάτιο. Θεέ μου, μην με εγκαταλείψεις! Πάλι προσευχόμουν. Στο δρόμο λίγοι περνούσαν. Είναι Χριστούγεννα, αλλά και ο δρόμος μας είναι απόμερος. Όμως μόλις το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια κάποιου, εγώ πεταγόμουν στην πόρτα! Άραγε είναι ο επισκέπτης μου; Δεν είναι. Να, προσπέρασε. Το μεσημέρι ήρθε και πέρασε, και εγώ μόνη. Άρχισα να κλαίω και κραύγασα: τώρα βλέπω, Κύριε, ότι με εγκατέλειψες εντελώς! Έκλαιγα έτσι και σιγοέκλαιγα συνεχώς! Ξαφνικά χτύπησε κάποιος την πόρτα, και εγώ άκουσα φωνές: δώσε αδελφέ, δώσε αδελφή! Γρήγορα έτρεξα και άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου ένας τυφλός και ο οδηγός του, και οι δυο σκυμμένοι, κουρελιασμένοι, παγωμένοι. Ο Χριστός γεννήθηκε, κύριοί μου! φώναξα εγώ χαρούμενα. Αληθώς γεννήθηκε! κροτάλιζαν με τα δόντια εκείνοι τρέμοντας. Έλεος, αδελφή, ελέησέ μας! Δεν σου ζητάμε χρήματα. Από το πρωί κανένας δεν μας πρόσφερε ψωμί, λίγα λεφτά ή από ένα ποτήρι με ρακί. Πεινάμε πολύ. Εγώ πέταξα από τη χαρά μου ως τον τρίτο ουρανό. Τους οδήγησα στο σπίτι και τους έβαλα στο γεμάτο τραπέζι. Τους σέρβιρα κλαίγοντας από χαρά. Εκείνοι με ρώτησαν παραξενεμένοι: «Γιατί κλαις, κυρία;». Από χαρά, κύριοί μου, από καθαρή και φωτεινή χαρά! Εκείνο για το οποίο προσευχόμουν στον Θεό ο Θεός μου το έδωσε. Μερικές μέρες εγώ Του προσεύχομαι, να μου στείλει ακριβώς τέτοιους επισκέπτες όπως είσαστε εσείς, και να, Αυτός μου έστειλε. Δεν ήρθατε εσείς έτσι τυχαία, αλλά σας έστειλε ο αγαθός μου Κύριος. Αυτός σήμερα μου φανερώθηκε μέσα από σας. Αυτά είναι τα πλέον χαρούμενα Χριστούγεννα στη ζωή μου. Τώρα ξέρω, ότι είναι ζωντανός ο Θεός μας. Δόξα σ’ Εκείνον και ευχαριστία! «Αμήν», απάντησαν οι αγαπητοί μου επισκέπτες. Τους κράτησα έως το βράδυ, τους γέμισα τις τσάντες και τους αποχαιρέτησα».

Τέτοια ήταν τα προηγούμενα Χριστούγεννα της Ιωάννας. Δώσε Θεέ, να είναι φέτος ακόμα πιο χαρούμενα. Προσευχήσου κι εσύ, κόρη, να σου φανερωθεί ο ουράνιος Πατέρας με κάποιο τρόπο -και στον Θεό οι τρόποι είναι πολλοί- και θα ζήσεις θαύμα. Μην ετοιμάζεσαι για λύπη σε τούτη τη μεγάλη μέρα, αλλά να ετοιμάζεσαι για χαρά. Και ο Πανορατικός, ο Παντελεήμων, θα σε κάνει χαρούμενη. 

(Από το βιβλίο «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται» βιβλίο με επιστολές του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, ο οποίος υπήρξε Επίσκοπος της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας και θεολόγος. Έζησε από το 1881 μέχρι το 1956. Το Μάιο του 2003, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Σερβίας τον διεκήρυξε Άγιο και τον ενέταξε στο Αγιολόγιό της στις 18 Μαρτίου (Κοίμηση) και στις 3 Μαΐου (Μεταφορά Λειψάνων).Πηγή: alopsis.gr ).



Πηγή: eggolpio.blogspot.gr

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Η ΚΥΡΙΑΚΗ (Ἀναγνωστικό Β' Δημοτικοῦ 1948)

Μόλις ὁ ἥλιος ἔριξε τὸ φῶς του πάνω στὸ παράθυρο, ἡ μητέρα, ποὺ εἶχε σηκωθῆ ἀπὸ πολλὴν ὥρα πῆγε νὰ ξυπνήση τὰ παιδιά.
- ῎Ε! παιδιά, σηκωθῆτε. Δὲν ἀκοῦτε τὴν καμπάνα, ποὺ μᾶς φωνάζει;
- Ἀμέσως, μητερίτσα, φώναξαν ὅλα μαζὶ καὶ πετάχτηκαν ἀπὸ τὸ κρεβάτι τους. ῾Η μητέρα ἔπλυνε μὲ δροσερὸ νερὸ τὸ Γιάννη  καὶ τὸ Μίμη, τοὺς χτένισε κι ἄρχισε νὰ τοὺς ντύνη. Στὸ ἀναμεταξὺ ἡ Ἑλενίτσα ἑτοίμαζε τὴν μπεμπέκα, ὅπως τὸ εἶχε πεῖ  ἀποβραδίς. ῎Επειτα ἡ μητέρα της τὴ βοήθησε νὰ ντυθῆ καὶ κείνη. Τὰ παιδιὰ τώρα ἦταν ἕτοιμα. Ροδοκόκκινα, καθαρά, μὲ τὰ γιορτερά τους φορέματα. ῎Ελαμπαν ἀπὸ ὀμορφιά. Σὲ λίγο ξεκίνησαν γιὰ τὴν ἐκκλησία. ῾Η μητέρα τους κρατοῦσε ἀπὸ τὸ χέρι  τὴ μπεμπέκα καὶ τ’ ἄλλα τρία πήγαιναν μπροστά, φρόνιμα κοντὰ τὸ ἕνα στ’ ἄλλο.
Ὅταν μπῆκαν στὴν ἐκκλησία, δὲν ἦταν ἀκόμα πολὺς κόσμος κι ἔτσι πῆραν θέση μπροστὰ μπροστά.
Ὁ παπα - Βαγγέλης, μὲ τὸ χρυσὸ του πετραχήλι, ἄρχισε νά ψάλλη. Τί ὡραία φωνὴ ποὺ εἶχε! ῎Εψαλλε ἀργά, μὲ κατάνυξη, καὶ  τὰ παιδιὰ τὸν ἄκουγαν μ’ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα.
Κοίταζαν τὰ εἰκονίσματα καὶ πότε πότε σήκωναν τὸ κεφάλι τους κι ἔβλεπαν μὲ θαυμασμὸ τὸν Παντοκράτορα, ποὺ ἦταν  ζωγραφισμένος ψηλά, στὸ μεγάλο θὸλο. ῾Η μητέρα εἶχε πεῖ, πὼς ἀπὸ κεῖ πάνω εὐλογεῖ ὅλο τὸν κόσμο καὶ τοὺς φαινόταν τῶν  παιδιῶν σὰ ζωντανός. Μάλιστα ὁ Μίμης κάποτε εἶπε, πὼς εἶδε τὸ χέρι του νὰ σαλεύη. Κι ἡ ῾Ελενίτσα,πὼς τῆς χαμογέλασε μὲ ἀγάπη, κουνώντας τὸ κεφάλι του. Σὲ λίγο ἀνέβηκε ὁ διάκος στὸν ἄμβωνα, γιὰ νὰ πῆ τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ ἱερὸ βιβλίο ἦταν  ἀκουμπισμένο μπροστά του, πάνω σ’ ἕνα χρυσὸ περιστέρι μὲ ἀνοιγμένες τὶς φτεροῦγες του. Δεξιὰ κι ἀριστερά, ἦταν τ’  ἀναλόγια. Κοντὰ στὸ δεξιὸ ἀναλόγιο, σ’ ἕνα ψηλὸ στασίδι, ἔψαλλε ὁ δεξιὸς ψάλτης κι ἀντίκρυ του ἀποκρινόταν ὁ ἀριστερός,  ἀπ’ τὸ ψηλό του στασίδι κι αὐτός.
Τὰ παιδιὰ θαυμάζουν τοὺς κρυστάλλινους πολυέλαιους, τοὺς χρυσοστολισμένους μὲ τὰ πολλά τους τὰ κεριά, ποὺ δὲ  χορταίνουν νὰ τοὺς βλέπουν, κάθε φορὰ ποὺ ἔρχονται στὴν ἐκκλησία. Καμαρώνουν καὶ τ’ ἀσημένια καντήλια, ποὺ κρέμονται  ἀναμμένα μπροστὰ στὸ εἰκονοστάσι. Ὅλη ἡ ἐκκλησία μοσκομυρίζει ἀπ᾽ τὸ λιβάνι! ῾Ο παπα - Βαγγέλης λέει σιγὰ σιγὰ εὐχὲς μέσα στὸ ἱερό. ῎Ερχεται καὶ μπροστὰ στὴ μεσιανὴ θύρα τοῦ εἰκονοστασίου καὶ τὸτε τὶς λέει πιὸ δυνατά.
Στὸ τέλος, κρατώντας ψηλὰ τὸ ἀσημένιο δισκοπὸτηρο, περνάει ἀνάμεσα ἀπ’ τὸν κόσμο κι ὅλοι τότε σκύβουν τὰ κεφάλια τους πρὸς τὰ κάτω μ’ εὐλάβεια. Μερικοὶ μάλιστα γονατίζουν.
Τέλειωσε ἡ λειτουργία. Ὁ παπα - Βαγγέλης μοιράζει τὸ ἀντίδωρο. Τὰ παιδιὰ τοῦ φιλοῦν κι αὐτὰ τὸ χέρι, παίρνουν τὸ ἀντίδωρο, ἀσπάζονται τὶς εἰκὸνες καὶ βγαίνουν ἀπ’ τὴν ἐκκλησία μὲ τὴ μητέρα τους.
Ἀμέσως τρέχουν στὸν κουλουρά, γιατὶ αἰσθάνονται μεγάλη πείνα. Καθένας τους ἔχει στὴν τσέπη τὸ κυριακάτικο φιλοδώρημα, ποὺ τοὺς δίνει ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα.
Ὅταν προχώρησαν κατὰ τὸ σπίτι, ἡ μητέρα εἶδε, πὼς ἡ ῾Ελενίτσα δὲν ἔτρωγε κουλούρι.
- Δὲν ἀγόρασες κουλούρι, ῾Ελενίτσα;
- Δὲν πεινῶ, μαμά.
- Περίεργο! Εἶπε κείνη καὶ τὴν κοίταξε μὲ κάποια ἀνησυχία.
Σὲ λίγο ἔφτασαν στὸ σπίτι. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἔμπαιναν μέσα, ἡ μητέρα τους φώναξε τρομαγμένη:
- Ποῦ εἶναι ἡ ῾Ελενίτσα; Τὰ παιδιὰ ξαναβγῆκαν ἔξω, γιὰ νὰ ἰδοῦν τί συμβαίνει. Κάτω ἐκεῖ στὴν ἄκρη τοῦ δρὸμου, τὴν εἶδαν νὰ στέκεται καὶ νὰ κουβεντιάζη μ᾽ ἕνα παιδάκι.
- Μ’ ἕνα ζητιανάκι μιλεῖ, εἶπε ὁ Γιάννης στὴ μητέρα του. Καὶ τὴν περασμένη Κυριακὴ στὴν ἴδια θέση στεκόταν αὐτὸ τὸ παιδί. Φορεῖ κάτι ροῦχα κουρελιάρικα.
- Αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος, παιδί μου, γιὰ νὰ μὴν τοῦ μιλήση, εἶπε ἡ μητέρα. Καὶ καταλαβαίνω πολὺ καλὰ τί τρέχει. ῾Η ἀδερφή σας  δὲν πῆρε κουλούρι γιὰ νὰ δώση τὰ λεπτά της σ᾽ αὐτὸ τὸ φτωχὸ ἀγόρι.
- Ναί, μαμά, εἶπε τότε ὁ Μίμης. Μποροῦσε νὰ πάρη κουλούρι καὶ νὰ δώση καὶ χρήματα στὸ ζητιανάκι.
- Καὶ πάλι θὰ περίσσευαν, εἶπε ὁ Γιάννης.
Στὸ ἀναμεταξὺ ἡ ῾Ελενίτσα εἶδε, πὼς εἶχαν σταματήσει ἡ μητέρα καὶ τ’ ἀδέρφια της καὶ τὴν κοίταζαν ἀπὸ μακριά.
῎Ετρεξε γρήγορα κοντά τους.
- Ὅλα τοῦ τάδωσες; τὴ ρώτησε μὲ περιέργεια ὁ Γιάννης.
- Γι’ αὐτὸ δὲν πῆρες κουλούρι, ἔ; Σὲ πιάσαμε, κυρά, τῆς εἶπε κι ὁ Μίμης.
Ἡ ῾Ελενίτσα κοκκίνησε. Στεκὸταν μὲ χαμηλωμένα μάτια καὶ φοβόταν νὰ κοιτάξη τὴ μητέρα της. Συλλογιζὸταν: γιὰ νὰ μοῦ  μιλοῦν ἔτσι τὰ παιδιά, θὰ πῆ, πὼς ἡ μαμὰ δὲν εἶναι εὐχαριστημένη μαζί μου. Κι ἔχει δίκιο, γιατὶ τῆς ἔκρυψα τὴν ἀλήθεια. Τῆς  εἶπα ψέματα, πὼς δὲν πεινοῦσα.
Μὰ νὰ ποὺ ἡ μαμὰ μίλησε καὶ ἡ φωνή της ἦταν γεμάτη χαρά.
- ῾Η ῾Ελενίτσα, παιδιά, ἔκανε κάτι πολὺ ὡραῖο καὶ πολὺ καλὸ. Εἴπατε πρωτύτερα, πὼς μποροῦσε ν’ ἀγοράση κουλούρι καὶ νὰ δώση καὶ χρήματα στὸ φτωχὸ παιδάκι. Ναί, μὰ ἐκείνη αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ κάμη κάτι καλύτερο. Νὰ στερηθῆ
αὐτὴ τὴ μικρὴ εὐχαρίστηση, γιὰ νὰ δώση μιὰ μεγαλύτερη ἀκόμη στὸ φτωχό. Κι ἀντὶ νὰ τῆς πῆς, Μίμη, «σε πιάσαμε» ὅπως λένε σ’ αὐτούς, ποὺ ἔχουν κάμει μιὰ κακὴ πράξη, θὰ ἔπρεπε νὰ τῆς πῆς:
«Ἀδερφούλα μου, τὸ βλέπω, ἔχεις τὴν καλύτερη καρδιὰ άπ’ ὅλους μας!»
Αὐτὰ εἶπε ἡ μητέρα τους καὶ τράβηξαν πάλι κατὰ τὸ σπίτι.
Ὅλοι κοίταζαν τώρα μὲ καμάρι τὴν ῾Ελενίτσα, ποὺ πήγαινε μπροστά, κρατώντας ἀπ’ τὸ χέρι τὴν ἀδερφούλα της.
Τὸ πρόσωπό της ἔλαμπε ἀπὸ ὀμορφιὰ κι ἦταν ἀπαράλλαχτη σὰν τ’ ἀγγελούδια, ποὺ εἶχαν δεῖ στὴν ἐκκλησιά, ζωγραφισμένα ἐπάνω στὰ εἰκονίσματα.



Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Η ΕΥΓΕΝΕΙΑ (Ἃγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος)





Συνήθως όμως, η συμπαθητική αυτή αρετή της ευγενείας, μπαίνει από τους πολλούς στο περιθώριο, και θεωρείται μια υπόθεση ξεπερασμένη, που για να σταθής σήμερα, πρέπει να σε διακρίνει το θράσος, η ελευθεροστομία και η αναίδεια.

Η ευγένεια, θεωρείται σήμερα, νόμισμα απηρχαιωμένο, που θέση δεν έχει στην σύγχρονη ζωή.

Ωστόσο, οι αντιλήψεις αυτές προδίδουν παρακμή και εκφυλισμό στις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις.

Η ευγένεια ποτέ δεν ξεπέφτει, όπως κι' η μάνα που τη γέννησε, η αγάπη, γιατί γνήσιο παιδί της αγάπης είναι.

Η ευγένεια συγκαταλέγεται στο σύνολο των χριστιανικών αρετών και είναι δείκτης της πνευματικής καλλιέργειας.

Η διατήρηση της ευγενείας, τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική ζωή είναι κάτι αρκετά δύσκολο.

Λίγοι άνθρωποι μπορούν να καυχηθούν ότι διατηρούν την ευγένειά τους και στον ιδιωτικό και απόλυτα προσωπικό τους βίο.

Ένας τέτοιος στάθηκε ο Απόστολος Παύλος.
Φυλακισμένος στη Ρώμη, γράφει στη Β΄του Επιστολή στον Τιμόθεο: «Σύ παρηκολούθηκάς μου τη διδασκαλία τη αγωγή, τη προθέσει» (γ 10).

Εσύ παιδί μου, του γράφει, έζησες την διαγωγή μου και αντελήφθης τις εσώτατές μου προθέσεις.

Σπάνιο πράγμα, να μπορεί κανείς να προβάλει στους συνεργάτες του, σε κείνους μάλιστα που τόσο καιρό έζησαν μαζί του, μια ζωή αγία που να λαμπυρίζει μέσα από το κρύσταλλο της ευγενείας του. Θα πρέπει, όσοι πλησίαζαν τον Απόστολο, να έφευγαν διαφορετικοί.

Είχε ένα κάτι, που αιχμαλώτιζε τους συνομιλητές του. Ή καλύτερα, ήταν ο ίδιος κάτι. Ήταν ευγενής.

Η ευγένεια πάντοτε καλλιεργήθηκε από τα γνήσια χριστιανικά αναστήματα.
     
Αντικαθρεπτίζει δε πάντοτε, την εσωτερική ομορφιά της ψυχής.

Ευγένεια, δεν είναι η υψηλή καταγωγή, αλλά η καλλιεργημένη ψυχή. Μπορεί κανείς να είναι ευγενής στην καταγωγή και δούλος στην ψυχή.

Η ευγένεια δεν κάνει διακρίσεις. Είναι η ίδια για όλους. Συμπεριφέρεται καλά, τόσο στον διάσημο άνθρωπο, όσο και στον άσημο. Στον μικρό, εξ' ίσου και στον μεγάλο.

Όπως η αγάπη «ού ζητεί τα εαυτής», έτσι και η ευγένεια δεν ζητά τα ίσα για να προσφερθεί. Προσφέρεται ότι κι αν συναντήσει μπροστά της. Πουθενά δεν συναντάς την αληθινή αγάπη χωρίς την ευγένεια. Και ποτέ δεν βρίσκεις την αληθινή ευγένεια χωρίς την αγάπη.

Η ευγένεια είναι ένας από τους πιο όμορφους ανθούς της αγάπης.

Είναι το ξεχείλισμα, ότι ωραίου υπάρχει μέσα στην καρδιά.

Κατορθώνει, ότι δεν πετυχαίνει η βία και η αγένεια. «Μια σταγόνα μέλι, μαζεύει πιο πολλές μύγες, παρά ένα βαρέλι ξύδι», λέει μια ξένη παροιμία.

Η ευγένεια ακόμη, είναι και μεταδοτική.

Υποβάλλει, υποχρεώνει, εμπνέει, επιβάλλεται. Η παρουσία της σου δίδει το αίσθημα ότι βρίσκεσαι στο χώρο της Βασιλείας του Θεού. Η ευγένεια, πραγματικά κατέχει το μυστικό της κοινωνικής κατακτήσεως.

Χαρακτηριστικά της ευγενείας είναι η πραότης, η εξυπηρετηκότης, η ανοικτή καρδιά, η φιλοξενία, το καλόκαρδο μειδίαμα, η απλοχεριά, η ευγνωμοσύνη, η ειλικρίνεια, η αγάπη, η διακριτικότης.

Το «ευχαριστώ», εγκάρδιο και ειλικρινές, είναι το «σήμα κατατεθέν» της.
    
Η Αγία Γραφή προσφέρει μερικές συμπυκνωμένες προτροπές γι' αυτήν:
    
«Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πώς δεί υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι» (Κολ. δ΄ 6).

«Τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι» (Ρωμ. Ιβ΄10)

«Ευχάριστοι γίνεσθε» (Κολ. γ΄15).

«Άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε» (Α΄Πέτρ. α΄ 15).

«Τύπος γίνου των πιστών, εν λόγω, εν αναστροφή... εν αγάπη» (Α΄Τιμ. δ ΄12).

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, βαθειά καλλιέργησαν την ευγένεια.
    
Η έρημος που κατοικήθηκε από Ασκητές, μετεβλήθη σ' ένα απέραντο σαλόνι από ανθρώπους αληθινά ευγενείς και ανωτέρους.

Ευγένεια δεμένη, με όλο τον πλούτο της χριστιανικής των καρδιάς.

Μερικά δείγματα γραμμένα από μια γνήσια ψυχή της ερήμου, τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, φανερώνουν το βάθος και την έκταση αυτής της λαμπρής αρετής.

Με την παράθεση μερικών απ' αυτά, θα κλείσωμε και το θέμα μας.

«Έχε την γλώσσα σου καλή και ατιμία δεν θα σε συναπαντήσει».

«Απόκτησε χείλη γλυκά, και όλους φίλους θα τους έχεις».

«Μίκρυνε τον εαυτό σου μπροστά σε όλους τους ανθρώπους και θα υψωθείς πάνω απ' όλους τους άρχοντας τούτου του κόσμου».

«Πρότρεχε όλους στον χαιρετισμό και θα τιμηθείς πιο πολύ από κείνους που προσφέρουν πολύτιμο χρυσάφι».

«Καταφρόνησε την τιμή για να τιμηθείς, και μη την αγαπήσεις για να μην ατιμασθείς».

«Μη αηδιάσεις την δυσοσμία των αρρώστων και μάλιστα των πτωχών, γιατί και συ σώμα φέρεις».

«Όταν συναντήσεις κάποιον, ανάγκασε τον εαυτό σου να τον τιμήσει πιο πάνω απ' ότι αξίζει. Χαιρέτισε τον θερμά. Παίνεσε τον. Όταν απομακρυνθεί, πες γι' αυτόν κάθε καλό και τίμιο λόγο.
Με τον τρόπο αυτόν θα τον κάνεις καλύτερον απ' ότι είναι. Πάντοτε ο τρόπος αυτός να σε χαρακτηρίζει. Να είσαι δηλαδή ευπροσήγορος πάντοτε και να αποδίδεις την τιμή σε όλους».

«Μη διακόψεις τον συνομιλητή σου για να πεις τη γνώμη σου σαν αμαθής και απαίδευτος».

«Μη ξεγυμνώνεσαι μπροστά στους άλλους».

«Απομακρύνσου από την παρρησία (την υπερβολική οικειότητα) σαν από τον θάνατο».

«Μη φτύσεις μπροστά σε άλλους. Όταν θες να βήξεις, στρέψε το πρόσωπό σου πίσω».

«Με σωφροσύνη φάγε και πιές όπως αρμόζει σε παιδιά του Θεού».

«Μην απλώσεις το χέρι σου να πάρεις κάτι μπροστά από τους άλλους, με αναίδεια».

«Εάν φιλοξενήσεις κάποιον, πρότρεψε τον μία και δύο φορές να φάγει, καθισμένος και συ συνεσταλμένα μαζί του στο τραπέζι».

«Όταν χασμουριέσαι, βάλε μπροστά το χέρι σου. Κρατώντας την αναπνοή σου θα σου περάσει».

«Όταν μπεις στο σπίτι εκείνου που σε φιλοξενεί μη στρέφεις από δω κι από κει τα μάτια σου εξετάζοντας τα γύρω αντικείμενα».

«Μη μπεις αιφνίδια σε ξένο σπίτι ή δωμάτιο, αλλά να κρούσεις προηγουμένως απ' έξω, κι αφού προτραπείς να μπεις, τότε πέρασε με πολλή ευλάβεια».

«Με ηρεμία άνοιξε και κλείσε, τόσο τη δική σου πόρτα όσο και την ξένη».

«Μη περπατάς άτακτα και τρεχαλέα, εκτός αν βιάζεσαι πολύ».

«Κουβέντιαζε με όλους ήρεμα».

«Με σωφροσύνη κοίταξε τους άλλους, και τα μάτια σου μη τα χορτάσεις από το κοίταγμα ξένου προσώπου».

«Όταν βαδίζεις με ανωτέρους σου, μη τους προσπερνάς στο βάδισμα».

«Κάθε σου φυσική ανάγκη με ευλάβεια να την υπηρετήσεις ντρεπόμενος τον Φύλακα σου Άγγελο».

«Φυλάξου από τα μικρά για να μη πέσεις στα μεγάλα».

«Να θεωρείς ξένο τον εαυτό σου όπου κι αν βρεθείς, για να μπορέσεις να απαλλαγείς από τη ζημιά που κάνει η παρρησία».


(Εκ του περιοδικού "Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία", Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη", Σπαρτάκου 6, Συκιές - Θεσσαλονίκη)


Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΜΟΝΑΧΑ ΕΧΕ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ



Ὅταν ὁ ἅγιος Κλήμης ἦταν ἀκόμα νήπιο, πέθανε ὁ πατέρας του. Ἡ μητέρα του λοιπόν, μένοντας ἔρημη ἀπὸ ἄντρα καὶ στηρίζοντας πιὰ ὅλες της τὶς ἐλπίδες, μετὰ τὸ Θεό, στὸ παιδί της μονάχα, τοῦ ἀφοσιώθηκε μὲ τόση φροντίδα, ποὺ ἔγινε γι᾿ αὐτὸ τὰ πάντα, καὶ πατέρας καὶ μητέρα καὶ δάσκαλος.

Ἐνῷ λοιπὸν ὁ Κλήμης βρισκόταν μέσα σὲ τέτοια χέρια καὶ μεγάλωνε μὲ καλὴ ἀνατροφὴ ἀπὸ μητέρα φιλόστοργη, ἐκείνη προαισθάνθηκε ὅτι πλησίαζε τὸ τέλος της. Ἀγκάλιασε τότε μὲ τρυφερότητα καὶ πόθο τὸ παιδί της, ποὺ δὲν εἶχε κλείσει ἀκόμα τὰ δέκα του χρόνια, τὸ φιλοῦσε γλυκὰ-γλυκὰ καί, καθὼς βιαζόταν νὰ τὸ κάνει ὄχι τόσο διάδοχο στὰ δικά της πλούτη ὅσο κληρονόμο τῶν θησαυρῶν τοῦ οὐρανοῦ, τοῦ ἔδινε (συμβουλὲς καί) παραγγελίες σὰν κι αὐτές:

- Παιδί μου! Παιδί μου πολυαγαπημένο! Παιδί μου, πού, πρὶν γνωρίσεις τὸν πατέρα σου, γνώρισες τὴν ὀρφάνια, μὰ πλούτισες, κάνοντας τὸ Θεὸ πατέρα καὶ χρησιμοποιώντας τὴν ὀρφάνια γιὰ τὴν εὐτυχία σου! Ἐγὼ μὲν σὲ γέννησα σωματικά, μὰ ὁ Χριστὸς σὲ μεγάλωσε πνευματικά. Γνώρισε λοιπὸν τὸν Πατέρα σου. Μὴ διαψεύσεις τ᾿ ὄνομα τοῦ γιοῦ. Τὸ Χριστὸ μονάχα λάτρευε. Στὸ Χριστὸ μονάχα ἔχε ἐμπιστοσύνη. Αὐτὸς εἶναι, πραγματικά, ἡ ἀθανασία. Αὐτὸς εἶναι ἡ σωτηρία. Αὐτός, ποὺ κατέβηκε γιὰ μᾶς ἀπὸ τὰ οὐράνια καὶ μᾶς ἀνέβασε μαζί Του καὶ μᾶς ἔκανε παιδιά Του καὶ θεούς. Ὅποιος λοιπὸν μπαίνει στὴν ὑπηρεσία αὐτοῦ τοῦ Δεσπότη, θὰ ξεπεράσει ὅλες τὶς δυσκολίες, καὶ ὄχι μόνο θὰ νικήσει τοὺς τυράννους καὶ τοὺς βασιλιάδες ποὺ προσκυνοῦν τὰ εἴδωλα, μὰ καὶ θὰ ντροπιάσει ἀκόμα κι αὐτοὺς τοὺς δαίμονες, ποὺ τιμοῦν ἐκεῖνοι, καὶ τὸν ἀρχηγὸ καὶ προστάτη τους διάβολο…

Ἐκεῖ ποὺ μιλοῦσε, τὰ μάτια της βούρκωσαν. Καὶ γεμίζοντας ἀπὸ τὴ χάρη, εἶδε θεία θεωρία καὶ ἄρχισε νὰ διηγεῖται προφητικὰ τὰ μελλούμενά του.

- … Καὶ σὲ παρακαλῶ, ἔλεγε, γιέ μου πολυαγαπημένε, σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ κάνεις μία χάρη γιὰ ὅλα (ὅσα ἐγὼ ἔκανα γιὰ σένα). Ἐπειδὴ ἔφτασαν καιροὶ δύσκολοι, ἐπειδὴ φυσάει φοβερὸς ὁ ἄνεμος τοῦ διωγμοῦ τῆς ἀσέβειας καὶ ἐπειδὴ ξέρω πὼς κι ἐσὺ θὰ ὁδηγηθεῖς, ὅπως εἶπε ὁ Δεσπότης μας, «ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας» γιὰ χάρη Του (Λουκ. 21:12), κάνε μου, παιδί μου, αὐτὴ τὴν τιμή: Ἀντιστάσου γενναῖα γιὰ χάρη Του καὶ κράτησε σταθερὴ γιὰ χάρη μου τὴν ὁμολογία σου ὡς τὸ τέλος. Καὶ πιστεύω πὼς ὁ Χριστός μου, σπλάγχνο μου, πιστεύω πὼς καὶ στὸ δικό σου κεφάλι θὰ κάνει ν᾿ ἀνθήσει σύντομα τὸ μαρτυρικὸ στεφάνι. Νὰ ἑτοιμάζεις λοιπὸν τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ παρακινεῖς τὴν ψυχή σου σὲ ἀντρειοσύνη, γιὰ νὰ μὴ βρεθεῖς ἀπροετοίμαστος στοὺς ἀγῶνες. Γιατὶ δὲν θὰ παλέψεις μὲ τυχαίους ἐχθροὺς ἢ γιὰ τυχαῖα πράγματα…

«Τιποτένιο εἶναι, γιέ μου, τὸ νὰ πεθαίνουν θεληματικὰ οἱ στρατιῶτες γιὰ ἕναν ὁμόδουλο καὶ θνητὸ βασιλιά, κι ἐμεῖς νὰ μὴ σηκώνουμε τὸ θάνατο, ὅπως ἐκεῖνοι, γιὰ Βασιλιὰ ἀθάνατο. Καὶ μάλιστα, ὅταν ἐκεῖνοι δὲν παίρνουν ἀπ᾿ αὐτὸν κανένα ἀντάλλαγμα ἄξιο μιᾶς τέτοιας ἀφοσιώσεως. Γιατί ποιὸ δῶρο εἶναι ἰσάξιο μὲ τὴ ζωή; Ἢ ποιὰ ἀπὸ τὶς μεταθανάτιες τιμὲς γίνεται αἰσθητὴ (στὸν σκοτωμένο στρατιώτη); Ἂν ὅμως πεθάνεις γιὰ τὸν κοινὸ Δεσπότη ὅλων, τὸ Χριστό, ἀντὶ γιὰ τὴν πρόσκαιρη ζωὴ θ᾿ ἀποκτήσεις τὴν ἀθάνατη. Ἀντὶ γιὰ τὴ φευγαλέα ἀπόλαυση καὶ τὴ δόξα καὶ τὸν πλοῦτο, θ᾿ ἀπολαύσεις τὴν αἰώνια μακαριότητα. Τί λοιπόν; Κι ἂν δὲν πεθάνουμε τώρα, δὲν θὰ πεθάνουμε πάντως μετὰ ἀπὸ λίγο, πληρώνοντας τὸ κοινὸ χρέος ὅλων; Ἄλλωστε, ὁ θάνατος γιὰ τὸ Χριστὸ δὲν εἶναι σωστὸ νὰ θεωρεῖται θάνατος. Γιατὶ πάντοτε, μὲ τὴν ἀνώτερη ἐλπίδα τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν, χάνεται ἡ αἴσθηση (κι αὐτοῦ τοῦ θανάτου)…

Μ᾿ αὐτὰ τὸν ἐμψύχωνε ἡ μητέρα του, ἔχοντας τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθινῆς Σοφίας, ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸ στόμα της, μιὰ ποὺ ὁ γιός της ἦταν κιόλας -πρὶν τὴν ὥρα του- συνετὸς σὰν γέροντας, καὶ εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ σοβαρότερες παραινέσεις. Στὸ τέλος μάλιστα πρόσθετε καὶ τοῦτα:

- Τέτοια ἀμοιβὴ γιὰ τὴν ἀνατροφή σου δῶσε, παιδί μου, σὲ μένα, τὴ μάνα σου. Αὐτὸς ἂς γίνει ὁ μισθός μου, γιέ μου γλυκύτατε, γιὰ τοὺς πόνους ποὺ δοκίμασα στὴ γέννα σου, γιὰ νὰ σωθῶ κι ἐγώ, σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο, «διὰ τῆς τεκνογονίας» (Α´ Τιμ. 2:15) καὶ νὰ δοξαστῶ μὲ τὰ μέλη τοῦ παιδιοῦ μου. Γιατὶ νά, παιδί μου, ἐγὼ φεύγω κιόλας μὲ τὴ δύναμη τῆς θείας χάριτος -αἰσθανόταν, βλέπετε, πὼς πέθαινε- καὶ τὸ αἰσθητὸ τοῦτο φῶς δὲν θὰ μὲ φωτίσει τὸ πρωί. Ἐσὺ ὅμως θὰ εἶσαι γιὰ μένα φῶς ἐν Χριστῷ καὶ ζωή. Σὲ παρακαλῶ λοιπόν, σπλάγχνο μου, νὰ μὴ διαψεύσεις τὶς ἐλπίδες ποὺ στήριξα πάνω σου. Μιὰ Ἑβραία γυναῖκα ἀνέδειξε κάποτε ἑφτὰ γιοὺς μάρτυρες. Καὶ ἦταν σὰν ν᾿ ἀθλεῖσαι κι ἡ ἴδια μὲ ἑφτὰ σώματα, τὰ σώματά τους. Μὰ σὲ μένα εἶσαι ἀρκετὸς ἐσὺ μονάχα γιὰ νὰ δοξαστῶ. Καὶ εἶμαι εὐτυχισμένη μέσα στὶς μανάδες ἐγώ, ἐπειδὴ ἀκριβῶς θὰ γίνω ἔνδοξη ἐξαιτίας σου. Νά, θὰ προχωρήσω μπροστά σου, γιέ μου. Σωματικὰ μὲν χωρίζομαι σήμερα κιόλας ἀπὸ τὰ ποθεινά σου μάτια. Ἡ ψυχή μου ὅμως -πίστευέ το- μόλις πεθάνω, θὰ κρεμαστεῖ γιὰ πάντα πάνω στὴ δική σου ψυχή. Μαζί της θὰ προσκυνήσω μὲ παρρησία στὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ θὰ καμαρώνω γιὰ τὰ παθήματά σου. Καὶ θὰ εἶμαι στολισμένη μὲ τὶς πληγές σου. Καὶ θὰ ἔχω μερίδιο στὰ πολύτιμα ἐκεῖνα βραβεῖα καὶ στὴ χαρά σου.
Αὐτὰ ἔλεγε ἡ μάνα στὸ γιό. Καὶ καταφιλοῦσε ὅλα μαζὶ τὰ μέλη του, λέγοντας πάλι ἡ μακάρια:

- Μαρτυρικὰ μέλη φιλῶ, μέλη ποὺ θὰ προσφερθοῦν θυσία στὸ Χριστό.

Ἐνῷ λοιπὸν ἔτσι τὸν ἀγκάλιαζε καὶ τοῦ γλυκομιλοῦσε, ἀναπαύθηκε πραγματικὰ τὴ μακάρια ἀνάπαυση, παραδίνοντας τὸ πνεῦμα στὸ Θεὸ καὶ τὸ σῶμα στὰ γλυκύτατα χέρια τοῦ παιδιοῦ της.

Ἐκεῖνος πάλι ἔκανε ὅσα ἔπρεπε, σὰν γιὸς ποὺ ἀγαποῦσε τὴ φιλόστοργη μητέρα του. Καὶ ἀφοῦ παρέδωσε τὸ σῶμα της στὴ γῆ, ὁ ἴδιος διάλεξε τὸν μοναχικὸ βίο, ἐκπληρώνοντας ἀμέσως τὶς μητρικὲς παραγγελίες μὲ τοῦτο πρῶτα, τὴ φυγὴ δηλαδὴ ἀπὸ τὸν κόσμο γιὰ τὸ Χριστό, ποὺ γιὰ χάρη Του θὰ ἔφευγε ἀργότερα κι ἀπὸ τὴ ζωή.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΗΣ (Ἀναγνωστικό Δ΄Δημοτικοῦ 1959)

Μόλις ἦταν δέκα χρονῶν παιδὶ ὁ Ἀνδρέας καὶ ἐγνώριζε κιόλας τὶς στενοχώριες τῆς ζωῆς.

Σὲ ἡλικία τεσσάρων μόλις χρονῶν εἶχε χάσει τὴ μαννούλα του καὶ τώρα ἔχασε καὶ τὸν καλό του  πατέρα. Ἔτσι ὁ Ἀνδρέας μὲ τὸ μικρούλη του τὸν ἀδελφό, τὸ Νώτη, ἔμειναν στοὺς πέντε δρόμους.

Καλὰ ποὺ εὑρέθηκε ἡ θεία τους ἡ Σταυρούλα, ἡ ἀδελφὴ τῆς μάννας τους τῆς συχωρεμένης καὶ τὰ  περιμάζεψε. Πτωχὴ ὅμως κι αὐτὴ ἐργάτρια σ’ ἕνα ταπητουργεῖο, ποῦ νὰ χορτάσῃ ψωμὶ τὰ ὀρφανά!

Τί νὰ πρωτοκάμῃ ἡ θεία ἡ Σταυρούλα μὲ τὶς ὀλίγες δραχμοῦλες, ποὺ παίρνει;

Μιὰ ἡμέρα ὁ Ἀνδρέας, ποὺ ἦταν παιδὶ πολὺ στοχαστικὸ κι ἐκαταλάβαιντ τὶς στενοχώριες τῆς θείας  του, τῆς λέγει:

Ξέρεις, θεία Σταυρούλα, ἐγὼ σὲ λίγο τελειώνω πιὰ τὸ σχολεῖο. Θὰ πάω νὰ δουλέψω. Δὲν ἠμπορῶ  νὰ σὲ βλέπω νὰ κουράζεσαι ἔτσι καὶ πάλι νὰ πεινοῦμε ὅλοι μας. Πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ βγάζω τὸ δικό  μου.

Σὲ καλό σου, γιόκα μου! Ποιός θὰ σὲ πάρῃ στὴ δουλειά του μιὰ στάλα παιδί; Τί ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ  ἕνα παιδὶ στὴν ἡλικία σου;

Μὰ ὁ Ἀνδρέας ἐπέμενε καὶ ἔγινε... ἔμπορος. Ἐπουλοῦσε σπίρτα στὸ δρόμο, στὰ καφενεῖα, στὶς  γωνίες, ὅπου βρισκόταν.

Ἔτσι, χλωμὸ ἀπὸ τὴν κακοπέραση καὶ πτωχοντυμένο, ὅποιος τὸν ἔβλεπε, καὶ ἀνάγκη νὰ μὴν εἶχε,  ἔπαιρνε κανένα κουτί. Σπίρτα εἶναι, χρειάζονται.

Μιὰ μέρα ὁ Ἀνδρέας ἐπλησίασε ἕναν κύριο, τὴν ὥρα ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ ἕνα μεγάλο κατάστημα. Ἀπὸ  τὸ πρωῒ δὲν εἶχε πουλήσει οὔτε ἕνα κουτί.

Πάρτε, κύριε, ἕνα κουτάκι σπίρτα ἀπὸ τὸ πτωχό. Ὁ κύριος ἐγύρισε καὶ εἶδε τὸ παιδὶ μὲ συμπόνια.  Δὲν ἔμοιαζε μὲ τὰ χαμίνια τοῦ δρόμου. Στὸ χλωμό του πρόσωπο ἦταν ζωγραφισμένη ἡ θλῖψι. Ἔψαξε τότε ὁ κύριος γιὰ ψιλά, αλλὰ δεν εὑρῆκε. Ὕστερα ἔβγαλε τὸ πορτοφόλι του, ἀλλὰ κί ἐκεῖνο  δὲν εἶχε τίποτε ὀλιγώτερο ἀπὸ ἑκατοστάρικα.

Λυποῦμαι, μικρέ μου, ποὺ δὲν ἔχω ψιλά, εἶπεν ὁ κύριος καὶ ἔκαμε νὰ φύγῃ.

Δῶστε μου, κύριε, τὸ ἑκατοστάρικο καὶ ἐγὼ θὰ εὕρω νὰ τὸ χαλάσω. Θὰ τρέξω γρήγορα -  γρήγορα καὶ σὲ δυὸ λεπτὰ θὰ σᾶς φέρω τὰ ψιλά.

Ἀλήθεια τὸ λές; ἐρώτησε ὁ κύριος, βλέποντας τὸν Ἄνδρέα κατάματα.

Ναί, ἀλήθεια σᾶς λέγω.

Τὸ ξάστερο πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ κι ὁ τρόπος ποῦ τοῦ μίλησε ἔπεισαν τὸν κύριο νὰ τοῦ  ἐμπιστευθῇ τὸ ἑκατοστάρικο.

Ὁ Ἀνδρέας ἔφυγε τρεχᾶτος.

Ὁ κύριος ἔμεινεν ἐπάνω στὸ πεζοδρόμιο καὶ περίμενε. Στὸ μεταξὺ πλησίασε τὴ βιτρίνα κι’ ἔβλεπε. Πέρασαν πέντε λεπτά, πέρασαν δέκα κι ὁ Ἀνδρέας ἀκόμη νὰ φανῇ! Ὁ κύριος ἄρχισε νὰ κουνᾷ τὸ  μπαστούνι του νευρικὰ καὶ τὸ πρόσωπό του ἔδειχνε ἀνησυχία. Πέρασαν ἄλλα δέκα λεπτά, τίποτε!

Κουτὸς ἤμουν νὰ πιστέψω σ’ ἕνα παιδὶ τοῦ δρόμου, ἔλεγε ἀπὸ μέσα του.

Μετὰ μισὴ ὥρα, σὰν ἀπελπίσθηκε, πῆρε τὸ δρόμο καὶ, τράβηξε γιὰ τὸ σπίτι του.

Τὴν ἄλλη μέρα βλέπει ὁ κύριος ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του ἕνα μικρούλη νὰ τὸν περιμένῃ.  Ἔμοιαζε ἀπαράλλακτα μὲ τὸν μικρό, ποὺ τοῦ εἶχε δώσει τὸ ἑκατοστάρικο, μόνο ποὺ ἦταν  μικρότερος ἀπὸ ἐκεῖνον.

Κάποια μεγάλη θλῖψι θὰ εἶχε στὴν καρδιά του τὸ παιδί, γιατὶ τὰ μάτια του ἦταν γεμᾶτα δάκρυα.

Κύριε, τοῦ εἶπε μὲ ὕφος φοβισμένο, ἐσεῖς εἶσθε ποὺ δώσατε στὸν Ἀνδρέα μας χθὲς τὸ ποωῒ τὸ  ἑκατοστάρικο;

Ναί, ἐγὼ εἶμαι, ἀπάντησε ὁ κύριος.

Νά τα τὰ λεπτά σας, κύριε. Μ’ ἔστειλε ὁ Ἀνδρέας μας νὰ σᾶς τὰ δώσω.

Καὶ πῶς βρῆκες τὸ σπίτι μου, παιδί μου;

Μ’ ἔστειλε ὁ Ἀνδρέας στὸ κατάστημα ποὺ σᾶς βρῆκε χθὲς καὶ ρώτησα, γιατὶ τὸν Ἀνδρέα τὸν πάτησε τὸ αὐτοκινητο, εἶπε ὁ μικρὸς χύνοντας πικρὰ δάκρυα.

Ὁ κύριος στάθηκε γιὰ μιὰ στιγμὴ σκεπτικὸς καὶ τὸ πρόσωπό του ἔδειχνε μεγάλη ταραχή.

Ὕστερα πῆρε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ λέει:

Πᾶμε, μικρέ μου, στὸ σπίτι σας.

Σὲ λίγο μπῆκαν σὲ ἕνα στενοδρόμι.

Ἐδῶ, κύριε, εἶναι τὸ σπίτι μας, εἶπε τὸ παιδὶ καὶ ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλό του ἕνα σκοτεινὸ ὑπόγειο.

Κατέβηκαν τέσσερα - πέντε σκαλοπάτια. Σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ ὑπογείου ἦταν ἕνα ἀχυρένιο στρῶμα.  Ἐπάνω στὸ στρῶμα αὐτὸ κοιτόταν ἕνα παιδὶ καὶ στὸ πλάϊ του παράστεκε μιὰ φτωχοντυμένη  γυναικούλα μὲ τὰ μάτια πρησμένα ἀπὸ τὸ κλάμα.

Ὁ κύριος γνώρισε ἀμέσως τὸν Ἀνδρέα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν κατάχλωμο ὡσὰν τὸ κερί.

Γονάτισε ὁ κύριος καὶ ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ φτωχοῦ παιδιοῦ, ἕνα χεράκι ξυλιασμένο.

Ἔδωσες στὸν κύριο τὰ λεπτά; ρώτησε ὁ Ἀνδρέας τὸν ἀδερφούλη του. Καὶ ἠ φωνή του,  ἀδύνατη, νόμιζες πὼς θὰ ἔσβηνε, πρὶν ἀποσώσῃ τὰ λόγια του.

Ὁ καλὸς κύριος ἔσκυψε τότε καὶ ἐφίλησε τὸ μέτωπο τοῦ παιδιοῦ καὶ μὲ φωνὴ γεμάτη συμπόνια εἶπε  στὴ θεία του:

Θὰ φροντίσω ἐγώ γι’ αὐτὸ τὸ παιδί, γιὰ νὰ γίνῃ καλά. Μιὰ στιγμὴ καὶ θὰ ξανάρθω.

Καὶ ἀνέβηκε βιαστικὸς τὰ σκαλοπάτια.

Σὲ λίγο ξαναγύρισε μὲ τὸ αὐτοκίνητο τῶν πρώτων βοηθειῶν. Πῆρε ὁ ἴδιος τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸ ἔβαλε προσεκτικὰ μέσα στὸ αὐτοκίνητο.

Ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα ὁ Ἀνδρέας ἦταν ξαπλωμένος ἐπάνω σ’ ἕνα λευκὸ κρεβάτι στὸ νοσοκομεῖο.

Ἡ πληγή του βέβαια ἦταν βαρειὰ καὶ ὁ κίνδυνος μεγάλος. Ἀλλὰ οἱ φροντίδες τῶν καλῶν γιατρῶν  τὸν ἔσωσαν.

Ἔμεινε ἀρκετὲς ἡμέρες στὸ νοσοκομεῖο ὁ Ἀνδρέας.

Ὅταν ἔγινε καλὰ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, ὁ καλὸς κύριος δὲν τὸν ἄφησε πιὰ νὰ πουλᾷ σπίρτα. Τὸν ἔστειλε πάλι στὸ σχολεῖο, γιὰ νὰ μάθῃ περισσότερα γράμματα. Τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ γιὰ τὸ Νώτη,  τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἀνδρέα.

Οὔτε τοὺς ἄφησε νὰ ζοῦν στὸ ἴδιο ὑγρὸ καὶ ἀνήλιο ὑπόγειο. Πῆρε τὴ θεία τους τὴ Σταυρούλα  οἰκονόμο στὸ πλούσιο σπίτι του καὶ παραχώρησε καὶ γιὰ τοὺς τρεῖς ἕνα μεγάλο προσηλιακὸ  δωμάτιο.

Ἀπὸ τότε ἡ θεία Σταυρούλα μὲ τὰ ὀρφανὰ ἀνεψάκια της ἔζησε εὐχαριστημένη. Τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν καὶ ἔγιναν τίμιοι ἐργάτες καὶ καλοὶ ἄνθρωποι.

Αναγνωστικό Δ΄Δημοτικού 1959

Πηγή: kapodistrias.info

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Γιατὶ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνάξιους καὶ φαύλους ἄρχοντες; (Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου




Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας




Γιατί ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει οἱ "ἐλέῳ Θεοῦ" ἄρχοντές μας, νὰ εἶναι συχνὰ ἀνάξιοι;
Καὶ ἂν εἶναι "ἐλέῳ Θεοῦ", καὶ "τεταγμένοι ἀπὸ τὸν Θεό" κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, πῶς γίνεται νὰ εἶναι συχνὰ ἀνάξιοι; 

Ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, μᾶς ἐξηγεῖ:

Ἐρώτησις: Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι οἱ ἐξουσίες τοῦ κόσμου ἔχουν ταχθῆ ἀπὸ τὸν Θεό (Ρωμ. ιγ' 1). Πρέπει λοιπὸν νὰ δεχθοῦμε ὅτι κάθε ἄρχοντας ἢ βασιλεὺς ἢ Ἐπίσκοπος προχειρίζεται στὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό;-

Ἀπόκρισις: Ὁ Θεὸς λέει στὸν Νόμο: «Θὰ σᾶς δώσω ἄρχοντας σύμφωνα μὲ τὶς καρδιές σας» (παράβ. Ἱερεμ. γ' 15). Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι οἱ μὲν ἄρχοντες καὶ οἱ βασιλεῖς ποὺ εἶναι ἄξιοι αὐτῆς τῆς τιμῆς προχειρίζονται στὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Οἱ ἄλλοι πάλι, ποὺ εἶναι ἀνάξιοι, προχειρίζονται κατὰ παραχώρησιν ἢ καὶ βούλησιν τοῦ Θεοῦ σὲ ἀνάξιο λαὸ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀναξιότητός των.

Καὶ ἄκουσε σχετικὰ μερικὲς διηγήσεις.

Ὅταν εἶχε γίνει βασιλεὺς ὁ Φωκᾶς, ὁ τύραννος [1], καὶ ἄρχισε ἐκεῖνες τὶς αἱματοχυσίες μὲ τὸν Βόνοσο [2], τὸν δήμιο, ὑπῆρχε κάποιος μοναχὸς στὴν Κωνσταντινούπολι, ἅγιος ἄνθρωπος, ποὺ ἔχοντας πολλὴ παρρησία πρὸς τὸν Θεό, σὰν νὰ δικαζόταν μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε μὲ ἁπλότητα: «Κύριε, γιατί ἔκανες τέτοιον βασιλέα;» Καὶ τότε, ἀφοῦ τὸ ἔλεγε αὐτὸ γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες, τοῦ ἦλθε φωνὴ ἐκ Θεοῦ ποὺ ἔλεγε: «Διότι δὲν βρῆκα ἄλλον χειρότερο».

Ὑπῆρχε καὶ κάποια ἄλλη πόλις στὴν περιοχὴ τῆς Θηβαΐδος, ποὺ ἦταν γεμάτη παρανομία, τῆς ὁποίας οἱ πολίτες διέπρατταν πολλὰ μιαρὰ καὶ ἄτοπα πράγματα. Σ᾽ αὐτὴν λοιπὸν κάποιος ἄνθρωπος τοῦ ἱπποδρόμου διεφθαρμένος στὸ ἔπακρον ἀπέκτησε ξαφνικὰ κάποια ψευδοκατάνυξι καὶ πῆγε καὶ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ντύθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ἀλλ’ ὅμως καθόλου δὲν σταμάτησε τὶς πονηρὲς πράξεις του. Συνέβη λοιπὸν νὰ πεθάνη ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως αὐτῆς. Τότε παρουσιάσθηκε σὲ κάποιον ἅγιο ἄνθρωπο ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέει: «Πήγαινε καὶ προετοίμασε τὴν πόλι, γιὰ νὰ χειροτονήσουν Ἐπίσκοπο τὸν πρώην ἄνθρωπο τοῦ Ἱπποδρόμου». Πῆγε λοιπὸν αὐτὸς καὶ ἔκανε ὅ,τι τοῦ παρηγγέλθη. Ἀφοῦ λοιπὸν χειροτονήθηκε ὁ προαναφερθεὶς πρώην ἢ μᾶλλον ἔτι φαυλόβιος, ἄρχισε μὲ τὸν νοῦ του νὰ φαντάζεται ὅτι κάτι εἶναι καὶ νὰ ὑψηλοφρονῆ. Τότε τοῦ παρουσιάσθηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέει: «Γιατί ὑψηλοφρονεῖς, ἄθλιε; Σοῦ λέω ἀλήθεια ὅτι δὲν ἔγινες Ἐπίσκοπος, ἐπειδὴ ἤσουν ἄξιος γιὰ ἱερωσύνη, ἀλλὰ γιατί αὐτῆς τῆς πόλεως τέτοιος Ἐπίσκοπος τῆς ἄξιζε».

Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ἂν ποτὲ δῆς κάποιον ἀνάξιο καὶ πονηρὸ βασιλέα ἢ ἄρχοντα ἢ Ἐπίσκοπο, μὴν ἀπορήσης, μήτε νὰ κατηγορήσης τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ μᾶλλον μάθε ἀπ’ αὐτὸ καὶ πίστευε ὅτι παραδιδόμεθα σὲ τέτοιους τυράννους ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν μας, κι ὅμως πάλι δὲν ἀφήνουμε τὰ κακά μας ἔργα.


--------------------------------------------------------------------

1. Φλάβιος Φωκᾶς: αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου (602-610), περιβόητος γιὰ τὴν σκληρότητα καὶ ἀκολασία του.
2. Βόνοσος ἢ Βόνωσος: λογοθέτης (ὑπουργὸς) ἐπὶ Φλαβίου Φωκᾶ

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΓΑΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΜΙΑ ΒΑΡΚΟΥΛΑ



Όταν επισκέφθηκαν το Μοναστήρι για πρώτη φορά ένας άνδρας με τη γυναίκα του, είχαν την ακόλουθη εμπειρία με τον Γέροντα, ο οποίος βέβαια δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτούς νωρίτερα.
Τον χαιρέτισαν, πήραν την ευχή του και έμειναν για λίγο δίπλα του σιωπηλοί.

Κάποια στιγμή, ρώτησε τα ονόματά τους. Έπειτα, εντελώς ξαφνικά, είπε στον σύζυγο:

Εσένα θα σου κοπούν τα χέρια και τα πόδια!
Ο έκπληκτος επισκέπτης μόλις που κατάφερε να ψελλίσει:
– Γιατί, Γέροντα, θα μου κοπούν τα χέρια και τα πόδια;
– Γιατί της φωνάζεις; τον ρώτησε με αυστηρό, αλλά περίεργα όμορφο τρόπο, δείχνοντας τη γυναίκα του.
– Ναι, ναι, Γέροντα, πέστε τα, έκανε χαρούμενη αυτή, που κάποιος τόσο σπουδαίος πήρε το μέρος της.

Ο άντρας συγκλονίστηκε. Κατάλαβε αστραπιαία πως ήταν λάθος να μεταφέρει μέσα στο σπίτι του την ένταση της δουλειάς και να ξεσπά στη γυναίκα του άδικα, και χαμήλωσε το κεφάλι. Μέσα του ήλθαν τα πάνω κάτω.
Και τότε ο Γέροντας, αφού είδε την αλλαγή του, αφού κατάλαβε πώς ο φταίχτης συναισθάνθηκε το σφάλμα του, άλλαξε τελείως συμπεριφορά, άπλωσε το χέρι και τον χάιδεψε στο κεφάλι.
– Βρέ μανούλα μου, του είπε τρυφερά, άμα είσαι σε μια βάρκα… Έχεις μπει ποτέ σε βάρκα;
– Γέροντα, έχω μπει, ψέλλισε ντροπιασμένος ο άνθρωπος.
– Έχεις κάνει κουπί;
– Έχω κάνει.
– Με πόσα κουπιά;
– Με δύο.
– Έχεις κάνει βάρκα με ένα κουπί;
– Όχι.
– Άμα κάνεις βάρκα με ένα κουπί, πού θα πας;
– Δεν ξέρω.
– Θα γυρίζεις γύρω-γύρω, βρέ μπουμπούνα, έτσι; Έτσι είναι και με τη γυναίκα σου. Άμα τραβάς μόνο εσύ κουπί, δεν πάτε πουθενά.
Είστε μια βαρκούλα οι δύο σας, ο γάμος σας είναι μια βαρκούλα και σας έχουν ξαμολήσει μέσα στον ωκεανό.
Για να φτάσετε στο λιμάνι, πρέπει να τραβάτε και οι δύο κουπί.
Άμα τραβάς μόνο εσύ, δεν γίνεται.
Κατάλαβες;

(Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης – Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου, εκδόσεις Κυριακίδη, σελ. 165)


Πηγή: eikonografies.gr

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ (Ἀναγνωστικό Γ΄Δημοτικοῦ 1955)

δάσκαλος ἐξήγησε σήμερα γιατί κάνομε στὰ σπίτια μας βασιλόπιττα.

Στὰ παλιὰ χρόνια, εἶπε στὰ παιδιά, ὅταν ἦτο ἐπίσκοπος στὴν Καισάρεια ὁ Μέγας Βασίλειος, ἔτυχε νὰ εἶναι διοικητὴς τῆς Καππαδοκίας ἕνας εἰδωλολάτρης, πολὺ  κακός, σκληρὸς καὶ φιλοχρήματος ἄνθρωπος. Οἱ ἐπισκέψεις του στὰ διάφορα μέρη τῆς ἐπαρχίας του σκοπὸ εἶχαν τὴ διαρπαγὴ καὶ λεηλασία τῶν θησαυρῶν τῶν Χριστιανῶν. Κάποτε λοιπόν, ποὺ θὰ ἔκανε τὴν ἐπίσκεψί του ὁ κακὸς αὐτὸς ἄρχοντας στὴν Καισάρεια, οἱ Χριστιανοὶ ἔτρεξαν φοβισμένοι στὸ Μέγαν Βασίλειο καὶ τοῦ  ἐζήτησαν τὴ συνδρομή του.

Ἀδελφοί μου, εἶπε ὁ Βασίλειος, τὴ σωτηρία θὰ τὴ ζητήσωμε πρῶτα ἀπὸ τὸ Θεό.

Ξεύρετε βέβαια γιὰ ποιὸ σκοπὸ κάνει τὴν ἐπίσκεψί του ὁ κακὸς αὐτὸς  ἄνθρωπος. Σᾶς συμβουλεύω νὰ μοῦ δώσῃ ὁ καθένας σας ὅ,τι πολύτιμο ἀντικείμενο ἔχει, καὶ ὄταν θὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε, θὰ τοῦ τὰ παραδώσω μὲ τρόπο, γιὰ νὰ  σωθοῦμε.

Οἱ Χριστιανοὶ συμμορφώθηκαν μὲ τὰ λόγια τοῦ Βασιλείου καὶ ἔδωσαν πρόθυμα ὅ,τι ἠμποροῦσαν. Ἄλλοι ἔδωσαν φλουριά, ἄλλοι στολίδια, οἱ πλούσιοι ἔδωσσν καὶ  γιὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἔτσι ἐμαζεύθηκε ἀρκετὸ χρυσάφι.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ὅμως ἔκαμε τὸ θαῦμά του. Ὁ κακὸς διοικητής, εἴτε γιατὶ ἔμεινε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν ὑποδοχὴ καὶ τὴν προσφώνησι τοῦ ἐπισκόπου, εἴτε γιατὶ ἔφθασε Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀπὸ τὴν Πὸλι, ἔφυγε καὶ δὲν ἐπῆρε μαζί του τὸν συγκεντρωμένο θησαυρό.

Μετὰ τὴν ἀναχώρησι τοῦ διοικητοῦ, συγκέντρωσε ὁ Μέγας Βασίλειος τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τοὺς εἶπε:

Ἀδελφοί μου, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὰ δῶρά σας ἐγλύτωσαν ἀπὸ τὸν ἄρχοντα. Τὴν Κυριακή, ποὺ μᾶς ἔρχεται, θὰ δώσω στὸν καθένα ὅ,τι χρυσαφικὰ ἤ  φλουριὰ μοῦ ἔδωσε.
Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐπιστρέψῃ ὅλον ἐκεῖνον τὸ θησαυρὸ στοὺς κατόχους του; Ποῦ νὰ ξεύρῃ τί προσέφερε ὁ καθένας;

Διέταξε λοιπὸν ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ἔφτειασαν τὸ Σαββατόβραδο μικρὲς πίττες γιὰ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς καὶ μέσα σὲ κάθε πίττα ἔβαλε ἀπὸ ἕνα χρυσαφικό.  Ὅσα ἐπερίσσευσαν διέταξε καὶ τὰ ἐμοίρασαν στοὺς πτωχούς.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα, δηλαδὴ τὴν Κυριακή, ἔδωσε ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπὸ μιὰ πίττα σὲ κάθε Χριστιανὸ καὶ ἔτσι οἱ Χριστιανοί, καθὼς ἔτρωγαν τὴν πίττα, εὕρισκαν τὸ  πολύτιμο ἀντικείμενο καὶ τὸ ἔπαιρναν δικό τους.

Ἀπὸ τότε ἔμεινε συνήθεια νὰ κάμνουν οἱ Χριστιανοὶ βασιλόπιττες καὶ νὰ βάζουν νομίσματα στὴν ἐπέτειο τῆς ἑορτῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.




Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΣΠΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ



Ένας αυτοκράτορας στην Άπω Ανατολή, γερνούσε και καταλάβαινε ότι έφτασε η ώρα να διαλέξει το διάδοχό του. Αντί να διαλέξει έναν από τους βοηθούς του ή έναν από τα παιδιά του, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. Προσκάλεσε μια μέρα πολλούς νέους του βασιλείου του και τους είπε. "Έφτασε η ώρα μου να παραιτηθώ και να διαλέξω τον επόμενο αυτοκράτορα. Έχω αποφασίσει να διαλέξω έναν από σας".

Οι νέοι ξαφνιάστηκαν! Αλλά ο αυτοκράτορας συνέχισε. "Θα δώσω σήμερα στον καθένα σας ένα σπόρο, έναν πολύ ειδικό σπόρο. Θέλω να τον φυτέψετε, να τον ποτίζετε και να ξαναρθείτε εδώ μετά ένα χρόνο από σήμερα με ό,τι έχει φυτρώσει απ' αυτόν τον ένα σπόρο. Εγώ θα κρίνω τότε τα φυτά που θα φέρετε κι αυτός, το φυτό του οποίου θα διαλέξω, θα είναι ο επόμενος αυτοκράτορας!"
.
Ένα αγόρι που λεγόταν Λίνγκ, ήταν εκεί εκείνη την ημέρα και όπως όλοι οι άλλοι, πήρε κι αυτός ένα σπόρο. Πήγε σπίτι του και γεμάτος ενθουσιασμό διηγήθηκε στη μητέρα του τι συνέβη. Η μητέρα του τον βοήθησε να βρει μια γλάστρα και χώμα κι αυτός φύτεψε το σπόρο και τον πότισε προσεχτικά. Του άρεσε να τον ποτίζει κάθε μέρα και να παρακολουθεί να δει αν είχε φυτρώσει.
Υστερα από τρεις εβδομάδες περίπου, μερικοί από τους άλλους νέους, άρχισαν να μιλούν για τους σπόρους τους και για τα φυτά που άρχισαν να μεγαλώνουν.
 .
Ο Λίνγκ συνέχισε να παρακολουθεί το σπόρο του, αλλά τίποτα δεν φύτρωσε ποτέ. Πέρασαν τρεις εβδομάδες, τέσσερις εβδομάδες, πέντε εβδομάδες κι ακόμα τίποτα. Τώρα όλοι οι άλλοι μιλούσαν με ενθουσιασμό για τα φυτά τους, ο Λίνγκ όμως δεν είχε φυτό και αισθανόταν αποτυχημένος.
.
Πέρασαν έξι μήνες κι ακόμα δεν φύτρωσε τίποτα στη γλάστρα του Λίνγκ. Άρχισε να πιστεύει ότι είχε σκοτώσει το σπόρο του. Όλοι οι άλλοι είχαν δέντρα και ψηλά φυτά, αυτός όμως τίποτα. Όμως ο Λίνγκ δεν έλεγε τίποτα στους φίλους του. Απλά περίμενε να φυτρώσει ο σπόρος του.
.
Τελικά πέρασε ένας χρόνος και όλοι οι νέοι του βασιλείου έφεραν τα φυτά τους στον αυτοκράτορα για επιθεώρηση. Ο Λίνγκ είπε στη μητέρα του ότι δεν θα πήγαινε μια άδεια γλάστρα, αλλά αυτή τον συμβούλεψε να πάει. Και επειδή ήταν τίμιος με ό,τι συνέβη και παρ' όλο που αισθανόταν αδιαθεσία στο στομάχι, παραδέχτηκε ότι η μητέρα του είχε δίκιο. Πήγε λοιπόν την άδεια γλάστρα του στο παλάτι. Όταν έφτασε εκεί ο Λίνγκ έμεινε κατάπληκτος από την ποικιλία των φυτών που καλλιέργησαν οι άλλοι νέοι. Ήταν όμορφα σε όλα τα σχήματα και μεγέθη. Ο Λίνγκ ακούμπησε την άδεια γλάστρα του στο πάτωμα και πολλοί από τους άλλους άρχισαν να τον περιγελούν. Μερικοί τον λυπήθηκαν και του είπαν. "Δεν πειράζει, προσπάθησες για το καλύτερο".
.
 Όταν έφτασε ο αυτοκράτορας, εξέτασε την αίθουσα και χαιρέτησε τους νέους. Ο Λίνγκ προσπάθησε να κρυφτεί στο πίσω μέρος της αίθουσας. "Τι μεγάλα φυτά, δέντρα και λουλούδια καλλιεργήσατε", είπε ο αυτοκράτορας. "Σήμερα ένας από σας θα εκλεγεί σαν ο επόμενος αυτοκράτορας"!. Ξαφνικά διέκρινε το Λίνγκ με την άδεια του γλάστρα, στο πίσω μέρος της αίθουσας. Διέταξε αμέσως τους φρουρούς του να τον φέρουν μπροστά του. Ο Λίνγκ ήταν κατατρομαγμένος. "Ο αυτοκράτορας γνωρίζει ότι είμαι αποτυχημένος", είπε. "Ίσως θα πρέπει να με σκοτώσει".
Όταν ο Λίνγκ ήλθε μπροστά ο αυτοκράτορας τον ρώτησε πώς λέγεται. "Λέγομαι Λίνγκ" απάντησε. Οι υπόλοιποι άρχισαν να γελούν και να τον κοροϊδεύουν. Ο αυτοκράτορας ζήτησε να ηρεμήσουν όλοι. Κοίταξε τον Λίνγκ και κατόπιν ανάγγειλε στο πλήθος, "Ιδού ο νέος σας αυτοκράτορας! Το όνομά του είναι Λίνγκ"!. Ο Λίνγκ δεν μπόρεσε να το πιστέψει. Δεν μπόρεσε ούτε το σπόρο του να κάνει να φυτρώσει! Πώς θα μπορούσε να γίνει ο νέος αυτοκράτορας;
.
Τότε ο αυτοκράτορας είπε, "Πριν ένα χρόνο, σαν σήμερα, έδωσα στον καθένα από σας εδώ ένα σπόρο. Σας είπα να πάρετε το σπόρο, να τον φυτέψετε, να τον ποτίσετε και να μου τον φέρετε πίσω σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι έδωσα σε όλους σας βρασμένους σπόρους, που δεν θα φύτρωναν. Όλοι σας, εκτός από τον Λίνγκ, μου έχετε φέρει δέντρα και φυτά και λουλούδια. Όταν ανακαλύψατε ότι οι σπόροι δεν θα βλάσταιναν, αντικαταστήσατε το σπόρο που σας έδωσα μ' έναν άλλο. Ο Λίνγκ ήταν ο μόνος που είχε το θάρρος και την εντιμότητα να μου φέρει μια γλάστρα που είχε μέσα το δικό μου σπόρο. Γι' αυτό είναι αυτός που θα γίνει ο νέος αυτοκράτορας!.

  • Αν σπείρεις εντιμότητα, θα θερίσεις εμπιστοσύνη.
  • Αν σπείρεις καλοσύνη, θα θερίσεις φίλους.
  • Αν σπείρεις ταπεινοφροσύνη, θα θερίσεις μεγαλείο.
  • Αν σπείρεις επιμονή, θα θερίσεις νίκη.
  • Αν σπείρεις στοχασμό, θα θερίσεις αρμονία.
  • Αν σπείρεις σκληρή δουλειά, θα θερίσεις επιτυχία.
  • Αν σπείρεις συγχώρηση, θα θερίσεις συμφιλίωση.
  • Αν σπείρεις ειλικρίνεια, θα θερίσεις καλές σχέσεις.
  • Αν σπείρεις υπομονή, θα θερίσεις βελτίωση.
  • Αν σπείρεις πίστη, θα θερίσεις θαύματα.
  • Αν σπείρεις ανεντιμότητα, θα θερίσεις δυσπιστία.
  • Αν σπείρεις εγωισμό, θα θερίσεις μοναξιά.
  • Αν σπείρεις περηφάνια, θα θερίσεις καταστροφή.
  • Αν σπείρεις ζήλια, θα θερίσεις ταλαιπωρία.
  • Αν σπείρεις οκνηρία, θα θερίσεις στασιμότητα.
  • Αν σπείρεις πικρία, θα θερίσεις απομόνωση.
  • Αν σπείρεις πλεονεξία, θα θερίσεις απώλεια.
  • Αν σπείρεις κακολογία, θα θερίσεις εχθρούς.
  • Αν σπείρεις στενοχώριες, θα θερίσεις ρυτίδες.
  • Αν σπείρεις αμαρτίες, θα θερίσεις ενοχές.

Πρόσεχε, λοιπόν, τι σπέρνεις τώρα. Αυτό θα καθορίσει τι θα θερίσεις αύριο.



Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ (Αναγνωστικό Δ' Δημοτικού 1946)

teleutaios mathitis


Ἄκουσε, Γιαννάκη, ἄρχισε νὰ μοῦ λέη μιὰ μέρα ὁ πατέρας μιου: Στὴν ἡλικία σου ἤμουν κι ἐγὼ παιδὶ ἔξυπνο καὶ προκομμένο. Ὁ πατέρας μου ἤταν πολὺ εὐχαριστημένος μ’ ἐμένα κι ὅλος ὁ κόσμος μὲ εἶχε γιὰ καλὸ παιδί. Ἄκουσα τόσους ἐπαίνους, ποὺ στὰ τελευταῖα τὸ πῆρα κι ἐγὼ ἐπάνω μου καὶ κατήντησα ἕνας ἐγωιστής. Κανένα ἀπὸ τοὺς συμμαθητές μου δὲ λογάριαζα, ὅλους τοὺς περιφρονοῦσα. Γι’ αὐτὸ μοῦ ἄξιζε νὰ πάρω ἕνα καλὸ μάθημα καὶ τὸ πῆρα, ἀπὸ ποιόν, νομίζεις; Ἀπὸ τὸν τελευταῖο τῆς τάξης!
Ὁ μαθητὴς αὐτὸς ἦταν ἕνας τόσος δὰ ἀνθρωπάκος, ἀδύνατος, μὲ πρόσωπο χλομὸ καὶ μαραμένο. Ἡ ματιά του ἦταν πάντα φοβισμένη  καὶ γεμάτη θλίψη. Τὸν ἔλεγαν Μιχάλη Λεμονά. Ἀπὸ τὰ φορέματά του φαινόταν πὼς ἦταν φτωχός.
῏Ηταν ὁ τελευταῖος στὴν τάξη. Ποτέ του δὲν εἶπε μάθημα κι οὔτε παρουσίαζε γραπτά. Ὅταν ὁ δάσκαλος τοῦ ἔλεγε μὲ τὴ βαριὰ φωνή  του: «Λεμονά, τὸ τετράδιό σου», ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε σιγανὰ καὶ ντροπιασμένα: «Δὲ βρῆκα καιρό, κύριε». Κι ὁ δάσκαλος τὸν μάλωνε  συχνά.
Κάποτε ἡ τύχη τὸν ἔφερε γείτονά μου.
Εκεῖνο ποὺ μοῦ ἔκαμε μεγάλη ἐντύπωση, ἦταν πὼς ὁ Λεμονὰς ἐρχόταν στὴν τάξη πάντα  νυσταγμένος. Πολλὲς φορὲς μάλιστα κοιμόταν ἐπάνω στὸ θρανίο. Κι ὅταν τὸν φώναζε ὁ δάσκαλος, ἐγὼ τὸν σκουντοῦσα μὲ τὸν ἀγκώνα μου νὰ ξυπνήση.
Ὁ Λεμονὰς ξυπνοῦσε τότε τρομαγμένος.
Μιὰ μέρα ὁ δάσκαλος φώναξε πάλι τ’ ὄνομά του.
Τὸν σκούντησα, τὸν ξανασκούντησα, μὰ ποῦ νὰ ξυπνήση! Μὲ τὰ πολλὰ ὁ Λεμονὰς ξύπνησε. Σὰν ἄνοιξε ὅμως τὰ μάτια του κι ἀντίκρισε  τὸ δάσκαλο, ἔκρυψε τὸ πρόσωπο μέσα στὶς φοῦχτες του.
-Λεμονά, πές μας τὸ μάθημά σου! Εἶπε μὲ βαριὰ φωνὴ ὁ δάσκαλος κάνοντας πὼς δὲν κατάλαβε τίποτε. Ὁ Λεμονὰς σηκώθηκε  κατακόκκινος, ἔσκυψε γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐπάνω μου καὶ μοῦ εἶπε στ’ αὐτὶ παρακαλετικά.
-Ἄχ! πές μου το, σὲ παρακαλῶ, Ἀντρέα! Ποτέ του δὲ μοῦ εἶχε ζητήσει τέτοιο πράμα! Ἦταν κατατρομαγμένος. ῎Εμοιαζε σὰν τὸ ἐλάφι,  ποὺ τὸ ἀπόκλεισε ο κυνηγὸς καὶ ζητοῦσε χάρη. Κρεμόταν ἀπὸ ἐμένα.
Ἄχ Γιαννάκη μου, παιδί μου, νά ξερες τί ντροπὴ αἰσθάνομαι αὐτὴ τὴν ὥρα, ποὺ σοῦ τὸ λέω. Καὶ νάξερες τί δάκρυα ἔχυσα γιὰ τὴν κακία  μου αὐτή! Δὲν τὸν λυπήθηκα λοιπὸν καθόλου! Δὲ σκέφτηκα ἄλλο, παρὰ πῶς θὰ τὸν κάμω νὰ τὰ χάση, γιὰ νὰ γελάση ἡ τάξη μαζί του.
᾽Εκείνη τὴ μέρα εἴχαμε ἱστορία γιὰ τὸν Περικλῆ. Τοῦ Λεμονᾶ τὰ σαγόνια ἔτρεμαν ἀπὸ τὴ σαστιμάρα του. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ λέει:
-Ὁ Περικλῆς ἦταν... ἦταν γιὸς τοῦ Ξανθίππου καί...καί...
Ὕστερα σταμάτησε καὶ γυρνώντας παρακαλετικὰ, σ’ ἐμένα μοῦ ἔριξε μιὰ ματιά, γεμάτη ἀγωνία. Τότε μοῦ πέρασε ἀπ’ τὸ νοῦ μιὰ  διαβολικὴ ἰδέα καὶ βάζοντας τὸ χέρι μου στὸ στόμα, τοῦ φώναξα:
-Καὶ τῆς Μαργαρίτας!
Ὁ Λεμονὰς τὸ ξαναεῖπε φωναχτὰ κι ἡ τάξη ξεκαρδίστηκε στὰ γέλια.
-Κάθισε κάτω, Λεμονά! Τοῦ εἶπε ὁ δάσκαλος θυμωμένος.
Τίποτε δὲν ἔκαμες ὡς τώρα! Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ δίνεις τὸ κακὸ παράδειγμα καὶ στοὺς ἄλλους.
Κι ὁ Λεμονὰς ἀπὸ τὴν ντροπή του δὲν ξαναπάτησε πιὰ στὸ σχολεῖο.
Οἱ διακοπὲς πλησίαζαν νὰ τελειώσουν. Μιὰ μέρα μοῦ λέει ὁ πατέρας μου:
-῎Εχεις ὄρεξη γιὰ κυνήγι, Ἀντρέα; Αὔριο τὸ πρωὶ θα σηκωθοῦμε στὶς τέσσερεις καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ χαράματα θὰ ξεκινήσωμε γιὰ τὶς πέρδικες.  ᾽Εσὺ θὰ σηκώνης τὸ σακίδιο. Ἔτσι θὰ συνηθίσης νὰ κουβαλᾶς καὶ τὸ δικό σου μεθαύριο, προσέθεσε χαμογελώντας.
Ἀκοῦς ἐκεῖ! Ὅλη τὴ μέρα μὲ τὸν πατέρα καὶ μὲ τὸ σκύλο μας τὸ Σγουρή! Εἶχα μιὰ χαρὰ ποὺ δὲ λέγεται. Στὶς τρεῖς τὸ πρωὶ ἤμουν κιόλα  στὸ πόδι.
Βγήκαμε ἀπὸ τὴν πόλη καὶ προχωρούσαμε μὲ βῆμα γοργό, ὃταν ἔξαφνα εἶδα νὰ ἔρχεται ἀπ’ ἀντίκρυ ἓνα καροτσάκι. Τὸ ἔσερνε ἕνας  μικρός, στὴν ἡλικία μου.
karotsakiΤὸ καροτσάκι ἦταν φορτωμένο λαχανικά. Ὅσο γιὰ τὸ μικρό, ποιὸς νομίζεις πὼς ἦταν, Γιαννάκη; Ὁ Λεμονάς! Ναί, ὁ Μιχάλης.
Ἀπὸ τότε ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σχολεῖο, ποτέ μου δὲν τὸν εἶχα συλλογιστῆ τὸ μικρὸ Λεμονά. Οὔτε καὶ ἀνησύχησα ποτὲ γιὰ τὴ σκληρὴ καὶ  πρόστυχη πράξη μου!
Καὶ ὅμως ἔτσι ποὺ τὸν εἶδα, καὶ τὴν ὥρα ἐκείνη μάλιστα, αἰσθάνθηκα τὸν ἑαυτό μου κάπως στενοχωρημένο. Δὲ θέλησα νὰ προσπεράσω,  χωρὶς νὰ τοῦ πῶ δυὸ λόγια.
-Καλημέρα! Τοῦ φώναξα. Γιὰ ποῦ μὲ τὸ καρότσι τέτοια ὥρα, Λεμονά;
-Ἄσε με ἥσυχο, μουρμούρισε ὁ Λεμονάς, ποὺ μὲ εἶχε γνωρίσει κι ἐκεῖνος.
Πειράχτηκα καὶ ζήτησα κι ἐγὼ νὰ τὸν πειράξω. Καὶ μένοντας λιγάκι πίσω ἀπὸ τὸν πατέρα μου, τοῦ εἶπα:
-Δὲ μοῦ λές, Λεμονά, κοιμᾶσαι ἀκόμα, ὅπως τότε στὸ σχολεῖο;
-Φτάνει πιά! Μοῦ ἀπάντησε ἔξω φρενῶν. Δὲ σοῦ φτάνει τὸ κακὸ ποὺ μού καμες! Ἐσύ ᾽σουν ἡ αἰτία ποὺ ἔφυγα ἀπὸ τὸ σχολεῖο κι ἐννοεῖς  ἀκόμα νὰ μὲ πειράζης;
Γιὰ μιὰ στιγμὴ σώπασε. ᾽Εγὼ αἰσθάνθηκα τὸ πρόσωπό μου ν’ ἀνάβη. Γιὰ πρώτη φορὰ κατάλαβα πόσο σκληρὸς στάθηκα τότε.
-Ἄκουσε λοιπόν, ξαναεῖπε μὲ μιὰ φωνὴ βραχνὴ ὁ Λεμονάς, καὶ θὰ τὰ μάθης ὅλα: γιατὶ κοιμόμουν μέσα στὴν τάξη, γιατὶ ἤμουν ὁ τελεταῖος καὶ γιατὶ μὲ βρίσκεις τὴν ὥρα αὐτὴ νὰ σπρώχνω τὸ καροτσάκι. Πρέπει νὰ σοῦ τὸ πῶ, γιὰ νὰ καταλάβης τὸ κακὸ ποὺ μούκαμες.
Ὁ πατέρας μου ἦταν ἄρρωστος ἀπὸ καιρό. Ὁ γιατρὸς μᾶς εἶπε νὰ τὸν στείλωμε μακριὰ σ’ ἕνα βουνὸ καὶ πὼς ἔπρεπε νὰ μείνη ἐκεῖ  ἀρκετοὺς μῆνες. Τὸν στείλαμε. Ἀπὸ τότε ὅμως ἄρχισε στὸ σπίτι μας ἡ φτώχεια κι ἡ στενοχώρια.
Τὰ λίγα χρήματα ποὺ εἴχαμε, τὰ ξοδέψαμε γιὰ τὸ ταξίδι του καὶ γιὰ τὸν πρῶτο μήνα. ῎Ετσι κι ἡ μάνα μου ἀναγκάστηκε ν’ ἀνοίξη ἕνα  λαχανοπωλεῖο στὴ γειτονιά. Νὰ περνοῦμε ἐμεῖς, νὰ στέλνωμε καὶ τοῦ πατέρα μου.
Μὰ πῶς μποροῦσε νὰ τὰ βγάλη πέρα μονάχη της ἡ μάνα μου; Ἔπρεπε νὰ τὴ βοηθήσω κι ἐγώ. ῎Ετσι τὰ βράδυα, σὰ γυρνοῦσα ἀπὸ τὸ  σχολεῖο τακτοποιοῦσα τὸ μαγαζί ἔβλεπα τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰ μεσάνυχτα πάλι ξεκινοῦσα μὲ τὸ καροτσάκι ν’ ἀγοράσω λαχανικὰ ἀπὸ τὰ περιβόλια, ὅπως τώρα ποὺ μὲ βλέπεις.
-Μὰ καὶ τὸ χειμώνα τὸ ἴδιο; ρώτησα.
-Βέβαια καὶ τὸ χειμώνα. Τί πάει νὰ πῆ κρύο, ὅταν πρόκειται γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ πατέρα;
-Τώρα τὰ κατάλαβα Μιχάλη, ὅλα (δέν ξέρω γιατὶ μοῦ ἤρθε ἐκείνη τὴ στιγμὴ στὸ στόμα τὸ μικρό του ὄνομα). Συχώρα με, σὲ παρακαλῶ,  ἐσὺ εἶσαι καλός, ἐνῶ ἐγὼ τότε ἤμουν περήφανος καὶ κακός!... Καὶ τώρα πρέπει νὰ διορθώσω τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκαμα...
-Ἄχ εἶναι πολὺ ἀργά, φίλε μου! Ἀπάντησε ὁ Μιχάλης, κουνώντας θλιβερὰ τὸ κεφάλι.
Σ’ αὐτὸ τὸ μεταξὺ ὁ πατέρας μου εἶχε σταματήσει σ’ ἕνα μαγαζάκι, ποὺ ἦταν ἐκεῖ κοντά, νὰ πιῆ ἕναν καφέ. Ἔτρεξα καὶ τοῦ τὰ εἶπα ὅλα.
Τ’ ἄκουε σκυφτὸς καὶ τὸ πρόσωπό του ἦταν γεμάτο στενοχώρια. Σὰν τελείωσα, σηκώνει τὸ κεφάλι καὶ μοῦ λέει μὲ φωνὴ αὐστηρή:
-Αὐτὸ λοιπὸν ἂς σοῦ γίνει μάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Λεμονὰς εἶναι παιδὶ μὲ ἀξία! Ὅσο γιὰ σένα, ἂς μὴν πῶ τίποτε. Μὲ καταλαβαίνεις!
᾽Εμένα μὲ πῆραν τὰ δάκρυα.
-῎Ελα, παρηγορήσου κι ὅλα θὰ διορθωθοῦν, ξαναεῖπε ὁ πατέρας μου. Τώρα, ἂς γυρίσωμε σπίτι. Τὸ σημερινό μας κυνήγι πρέπει νὰ σοῦ  γίνη τὸ καλύτερο μάθημα τῆς ζωῆς σου. ᾽Ελπίζω νὰ μὴν ξεχάσης ποτέ σου τὴ συνάντηση αὐτή.
Στὸ δρόμο βρήκαμε τὸ δάσκαλό μας. Σὰν ἔμαθε τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὸν πατέρα μου, εἶπε καταλυπημένος:
-Τὸ κακόμοιρο τὸ παιδί, πόσο τὸ ἀδικήσαμε!
Ὁ πατέρας μου ἔμεινε πολλὴν ὥρα μὲ τὸ δάσκαλο.
Σκέπτονταν κι οἱ δυὸ τί ἔπρεπε νὰ γίνη γιὰ τὸ ἀδικημένο παιδὶ, τὸ Μιχάλη τὸ Λεμονά. Ἀργότερα τὸ διηγήθηκαν στοὺς γνωστοὺς κι ἀπὸ ἐκεῖ τὸ ἔμαθε ὅλος ὁ κόσμος.
Ἀπὸ τότε ὅλες οἱ μητέρες τῶν παιδιῶν ψώνιζαν τὰ λαχανικά τους ἀπὸ τὸ λαχανοπωλεῖο τοῦ Μιχάλη.
Σύντομα ἔκαμαν στὴ γειτονιὰ κι ἕναν ἔρανο. Μὲ τὰ λεπτὰ ποὺ μαζεύτηκαν, πληρώθηκαν τὰ ἔξοδα τοῦ ἀρρώστου κι ἔτσι ὁ Μιχάλης δὲν  ἦταν πιὰ ἀναγκασμένος νὰ σηνώνεται τὴ νύχτα καὶ νὰ πηγαίνη στὰ περιβόλια. Ξαναγύρισε στὸ σχολεῖο κι ὁ δάσκαλος τοῦ ἔδειξε μεγάλη  συμπάθεια κι ἀγάπη.
῾Ο Μιχάλης ὁ Λεμονὰς σιγὰ σιγὰ ἄλλαξε. ῎Εγινε ἄλλος ἄνθρωπος. ῏Ηταν χαρούμενος, ἔπαιζε μαζί μας, ἀλλὰ κι ἐμεῖς τοῦ φερνόμαστε σὰν  καλοὶ φίλοι. Δὲν ἦταν πιὰ ὁ τελευταῖος μέσα στὴν τάξη. Κάθε ἄλλο. Κι ὁ δάσκαλός μας τὸ ὁμολόγησε στὸ τέλος, πὼς ἔγινε ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα παιδιὰ τοῦ σχολείου.
Μιὰ μέρα ὁ Λεμονὰς ἦρθε σπίτι μας βιαστικὸς καὶ γεμάτος χαρά.
-Ὁ πατέρας μου γύρισε ἀπὸ τὸ βουνό! Γιατρεύτηκε ὁλότελα!
Ὕστερα γυρνώντας σὲ μένα μοῦ εἶπε:
-Σ’ εὐχαριστῶ, Ἀντρέα μου, μᾶς παραστάθηκες σὰν καλὸς φίλος.
-᾽Εγὼ πρέπει νὰ σ’ εὐχαριστήσω, Μιχάλη, τοῦ εἶπα μὲ φωνὴ χαμηλή. Μοῦ γιάτρεψες τὴν περηφάνια καὶ μ’ ἔμαθες νὰ εἶμαι καλός.

Πηγή: www.kapodistrias.info




Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ (Αναγνωστικό Δ' Δημοτικού 1946)

1. Τὸ πλοῖο «Ἄφοβος» ταξίδευε κάποτε ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ γυρίζοντας πίσω στὴν ῾Ελλάδα.
Εἶχε προχωρήσει ἀρκετὸ δρόμο καὶ βρισκόταν τώρα μακριὰ ἀπὸ τὰ παράλια τῆς Ἀμερικῆς. ῎Εσκιζε περήφανα τὸν ᾽Ωκεανό.
῎Εξαφνα ὅμως φοβερὴ τρικυμία ξέσπασε, ποὺ κράτησε πέντε ὁλόκληρες μέρες. Τὸ πλοῖο βρέθηκε σὲ πολὺ δύσκολη θέση. Ὅλοι ὅσοι ἦταν μέσα, ἀπελπίστηκαν καὶ νόμιζαν, ὅτι ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα θὰ βουλιάξη σύψυχο.
Ὁ ἄνεμος φυσοῦσε μὲ λύσσα καὶ τὸ πλοῖο, σὰ νὰ ἦταν καρυδότσοφλο, τὸ ἔπαιρναν τὰ κύματα, τὸ τράνταζαν, τὸ ἀνεβοκατέβαζαν, ὅπως ἤθελαν καὶ πάσκιζαν νὰ τὸ κατακομματιάσουν.
Σ’ ἕνα δυνατὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου λήθηκε ἡ σταύρωση στὸ μεγάλο κατάρτι κι ἦταν ἀνάγκη νὰ δεθῆ ἀμέσως, γιατὶ ἀλλιῶς ὁ κίνδυνος ἦταν μεγάλος.
Ποιός ὅμως, μέσα στὴ μεγάλη αὐτὴ θαλασσοταραχή, στὴ μανία τοῦ ἀνέμου, ποὺ τὰ σάρωνε ὅλα, θὰ μποροῦσε ν’ ἀνεβῆ ἐκεῖ ψηλά; Αὐτὸ βέβαια ἦταν  ἀδύνατο. Ὅποιος θ’ ἀνέβαινε, ἔπρεπε νὰ ξεγράψη τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ ζωή. Ὁ θάνατος τὸν περίμενε δίχως ἄλλο.
Ἔπρεπε ὃμως χωρὶς ἀναβολὴ νὰ δεθῆ ἡ σταύρωση κι ὁ καπετάνιος δὲ δίστασε. Μὲ δυὸ ξερὰ λόγια πρόσταξε ἓνα ναυτόπουλο ν’ ἀνεβῆ στὸ  κατάρτι καὶ νὰ τὴ δέση.

2. Τὸ ναυτόπουλο αὐτό, παιδὶ δεκατεσσάρω χρονῶ, ἦταν ὁ μοναχογιὸς μιᾶς χήρας. Ἡ κακομοίρα, φτωχὴ ὃπως ἦταν, δὲν κατόρθωνε νὰ  κερδίζη τὸ ψωμί της κι ἔβαλε τὸ παιδί της μοῦτσο στὸ καράβι ἐκεῖνο.
Τὸ ναυτόπουλο, μόλις ἄκουσε τὴν προσταγὴ τοῦ καπετάνιου, κοίταξε ἐπάνω ψηλὰ τὴν κορφὴ τοῦ καταρτιοῦ, κοίταξε καὶ τὰ κύματα, ποὺ  χτυποῦσαν ἐπάνω στὸ κατάστρωμα καὶ τὸ γέμιζαν νερά. Ἄκουσε τὰ δυνατὰ τοῦ ἀνέμου σφυρίγματα, εἶδε τὴν ἀφρισμένη θάλασσα. Δὲ δίστασε ὅμως. Ἄν δὲ δενόταν ἡ σταύρωση, ἦταν φόβος ν’ ἀναποδογυριστῆ τὸ πλοῖο.
Χωρὶς δισταγμὸ ἀπαντᾶ στὸν καπετάνιο:
-Ἀμέσως, καπετάνιο μου!
Τρέχοντας κατέβηκε κάτω στὴν καμπίνα του καὶ σὲ δυὸ λεπτὰ τῆς ὣρας γύρισε πίσω καὶ σκαρφάλωσε ἀποφασιστικὰ καὶ γρήγορα ἐπάνω στὸ  κατάρτι.

3. Οἱ ναῦτες κοίταζαν φοβισμένοι τὸ ναυτόπουλο, ποὺ σκαρφάλωνε. Μιὰ στιγμὴ κοντοστάθηκε στὴ μέση τῆς σκοινένιας σκάλας. Θὰ ζαλίστηκε, φαίνεται.
Κάποιος ἀπὸ τὸ πλοῖο ρώτησε τότε τὸν καπετάνιο:
-Γιατί, καπετάνιε, ἔβαλες τὸ μικρὸ αὐτὸ ναυτόπουλο ν’ ἀνεβῆ ἐκεῖ ἐπάνω; Βέβαια, δὲ θὰ κατεβῆ ζωντανό.
-Οἱ μεγάλοι πέφτουν! Ἀπαντᾶ ὁ καπετάνιος. Τὰ παιδιὰ μποροῦν νὰ σκαρφαλώνουν. Νά, δές τον αὐτόν! Σκαρφαλώνει σὰν ἀγριόγατος!
Κι ἀλήθεια, τὸ μικρὸ ναυτόπουλο ξανάρχισε ν’ ἀνεβαίνη πάλι γρήγορα γρήγορα.
Τώρα εἶχε ἀνεβῆ ὡς τὴν κόφα τοῦ καταρτιοῦ. Κρεμόταν ἄφοβα ἀπ’ ἐκεῖ καὶ προσπαθοῦσε ν’ ἀνεβῆ πιὸ ψηλὰ. Ἡ τρικυμία δυνάμωνε περισσότερο κι ὁ ἄνεμος φυσοῦσε μὲ μανία σὰ νὰ ἤθελε ν’ ἁρπάξη τὸ παιδί, νὰ τὸ πετάξη στὴ θάλασσα. Τὸ καράβι ἔγερνε τόσο, ποὺ τὸ  κατάρτι λίγο ἀκόμη καὶ θ’ ἄγγιζε τ’ ἀφρισμένα κύματα. Τὸ ναυτόπουλο ὅμως κρατιόταν σφιχτά. Πέρασαν ἔτσι δέκα, δεκαπέντε λεπτά. Ἡ σταύρωση δέθηκε καὶ τὸ ναυτόπουλο γελαστὸ καὶ χαρούμενο κατέβηκε κάτω.

4. Ὅλοι τὸ κοίταζαν μὲ θαυμασμὸ καὶ τὸ καμάρωναν. Ὁ ταξιδιώτης, ποὺ εἶχε κάμει τὴν ἐρώτηση ἐκείνη στὸν καπετάνιο, πλησιάζει τὸ  ναυτόπουλο καὶ τὸ ρωτᾶ, ἄν φοβήθηκε.
-Βέβαια φοβήθηκα! Ἀπαντᾶ τὸ ναυτόπουλο.
-Τὸ κατάλαβα, εἶπε ὁ ταξιδιώτης, γιατί, πρὶν ἀνεβῆς, κατέβηκες κάτω στὴν καμπίνα σου, γιὰ νὰ τὸ καλοσκεφτῆς.
-Ἄ, ὄχι! Δὲν κατέβηκα γι’ αὐτό. Ἅμα μὲ διάταξε ὁ καπετάνιος, τὸ πῆρα ἀπόφαση.
Ἤθελα ὅμως νὰ κάμω τὴν προσευχή μου πρῶτα καὶ νὰ  φιλήσω τὴν φωτογραφία τῆς μητέρας μου. Σκέφτηκα, πὼς ζωντανὸς βέβαια δὲ θὰ κατέβαινα καὶ γι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάμω τὴν προσευχή μου. Μόλις ὅμως εἶπα τὴν προσευχή μου, ὁ φόβος μου κόπηκε πιά. Δὲ λησμόνησα ἐκεῖνο, ποὺ μοῦ εἶχε πεῖ ἡ μητέρα μου, ὅταν ἔφευγα ἀπὸ τὸ σπίτι:

«Παιδάκι μου, νὰ κάνης πάντα τὴν προσευχή σου κι ὁ Θεὸς δὲ θὰ σ’ ἀφήση νὰ πάθης τίποτε κακό! Τὸ ἴδιο θὰ κάνω κι ἐγὼ καὶ θὰ παρακαλῶ  τὸ Θεὸ γιὰ σένα».
Αὐτὰ θυμήθηκα, κύριε, κι ὁ φόβος μοῦ πέρασε. Ἤμουν βέβαιος πιά, πὼς θὰ γύριζα πίσω γερός. ῾Η προσευχὴ μοῦ ἔδωσε δύναμη.

Πηγή: www.kapodistrias.info