A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2018

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ Διαθρησκειακοὶ Διάλογοι

Αποτέλεσμα εικόνας για Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Φωτίου

Τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Φωτίου

Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. κ. Καλλίνικε, 
Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, 
Τίμιον Πρεσβυτέριον,
Ἀγαπητοί ἐν Χριστῶ ἀδελφοί,
Στὴν ἐποχή μας ἀκοῦμε πολύ συχνὰ γιὰ τοὺς διαθρησκειακοὺς διαλόγους καὶ νὰ ἐξαίρεται ἡ σημασία τους γιὰ τὴν «ἀλληλοκατανόηση τῶν λαῶν», τὴν «εἰρηνικὴ συνύπαρξη» πληθυσμῶν μὲ διαφορετικὲς θρησκεῖες καὶ τὴν «καταπολέμηση τῆς μισαλλοδοξίας καὶ τοῦ φανατισμοῦ» κ.λπ.. Οἱ διάλογοι αὐτοῦ τοῦ εἴδους προωθοῦνται ἀπὸ τὸ Π.Σ.Ε., εἴτε γίνονται μὲ πρωτοβουλία διαφόρων θρησκευτικῶν ἡγετῶν (ἐν προκειμένῳ ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καυχᾶται γιὰ τέτοιες πρωτοβουλίες, ὅπως δήλωσε σὲ συνέντευξή του στὴν γαλλικὴ τηλεόραση), εἴτε διοργανώνονται ἀπὸ διάφορες Κυβερνήσεις. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνηση, ἔπειτα ἀπὸ πρωτοβουλία τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν διοργανώνει στὴν Ἀθήνα ἐδῶ καὶ 2 χρόνια τὴν «Διεθνῆ Διάσκεψη γιὰ τὸν Θρησκευτικὸ καὶ Πολιτιστικὸ Πλουραλισμὸ καὶ τὴν Εἰρηνικὴ Συνύπαρξη στὴ Μέση Ἀνατολή»! Αὐτοὶ ποὺ ὑπεραπίζονται τοὺς σύγχρονους διαθρησκειακοὺς διαλόγους συχνὰ ἐπικαλοῦνται παραδείγματα, ὅπως τοὺς διαλόγυς τοὺς ὁποίους εἶχε κάνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μὲ τοὺς Μωαμεθανούς.
Τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα καλούμεθα σήμερα νὰ πραγματευθοῦμε ἐδῶ, περιστρέφονται γύρω ἀπὸ τοὺς κάτωθι ἄξονες:
α) Εἶναι ἄραγε συμβατοὶ οἱ διαθρησκειακοὶ διάλογοι, ὅπως γίνονται σήμερα, μὲ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας;
β)Ὑπάρχουν παραδείγματα διαθρησκειακῶν διαλόγων στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία;
γ) Ποιοὶ εἶναι οἱ διαθρησκειακοὶ διάλογοι, τοὺς ὁποίους ἔκανε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς;
Τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ θὰ ἀπαντηθοῦν ὅσο γίνεται συνοπτικῶς, μὲ τὴν ἀντίστροφη σειρὰ ἀπὸ αὐτὴν μὲ τὴν ὁποία τὰ διετυπώσαμε. Δηλαδὴ θὰ ἀρχίσουμε μὲ τοὺς διαλόγους, τοὺς ὁποίους ἔκανε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μὲ Μωαμεθανούς. Νὰ σημειώσουμε, ὅτι ἀναφερόμενοι σὲ διαθρησκειακοὺς διαλόγους, θὰ περιοριστοῦμε σὲ αὐτὴν τὴν εἰσήγηση στοὺς διαλόγους Ὀρθοδοξίας καὶ Μωαμεθανισμοῦ, διότι ἀφ᾽ ἑνὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπεκταθοῦμε ἐδῶ σὲ εὐρύτερο φάσμα διαλόγων, ἀφ᾽ ἑτέρου οἱ διάλογοι Ὀρθοδοξίας καὶ Μωαμεθανισμοῦ μᾶς παρέχουν ἐπαρκὲς δεῖγμα γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ καὶ εὐρύτερων συμπερασμάτων.
Ἂς δοῦμε λοιπὸν...

...Τὰ Ἱστορικὰ Δεδομένα
Θὰ σᾶς καλέσω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ εἰσέλθουμε γιὰ λίγο στὴν μηχανὴ τοῦ Χρόνου, καὶ νὰ μεταφερθοῦμε νοερῶς ἑκατὸ χρόνια πρὶν τὴν ἅλωση τῆς Κπόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους, δηλαδὴ στὸ ἔτος 1354.
 Ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία μαστίζεται ἀπὸ πολιτικὲς καὶ θρησκευτικές διενέξεις, ἐνῶ οἱ Τοῦρκοι καιροφυλακτοῦν. Ἡσυχαστὲς καὶ ἀντι - Ἡσυχαστές ἀντιπαλεύουν στὸ θρησκευτικὸ πεδίο. Στὸ πολιτικὸ δύο Αὐτοκράτορες ἀντιμάχονται γιὰ τὸν θρόνο τῆς Κπόλεως: Ὁ Ἰωνάννης Ε´ Παλαιολόγος καὶ ὁ Ἰωάννης Στ´ Καντακουζηνός.
 Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναλαμβάνει μία προσπάθεια εἰρηνεύσεως τῶν δύο Αὐτοκρατόρων καὶ ἐπειχειρεῖ νὰ μεταβῇ ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, στὴν Κπολη. Περνῶντας τὰ Δαρδανέλια, τὸ πλοῖο ἀναγκάζεται λόγῳ θαλασσοταραχῆς νὰ προσορμίσῃ στὴν Καλλίπολη. Τὶ εἶχε συμβεῖ ὅμως; Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες συνέβη ἕνας σεισμὸς στὴν περιοχὴ καὶ οἱ Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι καιροφυλακτοῦσαν νὰ εἰσβάλλουν στὴν Εὐρώπη, ἐκμεταλλεύτηκαν τὴν εὐκαιρία καὶ βλέποντας ὅτι τὰ τείχη τῆς Καλλιπόλεως εἶχαν ὑποστεῖ ζημιές, ἔσπευσαν νὰ τὴν κατακτήσουν. Ἡ Καλλίπολη εἶχε γίνει τὸ προγεφύρωμά τους γιὰ τὴν εἰσβολὴ αὐτῶν τῶν Βαρβάρων στὴν Εὐρώπη. Ὁπότε μόλις τὸ πλοῖο πλησίασε στὴν Καλλίπολη, βρέθηκε περικυκλωμένο ἀπὸ τουρκικά πλοιάρια. Ὁ Ἅγιος καὶ ἡ συνοδία του συλλαμβάνονται ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ κρατοῦνται αἰχμάλωτοι προκειμένου νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀργότερα ἔναντι λύτρων, κατὰ τὴν πάγια καὶ προοσφιλὴ τουρκική τακτική, τὴν ὁποία συνηθίζουν μέχρι καὶ σήμερα, αὐτὲς τὶς ἡμέρες ὅπως καλὰ ὅλοι γνωρίζουμε.
Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος γεύθηκε τὴν παγκοσμίως γνωστὴ (ἀπὸ τὸ «Ἐξπρὲς τοῦ Μεσονυκτίου») τουρκικὴ ...φιλοξενία. Δὲν εἶναι τυχαῖο, ὅτι στὴν ἐπιστολή του, τὴν ὁποίαν ἔστειλε ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία του «Πρὸς τὴν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν», τὴν Θεσσαλονίκη, (πέντε μῆνες ἀργότερα) ὁ Ἅγιος Γρηγόριος χαρακτηρίζει τους Τούρκους «πάντων τῶν βαρβάρων βαρβαρωτάτους».
Οἱ Ὀθωμανοὶ Τοῦρκοι μετέφεραν τὸν Ἅγιο καὶ τὴν συνοδεία του στὴν Ἀσιατικὴ ἀκτὴ, ὅπου ἦταν τὰ κύρια ἐδάφη τοῦ τότε κράτους τους. Τοὺς περιέφεραν στὴν Λάμψακο, στὶς Πηγές, στὴν Προῦσα, ἡ ὁποία τότε ἦταν ἡ Πρωτεύουσά τους, ἔπειτα στὴν Νικομήδεια καὶ τέλος στὴ Νίκαια. Οἱ Αἰχμάλωτοι ἀντιμετώπισαν πεῖνα, στερήσεις καὶ μύριες κακουχίες. Ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ὑπέστη μερικὴ παράλυση τῶν μελῶν, καθὼς σὲ μία ἐπιστολή του ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία ἀναφέρει ὅτι εἶχε «πάρεσιν τῶν μελῶν» καὶ δυσκολευόταν πολὺ νὰ γράψει. Στὶς πόλεις αὐτὲς ὑπῆρχαν πληθυσμοὶ ὑπόδουλων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ στήριξη καὶ βρῆκαν παρηγοριὰ ἀπὸ τὸν Ἅγιο. Οἱ Τοῦρκοι τοὺς περιέφεραν σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη προκειμένου νὰ συλλέξουν χρήματα ἀπὸ τοὺς ὑπόδουλους Χριστιανοὺς ὡς λῦτρα γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν αἰχμαλώτων, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἔξοδα διατροφῆς τῶν αἰχμαλώτων, διότι ὑποχρέωναν τοὺς ὑπόδουλους Χριστιανοὺς νὰ τοὺς συντηροῦν. Αὐτὸ ἂς τὸ ἔχουμε κατὰ νοῦν, ὅταν γεννᾶται τὸ ἐρώτημα γιατί οἱ Τοῦρκοι δὲν θανάτωναν εὐθὺς ὅλους τοὺς Χριστιανούς ἀπὸ τὰ ἐδάφη τὰ ὁποῖα κατελάμβαναν. Διότι ἁπλούστατα εἶχαν πολλαπλᾶ οἰκονομικὰ ὠφέλη ἀπὸ αὐτούς. Τοὺς εἶχαν ὅπως ἀκριβῶς τὰ κοπάδια τῶν ζώων, ποὺ ἔβοσκαν στὶς στέπες τῆς Κεντρικῆς Ἀσίας, πρὶν ἔλθουν στὰ δικά μας μέρη. Τοὺς ἄρμεγαν οἰκονομικῶς καὶ δημογραφικῶς: μὲ τὸν κεφαλικὸ καὶ τοὺς λοιποὺς φόρους σὲ χρῆμα (διότι τοὺς ἄφηναν νὰ ἀσχολοῦνται σὲ παραγωγικὲς ἐργασίες), ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν φόρο αἵματος, δηλαδὴ τὸ παιδομάζωμα, διὰ τοῦ ὁποίου σχημάτισαν ἀξιόμαχο ἐπαγγελματικὸ στρατὸ ἀποτελούμενο ἀπὸ τὰ παιδιά τῶν Χριστιανῶν, τὸν ὁποῖο χρησιμοποιοῦσαν γιὰ περαιτέρω κατακτήσεις. Καὶ φυσικὰ εἶχαν πολλὰ ἔσοδα καὶ ἀπὸ τὴν πώληση τῶν Χριστιανῶν σκλάβων ποὺ συνέλεγαν κατὰ τὶς ἐπιδρομικὲς καὶ κατακτητικές τους ἐπιχειρήσεις.
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀντιμετώπισε τὴν αἰχμαλωσία του ὡς οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐπιστηρίξῃ τοὺς ἀπογοητευμένους καὶ ἀπελπισμένους Χριστιανούς κάτω ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ ἐξισλαμισμοῦ τους.
Στὸν πρῶτο σταθμὸ τῆς αἰχμαλωσίας του, τὴν Λάμψακο, οἱ Χριστιανοί κάτοικοι τὸν ἀναγνώρισαν καὶ ἐγκωμίασαν τὴν παιδεία καὶ τὸ ἀξίωμά του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βλάψουν τὸν Ἅγιο δίχως νὰ τὸ θέλουν. Διότι, ὅταν οἱ Τουρκοι ἔμαθαν ποιὸς ἦταν, τότε ἀνέβασαν τὸ ὕψος τῶν λύτρων τόσο πολύ, ποὺ ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ συλλεγῇ, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ αἰχμαλωσία τοῦ Ἁγίου νὰ παραταθῇ ἐπὶ περίπου ἕνα ἔτος, ἐνῷ τὰ μέλη τῆς συνοδείας του, τῶν ὁποίων τὰ λύτρα ἦταν μικρότερα, ἐλευθερώθηκαν νωρίτερα.
Οἱ Τοῦρκοι ἔχοντας αἰχμαλωτίσει ἕναν τόσο μορφωμένο Ἕλληνα, ἐπεδίωξαν νὰ ἔχουν συζητήσεις γιὰ θρησκευτικὰ ζητήματα. Ἔγιναν τρεῖς τέτοιες συζητήσεις. Ἡ πρώτη ἔγινε μὲ τὸν Ἰσμαήλ, ἐγγονὸ τοῦ Ἐμίρη τῶν Τούρκων Ὀρχάν, ἡ δεύτερη μὲ τοὺς Χιόνες καὶ ἡ τρίτη συζήτηση ἔγινε μὲ κάποιον Τασιμάνη, Μωαμεθανὸ θρησκευτικὸ λειτουργό.
Ἂς δοῦμε συνοπτικῶς κάποια στοιχεῖα αὐτῶν τῶν διαλόγων.

Οἱ «Διαθρησκειακοὶ Διάλογοι» τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Χάριν συντομίας ἐπιλέξαμε τρία σημεῖα ἀπὸ τὸν κάθε διάλογο.

Μὲ τὸν Ἰσμαὴλ
 συζήτηση ἔγινε στὸ ἀνάκτορο τοῦ Ἐμίρη ἔξω ἀπὸ τὴν Προῦσα, στὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα, καθὼς ἡ μητρικὴ γλῶσσα τοῦ Ἰσμαὴλ ἦταν ἡ ἑλληνική.

Περὶ Σταυροῦ
Στὴν ἐρώτηση τοῦ Ἰσμαὴλ γιατὶ οἱ Χριστιανοὶ προσκυνοῦν τὸν Σταυρό, ὁ Ἅγιος ἀπαντᾶ ὅτι καὶ οἱ Τοῦρκοι ἔχουν σημαία καὶ τὴν τιμοῦν καὶ τιμωροῦν ὅσους τὴν ἀτιμάζουν. Ἡ σημαία τῶν Χριστιανῶν εἶναι ὁ Σταυρός!

Περὶ Γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ
 χονδροειδὴς τρόπος σκέψεως τοῦ Ἰσμαὴλ καὶ ὅλων τῶν Μωαμεθανῶν ἀδυνατεῖ νὰ καταλάβῃ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ γεννᾶ Υἱὸ δίχως νὰ ἔχῃ γυναῖκα! Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος τοῦ λέγει, ὅτι ὲφ᾽ ὅσον ἀποδέχονται ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία γέννησε κατὰ σάρκα τὸν Λόγο χωρὶς ἄνδρα, πολὺ περισσότερο πιστευτὸ εἶναι νὰ γεννᾶ ὁ Θεὸς ἀσωμάτως καὶ θεοπρεπῶς τὸν Λόγο χωρὶς τὴν ἀνάγκη γυναίκας.

Χριστὸς καὶ Μωάμεθ
 Ἰσμαὴλ ἀναφέρει τὸ γνωστὸ παράπονο τῶν Μωαμεθανῶν: «Ἀφοῦ ἐμεῖς δεχόμαστε τὸν Χριστό, τὸν ἀγαποῦμε, τὸν τιμοῦμε καὶ ὑποστηρίζουμε, ὅτι αὐτὸς εἶναι Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Πνοή, καὶ ἔχομε τὴν μητέρα του κοντὰ στὸ Θεό, ἐσεῖς γιατὶ δὲν δέχεσθε τὸν προφήτη μας, οὔτε τὸν ἀγαπᾶτε;».
 Ἅγιος, λοιπόν, τοῦ ἀπαντᾶ, ὅτι ὅποιος δὲν πιστεύει στοὺς λόγους τοῦ διδασκάλου, δὲν μπορεῖ νὰ ἀγαπήσῃ καὶ τὸν διδάσκαλο. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἐμεῖς δὲν ἀγαπᾶμε τὸν Μωάμεθ. Ἄλλωστε ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι θὰ ἔλθῃ πάλι, γιὰ νὰ κρίνῃ ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ μᾶς παρήγγειλε νὰ μὴ δεχθοῦμε κανένα ἄλλον, ἕως ὅτου ἔλθει πάλι Ἐκεῖνος πρὸς ἐμᾶς. Ἀλλὰ καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸν πίστεψαν, ἔλεγε: «Ἐγὼ ἦλθα στὸ ὄνομα τοῦ Πατέρα μου καὶ δὲν μὲ δεχθήκατε, ἐὰν ἔλθῃ ὅμως κάποιος ἄλλος στὸ δικό του ὄνομα, ἐκεῖνον θὰ τὸν δεχθῇτε» (Ἰωάνν. Ε´ 43). Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ (Παῦλος) γράφει σ’ ἐμᾶς: «κἄν ἄγγελος εὐαγγελίσηται ὑμῖν παρ’ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. Α´ 8).

Μὲ τοὺς Χιόνες
Στὸ ἔργο: «Διάλεξις πρὸς τοὺς Ἀθέους Χιόνας» περιγράφεται ἕνας διάλογος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μὲ κάποια ὁμάδα ἀνθρώπων, μέλη πολυμελοῦς οἰκογενείας, προφανῶς ἐξισλαμισμένων Ἑλλήνων, κατὰ τὸν Φιλόθεο Κόκκινο. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ συζητήσεις ἔγιναν στὰ Ἑλληνικὰ δίχως μεταφραστή. Τὸν προφορικὸ διάλογο κατέγραψε ὁ παριστάμενος Ἕλληνας ἰατρὸς Ταρωνείτης. Τὸ περιστατικὸ συνέβη στὴ Νικομήδεια. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν ἦταν τόσο καλὸς γνώστης τῆς Μωαμεθανικῆς θρησκείας, ὅσο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (ὁ ὁποῖος πρῶτος εἶχε συγγράψει ἀντιρρητικὰ ἔργα κατὰ τῆς μωαμεθανικῆς πλάνης), ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μειώνει τὴν ἱκανότητα τοῦ διαλόγου του, ἐφόσον χρησιμοποιεῖ ὡς ἀφετηρία τὶς θέσεις ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ Χιόνες διατυπώνουν. Χρησιμοποιεῖ μία πιὸ ἁπλὴ διαλεκτικὴ μέθοδο (συλλογιστικὴ ἐπιχειρηματολογία) καὶ ἀναδεικνύει τὶς ἀντιφάσεις τοῦ Μωαμεθανισμοῦ.
Σχετικῶς μὲ τὴν θέση τῶν Θείων Γραφῶν
 Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς βασίζεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὶς Προφητεῖες ὡς κοινῶς ἀποδεκτῆς βάσης γιὰ τὴ συζήτηση μὲ τοὺς Μωαμεθανοὺς Χιόνες. Καὶ τοῦτο, διότι οἱ Χιόνες ξεκινοῦν τὴ συζήτηση δηλώνοντας τὴν πίστη τους στὸν Μωϋσῆ καὶ στὸν Νόμο του, τὸν ὁποῖο θεωροῦσαν ὅτι τηροῦσαν οἱ Τοῦρκοι (οἱ Μωαμεθανοί), γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνοι εἶχαν σπεύσει νὰ ἐξισλαμισθοῦν. Γι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος χρησιμοποιεῖ συνεχῶς χωρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιὰ νὰ στηρίξει τὴν Θεολογία καὶ τὴν Χριστολογία.

Ἀναφορικῶς πρὸς τὴν περὶ Θεοῦ Διδασκαλία
 Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς παραθέτει ἀρχικῶς ἕνα λογικὸ ἐπιχείρημα καὶ ἕνα παράδειγμα γιὰ νὰ στηρίξει τὴν περὶ Τριαδικοῦ Θεοῦ διδασκαλία, τὴν ὁποία ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν οἱ Μωαμεθανοί. Τὸ λογικὸ ἐπιχείρημα εἶναι: ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἄλογος, ἀλλὰ λογικός. Ἄρα ἔχει Λόγο. Ἐπίσης δὲν ὑπάρχει λόγος χωρὶς πνεῦμα. Συνεπῶς ὁ Θεὸς ἔχει καὶ Λόγο καὶ Πνεῦμα. Χρησιμοποιεῖ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἡλίου, ὁ ὁποῖος γεννᾶ τὸ ἀπαύγασμα καὶ ἐκπορεύει τὴν ἀκτίνα, δίχως νὰ μποροῦμε αὐτὰ τὰ τρία νὰ τὰ ξεχωρίσουμε, ἀλλὰ τὰ θεωροῦμε ἕνα. Ἀκολούθως παραθέτει χωρία τῆς Π. Διαθήκης ὅπως τό: «Κύριος ὁ Θεός, Κύριος εἷς ἐστὶν» (Δευτ. Στ´ 4), ὅπου ἀναφέρεται τριπλῶς ὁ Θεὸς (δύο φορὲς ὡς «Κύριος» καὶ μία ὡς «Θεὸς») καὶ ὅτι αὐτὰ τὰ τρία εἶναι ἕνα. Ἀκόμη, χρησιμοποιεῖ λόγια τοῦ Μωϋσέως (ἀπὸ τὴ Γένεση) καὶ τῶν Προφητῶν περὶ τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ.

Ὡς πρὸς τὴν Χριστολογία
Οἱ Χιόνες διατυπώνουν τὴν ἀπορία πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χωρέσει ὁ Θεὸς σὲ μήτρα γυναικὸς καὶ νὰ γεννηθεῖ, καὶ συνεπῶς –κατ’ αὐτοὺς- ὁ Χριστὸς εἶναι δημιούργημα πού ἔγινε μὲ λόγο, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα κτίσματα. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀπαντᾶ μὲ τὴν διδασκαλία περὶ τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὡς ἀσώματος μπορεῖ νὰ βρίσκεται πανταχοῦ καὶ νὰ εἶναι «ὑπὲρ τὸ πᾶν καὶ ἐν ἑνί». Ἀκόμη ἀποδεικνύει τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ χρησιμοποιώντας τὸ τῆς Γενέσεως, ὅτι ὁ Θεὸς «εἶπε καὶ ἐγένετο» κάθε δημιούργημα. Συνεπῶς ὁ Θεὸς ἔχει Λόγο. Ἀφοῦ ὅλα δημιουργήθηκαν διὰ τοῦ Λόγου, ἄρα ὁ Λόγος προϋπῆρχε τῶν κτισμάτων, συνεπῶς εἶναι ἄκτιστος. Ἀκόμη λέγει ὅτι καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Μωαμεθανοὶ παραδέχονται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Λόγος καὶ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ταυτοχρόνως θεωροῦν ὅτι ἔγινε μὲ λόγο, καὶ γι᾽ αὐτὸ ὀνομάζεται Λὀγος καὶ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὅμως ὅπως τὰ ἄλλα δημιουργήματα ἔγιναν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο (διὰ λόγου), ὁπότε κατὰ τὴ δική τους λογική θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ καθένα ἀπὸ αὐτὰ λόγος καὶ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.

Μὲ τὸν Τασιμάνη 
 Διάλογος ἔγινε στὴν Νίκαια, ὅπου εἶχε μεταφερθεῖ ὁ Ἅγιος προκειμένου νὰ βελτιωθῇ λίγο ἡ κλονισμένη ὑγεία του. Ἐκεῖ μὲ τὴν βοήθεια κάποιου Χριστιανοῦ, Φωτίου λεγομένου, περιηγήθηκε στὴν πόλη καὶ παρακολούθησε ἀπὸ μακρυὰ μία μωαμεθανικὴ κηδεία. Κατὰ τὴν ἐπιστροφή συνάντησε τὸν Τασιμάνη, ἕναν μωαμεθανό κληρικό, ὁ ὁποῖος ζήτησε νὰ συζητήσῃ μὲ τὸν Ἅγιο. Ὁ διάλογος αὐτὸς ἔγινε μὲ τὴν βοήθεια μεταφραστοῦ, καθὼς ὁ Τασιμάνης δὲν μιλοῦσε ἑλληνικά.

Οἱ Μωαμεθανοί δέχονται τὸν Χριστό, γιατὶ ὄχι οἱ Χριστιανοί τὸν Μωάμεθ;
Συνηθισμένο αὐτὸ ἐρώτημα τῶν Μωαμεθανῶν. Ὁ Ἅγιος ἐπικαλέσθηκε τὸν νόμο τῶν Μωαμεθανῶν, ὅτι τίποτε δὲν γίνεται ἀποδεκτὸ δίχως ἀξιόπιστες μαρτυρίες. Για τὸν Χριστὸ ὑπάρχουν μαρτυρίες ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ καὶ ἄλλους Προφῆτες, ποὺ καὶ οἱ Μωαμεθανοῖ ἀποδέχονται, ἀλλὰ καὶ πολλὰ θαύματα ἔκανε. Ἐπιπλέον γιὰ τὸν Χριστὸ ἀκόμη καὶ τὸ Κοράνι ἀναγνωρίζει, ὅτι θὰ κρίνει τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία. Ὁ Ἀβραὰμ ποὺ καὶ οἱ Μωαμεθανοί ἀποδέχονται, λέγει στὴν Π.Δ. ὅτι ὁ Θεὸς θὰ κρίνει τὸν κόσμο, ἄρα ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός. Γιὰ τὸν Μωάμεθ οὐδεμία μαρτυρία ὑπάρχει καὶ κανένα θαῦμα δὲν μαρτυρεῖται νὰ ἔχει κάνει.

Νόθευση τοῦ Εὐαγγελίου
 Τασιμάνης εἶπε ὅτι στὸ Εὐαγγέλιο ἦταν ἀρχικῶς γραμμένα τὰ περὶ τοῦ Μωάμεθ, ἀλλὰ οἱ Χριστιανοὶ τὰ διέγραψαν.
 Ἅγιος ἀντέτεινε ὅτι ἀφ᾽ ἑνὸς εἶναι ἀπαγορευμένο στοὺς Χριστιανοὺς νὰ προσθέτουν ἢ νὰ ἀφαιροῦν ὁτιδήποτε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀφ᾽ ἑτέρου, ἂν γινόταν τέτοια παραποίηση ἀργότερα, τότε πῶς ἔγινε ταυτόχρονα στὰ ἀντίγραφα τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἔχει μεταφρασθεῖ σὲ τόσες ξένες γλῶσσες καὶ χρησιμοποιοῦν ἀκόμη καὶ διάφοροι αἱρετικοὶ ἀντιμαχόμενοι τοὺς Ὀρθοδόξους; Ἄρα τὸ κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου παρέμεινε ἀναλλοίωτο. Ἐπιπλέον, ὑπάρχουν ἀναφορὲς στὸ Εὐαγγέλιο ἐναντίον τοῦ Μωάμεθ καὶ ὅλων ὅσων ψευδοπροφητῶν καὶ ψευδοχρίστων ἔλθουν νὰ παραπλανήσουν τοὺς Χριστιανούς.

Θεϊκὴ εὔνοια λόγῳ νικηφόρων πολέμων
Τὸ κυριώτερο ἐπιχείρημα τοῦ Τασιμάνη εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς νοοτροπίας τῶν Μωαμεθανῶν γειτόνων μας μέχρι σήμερα: Ἀφοῦ οἱ Μωαμεθανοὶ κατέστησαν νικητὲς σὲ τόσους πολέμους, εἶναι ἀπὸ αὐτὸ φανερὴ ἡ ἀνωτερότητα τῆς θρησκείας τους. Ὁ Ἅγιος ὑπενθύμισε, ὅτι αὐτὸ ὁ Μωάμεθ δὲν τὸ πέτυχε μὲ τὴν ἀνωτερότητα τῆς διδασκαλίας του, ἀλλὰ μὲ φόνους, μάχαιρα καὶ λεηλασίες. Οἱ ἐπιτυχίες του ἦταν καθαρὰ κοσμικὲς καὶ ὄχι κατὰ Θεόν. Πρὶν ἀπὸ αὐτὸν καὶ ὁ Μ. Ἀλέξανδρος εἶχε κατακτήσει ὅλη τὴν Ἀνατολή, καὶ ἄλλοι ὑπῆρξαν μεγάλοι κατακτητές, ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἐμπιστεύθηκε τὴν ψυχή του σὲ αὐτοὺς, ὅπως ἐκεῖνοι στὸν Μωάμεθ.
Ὅταν οἱ παριστάμενοι Τοῦρκοι ἄρχισαν (φερωνύμως) νὰ ἐκνευρίζονται ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου, τότε ὁ Ἅγιος εἶπε ὅτι ἂν συμφωνούσαμε στὰ λόγια, τότε θὰ εἴμασταν καὶ τοῦ ἰδίου δόγματος. Τότε ἕνας παριστάμενος Τοῦρκος εἶπε, ὅτι θὰ ἔλθῃ κάποτε καιρὸς ποὺ θὰ συμφωνήσουμε. Ὁ Ἅγιος πράγματι εὐχήθηκε νὰ γίνῃ αὐτὸ κάποτε καὶ ὁ διάλογος ἔληξε. Ὅπως ὁ ἴδιος ἐξήγησε ἀργότερα σὲ ἐπιστολή του, ἡ εὐχή του εἶχε τὸ νόημα, ὅτι κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία κάθε γόνατο θὰ καμφθῇ καὶ κάθε γλῶσσα θά ὁμολογήσῃ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Κύριος εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός, ὅπως λέγει ἡ Γραφή. Μέχρι τότε ὅμως ποιὸ εἶναι τὸ ὄφελος αὐτῶν ποὺ ἔχουν διαφορετικὴ πίστη;
Εἴδαμε λοιπόν, ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, παρὰ τὸ ὅτι ἦταν σὲ κίνδυνο νὰ θανατωθῇ ὡς αἰχμάλωτος τῶν Μωαμεθανῶν, καθόλου δὲν δίστασε νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ στηλιτεύσῃ τὴν πλάνη. Οὔτε παρασύρθηκε ἀπὸ πεπλανημένο ἐπιχείρημα τῶν Μωαμεθανῶν: «ἐμεῖς ἀγαπᾶμε τὸν Χριστό, ἐσεῖς γιατὶ δὲν δέχεσθε τὸν Μωάμεθ;». Κάποιες φορές προεκάλεσε καὶ τὴν ὀργὴ τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἴσως καὶ νὰ τὸν θανάτωναν (σὲ μία περίπτωση κάποιος τοῦ ἐπιτέθηκε καὶ τὸν χτύπησε, ἐπειδὴ εἶχε ἐκνευρισθεῖ ἀπὸ τὰ λεγόμενά του, ἀλλὰ τὸν συγκράτησαν οἱ ἄλλοι), ἂν δὲν ἀπέβλεπαν στὴν εἴσπραξη πολλῶν χρημάτων ὡς λύτρων ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωσή του.

Ἄλλα Παραδείγματα Διαλόγων
Στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία συναντοῦμε πλῆθος Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ὁμολόγησαν τὴν ἀλήθεια καὶ ἤλεγξαν τὸ ψεῦδος συνδιαλεγόμενοι μὲ ἀλλοθρήσκους. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ Σοφοὶ Ἱεράρχες, οἱ Ἀπολογητές, οἱ Ὁμολογητὲς καὶ Μάρτυρες τῆς Πίστεώς μας αὐτὸ ἔκαναν πάντοτε ὁσάκις τὸ κάλεσε ἡ ἀνάγκη. Διαλόγους ὁμολογιακούς ἔκανε καὶ ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός μὲ τοὺς Λατίνους καὶ ὁ Γεννάδιος ὁ Σχολάριος μὲ τοὺς Μωαμαθανούς, ἀντιπαραθέτοντας τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως στὴν πλάνη τῶν ἀλλοδόξων. Ἐπιτρέψτε μου ὅμως νὰ ἀναφέρω, ὡς μικρὸ δεῖγμα ὁμολογιακοῦ διαλόγου, αὐτὸν ποὺ ἔκανε ἕνας Νεομάρτυρας μὲ τὸν Ὀθωμανὸ Δικαστή.
 Νεομάρτυρας Γεώργιος ἀπό τὴν πόλη Κράτοβο τῆς Τουρκοκρατούμενης Σερβίας, ἦταν ἕνα πολὺ ὄμορφο καὶ ἔξυπνο παιδί, ὁπότε κινδύνευε νὰ ἁρπαγῇ μὲ τὸ παιδομάζωμα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Σουλτάνου. Γιὰ νὰ ἀποφύγη τὸν κίνδυνο νὰ γίνῃ γενίτσαρος, φυγαδεύθηκε στὴν Σόφια, ὡς προστατευόμενος ἑνὸς Ἱερέως τῆς πόλεως. Ἀλλὰ ἡ ἀρετή του καὶ ἡ ἐπιδεξιότητά του (διότι ἔμαθε ἄριστα τὴν τέχνη τοῦ χρυσοχόου), ὅπως καὶ ἡ ἐξωτερική του ἐμφάνιση κίνησαν τὸν φθόνο τῶν κατακτητῶν, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν μὲ δελεάσματα καὶ ἀπειλὲς νὰ τὸν μεταστρέψουν στὴν πλάνη τοῦ Μωάμεθ, ἀλλὰ ὁ νεαρὸς Γεώργιος μὲ σοφία ἀντέκρουε τὰ ἐπιχειρήματά τους, ἀρνούμενος νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστό. Τότε ὁ Κριτὴς τοῦ μίλησε μὲ γλυκὰ λόγια καὶ τοῦ εἶπε ὅτι δὲν τὸν ἐκβίαζε νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστό, τὸν ὁποῖο καὶ ὁ ἴδιος τιμοῦσε ὡς γεννηθέντα ἐκ τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀλλὰ τοῦ ζήτησε νὰ τιμᾶ καὶ τὸν Μωάμεθ ὡς Προφήτη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὰ τὰ ἴδια λόγια, δηλαδή, τὰ ὁποῖα εἶχαν πεῖ ὁ Ἰσμαήλ καὶ ὁ Τασιμάνης στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ.
Ὅμως ὁ νεαρὸς Γεώργιος μὲ Θεόπνευστη σοφία ἀπέδειξε ὅτι ὁ Μωάμεθ δὲν ἦταν Προφήτης, ἀλλὰ μόνος του εἶχε ὀνομασθεῖ ἔτσι. Τότε οἱ Τοῦρκοι ἔξαλλοι ἔκαψαν ζωντανὸ τὸν γενναῖο Μάρτυρα, ὁ ὁποῖος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὶς 11 Φεβρουαρίου 1515, σὲ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν!
Οἱ Σύγχρονοι Διαθρησκειακοί Διάλογοι
Ἄραγε οἱ σύγχρονοι διαθρησκειακοὶ διάλογοι, οἱ ὁποῖοι γίνονται ἐκ μέρους τῶν λεγομένων Ὀρθοδόξων, διεξάγονται μὲ πνεῦμα Ὁμολογιακό; Μήπως ὁμολογοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ στηλιτεύουν τὴν πλάνη, ὅπως ἔκαναν οἱ Ἅγιοι καὶ Ὁμολογητὲς τῆς Πίστεώς μας; Δυστυχῶς ὄχι. Διότι οἱ διάλογοι οἱ ὁποῖοι γίνονται στὰ πλαίσια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔχουν συγκρητιστικὸ χαρακτῆρα καὶ συνδυάζονται μὲ συμπροσευχὲς καὶ κοινὲς τελετὲς μὲ τοὺς ἑτεροθρήσκους.
Εἶναι γνωστὰ τὰ ὅσα ἔχουν γίνει στὴν Καμπέρα, στὴν Ἀσίζη καὶ ἐπαναλαμβάνονται κάθε τόσο «εὐκαίρως ἀκαίρως». Ἡ δὲ συμμετοχὴ «Πατριαρχῶν» σὲ τελετουργικὰ δεῖπνα τῶν Μωαμεθανῶν κατὰ τὸν μῆνα τοῦ Ραμαζανιοῦ, εἶναι κάτι ποὺ πλέον γίνεται συστηματικῶς καὶ μάλιστα στὴν Κωνσταντινούπολη. Δυστυχῶς, δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ συμμετοχὴ σὲ κοινὸ τραπέζι, ἀλλὰ γιὰ μία κοινή τελετουργία.
Ἐπέλεξα νὰ σᾶς διαβάσῳ μία είδηση ἀπὸ κάτι ποὺ πλέον ἔχει γίνει θεσμὸς γιὰ τὸν Πατρ. κ. Βασρθολομαῖο:
«Τό νηστίσιμο δεῖπνο Iftar στή συνοικία Beyoglu τῆς Κωνσταντινούπολης ἔφερε γύρω ἀπό τό ἴδιο τραπέζι τούς ἡγέτες τῆς ἀρμενικῆς, ρωμαίικης, ἑβραϊκῆς καί συριακῆς κοινότητας τῆς Τουρκίας.
Οἱ ἡγέτες τῶν κοινοτήτων συναντήθηκαν στὸ Mevlevihane (τεκὲς μεβλεβήδων) τῆς Galata καὶ ἔδωσαν μηνύματα ἑνότητας καὶ συσπείρωσης.
Πρὶν ἀπὸ τὸ νηστίσιμο δεῖπνο iftar οἱ φιλοξενούμενοι εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ παρακολουθήσουν τὸν τελετουργικὸ περιστροφικὸ χορὸ Σεμά.
 δήμαρχος τοῦ Beyoglu Ahmet Mishab Demircan εἶπε ὅτι εἶναι εὐτυχισμένος ποὺ συγκέντρωσε γύρω ἀπὸ τὸ ἴδιο νηστίσιμο τραπέζι iftar τοὺς ἐκπροσώπους διαφορετικῶν θρησκειῶν.
 μουφτής τῆς Κωνσταντινούπολης Καθηγητής Mustafa Cagrici, εἶπε τὰ ἑξῆς:
«Σκοπὸς εἶναι νὰ ἀναπτύξουμε τὶς σχέσεις καὶ τὴν φιλία ἀνάμεσα σὲ ὅλους ὅσους ζοῦν στὴ χώρα μας καὶ νὰ παρουσιάσουμε πόσο ἰσχυρή εἶναι ἡ κοινωνική μας εἰρήνη.»
 Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ἀπὸ τὴν πλευρά του ἐξέφρασε τὴν ἱκανοποίηση καὶ τὴν ἠθικὴ γαλήνη ποὺ τοῦ χάρισαν ἡ συνάθροιση γύρω ἀπὸ τὸ ἴδιο νηστίσιμο τραπέζι iftar καὶ ἡ προσευχή ποὺ ἔκαναν ὅλοι μαζί.
Ἐνῶ ὁ ἀρχιραβίνος τῆς Τουρκίας, Ἰσαάκ Χάλεβα, ὑπογράμμισε ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἄν καὶ διαθέτουν διαφορετικὲς θρησκευτικὲς πεποιθήσεις εἶναι στὴν πραγματικότητα ἴσοι καὶ συμπλήρωσε τὰ ἑξῆς:
«Αὐτὴν τὴν ἅγια μέρα ὅλοι μας εἴμαστε τὸ ἴδιο σπουδαῖοι καὶ ἴσοι ἐνώπιον τοῦ θεοῦ. Καθόμαστε ἐδῶ χέρι μὲ χέρι, ψυχὴ μὲ ψυχὴ σέ ἕνα τραπέζι γεμάτοι ἀγάπη» (romfea.gr 4.8.2011). Οἱ σύχρονοι Οἰκουμενιστὲς Ἀρχιερεῖς καὶ Πατριάρχες δὲν περιορίζονται λοιπὸν σὲ ἁπλὴ συζήτηση μὲ τοὺς ἑτεροθρήσκους, ἀλλὰ συμπράττουν σὲ κοινὲς προσευχὲς καὶ τελετουργίες. Καὶ ἀπὸ μὲν τοὺς διαθρησκειακοὺς διαλόγους δὲν ἔχουμε δεῖ δημοσιευμένα πρακτικά, ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὶ συζητεῖται, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς κατὰ καιροὺς δημόσιες δηλώσεις αὐτῶν διακρίνεται ξεκάθαρα συκρητιστικὸ πνεῦμα. Ὅπως λ.χ.:
Ὅτι «ὑπάρχει σωτηρία καὶ στὶς ἄλλες θρησκεῖες». (Πατρ. Δημήτριος)
Ὅτι «τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι θεόπνευστο». (Ἀμερικῆς Ἰάκωβος)
Ὅτι «ἁμαρτάνομεν, ἐὰν νομίζουμε, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις μας κατῆλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καί, ὅτι τὰ ἄλλα δόγματα εἶναι ἀνάξια». (Πατρ. Ἀθηναγόρας)
Ὅτι «ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, δὲν εἶναι τέλειος καὶ ἀναμάρτητος». Ὅτι «ἡ θρησκεία μας δὲν εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή». «Ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι ἕνα μεγάλο παραμύθι». (Αὐστραλίας Στυλιανός)
Ὅτι «μία Ἐκκλησία ἤ ἕνα τέμενος ἔχουν τὴν ἴδια πνευματικὴ καταξίωση στὸν ἄνθρωπο». Ὅτι «ὁ Χριστιανισμὸς καὶ τὸ Ἰσλὰμ πιστεύουν εἰς τὸν αὐτὸν Θεὸν τῆς Βίβλου». (Ἑλβετίας Δαμασκηνός)
Ὅτι «ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Μωάμεθ εἶναι τὸ ἴδιο». Ὅτι «ὁ Μωάμεθ εἶναι ἀπόστολος τοῦ Θεοῦ». (Ἀλεξανδρείας Παρθένιος)
Ὅτι «στὸν Ἰνδουισμὸ καὶ στὸ Βουδισμὸ ὑπάρχει πνευματικότητα», Ὅτι «στὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸ Ἰσλὰμ λατρεύεται ὁ ἴδιος μὲ ἐμᾶς Θεός, ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ». Ὅτι «ὁ Μωάμεθ εἶναι ὄχι μόνο προφήτης, ἀλλὰ καὶ ἐξάγγελος τῆς ἐπικειμένης κρίσεως». (Πατρ. Βαρθολομαῖος)
Εἴδαμε προηγουμένως ὅτι ἕνα 18χρονο παιδὶ προτίμησε τὸ φρικτὸ μαρτύριο νὰ ριφθῇ στὴν πυρὰ ζωντανό, παρὰ νὰ κάνει μία δήλωση ἀποδοχῆς τοῦ Μωάμεθ ὡς Προφήτου, τὴν ὁποία μὲ τόση εὐκολία κάνουν σήμερα μεγαλόσχημοι καὶ «ἀνοικτόμυαλοι» Πατριάρχες, μάλιστα δὲ δίχως νὰ κινδυνεύῃ ἡ ζωή τους!
Συμπεράσματα
Ἀπὸ τὰ προηγούμενα διαπιστώθηκε, ὅτι οἱ Διάλογοι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀποτελοῦν πρότυπο ἑνὸς ὑγιοῦς ὁμολογιακοῦ διαλόγου μὲ ἑτεροθρήσκους, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας, ἀλλὰ δὲν ἔχει καμία ὁμοιότητα μὲ τούς συγκρητιστικοὺς διαλόγους ποὺ διενεργοῦν οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενιστὲς Ἡγέτες, τοὺς ὁποίους διανθίζουν μὲ κοινὲς προσευχὲς καὶ τελετουργίες.
Ἐπιπλέον, ἐπειδὴ συχνὰ προβάλλεται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι οἱ σύγχρονοι διαθρησκειακοὶ διάλογοι εἶναι ἀναγκαῖοι γιὰ τὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη, τότε πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, δὲν χρειαζόμεθα διάλογο γιὰ νὰ πεισθοῦμε ὑπὲρ τῆς ἀνεκτικότητος. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ κατὰ τῆς μισαλλοδοξίας καὶ ὑπὲρ τῆς ἀνεκτικότητας πρὸς τὸν ἑτερόθρησκο. Τὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ διδάσκει ὁ Χριστός: «Ὅστις θέλει ὁπίσω μου ἐλθεῖν» καὶ «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς ἡμῶν». Ἀκόμη, ἂς ἀναφέρουμε ὅτι ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (κατ’ ἐξοχὴν ζηλωτὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως) Πατέρας, διδάσκει ὅτι οἱ Χριστιανοί, ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ θανατώνουν τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ οὔτε κἂν νὰ τοὺς καταρῶνται. Ἄρα καὶ ἄνευ διαλόγου εἴμεθα ἐκ προοιμίου ὑπέρ τῆς ἀνεκτικότητος τοῦ ἑτεροδόξου - ἑτεροθρήσκου.
Συνεπῶς, ἡ ἄλλη πλευρὰ (ἀναφερόμενοι κατὰ κύριο λόγο στοὺς Μωαμεθανούς), θὰ πρέπει νὰ ἀναζητήσῃ ἑρμηνεῖες τῶν Κορανικῶν ἐδαφίων ποῦ ἀντιτίθενται στὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη.
Ἀλλὰ ἐπιτρέψτε μου νὰ κλείσω μὲ τὸ ἑξῆς: ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισαν νὰ γίνωνται οἱ οἰκουμενιστικοὶ διαθρησκειακοὶ διάλογοι, πόσο αὐξήθηκε ἡ ἀνεκτικότητα τῶν Μωαμεθανῶν πρὸς τοὺς Χριστιανούς; Δεῖτε παρακαλῶ, πόσοι Χριστιανικοὶ πληθυσμοὶ ζοῦσαν στὰ Μωαμεθανικά κράτη στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνα καὶ πόσοι σήμερα; Νομίζω ὅτι μόνο αὐτὴ ἡ παρατήρηση ἀρκεῖ γιὰ νὰ φανῇ πόσο ἀναποτελεσματικοὶ εἶναι οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενιστικοὶ διαθρησκειακοὶ διάλογοι.

Σᾶς εὐχαριστῶ.



Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ (Φώτης Κόντογλου)

140316 KONTOGLOU


Ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ἐκεῖνα τὰ ἀγράμματα γεροντάκια καὶ οἱ γριοῦλες, ποὺ τὴν Σαρακοστὴ καὶ τὴν Μεγάλη Βδομάδα βρίσκονται ὅλη μέρα στὴν ἐκκλησία, ζήσανε ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου καὶ καταλάβανε αὐτὸ τὸ χαροποιὸν πένθος, ποὺ δὲν τὸ καταλάβανε, ἀλοίμονο, οἱ σπουδασμένοι μας, ποὺ θέλουνε νὰ τοὺς διδάξουνε, ἀντὶ νὰ διδαχθοῦνε ἀπ᾿ αυτούς.

Τώρα τὶς μέρες τῆς Σαρακοστῆς, τῆς Μεγάλης Βδομάδας καὶ τοῦ Πάσχα πορεύονται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ἀκολουθᾶνε ὁλοένα ἀπὸ πίσω του, ἀληθινά, ὄχι φανταστικά, ἀκούγοντάς Τον νὰ λέγῃ:«Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ παραδοθήσεται ὁ Ὑιὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ». Μαζί του βρίσκονται στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ δακρύζουνε ἀπὸ τὰ λόγιά Του, μαζί Του πᾶνε στὸ πραιτώριο καὶ στὸν Πιλᾶτο, μαζί Του ῥαπίζονται, μαζί Του μαστιγώνονται, μαζί Του ἐμπαίζονται, μαζί Του σταυρώνονται, μαζί Του θάβονται, μαζὶ τοῦ ἀνασταίνονται.

Τὰ μάτια τους γίνονται βρῦσες καὶ τρέχουνε, μὰ αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν εἶναι δάκρυα τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς βεβαιότητας πὼς μ᾿ αὐτὰ ποτίζεται τὸ ὁλόδροσο κι ἀμάραντο δέντρο τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς, τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὸ γίνεται κάθε χρόνο. Ὤ! Πόσο ἀληθινὰ πίστι εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστι τοῦ λαοῦ μας!... 


www.elkosmos.gr

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

«ΤΑ ΤΑΛΑΝΤΑ...» (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

Πρόσεξε δέ ὅτι παντοῦ δέν ἀπαιτεῖ ἀμέσως αὐτά πού ἐνεπιστεύθη. Διότι εἰς τήν παραβολήν τοῦ ἀμπελῶνος (Ματθ. 21, 33), ἀφοῦ τόν παρέδωκεν εἰς τούς γεωργούς, ἀπεδήμησε. Καί ἐδῶ ἐνεπιστεύθη τά τάλαντα καί ἀπεδήμησε. Διά νά μάθῃς μ᾽ αὐτό τήν μακροθυμίαν Του. Ἐγώ δέ νομίζω ὅτι λέγοντας αὐτά ὑπαινίσσεται καί τήν Ἀνάστασιν. Μόνον πού ἐδῶ δέν ἀναφέρονται πλέον γεωργοί καί ἀμπελών, ἀλλά ὅλοι εἶναι ἐργάται. Διότι δέν ἀναφέρεται μόνον στούς ἄρχοντας, οὔτε στούς Ἰουδαίους, ἀλλά σέ ὅλους. Καί ἐκεῖνοι μέν πού προσφέρουν ὁμολογοῦν μέ εὐγνωμοσύνη καί τά ἰδικά τους, ἀλλά καί ὅσα τούς ἔδωκεν ὁ δεσπότης. Ἔτσι ὁ μέν ἕνας λέγει: «Κύριε, πέντε τάλαντα μοῦ ἔδωσες», ὁ δέ ἄλλος λέγει «δύο», δεικνύοντες ὅτι ἀπό Ἐκεῖνον ἔλαβαν τό κεφάλαιον τῆς ἐργασίας των, καί Τοῦ ἀναγνωρίζουν μεγάλην χάριν, καί ἀποδίδουν τό πᾶν εἰς Αὐτόν.

Τί λέγει λοιπόν ὁ δεσπότης; «Εὖγε, δοῦλε καλέ» (διότι αὐτό εἶναι ἴδιον τοῦ ἀγαθοῦ, τό νά βλέπῃ εἰς τόν πλησίον) «καί πιστέ· εἰς ὀλίγα ἐφάνηκες πιστός, εἰς πολλά θά σέ ἐγκαταστήσω. Εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου», δηλώνων μέ τήν ἀπάντησιν αὐτήν ὅλην τήν μακαριότητα. Δέν μιλάει ὅμως καί ὁ ἄλλος ἔτσι, ἀλλά πῶς; «Ἐγνώριζα ὅτι εἶσαι σκληρός ἄνθρωπος καί ὅτι θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἔσπειρες καί μαζεύεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἐσκόρπισες. Καί ἐπειδή ἐφοβήθηκα, ἔκρυψα τό τάλάντόν σου. Ὁρίστε, πάρε πίσω αὐτό πού εἶναι ἰδικόν σου». Τί τοῦ ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Δεσπότης; «Ἔπρεπε νά βάλῃς τά χρήματά σου στούς τραπεζίτας», δηλαδή, ἔπρεπε νά ὁμιλήσῃ, νά παραινέσῃ, νά συμβουλεύσῃ. Ἀλλά δέν πείθονται; Αὐτό δέν ἀφορᾷ ἐσένα. Τί θά μποροῦσε νά γίνῃ περισσότερο λογικό ἀπό αὐτό;

 Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν κάνουν ἔτσι, ἀλλά καθιστοῦν ὑπεύθυνον τοῦ ἀπαιτουμένου εἰσοδήματος τόν ἴδιον τόν δανειστήν των. Αὐτός ὅμως δέν ἐνεργεῖ ἔτσι, ἀλλά λέγει ὅτι σύ ἔπρεπε νά πληρώσῃς καί νά μοῦ ἐπιστρέψῃς τό ἀπαιτούμενον κέρδος. «Καί ἐγώ θά τά ἔπαιρνα πίσω μέ τόκον»· τόκον ἐννοώντας τήν ἐπίδειξιν τῶν ἔργων. Σύ ἔπρεπε νά κάμῃς τό εὐκολώτερον καί νά ἀφήσῃς τό δυσκολώτερον εἰς ἐμέ. Ἐπειδή λοιπόν δέν ἔκαμεν αὐτό, λέγει: «Πάρετε τό τάλαντον ἀπό αὐτόν καί δῶστέ το εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει τά δέκα τάλαντα, διότι εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει θά δοθοῦν καί ἄλλα καί θά περισσεύσουν. Ὅμως ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δέν ἔχει, θά τοῦ ἀφαιρεθῇ καί αὐτό πού ἔχει».

Τί σημαίνει λοιπόν αὐτό; Ἐκεῖνος πού ἔχει τό χάρισμα τοῦ λόγου καί τῆς διδασκαλίας διά νά ὠφελῇ καί δέν χρησιμοποιεῖ τό χάρισμά του, θά χάσῃ καί τό χάρισμα. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού καταβάλλει προσπάθειαν, θά δεχθῇ περισσοτέραν δωρεάν, ὅπως ἐκεῖνος χάνει καί αὐτό πού εἶχε λάβει. Δέν περιορίζεται ὅμως μόνο μέχρις ἐδῶ ἡ ζημιά γιά ὅποιον δέν ἐργάζεται, ἀλλά τόν ἀναμένει καί βαριά τιμωρία καί μαζί μέ τήν τιμωρία καί ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη μέ βαριά κατηγορία. Διότι λέγει: «Τόν ἄχρηστον δοῦλον ρίξτε τον ἔξω στό σκοτάδι, ὅπου θά ὑπάρχῃ τό κλάμα καί τό τρίξιμο τῶν ὀδόντων».

Εἶδες ὅτι ὄχι μόνο ἐκεῖνος πού ἁρπάζει καί εἶναι πλεονέκτης, οὔτε ἐκεῖνος πού κάμνει κακά, ἀλλά τιμωρεῖται μέ τήν ἐσχάτη τιμωρίαν καί ἐκεῖνος πού δέν κάμνει ἀγαθές πράξεις. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τά λόγια αὐτά. Ὅσο εἶναι καιρός ἄς φροντίσουμε γιά τή σωτηρία μας. Ἄς πάρουμε λάδι στίς λαμπάδες.

Ἄς καλλιεργήσουμε τό τάλαντο. Διότι ἐάν ἀμελήσουμε καί ἐάν διερχώμεθα τό χρόνο μας ἐδῶ χωρίς νά ἐργαζώμεθα, δέν θά μᾶς ἐλεήσῃ κανείς ἐκεῖ, ἔστω καί ἄν χύσουμε μύρια δάκρυα. Ἐκατηγόρησε τόν ἑαυτόν του καί ἐκεῖνος πού εἶχε βρωμερά ἐνδύματα, ἀλλά δέν ὠφέλησε τίποτε. Ἐπέστρεψε καί ὅ,τι τοῦ ἐνεπιστεύθη καί ἐκεῖνος πού εἶχε λάβει τό ἕνα τάλαντο, καί ὅμως καταδικάστηκε. Παρεκάλεσαν καί οἱ παρθένοι καί ἦρθαν καί χτύπησαν τήν πόρτα, ἀλλά μάταια. Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτά, ἄς καταθέσουμε καί χρήματα καί προθυμία καί προστασία καί ὅλα διά τήν ὠφέλειαν τοῦ πλησίον. Διότι τάλαντα ἐδῶ εἶναι ἡ δυνατότητα πού διαθέτει καθένας, εἴτε γιά νά προστατεύσει, εἴτε σέ χρήματα, εἴτε δυνατότητα διδασκαλίας, εἴτε εἰς ὁποιοδήποτε παρόμοιο πρᾶγμα.

Ἄς μή προφασίζεται κανείς ὅτι ἕνα μόνο τάλαντο ἔχω καί δέν μπορῶ νά κάμω τίποτε. Διότι μπορεῖς καί μέ ἕνα νά προκόψῃς. Δέν εἶσαι πτωχότερος ἀπό ἐκείνη τήν χήρα (Μάρκ. 12, 42). Δέν εἶσαι περισσότερον ἀκαλλιέργητος ἀπό τόν Πέτρον καί τόν Ἰωάννην (Πράξ. 3, 6), οἱ ὁποῖοι καί ἄπειροι ἦσαν καί ἀγράμματοι, ἀλλ᾽ ὅμως ἐπειδή ἔδειξαν προθυμία καί ἔκαναν τά πάντα διά τό κοινόν συμφέρον, κέρδησαν τούς οὐρανούς. Διότι τίποτε δέν ἀγαπᾶ ὁ Θεός τόσο, ὅσο τό νά ζοῦμε καί νά κάνουμε ὅτι καλό μποροῦμε γιά τούς ἄλλους.

Γι᾽ αὐτό μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός τή δυνατότητα τοῦ λόγου, καί τά χέρια καί τά πόδια καί τή σωματική δύναμι καί τόν νοῦν καί τήν φρόνησιν, διά νά τά χρησιμοποιήσουμε ὅλα αὐτά καί διά τήν ἰδικήν μας σωτηρίαν, ἀλλά καί γιά τήν ὠφέλεια τοῦ πλησίον. Διότι ὁ λόγος δέν εἶναι χρήσιμος μόνον διά νά ὑμνοῦμε καί εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾽ εἶναι χρήσιμος καί γιά νά διδάσκουμε καί νά συμβουλεύουμε.

Καί ἐάν μέν τόν χρησιμοποιήσουμε γιά αὐτό τό σκοπό, μιμούμεθα τόν Δεσπότη. Ἐάν ὅμως ὄχι, τότε μιμούμεθα τόν διάβολον. Διότι καί ὁ Πέτρος, ὅταν μέν ὡμολόγησε τόν Χριστό, ἐμακαρίσθη ἐπειδή ὡμολόγησε τά λόγια τοῦ Πατρός (Ματθ. 16, 16-18), ἐνῷ ὅταν παρεκάλεσε τόν Κύριον νά ἀποφύγῃ τήν σταύρωσιν, ἐπετιμήθη πολύ, διότι ἐφρόνει ἐκεῖνα πού ἀρέσουν στό διάβολο (Ματθ. 16, 22-23). Καί ἄν γι᾽ αὐτό πού εἶπε τότε ἀπό ἄγνοια ὁ Πέτρος τόση ἦταν ἡ κατηγορία, ποία συγγνώμη θά ἔχουμε ἐμεῖς, ὅταν ἁμαρτάνωμε πολύ καί ἑκούσια;

Ἄς ὁμιλήσουμε λοιπόν ἔτσι, ὥστε ἀπό τήν ὁμιλία μας νά γίνωνται φανερά τά λόγια τοῦ Χριστοῦ. Διότι δέν λέγω τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἐάν πῶ μόνο «σήκω καί περπάτησε» (Πράξ. 3, 6), οὔτε ἄν εἴπω «Ταβιθά σήκω» (Πράξ. 9, 40). Ἀλλά πολύ περισσότερο, ὅταν ἐνῷ μέ βρίζουν εὐλογῶ. Ἐνῷ μέ ἀπειλοῦν προσεύχομαι ὑπέρ ἐκείνου πού μέ ἀπειλεῖ (Ματθ. 5, 44).

Ἄλλοτε μέν λοιπόν ἔλεγα ὅτι ἡ γλῶσσα μας εἶναι χέρι τό ὁποῖο ψαύει τά πόδια τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως μέ πολλήν ἐπίτασιν λέγω, ὅτι ἡ γλῶσσα μας εἶναι γλῶσσα, πού μιμεῖται τήν γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν βέβαια ἐπιδεικνύῃ τήν πρέπουσα προσοχή, ὅταν λέμε ὅσα Ἐκεῖνος θέλει. Ποία δέ εἶναι αὐτά πού Ἐκεῖνος θέλει νά λέμε; Εἶναι τά γεμᾶτα ἐπιείκεια καί πραότητα λόγια. Ὅπως λοιπόν μιλοῦσε καί Ἐκεῖνος, λέγοντας σ᾽ αὐτούς πού Τόν ὕβριζαν: «Ἐγώ δέν ἔχω δαιμόνιον» (Ματθ. 11, 18), καί ἀλλοῦ: «Ἐάν μίλησα κακῶς ὁμολόγησε τό κακό πού εἶπα» (Ἰω. 18, 23). Ἐάν ἔτσι μιλᾶς καί σύ, ἄν μιλᾶς ἀποβλέποντας στήν διόρθωσι τοῦ πλησίον, ἔχεις γλῶσσα πού μοιάζει μέ τή γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτά τά λέγει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, μέ τό νά λέει: «αὐτός πού βγάζει ἔντιμο ἀπό ἀνάξιο, εἶναι σάν στόμα μου» (Ἰερ. 15, 19).

Ὅταν λοιπόν ἡ γλῶσσα σου εἶναι ὅπως ἡ γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ, καί τό στόμα σου γίνῃ στόμα τοῦ Πατρός, καί εἶσαι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε μέ ποιά τιμή θά μποροῦσε νά συγκριθῇ αὐτή; Διότι οὔτε ἐάν τό στόμα σου ἦταν φτιαγμένο ἀπό χρυσάφι, οὔτε ἄν ἦταν ἀπό πολυτίμους λίθους, θά ἔλαμπε τόσο, ὅπως λάμπει τώρα, πού φωτίζεται ἀπό τόν κόσμο τῆς ἐπιεικείας. Διότι τί εἶναι πιό ποθητό ἀπό ἕνα στόμα πού δέν ξέρει νά βρίζει, ἀλλά ἔχει μάθει νά εὐλογῇ καί νά καλομιλάει; Ἐάν δέ δέν ἀνέχεσαι νά εὐλογῇς ἐκεῖνον πού σέ καταρᾶται, τότε σιώπα, καί αὐτό κάμε το στήν ἀρχή.

Ἔπειτα βαδίζοντας στήν ὁδό καί προσέχοντας, θά φτάσῃς καί σ᾽ ἐκεῖνο καί θά ἀποκτήσῃς στόμα τέτοιο σάν αὐτό πού ἀναφέραμε προηγουμένως. Καί μή νομίσῃς πώς εἶναι τολμηρό αὐτό πού εἶπα. Διότι ὁ Δεσπότης εἶναι φιλάνθρωπος καί αὐτό θά σοῦ δοθῇ σάν δῶρο τῆς ἀγαθότητάς Του. Τολμηρό εἶναι νά ἔχῃ στόμα πού νά μοιάζει στό διάβολο, νά ἔχῃ γλῶσσα ὅμοια μέ τοῦ πονηροῦ δαίμονα, ἰδιαίτερα μάλιστα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμμετέχει σέ τόσο μεγάλα μυστήρια καί κοινωνεῖ τήν Ἴδια τήν Σάρκα τοῦ Δεσπότου.

Ἔχοντας λοιπόν στό νοῦ σου αὐτά, γίνε ὅπως ταιριάζει σέ Ἐκεῖνον ὅσο μπορεῖς. Ὅταν λοιπόν γίνῃς ὅμοιος μέ Αὐτόν, δέν θά μπορέσῃ ὁ διάβολος πλέον νά σέ ἰδῇ κατά πρόσωπον. Διότι διακρίνει στή μορφή σου τόν χαρακτήρα τόν βασιλικόν. Γνωρίζει τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ, μέ τά ὁποῖα ἡττήθηκε. Καί ποία εἶναι αὐτά; Ἡ ἐπιείκεια καί ἡ πραότης. Διότι, ὅταν κατά τούς πειρασμούς τόν ἐξέσχισεν στό ὄρος καί τόν ἐξέπληξε (Ματθ. 4, 1-11), δέν ἦταν γνωστό, ὅτι ἦταν ὁ Χριστός, ἀλλά τόν ἔδιωξε μέ τά λόγια μόνον. Τόν νίκησε μέ τήν ἐπιείκεια, τόν κατετρόπωσε μέ τήν πραότητα. Αὐτό κάνε καί σύ. Ὅταν δῇς ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔγινε διάβολος καί σέ πλησιάζει, ἔτσι νίκησέ τον καί σύ. Σοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός τήν δύναμη νά Τοῦ μοιάσῃς ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό σένα. Μή φοβηθῇς ἀκούοντας τοῦτο. Φόβος εἶναι νά μή γίνῃς ὅπως ἐκεῖνος.

Μίλησε λοιπόν ὅπως Ἐκεῖνος καί Τοῦ ἔμοιασες σ᾽ αὐτό, στά ἀνθρώπινα βέβαια μέτρα. Γι᾽ αὐτό εἶναι ἀνώτερος ἐκεῖνος πού μιλάει ἔτσι, παρά ἐκεῖνος πού προφητεύει. Διότι ἡ μέν προφητεία ὁλόκληρος εἶναι χάρισμα. Ἐνῷ ἐδῶ, τό νά μιλᾶς δηλαδή ὅπως ὁ Χριστός, χρειάζεται καί κόπος δικός σου καί ἱδρώτας. Δίδαξε τήν ψυχήν σου νά σοῦ διαπλάσσῃ τό στόμα ἔτσι, πού νά μοιάζῃ μέ τό στόμα τοῦ Χριστοῦ. Γιατί μπορεῖ ἐάν θέλη καί αὐτό νά κατορθώσῃ. Γνωρίζει τόν τρόπο, ἄν δέν εἶναι ράθυμη. Καί πῶς διαπλάσσεται τέτοιο στόμα; Μέ ποιά χρώματα; Μέ ποιό ὑλικό; Μέ κανένα ὑλικό βέβαια καί χρῶμα, παρά μόνο μέ ἀρετή καί ἐπιείκεια καί ταπεινοφροσύνη.

 Ἄς δοῦμε πῶς διαπλάσσεται καί τό στόμα τοῦ διαβόλου, γιά νά μή φτιάξουμε ποτέ κάτι τέτοιο. Πῶς πλάσσεται λοιπόν; Μέ κατάρες, μέ ὕβρεις, μέ βασκανίες, μέ ἐπιορκίες. Διότι ὅταν κάποιος χρησιμοποιῇ τά λόγια τοῦ διαβόλου παίρνει καί τήν γλῶσσαν του. Ποίαν λοιπόν συγχώρηση θά ἔχουμε, ἤ μᾶλλον ποία τιμωρία δέν θά ὑποστοῦμε, ὅταν ἐπιτρέπουμε στή γλῶσσα, μέ τήν ὁποία ἀξιωθήκαμε νά γευθοῦμε τῆς Σαρκός τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, νά χρησιμοποιῇ λόγια τοῦ διαβόλου;

Ἄς μή τῆς ἐπιτρέψουμε λοιπόν, ἀλλά ἄς καταβάλουμε κάθε προσπάθεια νά τήν ἐκπαιδεύσουμε νά μιμῆται τόν Δεσπότην της. Διότι ἄν τήν διδάξωμε αὐτό, μέ πολλή παρρησία θά μᾶς τοποθετήσῃ στό Βῆμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐάν κανείς δέν γνωρίζῃ νά μιλάῃ ἔτσι, οὔτε ὁ Κριτής θά τόν ἀκούσῃ. Γιατί ὅπως, ὅταν συμβῇ νά εἶναι Ρωμαῖος ὁ δικαστής, δέν θά καταλάβῃ τί λέει ἐκεῖνος πού ἀπολογεῖται καί δέν γνωρίζει νά μιλάει Ρωμαϊκά, ἔτσι καί ὁ Χριστός. Ἄν δέν μιλᾶς μέ τό δικό Του τρόπο, δέν θά σέ ἀκούσῃ, οὔτε θά σέ προσέξῃ. Ἄς μάθουμε λοιπόν νά μιλᾶμε ἔτσι, ὅπως συνήθισε νά ἀκούῃ ὁ Βασιλιάς ὁ δικός μας. Ἄς προσπαθήσουμε νά μιμούμεθα τήν γλῶσσαν Ἐκείνη.

Καί ἄν βρεθῇς σέ πένθος, πρόσεχε νά μή σοῦ διαστρεβλώσῃ τό στόμα ἡ μεγάλη λύπη, ἀλλά νά μιλήσῃς ὅπως ὁ Χριστός. Διότι ἐπένθησε καί Αὐτός τόν Λάζαρον (Ἰω. 11, 33-35) καί τόν Ἰούδα. Ἄν βρεθῇς σέ φόβο, φρόντισε πάλιν νά μιλήσῃς ὅπως Ἐκεῖνος. Διότι βρέθηκε καί Αὐτός σέ φόβο γιά σένα “κατ᾽ οἰκονομίαν”. Εἰπέ καί σύ: «Ἄς μή γίνῃ ὅμως τό θέλημά μου ἀλλά τό δικό σου» (Λουκᾶ 22, 42). Καί ὅταν κλαῖς, δάκρυσε ἤρεμα ὅπως Ἐκεῖνος. Καί ὅταν βρεθῇς σέ σκευωρίες καί λύπη, καί αὐτά ἀντιμετώπισέ τα ὅπως ὁ Χριστός. Διότι καί μηχανορραφίες ἀντιμετώπισε καί λυπήθηκε, ἀλλά εἶπε: «Ἡ ψυχή μου εἶναι λυπημένη μέχρι θανάτου» (Ματθ. 26, 38). Καί σοῦ χάρισε ὅλα τά ὑποδείγματα, διά νά τηρῇς αὐτά “ὡς μέτρον” καί νά μή καταστρατηγῇς τούς κανόνες, πού σοῦ ἔχουν δοθῇ.

 Ἔτσι θά μπορέσῃς νά ἔχῃς στόμα, ὅμοιο μέ τό στόμα Ἐκείνου. Ἔτσι, ἐνῷ θά βαδίζῃς ἐπάνω στή γῆ, θά ἐπιδεικνύῃς σέ μᾶς γλῶσσα ὅμοια μέ τήν γλῶσσαν Ἐκείνου πού βρίσκεται στόν οὐρανό, διατηρώντας τό μέτρο στή λύπη , στήν ὀργή, στό πένθος, στήν ἀγωνία. Πόσοι ἀπό σᾶς εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦν νά ἰδοῦν τήν μορφήν Του;  Νά λοιπόν, ὅτι εἶναι δυνατόν ὄχι μόνον νά Τόν δοῦμε, ἀλλά καί νά γίνουμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν, ἄν προσπαθήσουμε.

Ἄς μήν ἀναβάλλουμε λοιπόν. Διότι δέν ἀγαπᾷ τόσον τό στόμα τῶν προφητῶν, ὅσον ἐκεῖνο τῶν ἐπιεικῶν καί πράων ἀνθρώπων. «Πολλοί», λέγει, «θά μοῦ ποῦν: Δέν προφητεύσαμε στό ὄνομά Σου; Καί ἐγώ θά τούς εἰπῶ: Δέν σᾶς γνωρίζω» (Ματθ. 7, 22). Τό δέ στόμα τοῦ Μωυσέως, ἐπειδή ἦταν πολύ ἐπιεικής καί πρᾶος (διότι «ὁ Μωυσῆς», λέγει, «ἦταν ἄνθρωπος πρᾶος περισσότερο ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς γῆς» Ἀριθμ. 12, 3), τόσο πολύ τό ἀγαποῦσε, ὥστε νά πεῖ: «ὡμιλοῦσε ἀπό πολύ κοντά, στόμα μέ στόμα, ὅπως μιλάει ἕνας φίλος μέ τόν φίλο του» (Ἐξ. 33, 11 καί Ἀριθμ. 12, 8). Δέν θά δίνεις ἐντολές στούς δαίμονες τώρα, ἀλλά θά διατάσσῃς τότε ἐκεῖ τό πῦρ τῆς γεέννης, ἐάν βέβαια ἔχῃς τό στόμα σου ὅμοιο μέ τό στόμα τοῦ Χριστοῦ.

Θά διατάσσῃς τήν ἄβυσσο τοῦ πυρός καί θά λέγῃς: «Σιώπα φιμώσου» (Μάρκ. 4, 39), καί μέ πολλήν παρρησία θά ἀνέβῃς στούς οὐρανούς καί θά ἀπολαύσῃς τή βασιλεία, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχουμε ὅλοι ἐμεῖς, μέ τήν Χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖον ἀνήκει, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή: imaik.gr

ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ (Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος)


«Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός καί μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα·ἀνάξιος δέ πάλιν, ὅν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἵνα μή τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καί τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς· ἀλλά ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν, προστασίαις τῶν ἀσωμάτων, σῶσον ἡμᾶς.» 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Νά, ὁ Νυμφίος ἔρχεται στό μέσο τῆς νύχτας, κι εὐτυχισμένος θά εἶναι ὁ δοῦλος πού θά τόν βρεῖ (ὁ Νυμφίος) ξάγρυπνο νά τόν περιμένει· ἀνάξιος ὅμως πάλι θά εἶναι ἐκεῖνος, πού θά τόν βρεῖ ράθυμο καί ἀπροετοίμαστο. Βλέπε, λοιπόν, ψυχή μου νά μή βυθιστεῖς στόν πνευματικό ὕπνο, γιά νά μήν παραδοθεῖς στό θάνατο (τῆς ἁμαρτίας) καί νά μείνεις ἔξω τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ἀνάνηψε κράζοντας· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶσαι ἐσύ ὁ Θεός· σῶσε μας διά τῆς προστασίας τῶν ἐπουρανίων Ἀσωμάτων Δυνάμεων (τῶν Ἀγγέλων).

Μετά τήν ψαλμωδία τοῦ Ἀλληλουϊαρίου, στό ὁποῖο ἀπευθύνεται αἶνος πρός τό Θεό, ἀφοῦ προηγηθεῖ ἡ αἴτηση τιμωρίας τῶν ἐχθρῶν Του (τοῦ ἀπαίδευτου λαοῦ καί τῶν ἐνδόξων τῆς γῆς), τό τροπάριο εἰσέρχεται στήν καθαρή ὑπόθεση τῶν πιστῶν Χριστιανῶν.

Ἡ σχέση τους μέ τό Χριστό παρομοιάζεται μέ γάμο, γεγονός εὐφρόσυνο καί φαιδρό. Ἡ ὥρα ὅμως τῶν γάμων εἶναι ἄγνωστη. Οἱ πιστοί πρέπει ξάγρυπνοι νά περιμένουν τήν ἔλευση τοῦ Νυμφίου. Καί νά, ξαφνικά, στό μέσο τῆς νύχτας, σέ χρόνο δηλαδή ἀπρόσμενο, ἀκούγεται ἡ ἰαχή: Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται! Τότε πραγματικά καλότυχος θά εἶναι ὁ δοῦλος, τόν ὁποῖο Νυμφίος θά βρεῖ ἄγρυπνο, ἕτοιμο νά τόν ὑποδεχτεῖ, μέ λαμπρό καί στολισμένο μέ ἔργα ἀγαθά τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς του. Μέ αὐτόν τόν ἄξιο ὀπαδό Του, ὁ Χριστός θά δεθεῖ πνευματικά μέ μιά ἕνωση αἰώνια καί ἀδιάσπαστη, θά τόν ὁδηγήσει στό Νυμφώνα του καί θά τόν κάνει κοινωνό τῶν γλυκασμῶν καί τῆς εὐωχίας τῆς Θείας Βασιλείας Του.

Ἀντίθετα, θά εἶναι ἄθλιος καί δυστυχής ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, τόν ὁποῖο ὁ Νυμφίος θά βρεῖ ἀνύποπτο νά κοιμᾶται. Δηλαδή τόν ἄνθρωπο, πού, παραδομένος στίς ἡδονές καί τούς περισπασμούς τῆς ἐπίγειας ζωῆς, ζεῖ ἀδιάφορος καί ἀμέριμνος, χωρίς αἴσθηση τῆς πραγματικῆς του ὑποθέσεως, τῆς σχέσεως του μέ τό Θεό καί τῆς τύχης του στήν ἀπέραντη αἰωνιότητα. Καί ὁ ὁποῖος ἔχοντας τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς του ἀκάθαρτο καί λερωμένο ἀπό ἁμαρτίες, θά κριθεῖ ἀνάξιος τῆς θείας βασιλείας, ἀποκομμένος ἀπό τό πανηγύρι τῆς χαρᾶς τοῦ οὐρανοῦ!

Αὐτά ἔχοντας κατά νοῦ ἡ ψυχή, προτρέπεται νά μένει ἄγρυπνη, νά μήν παραδοθεῖ στή ραθυμία καί τή ραστώνη τοῦ πνευματικοῦ ὕπνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ προθάλαμος τοῦ αἰώνιου ὕπνου τοῦ θανάτου καί τῆς ἀπώλειας, πού ἰσοδυναμεῖ μέ τόν ἀποκλεισμό της ἀπό τή Θεία Βασιλεία καί τήν ἔκπτωσή της στό πυκνό σκοτάδι τῆς κολάσεως! Ἀντίθετα μάλιστα, προτρέπεται, κράζοντας τόν τρισάγιο ὕμνο, νά ζητᾶ τό θεῖο ἔλεος μέ τήν προστασία τῶν Ἀσωμάτων Δυνάμεων.


Τό Κοντάκιον 

μετά τήν ἀνάγνωσιν τοῦ Εὐαγγελίου (Ματθ. 22,15 – 23,39)


«Τήν ὥραν, ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα καί τήν ἐκκοπήν τῆς συκῆς δειλιάσασα τό δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως ἔργασαι, ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καί κράζουσα· Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ». 


ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Ἀφοῦ σκεφτεῖς, ψυχή μου, τήν ὥρα τοῦ τέλους (τῆς ἐπίγειας ζωῆς, δηλαδή τό θάνατο) καί φοβηθεῖς ἀπό τό πάθημα τῆς ἐκκοπῆς τῆς συκῆς, μέ φιλοπονία δούλεψε, ταλαίπωρη τό τάλαντο πού σοῦ ἐμπιστεύτηκε ὁ Θεός, μένοντας ἄγρυπνη καί κράζοντας˙ νά μή μείνουμε ἔξω ἀπό τό νυμφῶνα τοῦ Χριστοῦ.

Τό κοντάκιο εἶναι πολύ κατανυκτικό. Παρουσιάζει τόν πιστό, πού μέ εὐλάβεια γιορτάζει τά πάθη τοῦ Χριστοῦ, νά ἀνοίγει διάλογο μέ τήν ψυχή του. Ψυχή μου, τῆς λέγει, σκέψου καλά τό ἐπικείμενο τέλος τῆς ζωῆς σου, τήν κρίσιμη ἐκείνη ὥρα, πού θ᾿ ἀπορρίψεις νεκρωμένο τό σῶμα σου στό μνῆμα. Θ΄ ἀποκολληθεῖς ἀπό τίς σωματικές αἰσθήσεις σου, καί θά βρεθεῖς σ᾿ ἕναν καινούργιο κόσμο, πού ὥς τώρα ἀγνοοῦσες. Καί μάλιστα ὅτι θά λογοδοτήσεις σέ πρώτη φάση στόν Πλάστη σου καί θά κριθεῖς. Ὧρες πραγματικά κρίσιμες καί φοβερές!

Τρόμαξε κατόπιν γιά τό κατάντημα τῆς συκῆς, πού ἄκαρπη δέχτηκε τήν κατάρα τοῦ Θεοῦ καί νεκρώθηκε. Ὅτι ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο εἶναι ἀνοικτό καί γιά σένα, ἄν δέν ἔχεις καρπούς πνευματικούς, ἔργα ἀγαθά˙ ὅταν τό δέντρο τῆς ψυχῆς σου εἶναι ἄγονο, σκεπασμένο μόνο ἀπό φύλλα καί ἀγκάθια, ἔργα δηλαδή σκοτεινά καί ἐπαίσχυντα.

Ξύπνα, λοιπόν, ἀπό τόν ὕπνο τῆς ἀδιαφορίας καί τῆς πνευματικῆς ραστώνης, βρές τό τάλαντο πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός καί καλλιέργησέ το, ὁποιοδήποτε κι ἄν εἶναι, ὁπουδήποτε κι ἄν βρίσκεσαι. Νά τό δουλέψεις μέ φιλοπονία κι ἐπιμέλεια, ξάγρυπνη, στήν ἔπαλξη τοῦ χρέους. Ἔτσι πού τελικά νά μή μείνεις ἔξω τοῦ νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά μέ ἀναμμένη τή λαμπάδα σου ν᾿ ἀξιωθεῖς νά εἰσέλθεις στήν ὑπέρτατη χαρά τοῦ Κυρίου σου! 


Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀνδρέα Θεοδώρου “Πρός τό ἑκούσιον Πάθος’


Πηγή: paterikiorthodoxia.com

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ (Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας)

Γιὰ νὰ ἀκολουθήσει κάποιος τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ ἄρει τὸν σταυρό του. Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ συνίσταται ἀπὸ τὰ παθήματά Του, τὶς ἀποδοκιμασίες καὶ τὸ θάνατο. Ἔχοντας ὑπομείνει μόνος τὰ πάντα γιὰ χάρη μας, ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ ζητᾶ ἀπὸ τὸν καθένα μας νὰ τὰ ὑπομείνει ὅλα αὐτὰ γιὰ Ἐκεῖνον. Ὅμως, γιὰ νὰ μὴ συντριβοῦμε ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ φορτίου Του, κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ τὸν Ἴδιο τὸν εἶδαν τόσο ἀδύναμο, δέν ἄφησε ἐπάνω μας τὸν δικό Του μέγα Σταυρό, ἀλλὰ ἔδωσε ἐντολή στὸν καθένα μας νὰ ἀναλάβει τὸν δικό του σταυρό, νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑπομείνει τόσα παθήματα καὶ δοκιμασίες, ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικές, ὅσα ἡ καθαρτήρια, ἐξαγνιστικὴ καὶ ταυτοχρόνως ἐλεήμων θέληση τῆς θείας Πρόνοιας, πού κυβερνᾶ τὰ πάντα, μπορεῖ νὰ ἐπιλέξει γιὰ νὰ μᾶς ἐπισκεφτεῖ.

Εἶναι λοιπὸν τοῦτο ἀναπόφευκτο; θὰ ἀναφωνήσουν μερικὲς ἐξασθενημένες ψυχές.

0[1]Εἰρηνεύετε. Ἐὰν ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος ἦταν ἀναμάρτητος καὶ παντοδύναμος, «ἔπρεπε νὰ πάθει», ὥστε νὰ μπορέσει «νὰ εἰσέλθει στὴν δόξα Του», τότε πῶς μποροῦμε ἐμεῖς, κηλιδωμένοι καὶ ἀδύναμοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ φτάσουμε σὲ αὐτὴ τὴν δόξα, χωρὶς νὰ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὶς δοκιμασίες καὶ νὰ ἐνδυναμωθοῦμε ἀπὸ τὰ παθήματα; Διότι τί κατοικεῖ σὲ μᾶς τώρα; Ἐὰν τὴν ἐξομολόγησή μας τὴν ἐμποδίζει ἡ φιλαυτία, ἂς ἐπικαλεστοῦμε τὴν ἐνοχή μας μὲ τοὺς λόγους τοῦ Ἀποστόλου: «Οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ’ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν». Σὲ μᾶς κατοικεῖ, ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ὁ παλαιὸς Ἀδάμ, μὲ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ἡδονές του. ΙΙῶς μποροῦμε λοιπὸν νὰ τὸν ἀπεκδυθοῦμε, καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν νέον ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν προσδοκιῶν μας; Ὄχι, λέγω, ὄχι χωρὶς παθήματα, κι ἀκόμη, ὄχι χωρὶς θάνατο.

Πρέπει νὰ ἀναλάβουμε τὸν σταυρό μας ὄχι μόνο γιὰ νὰ ἀγωνιστοῦμε τὸν καλὸν ἀγώνα, ἀλλά γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐντελῶς πιὰ στὸ τέλος νὰ σταυρώσουμε τὴν σάρκα  «σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις», νὰ νεκρώσουμε  «τὰ μέλη ἡμῶν τὰ ἐπί τῆς γῆς», νὰ πεθάνουμε, μυστικά, διότι «ἡ ζωὴ ἡμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ».

Τέτοια εἶναι, ὢ Χριστιανοί, ἡ διδασκαλία τοῦ Σταυροῦ, διδασκαλία τόσο ἀναγκαία καὶ θεμελιώδης στὸν Χριστιανισμό, πού ἡ Ἐκκλησία, μὴ ὄντας εὐχαριστημένη μὲ τὸ νὰ τὴν διακηρύσσει συχνὰ μὲ λόγια, ἀκόμη πιὸ συχνά μᾶς τὴν παρουσιάζει μὲ σύμβολα καὶ σημεῖα. Μὲ τὸ ἴδιο τὸ βάπτισμά μας, βάζει ἐπάνω μας τὴν εἰκόνα τοῦ Σταυροῦ. Σὲ κάθε προσευχὴ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ κάνουμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ὅπως καὶ τώρα, τὸν παρουσιάζει ἐπίσημα πρὸς λατρεία καὶ ἱερὸ χαιρετισμό.

Ἂς εἴμαστε προσεκτικοί, ἂς ἀποδεχτοῦμε αὐτὴ τὴν ἐντολή, ὄχι σὰν ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη, ἀλλὰ σὰν ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Ἴδιου τοῦ σταυρωθέντος Σωτήρα μας: «ἂς ἀπαρνηθοῦμε τὸν ἑαυτό μας, καὶ αἴροντες τὸν σταυρό μας, ἂς Τὸν ἀκολουθήσουμε». Ἀμήν.

Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας
Πηγή: www.imaik.gr







Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

ΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

Ευλόγησον Πάτερ,
Χαίρω και ευφραίνομαι, βλέποντας σήμερον στολισμένην την Εκκλησίαν τού Θεού με το πλήθος των παιδιών της, και όλους σας, όπου με πολλήν χαράν εσυντρέξατε. Διότι όταν αποβλέπω εις τα χαρού­μενά σας πρόσωπα, έχω σημείον μεγαλώτατον της ψυχικής σας ηδονής, καθώς έ­λεγε και κάποιος σοφός˙ «Καρδίας ευφραινομένης θάλλει πρόσωπον». Δια τούτο λοιπόν και εγώ εσηκώθηκα σήμερον με περισσοτέραν προθυμίαν, δια να σας μεταδώσω εις τον αυτόν καιρόν αυτήν την πνευματικήν χαράν, και να σας γένω μη­νυτής τού ερχομού της αγίας Τεσσαρακο­στής, του ιατρικού λέγω των ψυχών μας. Διότι ο κοινός απάντων ημών Δεσπότης, θέλων ως φιλόστοργος Πατήρ να ξεπλύνωμεν τας αμαρτίας, όπου εκάμαμεν εις όλον τον καιρόν, επενόησεν εις ημάς τηνθεραπείαν, και δια μέσου της αγίας Τεσ­σαρακοστής.

 
Ας μη γίνεται λοιπόν τις κατηφής˙ ας μη γίνεται τις σκυθρωπός, αλλ’ ας χορεύη, και ας χαίρεται και ας δοξάζη τον κηδεμόνα, και επιμελητήν των ψυχών μας, όπου μας άνοιξεν αυτήν την εξαίρετον στράταν, και ας δεχθή με πολλήν χαράν τον ερχομόν της. Ας εντραπώσιν οι Έλληνες, ας κα­ταισχύνονται οι Εβραίοι βλέποντες την αγάπην μας, όπου αποδεχόμεθα και ασπαζόμεθα τον ερχομόν της με ιλαράν προθυμίαν, και ας μανθάνωσι δια μέσου της δοκιμής των πραγμάτων, πόση διαφορά είναι αναμέσον ημών και αυτών. Και ας ονομάζωσιν εκεί­νοι εορτάς και πανηγύρεις την μέθην και όλας τας άλλας ακολασίας, και ασχημοσύνας, όπου από εδώ είναι πρέπον να σύρουν εις τού λόγου τους. Αλλά η Εκκλησία τού Θεού ας ονομάζη εορτήν τα εναντία εκείνων, την Νηστείαν, δηλαδή, την καταφρόνησιν της κοιλίας, και κάθε άλλην αρετήν, όπου ακολουθεί εις αυτήν διότι αυτή είναι αληθινή εορτή. Εκεί ό­που είναι σωτηρία ψυχών εκεί όπου είναι ειρήνη και ομόνοια˙ εκεί όπου είναι απο­διωγμένη κάθε κοσμική φαντασία· εκεί όπου είναι μακρά η κραυγή και η σύγχυσις και τα τρεξίματα των μαγείρων, και τα σφαξίματα των άλογων ζώων και αντί δι’ αυτά πολιτεύεται κάθε ησυχία, και γα­λήνη, και αγάπη, και χαρά, και ειρήνη, και πραότης λόγου και άλλα αμέτρητα α­γαθά.

Ελάτε λοιπόν σας παρακαλώ να διαλεχθώμεν ολίγα τινά δι’ αυτήν προς την αγάπην σας, παρακαλώντας σας πρώτον τούτο να δεχθήτε με πολλήν ησυχίαν τους λόγους μου, δια να καρποφορηθήτε κανέ­να άξιον, και να αναχωρήσετε ύστερον εις τα οσπήτια σας. Διότι δεν είμεθα εδώ συν­αθροισμένοι απλώς και ματαίως, δια να ομιλήση ο ένας, και ο άλλος να κροτήση απλώς τα λεγόμενα, και ούτω να αναχωρήσωμεν απ’ εδώ, αλλά δια να λαλήσωμεν ημείς κανένα ωφέλιμον, και απ’ εκείνα όπου συγκροτούσι την σωτηρίαν μας, και εσείς, αφ’ ου κερδήσετε από τα λεγόμενα, και λάβετε πολλήν ωφέλειαν, ούτω να ευγήτε απ’ εδώ˙ επειδή η Εκκλησία είναι ιατρείον πνευματικόν και πρέπει εκείνοι όπου έρχονται εδώ να λαμβάνουσι τα αρ­μόδια ιατρικά, και να τα βάνουσιν επάνω εις τα τραύματά τους, και ούτω να στρέφωνται εις τους οίκους των.
Και ότι μοναχή η ακρόασις δεν ωφελεί τίποτε, αν δεν την βάλη τις εις πράξιν και με τα έργα· άκουε τον Παύλον, όπου λέ­γει. «Ου γαρ οι ακροαταί τού νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ’ οι ποιηταί τού νόμου δικαιωθήσονται». Και ο Χριστός δημηγορών έλεγεν. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς».
Ηξεύροντες λοιπόν, αγαπητοί, πως από την ακρόασιν δεν θέλομεν έχει καμμίαν ωφέλειαν, αν δεν ήθελεν ακολουθήσει και το τέλος δια μέσου των έργων, ας μη γενώμεθα μοναχά ακροαταί, αλλά και κατορ­θωταί όπως ακολουθούντα τα έργα εις τους λόγους, ήθελαν γείνει αφορμή εις η­μάς πολλής παρρησίας.
Απλώσαντες λοιπόν τους κόλπους της διανοίας σας, δεχθήτε εις αυτόν τον τρό­πον τους περί νηστείας λόγους. Και κα­θώς εκείνοι όπου θέλουσι να λάβουν δια γυναίκα καμμίαν σώφρονα, και κοσμίαν, και ευγενή, στολίσαντες εις κάθε μέρος τας νυμφικάς παστάδας με παραπετάσμα­τα και καθαρίσαντες όλον τον οίκον, μη δίδοντες άδειαν να πατηθή από όλαις ταις ανεπιμέληταις, και ρερυπωμέναις δουλεύτραις, τοιουτοτρόπως εισάγουσι την νύμφην εις τας παστάδας, με τον ίδιον τρόπον θέλω και εγώ να καθαρίσε­τε τον λογισμόν σας, και ποραιτήσαντες την τρυφήν, και λοιπήν πολυφαγίαν, ού­τω να δεχθήτε με ανοικτούς τους κόλ­πους την μητέρα όλων των καλών, και την διδασκάλισσαν της σωφροσύνης, και κάθε άλλης αρετής, λέγω την νηστείαν, δια να απολαύσετε και σεις περισσοτέραν ηδονήν, και να δώση αυτή εις σας την αρμοδίαν θεραπείαν της.
Διότι αν οι ιατροί, όταν μέλλωσι να δώσουν ιατρι­κά εις εκείνους, όπου θέλουσι να καθαρί­σουν τον σεσαπημένον και διεφθαρμένον χυμόν, τους προστάζουσι να απέχουν απ’ αυτήν την σωματικήν τροφήν, δια να μη εμπόδιση την δύναμιν του ιατρικού, αλλά να ενεργήση και να δείξη το έργον του, πολύ περισσότερον ημείς όπου μέλλομεν να υποδεχθώμεν τούτο το πνευμα­τικόν φάρμακον, την ωφέλειαν λέγω, όπου προέρχεται από την νηστείαν, πρέ­πει να καθαρίσωμεν τον λογισμόν μας με την δίαιταν, και να κάμωμεν ελαφρότε­ραν την διάνοιάν μας, δια να μη καταποντισθή από την μέθην, και κάμη άχρηστον, και ανωφελή την ωφέλειαν, όπου προξενείται από την νηστείαν.
Και ηξεύρω ότι εις πολλούς φαίνονται παράξενα αυτά, όπου λέγομεν σή­μερον, αλλά παρακαλώ ας μη δουλεύωμεν απλώς εις την συνήθειαν, αλλά με στοχασμόν ας κυβερνώμεν τα πράγματά μας. Διότι μήπως θέλει είσθαι εις ημάς κανένα κέρδος από την καθημερινήν πολυφαγίαν, και από την μέθην την πολλήν; και τί λέγω κέρδος; μάλι­στα πολλή ζημία, και βλάβη ανυπόφο­ρος˙ επειδή όταν καταπνιγή ο λογισμός από την πολυποσίαν τού οίνου, ευθύς απ’ αυτήν την αρχήν, και απ’ αυτά τα προοίμια θέλομεν απορρίψει το κέρδος όπου προέρχεται από την νηστείαν. Διότι ειπέ μου, τί άλλο πράγμα είναι ανοστότερον, και τί άλλο ασχημότερον, όταν ρουφώντες έως το μεσονύκτιον τον άκρατον οίνον οι άνθρωποι την αυγήν όταν προβάλλη η ηλιακή ακτίνα, αποπνέουσιν ωσάν να ήσαν γεμισμένοι από έγκαιρον οίνον, και φαίνονται αηδείς εις εκείνους, όπου τους συναπαντώσι, και εις τους δουλευτάδες των ευκολοκαταφρόνητοι, και καταγελώνται από όλους εκείνους, όπου γνωρίζουσιν οπωσδήποτε το πρέπον, εξαιρέτως δε σύρουσιν εις τον εαυτόν τους και την αγανάκτησιν του Θεού, δι’ αυτήν την ακρασίαν, και την άκαιρον αμετρίαν και ανωφέλευτον;
Διότι λέγει˙ «Οι μέ­θυσοι Βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι». Τί άλλο πλέον άθλιον απ’ αυ­τούς ήθελε γένει, όπου δι’ ολίγην, και βλαβεράν ηδονήν, αποδιώκονται από τα πρόθυρα της Βασιλείας; Αλλά μη γέ­νοιτο να νικηθή τις από τους εδώ συνα­θροισμένους απ’ αυτό το πάθος. Αλλ’ εντρυφήσαντες και κατά την παρούσαν ημέραν με όλην την φιλοσοφίαν και σω­φροσύνην, και ελευθερωθέντες από την ζάλην και ταραχήν, όπου συνειθίζει να κάμη η μέθη, να καταντήσωμεν εις τον λιμένα των ψυχών μας, εις την νηστείαν λέγω, δια να ημπορέσωμεν να απολαύσωμεν με πλουσιοπαροχίαν τα καλά, όπου προέρχονται απ’ αυτήν. Διότι καθώς η πολυφαγία γίνεται αιτία και πρόξενος μυρίων κακών εις το γένος των ανθρώ­πων, ούτω και η νηστεία και καταφρόνησις λέγω της κοιλίας, έγεινε πάντοτε αφορμή εις ημάς άρρητων αγαθών. Διότι ο Θεός πλάσσας εις την αρχήν τον άνθρωπον και ηξεύρων ότι αυτό το ιατρικόν τού χρειάζεται μάλιστα δια την σωτηρίαν της ψυχής του, ευθύς και κατ’ αρχάς έδωκεν αυτήν την παραγγελίαν εις τον πρωτόπλαστον Αδάμ, λέγοντας˙ «Από παντός ξύλου τού εν τω Παραδείσω βρώσει φαγή, από δε του ξύλου τού γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ’ αυτού». Το δε να ειπή τούτο τρώγε, και τούτο μη τρώγης, ήτο μία εικών και τύπος της νηστείας· αλλά όντως πρέπει να φυλάξη την παραγγε­λίαν, δεν το έκαμε και δια την ακρα­σίαν της κοιλίας του νικηθείς, και κα­νών την παρακοήν, κατεδικάσθη εις θά­νατον. Διότι είδεν ο πονηρός εκείνος διάβολος, και εχθρός της φύσεώς μας, την διαγωγήν τού πρωτοπλάστου Αδάμ εις τον Παράδεισον, και την ζωήν εκείνην την ακοπίαστον, και ότι ωσάν άγγε­λος ούτως ων συμπεπλεγμένος με το σώμα επολιτεύετο επάνω εις την γην θέλων να τον κρημνίση με την ελπίδα των μεγαλυτέρων ταξιμάτων, τον έβγαλε και απ’ εκείνα, όπου είχεν εις τα χέρια του. Τοιούτον είναι το να μη στέκη τις εις τα όριά του, και να επιθυμή τα μεγα­λύτερα. Και τούτο το ίδιον θέλων να φανέρωση κάποιος σοφός έλεγε˙ «Φθόνω δε διαβόλου θάνατος εισήλθε εις τον κόσμον».

Είδες αγαπητέ πως εξ αρχής έλαβε το έμβασμα ο θάνατος από την λαιμαργίαν; Στοχάσου πάλιν και ύστερα την Θείαν Γραφήν όπου κατηγορεί συχνάκις την τροφήν και όπου λέγει τώρα μεν «Εκάθησεν ο λαός φαγείν και πιείν, και ανέστησαν παίζειν» ˙ άλλην φοράν δε «Έφαγε και έπιε και ελιπάνθη και επαχύνθη, και απελάκησεν ο ηγαπημένος». Ακόμη εκείνοι όπου εκατοίκουν εις τα Σόδομα, μαζύ με τα άλλα κακά από τούτο έσυ­ραν εις τον εαυτόν τους εκείνην την απαραίτητον οργήν διότι άκουσε τον Προφήτην όπου λέγει. «Τούτο το ανόμημα Σοδόμων, ότι εν πλησμονή άρτων εσπατάλων» επειδή είναι ωσάν μία βρύσις και ρίζα όλων των κακών.

Είδες την βλάβην όπου προξενεί η πο­λυφαγία; κάμε μου τώρα την χάριν και ιδές πάλιν τα κατορθώματα της νηστείας. Ο Μωϋσής ενήστευσε τεσσαράκοντα ημέ­ρας και ημπόρεσε να λάβη τας πλάκας της νομοθεσίας· και επειδή καταβαίνων είδε του λαού την παρανομίαν, έρριψε κατά γης και εσύντριψεν εκείνας τας πλάκας, όπου με τόσην προσκαρτερίαν και υπομονήν ίσχυσε να λάβη, στοχαζόμενος πως είναι, άτοπον ένας λαός μεθυστής και παράνομος να δεχθή του Δεσπότου την νομοθεσίαν. Δια τούτο ήτον ανάγκη να νηστεύση άλλας τεσσαράκοντας ημέρας εκείνος ο θαυμαστός Προ­φήτης, δια να δυνηθή να λάβη πάλιν από τον Θεόν τας πλάκας εκείνας, και να ταις κατεβάση, όπου δια την παρανο­μίαν τους εσύντριψε.
Και ο μέγας Ηλίας έκαμε νηστείαν τόσων ημερών και απέφυγε την τυραννίαν τού θανάτου, και αναβάς ως εις τον ουρανόν με πύρινον άρμα, ακόμη δεν εδοκίμασεν έως της σήμερον τον θάνα­τον. Και Δανιήλ ο άνδρας των επιθυ­μιών ενήστευσεν ημέρας πολλάς και ού­τως ηξιώθη να ιδή εκείνην την θαυμα­στήν οπτασίαν, ο οποίος εχαλίνωσε και τον θυμόν των λεονταρίων και τον μετέβαλεν εις ημερότητα προβάτων, μη μετα­βάλλων την φύσιν, αλλά αλλάσσων την προαίρεσίν τους, ενώ έμενεν η θηριωδία.
Αυτήν την νηστείαν εμεταχειρίσθησαν και οι Νινευίται, και εμετάβαλαν την απόφασιν του Δεσπότου, κάνοντες και δείχνοντες αυτήν την νηστείαν ομού με τους ανθρώπους και το γένος των άλογων ζώων, και ούτως αποφυγόντες καθ’ ένας από τα πονηρά επιτηδεύματα, έσυ­ραν εις φιλανθρωπίαν τον Δεσπότην των όλων. Και τί καταγίνομαι ακόμη εις τους δούλους; διότι έχομεν να απαριθμήσωμεν και άλλους πολλούς και εις την παλαιάν και νέαν Γραφήν, όπου δια μέ­σου της νηστείας επρόκοψαν. Είναι ανάγ­κη να έλθωμεν εις τον κοινόν ημών απάντων Δεσπότην διότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δείχνων και αυτός νη­στείαν τεσσαράκοντα ημερών, ούτως άρ­χισε να παλεύση με τον διάβολον δίδων εις ημάς όλους παράδειγμα, δια να αρματωνώμεθα δια μέσου αυτής, και λαμ­βάνοντες την δύναμιν, όπου προξενείται απ’ αυτήν, ούτω να αντιστεκώμεθα εις την προς τον διάβολον μάχην.
Αλλ’ εδώ ίσως ήθελεν είπει τις απ’ εκείνους όπου βλέπουσιν οξέως, και έχουσιν έξυπνον την διάνοιαν διατί φαίνεται να ενήστευσεν ο Δεσπότης ταις ίδιαις ημέραις όπου ενήστευσαν και οι δούλοι, και δεν υπερέβη τον αριθμόν; Δεν έγει­νεν απλώς και ματαίως τούτο, αλλά και τούτο έγεινε με σοφίαν και κατά την άφατον και ανερμήνευτον φιλανθρωπίαν του, διότι δια να μη νομίσωσιν οι άν­θρωποι ότι ήλθε κατά φαντασίαν και δεν έλαβε σάρκα, ή ότι ήτον έξω από την φύσιν των ανθρώπων, δια τούτο νη­στεύει τον ίδιον αριθμόν των ημερών και δεν προσθέτει εν ταις ημέραις, δια να αποστομώση την φιλονεικίαν εκείνων όπου θέλουσι να ομιλούσιν αδιάντροπα. Διότι αν ήναι μερικοί ακόμη και τώρα όπου αποτολμούσι να λέγουν αυτά, μ’ όλον όπου έγεινεν αυτό, αν δεν απέκοπτε με την πρόγνωσίν του αυτήν την αφορμήν τους, τι δεν ήθελαν επιχειρήσει να ειπούν; Δια τούτο δεν υποφέρει να νηστεύση περισσοτέρας ημέρας, αλλά ενή­στευσεν όσας ενήστευσαν και οι δούλοι, δια να μας διδάξη και δια μέσου αυτών των πραγμάτων, ότι ήτον και αυτός ενδεδυμένος την ιδίαν σάρκα, και δεν ήτον εξω από την φύσιν μας.
Αλλ’ ότι είναι μεγάλη η δύναμις της νηστείας, και πολύ το κέρδος όπου έρχε­ται εις την ψυχήν απ’ αυτήν και από τους δούλους και από τον Δεσπότην έγεινε φανερόν εις ημάς. Παρακαλώ λοι­πόν την αγάπην σας, ηξεύρων το κέρδος όπου προξενεί, να μη αποδιώξετε δια οκνηρίαν την ωφέλειαν οπού προέρχεται απ’ αυτήν, μηδέ να δυσχεραίνετε εις τον ερχομόν της, αλλά να χαίρεσθε και να αγαλλιάσθε, καθώς λέγει ο μακάριος Παύλος· «Όσω γαρ ο έξωθεν ημών άνθρωπος διαφθείρεται τοσούτω ο έσω ανακαινούται». Διότι η νηστεία είναι τροφή της ψυχής· και καθώς αυτή η σω­ματική τροφή παχύνει το σώμα, ούτω και η νηστεία κάνει την ψυχήν πλέον έν­τονον και δυνατήν της κατασκευάζει ελαφρόν το πτερόν, την υψώνει, την κά­μει να φαντάζεται τα άνω, και την κά­νει ανωτέραν από ταις ηδοναίς και ταις γλυκύτητες της παρούσης ζωής.

Και κα­θώς τα ελαφρά πλοία διαπερνώσι με περισσοτέραν γρηγοράδα τα πελάγη, αλλά εκείνα, όπου βαρύνονται με πολύ φόρ­τωμα βυθίζονται, ούτω και η νηστεία κατασκευάζουσα ελαφρότερον τον λογισμόν, τον κάνει να διαπερνά με ευκολίαν το πέλαγος της παρούσης ζωής, και να ήναι όλος προσηλωμένος εις τον ουρανόν και εις εκείνα όπου είναι εις τους ου­ρανούς, και να μη ψηφά τα παρόντα, αλλά να τα παρατρέχη ωσάν μηδαμινότερα από την σκιάν και τα ονείρατα˙ αλλά η μέθη και η πολυφαγία, βαρύνοντας τον λογισμόν και παχύνοντας την σάρκα, αιχμαλωτίζει την ψυχήν, αποκλείοντάς την από κάθε μέρος, και μη αφίνοντας να έχη υγιεινόν του λογισμού το κριτήριον, την κάνει να τρέχη εις τους κρημ­νούς και να εργάζεται όλα εναντίον της σωτηρίας της.
Ας μη κυβερνούμεν λοιπόν αγαπητοί με οκνηρίαν εκείνα όπου συμβάλλουσιν εις την σωτηρίαν μας˙ αλλά ηξεύροντες όσα κακά γεννώνται απ αυτήν, ας φύγωμεν την βλάβην όπου προξενεί. Διότι ου μόνον εις την Νέαν Διαθήκην, εις την οποίαν είναι περισσοτέρα η αύξησις της φιλοσοφίας και μεγαλύτερα τα παλαίσματα, και μεγάλοι οι ίδρωτες και πολλά τα βραβεία, και άρρητα τα στέφανα, εμπο­δίζεται η τρυφή και η διασκέδασις, αλλά και εις την Πάλαιαν, όταν εκάθοντο ακό­μα σιμά εις την σκιάν και ήσαν προση­λωμένοι εις το λυχνάρι, και όπως τα παι­δία όπου τρέφονται με το γάλα, ούτως απ’ ολίγον κατ’ ολίγον ωδηγούντο, ουδέ τότε επεθύμουν να διασκεδάσουν και δια να μη νομίσετε ότι απλώς και ως έτυχε λέγομεν αυτά, κατηγορούντες την τρυφήν, ακούσατε τον Προφήτην όπου λέ­γει˙ «Ω οι ερχόμενοι εις ημέραν καλήν, οι καθεύδοντες επί κλινών ελεφαντίνων και κατασπαταλώντες επί ταις στρωμναίς αυτών! οι ερίφους εκ ποιμνίων και μο­σχάρια εκ μέσου βουκολίων γαλαθηνά! οι πίνοντες τον διυλισμένον οίνον και τα πρώτα μύρα χριόμενοι, ως εστώτα ελογίσαντο, και ουχί ως φεύγοντα»!

Ίδετε πόσην κατηγορίαν έκαμε της τρυφής ο Προφήτης και μάλιστα όταν εδιαλέγετο με τους Εβραίους, τους αναί­σθητους, τους αχάριστους, όπου καθ’ ημέραν 
εγαστριμαργούσαν; διότι στοχασθήτε την ακρίβειαν των λόγων, αφ’ ου εκατηγόρησε την πολλήν αδηφαγίαν και την πολλήν μέθην από το κρασί, τότε είπεν «ως εστώτα ελογίσαντο, και ούχι ως φεύγοντα»· δείχνων σχεδόν ότιέως τον φάρυγγα και εις τα χείλη είναι η απόλαυσις και παρέκει δεν περνά˙ αλλ’ η ηδονή είναι ολίγη και προσωρινή, ο δε πόνος είναι παντοτεινός και δεν έχει τέ­λος˙ και αυτά, λέγει, μαθόντες δια μέσον της δοκιμής, τα ενόμισαν όλα πραγμα­τικά, τα οποία στέκονται και μένουσι, και ουχί ως πράγματα όπου φεύγουσι, δηλαδή όπου πετούσι και δεν στέκονται ουδέ στιγμήν.

Διότι τοιαύτα είναι όλα τα ανθρώπινα και τα σαρκικά, ακόμη δεν έφθασαν και επέταξαν τοιαύτη είναι η τρυφή, τοιαύ­τη είναι η ανθρωπινή δόξα και η δυνα­στεία, τοιούτος είναι ο πλούτος, τοιαύτη κάθε ευτυχία της παρούσης ζωής˙ δεν έχει κανένα βέβαιον, ουδέ στάσιμον, ου­δέ στερεόν, αλλά παρατρέχει και διαβαί­νει γρηγορώτερα από τα ρεύματα των ποταμών, και αφίνει έρημους και γυ­μνούς εκείνους, όπου είναι όλως διόλου εις αυτά δεδομένοι και εκστατικοί. Αλλά δεν είναι τοιαύτα τα πνευματικά, αλλά ενάντια αυτών, βέβαια, ακίνητα, δεν δέχονται μεταβολήν και εξαπλώνονται εις όλον τον αιώνα. Πόση λοιπόν ανοη­σία δεν ήθελεν είσθαι να αλλάξω μεν τα ακίνητα δια τα κινούμενατα αιώνια δια τα πρόσκαιρα; εκείνα όπου στέκονται πάντοτε, δι’ εκείνα όπου πετούσι και φεύγουσιν; εκείνα όπου προξενούσι πολ­λήν απόλαυσιν εις τον μέλλοντα αιώναδι’ εκείνα όπου μας ετοιμάζουσιν εκεί πολλήν τιμωρίαν;

Αυτά λοιπόν όλα στοχαζόμενοι, αγα­πητοί, και φροντίζοντες κατά πολλά δια την σωτηρίαν μας, ας καταφρονήσωμεν την τρυφήν την ανωφέλευτον και βλαβεράν
ας αγαπήσωμεν την νηστείαν και όλην την άλλην φιλοσοφίαν, και ας δεί­ξωμεν πολλήν την μεταβολήν της ζωής μας˙ και καθ’ ημέραν ας βιαζώμεθα εις την πράξιν των αγαθών έργων, όπως πραγματευσάμενοι εις όλον τον καιρόν τηςΤεσσαρακοστής την πνευματικήν πραγματείαν και συναθροίσαντες πολλήν πλούτον της αρετής, ηθέλαμεν καταξιωθή να φθάσωμεν και εις την Κυρίαν ημέραν τού Πάσχα, και με θάρρος να πλησιάσωμεν εις την φρικτήν και πνευ­ματικήν Τράπεζαν και να μεταλάβωμεν εκείνα τα απόρρητα και αθάνατα αγαθά, με καθαράν συνείδησιν, και να γεμισθούμεν από την εκείθεν χάριν με ταις ευχαίς και πρεσβείαις των Αγίων όπου ευηρέστησαν εις αυτόν τον Χριστόν τον φιλάνθρωπον Θεόν μας˙ μεθ’ ου τω Πατρί, άμα τω αγίω Πνεύματι, δόξα, κρά­τος, τιμή, νυν και αεί, και εις τους αιώ­νας των αιώνων.
Αμήν.
ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

(«ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΙ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ)


Πηγή: alopsis.gr