A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΛΟΥΚΑΡΕΩΣ - ΔΙΑΛΟΓΟΣ «ΖΗΛΩΤΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΑΛΗΘΗΣ» (1616)




(Εκδόθηκε από τον ακάματο Αθανάσιο Παπαδόπουλου -Κεραμέα στο  έργο του  "Ανάλεκτα Ιεροσολυμιτικής Σταχυολογίας", τόμ.  α΄, Πετρούπολη, 1891, σελ. 220-230. Δακτυλογράφηση - Υποσημειώσεις - Υπογραμμίσεις: Ν. Μάννης)

Κυρίλλου Λουκάρεως, πάπα καὶ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, Διάλογος βραχύς, ἐν ᾧ καταλεπτῶς θεωρεῖται ὁ κίνδυνος ὁποῦ μέλλει νὰ προ­ξενήσῃ πολὺ κακὸν καὶ ζημίαν, προβαίνοντος τοῦ καιροῦ, εἰς τὴν Ἐκ­κλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως[1] διὰ τῆς παρουσίας τῶν Γεζουϊτῶν[2] εἰς τὸν Γαλατᾶ[3], καὶ σκέψις πῶς ἤθελεν εἶσται δυνατὸν ὁ τοιοῦτος κίνδυνος νὰ κατα­λυθῇ. Τὰ τοῦ διαλόγου πρόσωπα Ζηλωτὴς καὶ Φιλαλήθης.


Z.  Xαίροις, ὧ Φιλάληθες! Ἀπὸ πολλοῦ σὲ ἐγύρευα νὰ σὲ ἐρωτήσω ἂν ᾖναι πρέπον καὶ δίκαιον νὰ μὲ συμβουλεύσῃς, τινὰς νὰ ἀποθάνῃ διὰ τὰ δόγματά του τὰ ἀληθῆ καὶ ὁποῦ εἶχεν ἀπὸ τοὺς πατέρες τους; Διατὶ ἔχω ἀκουστὰ ἀπὸ τοὺς προτήτερούς μου ὅτι εἶναι κάλλιον τινὰς νὰ ἀποθάνῃ παρὰ νὰ παρέβῃ τὴν ἀλήθειαν. Εἰς τοῦτο λοιπὸν σὲ ἐγύρευσα καὶ παρακαλῶ σε νὰ μοῦ εἰπῇς ἂν πρέπῃ.
Φ. Θαυμάζω, ὦ Ζηλωτά, πῶς τόσον σπουδαίως ἄρχεσαι καὶ πῶς μὲ τοιαύτην προθυμίαν μοῦ συντυχαίνεις, καὶ κἂν δὲ μὲ ἀφῆκες νὰ σοῦ ἀποκριθῶ εἰς τὸν χαιρετισμόν, ἀμὴ μ’ ἐρωτᾷς πράγματα ὁποῦ δὲν ἠξ­εύ­ρω τί σε ἀναγκάζει νὰ μὲ ἐρωτᾷς.
Ζ. Ἐρωτῶ διατὶ βλέπω ὅτι εἶναι καιρὸς τινὰς νὰ ἀποθάνῃ, ἐπειδὴ τό­σον καιρὸν ὁποῦ ἤμασθεν ἀπὸ κάτω ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὰ δόγματά μας καὶ ἡ ὀρθοδοξία μας στέκουνται σῶα, καὶ τώρα νεωστὶ ἦλθαν οἱ λε­γό­με­νοι Γεζουΐται καὶ μὲ πολλὴν πονηρίαν καὶ ὑπόκρισιν πάσχουν νὰ μᾶς τὰ ἀνατρέψουν καὶ νὰ τὰ χαλάσουν ὅλα. Τοῦτο λογιάζωντας[4] κρίνω πῶς εἶναι καλλιότερον νὰ ἀποθάνῃ τινὰς παρὰ νὰ ζῇ.
Φ. Ἐτοῦτο εἶναι ὁποῦ σὲ ταράττει καὶ σὲ κάμνει καὶ εἶσαι τόσον λυπημένος; Ἐγὼ ἂν ἐγροίκουν καὶ ἐσύμφερεν ἤθελα σοῦ εἰπῆ ἐκεῖνα ὁποῦ ἐγροίκησα, πῶς εὔκολα ἐκοινολογοῦσαν σοφοί τινες ἄνδρες ἀνά­με­σόν τως[5] περὶ τούτων τῶν Γεζουϊτῶν, οἱ ὁποῖοι ταπεινοὶ φαίνουνται εἰς τὰ ὄματα καθ’ ἑνός, ἀμὴ εἶναι πονηροὶ καὶ λύκοι, καὶ καθὼς ἔλεγαν ἐκεῖνοι οἱ σοφοὶ ἄνδρες, ἄξιοι εἶναι νὰ συντρίψουν βασιλείαν· πόσον μᾶλλον τὰ δόγματα τὰ ἡμέτερα καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τὴν ἐδικήν μας; Ἀμὴ φοβοῦμαι καὶ δὲν συμφέρει νὰ λαλῶ περισσότερον καὶ διὰ τοῦτο σιωπῶ.
Ζ. Ὄχι! Σὲ παρακαλῶ μὴν μοῦ κρύψῃς τὰ ὅσα ἤκουσας ἀπ’ ἐκεῖ, ὅτι γνω­ρίζω πῶς εἶναι πολλὰ συμφέρον καὶ ἐμένα καὶ κάθε ἄλλου ὁποῦ νὰ ἀκούσῃ τὰ τοιαῦτα διὰ νὰ ἠξεύρῃ κάθε εἷς τὰ τοιαῦτα, τὸ τί κάμνει χρεία εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν νὰ ἀποφασίσῃ.
Φ. Ἐγὼ μοῦ φαίνεται καθὼς εἶπα καὶ δὲν συμφέρει, διατὶ θέλει κα­κο­φανῆ πολλῶν καὶ ἀπὸ τοὺς ἐδικούς μας, καὶ διὰ τοῦτο σιωπῶ.
Ζ. Καὶ μὴ σκεφθῇς ὅτι ἔχει νὰ κακοφανῇ μερικῶν, ἀλλ’ ὅτι θέλει εἶ­σται καὶ συμφέρον πολλῶν, καὶ μάλιστα ἂν ᾖναι ἀλήθεια τὰ ὅσα ἤκου­σα.
Φ. Ἐκεῖνοι οἱ σοφοὶ τόσον ἀληθῶς ἐσύντυχαν[6] ὁποῦ περισσότερον δὲν βολεῖ.
Ζ. Φυλάγου λοιπὸν ἂν κρύψῃς τὴν ἀλήθειαν, μήπως καὶ θέλῃς ἔχει ἁμαρτίαν καὶ βάρος εἰς τὴν ψυχήν σου[7].
Φ. Ἀναγκάζεις με μὲ τοιαῦτα λόγια νὰ σοῦ κάμω τὸ θέλημά σου, μάλιστα ὁποῦ μετρᾷ εἰς τὸν νοῦν μου ὅτι ἂν ἐκεῖνα ὁποῦ θέλω σοῦ εἰπῆ ἐκ στόματος τῶν σοφῶν ἐκείνων τὰ ἀκούσουν ἀπὸ λόγου σου καὶ ἄλλοι, θέλουν γνωρίσει καλλιότερα τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτῶν τῶν καλῶν ἀνθρώπων τῶν Γεζουϊτῶν, καὶ εἰς τοῦτο νὰ τοὺς προσέχωσιν ὅσον εἶναι δυνατόν.
Z. Παρακαλῶ σε μὴν βράδυνε νὰ πληρώσῃς τὸ θέλημά μου ὡς ἐκεῖ­νος, ὁποῦ εἶσαι φίλος καὶ καλὸς χριστιανός.
Φ. Εὑρισκόμουν ἐχθὲς μὲ δύο σοφοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους ἂν τοὺς ὀνομάσω δυνατὸν νὰ τοὺς ἐγνωρίσῃς. Ἀμὴ ἀφίνω νὰ εἰπῶ τὰ ὀνό­ματά τως διὰ τὴν ὥραν.  Λοιπὸν ὁμιλώντας ἐκεῖνοι πολλὰ καὶ διάφορα πράγματα, πολλὰ ἐχαίρουμουν ἀκούωντάς τους. Ὅμως ἦλθαν καὶ εἰς τοῦ­το καὶ ἔλεγαν περὶ πίστεως, καὶ ἐγνώριζαν καὶ οἱ δύο ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἂν καλὰ καὶ ἐπέρασεν πολλαὶς ταραχαὶς ἐκ μέρους τῶν αἱ­ρε­τικῶν, ἀμὴ πάντοτε ἐκεφαλῄωνεν καὶ ἐστέκετονε εἰς ὀρθοδοξίαν. Ἀμὴ ἔλεγαν πῶς τώρα εἶναι πολλὰ δυστυχής, διατὶ ἀνθρώπους δὲν ἔχει φρο­νίμους, ἀμὴ τὴν κυβερνοῦσιν ἀμαθεῖς ἄνθρωποι καὶ ὁποῦ δὲν γνωρίζουν τὸ χρέος ὁποῦ ἔχουν διὰ τὴν κυβέρνησιν αὐτῆς, καὶ μόνον ἡ ἔννοιά τως εἶναι εἰς τὴν φιλαργυρίαν καὶ ἁρπαγὴν καὶ ἀδικίαν καὶ ὄχι εἰς καμμίαν καλοσύνην, εἰς τόσον ὁποῦ ἔλεγεν (ὁ εἷς) δὲν «θεωρῶ πλέον ἐγὼ πῶς ὁ Θεὸς νὰ τοὺς βοηθήσῃ πλέον τὴν Ἐκκλησίαν ταύτην, ἢ πῶς οἱ χριστιανοὶ νὰ ἐμποροῦσι νὰ ἰδοῦσι καμμίαν ὠφέλειαν ἀπὸ τὴν τοιαύτην Ἐκκλη­σίαν, ὁποῦ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἁγιωσύνη καὶ δικαιοσύνη καὶ οὐδεκαμμία ἄλλη ἀρετή, καθὼς εἶναι ἴδιον τῆς χριστιανωσύνης, δὲν πολιτεύεται». Ταῦ­τα ἔλεγεν ὁ εἷς σοφὸς ἐκεῖνος, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ἄλλος σοφὸς ἀπεκρίθη λέγων ὅτι «καλὴ καὶ φρόνιμη θεωρία εἶναι ἐτούτη, ἡ ὁποία εἶχε χρεία δι­όρθωσιν, ἂν ἤτονε δυνατόν. Ἀμὴ ἐπειδὴ ἀφ’ οὗ ἐπάρθη ἡ Κωνσταντι­νού­πολις ἀπὸ τοὺς Τούρκους ὕστερον ὀλίγους χρόνους ἄρχισεν ἡ ἀκατα­στα­σία αὕτη εἰς αὐτὴν τὴν Ἐκκλησίαν ὡς τώρα, κἂν πάντοτε στέκεται καὶ λέγουν οἱ Ἀνατολικοὶ πῶς ἔχουν Ἐκκλησίαν καὶ στέκουνται μ’ ἐλπίδα ὅτι θέλει στείλει ὁ Θεὸς κανένα καιρὸν ἄνθρωπον νὰ τὴν διορθώσῃ[8], καὶ πάντοτε εὑρίσκουνται μὲ τέτοιαν παρηγορίαν οἱ πτωχοὶ πῶς ἔχουν Ἐκ­κλησίαν, καλὰ καὶ νὰ ᾖναι πτωχοὶ οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀνατολικῆς, ἀμὴ τώρα κινδυνεύει νὰ χαθῇ ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὥστε πλέον Ἐκκλη­σίαν νὰ μὴν ἔχουν οἱ Ἀνατολικοί. Καὶ ἂν ἐρωτήσῃς «διατί», σοὶ λέγω ὅτι ὅλαις ταὶς τέχναις ταὶς πονηραὶς κρυφίως ταὶς χρειάζουνται διὰ τὴν ἐ­δικήν τως ὑπόκρισιν οἱ Γεζουΐται, διὰ νὰ ξαπλώνουν πανταχοῦ τὴν ἐξου­σίαν τοῦ Πάπα. Καὶ σὰν ἐγνώρισαν τὴν εὐκολίαν ὁποῦ μποροῦν νὰ ἔ­χουν εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ οἱ Τοῦρκοι ὡς ἄνθρωποι ὁποῦ δὲν βιάζουνται διὰ τὰ πράγματα τῶν χριστιανῶν ἂν τινὰς δὲν τοὺς βάλῃ εἰς φῶς (ἂν καὶ τινὰς τοὺς βάλῃ εἰς φῶς, εὔκολα πάλιν τυφλώνουνται), μὲ τοῦτο τὸ ἐλογίασαν πῶς εἶναι εὔκολον καὶ ἦλθαν εἰς τὸν Λεβάντε[9]. Καὶ πρῶτον ἐκα­τοίκησαν εἰς τὴν Χίο καὶ ἐκεῖ ἔκαμαν σπουδαστήριον καὶ ἔσυραν τοὺς ἥμισυ παπάδες καὶ χριστιανοὺς εἰς τὴν γνώμην τως καὶ εἰς τὴν θρῃ­σκεί­αν τως καὶ καταφρονοῦσι τὴν τάξιν καὶ τὰ δόγματά μας καὶ κρα­τοῦ­σι (τὰ) τοῦ Πάπα. Τώρα ἀπ’ ἐκεῖ ἦλθαν εἰς Κωνσταντινούπολιν[10] καὶ ἐκα­τοίκησαν εἰς τὸν Γαλατᾶ, καὶ πρῶτον ἐπίασαν τὰ παιδία καὶ μὲ τὸ μέσον τῶν παιδίων κλέπτουσι τὰς γνώμας τῶν πατέρων τους. Ἔπειτα μὲ συμ­βου­λαίς τως κρυφαὶς καὶ συνδρομαίς τως τοὺς λατινόφρονας (ὅσα βδε­λύγματα καὶ μαργιολίαις καὶ μαργιόλους[11], μόνον νὰ ἔλθουν ἀπὸ τὴν Ῥώ­μην  καὶ νὰ ἐπαγγέλλωνται πῶς πείθουνται τῷ Πάπᾳ) τοὺς συστέ­νουν πολ­λαχῶς καὶ προβιβάζουνται εἰς ἀρχιερωσύνην[12]. Ἔτζι ἔγινεν μὲ τὴν συμβουλή τως καὶ συνδρομήν τως μητροπολίτης Παροναξίας ἕνας μαργιόλος κατῃσχυμένος, διὰ πολλῶν λόγων ἢ λογιῶν ἐντροπαὶς ἀπὸ τὴν Ἀνάπολιν[13] διωγμένος, κἄποιος λεγόμενος Νικηφόρος[14], καὶ ὡς τὴν σήμερον ἐδῶ εἰς τὸν Γαλατᾶ καὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἕκαστος τὸν ἐβλέπει καὶ τὸν ἠξεύρει τί ἄνθρωπος εἶναι. Καὶ πάλιν μὲ τὴν συμβουλὴν αὐτῶν τῶν Γεζουϊτῶν καὶ τὴν συνδρομήν τως ἔγινεν μητροπολίτης Χρι­στιανουπόλεως κἄποιος δὲ παπᾶ Νικόλαος[15] λεγόμενος,ἄνθρωπος ὁποῦ ἔχει πολλὴν ἀγνωσίαν, καὶ ὄχι ἀνθρώπους ἀμὴ χοίρους ἄξιος δὲν εἶναι νὰ βόσκῃ. Ἀφίνω τὰ ἄλλα τως ἐλαττώματα ὁποῦ δὲν βολεῖ τώρα νὰ τὰ λέγω. Ὅμως διὰ νὰ ἐπαγγέλλωνται φανερὰ καὶ ἀνερυθριάστως ὅτι εἶναι παπίσται καὶ ὅτι ὁ Πάπας εἶναι τῆς Ἐκκλησίας τῆς καθολικῆς πρῶτος καὶ κεφαλή, διὰ τοῦτο τοὺς συντρέχουσι καὶ ἀνεβαίνουν εἰς τοὺς βαθ­μοὺς αὐτούς. Καὶ θέλει εἰπῆ πῶς δὲν πταίουσιν αὐτοὶ ἀμὴ ἐκεῖνος ὁποῦ τοὺς κάμνει, ἤγουν ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως[16]. Ἀλήθεια, ἐκεῖ­νος τὸ πρῶτον πταίσιμον. Ἀμὴ τί ἠξεύρεις; Μηπως καὶ ἔχουν καὶ ἐκεῖνον συρμένον εἰς τὴν γνώμην τως; Μὲ τὸ νὰ τοῦ τάξουν ὑποσχέσεις ψεμ­ματιναὶς καὶ καθὼς ἐγελοῦσαν τὸν Νεόφυτον τὸν πατριάρχην διὰ κο­μπο­σχοίνια καὶ μὲ κἄτι εἰκόνες στάμπιναις εἰς τὸ χαρτί, καὶ καθὼς γελοῦσι μετὰ ταῦτα καὶ σύρνουσι τὸν κόσμον, ἔτζι καὶ τὸν πατριάρχην ἐνδέχεται νὰ τὸν γελοῦσι μὲ ψέμματα. Ὅμως τοῦτο δὲν τὸ βεβαιώνω, ὅτι ὡς καὶ ἂν ᾖναι πολλὰ κακὰ καὶ παράνομα κάμνει ὁ πατριάρχης νὰ χει­ρο­τονᾷ τοὺς τοιούτους λατινόφρονας καὶ ἀναξίους ὁποῦ αὐτὸς τοὺς ἠξ­εύρει. Ὅμως ἂς εἶναι. Ἡμεῖς τώρα δὲν λέγομεν μόνον διὰ τοὺς Γεζουΐτας πῶς ἐπιτηδεύονται τὴν δουλείαν τως καλὰ καὶ ἐνεργοῦσι καὶ χειροτονοῦ­σιν ἐδικούς τως ἀνθρώπους καὶ τοὺς κάμνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Τώρα μὲ τοῦτο θέλεις ἰδεῖ ὅτι εἰς ὀλίγον καιρὸν καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λατινό­φρονας θέλουν κάμει κανένα πατριάρχην, ἐπειδὴ τὸ Πατριαρχεῖον δὲν στέκεται εἰς ἄλλο, μόνον ὅποιος δώσει περισσότερα ἄσπρα[17]. Μποροῦσι οἱ Γεζουΐται νὰ τὸν κάμουν, ὅτι περισσότερα ἔχουν αὐτοὶ ὅταν θέλουν πα­ρὰ τὸν πατριάρχη καὶ ταὶς λοιπαὶς ἐπαρχίαις· ἀμὴ δὲν τὰ ῥίπτουν ἀ­σκέ­πτως. Ὅταν λοιπὸν ἔλθῃ εἰς τόσον νὰ βάλουν αὐτοὶ πατριάρχην λατινό­φρονα καὶ ἐδικόν τως, τότε καὶ αὐτοὶ οἱ ἱερομόναχοι ὅλοι ὁποῦ γυρίζουν τὰ καντούνια[18] τῆς Πόλεως καὶ τοῦ Γαλατᾶ, ὅλοι διὰ νὰ ἔχουν ἐκκλησίαις ὅλοι εἰς τὸν ὁρισμόν τως καὶ ὄχι τῶν Γεζουϊτῶν (διατὶ αὐτοὶ δὲν φαίνο­νται) μόνον τοῦ λατινόφρονος πατριάρχου· τότε ἡ πνευματικὴ διαγωγὴ εἰς τὸ χέρι τως, τότε τὰ μαθήματα εἰς τὸ χέρι τως, τότε καὶ ἡ διδαχή, εἰς τόσον ὁποῦ δὲν ἀκολουθᾷ ἐκεῖ ἄλλο παρὰ ὁ παντελὴς ἀφανισμὸς καὶ τῆς ὀρθοδοξίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολικῆς. Καὶ μὴ εἴπῃ τινὰς ὅτι «τοῦτο ἀκόμη δὲν ἔγινεν», ὅτι ἂς τὸ κρατεῖ κάθα εἷς διὰ καμωμένον καὶ τελειωμένον. Τοῦτο σκέπτομαι ἐγὼ καὶ λογιάζω πῶς εἶναι χειρότερον παρὰ κάθε ἄλλην συμφοράν, καλὰ καὶ οἱ ἄρχοντες τῆς Πόλης νὰ μὴν τὸ λογιάζουν, διατὶ δὲν τοὺς κόπτει, παρὰ κάθα εἷς λογιάζει τὸ ἴδιόν του. Ὁ λαὸς πάλιν ὁ κοινὸς ἔχει ἕνα ἰδίωμα, ὅτι εἰς τοιαύταις ὑποθέσεις δὲν μετρᾷ περισσότερον. Ἔπειτα οἱ καλοὶ Γεζουΐται ἔχουσι μαθητὰς κἄποιους χοντροὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους (ὡς πονηροὶ ὁποῦ εἶναι) μὲ τόσην ὑπόκρισιν τοὺς γελοῦν καὶ τοὺς παίζουν ὡς πιθήκους, γνωρί­ζοντάς τως χοντροὺς καὶ ἀφυεῖς[19], ὁποῦ δὲν ἐμποροῦν νὰ μάθουν· ὅμως τοὺς ἐπιμελοῦνται διὰ νὰ κλέπτουν τὴν εὔνοιάν των νὰ περιπατοῦσι ἀπὸ τὰ παζάρια καὶ ἀπὸ τοὺς ζαλαχανάδες[20] καὶ ἀπὸ ταὶς ἐκκλησίαις νὰ κηρύττουσι πῶς οἱ Γεζουΐται εἶναι σοφοί, ἅγιοι, καὶ νὰ κάμνουν τὰ καϋμένα τὰ παλληκαράκια νὰ μαζώνουνται κάθε Κυριακὴν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῶν Γεζουϊτῶν, σὰν νὰ παραδίδουν οἱ τυφλοὶ πρόβατα εἰς τὸ στόμα τῶν λύκων. Ταῦτα πάντα ὅποιος τὰ σκεφθῆ καὶ τὰ μετρήσει καλῶς, εὑρίσκει ὅτι δὲν προξενοῦν ἄλλο παρὰ ἀφανισμὸν καὶ χαλασμὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ἀνατολικήν». Ταῦτα ἦσαν, ὧ Ζηλωτά, ὁποῦ εἶπαν οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι, τὰ ὁποῖα γνωρίζω ὅτι εἶναι ἀλήθεια, διατὶ μὲ πολλὴν γνῶσιν εἶναι μετρημένα καὶ τὰ σημάδια δείχνουν φανερὰ ὅτι ἄλλως δὲν εἶναι. Καὶ ἐπειδὴ μὲ ἠνάγκασας καὶ σοῦ τὰ ὡμολόγησα, ἔχε εἴδησιν.
Ζ. Ὦ Φιλάληθες, εὐχαριστῶ σε ὅτι μοῦ ἐδήλωσες ἐκεῖνα ὁποῦ ἐγὼ καταλεπτῶς δὲν ἐμπόρουν νὰ ἠξεύρω μόνον ἀπ’ ἐκεῖνα ὁποῦ βλέπω πῶς ἄρχισαν νὰ καταπατοῦνται τὰ δόγματά μας. Ἐφαντάζουμουν τὴν κα­κίαν αὐτὴν ὁποῦ περικυκλόνει τὴν Ἐκκλησίαν μας καὶ τὰς ψυχάς μας. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ σε, εἰπέ μοι, συμβούλευσόν μοι: ἁρμόζει νὰ ἀπο­θάνῃ τινὰς ἢ κἂν νὰ κινδυνεύσῃ μέχρι αἵματος κατὰ τῶν τοιούτων, παρὰ νὰ καταπατοῦνται τὰ δόγματά μας καὶ ἡ ἐκκλησία μας;
Φ.  Τοῦτο ὁποῦ μὲ ἐρωτᾷς, ὧ Ζηλωτά, τώρα δὲν εἶναι ἀνάρμοστον, καλὰ καὶ νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ζέσιν τῆς καρδίας σου· διατὶ ἀποθένωντας καὶ κινδυνεύωντας, καθὼς λέγεις, ὀλίγα ὠφελεῖς τοὺς λοιπούς σου ἀδελφούς. Ἀλλὰ μὲ λόγον καὶ μὲ ἔργον πάσχισαι, ἂν σοῦ ᾖναι δυνατόν, νὰ ξυπνίσῃς τοὺς χριστιανοὺς, ὁποῦ εἶναι αὐτοῦ καὶ κοιμοῦνται, νὰ γνωρίσουν τὴν πλάνην καὶ τὸ κακὸν ὁποῦ κινδυνεύει νὰ γένῃ· καὶ μὲ τοῦτον τὸν τρόπον εἶναι εὔκολον, καὶ μάλιστα ἂν ὁ Θεὸς νεύσῃ εἰς τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, καθὼς ἔνευσεν εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀφεντάδων τῆς Βενετίας καὶ τοὺς ἐδίω-ξαν ἀπὸ τοὺς τόπους τως[21], ἔτζι καὶ αὐτοὶ ἂν δὲν τοὺς διώξουν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι, ἀλλὰ νὰ τοὺς διώξουν ἀπὸ τὰς καρδίας τως. Τοῦτο ἁρμόζει τώρα καὶ ὄχι ἄλλο.
Ζ.  Καλὰ λέγεις, ἀμὴ δὲν ἠξεύρω τί λόγους ἤθελα χρειασθῆ ὁποῦ νὰ μπορῶ καρδίας ὁποῦ δὲν γροικοῦσι νὰ καταπείσω. Εἰς τοῦτο, παρακαλῶ σε εἰς ὅλαις ταὶς καλοσύναις σου, δίδαξόν με τί νὰ εἰπῶ.
Φ. Ζητεῖς μου πρᾶγμα ὁποῦ δὲν εἶμαι τόσον πρακτικὸς ὁποῦ νὰ μπορῶ νὰ κάμω, τουτέστι νὰ σὲ διδάξω τί νὰ τοὺς εἰπῇς. Ὅμως μὴν χρειασθῇς εἰς τὸν λόγον τόσα χρώματα ῥητορικά, μόνον εἰπέ τως ἁπλᾶ ἁπλᾶ τὴν ἀλήθειαν εἰς τοῦτον τὸν τρόπον. «Πρέπον εἶναι, ὧ ἄνδρες Ἕλληνες καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας γνήσια παιδία, ἂν ἴσως καὶ εὑρισκομέσθανε ξεπεσμένοι ἀπὸ βασιλείαν ἢ ἀπὸ αἰτίαις καὶ ἐλατ­τώματος ἡμετέρου, ἢ καὶ διὰ τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ τὰ ὑψηλὰ καὶ βαθέα, ὁποῦ νοῦς ἀνθρώπινος δὲν μπορεῖ νὰ μετρήσῃ, ἂν ἴσως (λέγω) καὶ ἤμασθεν ξεπεσμένοι ἀπὸ βασιλείαν καὶ ἀπὸ πλούτη καὶ ἀνάπαυσαις ὁποῦ ἔχει ὁ κόσμος, νὰ μὴν προδώσωμεν ποτὲ τὴν εὐγένειαν τῆς ψυχῆς μας, ἡ ὁποία ἄλλως δὲν προδίδεται παρὰ σὰν νικηθοῦμεν ἀπὸ λόγια πονηρῶν ἀνθρώπων καὶ ὑποκριτῶν νὰ ἀρνηθοῦμεν τὰ πατρικὰ μας δόγματα, νὰ πιάσωμεν δόγματα ξένα ὁποῦ οὔτε οἱ πατέρες μας τὰ ἐγνώριζαν οὔτε ἡμεῖς. Καὶ τοῦτα δὲν εἶναι ἄλλα παρὰ ἐκεῖνα ὁποῦ μᾶς προβάλλουν οἱ Γεζουΐται λεγόμενοι, ἄνθρωποι ὁποῦ μποροῦσι καὶ μὲ λόγον καὶ μὲ ἔργον νὰ γελάσουν καὶ νὰ ἐμπαίξουν καὶ νὰ σύρουν ὡς θέλουν ὅλον τὸ γένος τὸ ἐδικόν μας διὰ τὴν ἁπλότητα καὶ ἀμάθειαν ὁποῦ ἔχει. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ εἴμασθεν ἔτζι χαῦνοι[22] νὰ προδώσωμεν τὴν εὐγένειάν μας, πιστεύοντας τοιούτων ἀνθρώπων. Ἐνθυμηθῆτε, ἄνδρες Ἕλληνες, καὶ ἀνιστορηθῆτε τοὺς περασμένους καιρούς, καὶ θέλε­τε ἰδεῖ ὅτι κανέναν καιρὸν οἱ Λατῖνοι τοῦ γένους μας φίλοι δὲν ἤτονε. Ὁ Πάπας καὶ οἱ ‘περασπισταί του πάντοτε ἦσαν ἐχθροὶ τοῦ γένους μας, πάντοτε τὴν ἀπώλειαν τῆς βασιλείας μας ἤθελαν, καθὼς ἔδειξαν εἰς διαφόρους καιροὺς τὴν κακὴν τως γνώμην πρὸς ἡμᾶς. Καὶ διὰ νὰ μὴν μακρύνω ἀφίνω τὰ ἄλλα, μόνον ἕνα πρᾶγμα νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, ἀπ’ ἐκεῖ νὰ γνωρίσεται τὴν γνώμην τως. Τὸν καιρὸν ὁποῦ ἐπολέμα ὁ σουλτὰν Μεεμέτης[23] τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὴν εἶχεν κεκλεισμένην, κάμνωντας κάθεν μηχανὴν νὰ πάρῃ τὴν Πόλιν ἔκαμεν καὶ ταύτην. Ἐπέρασεν τέσσαρα κάτεργα[24] (ἀπὸ τὸ μέρος ὁποῦ εἶναι τὰ Νηόκαστρα) διὰ ξηρᾶς καὶ τὰ ἔσυρε εἰς τὸ ἄλλο μέρος, ἐκεῖ ὁποῦ εἶναι ὁ Ἀρσανᾶς, μὲ πολὺν κόπον καὶ βάσανον, διατὶ δὲν τὰ ἄφινεν ἡ ἅλυσος νὰ περάσουν διὰ θαλάσσης. Καὶ σὰν εἶδαν οἱ Κωνσταντινουπολῖται, ἐσυμβουλεύθη­σαν διὰ νυκτὸς νὰ τὰ κάψουν. Καὶ συμφωνοῦσι σαράντα ἀρχοντόπουλα νὰ διαβοῦσι νὰ κάμουν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐμπαίνουσι μέσα εἰς τὸ καΐκι τὴν νύκτα καὶ κινοῦσι. Καὶ οἱ Φράγκοι, ὁποῦ ὥριζαν τὸν Γαλατᾶ, τοὺς στέλνουσι χαμπάρι καὶ δίδουν λόγον τὸν Μεεμέτη σουλτάνον. Καὶ ἐκεῖνα τὰ καϋμένα τὰ ἀρχοντόπουλα, μὴ λογιάζοντας πῶς νὰ ᾖναι τραϊτόροι[25], ἐπήγαιναν θαρρετὰ καὶ ἔδωκαν εἰς ἑτοίμην ἔνεδραν· καὶ ἀπ’ ἐκεῖνο ἐχάθη ἡ ἐλπὶς τῶν Ῥωμαίων, καὶ δὲν εἶχαν πλέον ἐλπίδα νὰ γλυτώσῃ ἡ Κωνσταντινούπολις. Ἐκ τούτου γνωρί­σετε τὴν ὄρεξιν τοῦ γένους τῶν Λατίνων πρὸς τὸ γένος τὸ ἐδικόν μας. Τόσους χρόνους ἀπὸ λόγου τως καλοσύνην δὲν εἴδαμεν, καὶ τώρα εἰς τοὺς ἐσχάτους καιροὺς λογιάζετε θέλουν νὰ μᾶς κάμουν καλοσύνην; Ὄχι! Δὲν τὸ κάμνουν, ἄνδρες Ἕλληνες, διὰ ἄλλο, μόνον διὰ νὰ μᾶς γελάσουν καὶ νὰ μᾶς σύρουν εἰς τοῦ Πάπα τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἂν δὲν σύρουν τοὺς φρόνιμους, σύρνουν τῆς ὥρας τοὺς λωλούς, σύρνουν τὰ παιδία μας καὶ ἀγάλι ἀγάλι ὅλους. Ἔτζι εἶναι οἱ Γεζουΐται ἐπιτήδειοι καὶ ὡς θέλουν νὰ μᾶς ἐμπαίζουν. Ὅταν μᾶς ὁμιλῶσι μὲ γλυκὰ λόγια, καὶ ἐκεῖ κρύπτουσι τὸ φαρμάκι· ὅταν μᾶς τιμῶσι, τότε μᾶς γελῶσι εἰς τὸν ἑαυτόν τως· ὅταν μᾶς διδάσκουσι, τότε μᾶς πραγματεύονται· ὅταν μᾶς χαρίζουν ἢ χαρτάκια ἢ κομποσχοίνια, τότε μᾶς παγιδεύουσι· ὅταν κάμνουν κωμῳδίαις ἢ ἄλλα θέατρα καὶ μᾶς προσκαλοῦνται νὰ παγαίνωμεν, τότε μᾶς μυκτηρίζουσιν ὡς ἀγνώστους καὶ λωλοὺς καὶ οὐτιδανούς[26]. Μὲ τοῦτο ὅλον θεωρῶ, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, πῶς πολλοὶ κρατοῦσι μαζῆ τως, δὲν γνωρίζοντας ταῦτα. Ἐτοῦτο εἶναι ἐκεῖνο ὁποῦ καίει τὴν καρδίαν, πῶς ἔπεσεν εἰς ἡμᾶς τόση ἀγνωσία καὶ δὲν εἴμασθεν ἄξιοι νὰ κρίνωμεν τὸ κα­κὸν ὁποῦ μᾶς κυνηγᾷ. Καὶ δὲν λέγω διὰ ὅλους, μόνον δι’ ἐκείνους ὁποῦ μὲ τοιούτους ἀνθρώπους ὑποκριτὰς καὶ ὄργανα τοῦ Ἀντιχρίστου κρατοῦσι. Θέλεις νὰ εἰπῇς «καὶ αὐτοὶ διδάσκουσι τὰ παιδία μας μαθήμα­τα χωρὶς πληρωμήν, καὶ διδάσκουσι καὶ ἡμᾶς τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ διὰ τοῦτο θεωροῦντες τὴν προθυμίαν τως καὶ ἡμεῖς ἀναπαυόμεθα εἰς ἐκείνους». Τόσον ἠξεύρετε, τόσον κρίνετε, τόσον λέγετε· ἀμὴ δὲν ἠξεύρε­τε πῶς ἡ προθυμία ἐκείνη ὅλη εἶναι μετὰ δόλου. Τὸ μάθημα ὁποῦ εἶναι χωρὶς πληρωμήν, ἐκεῖνο εἶναι πληρωμή, ὅτι μ’ ἐκεῖνο ἀγοράζουν αὐτοὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν συνείδησιν τῶν παιδίων σας. Ἡ διδαχὴ πάλιν ὁποῦ σᾶς κάμνουν, ἐκεῖνη εἶναι ἡ παγίδα ὁποῦ σᾶς πιάνουν. Καὶ ἔπρεπεν, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, ἀφίνοντας τὰ ἄλλα, νὰ μὴ βλέπετε ἐσεῖς πῶς σᾶς διδάσκουν, μόνον νὰ βλέπετε ἂν ἡ διδαχή τως εἶναι ὠφέλιμός σας· τὸ ὁποῖον διὰ νὰ κρίνῃ εὔκολα ὁ ἄνθρωπος ἂν ἴσως καὶ μετρήσῃ τρία πράγματα, πρῶτον τί διδάσκουν, δεύτερον μὲ τί διάθεσιν διδάσκουν, τρί­τον τὸ τέλος τως[27] εἰς τί ἀποβλέπει. Εἰς τὸ πρῶτον ἂν ἰδῆτε ὅτι διδά­σκουν τὴν ἀλήθειαν ἢ τὸ ψεῦδος· ἀμὴ ἐγὼ ἠξεύρω πῶς αὐτοὶ μαζῆ καὶ τὰ δύο τὰ ἀνακατόνουν. Ὅταν σᾶς λέγουν πῶς ὁ Χριστὸς ἐσαρκώθη καὶ ἔπαθεν καὶ ἐσταυρώθη καὶ ἀνέστη καὶ ἀνελήφθη δι’ ἡμᾶς, ἀλήθειαν λέγουσι. Ὅταν σᾶς λέγουν ὅτι εἶχεν δώδεκα ἀποστόλους ὁ Χριστὸς (καὶ) πρῶτον ἀπὸ ὅλους εἶχε τὸν ἅγιον Πέτρον, ἐδῶ ἡ ἀλήθεια εἶναι μπερδεμμένη. Ὅταν σᾶς λέγουν πῶς ὁ Πέτρος ἔχει διάδοχον τὸν Πάπα καὶ διὰ τοῦτο ὁ Πάπας εἶναι ἀφέντης τῆς Ἐκκλησίας, ὅλον εἶναι ψεῦδος. Ἔτζι καὶ εἰς τὰ λοιπά· διὰ τοῦτο θέλετε νὰ προσέχετε τὸ τί σᾶς διδάσκουν. Εἰς τὸ δεύτερον θέλετε νὰ κυττάζετε μὲ τί διάθεσιν. Διὰ τοῦτο ὅταν σᾶς λέγουσι «ἡ ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι μία, καὶ δὲν εἶναι ἀνὰ μέσον μας διαφορά», μὲ κακὴν διάθεσιν σᾶς τὸ λέγουν· διατὶ αὐτοὶ ὅλοι, καὶ Γεζουΐται καὶ οἱ λοιποὶ Φράγκοι, εἰς τὰ βιβλία ὁποῦ γράφουν καὶ εἰς ταὶς διδαχαὶς ὁποῦ κάμνουν, ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας μᾶς κράζουν σχισματικοὺς καὶ αἱρετικούς, ἀποστάτας, ψεύστας καὶ κάθε ἄλλο κακὸν ὄνομα, καὶ πῶς ἐκκλησίαν δὲν ἔχομεν, μόνον συναγωγήν, σὰν τοὺς Ἑβραίους. Ἔτζι μᾶς κηρύττουσιν εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὰ μέρη τὰ ἐδικά τως, καὶ τώρα ἐδῶ νὰ μᾶς λέγουν πῶς ἡ ἐκκλησία μας καὶ ἡ ἐκκλησία τως εἶναι μία; Τὸ ὁποῖον τὸ λέγουν μὲ κακὴν καὶ πονηρὰν διάθεσιν, μάλιστα διατὶ αὐτοὶ κρατοῦσι πῶς ἡ ἐκκλησία νὰ περιέχῃ ἐκλεκτοὺς καὶ ἀποβεβλημένους. Μπορετὸ νὰ γροικοῦσι πῶς ἡμεῖς ἤμασθεν ἀποβεβλημένοι καὶ αὐτοὶ ἐκλεκτοί. Ἢ ἔτζι ἢ ἄλλως μὲ πονηρὰν διάθεσιν τὸ λέγουν. Κρίνατε λοιπὸν τὴν διάθεσίν τως καὶ νὰ εὕρητε τὴν σαθρότητά τως. Εἰς τὸ τρίτον θέλετε νὰ σκέπτεσθε τὸ τέλος, εἰς ποῖον τέλος καταντᾷ ἡ ἔννοιά τως· τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ νὰ μᾶς βάλλουν εἰς τὴν τυραννίδα τοῦ Πάπα νὰ μᾶς ἐξουσιάζῃ, νὰ τὸν ὁμο­λογοῦμεν πρῶτον καὶ κεφαλήν, καὶ τοῦτο εἰς ὕβριν τοῦ Χριστοῦ καὶ καταφρόνιον τῆς Ἐκκλησίας μας. Ταῦτα θέλετε σκεφθῆτε, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, ἔπειτα νὰ ἀποφασίζετε τὴν καλοσύνην τῶν ὑποκριτῶν. Ἐτούτους σὰν τοὺς θεωρεῖς οὕτω ταπεινούς, καὶ βασιλείας ἀνακάτωσαν, ἔθνη ἔκαψαν, αἵματα ἄπειρα ἔχυσαν, καλὸν ποθενὰ δὲν ἔκαμαν καὶ ἡμεῖς θέλομεν προσδοκήσει εἰς τὸ γένος μας καλὸν νὰ κάμουν ἐκείνους ὁποῦ εἰς τὴν καρδίαν μισοῦσι; Μὲ ὅλον ὁποῦ ὑποκρίνονται, θέλουν εὐ­εργετήσει ποτέ; Καὶ εἶστε τόσον ἠλίθιοι, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, καὶ δὲν τὸ λογιάζετε; Δὲν παίρνετε παραδείγματα ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποῦ ἔχετε διὰ λόγου τως ἀκουστά;  Τόσον οἱ ἐχθροὶ τοῦ λόγου σας, ἐχθροὶ τῶν παιδιῶν σας, ἐχθροὶ τῆς σωτηρίας, ἐχθροὶ τοῦ γένους σας, ἐχθροὶ τῆς πατρίδος σας, ἐχθροὶ τῆς πίστεώς σας, ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας σας τῆς Ἀνατολικῆς, ν’ ἀφίνετε τὴν λύμην ταύτην, τὴν κακίαν ταύτην καὶ ταὶς τέχναις των νὰ ξαπλώνουν; Μὴ γένοιτο, ἀγαπητοί μου, σᾶς παρακαλῶ. Βλέπετε τοὺς κύνας; Φεύγετέ τως μὴ σᾶς δαγκώσουν! Βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας; Φεύγετέ τους, μὴν ἀνασπάσουν[28] τὰ κλήματα τῆς ἀμπέλου σας! Βλέπετε τὴν κατατομὴν ὁποῦ πάσχει τὴν Ἐκκλησίαν σας, τὰ δόγματά σας, τὸ γένος σας νὰ ξερριζώσῃ καὶ νὰ ἀφανίσῃ. Μακρὰ ἀπ’ αὐτούς, μακρὰ ἀπὸ τὴν ἀναστροφή τως, ἀπὸ τὰ μαθήματά τως, ἂν θέλετε νὰ μὴν σᾶς συμβῇ κακὸν ἀνέλπιστον, ἂν θέλετε νὰ στέκεσθε εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ εὑρίσκεσθε καὶ προτήτερα χωρὶς ταραχὴν καὶ σύγχυσιν, μὲ ἐλπίδα ὅταν ᾖναι ὁρισμὸς τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ καὶ νὰ μᾶς παρηγορήσῃ». Ταῦτα μοῦ φαίνεται, ὦ Ζηλωτά, πῶς νὰ ἁρμόζουν νὰ τοὺς εἰπῇς διὰ τὴν ὥραν· ὅμως ἐσὺ θέλεις τὰ εὐτρεπίσει καλλιότερα, καὶ θέλεις εὐγάλει καὶ θέλεις προσθέσει, ὡς γνωστικὸς ὁποῦ εἶσαι, τὰ χρησιμώτερα καὶ ἀναγκαιότερα ὁποῦ νὰ πληροφορήσουν μὲ περισσοτέραν ἐνέργειαν ἐκείνους ὁποῦ θέ­λουν σὲ ἀκούσει.
Ζ. Εὐχαριστῶ σε διὰ τὴν τοιαύτην διδαχήν, ὁποῦ λογιάζω καὶ ἂν μπορέσω εἰς τὴν μνήμην μου αὐτὴν τὴν ἰδίαν, χωρὶς προσθήκην καὶ ἀφαίρεσιν, νὰ τὴν συστήσω. Καὶ ἂν δυνηθῇ ἡ γλῶσσά μου ἔτζι νὰ τὴν ἀναγγείλω, καθὼς τὴν ἤκουσα ἀπὸ λόγου σου, ἐλπίζω πῶς θέλω προξενήσει πολλῶν ὠφέλειαν. Λοιπὸν ἰδοὺ ἀπέρχομαι σὺν Θεῷ.
Φ.  Κοπίασαι μὲ καλὴν τύχην.





[1] Το κείμενο, όπως θα διαπιστώσει ο ορθόδοξος αναγνώστης, είναι προφητικό.
[2] Ιησουιτών.
[3] Ιστορική συνοικία της Κωνσταντινουπόλεως.
[4] Λογιάζω = συλλογίζομαι, σκέπτομαι, θεωρώ, λογαριάζω.
[5] Τους.
[6] Μίλησαν.
[7] Αμαρτία λοιπόν δεν είναι μόνο το ψέμα, αλλά και η απόκρυψη της αλήθειας σε θέματα που άπτονται της σωτηρίας των ανθρώπων.
[8] Ο Πατριάρχης Κύριλλος έχοντας υπόψιν του το φρικτό αποτέλεσμα που είχε η δράση των Ιησουιτών στην Πολωνία με την Ουνία της Βρέστης, είχε πάντοτε στο μυαλό του τον φόβο της επαναλήψεως ενός τέτοιου κακού (αυτήν την φορά στην καρδιά της Ορθοδοξίας, την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως), και γι’ αυτό δέχθηκε να μετατεθεί από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη, (ενώ ο μέντοράς του Μελέτιος Πηγάς, τον οποίο ο Κύριλλος ακολουθεί πιστά σε όλα τα θέματα, ήταν κατά του μεταθετού), μιας και τότε η μεγάλη πλειοψηφία των επισκόπων ήταν αμόρφωτοι ή λατινόφρονες.  
[9] Ανατολή.
[10] Στην Χίο οι Ιησουίτες εγκαταστάθηκαν το 1594 και ίδρυσαν μονή η οποία λειτουργούσε και ως σχολείο. Στην Κωνσταντινούπολη ίδρυσαν μονή, η οποία επίσης λειτουργούσε και ως σχολείο, το 1609.
[11] Απατεώνες, κατεργάρηδες (από το βενετικό mariol).
[12] Το, ήδη από αιώνων όπως αποδεικνύεται, παπικό σχέδιο της υποταγής της Ορθοδοξίας στον Παπισμό περιλαμβάνει την προβίβαση λατινοφρόνων στους επισκοπικούς θρόνους!
[13] Napoli της σημερινής Ιταλίας.
[14] Πρόκειαι για τον διαβόητο εξωμότη Νικηφόρο Μελισσηνό (περί του οποίου βλ. Χασιώτη Ιωάννη, Μακάριος, Θεόδωρος και Νικηφόρος οι Μελισσηνοί, Θεσσαλονίκη, 1966), ο οποίος σχετίστηκε και με τους τρεις φιλοπαπικούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως που προηγήθηκαν του μεγάλου Λουκάρεως (Ραφαήλ ο Β΄, Νεόφυτος ο Β΄, Τιμόθεος ο Β΄).
[15] Νικόλαος Γοργογύρης. Έτερος εξωμότης περί του οποίου βλ. Τσιρπανλή Ζαχαρία, Το Ελληνικό Κολέγιο της Ρώμης και οι μαθητές του, Θεσσαλονίκη, 1980, σελ.  313-315.
[16] Τότε ήταν ο φιλοπαπικός Τιμόθεος ο Β΄ (πατρ. 1612-1620).
[17] Αναφέρεται στις επεμβάσεις των Οθωμανών στην εκλογή Πατριάρχου, μιας και ενέκριναν εκείνον που θα έδινε τα περισσότερα χρήματα (άσπρα), σύμφωνα με τον φόρο εκλογής (peşkeş) του Πατριάρχη προς την Υψηλή Πύλη, ο οποίος είχε καθοριστεί μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά συνεχώς αυξανόταν.
[18] Γωνιά του δρόμου, στενός δρόμος (από το βενετικό canton).
[19] Αφυής = αυτός που στερείται φυσικής ικανότητος (αντίθ. ευφυής).
[20] Ζαλαχανάς είναι το σφαγείο (από το τουρκικό salhana).
[21] Η τότε κρίση στις σχέσεις μεταξύ του Βατικανού και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας είχε ως αποτέλεσμα η τελευταία να προβεί στην εκδίωξη των Ιησουϊτών από την επικράτειά της το 1606.
[22] Νωθροί.
[23] Ο γνωστός Μωάμεθ ο Πορθητής.
[24] Πλοία του Μεσαίωνα.
[25] Προδότες (από το αγγλικό traitor).
[26] Τιποτένιους.
[27] Ο σκοπός τους.
[28] Ανασπώ = αποσπώ, ξεριζώνω.


ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΛΟΥΚΑΡΕΩΣ - ΚΑΤΑ ΛΑΤΙΝΩΝ Α΄

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Απάντηση στον Εφημέριο των Καθολικών Μυτιλήνης κ. Λέοντα Κισκίνη από τον εκπαιδευτικό Ν. Μάννη



Ο εκπαιδευτικός κος Νικόλαος Μάννης με την παρακάτω επιστολή που έστειλε στο lesvospost.comαπαντάει σε όσα λέει σε επιστολή του ο Εφημέριος των Καθολικών Μυτιλήνης κ. Λέοντας Κισκίνηςσχετικά  με τις αντιδράσεις για τις εκδηλώσεις του Αγίου Βαλεντίνου στην Μυτιλήνη.


Παρακάτω σας παρουσιάζουμε την επιστολή-απάντηση του κου Μαννη αυτούσια

Αξιότιμε κ. Κισκίνη,

Με αφορμή την,από 11/2/2017, απάντησή σας προς τον π. Αθανάσιο Γιουσμά, σας αποστέλλω την παρούσα απάντηση, διά της οποίας αναιρούνται πλείστα όσα εσφαλμένα περιέχονται σε αυτήν.

Και αρχικά, ξεκινώντας από το ωραίο σύνθημα που αναφέρετε («ο Χριστός ενώνει, ενώ μόνο ο Διάβολος διαιρεί»), εύλογα αναρωτιόμαστε με ποιο τρόπο συμβαίνει αυτό; Μήπως εμφανίζεται αυτοπροσώπως ο πατήρ του σκότους και διαιρεί τους Χριστιανούς; Ή βάζει ανθρώπους (και μάλιστα της Εκκλησίας) για να το κάνει; Φυσικά, το δεύτερο. Διότι ναι μεν όλοι θέλουν να λέγονται «Χριστιανοί», αλλά αν δεν πιστεύουν στην διδασκαλία του Χριστού, όπως φανερώνεται μέσα από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, τότε τι είδους «Χριστιανοί» είναι; Τέτοιους «Χριστιανούς», σαν τον Άρειο (που έλεγε τον Χριστό κτίσμα του Θεού), τον Νεστόριο (που έλεγε την Θεοτόκο Χριστοτόκο), τους Εικονομάχους (που έλεγαν τις εικόνες είδωλα) ή τους Πάπες της Ρώμης - από ένα σημείο και μετά - (που έλεγαν τον εαυτό τους «Κεφαλή της Εκκλησίας», στην θέση της αληθινής Κεφαλής που είναι ο Χριστός), για να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα, η Εκκλησία τους απέκοψε από την οικογένεια των Χριστιανών, και όσο και να θέλουν οι απόγονοί τους να λέγονται «Χριστιανοί», δυστυχώς δεν είναι, αφού επιμένουν να πιστεύουν διαφορετικά από όσα οι Χριστιανοί πιστεύουν. Μήπως όμως όποιος έχει το όνομα, έχει και την χάρη; Τότε κάθε άνθρωπος που τον έλεγαν Αριστείδη ή Φιλάρετο, θα έπρεπε να ήταν άριστος ή φίλος της αρετής, αντίστοιχα! Δεν ξεμπερδεύουμε λοιπόν με το να φορτώνουμε όλα τα κακά στον Διάβολο, και να αποποιούμαστε το μερίδιο ευθύνης που έχουμε κι εμείς οι άνθρωποι για τις διαιρέσεις.

Μιλάτε για «αδέλφια που μάλωσαν» και για τον «πόθο της ενότητας», αλλά αμέσως πιο κάτω αποκαλείτε «στενόμυαλους φονταμενταλιστές» εκείνους που δεν συμφωνούν μαζί σας. Εμείς οι Χριστιανοί είμαστε υπέρ της Ενότητας, αλλά της Ενότητας που βασίζεται στην Αλήθεια. Διότι αν είναι να πιστεύει ο καθένας ό,τι του αρέσει, προς τι να είμαστε Χριστιανοί; Ας καταργήσουμε την Εκκλησία και ας πιστεύουμε ο καθένας ό,τι, όπου θέλει και αν θέλει. Τέτοια «ενότητα» άραγε δεν ευαγγελίζονται σήμερα και οι οπαδοί της Παγκοσμιοποίησης;

Περί του «αγίου» Βαλεντίνου (η μνήμη του οποίου εξυπηρετεί άριστα τον καταναλωτισμό των δυτικών κοινωνιών και τον ψευτοερωτισμό, χολυγουντιανού τύπου, που ταλανίζει στις μέρες μας το ανθρώπινο είναι), οφείλω να σας πληροφορήσω, πως όχι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδέχεται τέτοιον «άγιο», αλλά και η Ιστορία έχει επιφυλάξεις για την ιστορικότητα του και για το αν πρόκειται για ένα ή παραπάνω πρόσωπα. Σίγουρα πάντως αν υπήρξε άγιος με το όνομα Βαλεντίνος, που μαρτύρησε στην Ρώμη, σε καμία περίπτωση δεν είχε την ιδιότητα του «προστάτη των ερωτευμένων», η οποία δόθηκε εκ των υστέρων για να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένοι σκοποί (σε αντίθεση με πραγματικούς Αγίους, όπως, για παράδειγμα, ο Άγιος Νικόλαος, του οποίου η ιδιότητα φανερώθηκε τόσο εν ζωή, όσο και μετά θάνατον, με πολλά θαύματα, ώστε δικαίως να θεωρείτε «προστάτης των ναυτικών»).

Επιπροσθέτως, τα γραφόμενά σας: «και η Ορθόδοξη Εκκλησία ευλαβείται σε άλλη ημερομηνία, στις 29 Οκτωβρίου: “του αγίου Ουαλεντίνου, ος κατά γης συρόμενος τελειούται”» ελέγχονται ως ψευδή. Διότι αυτός ο Άγιος Ουαλεντίνος (ο οποίος εορτάζει την 24η – και όχι 29η - Οκτωβρίου) και ο οποίος μαρτύρησε μαζί με τους Αγίους Μάρκο και Σωτήριχο («κατὰ γῆς συρόμενοι»), ήταν από την Μικρά Ασία και το λείψανό του μεταφέρθηκε στην Θάσοˑ δεν έχει δε καμία σχέση με… «προστασία των ερωτευμένων»!

Είναι βέβαια δικαίωμά σας να εορτάζεται όσους «αγίους» θέλετε, όχι όμως και να μας επιβάλλετε ως ορθή την θέλησή σας αυτή, πολύ δε περισσότερο να μας κατηγορείτε ως «στενόμυαλους φονταμενταλιστές», διότι αν ήμασταν όντως φονταμενταλιστές, θα είχαμε και εμείς Ιερές Εξετάσεις, κυνήγι μαγισσών και Σταυροφόρους…

Με εκτίμηση
Νικόλαος Μάννης

Εκπαιδευτικός

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΠΙΚΗΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΠΕΡΙ ΕΝΩΣΕΩΣ (1895)


pros.papikin.egkuklion

Μέ τήν βοήθειαν τοῦ θεοῦ προβαίνομεν εἷς τήν ἐπανέκδοσιν τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου Ἐπιστολῆς, τήν ὁποίαν ἕξαπελυσεν ἤ Μεγάλη του Χρίστου Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως τόν Ἀΰγουστον τοῦ 1895, πρός ἀπάντησιν εἷς τήν Ἐγκύκλιον τοῦ Πάπα Λέοντος τοῦ ΙΓ' περϊ ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν.
Εὔχομεθα, δπῶς ἤ παροῦσα ἔκδοσις βοηθήση κυρίως τούς Ὀρθόδοξους κληρικούς, ἄλλα καί τόν πιστόν λάδν τοῦ θεοῦ, τδν φύλακα τῆς Πίστεώς μας, νά καταλάβουν δτί μεταξύ της Ἁγίας 'Ὀρθοδόξου Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μας καί τῆς Παπικῆς «χάσμα μέγα ἔστηρικται» (Λκ 16, 26). Εἶναι, νομίζομεν, καί ἐπίκαιρος ἤ Συνοδική αὔτη Ἐγκύκλιος μετά τήν πρόσφατον προδοσίαν τῆς Πίστεως μᾶς ἄπδ μερικούς ἱερεῖς καί ἐπισκόπους της Ἐκκλησίας τῆς διασπορᾶς διά τῆς μεταδόσεως τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων εἷς παπικούς ἱερεῖς.
Τήν μετάφρασιν εἷς τήν ἄγγλικην γλώσσαν ἔκαμεν ὅ ἀοίδιμος ἀρχιμανδρίτης π. Εὐστάθιος Μεταλληνδς τδ 1895.
Μάριος Πηλαβάκης
Ἕν Λονδίνω τή 19η Ἰανουαρίου 1984, ἕορτη Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

TΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΑ ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΟΥΝΙΑΣ: Τόμος πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως (ἐν Τιργοβίστῳ τῆς Μολδοβλαχίας, 1616)



Εἰσαγωγικά

Οὐνία εἶναι ἐκείνη ἡ θρησκευτικὴ ὀργάνωσι, ποὺ ἐνῷ ἐξωτερικῶς φέρει ὀρθόδοξο ἔνδυμα, ἐσωτερικῶς καὶ οὐσιαστικῶς ἀνήκει στὸν παπισμὸ ἢ ῥω­μαιοκαθολικισμό. ῞Οσοι ἀκολουθοῦν τὸ «σχῆμα τῆς οὐνίας» ὀνομάζονται «οὐνῖ­τες» ἢ μὲ τοὺς παραπλανητικοὺς ὅρους «ἐλληνόρρυθμοι» χριστιανοὶ ἢ «ἑλληνο­καθολικοὶ» κ.ἄ., διατηροῦν δὲ ναούς, ἱερεῖς, ἄμφια, λειτουργικὰ βιβλία καὶ ἐκκλη­σιαστικὸ τυπικὸ ὅμοια μὲ αὐτὰ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ δέχονται τὸν πάπα ῾Ρώμης ὡς ἀρχηγὸ τῆς ἐκκλησίας τους, καὶ μάλιστα ἀλάθητο, καθὼς καὶ ὅ­λες τὶς ὑπόλοιπες λατινικὲς κακοδοξίες.

Καμμία ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία στὸν κόσμο δὲν ἀναγνωρίζει τοὺς οὐνῖτες ὡς ὀρθοδόξους, τοὺς ἀναγνωρίζουν ὅμως ἐπισήμως οἱ παπικοὶ ὡς μέλη τῆς δικῆς των ἐκκλησίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποδέχονται εὐαρέστως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ οὐνῖτες· καὶ αὐτὸ βεβαίως τὰ λέει ὅλα!

῾Η οὐνία ἐμφανίστηκε ὡς γεγονὸς καὶ ὠργανώθηκε ὡς θεσμὸς τὶς τελευ­ταῖες δεκαετίες τοῦ 16ου αἰῶνος στὸ τότε ἑνιαῖο βασίλειο τῆς Πολωνίας καὶ τῆς Λιθουανίας. ᾿Εκείνη τὴν ἐποχὴ αὐτὸ ἦταν ἕνα μεγάλο σλαυικὸ κράτος (ἀπὸ τὰ ἰσχυρότερα τῆς Εὐρώπης), ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν σημερινὴ Πολωνία (Λεχία) καὶ τὴν Λιθουανία περιελάμβανε ἐπίσης τὴν Πρωσσία, τὴν Λευκορρωσία, τὴν Λετονία (Λατβία), τὴν Λιβονία (βόρεια Λετονία καὶ νότια ᾿Εσθονία), λίγα τμήματα τῆς ῾Ρωσίας, καὶ μέρος τῆς Μικρᾶς ῾Ρωσίας (σημερινῆς Οὐκρανίας) –ἰδίως τὴν μητρό­πολι Κιέβου, ἡ ὁποία ὅμως ὑπαγόταν ἐκκλησιαστικῶς στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρ­χεῖο (Κωνσταντινουπόλεως)–.

῾Η ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία ἀντέδρασε ἄμεσα στὴν ἐμφάνισι τοῦ θεσμοῦ τῆς οὐνίας, ξεκινῶντας ἕναν πνευματικὸ ἀγῶνα γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ὀρθοδόξων πληθυσμῶν τῆς περιοχῆς, ὁ ὁποῖος αἰῶνες ἀργότερα συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τὰ ὀρθόδοξα πατριαρχεῖα μὲ συντονισμένες ἐνέργειες καὶ ἀποστολὲς προσ­πάθησαν νὰ ἐνημερώσουν καὶ νὰ προφυλάξουν τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα. Τὸ 1595 ὁ πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς, ὁ ἀξιολογώτερος ἐκκλησιαστικὸς ἄν­δρας τῆς ἐποχῆς καὶ ἡγετικὴ φυσιογνωμία τῆς τότε ὀρθοδοξίας, ἔστειλε στὴν Πο­λωνία ὡς πατριαρχικὸ ἔξαρχο τὸν Κύριλλο Λούκαρι, ὁ ὁποῖος συνεργάστηκε μὲ τὸν ἔξαρχο τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου, καὶ ἀμφότεροι ἀγωνίστηκαν σθενα­ρῶς καὶ ἐπιδεξίως ἐναντίον τῆς οὐνίας καὶ τοῦ ῥωμαιοκαθολικισμοῦ.

῞Ομως τὸ 1597 ὁ Λούκαρις ἀναγκάζεται νὰ ἀποδράσῃ ἀπὸ τὴν Πολωνία, μόλις προλαβαί­νοντας νὰ διαφύγῃ τὴν φυλάκισι καὶ τὴν θανάτωσί του.

Τὸ 1599 ὁ πατριάρχης Μελέτιος ξαναστέλνει τὸν Λούκαρι στὴν Πολωνία, ὅπου παρέμεινε μέχρι τὶς ἀρχὲς τοῦ 1601, ἐνῷ κατόπιν μετέβη στὴν Μολδοβλαχία, γιὰ νὰ στηρίξῃ καὶ ἐκεῖ τοὺς χειμαζομένους ᾿Ορθοδόξους. Τὴν ἴδια χρονιὰ ὁ Μελέτιος Πηγᾶς ἐκοιμήθη, καὶ τὸν διαδέχτηκε στὸ πατριαρχεῖο ᾿Αλεξανδρείας ὁ Κύριλλος Λούκαρις, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε ἐπίσης σὲ κορυφαία πλὴν τραγικὴ ἐκκλησιαστικὴ φυσιογνωμία. Διετέλεσε ὁ Λούκαρις πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας μέχρι τὸ 1620, ὁπότε ἐξελέγη Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, θέσι στὴν ὁποία παρέμει­νε –μὲ κάποια διαλείμματα– μέχρι τὶς 20 ἰουνίου 1638, ὅταν καὶ ἐπαύθη ὁριστι­κῶς. Μία ἑβδομάδα μετὰ οἱ Τοῦρκοι τὸν στραγγάλισαν μέσα στὴν φυλακὴ ὅπου ἐκρατεῖτο.

῾Ο Λούκαρις καὶ ἀπὸ τὶς δύο πατριαρχικὲς θέσεις του συνέχισε μὲ σθένος τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς οὐνίας καὶ τοῦ παπισμοῦ, ὥστε νὰ καταστῇ ὁ πιὸ μισητὸς ἱε­ράρχης γιὰ τοὺς τότε Λατίνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἡσύχασαν, ἕως ὅτου τελικῶς ἐ­πέτυχαν τὴν ἐκθρόνισί του καὶ τὴν φυσικὴ ἐξόντωσί του. Κατὰ τὸν ἀγῶνά του ἐναντίον τῆς οὐνίας καὶ τῆς λατινικῆς (ἰδίως τῆς ἰησουϊτικῆς) προπαγάνδας ὁ Λούκαρις θὰ ἐνδιατρίψῃ γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα στὴν Μολδοβλαχία καὶ τὸ 1616 θὰ συντάξῃ στὴν τότε πρωτεύουσα Τιργόβιστον ἕνα σύντομο κείμενο, ποὺ τὸ ὀνομάζει Τόμο καὶ περιέχει 9 ἀναθέματα ἐναντίον τῆς οὐνίας καὶ τῶν λατι­νοφρόνων. Τόμος στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία λέγεται τὸ ἐπίτομο κείμενο ὅπου ἕνας ἐξέχων ἐκκλησιαστικὸς ἄνδρας διατυπώνει συνοπτικὰ τί πιστεύει καὶ τί φρονεῖ γιὰ κάποιο δογματικὸ θέμα. ᾿Απὸ ἐδῶ προέρχονται καὶ τὸ παράγωγο ῥῆ­μα ὀρθοτομῶ καὶ τὸ ἐπίθετο ὀρθοτόμος. Τόμος δηλαδὴ εἶναι ἡ δήλωσι, τὸ μανι­φέστο, ἡ δογματικὴ ὁμολογία, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς ὑπόδειγμα πίστεως γιὰ τὸ πλήρωμα τῆς ᾿Εκκλησίας ἀλλὰ καὶ ὡς κριτήριο γιὰ τὸν ἔλεγχο τῆς πίστεως κάποιου τρίτου. ᾿Ακριβῶς τέτοιος Τόμος εἶναι καὶ τὸ κείμενο τοῦ Κυρίλ­λου Λουκάρεως ποὺ ἀκολουθεῖ.

᾿Εφέτος (2016) συμπληρώνονται 400 χρόνια ἀπὸ τὴν συγγραφὴ καὶ δημοσίευ­σι αὐτοῦ τοῦ Τόμου, τὸ περιεχόμενο τοῦ ὁποίου παραμένει ἐπίκαιρο. Γι᾿ αὐτὸ παρουσιάζω ἐδῶ τὸ σημαντικὸ αὐτὸ κείμενο σὲ νεοελληνικὴ μετάφρασι, παρ᾿ ὅτι θὰ προτιμοῦσα νὰ μποροῦσε ἡ πλειοψηφία τῶν σημερινῶν ἀναγνωστῶν νὰ προσ­εγγίσῃ ἀπευθείας τὸ πρωτότυπο, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ βρῇ ὁ ἐνδιαφερόμενος στὸν «Τόμο ᾿Αγάπης» τοῦ Δοσιθέου ᾿Ιεροσολύμων (ἐν ἔτει 1698, σελ. 552-554) καθὼς καὶ στὴν διαδικτυακὴ ἱστοσελίδα τῆς «Συμβολῆς» (ἐδῶ). ᾿Επειδὴ ὁ Λούκαρις γράφει τὸν πρόλογό του σὲ ἀρχαΐζουσα γλῶσσα καὶ τὸ ὑπόλοιπο κεί­μενο σὲ ἁπλούστερη μορφή, μεταφράζω καὶ ἐγὼ τὸν μὲν πρόλογο σὲ ἁπλὴ καθα­ρεύουσα τὰ δὲ ὑπόλοιπα σὲ δημοτική.

Διονύσιος ᾿Ανατολικιώτης
δρ φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,
πτυχιοῦχος κοινωνικῆς θεολογίας


Τόμος πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως
(ἐν Τιργοβίστῳ τῆς Μολδοβλαχίας, 1616)

Κύριλλος ἐλέῳ Θεοῦ πάπας καὶ Πατριάρχης
τῆς μεγάλης πόλεως ᾿Αλεξανδρείας καὶ κριτὴς τῆς οἰκουμένης,

Πρὸς ὅλους τοὺς ἐν τῷ Τιργοβίστῳ ὀρθοδόξους χριστιανούς, κληρι­κοὺς καὶ λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνήσια τέκνα τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Καθολικῆς καὶ ᾿Αποστολικῆς (= παγκοσμίου καὶ ὀρθοδόξου) ᾿Εκκλησίας τῆς ἀνατολικῆς καὶ διὰ τὴν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου δικαίως ἀποστρέ­φονται καὶ ἀποβάλλουν κάθε κενὸν λόγον καὶ προσθήκην τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν Λατίνων, οἱ ὁποῖοι ὑπούλως πολεμοῦν τὴν ἡμετέραν ὀρθο­δοξίαν·
Χάρις νὰ εἶναι σὲ σᾶς καὶ εἰρήνη καὶ ἔλεος ἀπὸ τὸν παντοκράτορα Θεὸν καὶ τὸν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστὸν τὸν σωτῆρα ἡμῶν.

Μεγάλη ζάλη εἶχε καταλάβει ἐκείνην τὴν παλαιὰν κιβωτὸν (τοῦ Νῶε), ὅταν ἐκλυδωνίζετο μὲ σφοδρότητα καὶ ἀντιμετώπιζε τὰ κύματα ἐπὶ τῶν ὑδάτων ὅπου ἔπλεε, τότε ὅτε κατὰ θείαν παραχώρησιν οἱ κα­ταρράκται (τοῦ οὐρανοῦ) ἔστελναν ῥαγδαίας βροχὰς καὶ σχεδὸν ἀπει­λοῦσαν τοὺς εὑρισκομένους ἐντὸς τῆς κιβωτοῦ. Καὶ δὲν ἐφαίνετο καμ­μία ἐλπὶς εἰς τοὺς κεκλεισμένους ἐντὸς αὐτῆς ὅτι θὰ εὕρουν σωτηρίαν, ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν ἐνεθυμεῖτο τὸν πηδαλιουχοῦντα Νῶε καὶ δὲν ἔστεργε νὰ κοπάσῃ τὸ ὕδωρ. Νομίζω ὅτι ἐκεῖνα ἦσαν τύποι τῶν δεινῶν ποὺ ἔχουν καταλάβει τό γε νῦν τὴν νέαν κιβωτόν, τὴν καθ᾿ ἡμᾶς δηλαδὴ ᾿Εκκλησί­αν· τὰ ὁποῖα δεινὰ δὲν προσδοκῶμεν νὰ παύσουν, παρὰ μόνον ἂν ὁ Θε­ὸς αὐτοὺς τοὺς πονηροὺς καταρράκτας, ποὺ λυμαίνονται ἀκόμη καὶ τὰς ἀκεραιοτέρας ψυχάς, δὲν θελήσῃ νὰ κατασιγάσῃ καὶ καταστρέψῃ. Διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐφθόνησαν τὴν βαθεῖαν εἰρήνην τῆς ᾿Εκκλησίας ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ἤγειραν ἄσπονδον πόλεμον ἐναντίον ἡμῶν καὶ ἐπεχείρησαν νὰ διαταράξουν τὴν ἐνταῦθα γαλήνην. ᾿Επειδὴ λοιπὸν ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἀφήσωμεν ἐναντίον αὐτῶν τὸν παρόντα Τόμον, ὥστε νὰ εἶναι δι᾿ ὅλους σας πανοπλία, καὶ μὲ ὅσα εἶναι γεγραμμένα εἰς αὐτὸν νὰ δύνασθε νὰ ὑπερασπίζεσθε μὲ περισσοτέραν ἀσφάλειαν τὴν ὀρθοδοξίαν σας ἐναν­τίον τῶν τέτοιων ἐχθρῶν, ἐθεωρήσαμεν ὀρθόν, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυσνόη­τον τὸ σύγγραμμα διὰ τοὺς ἁπλουστέρους, νὰ σᾶς ἐκθέσωμεν εἰς ἁπλῆν διάλεκτον τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀκολούθως.

Ἀπὸ τὴν παλαιὰ ῾Ρώμη (τῆς ᾿Ιταλίας) ἦρθαν κάποιοι ποὺ ἔμαθαν ἐκεῖ νὰ λατινοφρονοῦν. Καὶ τὸ κακὸ εἶναι πὼς ἀπὸ ῾Ρωμαῖοι (= ῾Ρωμιοί, Βυζαντινοί), γέννημα καὶ θρέμμα τῆς ῾Ρούμελης (= τῆς ῾Ρωμανίας, δηλαδὴ τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους), ποὺ οἱ γονεῖς τους μπορῶ νὰ πῶ ποτὲ δὲν εἶδαν Φράγγον, μὲ τὸ νὰ μεταβοῦν στὴν ῾Ρώμη, ὄχι μόνον ἄλλαξαν τὴν πίστι τους, ἀλλὰ καὶ πολεμοῦν τὰ δόγματα τὰ ἀληθινὰ καὶ ὀρθόδοξα τῆς ἀνατολικῆς ᾿Εκκλησίας, ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός, οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ μαθηταὶ τοῦ Σωτῆρος, καὶ οἱ σύνοδοι τῶν ἁγίων πατέρων. ᾿Επειδὴ λοιπὸν πρόκειται ἐμεῖς νὰ ἀπουσιάσουμε ἀπὸ ἐδῶ, παραγγέλνουμε στὴν ἀγάπη σας νὰ στέκεστε στερεοὶ στὴν εὐσέβειά σας καὶ στὴν ὀρθοδοξία σας. Καὶ οἱ τέτοιοι λατινόφρονες καὶ φθορεῖς τῶν συνειδήσεών σας νὰ μὴν ἔχουν καθόλου τὴν προσοχή σας, ἀλλὰ ὡς αἱ­ρετικοὺς καὶ ἐχθροὺς τῆς σωτηρίας σας νὰ τοὺς διώχνετε μακριά σας, ὅσες φορὲς σᾶς συναντοῦν καὶ σᾶς μιλοῦν ἐνάντια σὲ ὅσα γράφουμε στὴν συνέχεια· ἀλλὰ ἐσεῖς νὰ πιστεύετε ἔτσι.

Καὶ πρῶτον. ῞Οποιος δὲν ὁμολογεῖ μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ στόμα, καὶ μάλιστα ὅποιος λέγεται ῾Ρωμαῖος (= ῾Ρωμιὸς) καὶ τῆς ἀνατολικῆς ᾿Εκκλησίας παιδί, καὶ εἶναι βαπτισμένος ῥωμαϊκὰ χριστιανικὰ ὅπως ἐ­μεῖς, ἀλλὰ δὲν ὁμολογεῖ ὅτι τὸ πανάγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται (ὑπαρ­κτικῶς) ἀπὸ τὸν Πατέρα μόνο, ὡς πρὸς τὴν οὐσία καὶ τὴν ὑπόστασι, καὶ ὅτι ὡς πρὸς τὴν χρονικὴ παρουσία του (ἀποστέλλεται)ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ὅποιος δὲν δίνει αὐτὴν τὴν ὁμολογία, ἀλλὰ λέγει ὅτι τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ (= Φιλιόκβε), ἐκεῖ­νος ἂς εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία μας, καὶ νὰ μὴν ἔχῃ μαζί μας κοινωνία, καὶ ἂς εἶναι ἀνάθεμα.

Δεύτερον. ῞Οποιος δὲν ὁμολογεῖ ὅτι στὸ μυστήριον τῆς κοινωνίας πρέπει καὶ οἱ λαϊκοὶ νὰ μεταλαμβάνουν τὸ τίμιον καὶ ἄχραντον σῶμα καὶ τὸ αἷμα, παρὰ ἰσχυρίζεται πὼς (οἱ λαϊκοὶ) τὸ ἄχραντον σῶμα μόνον πρέπει νὰ κοινωνοῦν, καὶ ὄχι καὶ τὸ αἷμα, ἂς εἶναι ἐκτὸς τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἀνάθεμα. Καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸ ὅποιος λέγει πὼς ἀρκεῖ νὰ μεταλάβῃ μόνον τὴν σάρκα (τοῦ Χριστοῦ), διότι ἐκεῖ εἶναι καὶ τὸ αἷμα, παρόλο ποὺ ὁ Χριστὸς χωριστὰ χωριστὰ παρέδωκε τὸ καθένα, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν τὸ τηροῦν, (ἂς εἶναι) ἀνάθεμα.

Τρίτον. ῞Οποιος λέγει ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστὸς στὸν μυ­στικὸ δεῖπνο εἶχε (ἄρτον) ἄζυμο σὰν τοὺς ᾿Ιουδαίους, καὶ ὄχι ἄρτον ἔν­ζυμο, δηλαδὴ ψωμὶ φουσκωτό, ἐκεῖνος ἂς εἶναι μακριὰ ἀπὸ μᾶς, καὶ ἂς εἶναι ἀνάθεμα πάνω του, διότι ἔχει φρόνημα ἰουδαϊκὸ καὶ τοῦ ᾿Απολι­ναρίου καὶ τῶν ᾿Αρμενίων τὰ δόγματα παρεισάγει στὴν ᾿Εκκλησία μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δεύτερη φορὰ λέμε· ἀνάθεμα.

Τέταρτον. ῞Οποιος λέγει ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ὅταν ἔρθῃ νὰ κρίνῃ, δὲν ἔρχεται γιὰ τὶς ψυχές, ἀλλὰ θὰ ἔρθῃ νὰ ἀποφασίσῃ μόνο γιὰ τὰ σώματα, ἀνάθεμα.

Πέμπτον. ῞Οποιος λέγει πὼς οἱ ψυχὲς τῶν χριστιανῶν ποὺ μετανόη­σαν στὸν κόσμο τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ὡλοκλήρωσαν τὸν κανόνα τους, πηγαί­νουν σὰν χωριστοῦν ἀπὸ τὸ σῶμα σὲ καθαρτήριον πῦρ, ποὺ εἶναι φωτιὰ καὶ κόλασι καὶ τιμωρία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι μῦθος εἰδωλολατρικός, ἀνά­θεμα. Διότι δίνουν τὴν ἐλευθερία στοὺς Χριστιανοὺς νὰ ἁμαρτάνουν.

Ἕκτον. ῞Οποιος λέγει πὼς ὁ πάπας τῆς ῾Ρώμης εἶναι κεφαλὴ τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ὄχι ὁ Χριστός, ἀνάθεμα.

Ὅποιος ἐναντιώνεται σ᾿ αὐτά, γιὰ νὰ τὰ ἀνατρέψῃ καὶ νὰ τὰ ἀκυ­ρώσῃ, ἀνάθεμα.

Ἐσεῖς, χριστιανοί μου, σᾶς παρακαλῶ γιὰ τὸν Κύριο καὶ γιὰ τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς σας, νὰ φυλάγεστε ἀπὸ τοὺς λύκους τούτους, ὅποιοι καὶ ἂν εἶναι, καὶ τοῦτον τὸν Τόμο νὰ τὸν διαβάζετε συχνὰ στὴν ᾿Εκκλησία, γιὰ νὰ γνωρίζετε τὰ κεφάλαια στὰ ὁποῖα προσπαθοῦν νὰ σᾶς πολεμοῦν οἱ τέτοιοι. Αὐτοὶ σὲ ὅλη τους τὴν ζωὴ δὲν ἔμαθαν τίποτε ἄλλο παρὰ πῶς νὰ ἐναντιώνωνται σ᾿ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους Χριστια­νούς, γιὰ νὰ γίνεται πάλι ἡ φθορὰ καὶ ἡ συμφορὰ στὸ γένος μας ἀπὸ ῾Ρωμαίους (= ῾Ρωμιούς). ᾿Αλλὰ ἐμεῖς χωρὶς νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἂς στέκου­με σταθεροὶ κατὰ τὸ δυνατόν, καὶ παρακαλᾶτε τὸν Θεὸν νὰ μὴν εἰσέλ­θετε σὲ πειρασμὸ γιὰ τὴν πίστι· ἀλλὰ ὅταν παραστῇ ἀνάγκη, τὸ αἷμά του νὰ χύσῃ ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν εὐσέβειά του εἶναι πολὺ γλυκό. ῞Ομως ὁ Θεὸς δὲν θὰ παραχωρήσῃ νὰ φτάσῃ τὸ πρᾶγμα μέχρι ἐκεῖ, γιὰ νὰ εἶναι οἱ ἀντίθετοί μας τιποτένιοι καὶ μὲ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ ἀμα­θεῖς καὶ τυφλοί.
Πάντως νὰ φυλάγεστε καὶ νὰ προσέχετε ἀπὸ τοὺς τέτοιους. Καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστὸς νὰ σᾶς βοηθᾷ, νὰ σᾶς εὐλογῇ καὶ νὰ σᾶς χαρίζῃ εἰρηνικὴ κατάστασι· συνάμα καὶ ἡ εὐχὴ τῆς ἡμῶν μετριότητος νὰ εἶναι μὲ ὅλους ἐσᾶς· ἀμήν.

«᾿Εκκλησιολόγος», φ. 462, 28/5/2016

ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ "ΤΟΜΟΥ" (ΑΠΟ ΕΔΩ):