A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΟΥΣ, ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑΣ ΤΟΥ (328-373)

(ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΓΙΑ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ)


1.      Παρά την καταδίκη του Αρείου από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325) η αίρεση του με διάφορες μορφές και παραλλαγές βρήκε πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθεί μέσα στην Εκκλησία και αρκετοί Επίσκοποι έγιναν φορείς της, χωρίς όμως να παραδέχονται ότι ακολουθούν τον Άρειο («Ἡμεῖς οὕτε ἀκόλουθοι Ἀρείου γεγόναμενˑ πῶς γὰρ Ἐπίσκοποι ὅντες, ἀκολουθήσωμεν Πρεσβυτέρῳ; Οὕτε ἅλλην τινὰ πίστιν παρὰ τὴν ἑξ ἀρχῆς παραδοθεῖσαν ἐδεξάμεθα», P.G. 26, 720). Όλοι αυτοί οι λεγόμενοι Αρειανόφρονες Επίσκοποι (με τις υποδιαιρέσεις τους σε Ανομοίους, Ομοίους, Πνευματομάχους κλπ.) καταδικάστηκαν από την Εκκλησία με την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο το 381. Όπως θα δούμε, ο Μέγας Αθανάσιος (ο οποίος έζησε προ της Β΄ Οικουμενικής) ΔΕΝ είχε καμία εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους, παρόλο που εκείνοι δεν είχαν ακόμη καταδικαστεί!
   2. Σταδιακά οι Αρειανόφρονες, και με την βοήθεια της πολιτικής εξουσίας, άρχισαν να καταλαμβάνουν όλο και περισσότερους επισκοπικούς θρόνους και έτσι έφθασε η Εκκλησία σε σημείο να έχει πάνω από τους μισούς Επισκόπους της Αρειανόφρονες, ενώ σε πολλές περιοχές υπήρχαν και παραπάνω από ένας Επίσκοποι στην ίδια πόλη, μιας και οι Αρειανόφρονες Αυτοκράτορες (όπως ο Κωνστάντιος) τοποθετούσαν και αναγνώριζαν ομόφρονες Επισκόπους. Στον βίο του Μεγάλου Αθανασίου από τον Μεταφραστή διαβάζουμε τα εξής: «Μίγδην (=ανακατεμένοι) γὰρ ἦσαν οἱ τῶν Ἐκκλησιῶν ἔξαρχοι, ὀνόματι μὲν Χριστιανοὶ καλούμενοι, τῇ δὲ ἐπιμειξίᾳ τῆς κοινωνίας τῶν αἱρετικῶν μηδὲν διαφέροντες. Οὐ σπονδαῖς γὰρ εἰδώλων τὴν παράβασιν ἔπραττον, ἀλλ᾿ ἐν προσχήματι Χριστιανισμοῦ τὸ βλάσφημον Ἀρείου δόγμα κρατύνειν ἐσπούδαζον. Ὁ δὲ βασιλεὺς Κωνστάντιος καὶ ἤδη μὲν πρῶτον συνεκρότει τὴν Ἀρειανὴν δόξαν… προστάξας τοὺς μὴ βουλομένους ὑπογράφει αὐτῇ έξωθεῖσθαι τῶν Ἐκκλησιῶν, καὶ εἰς τοὺς τόπους αὐτῶν ἑτέρους ἀντικαθίστασθαι» (P.G. 25, CCXL).
   3. Αρχικά οι Αρειανόφρονες Επίσκοποι κατάφεραν με σκευωρία να εκδιώξουν από τον επισκοπικό θρόνο της Αντιοχείας τον Άγιο Ευστάθιο, τον μεγαλύτερο υπερασπιστή του «Ομοουσίου». Με κέντρο την Αντιόχεια έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο εκδιώξεως του ετέρου μεγάλου υπερασπιστού του «Ομοουσίου», του Μεγάλου Αθανασίου, Επισκόπου Αλεξανδρείας.
    4. Το 335 έγινε Σύνοδος στην Τύρο στην οποία προήδρευσε ο Επίσκοπος Αντιοχείας Φλάκιλλος. Η εν Τύρω Σύνοδος προσπάθησε με σκευωρία (παρόμοια με εκείνη που χρησιμοποιήθηκε για τον Άγιο Ευστάθιο) να καταδικάσει τον Μέγα Αθανάσιο, αλλά ο Άγιος κατέρριψε τις συκοφαντίες. Παρόλα αυτά οι Αρειανόφρονες πέτυχαν αρχικά την εξορία του στην Γαλλία, ενώ το 338 με νέα Σύνοδο καθήρεσαν τον Άγιο και στη θέση του στην Αλεξάνδρεια εξέλεξαν αρχικά τον Πιστό και μετέπειτα τον Γρηγόριο (αμφότεροι Αρειανόφρονες). Το ίδιο έτος εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο (ηγέτης των Αρειανοφρόνων) από Νικομηδείας Ευσέβιος. Έτσι την περίοδο εκείνη ο Μέγας Αθανάσιος ήταν ένας «καθηρημένος» και «εκτός Εκκλησίας» Επίσκοπος τον οποίο δεν αναγνώριζε η Πολιτεία και η «επίσημη Εκκλησία» και δεν είχε εκκλησιαστική κοινωνία τουλάχιστον με τρεις πατριαρχικούς θρόνους και δεκάδες επισκοπικούς, στις οποίες υπήρχαν Αρειανόφρονες Επίσκοποι.
   5. Το 341 στην Σύνοδο της Αντιοχείας ανανεώθηκε η «καθαίρεση» του Μεγάλου Αθανασίου. Αξίζει να σημειωθεί πως τους Κανόνες (όχι όμως τους δογματικούς Όρους ή τις αποφάσεις, όπως την «καθαίρεση» του Αγίου) της Συνόδου αυτής η Εκκλησία τους αποδέχτηκε (συμπεριελήφθησαν και στο «Πηδάλιον»), διότι όπως είπαμε οι Αρειανόφρονες Επίσκοποι ήταν ακόμη άκριτοι, ήτοι μη καταδικασμένοι, και επομένως τυπικώς ακόμη έφεραν το αξίωμα του Επισκόπου. Αυτό φανερώνει ξεκάθαρα πως οι Ορθόδοξοι διέκοπταν την εκκλησιαστική κοινωνία με αιρετίζοντες Επισκόπους ακόμη και ΠΡΟΤΟΥ οι τελευταίοι να καταδικαστούν από Σύνοδο. Αντιθέτως διατηρούσαν εκκλησιαστική κοινωνία με ΑΔΙΚΩΣ καθηρημένους.
   6. Το 343 αποφασίστηκε από τους συναυτοκράτορες Ανατολής Κωνστάντιο και Δύσης Κώνστα (τη εισηγήσει του Μεγάλου Αθανασίου) να γίνει Οικουμενική Σύνοδος. Αυτή σχεδιάστηκε να γίνει στην Σαρδική (σημερινή Σόφια της Βουλγαρίας) με την συμμετοχή 170 Επισκόπων (76 Αρειανοφρόνων και 94 Ορθοδόξων). Οι Αρειανόφρονες βλέποντας πως ήταν μειοψηφία αποχώρησαν και η Σύνοδος διασπάστηκε στα δύο. Στην Σαρδική συγκάλεσαν Σύνοδο οι Ορθόδοξοι (με τους οποίους συντάχθηκαν και δύο εκ των Αρειανοφρόνων), ενώ οι Αρειανόφρονες μετέβησαν στην Φιλιππούπολη και συγκάλεσαν Σύνοδο υπό την προεδρία του Αντιοχείας Στεφάνου, στην οποία και πάλι καταδικάστηκε ο Μέγας Αθανάσιος!
    7. Παρόλα αυτά ο Αρειανόφρων Κωνστάντιος αποδέχτηκε την επάνοδο του Μεγάλου Αθανασίου στην Αλεξάνδρεια, εξαιτίας των πιέσεων του αδελφού του Κώνστα, ο οποίος ήταν Ορθόδοξος. Ο Άγιος προτού φθάσει στην Αλεξάνδρεια πέρασε από την Αντιόχεια το έτος 346, στην οποία βρισκόταν ο Κωνστάντιος, για να τον συναντήσει, αποφεύγοντας κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με τον τότε Αντιοχείας Λεόντιο. Εκεί διεξήχθη μεταξύ του Αγίου και του Κωνσταντίνου ένας σημαντικός διάλογος. Ο Κωνστάντιος είπε στον Άγιο: «ἐπειδὴ δὲ εἰσὶν ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ τινες τοῦ λαοῦ διακρινόμενοι τὴν πρός σε κοινωνίαν, μίαν ἐν τῇ πόλει ἐκκλησίαν ἔασον ἔχειν αὐτούς» (Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική Ιστορία, P.G. 67, 256). Του ζήτησε δηλαδή να παραχωρήσει έναν ναό στην Αλεξάνδρεια σε εκείνους που δεν είχαν κοινωνία μαζί του, δηλαδή τους Αρειανόφρονες. Ο Μέγας Αθανάσιος δέχτηκε και ζήτησε να παραχωρήσει και ο αυτοκράτορας έναν ναό στην Αντιόχεια, στους Ορθοδόξους εκείνους που είχαν διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Αρειανόφρονες Επισκόπους Αντιοχείας («Μίαν γὰρ καὶ αὐτὸς ἐκκλησίαν ἀπονεμηθῆναι ἠξίου καθ' ἑκάστην πόλιν τοῖς διακρινομένοις πρὸς τὴν τῶν Ἀρειανιζόντων κοινωνίαν», αυτόθι), τους αποκαλούμενους «Ευσταθιανούς». Συγκεκριμένα του απάντησε: «Καὶ μάλα, βασιλεῦ, δίκαιον καὶ ἀναγκαῖον τοῖς σοῖς προστάγμασι πείθεσθαι, καὶ οὐκ ἀντερῶ: ἐπεὶ δὲ καὶ ἀνὰ τήνδε τὴν Ἀντιόχειαν πόλιν εἰσὶν οἱ τὴν κοινωνίαν τῶν ἑτεροδόξων ἡμῖν ἀποφεύγοντες, παραπλησίαν αἰτῶ χάριν ὥστε καὶ αὐτοὺς μίαν ἔχειν ἐκκλησίαν καὶ ἀδεῶς ἐν ταύτῃ συνιέναι» (Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, P.G. 67, 1099). Το ίδιο διαφωτιστικότατη είναι και η μαρτυρία του Σωζομενού, του εκκλησιαστικού ιστορικού της περιόδου εκείνης: «Λεόντιος τότε τὴν ἐπισκοπὴν διεῖπεν. Ὃν ὡς ἑτερόδοξον παρῃτεῖτο Ἀθανάσιος, τοῖς δὲ καλουμένοις Εὐσταθιανοῖς ἐκοινώνει ἐν ἰδιωτῶν οἰκίαις ἐκκλησιάζων» (αυτόθι). Καμία εκκλησιαστική κοινωνία με τον (Αρεινόφρονα μεν, αλλά άκριτο, μη καταδικασμένο υπό Συνόδου) Επίσκοπο Αντιοχείας Λεόντιο, δεν είχε ο Μέγας Αθανάσιος, αντιθέτως κοινωνούσε με τους («σχισματοαιρετικούς» για την επίσημη Εκκλησία) «Ευσταθιανούς», οι οποίοι δεν είχαν ναούς και λειτουργούσαν σε σπίτια! [Μια τέτοια ευλογημένη εμπειρία είχε και ο γράφων μικρός, όταν συμμετείχε σε μια Λειτουργία που έγινε μυστικώς σε σπίτι στις Σπέτσες μετά τον διωγμό του αειμνήστου Γέροντος Χρυσοστόμου Σπύρου, τον οποίο εκδίωξε από τη Μονή του, ο Ύδρας και Σπετσών Ιερόθεος, επειδή ο Γέροντας διέκοψε εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του, λόγω της αιρέσεως του Οικουμενισμού].
     8. Τρία χρόνια μετά την επιστροφή του Μεγάλου Αθανασίου στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξανδρείας (Οκτώβριος 346) και συγκεκριμένα στις αρχές του 350 δολοφονήθηκε ο προστάτης του Κώνστας και οι Αρειανόφρονες ξεκίνησαν νέο γύρο αγώνων εναντίον του. Αρχικά με την Σύνοδο του Σιρμίου (351) επανέλαβαν τις παλαιές κατηγορίες εναντίον του, ενώ με τις Συνόδους της Αρελάτης (353) και Μεδιολάνων (355) τον καταδίκασαν εκ νέου! Ο Αυτοκράτορας Κωνστάντιος έστειλε στα τέλη του 355 απεσταλμένους να συλλάβουν και να απομακρύνουν τον Μέγα Αθανάσιο, αλλά ο λαός εξεγέρθηκε και ματαίωσε τα σχέδιά του, με αποτέλεσμα ο Κωνστάντιος να στείλει τον στρατό! Στις 9 Φεβρουαρίου 356, σε αγρυπνία που προΐστατο ο Άγιος στο ναό του Αγίου Θεωνά ο αυτοκρατορικός στρατός πολιόρκησε την εκκλησία. Οι στρατιώτες έσπασαν τις πόρτες και ξυλοκόπησαν τους προσευχόμενους [παρόμοιες σκηνές βιώσαν οι παππούδες μας μετά την Ημερολογιακή Καινοτομία του 1924, στον Άγιο Θεράποντα στο Γουδί, στους Αγίους Θεοδώρους Νέας Σμύρνης, στον Άγιο Γεώργιο Παλαιού Φαλήρου κ.α.]. Ο Μέγας Αθανάσιος φυγαδεύτηκε με τη βία, από πνευματικά του παιδιά και ο Αυτοκράτορας διέταξε να συνεχιστεί η καταδίωξή του. Νέος Επίσκοπος Αλεξανδρείας τοποθετήθηκε ο Γεώργιος ο οποίος ενθρονίστηκε στις αρχές του 357. Ο πιστός λαός, που ΔΕΝ κοινωνούσε με τον Γεώργιο, αλλά αναγνώριζε τον Αθανάσιο ως γνήσιο Ποιμενάρχη του, επαναστάτησε και κατάφερε τον Οκτώβριο του 358 να εκδιώξει τον Γεώργιο από την πόλη.
   9. Όπως παρατηρούμε (βλ. Πίνακα), το 358 ο Μέγας Αθανάσιος ΔΕΝ κοινωνούσε με ΚΑΜΙΑ επίσημη Εκκλησία στον κόσμο, διότι όλοι οι Προκαθήμενοί τους ήταν Αρειανόφρονες, ενώ η πλειοψηφία των Ορθοδόξων Επισκόπων ήταν στην εξορία!
  10. Το 361 ο νέος Αυτοκράτορας Ιουλιανός, οπαδός της εθνικής θρησκείας, με διάταγμά του όρισε την επιστροφή των εξορίστων Επισκόπων, αλλά άφησε και τους αιρετίζοντες στην θέση τους, με σκοπό να δημιουργηθούν έριδες, μάχες και σύγχυση, ώστε να υπάρχει σκανδαλισμός και επιστροφή του λαού στην ειδωλολατρεία.
    11. Το 362 δημιουργείται στην Αντιόχεια το γνωστό Σχίσμα μεταξύ των Ορθοδόξων που έχουν πλέον δύο Επισκόπους, τον Άγιο Μελέτιο και τον Παυλίνο. Ο Μέγας Αθανάσιος κοινωνεί με τον Παυλίνο, διότι έχει την εσφαλμένη εντύπωση πως ο Μελέτιος είναι Αρειανόφρονας. [Τελικά ο Μέγας Βασίλειος με πολύ κόπο θα καταφέρει να πείσει τον Μέγα Αθανάσιο, ότι ο Άγιος Μελέτιος είναι Ορθόδοξος, αλλά λίγο προτού να υπάρξει εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τους ο Μέγας Αθανάσιος θα κοιμηθεί].
  12. Το 365 διατάσσεται από τον Αρειανόφρονα Αυτοκράτορα Ουάλη, νέα εξορία του Αγίου, αλλά μπροστά στην επανάσταση του λαού, ο Αυτοκράτορας αναγκάζεται να την ανακαλέσει και το 366 ο Άγιος επιστρέφει από την τελευταία εξορία του. Προσπάθεια των Αρειανοφρόνων το επόμενο έτος να τοποθετήσουν τον Αρειανόφρονα Λούκιο, ως Επίσκοπο Αλεξανδρείας, δεν ευδοκίμησε. 
   13. Στις 2 Μαΐου 373 (Ιουλιανό Ημερολόγιο) κοιμήθηκε ο Μέγας αυτός Ομολογητής και Αγωνιστής Άγιος Αθανάσιος. Είναι δε λίαν επίκαιρη και η, συμπεριληφθείσα στο «Πηδάλιον», επιστολή του προς τον Ρουφιανιανό. Αξίζει να μελετηθεί και να αξιολογηθεί, διότι πραγματεύεται το ζήτημα της κατάκριτης εκκλησιαστικής κοινωνίας των Ορθοδόξων μετά των αιρετιζόντων και τον τρόπο θεραπείας αυτής. Κλείνοντας πρέπει να ειπωθεί πως ειλικρινά αξίζει να εντρυφήσει κανείς στην αφορώσα την μεταξύ των δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων Εκκλησιαστική Ιστορία (μία περίοδο που έχει ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ κοινά με την εποχή μας), διότι θα λάβει σημαντικότατα διδάγματα.

Νικόλαος Μάννης

ΠΗΓΕΣ
MIGNE, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ, ΤΟΜ. 25 και 67
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ
ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
ΖΑΧΑΡΙΑ ΜΑΘΑ, ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΦΕΞΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, ΠΗΔΑΛΙΟΝ
(Η ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ PDF ΕΔΩ: https://drive.google.com/file/d/0B3tuH122XTsxT2IzS044aVFnVzA/view )




Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ - ΑΚΡΙΒΕΙΑ - ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ



Αποσπάσματα από Υπόμνημα του Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου προς τα πνευματικά του παιδιά τον Ιούνιο του 1972 (δημοσιευθέν υπό του κ. Στ, Κεμεντζετζίδου στο Αρχιμ. Φιλοθέου Ζερβάκου, Υστάτη Έκκλησις, έκδ. Περιοδικού "Άγιος Νεκτάριος", Θεσσαλονίκη, χ.χ.).

"Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ποὺ εἰσήχθη τὸ νέον Παπικὸν ἡμερολόγιον εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλλαδικὴν Ἐκκλησίαν δὲν ἔπαυσα νὰ ἀγωνίζομαι κατὰ τῆς ἀντικανονικῆς, ἀπερισκέπτου καὶ παρανόμου εἰσαγωγῆς αὐτοῦ καὶ τῆς κανονικῆς καὶ ἐννόμου ἐπαναφορᾶς τοῦ Πατρίου παλαιοῦ ἑορτολογίου. Ἔγραψα ἐπιστολὰς εἰς Πατριάρχας, Βασιλεῖς, Ἀρχιερεῖς, Κυβερνήτας. Ἐπεχείρησα μακρυνὰ ταξείδια εἰς Ἀλεξάνδρεια, Ἱεροσόλυμα, ἵνα παρακαλέσω τοὺς Πατριάρχας νὰ φροντίσουν νὰ Ἑνώσουν τὴν Ἐκκλησίαν τὴν ὁποίαν διήρεσε ὁ μασσῶνος Πατριάρχης Μελέτιος ὁ Μεταξάκης διὰ τῆς ἀπερισκέπτου, ἀπρομελετήτου, ἀντικανονικῆς καὶ παρανόμου εἰσαγωγῆς τοῦ νέου παπικοῦ ἡμερολογίου. Δὲν εἰσηκούσθην, ἀλλ᾿ οὐκ ἔπαυσα οὐδὲ θὰ παύσω νὰ ἀγωνίζομαι ὑπερασπιζόμενος ἄχρι τελευταίας μου ἀναπνοῆς οὐ μόνον διὰ τὸ Πάτριον ἡμερολόγιον, ἀλλὰ καὶ δι᾿ ὅλας τὰς Ἀποστολικὰς καὶ Πατρικὰς Παραδόσεις καὶ τὴν Ἁγίαν καθαρὰν καὶ ἀμώμητον Πίστιν ἡμῶν, τὴν Ὀρθόδοξον, γράφων, διδάσκων, ἐλέγχων, νουθετῶν, στηλιτεύων πάντας τοὺς ἀσεβεῖς, ἀπίστους, παρανόμους, βλασφήμους, παρηκόους, παραβάτας καὶ καταφρονητὰς τῶν Θείων Νόμων καὶ Ἐντολῶν τοῦ Κυρίου καὶ πάντων τῶν Ἀποστολικῶν καὶ Πατρικῶν Παραδόσεων καὶ παρακαλῶν πάντας νὰ ἐπιστρέψουν εἰς μετάνοιαν, εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὰς Ἀποστολικὰς καὶ Πατρικὰς Παραδόσεις. Ἐὰν ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα ὑπεχώρησα, τοῦτο ἔπραξα κατ᾿ οἰκονομίαν. Ἀφ᾿ ἑνός, διότι τινὲς τῶν Προκαθημένων Προέδρων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μετὰ τῶν ὁποίων εἶχον ἔλθει εἰς ἐπαφήν, μοὶ εἶχον εἴπει, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Παπικοῦ ἑορτολογίου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καί, μοὶ ὑπέσχοντο, ὅτι θὰ ἐφρόντιζον νὰ ἐπαναφέρουν τὸ Παλαιόν...
Ἔπαυσα τοῦ λοιποῦ πᾶσαν οἰκονομίαν, διότι ἤκουσα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρας καὶ ἀπὸ τὴν συνείδησίν μου, "οἰκονομητέον καὶ μὴ παρανομητέον". Καὶ ἀπὸ τὴν Ἑορτὴν τῶν Ἁγίων Πάντων 22αν Μαΐου ἀκολουθῶ τὸ πάτριον παλαιὸν ἑορτολόγιον. Πιστεύω αὐτὸ οὐχὶ ὡς πίστιν, ἠ δόγμα ἢ καὶ ὅτι ἀπὸ αὐτὸ καὶ μόνον θὰ σωθῶ, ὡς τινὲςφανατικοὶ παλαιοημερολογῖται ἀπερίσκεπτοι καὶ ἀνόητοι φρονοῦν, ἀλλὰ πιστεύω αὐτὸ ὡς παράδοσιν Πατρικήν...
Ἀφίνω συμβουλὴν εἰς τὰ πνευματικά μοι τέκνα, ὅπως ἀκολουθοῦν τὴν Ἐκκλησίαν, ἕως ὅτου ἀποφασίσῃ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἐπαναφέρῃ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, ἐὰν δὲν τὸ ἐπαναφέρῃ καὶ προβοῦν τινὲς εἰς ἔνωσιν μετὰ τῶν παπικῶν, τότε νὰ χωρήσουν καὶ ἀκολουθήσουν Ἐπισκόπους φυλάσσοντας τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν καὶ Παράδοσιν".

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Ο ΠΕΡΙΦΗΜΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΣΕΒΑΣΤΟΣ Ο ΚΥΜΙΝΗΤΗΣ


Τὸ ἐξακουστὸν «Φροντιστήριον» τῆς Τραπεζοῦντος (1682)

Νικολάου Μάννη,
ἐκπαιδευτικοῦ

Ὁ Τραπεζούντιος Διδάσκαλος τοῦ Γένους Σεβαστὸς ὁ Κυμινήτηςγεννήθηκε  περὶ τὸ 1630 στὰ Κύμινα τῆς Τραπεζοῦντος. Σπούδασε στὴν Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολὴ στὴν Κωνσταντινούπολη, κοντὰ στοὺς περίφημους διδασκάλους Ἰωάννη Καρυοφύλλη καὶ Ἀλέξανδρο Μαυροκορδάτο τὸν «ἐξ ἀπορρήτων», τὸν ὁποῖο διαδέχθηκε στὴν σχολαρχία τὸ 1671. Μετὰ ἀπὸ μιὰ δεκαετία ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Σχολὴ μετὰ ἀπὸ στάση τῶν μαθητῶν ποὺ ὑποκίνησε ὁ Γεράσιμος ὁ Ἀκαρνάν, ὁ ὁποῖος μάλιστα τὸν διαδέχθηκε στὴν σχολαρχία. Οἱ μαθητὲς συκοφάντησαν τὸν Σεβαστὸ στὸν Πατριάρχη Καλλίνικο τὸν Β΄ (Ἀκαρνάν καὶ ἐκεῖνος) ὡς δήθεν ὀπαδὸ τοῦ θνητοψυχισμοῦ καὶ καλβινιστή. Ἡ πρώτη κατηγορία βασίστηκε σὲ μιὰ σκόπιμη παρερμηνεία μιὰς ἀπόψεώς του στὰ σχόλια τοῦ Κορυδαλλέως στὸ Περὶ Ψυχῆς τοῦ Ἀριστοτέλους, ἐνῶ ἡ δεύτερη βασίστηκε στὸ ὅτι χρημάτισε μαθητὴς τοῦ ἐπίσης κατηγορηθέντος ὡς καλβινίζοντος Καρυοφύλλου. Καὶ οἱ δύο κατηγορίες ἀποδεικνύονται ἀνυπόστατες, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμία ἀπόδειξη ἀπὸ τὰ ἔργα του πὼς ὑπήρξε θνητοψυχιστής, ἐνῶ ἀντιτάχθηκε καὶ σὲ μερικὲς καλβινίζουσες θέσεις τοῦ δασκάλου του μὲ τὰ θεολογικά του κείμενα. Ξεκάθαρα λοιπὸν αἰτία τῆς ἀποπομπῆς του ἦταν ὁ διορισμὸς ὡς Σχολάρχου τοῦ Γερασίμου τοῦ Ἀκαρνάνος, συμπατριώτου τοῦ Πατριάχου, ὁ ὁποῖος - ὦ, τῆς θείας δίκης - ἀποπέμφθηκε καὶ αὐτὸς ἀργότερα μετὰ ἀπὸ στάση τῶν μαθητῶν του!
Στὸν Σεβαστὸ ἔγινε ἀμέσως πρόταση ἀπὸ τὸν ἐν Μόσχᾳ εὐρισκόμενο Ἕλληνα διάκονο Τιμόθεο νὰ ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τῆς Σχολῆς τῆς Μόσχας, ἐκείνος ὅμως ἀρνήθηκε γιὰ τὸν ἑξὴς λόγο. Ἔμαθε ἀπὸ κάποιον συμπατριώτη του πὼς στὴν Τραπεζοῦντα κατέφθασαν παπικοὶ μοναχοὶ καὶ ἄρχισαν νὰ διδάσκουν δωρεὰν μαθήματα στοὺς κατοίκους. Κατανοήσας ὁ μακαριστὸς Διδάσκαλος τὸν σκοπὸ τῶν παπικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὸν προσηλυτισμό, ἔσπευσε νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του, στὴν ὁποία ἵδρυσε τὸ περίφημο «Φροντιστήριον» τῆς Τραπεζοῦντος (1682). Μὲ τὴν διδασκαλία του δὲν μόρφωσε μόνο τοὺς μαθητὲς φιλολογικῶς καὶ φιλοσοφικῶς, ἀλλὰ καὶ θεολογικῶς, ὥστε νὰ ἀποτραπεῖ ἡ παπικὴ προπαγάνδα. Γράφει ὁ βιογράφος του: «Μὴ περιοριζόμενος δὲ μόνον εἰς τὴν ἐν τῷ Φροντιστηρίῳ διδασκαλίαν ἀνέπτυσσε συνεχῶς εἰς τοὺς συμπολίτας του τὰ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον καθήκοντα, στηρίζων αὐτοὺς εἰς τὴν πίστιν τῶν πατέρων καὶ πρότυπον ἀρετῆς καὶ θεοσεβείας ἑαυτὸν παρέχον» (Ἐπαμεινώνδα Κυριακίδου, Βιογραφίαι τῶν ἐκ Τραπεζοῦντος…, Ἀθήναι, 1897, σελ. 67). Τὸ ἔργο του στέφθηκε μὲ ἀπόλυτη ἐπιτυχία καὶ ὁ ἵδιος προκάλεσε τὴν μήνι τῶν παπικῶν, ποὺ ἀποπειράθηκαν νὰ τὸν τυφλώσουν, εὐτυχῶς ἀνεπιτυχῶς!
Τὸ 1689 ἀνέλαβε, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ θεοσεβοῦς Ἑλληνομαθοῦς Ἡγεμόνος τῆς Οὐγγροβλαχίας Κωνσταντίνου Μπρινκοβεάνου (περὶ τούτου καὶ τοῦ μαρτυρίου του, προσεχῶς), τὴν διεύθυνση τῆς περίφημης νεοιδρυθείσης Αὐθεντικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βουκουρεστίου, τὴν ὁποία διηύθυνε ἐπιτυχῶς ὡς τὴν κοίμησή του στὶς 6 Σεπτεμβρίου 1702. Ἄφησε πολλοὺς μαθητὲς καὶ κατέλιπε πάμπολλα συγγράμματα (ἄνω τῶν 100), ἄπαντα ἀνέκδοτα πλὴν δύο.
Τὰ ἐκδεδομένα ἔργα του εἶναι τὰ ἑξῆς:
1.  Ἑορτολόγιον. Ἐκδόθηκε τὸ 1701 στὸ τυπογραφείο τῆς Μονῆς τοῦSnagov στὴν νότια Ρουμανία. Ἀναφέρεται κυρίως σὲ ζητήματα χρονολογίας, ἑορτολογίου καὶ Πασχαλίου. Μὲ τὴν ἐπιχειρηματολογία του κατὰ τῆς καινοτομίας τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἐπηρέασε καὶ τοὺς συγχρόνους του, ἀλλὰ καὶ τοῦς μεταγενεστέρους Πατέρες καὶ Διδασκάλους, ὅπως τὸν Δοσίθεο Ἱεροσολύμων, τὸν Κωνσταντινουπόλεως Καλλίνικο ἐκ Ζαγορᾶς καὶ τὸν Ἅγιο Νικόδημο. Στὸ πόνημα αὐτὸ ἰσχυρίζεται πὼς οἱ Λατῖνοι εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἀφοῦ «διὰ μίαν χρονικὴν διόρθωσιν ἐξεχωρίσθησαν καὶ ἀπεκόπησαν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα, καὶ κατὰ τὸ καλενδάριον ἀπὸ τὸ καθόλου σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σχισματικοί, καὶ αὐτάρεσκοι, καὶ αὐτοκέφαλοι ὁποῦ εἶναι». Ἂς τὰ βλέπουν οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενιστὲς ποὺ τοὺς ὁνομάζουν καὶ θεωροῦν «Ἐκκλησία».
2.  Δογματικὴ Θεολογία. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἐκδόθηκε τὸ 1703 στὸ Βουκουρέστι μὲ ἔξοδα τοῦ ὁμογενοῦς ἄρχοντος Γεωργίου Ποστελνίκου, ὁ ὁποῖος τὸ διένειμε δωρεὰν στοὺς Ὀρθοδόξους. Περιλαμβάνει θεολογικὰ θέματα σχετικὰ μὲ τὴν Θεία Ευχαριστία καὶ τὴν ἀναμαρτισία τῆς Θεοτόκου, ποὺ πρέσβευαν οἱ παπικοί (ὁ Ευγένιος Βούλγαρις στὸ «Θεολογικόν» του παραπέμπει στὶς θέσεις αὐτὲς τοῦ Σεβαστοῦ). Μὲ τὸ ἔργο αὐτὸ καταρρίπτονται οἱ παπικὲς θέσεις, ἀλλὰ ταυτόχρονα (στὸ θέμα τῆς Θείας Εὐχαριστίας) καὶ οἱ προτεσταντικές, ἀποδεικνύοντας ὡς συκοφαντία, ἐκείνη τὴν παλαιὰ κατηγορία κατὰ τοῦ Σεβαστοῦ περὶ δήθεν καλβινισμοῦ. Ἡ διανομὴ τοῦ βιβλίου, σὲ μιὰ περίοδο ποὺ ἡ Ἐκκλησία βαλλόταν ἀπὸ τοὺς Οὐνίτες, εἴχε εὐεργετικὴ ἐπίδραση στοὺς Ὀρθοδόξους, τοὺς ὁποίους ὁ Διδάσκαλος Σεβαστὸς προέτρεπε «νὰ μὴν ἀπατηθοῦν ἀπὸ τὰς τοιαύτας συκοφαντίας καὶ ψευδολογίας τῶν τοιούτων ἀπατεώνων καὶ προβατοσχήμων λύκων».



Ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα κείμενά του, ἐπιστολὲς καὶ συγγράμματα (τὰ ὁποία εὐρίσκονται διασκορπισμένα σὲ βιβλιοθήκες διαφόρων χωρῶν) μνημονεύεται ἐνδεικτικὰ μόνο ἡ σύντομος πραγματεία «Περὶ διαφορᾶς θείας οὐσίας καὶ ἐνεργείας, κατὰ Λατίνων», ἡ ὁποῖα, σὺν Θεῷ, θὰ ἐκδοθεῖ σύντομα, μαζὶ μὲ ἄλλα ἄγνωστα ἀντιπαπικὰ κείμενα διαφόρων Διδασκάλων.

Ὁ Σεβαστὸς ἄφησε φήμη μεγάλου διδασκάλου καὶ θεολόγου καὶ πολλοὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες παραπέμπουν στὰ κείμενά του. Ὁ δὲ Καισάριος Δαπόντες χαρακτηρίζει «χρυσά» τὰ συγγράμματα τοῦ Σεβαστοῦ «καὶ τοῦ χρυσοῦ τιμιώτερα καὶ χρησιμώτερα» (Κ. Σάθα, Μεσαιωνικὴ Βιβλιοθήκη, τόμ. γ΄, Βενετία, 1872, σελ. 192). Ἡ συμβολή του στὸν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Ἱερὸ Ἀγώνα, ὑπήρξε σημαντικὴ καὶ τὸ λιγότερο ποὺ μπορούσε νὰ γίνει γιὰ  αυτὸν ἦταν ἡ σύνταξη τοῦ παρὸντος ἄρθρου, ὥστε μέσα ἀπὸ αὐτὸ νὰ γίνει γνωστὸς καὶ σὲ ἄλλους ὁρθοδόξους συμπατριώτες μας. Ἂς εἶναι ἡ μνήμη του αἰωνία.  

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ



"Ὁ θεῖος Σάββας ἐθαυμάζετο περίσσα τὸν μέγαν Εὐθύμιον, καὶ τὸν εἶχεν εἰς 
άνείκαστον εὐλάβειαν, οὐ μόνον διὰ τὰς ἄνωθεν καὶ τὰς ἄλλας θαυματουργίας, 
ὁποῦ ἑτέλεσεν, ἀλλὰ καὶ διατὶ ἦτον πολλὰ ζηλωτὴς τῶν ὀρθῶν δογμάτων, 
καὶ ἐμάχετο κατὰ τῶν Μανιχαίων, καὶ Ἀρειανῶν, καὶ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν
(Εκλόγιον, Αγαπίου μοναχού, Βίος του Οσίου Ευθυμίου).


ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΟΣ:

ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ Α΄
Τόπος: Κωνσταντινούπολη. Χρόνος: 365 μ.Χ. Πρόσωπα του διαλόγου: Νικήτας (πιστός στο Σύμβολο της Νίκαιας), Άρης (οπαδός της επίσημης Εκκλησίας)
ΝΙΚΗΤΑΣ: Φίλτατε επειδή είναι φανερό πως ο Πατριάρχης Ευδόξιος φρονεί τα του Αρείου, δεν πρέπει να έχουμε εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του.
ΑΡΗΣ: Ω, φίλε, ξεχνάς πως στον Πατριάρχη μας εμφανίστηκε ο Άγιος Θεόδωρος και με το θαύμα με τα κόλλυβα μας έσωσε από την παγίδα του Αυτοκράτορος Ιουλιανού; Θα μπορούσε ποτέ να εμφανιστεί ο Άγιος σε κάποιον ο οποίος θα έσφαλλε στην πίστη; Νιώθω ότι είμαι ασφαλής εδώ που βρίσκομαι!


ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ Β΄
Τόπος: Βενετία. Χρόνος: 1600 μ.Χ. Πρόσωπα του διαλόγου: Γαβριήλ (Ορθόδοξος), Λέων (παπικός)
ΓΑΒΡΙΗΛ: Αγαπητέ μου, οφείλω να σε ενημερώσω πως ο Παπισμός είναι αίρεση και σχίσμα και όπως γνωρίζεις "εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία" κατά τους Πατέρες.
ΛΕΩΝ: Καλέ μου φίλε, συμφωνώ με τους Πατέρες, αλλά πως γίνεται να είμαι εκτός Εκκλησίας, όταν βλέπω να γίνονται τόσα θαύματα σε μας; Εφόσον έχουμε σημεία και θαύματα, αισθάνομαι ότι είμαι εντάξει εδώ που βρίσκομαι!


ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ Γ΄
Τόπος: Αθήνα. Χρόνος: 2017 μ.Χ. Πρόσωπα του διαλόγου: Δημήτριος (Ορθόδοξος), Άγγελος (οπαδός της επίσημης Εκκλησίας)

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ: Αγαπητέ μου, αν συμφωνούμε πως ο Οικουμενισμός είναι αίρεση, οφείλουμε να διακόψουμε την εκκλησιαστική κοινωνία με τους φορείς του κατά την διδασκαλία και την πράξη των Πατέρων.
ΆΓΓΕΛΟΣ: Καλέ μου φίλε, έτσι είναι, αλλά να σου πω τον προβληματισμό μου. Ο νεοφανής Άγιος τάδε και ο νεοφανής Άγιος δείνα δεν διέκοψαν την κοινωνία με τους Οικουμενιστές. Και ξέρεις για πόσο θαυματουργούς Αγίους μιλάμε. Όταν ακούω για τα πάμπολλα θαύματά τους, πιστεύω πως είμαι καλά εδώ που βρίσκομαι!

Ν. Μ.


ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΑΠΑΝΤΟΥΝ:

ΔΙΑΤΑΓΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
 "Ἐκεῖνο δὲ προστίθεμεν τῷ λόγῳ, ὅτι οὔτε πᾶς ὁ προφητεύων, ὅσιος· οὔτε πᾶς ὁ δαίμονας ἐλαύνων, ἅγιος(P. G. 1, 1065-1068).


ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ

"Πᾶς ὁ λέγων παρὰ τὰ διατεταγμένα, κἂν ἀξιόπιστος ᾖ, κἂν νηστεύῃ, κἂν παρθενεύῃ, κἂν σημεῖα ποιῇ, κἂν προφητεύῃ, λύκος σοι φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ, προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος" (P. G. 5, 912).


ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ
"Ἐρώτησις ε΄. Eἰ ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τῶν αἱρετικῶν δυνάμεις ἐνεργοῦνται, οἷον νοσημάτων ἰάσεις καὶ πνευμάτων διωγμοὶ ἀκαθάρτων, καρπῶν γῆς φορὰ καὶ ἐλαίου ἀναβλύσεις, πῶς οὐκ ἀνάγκη ἐκ τούτων ἐν τῇ πλάνῃ βεβαιοῦσθαι ἐκείνους;
Ἀπόκρισις. Ὥσπερ τὸ ἀνατέλλειν τὸν ἥλιον ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχειν ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους οὐκ ἔστι βεβαιωτικὸν πονηρῶν καὶ ἀδίκων ἐν τῇ πονηρίᾳ καὶ ἀδικίᾳ ἀλλὰ παρασκευαστικὸν εἰς δικαίαν τιμωρίαν, οὕτως οὐκ ἔστι βεβαιωτικὸν τῶν αἱρετικῶν ἐν τῇ πλάνῃ τὸ ἐνεργεῖν τινας ἐν αὐτοῖς δυνάμεις. Eἰ γὰρ ἦν ἀπόδειξις καὶ σημεῖον εὐσεβείας τὸ ἐνεργεῖν δυνάμεις, οὐκ ἂν ὁ Κύριος ἀδοκίμους τε καὶ ἀναξίους τῆς πρὸς αὑτὸν οἰκειώσεως ἀπεφαίνετο τοὺς εἰρηκότας· Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν; λέγων πρὸς αὐτούς· Oὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς, ἀποχωρεῖτε ἀπ' ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν! Oὐκ εἰπών, διδάξας ἡμᾶς, ψωμίζειν καὶ ποτίζειν τὸν πεινῶντα καὶ διψῶντα, πολὺ μᾶλλον αὐτὸς τὰ ὅμοια ὧν ἐδίδαξεν ἡμᾶς ποιεῖ, σωρεύων πῦρ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν τῶν ἀξίως τὸν δωτῆρα τῆς πίστεως οὐκ ἐγνωκότων;" (P. G. 6, 1256)

ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


"Ἐρώτ. ριαʹ. Πῶς καί τινες αἱρετικοὶ ποιοῦσι πολλάκις σημεῖα;
Ἀπόκ. Τοῦτο ἡμᾶς οὐκ ὀφείλει ξενίζειν. Ἠκούσαμεν γὰρ τοῦ Κυρίου λέγοντος· ὅτι πολλοὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐροῦσι· «Κύριε, οὐκ ἐν τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν;» καὶ ἐρεῖ αὐτοῖς· «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ' ἐμοῦ, ἐργάται τῆς ἀνομίας». Πολλάκις γὰρ οὐχ ἡ πολιτεία τοῦ θαυματουργοῦντός ἐστιν ἡ τὴν ἴασιν ἐργαζομένη, ἀλλ᾿ ἡ πρὸς αὐτὸν πίστις τοῦ προσερχομένου ἀνθρώπου. Γέγραπται γάρ· «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Πλὴν δεῖ καὶ τοῦτο γινώσκειν, ὅτι πολλάκις τινὲς κακόπιστοι καμάτους πολλοὺς δι' ἀσκήσεως τῷ Θεῷ προσήγαγον, καὶ τὴν ἀντιμισθίαν αὐτῶν ἔλαβον ἐν τῷ νῦν αἰῶνι ἐκ Θεοῦ, τὸ τῶν ἰαμάτων καὶ προρρήσεων χάρισμα· ἵνα ἐν τῷ αἰῶνι τῷ μέλλοντι ἀκούσωσιν· Ἀπελάβετε τὰ ἀγαθὰ ὑμῶν καὶ τοὺς καμάτους ὑμῶν· νῦν δὲ λοιπὸν οὐδὲν ὑμῖν κεχρεώστηται" (P. G. 28, 665).

ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΚΥΡΟΥ

"Διδασκόμεθα δὲ μὴ προσέχειν σημείοις, ὅτ᾿  ἂν ὁ ταῦτα δρῶν ἐναντία τῇ εὐσεβείᾳ διδάσκει" (P. G. 80, 420).


ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ

"ΕΡΩΤΗΣΙΣ Κ΄. Ἐκ ποίας δυνάμεως οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες [καὶ πράττοντες] προφητεύουσι πολλάκις καί θαυματουργοῦσιν;
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ. Τά σημεῖα, καὶ αἱ θαυματουργίαι, καί αἱ προρρήσεις, πολλάκις καὶ δι᾿ ἀναξίων κατά τινα χρείαν ἤ οἰκονομίαν γίνονται, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Βαλαὰμ καὶ τῆς ἐγγαστριμύθου. Καὶ πάλιν, οἱ Ἀπόστολοι, εὑρόντες τινὰ ἄπιστον, «ἐν τῶ ὀνόματι Χριστοῦ ἐκβάλλοντα δαιμόνια», καὶ κωλύσαντες αὐτόν, εἶπον τῶ Χριστῶ· καὶ εἶπε. «Μὴ κωλύετε αὐτόν· ὁ μὴ ὤν γὰρ καθ᾿ ὑμῶν», φησίν, «ὑπὲρ ὑμῶν ἐστιν». Οὐκοῦν ὁπόταν ἴδης καὶ δι᾿ αἱρετικῶν, καὶ διὰ ἀπἰστων σημεῖόν τι κατὰ κρῖμα Θεοῦ γινόμενον, μὴ θαμβηθῆς μηδὲ σαλευθῆς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Πολλάκις γὰρ καὶ ἡ πίστις τοῦ προσερχομένου ἐστίν, ἡ τὸ σημεῖον ποιήσασα, καὶ οὐχ ἡ ἀξία τοῦ ποιήσαντος. Καὶ γὰρ Ἰωάννης, ὁ μείζων πάντων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν, οὐ φαίνεταί τι σημεῖον πεποιηκώς· ὁ δὲ Ἰούδας πάντως πεποίηκε· καὶ γὰρ καὶ αὐτὸς μετὰ τῶν ἄλλων ἦν τῶν πεμφθέντων νεκρούς ἐγεῖραι καὶ λεπρούς καθᾶραι. Διὸ μὴ μέγα τι νομίσης, ἐὰν τινα ἀνάξιον, ἤ κακόπιστον, σημεῖον ποιοῦντα θεωρήσῃς. Οὐ δεῖ δὲ οὔτε ὀρθόδοξον ἄνδρα ἀπὸ σημείων καὶ προφητειῶν δοκιμάζειν, ὅτι ἁγιός ἐστι, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς πολιτείας αὐτοῦ. Πολλοὶ γὰρ πολλάκις οὐ μόνον ὀρθόδοξοι ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ καὶ αἱρετικοὶ καί ἄπιστοι σημεῖα ἐπετέλεσαν, καὶ προεφήτευσαν κατά τινας οἰκονομίας, ὡς εἴρηται, συγχωρηθέντες ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ὡς ἐπὶ τοῦ Βαλαάμ, καὶ Σαούλ, καί Ναβουχοδονόσορ, καὶ Καϊάφα ἔστιν εὑρεῖν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐνεργῆσαν εἰς αὐτοὺς, ἀναξίους καὶ βεβήλους ὄντας δι᾿ αἰτίας εὐλόγους.
...Ἔγνωμεν γὰρ καὶ ἐπίσκοπον αἱρετικὸν ἐν Κυζίκω τῆ πόλει τῶν λεγομένων Μακεδονιανῶν, τῶν Πνευματομάχων, ὅτι ἐλαίαν τὸ δένδρον ἐκ τοῦ τόπου, ἐν ὦ ἴστατο, εἰς ἕτερον τόπον σχήματι εὐχῆς μετήνεγκεν, ὡς σκοτίζουσαν τὴν θυρίδα τοῦ ματαίου εὐκτηρίου αὐτῶν. Καὶ ἐπὶ δανειστοῦ δέ τινος ἀδίκου, χήραν γυναῖκα διασείοντος ἕνεκα χρέους αὐτῆς ἀνδρικοῦ, καὶ ἀπαιτοῦντος, οὐχ ὅσον ἦν τὸ δάνειον, ἀλλὰ πλεῖον, ἐγνωκὼς τοῦτο ὁ προλεχθεὶς αἱρετικὸς ἐπίσκοπος, μήπω ταφέντος τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς, ἀλλ᾿ ἔτι προκομιζομένου, κατέσχε τὴν κλίνην, ἐν ἧ κατέκειτο, παρεσκεύασε δῆθεν τόν νεκρόν λαλῆσαι, καὶ εἰπεῖν, πόσον ἦν τὸ ὀφειλόμενον χρέος τῶ ἐπιδανειστῆ αὐτοῦ. Τούτου δὲ τοῦ αἱρετικοῦ θανόντος καὶ ἐν τῶ μνήματι αὐτοῦ διάφοροι φαντασίαι καὶ σημεῖα ἐπετελέσθησαν. Διὰ τοῦτο τοίνυν οὐ δεῖ πᾶν σημειοφόρον ὡς ἅγιον παραδέχεσθαι, ἀλλὰ δοκιμάζειν, κατὰ τὸν λέγοντα. «Μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα, εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τόν κόσμον». Καὶ ὁ Ἀπόστολος, «Οἱ γὰρ τοιοῦτοι», φησί, «ψευδοαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ». Καὶ οὐ θαυμαστόν· «Αὐτὸς γὰρ ὁ Σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός». Οὐ μέγα οὖν, εἰ καί οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης, ὦν τὸ τέλος ἔσται κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν. Καὶ γὰρ ὁ Ἀντίχριστος ἐρχόμενος, κατὰ συγχώρησιν Θεοῦ, ποιήσει, ὑπουργούντων αὐτῷ δαιμόνων, πάμπολλα σημεῖα καὶ τέρατα ψεύδους, πρὸς ἀπώλειαν μὲν τῶν ἀπίστων, εἰς δοκίμιον δὲ τῶν πιστῶν" (P. G. 89, 517-524).


ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ

"Καινὸν οὐδὲν καὶ θαυμαστὸν τὸ τῆς θαυματουργίας,
τῶν ἐvαντίων τῷ Χριστῷ τιvες ἐθαυματούργουν,
μηδ᾿ ὑπακούοvτες αὐτῷ μηδ᾿ ἐπακολουθοῦvτες,
οὕς ὡς φησιν ἐκώλυε τῶν μαθητῶν τὸ στίφος,
οἶδας τοὺς Σίμωνος υἱοός, τοῦ Φαραῶ τοὺς μάγους,
σεμνυνομένους θαύμασι μάτην ἐπαιρομέvους,
ἀλλὰ καὶ δαίμονες πολλοὶ τοῖς πειθομένοις τούτοις,
διδόασι θαυματουργεῖν. Καὶ πρὸς αὐτοὺς ἐκεῖνοι,
πολλάκις ἐπιδείκvυνται, παμμέγιστα σημεῖα,
ἀλλὰ καὶ τῶν αἱρετικῶν πολλοὶ θαυματουργοῦσι,
τὸ δ᾿ ἀληθέστερον εἰπεῖν δαίμοvες διὰ τούτων,
ἵνα τῇ πλάνῃ μένωσιv ἀεὶ κεκρατημέvοι,
καὶ διὰ τούτων ἕτεροι μετάγονται πρὸς ταύτην,
εἰς δ᾿  εὐσεβεῖς ἀμαρτωλοὺς θαυματουργεῖv τὴν χάριν
διὰ τὴν πίστην λέγουσιν, ἢ καὶ τοὺς αἰτουμέvους,
οὕτω καὶ παῖδα γράφουσιν ἐξαναστῆσαι πόρνην.
Ἄλλη δὲ πάλιν ἄσωτος τοῦ βίου μεταστᾶσα,
τὸν τάφον εἶχεν αὐτουργὸν τεράτων καὶ σημείωv,
καὶ τοῦτο τέχνη τοῦ Σατᾶv ἵνα νομοθετήσῃ,
τοὺς ἀπλουστέρους ἀπατῶv μὴ βλάπτειν τὴν πορνείαν,
ὥσπερ καὶ πρός τιvας ποιεῖ τῶν κοσμικῶv θανόvτωv,
ὃς καταπείσει τοὺς πολλοὺς περιορᾷν το σχήμα.
Ὡσαύτως καὶ τῶν λαϊκῶν λαμπρῶς δοξαζομέvωv,
καταμελοῦσιν οἱ πολλοὶ τοῦ σχήματος τοῦ θείου
καὶ δίχα τούτου δυνατὸν ἡγούμενοι σωθῆναι,
ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἐκεῖνον ἀγvοεῖς τὸν μοvαχὸν ὡς οἷμαι,
ὃς ἐv τῷ πάθει κοιμηθεὶς καὶ παρὰ μοναζούσης,
ἧ τότε συvεφθείρετο παραδοθεὶς τῷ τάφῷ,
ὡς ὕστερον ἐξήγγειλεν αὐτῇ τῷ Πατριάρχῃ,
καινὰ μετὰ τὸν θάνατον ἐτέλεσε σημεῖα,
δεικνὺς τὸν τάφον αὐτουργὸv τεράτων καὶ σημείων,
ἀλλ᾿ ὕστεροv ἐσκέφθησαν πάvτων γνωσθέντων τούτων,
ταῦτα μὲν οὖν τῆς πίστεως ὡς ὁ Σωτὴρ εἰρήκει
εἰπὼν κατὰ τὴν πίστιv σου τὸ πρᾶγμα σου γεvέσθω,
καὶ πάλιν ἐὰv ἔχητε πίστιv καθάπερ κόκκοv,
συνάπεως, τὰ δ᾿ ἐφεξῆς ἐκ τῆς Γραφῆς γινώσκεις".
(Ἀλφαβηταλφάβητος, Ἐκ τῆς Ὑποθέσεως ρψ΄: Ὅτι τῆς πίστεως εἰσι τὰ τῶν θαυμάτων ἔργα).

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Περί Παλαιού, Νέου και Παπικού εορτολογίου



Στον χώρο του Νέου ημερολογίου υπάρχουν δύο θεωρήσεις σχετικά με την αντιμετώπιση της Ημερολογιακής Καινοτομίας του 1924. Από την μία, οι νεωτεριστές και φιλοοικουμενιστές κληρικοί και θεολόγοι, βλέπουν ως απαραίτητη την Καινοτομία αυτή διότι εξυπηρετεί το οικουμενιστικό όραμα για προσέγγιση των "Εκκλησιών". Από την άλλη, οι παραδοσιακοί κληρικοί και θεολόγοι, παρόλο που εξ ανάγκης, υποχρεώσεως ή οικονομίας την ανέχονται, εν τούτοις βλέποντας με εκκλησιαστικά κριτήρια την Καινοτομία αυτήν, την απορρίπτουν και επιθυμούν την επαναφορά στο Παλαιό ημερολόγιο (Παπα-Νικόλας Πλανάς, π. Φιλόθεος Ζερβάκος, πρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, και από τους συγχρόνους π. Θεόδωρος Ζήσης, π. Γεώργιος Μεταλληνός, π. Παΐσιος Παπαδόπουλος κ.α.).
Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε μία τρίτη καινοφανής και παράδοξη θεώρηση, σύμφωνα με την οποία σφάλλουν μεν όσοι υπηρετούν τον Οικουμενισμό, αλλά δεν θεωρείται ως κάτι το μεμπτό η Ημερολογιακή Καινοτομία, ούτε έχει σχέση με αυτόν. Οι - ελάχιστοι ευτυχώς - οπαδοί αυτής της κενταύρειας θεωρήσεως προκειμένου να παραπλανήσουν τους Ορθοδόξους ισχυρίζονται πως με την Ημερολογιακή Καινοτομία του 1924 "τό ἑορτολόγιο μεταξύ Παλαιοῦ καί Νέου Ἡμερολογίου δέν ἄλλαξε" (εννοώντας ότι οι εορταζόμενοι Άγιοι δεν άλλαξαν).
Παρακάτω παραθέτουμε ένα δείγμα από τον προσεχή Δεκέμβριο, κατά το Γρηγοριανό (πολιτικό) ημερολόγιο, ώστε βλέποντας την εορτολογική αντιστοιχία μεταξύ των τριών εορτολογίων (Παλαιού, Νέου και Παπικού) [αντιστοιχία που δικαιώνει τον Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο (και άλλους Πατέρες), που αποκαλούσε το Νέο ημερολόγιο ξεκάθαρα "Παπικό"] να αποδειχθεί ξεκάθαρα το έωλο της θεωρήσεως αυτής: 


(ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ Ή ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΤΕ ΤΗΝ)

* Όπως βλέπουμε την 1η Δεκεμβρίου με το πολιτικό ημερολόγιο, κατά το Παλαιό εορτολόγιο (18η Νοεμβρίου) τιμώνται οι Άγιοι μάρτυρες Πλάτων και  Ρωμανός και ο Νεομάρτυς Αναστάσιος, οι δε Νεοημερολογίτες  όμως συνεορτάζουν μαζί με τους Παπικούς τον Άγιο Φιλάρετο (αλλά και τον Προφήτη Ναούμ, όπως φαίνεται από το Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο [=Συναξαριστή], παρόλο που στο παραπάνω παπικό εορτολόγιο δεν αναγράφεται χάριν συντομίας).
* Στις 4 Δεκεμβρίου, οι καμπάνες του Αγίου Όρους, των Ιεροσολύμων, της Ρωσίας, των Παλαιοημερολογιτών της Ελλάδος κ.α., θα χτυπούν χαρμόσυνα για την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Τί κρίμα όμως, μια μεγάλη μερίδα Ορθοδόξων, που ακολουθούν το Νέο εορτολόγιο, θα συνεορτάζει με τους Παπικούς την Αγία Βαρβάρα...
* Συνεορτασμός Νεοημερολογιτών και Παπικών θα υπάρχει και τις επόμενες ημέρες, με τις εορτές των Αγίων Σάββα, Νικολάου και Αμβροσίου, στις 5, 6 και 7 Δεκεμβρίου αντίστοιχα.
* Στις 12 Δεκεμβρίου θα συνεορτάσουν Νεοημερολογίτες και Παπικοί τον Άγιο Σπυρίδωνα, ο οποίος και με θαύματα έχει δείξει την αποστροφή του προς την αίρεση του Παπισμού.
* Στις 13 Δεκεμβρίου σύμφωνα με το Νέο και το Παπικό εορτολόγιο θα είναι των μαρτύρων Ευστρατίου και Λουκίας, αλλά με το Παλαιό θα εορτάζεται η μνήμη του Αποστόλου Ανδρέου, την οποία οι Νεοημερολογίτες του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως θα έχουν ήδη εορτάσει πάλι με παρουσία παπικών αντιπροσώπων, ή και του ίδιου του Πάπα, όπως κατ'  έτος συνηθίζουν!


* Παραβλέποντας τις μικρότερες εορτές (προφήτου Αγγαίου, μάρτυρος Ευγενίας και άλλων μικρότερων που δεν περιλαμβάνονται στα παραπάνω εορτολόγια χάριν συντομίας), πάμε στην 25η Δεκεμβρίου, κατά την οποία όσοι ακολουθούν το Παλαιό θα εορτάζουν τον Άγιο Σπυρίδωνα, ενώ εκείνοι που ακολουθούν το Νέο την εορτή των Χριστουγέννων, μαζί με τους Παπικούς! 


Είθε να δώσει ο Κύριος ώστε όλοι οι Ορθόδοξοι να ενωθούν ξανά εορτολογικώς προς δόξαν της Ορθοδοξίας και καταισχύνη των Οικουμενιστών, αλλά και των σχισματικών!



Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΛΟΥΚΑΡΕΩΣ - ΔΙΑΛΟΓΟΣ «ΖΗΛΩΤΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΑΛΗΘΗΣ» (1616)




(Εκδόθηκε από τον ακάματο Αθανάσιο Παπαδόπουλου -Κεραμέα στο  έργο του  "Ανάλεκτα Ιεροσολυμιτικής Σταχυολογίας", τόμ.  α΄, Πετρούπολη, 1891, σελ. 220-230. Δακτυλογράφηση - Υποσημειώσεις - Υπογραμμίσεις: Ν. Μάννης)

Κυρίλλου Λουκάρεως, πάπα καὶ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, Διάλογος βραχύς, ἐν ᾧ καταλεπτῶς θεωρεῖται ὁ κίνδυνος ὁποῦ μέλλει νὰ προ­ξενήσῃ πολὺ κακὸν καὶ ζημίαν, προβαίνοντος τοῦ καιροῦ, εἰς τὴν Ἐκ­κλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως[1] διὰ τῆς παρουσίας τῶν Γεζουϊτῶν[2] εἰς τὸν Γαλατᾶ[3], καὶ σκέψις πῶς ἤθελεν εἶσται δυνατὸν ὁ τοιοῦτος κίνδυνος νὰ κατα­λυθῇ. Τὰ τοῦ διαλόγου πρόσωπα Ζηλωτὴς καὶ Φιλαλήθης.


Z.  Xαίροις, ὧ Φιλάληθες! Ἀπὸ πολλοῦ σὲ ἐγύρευα νὰ σὲ ἐρωτήσω ἂν ᾖναι πρέπον καὶ δίκαιον νὰ μὲ συμβουλεύσῃς, τινὰς νὰ ἀποθάνῃ διὰ τὰ δόγματά του τὰ ἀληθῆ καὶ ὁποῦ εἶχεν ἀπὸ τοὺς πατέρες τους; Διατὶ ἔχω ἀκουστὰ ἀπὸ τοὺς προτήτερούς μου ὅτι εἶναι κάλλιον τινὰς νὰ ἀποθάνῃ παρὰ νὰ παρέβῃ τὴν ἀλήθειαν. Εἰς τοῦτο λοιπὸν σὲ ἐγύρευσα καὶ παρακαλῶ σε νὰ μοῦ εἰπῇς ἂν πρέπῃ.
Φ. Θαυμάζω, ὦ Ζηλωτά, πῶς τόσον σπουδαίως ἄρχεσαι καὶ πῶς μὲ τοιαύτην προθυμίαν μοῦ συντυχαίνεις, καὶ κἂν δὲ μὲ ἀφῆκες νὰ σοῦ ἀποκριθῶ εἰς τὸν χαιρετισμόν, ἀμὴ μ’ ἐρωτᾷς πράγματα ὁποῦ δὲν ἠξ­εύ­ρω τί σε ἀναγκάζει νὰ μὲ ἐρωτᾷς.
Ζ. Ἐρωτῶ διατὶ βλέπω ὅτι εἶναι καιρὸς τινὰς νὰ ἀποθάνῃ, ἐπειδὴ τό­σον καιρὸν ὁποῦ ἤμασθεν ἀπὸ κάτω ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὰ δόγματά μας καὶ ἡ ὀρθοδοξία μας στέκουνται σῶα, καὶ τώρα νεωστὶ ἦλθαν οἱ λε­γό­με­νοι Γεζουΐται καὶ μὲ πολλὴν πονηρίαν καὶ ὑπόκρισιν πάσχουν νὰ μᾶς τὰ ἀνατρέψουν καὶ νὰ τὰ χαλάσουν ὅλα. Τοῦτο λογιάζωντας[4] κρίνω πῶς εἶναι καλλιότερον νὰ ἀποθάνῃ τινὰς παρὰ νὰ ζῇ.
Φ. Ἐτοῦτο εἶναι ὁποῦ σὲ ταράττει καὶ σὲ κάμνει καὶ εἶσαι τόσον λυπημένος; Ἐγὼ ἂν ἐγροίκουν καὶ ἐσύμφερεν ἤθελα σοῦ εἰπῆ ἐκεῖνα ὁποῦ ἐγροίκησα, πῶς εὔκολα ἐκοινολογοῦσαν σοφοί τινες ἄνδρες ἀνά­με­σόν τως[5] περὶ τούτων τῶν Γεζουϊτῶν, οἱ ὁποῖοι ταπεινοὶ φαίνουνται εἰς τὰ ὄματα καθ’ ἑνός, ἀμὴ εἶναι πονηροὶ καὶ λύκοι, καὶ καθὼς ἔλεγαν ἐκεῖνοι οἱ σοφοὶ ἄνδρες, ἄξιοι εἶναι νὰ συντρίψουν βασιλείαν· πόσον μᾶλλον τὰ δόγματα τὰ ἡμέτερα καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τὴν ἐδικήν μας; Ἀμὴ φοβοῦμαι καὶ δὲν συμφέρει νὰ λαλῶ περισσότερον καὶ διὰ τοῦτο σιωπῶ.
Ζ. Ὄχι! Σὲ παρακαλῶ μὴν μοῦ κρύψῃς τὰ ὅσα ἤκουσας ἀπ’ ἐκεῖ, ὅτι γνω­ρίζω πῶς εἶναι πολλὰ συμφέρον καὶ ἐμένα καὶ κάθε ἄλλου ὁποῦ νὰ ἀκούσῃ τὰ τοιαῦτα διὰ νὰ ἠξεύρῃ κάθε εἷς τὰ τοιαῦτα, τὸ τί κάμνει χρεία εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν νὰ ἀποφασίσῃ.
Φ. Ἐγὼ μοῦ φαίνεται καθὼς εἶπα καὶ δὲν συμφέρει, διατὶ θέλει κα­κο­φανῆ πολλῶν καὶ ἀπὸ τοὺς ἐδικούς μας, καὶ διὰ τοῦτο σιωπῶ.
Ζ. Καὶ μὴ σκεφθῇς ὅτι ἔχει νὰ κακοφανῇ μερικῶν, ἀλλ’ ὅτι θέλει εἶ­σται καὶ συμφέρον πολλῶν, καὶ μάλιστα ἂν ᾖναι ἀλήθεια τὰ ὅσα ἤκου­σα.
Φ. Ἐκεῖνοι οἱ σοφοὶ τόσον ἀληθῶς ἐσύντυχαν[6] ὁποῦ περισσότερον δὲν βολεῖ.
Ζ. Φυλάγου λοιπὸν ἂν κρύψῃς τὴν ἀλήθειαν, μήπως καὶ θέλῃς ἔχει ἁμαρτίαν καὶ βάρος εἰς τὴν ψυχήν σου[7].
Φ. Ἀναγκάζεις με μὲ τοιαῦτα λόγια νὰ σοῦ κάμω τὸ θέλημά σου, μάλιστα ὁποῦ μετρᾷ εἰς τὸν νοῦν μου ὅτι ἂν ἐκεῖνα ὁποῦ θέλω σοῦ εἰπῆ ἐκ στόματος τῶν σοφῶν ἐκείνων τὰ ἀκούσουν ἀπὸ λόγου σου καὶ ἄλλοι, θέλουν γνωρίσει καλλιότερα τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτῶν τῶν καλῶν ἀνθρώπων τῶν Γεζουϊτῶν, καὶ εἰς τοῦτο νὰ τοὺς προσέχωσιν ὅσον εἶναι δυνατόν.
Z. Παρακαλῶ σε μὴν βράδυνε νὰ πληρώσῃς τὸ θέλημά μου ὡς ἐκεῖ­νος, ὁποῦ εἶσαι φίλος καὶ καλὸς χριστιανός.
Φ. Εὑρισκόμουν ἐχθὲς μὲ δύο σοφοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους ἂν τοὺς ὀνομάσω δυνατὸν νὰ τοὺς ἐγνωρίσῃς. Ἀμὴ ἀφίνω νὰ εἰπῶ τὰ ὀνό­ματά τως διὰ τὴν ὥραν.  Λοιπὸν ὁμιλώντας ἐκεῖνοι πολλὰ καὶ διάφορα πράγματα, πολλὰ ἐχαίρουμουν ἀκούωντάς τους. Ὅμως ἦλθαν καὶ εἰς τοῦ­το καὶ ἔλεγαν περὶ πίστεως, καὶ ἐγνώριζαν καὶ οἱ δύο ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἂν καλὰ καὶ ἐπέρασεν πολλαὶς ταραχαὶς ἐκ μέρους τῶν αἱ­ρε­τικῶν, ἀμὴ πάντοτε ἐκεφαλῄωνεν καὶ ἐστέκετονε εἰς ὀρθοδοξίαν. Ἀμὴ ἔλεγαν πῶς τώρα εἶναι πολλὰ δυστυχής, διατὶ ἀνθρώπους δὲν ἔχει φρο­νίμους, ἀμὴ τὴν κυβερνοῦσιν ἀμαθεῖς ἄνθρωποι καὶ ὁποῦ δὲν γνωρίζουν τὸ χρέος ὁποῦ ἔχουν διὰ τὴν κυβέρνησιν αὐτῆς, καὶ μόνον ἡ ἔννοιά τως εἶναι εἰς τὴν φιλαργυρίαν καὶ ἁρπαγὴν καὶ ἀδικίαν καὶ ὄχι εἰς καμμίαν καλοσύνην, εἰς τόσον ὁποῦ ἔλεγεν (ὁ εἷς) δὲν «θεωρῶ πλέον ἐγὼ πῶς ὁ Θεὸς νὰ τοὺς βοηθήσῃ πλέον τὴν Ἐκκλησίαν ταύτην, ἢ πῶς οἱ χριστιανοὶ νὰ ἐμποροῦσι νὰ ἰδοῦσι καμμίαν ὠφέλειαν ἀπὸ τὴν τοιαύτην Ἐκκλη­σίαν, ὁποῦ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἁγιωσύνη καὶ δικαιοσύνη καὶ οὐδεκαμμία ἄλλη ἀρετή, καθὼς εἶναι ἴδιον τῆς χριστιανωσύνης, δὲν πολιτεύεται». Ταῦ­τα ἔλεγεν ὁ εἷς σοφὸς ἐκεῖνος, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ἄλλος σοφὸς ἀπεκρίθη λέγων ὅτι «καλὴ καὶ φρόνιμη θεωρία εἶναι ἐτούτη, ἡ ὁποία εἶχε χρεία δι­όρθωσιν, ἂν ἤτονε δυνατόν. Ἀμὴ ἐπειδὴ ἀφ’ οὗ ἐπάρθη ἡ Κωνσταντι­νού­πολις ἀπὸ τοὺς Τούρκους ὕστερον ὀλίγους χρόνους ἄρχισεν ἡ ἀκατα­στα­σία αὕτη εἰς αὐτὴν τὴν Ἐκκλησίαν ὡς τώρα, κἂν πάντοτε στέκεται καὶ λέγουν οἱ Ἀνατολικοὶ πῶς ἔχουν Ἐκκλησίαν καὶ στέκουνται μ’ ἐλπίδα ὅτι θέλει στείλει ὁ Θεὸς κανένα καιρὸν ἄνθρωπον νὰ τὴν διορθώσῃ[8], καὶ πάντοτε εὑρίσκουνται μὲ τέτοιαν παρηγορίαν οἱ πτωχοὶ πῶς ἔχουν Ἐκ­κλησίαν, καλὰ καὶ νὰ ᾖναι πτωχοὶ οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀνατολικῆς, ἀμὴ τώρα κινδυνεύει νὰ χαθῇ ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὥστε πλέον Ἐκκλη­σίαν νὰ μὴν ἔχουν οἱ Ἀνατολικοί. Καὶ ἂν ἐρωτήσῃς «διατί», σοὶ λέγω ὅτι ὅλαις ταὶς τέχναις ταὶς πονηραὶς κρυφίως ταὶς χρειάζουνται διὰ τὴν ἐ­δικήν τως ὑπόκρισιν οἱ Γεζουΐται, διὰ νὰ ξαπλώνουν πανταχοῦ τὴν ἐξου­σίαν τοῦ Πάπα. Καὶ σὰν ἐγνώρισαν τὴν εὐκολίαν ὁποῦ μποροῦν νὰ ἔ­χουν εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ οἱ Τοῦρκοι ὡς ἄνθρωποι ὁποῦ δὲν βιάζουνται διὰ τὰ πράγματα τῶν χριστιανῶν ἂν τινὰς δὲν τοὺς βάλῃ εἰς φῶς (ἂν καὶ τινὰς τοὺς βάλῃ εἰς φῶς, εὔκολα πάλιν τυφλώνουνται), μὲ τοῦτο τὸ ἐλογίασαν πῶς εἶναι εὔκολον καὶ ἦλθαν εἰς τὸν Λεβάντε[9]. Καὶ πρῶτον ἐκα­τοίκησαν εἰς τὴν Χίο καὶ ἐκεῖ ἔκαμαν σπουδαστήριον καὶ ἔσυραν τοὺς ἥμισυ παπάδες καὶ χριστιανοὺς εἰς τὴν γνώμην τως καὶ εἰς τὴν θρῃ­σκεί­αν τως καὶ καταφρονοῦσι τὴν τάξιν καὶ τὰ δόγματά μας καὶ κρα­τοῦ­σι (τὰ) τοῦ Πάπα. Τώρα ἀπ’ ἐκεῖ ἦλθαν εἰς Κωνσταντινούπολιν[10] καὶ ἐκα­τοίκησαν εἰς τὸν Γαλατᾶ, καὶ πρῶτον ἐπίασαν τὰ παιδία καὶ μὲ τὸ μέσον τῶν παιδίων κλέπτουσι τὰς γνώμας τῶν πατέρων τους. Ἔπειτα μὲ συμ­βου­λαίς τως κρυφαὶς καὶ συνδρομαίς τως τοὺς λατινόφρονας (ὅσα βδε­λύγματα καὶ μαργιολίαις καὶ μαργιόλους[11], μόνον νὰ ἔλθουν ἀπὸ τὴν Ῥώ­μην  καὶ νὰ ἐπαγγέλλωνται πῶς πείθουνται τῷ Πάπᾳ) τοὺς συστέ­νουν πολ­λαχῶς καὶ προβιβάζουνται εἰς ἀρχιερωσύνην[12]. Ἔτζι ἔγινεν μὲ τὴν συμβουλή τως καὶ συνδρομήν τως μητροπολίτης Παροναξίας ἕνας μαργιόλος κατῃσχυμένος, διὰ πολλῶν λόγων ἢ λογιῶν ἐντροπαὶς ἀπὸ τὴν Ἀνάπολιν[13] διωγμένος, κἄποιος λεγόμενος Νικηφόρος[14], καὶ ὡς τὴν σήμερον ἐδῶ εἰς τὸν Γαλατᾶ καὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἕκαστος τὸν ἐβλέπει καὶ τὸν ἠξεύρει τί ἄνθρωπος εἶναι. Καὶ πάλιν μὲ τὴν συμβουλὴν αὐτῶν τῶν Γεζουϊτῶν καὶ τὴν συνδρομήν τως ἔγινεν μητροπολίτης Χρι­στιανουπόλεως κἄποιος δὲ παπᾶ Νικόλαος[15] λεγόμενος,ἄνθρωπος ὁποῦ ἔχει πολλὴν ἀγνωσίαν, καὶ ὄχι ἀνθρώπους ἀμὴ χοίρους ἄξιος δὲν εἶναι νὰ βόσκῃ. Ἀφίνω τὰ ἄλλα τως ἐλαττώματα ὁποῦ δὲν βολεῖ τώρα νὰ τὰ λέγω. Ὅμως διὰ νὰ ἐπαγγέλλωνται φανερὰ καὶ ἀνερυθριάστως ὅτι εἶναι παπίσται καὶ ὅτι ὁ Πάπας εἶναι τῆς Ἐκκλησίας τῆς καθολικῆς πρῶτος καὶ κεφαλή, διὰ τοῦτο τοὺς συντρέχουσι καὶ ἀνεβαίνουν εἰς τοὺς βαθ­μοὺς αὐτούς. Καὶ θέλει εἰπῆ πῶς δὲν πταίουσιν αὐτοὶ ἀμὴ ἐκεῖνος ὁποῦ τοὺς κάμνει, ἤγουν ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως[16]. Ἀλήθεια, ἐκεῖ­νος τὸ πρῶτον πταίσιμον. Ἀμὴ τί ἠξεύρεις; Μηπως καὶ ἔχουν καὶ ἐκεῖνον συρμένον εἰς τὴν γνώμην τως; Μὲ τὸ νὰ τοῦ τάξουν ὑποσχέσεις ψεμ­ματιναὶς καὶ καθὼς ἐγελοῦσαν τὸν Νεόφυτον τὸν πατριάρχην διὰ κο­μπο­σχοίνια καὶ μὲ κἄτι εἰκόνες στάμπιναις εἰς τὸ χαρτί, καὶ καθὼς γελοῦσι μετὰ ταῦτα καὶ σύρνουσι τὸν κόσμον, ἔτζι καὶ τὸν πατριάρχην ἐνδέχεται νὰ τὸν γελοῦσι μὲ ψέμματα. Ὅμως τοῦτο δὲν τὸ βεβαιώνω, ὅτι ὡς καὶ ἂν ᾖναι πολλὰ κακὰ καὶ παράνομα κάμνει ὁ πατριάρχης νὰ χει­ρο­τονᾷ τοὺς τοιούτους λατινόφρονας καὶ ἀναξίους ὁποῦ αὐτὸς τοὺς ἠξ­εύρει. Ὅμως ἂς εἶναι. Ἡμεῖς τώρα δὲν λέγομεν μόνον διὰ τοὺς Γεζουΐτας πῶς ἐπιτηδεύονται τὴν δουλείαν τως καλὰ καὶ ἐνεργοῦσι καὶ χειροτονοῦ­σιν ἐδικούς τως ἀνθρώπους καὶ τοὺς κάμνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Τώρα μὲ τοῦτο θέλεις ἰδεῖ ὅτι εἰς ὀλίγον καιρὸν καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λατινό­φρονας θέλουν κάμει κανένα πατριάρχην, ἐπειδὴ τὸ Πατριαρχεῖον δὲν στέκεται εἰς ἄλλο, μόνον ὅποιος δώσει περισσότερα ἄσπρα[17]. Μποροῦσι οἱ Γεζουΐται νὰ τὸν κάμουν, ὅτι περισσότερα ἔχουν αὐτοὶ ὅταν θέλουν πα­ρὰ τὸν πατριάρχη καὶ ταὶς λοιπαὶς ἐπαρχίαις· ἀμὴ δὲν τὰ ῥίπτουν ἀ­σκέ­πτως. Ὅταν λοιπὸν ἔλθῃ εἰς τόσον νὰ βάλουν αὐτοὶ πατριάρχην λατινό­φρονα καὶ ἐδικόν τως, τότε καὶ αὐτοὶ οἱ ἱερομόναχοι ὅλοι ὁποῦ γυρίζουν τὰ καντούνια[18] τῆς Πόλεως καὶ τοῦ Γαλατᾶ, ὅλοι διὰ νὰ ἔχουν ἐκκλησίαις ὅλοι εἰς τὸν ὁρισμόν τως καὶ ὄχι τῶν Γεζουϊτῶν (διατὶ αὐτοὶ δὲν φαίνο­νται) μόνον τοῦ λατινόφρονος πατριάρχου· τότε ἡ πνευματικὴ διαγωγὴ εἰς τὸ χέρι τως, τότε τὰ μαθήματα εἰς τὸ χέρι τως, τότε καὶ ἡ διδαχή, εἰς τόσον ὁποῦ δὲν ἀκολουθᾷ ἐκεῖ ἄλλο παρὰ ὁ παντελὴς ἀφανισμὸς καὶ τῆς ὀρθοδοξίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολικῆς. Καὶ μὴ εἴπῃ τινὰς ὅτι «τοῦτο ἀκόμη δὲν ἔγινεν», ὅτι ἂς τὸ κρατεῖ κάθα εἷς διὰ καμωμένον καὶ τελειωμένον. Τοῦτο σκέπτομαι ἐγὼ καὶ λογιάζω πῶς εἶναι χειρότερον παρὰ κάθε ἄλλην συμφοράν, καλὰ καὶ οἱ ἄρχοντες τῆς Πόλης νὰ μὴν τὸ λογιάζουν, διατὶ δὲν τοὺς κόπτει, παρὰ κάθα εἷς λογιάζει τὸ ἴδιόν του. Ὁ λαὸς πάλιν ὁ κοινὸς ἔχει ἕνα ἰδίωμα, ὅτι εἰς τοιαύταις ὑποθέσεις δὲν μετρᾷ περισσότερον. Ἔπειτα οἱ καλοὶ Γεζουΐται ἔχουσι μαθητὰς κἄποιους χοντροὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους (ὡς πονηροὶ ὁποῦ εἶναι) μὲ τόσην ὑπόκρισιν τοὺς γελοῦν καὶ τοὺς παίζουν ὡς πιθήκους, γνωρί­ζοντάς τως χοντροὺς καὶ ἀφυεῖς[19], ὁποῦ δὲν ἐμποροῦν νὰ μάθουν· ὅμως τοὺς ἐπιμελοῦνται διὰ νὰ κλέπτουν τὴν εὔνοιάν των νὰ περιπατοῦσι ἀπὸ τὰ παζάρια καὶ ἀπὸ τοὺς ζαλαχανάδες[20] καὶ ἀπὸ ταὶς ἐκκλησίαις νὰ κηρύττουσι πῶς οἱ Γεζουΐται εἶναι σοφοί, ἅγιοι, καὶ νὰ κάμνουν τὰ καϋμένα τὰ παλληκαράκια νὰ μαζώνουνται κάθε Κυριακὴν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῶν Γεζουϊτῶν, σὰν νὰ παραδίδουν οἱ τυφλοὶ πρόβατα εἰς τὸ στόμα τῶν λύκων. Ταῦτα πάντα ὅποιος τὰ σκεφθῆ καὶ τὰ μετρήσει καλῶς, εὑρίσκει ὅτι δὲν προξενοῦν ἄλλο παρὰ ἀφανισμὸν καὶ χαλασμὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ἀνατολικήν». Ταῦτα ἦσαν, ὧ Ζηλωτά, ὁποῦ εἶπαν οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι, τὰ ὁποῖα γνωρίζω ὅτι εἶναι ἀλήθεια, διατὶ μὲ πολλὴν γνῶσιν εἶναι μετρημένα καὶ τὰ σημάδια δείχνουν φανερὰ ὅτι ἄλλως δὲν εἶναι. Καὶ ἐπειδὴ μὲ ἠνάγκασας καὶ σοῦ τὰ ὡμολόγησα, ἔχε εἴδησιν.
Ζ. Ὦ Φιλάληθες, εὐχαριστῶ σε ὅτι μοῦ ἐδήλωσες ἐκεῖνα ὁποῦ ἐγὼ καταλεπτῶς δὲν ἐμπόρουν νὰ ἠξεύρω μόνον ἀπ’ ἐκεῖνα ὁποῦ βλέπω πῶς ἄρχισαν νὰ καταπατοῦνται τὰ δόγματά μας. Ἐφαντάζουμουν τὴν κα­κίαν αὐτὴν ὁποῦ περικυκλόνει τὴν Ἐκκλησίαν μας καὶ τὰς ψυχάς μας. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ σε, εἰπέ μοι, συμβούλευσόν μοι: ἁρμόζει νὰ ἀπο­θάνῃ τινὰς ἢ κἂν νὰ κινδυνεύσῃ μέχρι αἵματος κατὰ τῶν τοιούτων, παρὰ νὰ καταπατοῦνται τὰ δόγματά μας καὶ ἡ ἐκκλησία μας;
Φ.  Τοῦτο ὁποῦ μὲ ἐρωτᾷς, ὧ Ζηλωτά, τώρα δὲν εἶναι ἀνάρμοστον, καλὰ καὶ νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ζέσιν τῆς καρδίας σου· διατὶ ἀποθένωντας καὶ κινδυνεύωντας, καθὼς λέγεις, ὀλίγα ὠφελεῖς τοὺς λοιπούς σου ἀδελφούς. Ἀλλὰ μὲ λόγον καὶ μὲ ἔργον πάσχισαι, ἂν σοῦ ᾖναι δυνατόν, νὰ ξυπνίσῃς τοὺς χριστιανοὺς, ὁποῦ εἶναι αὐτοῦ καὶ κοιμοῦνται, νὰ γνωρίσουν τὴν πλάνην καὶ τὸ κακὸν ὁποῦ κινδυνεύει νὰ γένῃ· καὶ μὲ τοῦτον τὸν τρόπον εἶναι εὔκολον, καὶ μάλιστα ἂν ὁ Θεὸς νεύσῃ εἰς τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, καθὼς ἔνευσεν εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀφεντάδων τῆς Βενετίας καὶ τοὺς ἐδίω-ξαν ἀπὸ τοὺς τόπους τως[21], ἔτζι καὶ αὐτοὶ ἂν δὲν τοὺς διώξουν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι, ἀλλὰ νὰ τοὺς διώξουν ἀπὸ τὰς καρδίας τως. Τοῦτο ἁρμόζει τώρα καὶ ὄχι ἄλλο.
Ζ.  Καλὰ λέγεις, ἀμὴ δὲν ἠξεύρω τί λόγους ἤθελα χρειασθῆ ὁποῦ νὰ μπορῶ καρδίας ὁποῦ δὲν γροικοῦσι νὰ καταπείσω. Εἰς τοῦτο, παρακαλῶ σε εἰς ὅλαις ταὶς καλοσύναις σου, δίδαξόν με τί νὰ εἰπῶ.
Φ. Ζητεῖς μου πρᾶγμα ὁποῦ δὲν εἶμαι τόσον πρακτικὸς ὁποῦ νὰ μπορῶ νὰ κάμω, τουτέστι νὰ σὲ διδάξω τί νὰ τοὺς εἰπῇς. Ὅμως μὴν χρειασθῇς εἰς τὸν λόγον τόσα χρώματα ῥητορικά, μόνον εἰπέ τως ἁπλᾶ ἁπλᾶ τὴν ἀλήθειαν εἰς τοῦτον τὸν τρόπον. «Πρέπον εἶναι, ὧ ἄνδρες Ἕλληνες καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας γνήσια παιδία, ἂν ἴσως καὶ εὑρισκομέσθανε ξεπεσμένοι ἀπὸ βασιλείαν ἢ ἀπὸ αἰτίαις καὶ ἐλατ­τώματος ἡμετέρου, ἢ καὶ διὰ τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ τὰ ὑψηλὰ καὶ βαθέα, ὁποῦ νοῦς ἀνθρώπινος δὲν μπορεῖ νὰ μετρήσῃ, ἂν ἴσως (λέγω) καὶ ἤμασθεν ξεπεσμένοι ἀπὸ βασιλείαν καὶ ἀπὸ πλούτη καὶ ἀνάπαυσαις ὁποῦ ἔχει ὁ κόσμος, νὰ μὴν προδώσωμεν ποτὲ τὴν εὐγένειαν τῆς ψυχῆς μας, ἡ ὁποία ἄλλως δὲν προδίδεται παρὰ σὰν νικηθοῦμεν ἀπὸ λόγια πονηρῶν ἀνθρώπων καὶ ὑποκριτῶν νὰ ἀρνηθοῦμεν τὰ πατρικὰ μας δόγματα, νὰ πιάσωμεν δόγματα ξένα ὁποῦ οὔτε οἱ πατέρες μας τὰ ἐγνώριζαν οὔτε ἡμεῖς. Καὶ τοῦτα δὲν εἶναι ἄλλα παρὰ ἐκεῖνα ὁποῦ μᾶς προβάλλουν οἱ Γεζουΐται λεγόμενοι, ἄνθρωποι ὁποῦ μποροῦσι καὶ μὲ λόγον καὶ μὲ ἔργον νὰ γελάσουν καὶ νὰ ἐμπαίξουν καὶ νὰ σύρουν ὡς θέλουν ὅλον τὸ γένος τὸ ἐδικόν μας διὰ τὴν ἁπλότητα καὶ ἀμάθειαν ὁποῦ ἔχει. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ εἴμασθεν ἔτζι χαῦνοι[22] νὰ προδώσωμεν τὴν εὐγένειάν μας, πιστεύοντας τοιούτων ἀνθρώπων. Ἐνθυμηθῆτε, ἄνδρες Ἕλληνες, καὶ ἀνιστορηθῆτε τοὺς περασμένους καιρούς, καὶ θέλε­τε ἰδεῖ ὅτι κανέναν καιρὸν οἱ Λατῖνοι τοῦ γένους μας φίλοι δὲν ἤτονε. Ὁ Πάπας καὶ οἱ ‘περασπισταί του πάντοτε ἦσαν ἐχθροὶ τοῦ γένους μας, πάντοτε τὴν ἀπώλειαν τῆς βασιλείας μας ἤθελαν, καθὼς ἔδειξαν εἰς διαφόρους καιροὺς τὴν κακὴν τως γνώμην πρὸς ἡμᾶς. Καὶ διὰ νὰ μὴν μακρύνω ἀφίνω τὰ ἄλλα, μόνον ἕνα πρᾶγμα νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, ἀπ’ ἐκεῖ νὰ γνωρίσεται τὴν γνώμην τως. Τὸν καιρὸν ὁποῦ ἐπολέμα ὁ σουλτὰν Μεεμέτης[23] τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὴν εἶχεν κεκλεισμένην, κάμνωντας κάθεν μηχανὴν νὰ πάρῃ τὴν Πόλιν ἔκαμεν καὶ ταύτην. Ἐπέρασεν τέσσαρα κάτεργα[24] (ἀπὸ τὸ μέρος ὁποῦ εἶναι τὰ Νηόκαστρα) διὰ ξηρᾶς καὶ τὰ ἔσυρε εἰς τὸ ἄλλο μέρος, ἐκεῖ ὁποῦ εἶναι ὁ Ἀρσανᾶς, μὲ πολὺν κόπον καὶ βάσανον, διατὶ δὲν τὰ ἄφινεν ἡ ἅλυσος νὰ περάσουν διὰ θαλάσσης. Καὶ σὰν εἶδαν οἱ Κωνσταντινουπολῖται, ἐσυμβουλεύθη­σαν διὰ νυκτὸς νὰ τὰ κάψουν. Καὶ συμφωνοῦσι σαράντα ἀρχοντόπουλα νὰ διαβοῦσι νὰ κάμουν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐμπαίνουσι μέσα εἰς τὸ καΐκι τὴν νύκτα καὶ κινοῦσι. Καὶ οἱ Φράγκοι, ὁποῦ ὥριζαν τὸν Γαλατᾶ, τοὺς στέλνουσι χαμπάρι καὶ δίδουν λόγον τὸν Μεεμέτη σουλτάνον. Καὶ ἐκεῖνα τὰ καϋμένα τὰ ἀρχοντόπουλα, μὴ λογιάζοντας πῶς νὰ ᾖναι τραϊτόροι[25], ἐπήγαιναν θαρρετὰ καὶ ἔδωκαν εἰς ἑτοίμην ἔνεδραν· καὶ ἀπ’ ἐκεῖνο ἐχάθη ἡ ἐλπὶς τῶν Ῥωμαίων, καὶ δὲν εἶχαν πλέον ἐλπίδα νὰ γλυτώσῃ ἡ Κωνσταντινούπολις. Ἐκ τούτου γνωρί­σετε τὴν ὄρεξιν τοῦ γένους τῶν Λατίνων πρὸς τὸ γένος τὸ ἐδικόν μας. Τόσους χρόνους ἀπὸ λόγου τως καλοσύνην δὲν εἴδαμεν, καὶ τώρα εἰς τοὺς ἐσχάτους καιροὺς λογιάζετε θέλουν νὰ μᾶς κάμουν καλοσύνην; Ὄχι! Δὲν τὸ κάμνουν, ἄνδρες Ἕλληνες, διὰ ἄλλο, μόνον διὰ νὰ μᾶς γελάσουν καὶ νὰ μᾶς σύρουν εἰς τοῦ Πάπα τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἂν δὲν σύρουν τοὺς φρόνιμους, σύρνουν τῆς ὥρας τοὺς λωλούς, σύρνουν τὰ παιδία μας καὶ ἀγάλι ἀγάλι ὅλους. Ἔτζι εἶναι οἱ Γεζουΐται ἐπιτήδειοι καὶ ὡς θέλουν νὰ μᾶς ἐμπαίζουν. Ὅταν μᾶς ὁμιλῶσι μὲ γλυκὰ λόγια, καὶ ἐκεῖ κρύπτουσι τὸ φαρμάκι· ὅταν μᾶς τιμῶσι, τότε μᾶς γελῶσι εἰς τὸν ἑαυτόν τως· ὅταν μᾶς διδάσκουσι, τότε μᾶς πραγματεύονται· ὅταν μᾶς χαρίζουν ἢ χαρτάκια ἢ κομποσχοίνια, τότε μᾶς παγιδεύουσι· ὅταν κάμνουν κωμῳδίαις ἢ ἄλλα θέατρα καὶ μᾶς προσκαλοῦνται νὰ παγαίνωμεν, τότε μᾶς μυκτηρίζουσιν ὡς ἀγνώστους καὶ λωλοὺς καὶ οὐτιδανούς[26]. Μὲ τοῦτο ὅλον θεωρῶ, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, πῶς πολλοὶ κρατοῦσι μαζῆ τως, δὲν γνωρίζοντας ταῦτα. Ἐτοῦτο εἶναι ἐκεῖνο ὁποῦ καίει τὴν καρδίαν, πῶς ἔπεσεν εἰς ἡμᾶς τόση ἀγνωσία καὶ δὲν εἴμασθεν ἄξιοι νὰ κρίνωμεν τὸ κα­κὸν ὁποῦ μᾶς κυνηγᾷ. Καὶ δὲν λέγω διὰ ὅλους, μόνον δι’ ἐκείνους ὁποῦ μὲ τοιούτους ἀνθρώπους ὑποκριτὰς καὶ ὄργανα τοῦ Ἀντιχρίστου κρατοῦσι. Θέλεις νὰ εἰπῇς «καὶ αὐτοὶ διδάσκουσι τὰ παιδία μας μαθήμα­τα χωρὶς πληρωμήν, καὶ διδάσκουσι καὶ ἡμᾶς τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ διὰ τοῦτο θεωροῦντες τὴν προθυμίαν τως καὶ ἡμεῖς ἀναπαυόμεθα εἰς ἐκείνους». Τόσον ἠξεύρετε, τόσον κρίνετε, τόσον λέγετε· ἀμὴ δὲν ἠξεύρε­τε πῶς ἡ προθυμία ἐκείνη ὅλη εἶναι μετὰ δόλου. Τὸ μάθημα ὁποῦ εἶναι χωρὶς πληρωμήν, ἐκεῖνο εἶναι πληρωμή, ὅτι μ’ ἐκεῖνο ἀγοράζουν αὐτοὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν συνείδησιν τῶν παιδίων σας. Ἡ διδαχὴ πάλιν ὁποῦ σᾶς κάμνουν, ἐκεῖνη εἶναι ἡ παγίδα ὁποῦ σᾶς πιάνουν. Καὶ ἔπρεπεν, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, ἀφίνοντας τὰ ἄλλα, νὰ μὴ βλέπετε ἐσεῖς πῶς σᾶς διδάσκουν, μόνον νὰ βλέπετε ἂν ἡ διδαχή τως εἶναι ὠφέλιμός σας· τὸ ὁποῖον διὰ νὰ κρίνῃ εὔκολα ὁ ἄνθρωπος ἂν ἴσως καὶ μετρήσῃ τρία πράγματα, πρῶτον τί διδάσκουν, δεύτερον μὲ τί διάθεσιν διδάσκουν, τρί­τον τὸ τέλος τως[27] εἰς τί ἀποβλέπει. Εἰς τὸ πρῶτον ἂν ἰδῆτε ὅτι διδά­σκουν τὴν ἀλήθειαν ἢ τὸ ψεῦδος· ἀμὴ ἐγὼ ἠξεύρω πῶς αὐτοὶ μαζῆ καὶ τὰ δύο τὰ ἀνακατόνουν. Ὅταν σᾶς λέγουν πῶς ὁ Χριστὸς ἐσαρκώθη καὶ ἔπαθεν καὶ ἐσταυρώθη καὶ ἀνέστη καὶ ἀνελήφθη δι’ ἡμᾶς, ἀλήθειαν λέγουσι. Ὅταν σᾶς λέγουν ὅτι εἶχεν δώδεκα ἀποστόλους ὁ Χριστὸς (καὶ) πρῶτον ἀπὸ ὅλους εἶχε τὸν ἅγιον Πέτρον, ἐδῶ ἡ ἀλήθεια εἶναι μπερδεμμένη. Ὅταν σᾶς λέγουν πῶς ὁ Πέτρος ἔχει διάδοχον τὸν Πάπα καὶ διὰ τοῦτο ὁ Πάπας εἶναι ἀφέντης τῆς Ἐκκλησίας, ὅλον εἶναι ψεῦδος. Ἔτζι καὶ εἰς τὰ λοιπά· διὰ τοῦτο θέλετε νὰ προσέχετε τὸ τί σᾶς διδάσκουν. Εἰς τὸ δεύτερον θέλετε νὰ κυττάζετε μὲ τί διάθεσιν. Διὰ τοῦτο ὅταν σᾶς λέγουσι «ἡ ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι μία, καὶ δὲν εἶναι ἀνὰ μέσον μας διαφορά», μὲ κακὴν διάθεσιν σᾶς τὸ λέγουν· διατὶ αὐτοὶ ὅλοι, καὶ Γεζουΐται καὶ οἱ λοιποὶ Φράγκοι, εἰς τὰ βιβλία ὁποῦ γράφουν καὶ εἰς ταὶς διδαχαὶς ὁποῦ κάμνουν, ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας μᾶς κράζουν σχισματικοὺς καὶ αἱρετικούς, ἀποστάτας, ψεύστας καὶ κάθε ἄλλο κακὸν ὄνομα, καὶ πῶς ἐκκλησίαν δὲν ἔχομεν, μόνον συναγωγήν, σὰν τοὺς Ἑβραίους. Ἔτζι μᾶς κηρύττουσιν εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὰ μέρη τὰ ἐδικά τως, καὶ τώρα ἐδῶ νὰ μᾶς λέγουν πῶς ἡ ἐκκλησία μας καὶ ἡ ἐκκλησία τως εἶναι μία; Τὸ ὁποῖον τὸ λέγουν μὲ κακὴν καὶ πονηρὰν διάθεσιν, μάλιστα διατὶ αὐτοὶ κρατοῦσι πῶς ἡ ἐκκλησία νὰ περιέχῃ ἐκλεκτοὺς καὶ ἀποβεβλημένους. Μπορετὸ νὰ γροικοῦσι πῶς ἡμεῖς ἤμασθεν ἀποβεβλημένοι καὶ αὐτοὶ ἐκλεκτοί. Ἢ ἔτζι ἢ ἄλλως μὲ πονηρὰν διάθεσιν τὸ λέγουν. Κρίνατε λοιπὸν τὴν διάθεσίν τως καὶ νὰ εὕρητε τὴν σαθρότητά τως. Εἰς τὸ τρίτον θέλετε νὰ σκέπτεσθε τὸ τέλος, εἰς ποῖον τέλος καταντᾷ ἡ ἔννοιά τως· τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ νὰ μᾶς βάλλουν εἰς τὴν τυραννίδα τοῦ Πάπα νὰ μᾶς ἐξουσιάζῃ, νὰ τὸν ὁμο­λογοῦμεν πρῶτον καὶ κεφαλήν, καὶ τοῦτο εἰς ὕβριν τοῦ Χριστοῦ καὶ καταφρόνιον τῆς Ἐκκλησίας μας. Ταῦτα θέλετε σκεφθῆτε, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, ἔπειτα νὰ ἀποφασίζετε τὴν καλοσύνην τῶν ὑποκριτῶν. Ἐτούτους σὰν τοὺς θεωρεῖς οὕτω ταπεινούς, καὶ βασιλείας ἀνακάτωσαν, ἔθνη ἔκαψαν, αἵματα ἄπειρα ἔχυσαν, καλὸν ποθενὰ δὲν ἔκαμαν καὶ ἡμεῖς θέλομεν προσδοκήσει εἰς τὸ γένος μας καλὸν νὰ κάμουν ἐκείνους ὁποῦ εἰς τὴν καρδίαν μισοῦσι; Μὲ ὅλον ὁποῦ ὑποκρίνονται, θέλουν εὐ­εργετήσει ποτέ; Καὶ εἶστε τόσον ἠλίθιοι, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, καὶ δὲν τὸ λογιάζετε; Δὲν παίρνετε παραδείγματα ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποῦ ἔχετε διὰ λόγου τως ἀκουστά;  Τόσον οἱ ἐχθροὶ τοῦ λόγου σας, ἐχθροὶ τῶν παιδιῶν σας, ἐχθροὶ τῆς σωτηρίας, ἐχθροὶ τοῦ γένους σας, ἐχθροὶ τῆς πατρίδος σας, ἐχθροὶ τῆς πίστεώς σας, ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας σας τῆς Ἀνατολικῆς, ν’ ἀφίνετε τὴν λύμην ταύτην, τὴν κακίαν ταύτην καὶ ταὶς τέχναις των νὰ ξαπλώνουν; Μὴ γένοιτο, ἀγαπητοί μου, σᾶς παρακαλῶ. Βλέπετε τοὺς κύνας; Φεύγετέ τως μὴ σᾶς δαγκώσουν! Βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας; Φεύγετέ τους, μὴν ἀνασπάσουν[28] τὰ κλήματα τῆς ἀμπέλου σας! Βλέπετε τὴν κατατομὴν ὁποῦ πάσχει τὴν Ἐκκλησίαν σας, τὰ δόγματά σας, τὸ γένος σας νὰ ξερριζώσῃ καὶ νὰ ἀφανίσῃ. Μακρὰ ἀπ’ αὐτούς, μακρὰ ἀπὸ τὴν ἀναστροφή τως, ἀπὸ τὰ μαθήματά τως, ἂν θέλετε νὰ μὴν σᾶς συμβῇ κακὸν ἀνέλπιστον, ἂν θέλετε νὰ στέκεσθε εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ εὑρίσκεσθε καὶ προτήτερα χωρὶς ταραχὴν καὶ σύγχυσιν, μὲ ἐλπίδα ὅταν ᾖναι ὁρισμὸς τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ καὶ νὰ μᾶς παρηγορήσῃ». Ταῦτα μοῦ φαίνεται, ὦ Ζηλωτά, πῶς νὰ ἁρμόζουν νὰ τοὺς εἰπῇς διὰ τὴν ὥραν· ὅμως ἐσὺ θέλεις τὰ εὐτρεπίσει καλλιότερα, καὶ θέλεις εὐγάλει καὶ θέλεις προσθέσει, ὡς γνωστικὸς ὁποῦ εἶσαι, τὰ χρησιμώτερα καὶ ἀναγκαιότερα ὁποῦ νὰ πληροφορήσουν μὲ περισσοτέραν ἐνέργειαν ἐκείνους ὁποῦ θέ­λουν σὲ ἀκούσει.
Ζ. Εὐχαριστῶ σε διὰ τὴν τοιαύτην διδαχήν, ὁποῦ λογιάζω καὶ ἂν μπορέσω εἰς τὴν μνήμην μου αὐτὴν τὴν ἰδίαν, χωρὶς προσθήκην καὶ ἀφαίρεσιν, νὰ τὴν συστήσω. Καὶ ἂν δυνηθῇ ἡ γλῶσσά μου ἔτζι νὰ τὴν ἀναγγείλω, καθὼς τὴν ἤκουσα ἀπὸ λόγου σου, ἐλπίζω πῶς θέλω προξενήσει πολλῶν ὠφέλειαν. Λοιπὸν ἰδοὺ ἀπέρχομαι σὺν Θεῷ.
Φ.  Κοπίασαι μὲ καλὴν τύχην.





[1] Το κείμενο, όπως θα διαπιστώσει ο ορθόδοξος αναγνώστης, είναι προφητικό.
[2] Ιησουιτών.
[3] Ιστορική συνοικία της Κωνσταντινουπόλεως.
[4] Λογιάζω = συλλογίζομαι, σκέπτομαι, θεωρώ, λογαριάζω.
[5] Τους.
[6] Μίλησαν.
[7] Αμαρτία λοιπόν δεν είναι μόνο το ψέμα, αλλά και η απόκρυψη της αλήθειας σε θέματα που άπτονται της σωτηρίας των ανθρώπων.
[8] Ο Πατριάρχης Κύριλλος έχοντας υπόψιν του το φρικτό αποτέλεσμα που είχε η δράση των Ιησουιτών στην Πολωνία με την Ουνία της Βρέστης, είχε πάντοτε στο μυαλό του τον φόβο της επαναλήψεως ενός τέτοιου κακού (αυτήν την φορά στην καρδιά της Ορθοδοξίας, την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως), και γι’ αυτό δέχθηκε να μετατεθεί από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη, (ενώ ο μέντοράς του Μελέτιος Πηγάς, τον οποίο ο Κύριλλος ακολουθεί πιστά σε όλα τα θέματα, ήταν κατά του μεταθετού), μιας και τότε η μεγάλη πλειοψηφία των επισκόπων ήταν αμόρφωτοι ή λατινόφρονες.  
[9] Ανατολή.
[10] Στην Χίο οι Ιησουίτες εγκαταστάθηκαν το 1594 και ίδρυσαν μονή η οποία λειτουργούσε και ως σχολείο. Στην Κωνσταντινούπολη ίδρυσαν μονή, η οποία επίσης λειτουργούσε και ως σχολείο, το 1609.
[11] Απατεώνες, κατεργάρηδες (από το βενετικό mariol).
[12] Το, ήδη από αιώνων όπως αποδεικνύεται, παπικό σχέδιο της υποταγής της Ορθοδοξίας στον Παπισμό περιλαμβάνει την προβίβαση λατινοφρόνων στους επισκοπικούς θρόνους!
[13] Napoli της σημερινής Ιταλίας.
[14] Πρόκειαι για τον διαβόητο εξωμότη Νικηφόρο Μελισσηνό (περί του οποίου βλ. Χασιώτη Ιωάννη, Μακάριος, Θεόδωρος και Νικηφόρος οι Μελισσηνοί, Θεσσαλονίκη, 1966), ο οποίος σχετίστηκε και με τους τρεις φιλοπαπικούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως που προηγήθηκαν του μεγάλου Λουκάρεως (Ραφαήλ ο Β΄, Νεόφυτος ο Β΄, Τιμόθεος ο Β΄).
[15] Νικόλαος Γοργογύρης. Έτερος εξωμότης περί του οποίου βλ. Τσιρπανλή Ζαχαρία, Το Ελληνικό Κολέγιο της Ρώμης και οι μαθητές του, Θεσσαλονίκη, 1980, σελ.  313-315.
[16] Τότε ήταν ο φιλοπαπικός Τιμόθεος ο Β΄ (πατρ. 1612-1620).
[17] Αναφέρεται στις επεμβάσεις των Οθωμανών στην εκλογή Πατριάρχου, μιας και ενέκριναν εκείνον που θα έδινε τα περισσότερα χρήματα (άσπρα), σύμφωνα με τον φόρο εκλογής (peşkeş) του Πατριάρχη προς την Υψηλή Πύλη, ο οποίος είχε καθοριστεί μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά συνεχώς αυξανόταν.
[18] Γωνιά του δρόμου, στενός δρόμος (από το βενετικό canton).
[19] Αφυής = αυτός που στερείται φυσικής ικανότητος (αντίθ. ευφυής).
[20] Ζαλαχανάς είναι το σφαγείο (από το τουρκικό salhana).
[21] Η τότε κρίση στις σχέσεις μεταξύ του Βατικανού και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας είχε ως αποτέλεσμα η τελευταία να προβεί στην εκδίωξη των Ιησουϊτών από την επικράτειά της το 1606.
[22] Νωθροί.
[23] Ο γνωστός Μωάμεθ ο Πορθητής.
[24] Πλοία του Μεσαίωνα.
[25] Προδότες (από το αγγλικό traitor).
[26] Τιποτένιους.
[27] Ο σκοπός τους.
[28] Ανασπώ = αποσπώ, ξεριζώνω.