A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

ΚⲀⲖⲎ ⲤⲀⲢⲀΚⲞⲤⲦⲎ! ΚⲀⲖⲞⲚ ⲀⲄⲰⲚⲀ!

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΡΙΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΡΙΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Aπάντηση στον κ. Ι. Ρίζο περί του Ημερολογιακού (Γ΄ 3)



«Διὸ ἀποθέμενοι τὸ ψεῦδος 
λαλεῖτε ἀλήθειαν 
ἕκαστος μετὰ τοῦ πλησίον αὐτοῦ· 
ὅτι ἐσμὲν ἀλλήλων μέλη»
(Απ. Παύλος, Εφ. δ΄, 25)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ)

ιε. Ξεκινώντας το κεφάλαιό σας "Η αθέτηση των παραδόσεων" προσπαθείτε να αποδείξετε άτοπο τον ισχυρισμό των Παλαιοημερολογιτών (τον οποίο όμως είχατε παραδεχθεί και σεις προηγουμένως!) ότι το Ιουλιανό ημερολόγιο είναι Παράδοση. Έτσι γράφετε: "Οι Ζηλωτές του πατρίου ισχυρίζονται ότι: «Το Ιουλιανόν συνδεθέν μετά του Πασχαλίου και μετά του κύκλου πασών των εορτών κινητών και ακινήτων επί 1622 έτη εθεωρήθη ως ιερά παράδοσις...».  Όμως, άλλοι παλαιοημερολογίτες δηλώνουν ότι το εορτολόγιο των «πρώτων χρόνων» ήταν «ακαθόριστον». Άρα,  πώς το εορτολόγιο μπορεί να είναι και «ακαθόριστον» και «ιερά παράδοσις» συγχρόνως;".
Και όμως τα δύο παραπάνω κείμενα είναι ξεκάθαρα, για το ότι το Ιουλιανό ημερολόγιο ΔΕΝ είναι "ακαθόριστο" και "ιερά παράδοσις" ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ. Αφού το πρώτο κείμενο χαρακτηρίζοντάς το "ιερά παράδοση" αναφέρει ότι αυτή έχει την αρχή της πριν 1622 χρόνια (από την συγγραφή του κειμένου), δηλαδή στην εποχή της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Ενώ το δεύτερο κείμενο αναφέρεται στους "πρώτους χρόνους". Επομένως η απάντηση είναι απλή και βρίσκεται μπροστά σας: Το ημερολόγιο της Εκκλησίας στους μεν πρώτους χρόνους ήταν ακαθόριστο (λόγω της ποικιλίας των κατά τόπους ημερολογίων), αλλά με την έναρξη της χρήσης του Ιουλιανού ημερολογίου από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και με την σταδιακή επικράτησή του παντού, κατέστη ιερά παράδοση. Που βλέπετε να υπάρχει αντίφαση;
Να συμπληρώσω επίσης (αν και δεν επηρεάζει την ουσία), ότι το δεύτερο κείμενο δεν είναι Παλαιοημερολογιτών, αλλά απόσπασμα από την Εισήγηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο παραθέτει εντός εισαγωγικών ο π. Χρυσόστομος των Σπετσών. Δυστυχώς και σε αυτόν τον τομέα (τον επιστημονικό, δηλ. πως βάζουμε παραπομπές κλπ.) πάσχει η εργασία σας με αποτέλεσμα πολλές φορές να δημιουργούνται λάθος εντυπώσεις.
ιστ. Αμέσως μετά προσπαθείτε να απαξιώσετε την παράδοση του εκκλησιαστικού ημερολογίου συγκρίνοντάς το με άλλες παραδόσεις, αλλά συγκρίνοντας και την αλλαγή του με άλλες αλλαγές: "Στην Εκκλησία υπάρχουν «παραδόσεις και παραδόσεις, παραδόσεις άθικτοι, ιεραί, θείαι, αμετάβλητοι, αμετακίνητοι, άθικτοι και παραδόσεις τοπικαί, τυπικαί, ουδεμίαν προς τας πρώτας σχέσιν έχουσαι, μεταβληταί, ρευσταί, αδιάφοροι, άσχετοι προς την πίστιν, εις ουδένα υποκείμεναι Κανόνα, ουδέ κολάζουσαι τους παραβάτες και αθετητάς». Πώς ο Μ. Βασίλειος περιέκοψε κατά 2 ώρες την Θ. Λειτουργία του αγίου Ιακώβου; Πώς ο ιερός Χρυσόστομος έφτιαξε δική του Θ. Λειτουργία; Πώς καταργήθηκαν οι τάξεις των μετανοούντων, των προσκλαιόντων, των κατηχουμένων και πώς έγιναν τοσες άλλες αλλαγές; Έγιναν Πανορθόδοξες Σύνοδοι για όλα αυτές τις αλλαγές;".
Μα, αγαπητέ κ. Ρίζο, στα ερωτήματά σας απαντά το απόσπασμα που παραθέσατε πρώτα! Υπάρχουν παραδόσεις και παραδόσεις. Άλλες είναι άθικτες, ιερές, θείες, αμετακίνητες και άθικτες (όπως π.χ. το Πασχάλιο) και άλλες είναι τοπικές, τυπικές, μεταβλητές, ρευστές, αδιάφορες, άσχετες με την πίστη κλπ., οι οποίες στον διάβα των αιώνων ατόνησαν ή καταργήθηκαν (π.χ. θεσμός των διακονισσών, τάξεις κατηχουμένων και προσκλαιόντων κλπ.). 
Μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ της διαμόρφωσης της Θείας Λειτουργίας του Αποστόλου Ιακώβου υπό του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία εφαρμόστηκε τοπικά στην επαρχία του (και την οποία η Εκκλησία από σεβασμό στη μνήμη του καθιέρωσε να επιτελείται παντού δέκα φορές τον χρόνο) με την "αντικανονική", "αντισυνοδική" και "αντιποιμαντική" (δικοί σας οι χαρακτηρισμοί) αλλαγή του Ημερολογίου, η οποία έγινε για πονηρούς σκοπούς και προκάλεσε σχίσμα; Για απαντήστε μου όμως και στο εξής: Αν υποθέσουμε ότι η διαμόρφωση αυτή της Θείας Λειτουργίας από τον Μέγα Βασίλειο προκαλούσε σχίσμα, θα επέμενε άραγε σε αυτήν ο Μέγας Βασίλειος;Ή - το χειρότερο - θα βασάνιζε, θα φυλάκιζε, θα ξύριζε και θα εξόριζε όσους δεν την δεχόντουσαν;
ιζ. Κλείνετε το κεφάλαιο αυτό με κρίσεις που οδηγούν σε επικίνδυνα συμπεράσματα! Ισχυριζόμενος πως οι Πατέρες της Εκκλησίας "παρέπεμψαν την εύρεση της ημέρας εορτασμού του Πάσχα στους αστρονόμους και δεν την αποφάσισαν οι ίδιοι", παρουσιάζετε την Εκκλησία ως δούλη στις επιταγές της Αστρονομίας
Ο σοφός Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας Ευστάθιος Βουλισμάς γράφει τα εξής σημαντικά: "πολλοὶ καὶ ἐκ τῶν ἡμετέρων κατακρίνουσιν ἡμᾶς ὡς ἀμαθεῖς καὶ ἀνεπιστήμονας καὶ ὅτι μετ’ ἰσχυρογνωμοσύνης ἐμμένοντες προσκεκολλημένοι εἰς τὰ ἤδη ἀπηρχαιωμένα δὲν θέλομεν νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὰς ἀνακαλύψεις τῶν νεωτέρων μαθηματικῶν. Εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη προῆλθεν ἐξ ἀμαθείας τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ ἐξ ἀγνοίας τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων; Εἶναι πιθανὸν ὅτι ἀπὸ ἰσχυρογνωμοσύνην ἁπλῆν ἐμμένομεν εἰς τὰ ἀρχαῖα;... Οἱ τὰς μεθόδους πρὸς εὕρεσιν τοῦ Πάσχα πρὸ 15 ἢ 16 αἰώνων κανονίσαντες ἐγνώριζον κάλλιστα ὅτι δὲν εἶναι ὁ τροπικὸς ἐνιαύσιος ἀκριβῶς ἴσος μὲ 365 ἡμέρας καὶ τέταρτον. Ἐγνώριζον κατὰ συνέπειαν ὅτι ἡ ἐαρινὴ ἰσημερία ἦτο τῇ 21 Μαρτίου καὶ ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου θὰ καταβῇ εἰς τὴν 20 κ.λπ. Ἐγνώριζον ὅτι μετὰ 19 ἐτῶν παρέλευσιν, κατὰ τὸν κύκλον τοῦ Μέτωνος δὲν ἐπανέρχονται ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη ἀκριβῶς εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον καὶ ὅτι ἑπομένως αἱ πανσέληνοι ὀπισθοποροῦσιν. Ἐγνώριζον π.χ. ὅτι ἐνῷ τίθεται κατὰ τὸν πρῶτον κύκλον τῆς σελήνης ἡ πανσέληνος, μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν, τῇ 2 Ἀπριλίου, μετά τινας περιόδους αὕτη θὰ γίνεται τὸν Μάρτιον. Ἀλλ’ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ διδάξῃ πότε γίνεται ἔκλειψις τοῦ ἡλίου καὶ πότε τῆς σελήνης· σκοπὸν εἶχε νὰ παύσῃ τὴν διαφωνίαν περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. Ὁ μόνος σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας ἦτο ἵνα πάντες ἑορτάζωσι τὸ σωτήριον Πάσχα τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ οὐδὲν πλέον. Ἡ Ἐκκλησία ἀπεφάσισεν ἄπαξ καὶ ἡ οἰκουμένη ἅπασα τότε ὑπήκουσεν εἰς τὴν διαταγήν" (Ελληνική Ασπίς..., σελ. 249-250). 
Ακόμη δε μία φορά, κ. Ρίζο, επηρεαστήκατε δυστυχώς από τον κ. Καρδάση:

Παράδοση της Εκκλησίας π.χ. είναι το να εορτάζεται η εορτή του αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου, αλλά δεν αποτελεί Παράδοση το πότε είναι η 26η Οκτωβρίου. Το πρώτο το καθορίζει η Εκκλησία, το δεύτερο η Αστρονομία. Παράδοση είναι να εορτάζεται το Πάσχα την 1η Κυριακή, μετά την 1η εαρινή πανσέληνο και πάντοτε μετά το Ιουδαϊκό πάσχα. Το πότε είναι όμως η εαρινή πανσέληνος δεν είναι παράδοση της Εκκλησίας, ούτε την καθορίζει η Εκκλησία, αλλά η Αστρονομία.
Βέβαια, παράδοση αποτελεί να εορτάζεται η εορτή του αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου, αλλά δεν αποτελεί Παράδοση το πότε είναι η 26η Οκτωβρίου. Το πρώτο το καθορίζει η Εκκλησία, το δεύτερο η Αστρονομία. Παράδοση (θεσπισμένη με απόφαση) είναι να εορτάζεται το Πάσχα την 1η Κυριακή, μετά την 1η εαρινή πανσέληνο και πάντοτε μετά το ιουδαϊκό πάσχα. Το πότε είναι όμως η εαρινή πανσέληνος δεν είναι παράδοση της Εκκλησίας, ούτε την καθορίζει η Εκκλησία, αλλά η Αστρονομία

ιη. Η αντιγραφή συνεχίζεται σε τέτοιο βαθμό, που μάλλον πρέπει να αλλάξει ο τίτλος της απαντήσεώς μου σε "Απάντηση στον κ. Ρίζο και στον διδάσκαλο αυτού κ. Καρδάση, γνωστό αστροθεάμονα":

ΡΙΖΟΣ
ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Και όμως το «άγιο» Ιουλιανό παραβιάζει τον Πασχάλιο Κανόνα της Α΄ Οικουμενικής. Κάτι τέτοιο βλέπουμε για παράδειγμα το 2013, όπου το Πάσχα εορτάστηκε την 2η Κυριακή μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο (και όχι την 1η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο), κατά παράβαση της απόφασης. Έτσι: Η εαρινή ισημερία του 2013 έλαβε χώρα στις 20 Μαρτίου (με το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο), στις 13.02 ώρα Ελλάδος[41=Ώρα 11.02 UTC]. Η 1η πανσέληνος έλαβε χώρα στις 27 Μαρτίου, στις 11.51 ώρα Ελλάδος, (οπότε εορτάζεται το Ιουδαϊκό πάσχα και συγκεκριμένα από το βράδυ της 26ης Μαρτίου, κατά το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος). Η 1η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο έλαβε χώρα την Κυριακή 31 Μαρτίου. Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση της Α΄ Συνόδου, αυτή την Κυριακή θα πρέπει να εορτάζεται το χριστιανικό Πάσχα. Πλην όμως αυτό εορτάστηκε την Κυριακή 5 Μαϊου! Γιατί όμως; Διότι, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, η εαρινή ισημερία επισυμβαίνει στις 3 Απριλίου, η 1η πανσέληνος στις 30 Απριλίου και όχι στις 25 Απριλίου, όπως είναι στην πραγματικότητα, γιατί, όπως στην ισημερία,  υπάρχει υστέρηση 13 ημερών, έτσι και στις πανσελήνους υπάρχει υστέρηση 5 ημερών. Με όλες όμως αυτές τις αλχημείες καταστρατηγήθηκε η απόφαση της Συνόδου και έτσι το χριστιανικό Πάσχα εορτάστηκε τη 2η Κυριακή, μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο.
Η εμμονή στο αμετακίνητο της ισημερίας και της πανσελήνου οδηγεί σε παράβαση της απόφαση της Συνόδου. Κάτι τέτοιο το βλέπουμε φέτος (2013), όπου το Πάσχα εορτάζεται την 2η Κυριακή μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο (και όχι την 1η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο), κατά παράβαση της απόφασης. Συγκεκριμένα: Οι Πατέρες της Α΄ Συνόδου καθόρισαν με την απόφασή τους, ότι Το Πάσχα θα εορτάζεται μετά την εαρινή ισημερία, αλλά δεν καθόρισαν πότε συμβαίνει αυτή η εαρινή ισημερία και το παρέπεμψαν στους αστρονόμους, αλλά ούτε καθόρισαν ότι αυτή η ισημερία είναι αμετακίνητη. Έτσι: Η εαρινή ισημερία του 2013 επισυμβαίνει στις 20 Μαρτίου (με το διορθ. Ιουλιανό ημερολόγιο), στις 11.02 UTC, 13.02 ώρα Ελλάδος. Η 1η πανσέληνος επισυμβαίνει στις 27 Μαρτίου, στις 11.51 ώρα Ελλάδος, οπότε εορτάζεται το Ιουδαϊκό πάσχα (και συγκεκριμένα από το βράδυ της 26ης Μαρτίου, κατά το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος). Η 1η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο επισυμβαίνει την Κυριακή 31 Μαρτίου. Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση της Α΄ Συνόδου, αυτή την Κυριακή θα πρέπει να εορτάζεται το χριστιανικό Πάσχα. Πλην όμως αυτό εορτάζεται την Κυριακή 5 Μαϊου! Γιατί όμως; Διότι, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, η εαρινή ισημερία επισυμβαίνει στις 3 Απριλίου, η 1η πανσέληνος στις 30 Απριλίου και όχι στις 25 Απριλίου, όπως είναι στην πραγματικότητα, γιατί, όπως στην ισημερία, όπου υπάρχει υστέρηση 13 ημερών, έτσι και στις πανσελήνους υπάρχει υστέρηση 5 ημερών. Με όλες όμως αυτές τις αλχημείες καταστρατηγείται η απόφαση της Συνόδου και έτσι το χριστιανικό Πάσχα φθάνει να εορτάζεται τη 2η Κυριακή, μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο.

Στα "αστρολογικές" αυτές κατηγορίες κατά του Ιουλιανού ημερολογίου (αλλά και του Πασχαλίου, διότι ο κ. Καρδάσης [δείτε και εδώ] αυτό θεωρεί ως ελαττωματικό που πρέπει να αλλάξει, συντασσόμενος δηλαδή με τους Οικουμενιστές), ότι τάχα καταπατούνται οι αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (με το να εορτάζεται ενίοτε το Πάσχα μετά την δεύτερη αντί για την πρώτη πανσέληνο), έχουν απαντήσει πολλοί Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας.
Ο Σεβαστός Κυμινήτης γράφει: "Τὸ δὲ νὰ τύχῃ καμίαν φορὰν νὰ μὴν εἶναι ἡ πανσέληνος ἐκείνη πρώτη, ἀμὴ δευτέρα, δὲν εἶναι τοῦτο καθόλου παράβασις, οὐ μόνον ὅτι σπανίως συμβαίνει, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον φυλάσσεται· ἀμὴ καὶ ὅτι πολλαῖς φοραῖς καὶ ἄλλοτε ἀθετεῖται ἡ πρώτη πανσέληνος τοῦ Μαρτίου, ὅταν προλάβη δηλαδὴ τὴν ἰσημερίαν· καὶ ζητοῦμεν τὴν μετ’ ἐκείνων, διὰ νὰ φυλάξωμεν ὡς ἀναγκαῖον παράγγελμα τὸ μετ’ ἰσημερίαν· καὶ δὲν ἀκολουθᾷ καμία ψυχικὴ ζημία πῶς ἀφίνει κοντὰ μῆναν ὀπίσω τὴν ἰσημερίαν, ἡ μετ’ ἰσημερίαν ἐκείνη πανσέληνος· τοιουτοτρόπως καὶ τώρα, ἂν καὶ μείνῃ καὶ περισσότερον ἀπὸ τὸν μῆνα ὀπίσω ἡ ἰσημερία, μὲ τὸ νὰ ζητῆται δευτέρα πανσέληνος μετ’ ἰσημερίαν διὰ τὸν ὅρον τῶν θείων ἐκείνων πατέρων, δὲν ἀκολουθᾷ καμία ζημία. Ἀμὴ ἐὰν ἐκάμναμεν τὴν τοιαύτην διόρθωσιν διὰ τὸ παραμικρὸν καὶ ἀζήμιον τοῦτο σφάλμα, ἤθελαν ἀκολουθήση ἄτοπα ὡς εἴρηται πολλὰ καὶ μεγάλα· ὥστε δυοῖν κακῶν προτεθέντων, τὸ μὴ χεῖρον ὡς εἴρηται βέλτιον... καὶ ἐδῶ λοιπὸν συμφερώτερον εἶναι κατὰ πολλὰ, νὰ παρορᾶται τὸ τοιοῦτον ἀζήμιον παράγγελμα καμίαν φορὰν, παρὰ διὰ τὴν τούτου παντοτινὴν καὶ ἀνωφελῆ παρατήρησιν νὰ ἀκολουθοῦσι τόσα ἄτοπα εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν, ὅσα καὶ τὴν σήμερον εὑρίσκονται εἰς τὴν δυτικὴν ἐκκλησίαν· νὰ ἀναιρῆται ἡ ἕνωσις καὶ ὁμοφροσύνη καὶ σύμπνοια τῶν ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐκκλησιῶν· ὄχι μόνον διὰ τὴν παραλλαγὴν τοῦ Πάσχα, καὶ ἀκολούθως πασῶν τῶν κινουμένων ἑορτῶν ὁποῦ ἀκολουθοῦσι τῷ πάσχα ἡγουμένως τὲ καὶ ἑπομένως· ἀμὴ καὶ αὐτῶν τῶν ἀκινήτων καλουμένων ἑορτῶν τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ, καὶ πάσης ἁπλῶς εἰπεῖν τῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως· διὰ τὴν παραλλαγὴν τῶν μηνῶν, καὶ ὅλου τοῦ χρόνου, διὰ τὴν τοιούτην ἀνωφελῆ διόρθωσιν τῆς ἰσημερίας..." (Ελληνική Ασπίς..., σελ. 83-85).
Και συνεχίζει με τα εξής διαφωτιστικά, που αποστομώνουν τους ημερολάτρες νεοημερολογίτες: "Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἀθετεῖται ἡ μετὰ τὴν 10 πρώτη πανσέληνος τοῦ Μαρτίου, ἂν καλὰ καὶ εἶναι μέτ’ ἰσημερίαν, μὲ τὸ νὰ ἔρχεται καὶ γίνεται πρὸ τῆς κα΄ Μαρτίου, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο πρότερον ἡ ἰσημερία· μὴν ἠμποροῦντες ἡμεῖς νὰ μεταθέσωμεν τὸν ὅρον τῶν θείων ἐκείνων Πατέρων, ἀμὴ κρατοῦντες πάντοτε διὰ ἰσημερινὴν ἡμέραν τὴν κα΄ ΜαρτίουΚαὶ διὰ τοῦτο ἀφίνοντες τὴν πρώτην ἐκείνην μέτ’ ἰσημερίαν πανσέληνον, ζητοῦμεν τὴν ἑξῆς δευτέραν πανσέληνον ὁποῦ ἔρχεται ὕστερον ἀπὸ τὴν κα΄ Μαρτίου, μέθ’ ἣν λοιπὸν ἑορτάζομεν τὸ ἅγιον Πάσχα. Ἐπειδὴ βλέπομεν πῶς δὲν ἐτόλμησε μήτε ἡ πρώτη Σύνοδος, μήτε ἡ δευτέρα, μήτε ἡ τρίτη, μήτε ἄλλη καμία, μήτε οἰκουμενικὴ, μήτε τοπική, μήτε ἡ Ἀνατολικὴ μήτε ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία νὰ παρασαλεύσουν τὴν ἰσημερινὴν ἡμέραν ἀπὸ τὴν κα΄ Μαρτίου, ἀν καλὰ καὶ νὰ τὴν ἔβλεπαν εἰς τοὺς καιροὺς των πῶς ἐκατέβαινεν ἡ ἰσημερία κατ’ ὀλίγον ὀπίσω, ἕως καὶ εἰς τὴν δεκάτην Μαρτίου, καὶ δὲν ἐπαρανομοῦσαν ἑορτάζοντες ὁμοῦ μετὰ τὴν δευτέραν πανσέληνον τὸ ἅγιον Πάσχα. Ἀλλ’ οἱ νεώτεροι Λατῖνοι ἐφάνησαν διακριτικώτεροι, καὶ σοφώτεροι καὶ τολμηρότεροι ἀπὸ ὅλας τὰς ἁγίας ἐκείνας Συνόδους, καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους Πατέρας τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀνατολικούς καὶ δυτικοὺς. Καὶ ἔκαμαν τὴν τοιαύτην διόρθωσιν τῆς ἰσημερίας, φοβούμενοι μήπως καὶ ἀθετοῦντες τὴν πρώτην πανσέληνον μέτ’ ἰσημερίαν, κολάσωσι τὴν ψυχήν των, ὡς καθὼς ἐκολάσθησαν καὶ ὅλαις αἱ Σύνοδαις, καὶ πάντες οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁπόσοι ἑώρταζαν τὸ ἅγιον Πάσχα, ἀθετοῦντες τὴν πρώτην πανσέληνον μέτ’ ἰσημερίαν, καὶ ζητοῦντες τὴν δευτέραν ἑξῆς πανσέληνον μετὰ τὴν κα΄ Μαρτίου. Διὰ τοῦτο ἔλαβον καὶ τὸν μισθόν τους διὰ τὴν τοιαύτην διόρθωσιν, ἐκκοπέντες ἀπὸ τὸ ἀρχαῖον σῶμα τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας, καὶ ὑποπεσόντες τοῖς ἐπιτιμίοις τῶν ἁγίων ἐκείνων Συνόδων, καὶ τῶν ἑξῆς ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀνατολικῶν τε καὶ δυτικῶν, ὡς μὴ τοῖς ἐκείνων ἴχνεσι κατακολουθοῦντες, ἀλλ’ αὐτοκεφάλως καινὴν ὁδὸν ἑαυτοῖς ἐξευρόντες διὰ τὴν αὐτοκέφαλον αὐθεντίαν τοῦ Πάπα, τὴν μεγίστην ταύτην καὶ ψυχοσωτήριον εὐσέβειαν ἑαυτοῖς ἐξευρόντες" (αυτόθι, σελ. 88).
Και ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων γράφει επίσης πως αυτός ο όρος μερικές φορές "μεταβάλλεται πλὴν ὄχι ἁπλῶς, ἀλλὰ γινομένης τῆς μεταβολῆς μὲ διορισμόν, καθότι μὲ τὸ νὰ προλαμβάνῃ πολλαῖς φοραῖς καὶ γίνεται ἡ πρώτη πανσέληνος τοῦ Μαρτίου πρὸ τῆς κα΄ Μαρτίου, εἰς τὴν ὁποῖαν εὑρίσκετον ἡ ἰσημερία εἰς τὸν καιρὸν τῆς πρώτης Συνόδου, καὶ τὴν σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὴν ια΄ Μαρτίου, διὰ τὸν ὑποβιβασμὸν τῆς ἰσημερίας ὁποῦ προέρχεται ἀπὸ τὴν παντοτινὴν προσθήκην τῆς τοῦ βισέκτου ἡμέρας" (αυτόθι, σελ. 112-113). Και συνεχίζει αντιγράφοντας τις παραπάνω θέσεις του Σεβαστού. 
Ο Άγιος Νικόδημος στην γνωστή υποσημείωση στον Ζ΄ Αποστολικό Κανόνα σημειώνει τα εξής: "Τρίτον, ὅτι νὰ μὴ γίνηται [τὸ Πάσχα] ἁπλῶς καὶ ἀορίστως ὕστερα ἀπὸ τὴν ἰσημερίαν, ἀλλ’ ὕστερα ἀπὸ τὴν πρώτην πανσέληνον τοῦ Μαρτίου, ὁποῦ τύχῃ μετὰ τὴν ἰσημερίαν, καὶ τέταρτον, ὅτι νὰ γίνεται τὴν πρώτην Κυριακὴν ὁποῦ τύχῃ ὕστερα ἀπὸ τὴν πανσέληνον (ταῦτα δὲ τὰ δύω ἐκ παραδόσεως ἔχομεν, καὶ ὄχι ἀπὸ κανόνα). Ὅθεν διὰ νὰ φυλάττωνται καὶ οἱ τέσσαρες αὐτοὶ διορισμοὶ ἐξίσου εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, καὶ νὰ ἑορτάζωσιν οἱ Χριστιανοὶ τὸν αὐτὸν χρόνον καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν τὸ ἅγιον Πάσχα, καὶ νὰ μὴ χρειάζωνται κάθε χρόνον ἀστρονόμων καὶ συνόδων, συνήρμοσαν οἱ θεόσοφοι Πατέρες τὸ περὶ τοῦ Πάσχα κανόνιον. Σημείωσαι δὲ, ὅτιδιὰ τὴν ἀνωμαλίαν τῆς κινήσεως τῆς σελήνης δὲν φυλάττεται πάντοτε ὁ τέταρτος διορισμὸς, ἀλλὰ κᾄποτε παραβαίνεται. Ἐπειδὴ, κατὰ τὸν αὐτὸν Βλάσταριν, μετὰ τριακόσια ἔτη, δύω ἡμέρας μετὰ τὴν πρώτην πανσέληνον, συμβαίνει νὰ γίνεται τὸ νομικὸν φάσκα, ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ. Αὗται δὲ αἱ δύω ἡμέραι, ὁποῦ περισσεύουσιν ἀπὸ τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην, προστιθέμεναι ὑπερβαίνουσι κᾄποτε τὴν πρώτην Κυριακὴν ὁποῦ τύχῃ ὕστερα ἀπὸ τὴν πανσέληνον τοῦ Μαρτίου, κατὰ τὴν ὁποίαν Κυριακὴν τότε ἑορτάζομεν τὰ Βαΐα, καὶ κατὰ τὴν ἐρχομένην ποιοῦμεν Πάσχα. Ἀπὸ τὴν παράβασιν δὲ ταύτην τὴν ὀλίγην κᾀμμία παρατροπὴ τῆς εὐσεβείας, οὔτε ἄτοπόν τι, ἢ κίνδυνος ψυχικὸς δὲν ἀκολουθεῖ. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος (λόγῳ τῷ εἰς τοὺς τὰ πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας) λέγει· χρόνων ἀκρίβειαν καὶ ἡμερῶν παρατήρησιν (σ. βλέπετε κ. Ρίζο που ακριβώς το λέει ο Άγιος και τί εννοεί) δὲν ἠξεύρει ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία".
Ο σοφός Καθηγητής του Γένους (δίδαξε κυρίως Μαθηματικά και Χρονολογία) Θεόδωρος Κυριακίδης σε Υπόμνημά του προς την Ρουμανική Κυβέρνηση το 1864 με το οποίο δυναμίτισε την τότε εισαγωγή του νέου ημερολογίου έγραφε: "Παρέστησαν μὲν ἄτομά τινα καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῇ Δύσει, ὅτι συμβαίνει εἰς ἔτη τινὰ νὰ μὴ ἑορτάζηται τὸ Πάσχα κατὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν μετὰ τὴν πανσέληνον τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας, ἀλλ’ αἱ ἐκκλησίαι οὐδεμίαν ἔδωκαν προσοχὴν εἰς τὰς περιστάσεις αὐτῶν, καὶ ἐξηκολούθησαν νὰ διατηρῶσιν ἀπαρεγκλίτως τὸ ἐκκλησιαστικὸν ἡμερολόγιον τὸ ὑπὸ τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου κανονισθέν" (Ελληνική Ασπίς..., σελ. 189). Και συνεχίζει παρακάτω: "Ἀλλὰ συμβαίνει ἤδη νὰ ἑορτάσωμεν τὸ Πάσχα οὐχὶ μόνον τῇ πρώτῃ Κυριακῇ μετὰ τὴν Πανσέληνον τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας, ἀλλὰ καὶ τῇ δευτέρᾳ ἐνίοτε καὶ τῇ πέμπτῃ καὶ τῇ ἕκτῃ σπανιώτατα. Οὐδὲν τοῦτο σημαίνει. Ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν ἰδίαν ἑορτὴν πρὸς ἀνάμνησιν τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν, καὶ ἀδιάφορον ἂν παρέλθωσι μία ἢ δύω Κυριακαὶ μετὰ τὴν ῥηθεῖσαν πανσέληνον. Εἰς τὸ ἐπουσιῶδες αὐτὸ ἁμάρτημα ὑπέκυψαν ἐπὶ 1540 ἔτη ἅπαντες οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 325 μέχρι τῆς σήμερον, καὶ δὲν πιστεύομεν ὅτι καταδικασθήσονται δι’ αὐτὸ εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν· ἀρκεῖ μόνον, ὅτι μετὰ τῶν Ἰουδαίων οὔτε ἐκεῖνοι συνεώρτασαν, οὔτε ἡμεῖς συνεορτάσομεν" (αυτόθι, σελ. 193). 
Ο δε Κερκύρας Ευστάθιος Βουλισμάς αναφέρει χαρακτηριστικά: "Καὶ ἐὰν ἑορτάζωμεν ἐνίοτε τὸ Πάσχα κατὰ τὸν δεύτερον μῆνα, ὅπερ εἰς οὐδένα νόμον ἢ κανόνα ἀντιβαίνει, οὐδέποτε ὅμως τελοῦμεν αὐτὸ πρὸ τῆς πανσελήνου, ἐναντίον καὶ τοῦ Μωσαϊκοῦ καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νόμου. Τοὐναντίον δὲ οἱ διὰ τοῦ νέου Καλανδαρίου τὴν ἄγαν ἀκρίβειαν θηρεύοντες, καὶ τὴν Σκύλλαν φεύγοντες ἔπεσον εἰς τὴν Χάρυβδιν· ζητοῦντες νὰ εἶναι ἀκριβέστεροι ἡμῶν πλησίον εἰς τὴν πανσέληνον, κινδυνεύουσι νὰ πέσωσιν ἀπροσδοκήτως εἰς τὸ μέγα καὶ ἀσυγχώρητον λάθος νὰ ἑορτάζωσι τὸ Πάσχα πρὸ τῆς πανσελήνου καὶ πρὸ τῶν Ἰουδαίων" (αυτόθι, σελ. 256).
Εσείς, και οι ομόφρονές σας, κ. Ρίζο, επιστρατεύσατε ακόμη και το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο, για να μας πείσετε ότι η Εκκλησία έσφαλλε τόσες χιλιάδες χρόνια. 
Αλλά ο Άγιος Μελέτιος ο Πηγάς είναι καταπέλτης: "Ἀλλ᾿ ἐροῦσιν ἴσως ὅτι καὶ παρ’ Ἰουδαίοις οὐκ ἔτι τὸ ἀκριβέστερον τηρεῖται τὰ ἀστρολογικά, καὶ δὴ ἀδιορθώτως περιφέρεται αὐτοῖς τὰ τοῦ Πάσχα. Ἐγὼ γὰρ λέγω ὡς ἐν τούτῳ ἐστὶ τὸ θαῦμα· ὅτι καὶ ἀδιορθώτως ἐχόντων τῶν Ἰουδαίων, ἡμεῖς, κατὰ τὸ κανόνιον ἐκεῖνο τὸ πατερικόν, τὸ πάλαι γνωστόν, ἀπαραλλάκτως φυλάττομεν τὴν τῶν ἀποστόλων διαταγήν". (Διπλούς πέλεκυς..., σελ. 82-83). Και καταλήγει: "Ἐπειδὴ τοίνυν τὸ τῶν πατέρων κανόνιον, τοιοῦτον οἶόν περ’ ἐστὶν ὡς ἂν φαίη τις τῶν γεννάδων, ἀδιόρθωτον καὶ ἐσφαλμένον, ἀστασίαστον καὶ ἀτάραχον τὴν ἐκκλησίαν διατηρεῖ, τὸ δὲ σφάλμα τοῦ κανονίου σφάλμα μὲν ἐστὶ, τοῦ τῶν ἰουδαίων Φάσκα, ἡμᾶς δὲμακροτέρας ἀποσχοινίζει τῆς ἰουδαϊκῆς παραλατρείας· ὅπερ ἐστὶ καὶ μόνον τῶν ἱερῶν ἀποστόλων σκοπός. Κανόνιον δ’ ἄλλο γενέσθαι, οὐχ’ οἶόν τε, μὴ ταῖς αὐταῖς τῷ τῶν πατέρων κανονίῳ ὑποπίπτον ἀνάγκαις. Ἐστὶ δὲ καὶ ὁσιώτερον [τὸ] τῶν πατέρων ἔχεσθαι. Τίς ἂν τολμήσειε κανόνιον ἄλλο, οἶόν μῆλον ἄλλο ἔριδος ταράξαι τὴν Ἐκκλησίαν, ἐπισκανδαλίσαι τοὺς τῶν ἐθνῶν, ὄνειδος προστρίψαι τοῖς πατράσι, τηλικούτων καὶ τοσούτων κακῶν ὑπαίτιον ἑαυτὸν καταστῆσαι καὶ ὑπόδικον τῇ φοβερᾷ τοῦ Θεοῦ δικαιοκρισίᾳ, οὐδὲ ἑνός τινος τῶν ἐλαχίστων τὸ σκάνδαλον παρορῶντος, ἀγγελικαῖς δὲ ἐπιστασίαις καὶ χαλεπῇ ἐκδικήσει καθυποτάξαντος" (αυτόθι, σελ. 90-91). 
Το ότι δε ο ορισμός από την Εκκλησία της εαρινής ισημερίας στις 21 Μαρτίου είναι θετός, φανερώνεται και από το εξής: Αν την Εκκλησία την ενδιέφερε ο ακριβής ορισμός της εαρινής ισημερίας, τότε οι Τοπικές Εκκλησίες του Νοτίου Ημισφαιρίου δεν θα μπορούσαν να συνεορτάσουν το Πάσχα, διότι εκεί την ίδια περίοδο είναι η φθινοπωρινή και όχι η εαρινή ισημερία! Καταρρέουν έτσι οι πλάνες των αστροθεαμόνων κακοδόξων, που ζητούν την Εκκλησία έρμαιο των αστρονομικών επιταγών
ιθ. Συνεχίζετε το κείμενο αντιγράφοντας αυτήν την φορά τον κ. Σιαμάκη:

Ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη, η εορτολογική ακρίβεια δεν είναι ένας ανελαστικός νόμος όπως τον βλέπουν οι παλαιοημερολογίτες. Λέει ο Μωσαϊκός νόμος: «Όσοι για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορείτε να εορτάσετε το πάσχα στις τόσες του μηνός, θα το εορτάσετε την ίδια μέρα  του επομένου μηνός» [42=Αρ. 9, 6-11]. Και μια φορά επί προφήτου Εζεκίου και Ησαΐου επειδή δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν τις προετοιμασίες για τον εορτασμό, τον ανέβαλαν για την ίδια μερα του επομένου μηνός για όλο το έθνος[43=Β΄ Παραλ. 30,13-27] και κανείς δεν είχε αντίρρηση ως παράβαση κάποιας θεόσδοτης εντολής.

Καὶ στὸ μωσαϊκὸ Νόμο λέει· «Ὅσοι γιὰ ὁποιοδήποτε λόγο δὲν μπορεῖτε νὰ ἑορτάσετε τὸ πάσχα στὶς τόσες τοῦ τάδε μηνός, θὰ τὸ ἑορτάζετε τὴν ἴδια μέρα τοῦ ἑπομένου μηνός» (Ἀρ 9,6-11). καὶ μιὰ φορὰ ἐπὶ Ἐζεκίου καὶ Ἠσαΐου, ἐπειδὴ δὲν πρόλαβαν νὰ ὁλοκληρώσουν τὶς προετοιμασίες γιὰ τὸν ἑορτασμό, τὸ ἀνέβαλαν γιὰ τὴν ἴδια μέρα τοῦ ἑπομένου μηνὸς γιὰ ὅλο τὸ ἔθνος· κι ὅταν τὸ ἑώρτασαν, τοὺς ἄρεσε τόσο πολύ, ποὺ τὸ ξαναεώρτασαν καὶ τὴν ἑπομένη ἑβδομάδα (Β΄ Πα 30,13-27). καὶ οὔτε ἐπὶ Ἠσαΐου οὔτε ἐπὶ Μ. Ἀθανασίου βρέθηκε κανεὶς ποὺ νὰ ἔχῃ ἀντίρρησι σὰν παλαιοημερολογίτης.

Αν, κ. Ρίζο, κάνατε τον κόπο, να ανατρέξετε στις παραπομπές που σας δίνει ο κ. Σιαμάκης και να διαβάζατε το κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, τότε θα κατανοούσατε πόσο αθεολόγητα είναι όσα ισχυρίζεται. Προς επίρρωση αυτού σας τα παραθέτω (προσθέτοντας τους προηγούμενους και επόμενους στίχους, για πληρέστερη κατανόηση):
1. "Και ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐν τῇ ἐρήμῳ Σινὰ ἐν τῷ ἔτει τῷ δευτέρῳ, ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν τῷ μηνὶ τῷ πρώτῳ, λέγων· εἶπον καὶ ποιείτωσαν οἱ υἱοὶ ᾿Ισραήλ τὸ πάσχα καθ' ὥραν αὐτοῦ· τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρα τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου πρὸς ἑσπέραν ποιήσεις αὐτὸ κατὰ καιρούς, κατὰ τὸν νόμον αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ποιήσεις αὐτό. Καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραὴλ ποιῆσαι τὸ πάσχα. Ἐναρχομένου τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ Σινά, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησαν οἱ υἱοὶ ᾿Ισραήλ. Καὶ παρεγένοντο οἱ ἄνδρες, οἳ ἦσαν ἀκάθαρτοι ἐπὶ ψυχῇ ἀνθρώπου, καὶ οὐκ ἠδύναντο ποιῆσαι τὸ πάσχα ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ. Καὶ προσῆλθον ἐναντίον Μωυσῆ καὶ ᾿Ααρὼν ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, καὶ εἶπαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι πρὸς αὐτόν· ἡμεῖς ἀκάθαρτοι ἐπὶ ψυχῇ ἀνθρώπου, μὴ οὖν ὑστερήσωμεν προσενέγκαι τὸ δῶρον Κυρίῳ κατὰ καιρὸν αὐτοῦ ἐν μέσῳ υἱῶν ᾿Ισραήλ; Καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Μωυσῆς· στῆτε αὐτοῦ, καὶ ἀκούσομαι τί ἐντελεῖται Κύριος περὶ ὑμῶν. Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· λάλησον τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραὴλ λέγων· ἄνθρωπος ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν γένηται ἀκάθαρτος ἐπὶ ψυχῇ ἀνθρώπου, ἢ ἐν ὁδῷ μακρὰν ὑμῖν, ἢ ἐν ταῖς γενεαῖς ὑμῶν, καὶ ποιήσει τὸ πάσχα Κυρίῳ· ἐν τῷ μηνὶ τῷ δευτέρῳ, ἐν τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ, τὸ πρὸς ἑσπέραν ποιήσουσιν αὐτό, ἐπ' ἀζύμων καὶ πικρίδων φάγονται αὐτό, οὐ καταλείψουσιν ἀπ' αὐτοῦ εἰς τὸ πρωΐ, καὶ ὀστοῦν οὐ συντρίψουσιν ἀπ' αὐτοῦ· κατὰ τὸν νόμον τοῦ πάσχα ποιήσουσιν αὐτό. Καὶ ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν καθαρὸς ᾖ καὶ ἐν ὁδῷ μακρὰν οὐκ ἔστι καὶ ὑστερήσῃ ποιῆσαι τὸ πάσχα, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτῆς, ὅτι τὸ δῶρον Κυρίῳ οὐ προσήνεγκε κατὰ τὸν καιρὸν αὐτοῦ, ἁμαρτίαν αὐτοῦ λήψεται ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος. Ἐὰν δὲ προσέλθῃ πρὸς ὑμᾶς προσήλυτος ἐν τῇ γῇ ὑμῶν καὶ ποιήσῃ τὸ πάσχα Κυρίῳ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ πάσχα καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ ποιήσει αὐτό· νόμος εἷς ἔσται ὑμῖν καὶ τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ αὐτόχθονι τῆς γῆς" (Αριθμοί κεφ. 9, στίχ. 1-14).
Από τα παραπάνω εξάγεται το εξής συμπέρασμα: Κάποιοι Ισραηλίτες δεν μπόρεσαν να εορτάσουν το Νομικό Πάσχα, όχι για οποιονδήποτε λόγο, αλλά διότι ήταν ακάθαρτοι, από την επαφή με νεκρό (εδώ αξίζει να τονιστεί και η αλληγορία που είναι προφανής: όσοι Χριστιανοί είναι ακάθαρτοι, λόγω της επαφής με την αμαρτία, δεν μπορούν να κάνουν Πάσχα, δηλαδή να κοινωνήσουν τον Χριστό - πρβλ. το του Χρυσοστόμου: "ὁσάκις ἂν προσίῃς μετὰ καθαροῦ συνειδότος, πάσχα ἐπιτελεῖς"). Για να τονιστεί δε πως αυτή η εξαίρεση δεν σημαίνει πως δεν έχει σημασία ο χρόνος του Πάσχα συμπληρώνει ο Νόμος ότι "ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος είναι καθαρός και δεν βρίσκεται μακριά σε ταξίδι, που θα αμελήσει να εορτάσει το Πάσχα και δεν θα προσφέρει την καθορισμένη θυσία, θα εξολοθρευθεί αυτός ο άνθρωπος εκ μέσου του λαού του, διότι δεν προσέφερε την θυσία του προς τον Κυριον κατά τον ορισμένον χρόνον και θα λάβει την πρέπουσα τιμωρία για την αμέλειά του αυτήν" (μετάφραση στίχου 9). Φιμώνονται, κ. Ρίζο, τα στόματα των ψευδολόγων που σας παρέσυραν και αν θέλετε να μην ζείτε ψευδολογούντες, οφείλετε να μην τους ακολουθείτε πλέον στις ψευδοδιδασκαλίες τους.
2. "Και ἀπέστειλεν ᾿Εζεκίας ἐπὶ πάντα ᾿Ισραὴλ καὶ ᾿Ιούδα καὶ ἐπιστολὰς ἔγραψαν ἐπὶ τὸν ᾿Εφραὶμ καὶ Μανασσῆ ἐλθεῖν εἰς οἶκον Κυρίου εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ποιῆσαι τὸ φασὲκ τῷ Κυρίῳ Θεῷ ᾿Ισραήλ. Καὶἐβουλεύσατο ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία ἐν ῾Ιερουσαλὴμ ποιῆσαι τὸ φασὲκ τῷ μηνὶ τῷ δευτέρῳ· οὐ γὰρ ἠδυνάσθησαν ποιῆσαι αὐτὸ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὅτι οἱ ἱερεῖς οὐχ ἡγνίσθησαν ἱκανοί, καὶ ὁ λαὸς οὐ συνήχθη εἰς ῾Ιερουσαλήμ. Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐναντίον τοῦ βασιλέως καὶ ἐναντίον τῆς ἐκκλησίας. Καὶ ἔστησαν λόγον διελθεῖν κήρυγμα ἐν παντὶ ᾿Ισραὴλ ἀπὸ Βηρσαβεὲ ἕως Δάν, ἐλθόντας ποιῆσαι τὸ φασὲκ Κυρίῳ Θεῷ ᾿Ισραὴλ εἰς ῾Ιερουσαλήμ, ὅτι πλῆθος οὐκ ἐποίησε κατά τὴν γραφήν. Καὶ ἐπορεύθησαν οἱ τρέχοντες σὺν ταῖς ἐπιστολαῖς παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων εἰς πάντα ᾿Ισραὴλ καὶ ᾿Ιούδαν κατὰ τὸ πρόσταγμα τοῦ βασιλέως λέγοντες· οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ ἐπιστρέψατε πρὸς Κύριον Θεὸν ῾Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ισραήλ, καὶ ἐπιστρέψει τοὺς ἀνασεσωσμένους τοὺς καταλειφθέντας ἀπὸ χειρὸς βασιλέως ᾿Ασσούρ· καὶ μὴ γίνεσθε καθὼς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ ὑμῶν, οἳ ἀπέστησαν ἀπὸ Κυρίου Θεοῦ πατέρων αὐτῶν, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς ἐρήμωσιν, καθὼς ὑμεῖς ὁρᾶτε. Καὶ νῦν μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν· δότε δόξαν Κυρίῳ τῷ Θεῷ καὶ εἰσέλθετε εἰς τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ, ὃ ἡγίασεν εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν, καὶ ἀποστρέψει ἀφ' ὑμῶν θυμὸν ὀργῆς. Ὅτι ἐν τῷ ἐπιστρέφειν ὑμᾶς πρὸς Κύριον οἱ ἀδελφοὶ ὑμῶν καὶ τὰ τέκνα ὑμῶν ἔσονται ἐν οἰκτιρμοῖς ἔναντι πάντων τῶν αἰχμαλωτισάντων αὐτούς, καὶ ἀποστρέψει εἰς τὴν γῆν ταύτην, ὅτι ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐκ ἀποστρέψει τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀφ' ὑμῶν, ἐάν ἐπιστρέψωμεν πρὸς αὐτόν. Καὶ ἦσαν οἱ τρέχοντες διαπορευόμενοι πόλιν ἐκ πόλεως ἐν τῷ ὄρει ᾿Εφραὶμ καὶ Μανασσῆ καὶ ἕως Ζαβουλών, καὶ ἐγένοντο ὡς καταγελῶντες αὐτῶν καὶ καταμωκώμενοι· ἀλλὰ ἄνθρωποι ᾿Ασὴρ καὶ ἀπὸ Μανασσῆ καὶ ἀπὸ Ζαβουλὼν ἐνετράπησαν καὶ ἦλθον εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ εἰς ᾿Ιούδα. Καὶ ἐγένετο χεὶρ Κυρίου δοῦναι αὐτοῖς καρδίαν μίαν ἐλθεῖν τοῦ ποιῆσαι κατὰ τὰ προστάγματα τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων ἐν λόγῳ Κυρίου, καὶ συνήχθησαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ λαὸς πολὺς τοῦ ποιῆσαι τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἐν τῷ μηνὶ τῷ δευτέρῳ, ἐκκλησία πολλὴ σφόδρα. Καὶ ἀνέστησαν καὶ καθεῖλαν τὰ θυσιαστήρια τὰ ἐν ῾Ιερουσαλήμ καὶ πάντα, ἐν οἷς ἐθυμίων τοῖς ψευδέσι, κατέσπασαν καὶ ἔρριψαν εἰς τὸν χειμάρρουν Κέδρων.Καὶ ἔθυσαν τὸ φασὲκ τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ δευτέρου· καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται ἐνετράπησαν καὶ ἡγνίσθησαν καὶ εἰσήνεγκαν ὁλοκαυτώματα ἐν οἴκῳ Κυρίου. Καὶ ἔστησαν ἐπὶ τὴν στάσιν αὐτῶν κατὰ τὸ κρίμα αὐτῶν, κατὰ τὴν ἐντολὴν Μωυσῆ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἱερεῖς ἐδέχοντο τὰ αἵματα ἐκ χειρὸς τῶν Λευιτῶν· ὅτι πλῆθος τῆς ἐκκλησίας οὐχ ἡγνίσθη, καὶ οἱ Λευῖται ἦσαν τοῦ θύειν τὸ φασὲκ παντὶ τῷ μὴ δυναμένῳ ἁγνισθῆναι τῷ Κυρίῳ. Ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ λαοῦ ἀπὸ ᾿Εφραὶμ καὶ Μανασσῆ καὶ ᾿Ισσάχαρ καὶ Ζαβουλὼν οὐχ ἡγνίσθησαν, ἀλλ' ἔφαγον τὸ φασὲκ παρὰ τὴν γραφήν. Καὶ προσηύξατο ᾿Εζεκίας περὶ αὐτῶν λέγων· Κύριος ἀγαθὸς ἐξιλασάσθω ὑπὲρ πάσης καρδίας κατευθυνούσης ἐκζητῆσαι Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν καὶ οὐ κατὰ τὴν ἁγνείαν τῶν ἁγίων. Καὶ ἐπήκουσε Κύριος τῷ ᾿Εζεκίᾳ καὶ ἰάσατο τὸν λαόν. Καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ οἱ εὑρεθέντες ἐν ῾Ιερουσαλὴμ τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἑπτὰ ἡμέρας ἐν εὐφροσύνῃ μεγάλῃ καὶ καθυμνοῦντες τῷ Κυρίῳ ἡμέραν καθ' ἡμέραν καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται ἐν ὀργάνοις τῷ Κυρίῳ. Καὶ ἐλάλησεν ᾿Εζεκίας ἐπὶ πᾶσαν καρδίαν τῶν Λευιτῶν καὶ τῶν συνιόντων σύνεσιν ἀγαθὴν τῷ Κυρίῳ·καὶ συνετέλεσαν τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἑπτὰ ἡμέρας θύοντες θυσίαν σωτηρίου καὶ ἐξομολογούμενοι τῷ Κυρίῳ Θεῷ τῶν πατέρων αὐτῶν. Καὶ ἐβουλεύσατο ἡ ἐκκλησία ἅμα ποιῆσαι ἑπτὰ ἡμέραςἄλλας· καὶ ἐποίησαν ἑπτὰ ἡμέρας ἐν εὐφροσύνῃ. Ὅτι ᾿Εζεκίας ἀπήρξατο τῷ ᾿Ιούδᾳ τῇ ἐκκλησίᾳ χιλίους μόσχους καὶ ἑπτακισχίλια πρόβατα, καὶ οἱ ἄρχοντες ἀπήρξαντο τῷ λαῷ μόσχους χιλίους καὶ πρόβατα δέκα χιλιάδας, καὶ τὰ ἅγια τῶν ἱερέων εἰς πλῆθος. Καὶ ηὐφράνθη πᾶσα ἡ ἐκκλησία, οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία ᾿Ιούδα καὶ οἱ εὑρεθέντες ἐξ ῾Ιερουσαλὴμ καὶ οἱ προσήλυτοι οἱ ἐλθόντες ἀπὸ γῆς ᾿Ισραὴλ καὶ οἱ κατοικοῦντες ᾿Ιούδα. Καὶ ἐγένετο εὐφροσύνη μεγάλη ἐν ῾Ιερουσαλήμ· ἀπὸ ἡμερῶν Σαλωμὼν υἱοῦ Δαυὶδ βασιλέως ᾿Ισραὴλ οὐκ ἐγένετο τοιαύτη ἑορτὴ ἐν ῾Ιερουσαλήμ. Καὶ ἀνέστησαν οἱ ἱερεῖς οἱ Λευῖται καὶ εὐλόγησαν τὸν λαόν· καὶ ἐπηκούσθη ἡ φωνὴ αὐτῶν, καὶ ἦλθεν ἡ προσευχὴ αὐτῶν εἰς τὸ κατοικητήριον τὸ ἅγιον αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν" (Παραλειπομένων Β΄, κεφ. 30).
Όπως βλέπουμε η αναβολή του Νομικού Πάσχα (εξαιτίας του ότι δεν είχαν προλάβει ούτε οι ιερείς να εξαγνιστούν, ούτε ο κόσμος να προσέλθει στα Ιεροσόλυμα), αποφασίστηκε από όλη την Εκκλησία! Το δε ευτράπελο που αναφέρει ο κ. Σιαμάκης (το οποίο ευτυχώς δεν αντιγράψατε), ότι "τοὺς ἄρεσε τόσο πολύ, ποὺ τὸ ξαναεώρτασαν καὶ τὴν ἑπομένη ἑβδομάδα", αναιρείται από το ίδιο το κείμενο, το οποίο δεν μιλά για επανάληψη της εορτής, αλλά για παράτασή της, από επτά σε δεκατέσσερις μέρες, την οποία πάλι αποφάσισε η Εκκλησία!
κ. Ολόκληρο το επόμενο κεφάλαιο ("Αθέτηση της παράδοσης για την χρονολόγηση") είναι εντελώς άσχετο με το θέμα μας, διότι το σύστημα χρονολόγησης (δεν συζητούμε καν για τις εντελώς επουσιώδεις αλλαγές, του τύπου "προστέθηκε στον Πασχάλιο Πίνακα η Ανάληψη και η Πεντηκοστή!") δεν έχει καμία σχέση με το Ημερολόγιο και το Πασχάλιο. Είτε μετρήσουμε τον χρόνο από την Δημιουργία του Κόσμου, είτε από την Γέννηση του Χριστού, η 25 Δεκεμβρίου θα μένει πάντα η ίδια (είτε δηλαδή πούμε 25 Δεκεμβρίου 1600 μετά Χριστόν, είτε πούμε 25 Δεκεμβρίου 7108 από Κτίσεως Κόσμου) κατά την οποία η Εκκλησία θα εορτάζει τα Χριστούγεννα.  Αποτελεί δε και αυτό το κεφάλαιο αντιγραφή του σχετικού αποσπάσματος από το γνωστό άρθρο του κ. Καρδάση:

ΡΙΖΟΣ
ΚΑΡΔΑΣΗΣ
Η Εκκλησία μέχρι την Πενθέκτη Οικουμενική δεν είχε επίσημα καθορίσει σημείον αναφοράς, ως αρχής χρονολόγησης της ζωής στη γή. Στην Α΄ Οικουμενική βλέπουμε να ισχύει η  χρονολόγηση από Μ. Αλεξάνδρου. Έτσι, για πρώτη φορά στον γ΄ κανόνα της Πενθέκτης βρίσκουμε αρίθμηση από Κτίσεως Κόσμου ως έτος 6199 (και όχι από Χριστού γεννήσεως) (691 μ.Χ.), θέτουσα έτσι, ως έτος κτίσεως του κόσμου, το έτος 5508 π.Χ.








Η αρίθμηση αυτή από Κτίσεως Κόσμου διήρκεσε επί 1000 περίπου χρόνια, στην Ανατολή, μέχρις ότου, το Πατριαρχείο ΚΠόλεως το άλλαξε (αλλάζοντας τον προσδιορισμό χρονολόγησης από Κτίσεως Κόσμου σε χρονολόγηση από Χριστού γεννήσεως) με τον Κύριλλο Α΄ Λούκαρη. Το ερώτημα είναι αν μια Πατριαρχική Σύνοδος μπορεί να αλλάξει την χρονολόγηση, που υπάρχει σε Κανόνα μιας Οικουμενικής Συνόδου. Μετά το τέλος της Πενθέκτης Οικουμενικής (αρχές 8ου αι.), πολλοί λόγιοι χριστιανοί άρχισαν να συντάσσουν Πίνακες, που εμφάνιζαν κάθε έτος από Κτίσεως Κόσμου και την ημέρα ή την ημερομηνία των κινητών εορτών, που συνδέονται με την εορτή του Πάσχα.Κάθε τέτοιος Πίνακας ονομάσθηκε Πασχάλιος.
         Σε κάθε Πασχάλιο Πίνακα, μετά την αναγραφή του έτους από Κτίσεως Κόσμου, σημειώνεται το Κανόνιο του Πάσχα, δηλ. οι Ινδικτιώνες, οι κύκλοι Ηλίου, Σελήνης και το θεμέλιο αυτής. Το έτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου και αναγράφεται ευθύς αμέσως η παραμονή των Χριστουγέννων, ο αριθμός ημερών κρεωφαγίας, η ημερομηνία έναρξης του Τριωδίου, και η Κυριακή της Απόκρεω. Ακολουθεί η ημερομηνία του Ευαγγελισμού, το Νομικό πάσχα και ακολούθως το χριστιανικό Πάσχα και η νηστεία των αγίων Αποστόλων. Αργότερα (δηλ. μετά το 1582) προστέθηκε η ημερομηνία του Πάσχα των Λατίνων, η Ανάληψη, η Πεντηκοστή, η εορτή των αγίων Πάντων και ακόμη αργότερα προστέθηκε η ημέρα μνήμης των αγίων Αποστόλων. Για τη σύνταξη του Πασχαλίου χρησιμοποιήθηκε αρχικά η Μετώνεια επακτή (365.26315 ημέρες ανα έτος), η οποία αργότερα διορθώθηκε (με την πιο ακριβή Καλλίπεια επακτή) (365.25 ημέρες άνα έτος), όπως επίσης διορθώθηκε (μετά το 1628, επί Πατριαρχίας Κύριλλου Α΄ Λούκαρη) η μέτρηση από Κτίσεως Κόσμου, σε μέτρηση από Χριστού γεννήσεως. Τα γράφω αυτά για να πώ ότι όλες αυτές οι προσθήκες και οι διορθώσεις έγιναν χωρίς συνοδική Πανορθόδοξη απόφαση, αλλά με συνεννοήσεις μεταξύ των Εκκλησιών.
Η Εκκλησία μέχρι της Πενθέκτης Οικουμενικής δεν είχε επίσημα καθορίσει σημείον αναφοράς, ως αρχής χρονολόγησης. Βλέπουμε βέβαια, στην Α΄ Οικουμενική την χρονολόγηση από Αλεξάνδρου. Έτσι, για πρώτη φορά στον γ΄ κανόνα της Πενθέκτης βρίσκουμε αρίθμηση από Κτίσεως Κόσμου (και όχι από Χριστού γεννήσεως) ως έτος 6199 από κτίσεως κόσμου (691 μ.Χ.), θέτουσα έτσι, ως έτος κτίσεως του κόσμου, το έτος 5508 π.Χ: «….. ώστε, τους μεν δυσί γάμοις περιπαρέντας, και μέχρι της πεντεκαιδεκάτης του διελθόντος Ιανουαρίου μηνός της παρελθούσης τετάρτης Ινδικτιώνος, έτους εξακισχιλιοστού εκατοστού εννενηκοστού εννάτου, δουλωθέντας τη αμαρτία, και μη εκνήψαι ταύτης προελουμένους, καθαιρέσει κανονική υποβαλείν». Η αρίθμηση αυτή από Κτίσεως Κόσμου διήρκεσε επί 1000 περίπου χρόνια, στην Ανατολή, μέχρις ότου, το Πατριαρχείο ΚΠόλεως το άλλαξε (αλλάζοντας τον προσδιορισμό χρονολόγησης από Κτίσεως Κόσμου σε χρονολόγηση από Χριστού γεννήσεως) με τον Κύριλλο Α΄ Λούκαρι. Το ερώτημα είναι αν μια Πατριαρχική Σύνοδος μπορεί να αλλάξει χρονολόγηση, που υπάρχει σε Κανόνα μιας Οικουμενικής Συνόδου. Μετά το τα τέλος της Πενθέκτης Οικουμενικής (αρχές 8ου αι.), πολλοί λόγιοι χριστιανοί άρχισαν να συντάσσουν Πίνακες, που εμφάνιζαν κάθε έτος από Κτίσεως Κόσμου και την ημέρα ή την ημερομηνία των κινητών εορτών, που συνδέονται με την εορτή του Πάσχα. Κάθε τέτοιος Πίνακας ονομάσθηκε Πασχάλιος. Σε κάθε Πασχάλιο Πίνακα, μετά την αναγραφή του έτους από Κτίσεως Κόσμου, σημειώνεται το κανόνιο του Πάσχα, δηλ. οι Ινδικτιώνες, οι κύκλοι Ηλίου, Σελήνης και το θεμέλιο αυτής. Το έτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου  και αναγράφεται ευθύς αμέσως η παραμονή των Χριστουγέννων, ο αριθμός ημερών κρεωφαγίας, η ημερομηνία έναρξης του Τριωδίου, και η Κυριακή της Απόκρεω. Ακολουθεί η ημερομηνία του Ευαγγελισμού, το Νομικό πάσχα και ακολούθως το χριστιανικό Πάσχα και η νηστεία των αγίων Αποστόλων. Αργότερα (δηλ. μετά το 1582) προστέθηκε η ημερομηνία του Πάσχα των Λατίνων, η Ανάληψη, η Πεντηκοστή, η εορτή των αγίων Πάντων και ακόμη αργότερα προστέθηκε η ημέρα μνήμης των αγίων Αποστόλων. Για τη σύνταξη του Πασχαλίου χρησιμοποιήθηκε αρχικά η Μετώνεια επακτή (365.26315 ημέρες), η οποία αργότερα διορθώθηκε (με την πιο ακριβή Καλλίπεια επακτή) (365.25 ημέρες), όπως επίσης διορθώθηκε (μετά το 1628, επί Πατριαρχίας Κύριλλου Α΄ Λούκαρι) η μέτρηση από Κτίσεως Κόσμου, σε μέτρηση από Χριστού γεννήσεως (Θ.Η.Ε. τ. Ι΄, σελ. 118). Όλα αυτά, οι προσθήκες και οι διορθώσεις έγιναν χωρίς συνοδική απόφαση, αλλά με συνεννοήσεις μεταξύ των Εκκλησιών.

κα. Περνώντας στο επόμενο κεφάλαιο διαβάζουμε τα εξής: "Οι Ζηλωτές υποστηρίζουν ότι η αθέτηση του Ιουλιανού ημερολογίου οδήγησε στο να μην εορτάζουν ταυτόχρονα όλες οι Εκκλησίες μία και την αυτή εορτή και να μη επικρατεί η αυτή τάξη ως προς τις νηστείες. Ισχυρίζονται επίσης ότι «ο κοινός εορτασμός των χριστιανικών εορτών είναι παράδοσις» και ως εκ τούτου όσοι ακολούθησαν το νέο ημερολόγιο-εορτολόγιο «βρίσκονται κάτω από τα φρικτά αναθέματα της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου» που αναθεματιζει όσους αθετούν τις ιερές παραδόσεις".
Το ότι η αθέτηση του Ιουλιανού ημερολογίου οδήγησε στην εορτολογική ασυμφωνία, την αταξία ως προς τις νηστείες και την καταπάτηση της Παραδόσεως (η οποία τιμωρείται με αναθεματισμό) δεν το υποστηρίζουν οι "Ζηλωτές" μόνο, αλλά και κάθε εχέφρων και παραδοσιακός Ορθόδοξος, όπως ο μακαριστός Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος.
Ιδού δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματά του:
"Διότι πῶς εἶναι δυνατόν, Βασιλεῦ, οἱ Χριστιανοὶ τοῦ αὐτοῦ δόγματος καὶ τῆς αὐτῆς θείας λατρείας νὰ ἀνήκωσιν εἰς μίαν Ἐκκλησίαν, ὅταν, οἱ μὲν ἐκ τούτων εὐφραίνονται καὶ πανηγυρίζωσι, καθ' ὅν χρόνον οἱ ἄλλοι νηστεύωσι καὶ ἐγκρατεύονται; Πῶς δύνανται οἱ Χριστιανοί, οἵτινες ἔχουσι μίαν πίστιν, μίαν θείαν λατρείαν, ἓν βάπτισμα, ἕνα Κύριον, τὰ αὐτὰ Μυστήρια, νὰ λέγωσιν εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως ὅτι ἀνήκουσιν εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, ὅταν οἱ μὲν ἐκ τούτων βαπτίζωσι τὸν Χριστὸν εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμὸν ἑορτάζοντες τὰ Θεοφάνεια, καθ' ὅν χρόνον οἱ ἄλλοι, καὶ δὴ οἱ ἐν Ἰερουσαλήμ, δὲν ἑόρτασαν ἀκόμη οὕτε τὰ Χριστούγεννα, διανύοντες εἰσέτι τὸ στάδιον τῆς τεσσαρακοστῆς καὶ μετανοίας;" (Τα μεγάλα ζητήματα της Ορθοδοξίας [Επιστολή προς τον Βασιλέα της Ελλάδος]).
"Διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ ἡμερολογίου δὲν θίγεται δόγμα πίστεως βεβαίως, θίγεται ὅμως παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας, περὶ τῶν ὁποίων παραδόσεων ἡ 7η Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐν τοῖς πρακτικοῖς αὐτῆς ἀποφαίνεται οὕτως: "Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ἔγγραφον, ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα! καὶ ἅπαντα τὰ παρὰ τὴν Ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν καὶ διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἀοιδίμων καὶ ἁγίων Πατέρων καινοτομηθέντα, ἢ πραχθέντα, ἤ μετά τοῦτο πραχθησόμενα, ἀνάθεμα, τρίς!". Χάριν δὲ τῶν πατρικῶν παραδόσεων, βλέπομεν πολλοὺς ἀναδειχθέντας μάρτυρας καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ καὶ νέᾳ διαθήκῃ. Παραλείπω, συντομίας χάριν, ἄλλας μαρτυρίας, μόνον τοῦτο σᾶς λέγω καὶ σᾶς συμβουλεύω καὶ προτρέπω, νὰ κρατῆτε σταθερῶς καὶ ἀσφαλῶς τὰς παραδόσεις, ὅσας ἐγγράφως ἢ ἀγράφως παρεδόθησαν ἀπὸ τοὺς ἁγ. Πατέρες... Τὰς παραδόσειςἐκείνων ὀφείλομεν ν' ἀκολουθῶμεν, καὶ ὅχι τῶν σημερινῶν ἱεραρχῶν, ὅσον καὶ ἂν διατείνωνται ὅτι δρῶσιν ὡς Ἐκκλησία" (π. Θεοδώρου Ζήση, Ο Όσιος Φιλόθεος Ζερβάκος, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, 2014, σελ. 256-257)
Και για να μη με κατηγορήσετε κι εσείς, κ. Ρίζο, ότι παραθέτω επιλεκτικά τα λόγια του μακαριστού Γέροντος (πράγμα που στην πραγματικότητα κάνουν οι κατήγοροί μας), σας συνιστώ θερμώς να μελετήσετε με πολύ προσοχή όλα τα κείμενά του, αρχίζοντας από την Επιστολή του προς τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο (εδώ).
κβ. Περί της διδασκαλίας του Ιερού Χρυσοστόμου για το ζήτημα έχει ήδη γίνει αναφορά, όπως και για το επαναλαμβανόμενο επιχείρημα της μη εορτολογικής συμφωνίας κατά τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας. Θα σταθώ μόνο λίγο ακόμη στα ερωτήματα της τελευταίας παραγράφου του κεφαλαίου αυτού: "Δεν θέλω να κουράσω αναφέροντας διαφοροποιήσεις μεταξύ των αρχαίων Τυπικών όπου η  κατάσταση νηστειών και εορτών πολύ συχνά δεν είναι ταυτόσημη. Πώς λοιπόν οι άγιοι μας και οι Σύνοδοι δεν ανακάλυψαν πουθενά την «μεγάλη προδοσία» που ανακάλυψαν οι παλαιοημερολογίτες το 1924; Και πώς όλες αυτές οι μεταβολές, έγιναν χωρίς αποφάσεις Οικουμενικής ή Τοπικής Συνόδου, παρά μόνο με συνεννοήσεις μεταξύ των Εκκλησιών;". 
Οι Άγιοι και οι Σύνοδοι, κ. Ρίζο, δεν θα μπορούσαν να ανακαλύψουν καμία "μεγάλη προδοσία" σε θέματα Τυπικού, δηλαδή εσωτερικής ευταξίας, τα οποία και επιλύθηκαν συν τω χρόνω. Είναι όμως αφελέστατο (για να μη δώσω κάποιον άλλο χαρακτηρισμό), να συγκρίνετε την μετάθεση μιας εορτής ή τις διαφορές στα τυπικά των μοναστηριών, με την "αντικανονική", "αντισυνοδική" και "αντιποιμαντική" εισαγωγή νέου ημερολογίου, χωρίς την σύμφωνη γνώμη όλων των Τοπικών Εκκλησιών, με σαφή σκοπό την προσέγγιση με τους αιρετικούς της Δύσεως, η οποία δημιούργησε σχίσμα! Είναι κρίμα που δεν το βλέπετε!

(ΕΠΕΤΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ)
Νικόλαος Μάννης

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Aπάντηση στον κ. Ι. Ρίζο περί του Ημερολογιακού (Γ΄ 2)



«Τό ψεύδος πολυσχιδές, 
ἑνιαῖον δὲ πρᾶγμα  καὶ μοναδικὸν ἡ ἀλήθεια»
(Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, ΕΠΕ. 3, 650)
(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ)

η. Απορίας άξιον είναι, αγαπητέ κ. Ρίζο, το να δέχεστε ότι "η καινοτομία του 1924 ήταν αντικανονική, αντισυνοδική και αντιποιμαντική" και ταυτοχρόνως να θεωρείτε ως "επαναστάτες", "αντικανονικούς" και "σχισματικούς" εκείνους που αντέδρασαν σε αυτήν! Αυτός ο παραλογισμός (τον οποίο υπερασπίστηκαν και άλλοι πριν από σας) του να κακίζεται η παράβαση, αλλά παράλληλα και οι αντιδρώντες σε αυτήν (επειδή δεν πληρούν τα δικά μας "κριτήρια Ορθοδοξίας"), ειλικρινά δεν μπορώ να την καταλάβω. Πως έπρεπε δηλαδή να αντιδράσουν, κατά την απλανή λογική σας, οι Ορθόδοξοι εκείνης της εποχής; Να πούνε "η καινοτομία αυτή είναι αντικανονική, αντισυνοδική και αντιποιμαντική, αλλά δεν πειράζει";
θ. Σκανδαλίζεστε για το γεγονός πως οι τρεις Ιεράρχες, που ανέλαβαν την ποιμαντορία των Παλαιοημερολογιτών το 1935, αποκάλεσαν "σχισματική" την Εκκλησίας της Ελλάδος, όταν καμία από τις άλλες Τοπικές Εκκλησίες δεν διέκοψε την κοινωνία μαζί της.
Καταρχήν πρέπει να ξέρετε πως ο Άγιος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος (ο οποίος ήταν ο συγγραφέας και των κοινών κειμένων των τριών Ιεραρχών) ήταν πάρα πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του, μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Έτσι όταν έγραφε πως  οι Καινοτόμοι "απέσχισαν εαυτούς του καθολικού κορμού της Ορθοδοξίας και εκήρυξαν εαυτούς κατ΄ουσίαν Σχισματικούς απέναντι των Ορθοδόξων Εκκλησιών" δεν έγραψε τίποτα διαφορετικό από αυτό που είχε ήδη εκφράσει η Ειδική Επιτροπή για το Ημερολογιακό το 1923: "Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν δύναται να χωρισθή των λοιπών Εκκλησιών και να αποδεχτεί νέον ημερολόγιον χωρίς να καταστή σχισματική απέναντι των άλλων". Μιλάει για εορτολογική απόσχιση, η οποία αποτελεί παράβαση με βάση την οποία όφειλαν οι υπόλοιπες Εκκλησίες να την κηρύξουν σχισματική (ο πρ. Φλώρινης Χρυσόστομος ήλπιζε ότι αυτός ο φόβος να κηρυχθεί σχισματική η Εκκλησία της Ελλάδος, θα οδηγούσε την Ιεραρχία της στην απόφαση να επαναφέρει το παλαιό ημερολόγιο). Επειδή όμως αυτό τελικά δεν έγινε, ανέλυσε τους όρους "δυνάμει" και "ενεργεία", για να διασαφήσει (και όχι να "διορθώσει") την τοποθέτησή του, κυρίως έναντι παρερμηνειών αυτής.
Συνεχίζετε την εργασία σας γράφοντας πως οι "Γ.Ο.Χ." ισχυρίστηκαν πως "η Εκκλησία της Ελλάδος χωρισθείσα, εν τη εισαγωγή του διορθωμένου ημερολογίου, των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών κατέστη, εκ του λόγου τούτου, σχισματική, αποκοπείσα εκ του σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας", βάζοντας μάλιστα την εξής - υποσημείωση υπ' αριθμόν 24 -  παραπομπή: Φ.Ο. 1950, φ. 94, σελ. 2.
Επειδή, ως ερευνητής, επί πολλά έτη, της Ιστορίας και Εκκλησιολογίας των Παλαιοημερολογιτών, γνώριζα ότι ο πρ. Φλωρίνης ΠΟΤΕ δεν είχε αποκαλέσει σχισματική την Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά τους Διοικούντες αυτήν Καινοτόμους (δηλαδή την Διοικούσα Ιεραρχία, ως πρόσωπα), μου έκανε εντύπωση αυτό το απόσπασμα. Ανέτρεξα έτσι στο φύλλο 94 της Φ.Ο. (για να γνωρίζετε πρόκειται για το επίσημο περιοδικό των Παλαιοημερολογιτών "Η Φωνή της Ορθοδοξίας") και φυσικά δεν βρήκα αυτό το απόσπασμα ή παραπλήσιο. Τότε κατάλαβα, ότι μάλλον από κάπου το αντιγράψατε. Μια απλή αναζήτηση στο Google μας αποκάλυψε τον συνήθη ύποπτο, τον κ. Καρδάση! Παραθέτω πάλι συγκριτικό πίνακα μεταξύ του αποσπάσματός σας και του αποσπάσματος του κ. Καρδάση (απόεδώ πάλι): 


ΡΙΖΟΣ
ΚΑΡΔΑΣΗΣ
«Η Εκκλησία της Ελλάδος χωρισθείσα, εν τη εισαγωγή του διορθωμένου ημερολογίου, των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών κατέστη, εκ του λόγου τούτου, σχισματική, αποκοπείσα εκ του σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» [25= Η Φ.Ο. 1950, φ. 94, σελ. 2]. Παρόλο που ο Χρυσόστομος Καβουρίδης αλλού παραδέχεται, ότι η καινοτομία δεν αφορά την εισαγωγή ολόκληρου του Γρηγοριανού.
Επίσης με την υπ. αρ. 13/26.9.1950, η Ι. Σύνοδος των ΓΟΧ χαρακτηρίζει την Εκκλησία της Ελλάδος, ως σχισματική.[27= Η Φ.Ο. 1950, φ.86, σελ. 7] Αντίθετα όμως 10 από τις 14 Ορθόδοξες Εκκλησίες δέχτηκαν το διορθωμένο Ιουλιανό, οι δε υπόλοιπες 4, που εξακολούθησαν να έχουν το Ιουλιανό δεν διέκοψαν κοινωνία με τις άλλες. Άρα, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν κατέστη σχισματική έναντι των υπολοίπων Εκκλησιών.
Οι εν Ελλάδι υπάρχοντες  παλαιοημερολογίτες, ισχυρίζονται ότι «η Εκκλησία της Ελλάδος χωρισθείσα, εν τη εισαγωγή του διορθωμένου ημερολογίου, των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών κατέστη, εκ του λόγου τούτου, σχισματική, αποκοπείσα εκ του σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (Η Φ.Ο. 1950, φ. 94, σελ. 2).

Επίσης με την υπ. αρ. 13/26.9.1950, η  Ι. Σύνοδος των ΓΟΧ χαρακτηρίζει την Εκκλησία της Ελλάδος, ως σχισματική (Η Φ.Ο. 1950, φ.86, σελ. 7). Αντιθέτως όμως 10 από τις 14 Ορθόδοξες Εκκλησίες δέχτηκαν το διορθωμένο Ιουλιανό, οι δε υπόλοιπες 4, που εξακολούθησαν να έχουν το Ιουλιανό δεν διέκοψαν κοινωνία με τις άλλες. Άρα, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν κατέστη σχισματική έναντι των υπολοίπων Εκκλησιών.

Από που όμως προέρχεται τελικά αυτό το απόσπασμα αυτό, για το οποίο παραπέμπει λάθος ο Καρδάσης, παρασύροντας και εσάς; Όπως διαπίστωσα, μετά από σχετική έρευνα, το απόσπασμα αυτό ανήκει στον Χριστόδουλο Παρασκευαΐδη, τότε μητροπολίτη Δημητριάδος, στην γνωστή αντιπαλαιοημερολογιτική διατριβή του. Έγραφε στην σελίδα 162: "Επί της εισηγήσεως τούτης (σ. της Επιτροπής του 1923) επερειδόμενοι έκτοτε οι εν Ελλάδι παλαιοημερολογίται ισχυρίζονται ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, χωρισθείσα, εν τη εισαγωγή του διωρθωμένου ημερολογίου, των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών κατέστη, εκ του λόγου τούτου, σχισματική, αποκοπείσα εκ του σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας".

Όπως βλέπουμε το απόσπασμα, άνευ εισαγωγικών, δεν ανήκει στους Παλαιοημερολογίτες, αλλά αποτελεί προσωπική κρίση του Χριστόδουλου, την οποία την βασίζει σε διάφορα δημοσιεύματα, ένα εκ των οποίων βρίσκεται και στην Φ.Ο. (φ. 94). Η κρίση αυτή όμως, όπως είπαμε, είναι εσφαλμένη διότι οι Παλαιοημερολογίτες, (και μάλιστα ο Ηγέτης τους, ο Άγιος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος) ΔΕΝ ισχυρίζονται ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι αυτή που κατέστη σχισματική, και μάλιστα "ενεργεία", αλλά η Διοικούσα Ιεραρχία ως πρόσωπα.
Εξαίρεση σε αυτήν την θεώρηση αποτελεί η θέση των λεγομένων Ματθαιϊκών, μιας μερίδος Παλαιοημερολογιτών, που αποσχίστηκαν από τους υπολοίπους Παλαιοημερολογίτες, επειδή θεωρούσαν πως η Εκκλησία της Ελλάδος κατέστη και ενεργεία σχισματική. Επομένως, κάθε αντικειμενικός ερευνητής που θέλει να κρίνει τους Παλαιοημερολογίτες, οφείλει να λάβει υπόψιν του, ότι μέσα σε αυτούς υπάρχουν δύο εκκλησιολογικές θεωρήσεις περί του θέματος και να τις κρίνει ξεχωριστά, όπως οφείλει.
ι. Σωστά γράφετε πως οι Τοπικές Εκκλησίες που δεν δέχτηκαν την Ημερολογιακή Καινοτομία "εξακολούθησαν να έχουν το Ιουλιανό δεν διέκοψαν κοινωνία με τις άλλες και άρα, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν κατέστη σχισματική έναντι των υπολοίπων Εκκλησιών". Αυτό όμως το γεγονός το μόνο που δείχνει είναι πως δεν υπάρχει  σχίσμα μεταξύ των Τοπικών Εκκλησιών που αποδέχτηκαν και εκείνων που δεν αποδέχτηκαν την Καινοτομία. Δεν δείχνει ούτε για ποιον λόγο συνέβη αυτό, ούτε αν οι εντός της Εκκλησίας της Ελλάδος που δεν αποδέχτηκαν την Καινοτομία (δηλαδή οι Παλαιοημερολογίτες) θεωρούνται ως σχισματικοί. Στο επιχείρημά σας αυτό, κ. Ρίζο, περί "κανονικών σχέσεων" (το οποίο είχε χρησιμοποιήσει και ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος) έχει απαντήσει αποστομωτικά ο μακαριστός π. Θεοδώρητος τα εξής: "Τὸ ὅτι αἱ τοπικαὶ Ὀρθ. Ἐκκλησία κοινωνοῦν πρὸς τὴν καινοτομήσασαν Ἑλλαδικὴν Ἐκκλησίαν, αὐτὸ ποσῶς δὲν μειώνει τὴν ἀντικανονικὴν πρᾶξιν τῆς δευτέρας. Μήπως καὶ σήμερα, μετὰ ἀπὸ τόσες ἀντικανονικότητες καὶ προδοσίες τοῦ Φαναρίου δὲν συνεχίζουν νὰ κοινωνοῦν ἅπασαι αἱ ἀνωτέρω Ἐκκλησίαι μετ' αὐτοῦ;! Τί σημαίνει αὐτό, ὅτι πάει καλὰ ὁ Οἰκ. θρόνος; Ἀσφαλῶς μυριάκις ὄχι! Ἀπλούστατα ἀποτελεῖ ἐναργῆ εἰκόνα τῆς πτώσεως τῶν συγχρόνων ποιμένων, οἱ ὁποῖοι ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς παλαιούς, ἀποτελοῦν παρῳδίαν ποιμένων, καίτοι αἱ Σλαυικαὶ Ἐκκλησίαι θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπικαλεσθοῦν πρὸς δικαιολογίαν των τὸν κομμουνιστικὸν ζυγόν (σ. υπήρχαν ακόμη τα κομμουνιστικά καθεστώτα), ποὺ δὲν τὶς ἀφήνει νὰ ἐκφρασθοῦν ἐλευθέρως. Ἡ παραμονή των ὅμως εἰς τὸ παλαιὸν Ἡμερολόγιον τί ἄλλο φανερώνει, παρὰ ὅτι αἱ θυγατέρες σωφρονοῦν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἀπεμπολοῦσαν τὰς ἱερὰς Παραδόσεις Μητέρα των; Ὅταν δὲ οἱ Γ.Ο.Χ. ἐπεκαλοῦντο Πανορθόδοξον Σύνοδον πρὸς ἐκδίκασιν τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος, ἐννοοῦσαν ἀκριβῶς τὶς Σλαυικές Ἐκκλησίες καὶ λοιπὰ Πατριαρχεία, διότι τότε (1924-40) ὑπὴρχε πολλὴ ἡ δυνατότης διευθετήσεώς του. ...Τὸ θέμα τῆς κοινωνίας πρὸς τὴν καινοτομήσασαν Ἐκκλησίαν οὐδόλως σημαίνει ὅτι καταδικάζουν τὴν στάσιν τῶν Γ.Ο.Χ. Ελλάδος. Ἡ στάσις των αὕτη ὑφηγεῖται ἀπὸ λόγoυς οὐχὶ ἐκκλησιαστικούς, ἀλλὰ «διπλωματικης ἀβροφρoσύνης», διὸ καὶ ψέγομεν τὴν τοιαύτην πολιτικήν! Ἀτόδειξις, ὅτι μέχρι σήμερον, συχνάκις δηλώvουν, ὅτι τὸ παλαιόν είναι τὸ ὀρθὸν καὶ κακῶς ἐγένετο ἡ ἀλλαγή!" (Το αντίδοτον, σελ. 27-28).
Έτσι όταν σημειώνετε στην υποσημείωση 28 πως "η Εκκλησία της Ρωσίας, Αλεξανδρείας,  Αντιοχείας  διαφώνησαν άλλα δεν θεώρησαν το ζήτημα αρκετά σοβαρό για να διακόψουν εκκλησιαστική κοινωνία και δεν καταδίκασαν Συνοδικά την καινοτομία μη βλέποντας δογματική παρεκτροπή", γράφετε πάλι ολίγη αλήθεια. Διότι η πάσα αλήθεια είναι πως η Εκκλησία της Ρωσίας, Αλεξανδρείας,  Αντιοχείας (και Ιεροσολύμων και Σερβίας που λησμονήσατε) δεν αποδέχτηκαν το νέο ημερολόγιο (πλην της Αλεξανδρείας όταν έγινε Πατριάρχης ο ...Μεταξάκης και της Αντιοχείας με δικές του πάλι ενέργειες!), ούτε διέκοψαν εκκλησιαστική κοινωνία με τους Παλαιοημερολογίτες της Ελλάδος, ούτε τους καταδίκασαν ως "σχισματικούς". Αντιθέτως, η εκκλησιαστική κοινωνία διεκόπη πολύ αργότερα, και μάλιστα εκ μέρους των Παλαιοημερολογιτών, τόσο για την συνεχιζόμενη ανοχή τους στις Εκκλησίες του νέου ημερολογίου, όσο - κυρίως - για την οικουμενιστική τους συμπόρευση με αυτές.
ια. Συνεχίζετε γράφοντας: "Άς δεχτούμε, λοιπόν ότι η Εκκλησία έκανε λάθος στην εισαγωγή του διορθωμένου Γρηγοριανού, ποια θα έπρεπε να ήταν η αντίδραση κατά την διδασκαλία των Πατέρων; Μας την καταδεικνύει ο ιερός Χρυσόστομος: «Κι αν ακόμα η Εκκλησία διέπραττε σφάλμα, για  το ότι δεν τηρήθηκαν με ακρίβεια οι χρόνοι, δεν θα ήταν τόσο σημαντικό το θέμα όσο σημαντικό θα ήταν το έγκλημα της διαίρεσης και του σχίσματος». «Δεν έχει σημασία για τον Θεό η τήρηση του καιρού»". 
Το τί καταδεικνύει ο μέγας Ιερός Πατήρ Χρυσόστομος το έχουμε δείξειεδώ και η διδασκαλία του πόρρω απέχει από την δική σας. Το κείμενο του Αγίου απευθύνεται σε εκείνους που δεν δεχόντουσαν την απόφαση της Εκκλησίας (δια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου) για το Πάσχα. Δεν λέει δηλαδή ότι μπορούμε να εορτάζουμε ο καθένας όποτε θέλει, όποια εορτή θέλει. Γι' αυτό λέει ξεκάθαρα πιο κάτω: "ἐπειδὴ παρὰ τὴν ἀρχὴν πᾶσιν ἔδοξε τοῖς πατράσι διῃρημένοις ὁμοῦ συνελθεῖν, καὶ ταύτην ὁρίσαι τὴν ἡμέραν, τὴν συμφωνίαν πανταχοῦ τιμῶσα καὶ τὴν ὁμόνοια ἀγαπῶσα, κατεδέξατο τὸ ἐπιταχθέν". Οφείλουμε λοιπόν υπακοή στην Εκκλησία, ακόμη και αν υποτεθεί ότι κάνει λάθος. Βέβαια εσείς το "Εκκλησία" το ερμηνεύετε προφανώς όπως το ερμηνεύουν σήμερα οι Επισκοποκεντρικοί. Ενώ δηλαδή ο Άγιος Χρυσόστομος λέγοντας "Εκκλησία"  εννοεί σύμπασα την Εκκλησία, εσείς λέτε λέγοντας "Εκκλησία" στην Ιεραρχία μιας Τοπικής Εκκλησίας. Έτσι γράφετε παραπλανητικά: "Άς δεχτούμε, λοιπόν ότι η Εκκλησία έκανε λάθος στην εισαγωγή του διορθωμένου Γρηγοριανού". Η Εκκλησία εισήγαγε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, κ. Ρίζο, για να Της κάνουμε υπακοή; Ή μήπως κάποιες Τοπικές Εκκλησίες μόνο, με την πρωτοβουλία Οικουμενιστών Πρωθιεραρχών, και μάλιστα "αντικανονικώς", "αντισυνοδικώς" και "αντιποιμαντικώς", όπως και σεις ο ίδιος ομολογείτε;
Κι έτσι ενώ θεωρείτε αντικανονική την ημερολογιακή μεταβολή παρακάτω γράφετε: "Ποιος ιερός Κανόνας απαγορεύει την μεταβολή των ημερολογίων; Κανείς". Τελικά τί πιστεύετε, κ. Ρίζο, είναι Κανονική ή αντικανονική; Διότι μας τα λέτε λίγο μπερδεμένα.
ιβ. Συνεχίζετε γράφοντας πως "ο κοινός εορτασμός της ημέρας του Πάσχα δεν τηρούνταν επι τρείς αιώνες μετά την Α΄Οικουμενική και καμία Εκκλησία δεν θεωρούσε κάποια άλλη σχισματική για αυτόν τον λόγο". Παρόμοια είχατε γράψει και στο β΄ μέρος: "Και πως αντέδρασαν οι άγιοι Πατέρες και οι επόμενες Οικουμενικές Σύνοδοι σε όλη αυτή τη κατάσταση; Είναι πολύ σημαντικό να πούμε ότι δεν αντέδρασαν καθόλου! Συνέχισαν να σώζουν, να σώζονται, να θαυματοποιούν, να ομολογούν, να μαρτυρούν και να διδάσκουν αγνοώντας αυτή την εορτολογική αταξία! Και συνέχιζαν να παραμένουν ενωμένοι, παρά την ημερολογιακή διαφορά!". 
Αν και σας έγραψα ότι η εορτολογική ασυμφωνία των πρώτων αιώνων δεν δικαιώνει την ύπαρξη εορτολογικής ασυμφωνίας πλέον, ας δούμε είναι ακριβώς έτσι όπως τα παρουσιάζετε; Δηλαδή ότι δεν θεώρησε καμία Εκκλησία την άλλη σχισματική, ότι όλα ήταν καλά, ότι οι Πατέρες δεν αντέδρασαν καθόλου και ότι δεν δημιουργήθηκε κανένα πρόβλημα;
Πρώτα από όλα το αντίθετο από αυτά που ισχυρίζεστε αποδεικνύουν μερικά από τα παραδείγματα που εσείς ο ίδιος παραθέσατε. Και αναφέρομαι συγκεκριμένα στις περιπτώσεις της πασχάλιας διαμάχης μεταξύ Αλεξανδρείας και Ρώμης το 455 και της φιλονεικίας μεταξύ Άγγλων και Σκωτσέζων (Κελτών) το 664 (την οποία αναφέρει και ο Μελέτιος Αθηνών στην Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμ. Β΄, σελ. 176).


Συμπληρωματικά προσθέτω και το Σχίσμα μεταξύ των Τοπικών Εκκλησιών Γαλλίας και Ισπανίας, που πιθανόν δεν γνωρίζατε, διότι αν το γνωρίζατε δεν θα γράφατε πως "καμία Εκκλησία δεν θεωρούσε κάποια άλλη σχισματική για αυτόν τον λόγο". Ο Μελέτιος Αθηνών γράφει στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (ό.π., σελ. 120) πως στα τέλη της βασιλείας του Ιουστίνου (πρόκειται για τον Αυτοκράτορα Ιουστίνο τον Β΄, ο οποίος βασίλεψε από το 565 έως το 574) δημιουργήθηκε σχίσμα ανάμεσα στις Εκκλησίες της Γαλλίας και της Ισπανίας για τον χρόνο της εορτής του Πάσχα. 


Αποδεικνύεται λοιπόν πως παρόλο που υπήρχε εορτολογική ασυμφωνία και μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αυτό δεν ήταν αδιάφορο, όπως το παρουσιάζεται, αλλά θεωρούνταν κακό, μιας και δημιουργούνταν σχίσματα και έριδες, και οι Πατέρες και οι Σύνοδοι προσπαθούσαν συνεχώς για την θεραπεία του, την οποία τελικώς κατάφεραν! Θα έρθουμε εμείς σήμερα να πετάξουμε τους αγώνες τους στον κάλαθο των αχρήστων;
ιγ. Προχωρώντας, και στην προσπάθειά σας να αποδείξετε πως οι Παλαιοημερολογίτες δεν αντέδρασαν σωστά φέρνετε ως παράδειγμα το επαινετό σχίσμα των "Ιωαννιτών" και την περίπτωση του Μεγάλου Αθανασίου, όμως δεν κατανοώ τί σχέση έχουν αυτές οι περιπτώσεις με το θέμα μας, ώστε να καταλήξετε σε τέτοια συμπεράσματα: "είναι φανερό ότι σε ανάλογες περιπτώσεις οι άγιοι μας δεν έφτιαχναν τις δικές τους εκκλησίες, συνόδους και επισκόπους διακόπτοντας της εκκλησιαστική κοινωνία, αναθεματίζοντας ή διακηρύσσοντας ακυρότητα Μυστηρίων άλλα επεδίωκαν την διόρθωση και θεραπεία των προβλημάτων από τις άλλες Τοπικές εκκλησίες". 
Πρώτον, που είδατε οι Παλαιοημερολογίτες να έφτιαξαν "άλλη Εκκλησία", όταν ο Πρωθιεράρχης τους Άγιος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος είναι σαφέστατος στα κείμενά του περί του τί αποτελούν;
Ιδού οι κρυστάλλινες θέσεις του:
"Οὐδεὶς ποτὲ τῶν ἐγκρατῶν τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, καὶ τῶν ἐχόντων ὀρθόδοξον παλμὸν δύναται νὰ διϊσχυρισθῇ σοβαρῶς, ὅτι οἱ Παλαιοημερολογῖται ἀποτελοῦν δευτέραν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν τῷ Κράτει, ἀλλὰ τὴν πατροπαράδοτον καὶ Ἀκαινοτόμητον Αὐτοκέφαλον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς Ἐλλάδος. Διότι, ὅσῳ καὶ ἂν παρουσιάζωνται κατὰ τὸ φαινόμενον καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἐκδήλωσιν τῆς πίστεως, ὡς ἔχοντες ἰδίαν λατρείαν, ἰδίους εὐκτηρίους οἴκους, καὶ ἰδίους Λειτουργοὺς, οὐχ ἧττον ὅμως οὕτοι, καίτοι διατελοῦν ἐν ἀκοινωνησίᾳ πρὸς τὴν καινοτομήσασαν Ἱεραρχίαν, ὡς ἐχόμενοι στεῤῥῶς τῶν Παραδόσεων καὶ τῶν Θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων, ἀποτελοῦν ἐν τῇ Κανονικότητι, οὐχὶ ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἐκείνης μεθ’ ἧς διέκοψαν προσωρινῶς διὰ λόγους Κανονικοὺς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τὴν ἀνύστακτον φρουρὰν, τὴν ἀγρύπνως φρυκτωρούσαν ἐπὶ τῶν ἀδαμαντίνων ἐπάλξεων τῆς Μιᾶς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἐν λόγῳ Εἰσαγγελεὺς, δοὺς πίστιν εἰς τὴν ἐσφαλμένην καὶ ἀντικανονικὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἀποβιώσαντος Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καθ’ ἣν ἄνευ ἐκκλησιαστικῶν λόγων ἐπανεστάτησαν δῆθεν οἱ Παλαιοημερολογῖται κατὰ τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας, πήξαντες ἰδίους Ναούς, καὶ μὴ δυνάμενος ἐλλείψει θεολογικῆς μορφώσεως νὰ διακρίνῃ, ποία εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ἑνότητος μιᾶς Ἐκκλησίας καὶ ποία τὰ τῆς διαιρέσεως καὶ ἀποσχίσεως αὐτῆς, ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ Παλαιοημερολογῖται, διακόψαντες τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Διοικούσης Ἱεραρχίας, λόγω τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας, ἀπετέλεσαν καὶ ἰδίαν Ἐκκλησίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἐκ τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μερίδος τινὸς λαϊκῶν καὶ Κληρικῶν μετὰ τῆς Διοικούσης Ἱεραρχίας, λόγῳ ἐκκλησιαστικῆς διαφωνίας καὶ μὴ συμμορφώσεως τούτων πρὸς ἀντικανονικήν τινα ἀπόφασιν, δὲν δύναται νὰ συναγάγῃ τις κανονικῶς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ διαφωνήσασα καὶ διακόψασα προσωρινῶς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Διοικούσης Ἱεραρχίας μερὶς ἀπετέλεσε καὶ ἰδίαν Ἐκκλησίαν, καὶ δὴ Σχισματικὴν, ὡς ἐνησμενίσθη δυστυχῶς να ἀποκαλέση αὐτὴν τὸ Συνοδικὸν Δικαστήριον, τὸ δικάσαν καὶ καθαιρέσαν τοὺς Ἐπισκόπους Μεγαρίδος, Διαυλείας, Κυκλάδων καὶ Βρεσθένης. Τὰς Ἐκκλησίας συνιστᾷ καὶ χωρίζει, οὐχὶ μία μερὶς Χριστιανῶν, διαφωνοῦσα εἴς τι Ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα πρὸς τὴν Δ. Ἱεραρχίαν, καὶ ἐν καταστάσει ἐκκλησιαστικῆς ἀκοινωνησίας διατελοῦσα, οὔτε καὶ μία ἐπὶ μέρους Ἐκκλησία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τῶν Κανόνων, τοῦτο μόνον οἱ ἔχοντες Προτεσταντικὰς ἀντιλήψεις δύνανται να διϊσχυρίζωνται μὲ σοβαρότητα, ἀλλὰ ὅλη ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, συνερχομένη εἰς Πανορθόδοξον Σύνοδον. Ἀπόδειξις ὅτι τὸ Βουλγαρικὸν Σχίσμα δὲν τὸ ἐκήρυξε μόνον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἂν καὶ εἶχε τότε 85 Ἐπαρχίας, ἀλλὰ Μία Μεγάλη Τοπικὴ Σύνοδος, συνελθοῦσα τῷ 1872 ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐπομένως ἡ μερὶς τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, μὴ συσταθεῖσα καὶ ἀναγνωρισθεῖσα ὡς ἰδία Ἐκκλησία ὑπὸ μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου, δὲν δύναται νὰ ἀποτελῇ ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἐκείνης, ἐξ ᾖς προσωρινῶς ἀπέσχισεν ἑαυτήν, ἵνα μὴ καταστῇ συνένοχος μὲ τὴν Ἱεραρχίαν διὰ τὴν μονομερῆ καινοτομίαν. Καὶ οὐ μόνον ἡ μερὶς αὕτη δὲν διχάζει τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος τὴν φαεινὴν καὶ ἀλύμαντον πλευρὰν τῆς Ὀρθοδόξου ἐννοίας Αὐτῆς. Ὥστε ἡμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες τὸ ἐκ παραδόσεως ἑορτολογικὸν καθεστὼς καὶ σεβόμενοι, ὡς ὀφείλομεν, μᾶλλον τὰς Ἀποστολικὰς καὶ Συνοδικὰς Διατάξεις, παρὰ τάς ἀντικανονικὰς τῆς Ἱεραρχίας ἀποφάσεις, οὐ μόνον δὲν ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν Σχισματικὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας ἡμεῖς διεσώσαμεν τὰ χρυσόβουλλα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Παραδόσεων καὶ συνεχίζομεν τὴν Ἱστορίαν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας".
(Άπαντα, τόμ. α΄, Ἀπολογία εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν [Ἀθῆναι 29/3/1940], σελ. 383-384)
"Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ Παλαιοημερολογῖται δὲν ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν καὶ ἀνεξάρτητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Ἑλλάδι, διότι οὐδεμία Ἐκκλησία μᾶς ἀνεγνώρισεν ὡς τοιαύτην, ἀλλ᾿ εἴμεθα ἐντὸς τῆς ἀνεγνωρισμένης Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ὡς μία φρουρά, ἥτις φρουρεῖ τὸν θεσμὸν τοῦ Ὀρθοδόξου Ἑορτολογίου, ὃν ἠθέτησεν, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἡ πλειοψηφία τῆς ῾Ιεραρχίας, καὶ ἡμεῖς, ὡς ἀποτελοῦντες τὴν φαεινὴν καὶ ἀλύμαντον πλευρὰν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, συνεχίζομεν τὴν ἱστορίαν Αὐτῆς, ὑπὸ τὴν ὀρθόδοξον ἔννοιαν. Τὴν ἐσφαλμένην καὶ ἀντικανονικὴν ταύτην ἰδέαν, ὅτι ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν, ἔρριψεν εἰς τὸ μέσον καὶ εἰσηγήθη καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν ὁ ἐκλιπὼν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος σκοπίμως καὶ κακοβούλως, ὅπως παραστήσῃ ἡμᾶς εἰς τὰ ὄμματα τῆς Πολιτείαςς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας ὡς ἐπαναστάτας, καὶ ὡς κινήσαντας πτέρναν κατὰ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ῥίψῃ δὲ οὕτως ἡμᾶς εἰς τὴν μῆνιν τῆς Πολιτείας καὶ τὴν κοινὴν περιφρόνησιν τῆς κοινωνίας. Πρὸς τοῦτο μάλιστα, δὲν ὤκνησεν οὗτος, καίπερ γνώστης τῶν θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων καὶ Καθηγητὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἵστορίας νὰ κηρύξη, ὅτι οἱ παλαιοημερολογῖται Ἀρχιερεῖς, διακόψαντες ἄνευ δῆθεν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Κανονικῶν λόγων τὴν πνευματικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Προϊσταμένης των Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς καὶ πήξαντες Ἰδίους Ναούς, ἀπετέλεσαν Ἰδίαν Ἐκκλησίαν, καὶ μάλιστα σχισματικήν, ὡς ἐνησμενίσθη νὰ ἀποκαλέσῃ αὐτὴν τὸ δικάσαν καὶ καθαιρέσαν τοὺς Ἐπισκόπους Μεγαρίδος, Διαυλείας, Κυκλάδων, καὶ Βρεσθένης Συνοδικὸν Δικαστήριον. …Κατὰ ταῦτα, ἡμεῖς οἱ Παλαιοημερολογῖται, ὅσῳ καὶ ἂν παρουσιαζώμεθα κατὰ τὸ φαινόμενον καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἐκδήλωσιν τῆς πίστεως, ὡς ἔχοντες Ἰδίους εὐκτηρίους οἴκους καὶ Ἰδίους λειτουργούς, οὐχ’ ἧττον ὅμως, καίτοι διατελοῦμεν ἐν πνευματικῇ ἀκοινωνησίᾳ πρὸς τὴν καινοτομήσασαν Ἱεραρχίαν, ἅτε ἐχόμενοι στερρῶς τῶν θείων Κανόνων καὶ τῶν Ἱερῶν Παραδόσεων, ἀποτελοῦμεν ἐν τῇ Κανονικότητι, οὐχὶ ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἐκείνης, μεθ’ ἧς διεκόψαμεν προσωρινῶς διὰ λόγους Κανονικοὺς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τὴν ἀνύστακτον φρουράν, ὡς ἔφθην εἴπον, τὴν ἀγρύπνως φρυκτωροῦσαν ἐπὶ τῶν ἀδαμαντίνων ἐπάλξεων τῆς μιᾶς Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῆς Ὀποίας συνεχίζομεν τὴν ἱστορίαν Αὐτῆς ὑπὸ τὴν ἀλύμαντον καὶ ὀρθόδοξον ἀρχικὴν ἔννοιαν".
(Άπαντα, τόμ. β΄, Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος [Ἀθῆναι 1-6-1944], σελ. 24-26).
"Εἰς τὴν παροχὴν δὲ τῆς ἐλευθερίας ταύτης (σ. σ. τῆς ἄσκησης τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων τῶν παλαιοημερολογιτῶν), ἀντιτάσσει ἡ νεοημερολογιτικὴ Ἱεραρχία τὸ veto, ἤτοι τὴν ἄρνησιν, διατεινομένη, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς τὴν ἐπικράτειαν αὐτῆς δύο Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, μίαν νεοημερολογητικὴν καὶ μίαν παλαιοημερολογητικήν. Εἰς τοῦτο δὲ διαφωνοῦμεν ἡμεῖς, ὑποστηρίζοντες ὅτι μὲ τὴν κατ’ οἰκονομίαν παροχὴν ἐλευθερίας, εἰς τὴν θρησκευτικὴν ὀργάνωσιν τῶν παλαιοημερολογιτῶν μέχρι τῆς ἐγκύρου καὶ Κανονικῆς διευθετήσεως τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος, ἐπιδίκου ὄντως ὡς ἔφθην εἰπὼν ἐνώπιον τῆς μελλούσης πανορθοδόξου Συνόδου, δὲν δημιουργεῖται Δευτέρα Ἐκκλησία, ἀλλὰ μία μειοψηφία τῆς Ἐκκλησίας διαφωνοῦσα πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱεραρχίας καὶ συνεχίζουσα τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὴν ἄκρατον ὀρθοδοξίαν λυμανθεῖσαν διὰ τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας. Ἡ γνώμη τῆς Ἱεραρχίας, ὅτι μὲ τὴν παροχὴ ἐλευθερίας εἰς τοὺς παλαιοημερολογίτας δημιουργεῖται Δευτέρα Ἐκκλησία καὶ κράτος ἐν κράτει, ὡς λέγουν, δὲν εἶνε ἀληθής, διότι αἱ Ἐκκλησίαι, δὲν φυτρώνουν ὡς μύκητες εἰς τὸν περίβολον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἱδρύονται καὶ προικίζονται διὰ τῆς Χάριτος καὶ τῶν Μυστηρίων ὑπὸ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ὡς Ταμιούχου τῆς Χάριτος καὶ τῆς εὐλογίας. Ἡ γνώμη αὐτὴ τῆς Ἱεραρχίας, καθ΄ ἣν μία μερὶς Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν ἀποσπωμένη προσωρινῶς ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας διὰ λόγους διαφωνίας εἴς τι ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα ἐπίδικον καὶ ἰάσιμον κατὰ τὸν Μ Βασίλειον, μέχρι τῆς ἄρσεως τῆς διαφωνίας ὑπὸ Κανονικῆς πανορθοδόξου Συνόδου ὄζει προτεσταντισμοῦ, παρέχοντος εἰς μεμονωμένα ἄτομα τὸ δικαίωμα νὰ ἰδρύουν ἰδίαν Ἐκκλησίαν ἄνευ τῆς γνώμης καὶ τῆς εὐλογίας τῆς ὅλης Ἐκκλησίας. Καὶ τοῦτο, διότι οἱ προτεστάνται φρονοῦν καὶ πιστεύουν ὅτι ἡ ἔμπνευσις καὶ ἡ θέλησις τοῦ Παναγίου Πνεύματος εἰς τὰ ζητήματα τῆς πίστεως καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ ἐμφαίνεται καὶ ἐκδηλοῦνται καὶ διὰ τῶν μεμονωμένων ἀτόμων ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, φρονούσης καὶ πιστευούσης, ὅτι ἡ ἔμπνευσις καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐκδηλοῦται ὑπὸ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας τῆς ἑρμηνευούσης καὶ ὀρθοτομούσης τὸν λόγον τῆς θείας ἀληθείας…
…Ἡμεῖς ὅμως οἱ ποιμένες τῶν παλαιοημερολογιτῶν, γνῶσται τοῦ Κανονικοῦ δικαίου καὶ μὲ ὀρθόδοξον παλμόν, διϊσχυριζόμεθα ὅτι δὲν ἀποτελοῦμεν δευτέραν Ἐκκλησίαν ἐν τῷ Κράτει, ἀλλὰ στεντορείᾳ τῇ φωνῇ διακηρύττομεν, ὅτι ἡμεῖς μένοντες πιστοὶ εἰς τὰ δεδογμένα καὶ ἡμῖν παραδεδομένα ὑπὸ τῶν 7 Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀποτελοῦμεν, καίπερ μειοψηφία, τὴν πατροπαράδοτον καὶ ἀκαινοτόμητον Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, ἧς τὴν ἱστορία συνεχίζομεν ὑπὸ τὴν ἄκρατον ἔννοιαν τῆς ὀρθοδοξίας. Ἀληθῶς, ὅσῳ καὶ ἂν παρουσιαζώμεθα κατὰ τὸ φαινόμενον εἰς τὴν λατρείαν ἡμῶν μὲ ἰδίους εὐκτηρίους οἴκους καὶ μὲ ἰδίους λειτουργούς, οὐχ ἧττον ὅμως καίπερ διατελοῦντες ἐν ἀκοινωνησίᾳ μετὰ τῆς καινοτομησάσης Ἱεραρχίας ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν δυνάμει οὐχὶ δευτέραν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ τῇ ἁγνὴν καὶ ἀλύμαντον ἔννοιαν Αὐτῆς καὶ τὴν ἀνύστακτον φρουρὰν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἀγρύπνως φρυκτωρούσαν ἐπὶ τῶν θεοδμήτων καὶ ἀκαταλύτων ἐπάλξεων τῆς περιπύστου καὶ περιμαχήτου ὈρθοδοξίαςΝαί, ἡμεῖς Ἅγιε Λαρίσσης διεκόψαμεν τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Διοικούσης Ἱεραρχίας συνεπείᾳ Ἐκκλησιαστικῆς διαφωνίας οὐχί, ἵνα ἀποτελέσωμεν δευτέραν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ἵνα περισώσωμεν τὸ ὀρθόδοξον κῦρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀποφύγωμεν τὴν ἡμερολογιακὴν καινοτομίαν, ὡς καὶ τὴν βαρυτάτην εὐθύνην, ἣν ὑπέχουσιν ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἱστορίας οἱ δημιουργοὶ τῆς σκανδαλώδους διαφωνίας, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας διῃρέθησαν αἱ μᾶζαι τῶν χριστιανῶν εἰς τὸν ἑορτασμὸν τῶν ἑορτῶν".
(Άπαντα, τόμ. β΄, Ἀναίρεσις τῆς ἡμερολογιακῆς πραγματείας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Δωροθέου Κοτταρᾶ [Δεκέμβριος 1947], σελ. 96-98).
"…ἡ Διοικοῦσα Ἱεραρχία διὰ τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας ἔπαυσε νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν ὀρθόδοξον ἔννοιαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς Αὕτη χωρισθεῖσα ἀπὸ τὸν κορμὸν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπετέλεσεν ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν, διάφορον τῆς ἀρχαίας κατὰ τὸ ἀκραιφνὲς καὶ ἀκαινοτόμητον πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας καταστᾶσα οὕτως ὑπόδικος ἐνώπιον τῆς καθόλου ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Κατὰ ταῦτα ἡ Δ. Ἱεραρχία ἐκκλίνασα ἐκ τοῦ θριγγοῦ τῆς ἀκριβοῦς ὀρθοδοξίας παρ’ ὅλον τὸν ἐξωτερικὸν τύπον καὶ τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς, ἔπαυσεν ὡς ἀνωτέρω ἐλέχθη, νὰ ἐκπροσωπῇ τὴν ὀρθόδοξον ἔννοιαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ταύτης τὴν ὀρθόδοξον ἔννοιαν καὶ σημασίαν ἐκπροσωποῦσιν οἱ Ἱεράρχαι, ὁ Κλῆρος καὶ ὁ λαὸς οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν πολιὰν ἡμερολογιακὴν παράδοσιν, τὴν καθιερωθεῖσαν ὑπὸ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ κυρωθεῖσαν ὑπὸ τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς ὅλης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὥστε ἐν τῷ Κράτει δὲν ὑπάρχουσι δύο ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἀλλὰ μία, ἧς τὸν μὲν τύπον καὶ τὸν ῥυθμὸν ἐκπροσωπεῖ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἱεραρχίας, τὸ πνεῦμα ὅμως καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς ὀρθοδοξίας ἐκπροσωπεῖ ἡ μειοψηφία τῆς παλαιοημερολογιτικῆς Ἱεραρχίας καὶ κοινωνίας".
(Άπαντα, τόμ. β΄, Διαφωτιστικὴ Ἀπάντησις εἰς τὸ ὑπόμνημα τῆς Ἱεραρχίας τῆς κρατούσης Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος ἐν σχέσει μὲ τὸ Ἡμερολογιακὸν Ζήτημα [Ἀθῆναι 1948], σελ. 129)
"Ὑπῆρχεν ἐν τῷ παρελθόντι ἐποχή, καθ’ ἣν ἡ παμψηφία σχεδὸν τῆς Ἱεραρχίας ἐν τῷ Βυζαντινῷ Κράτει παρεσύρθη εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ ἐναγοῦς Ἀρείου μετὰ τῆς Βυζαντινῆς πολιτείας, καθ’ ἣν τὴν ἔννοιαν τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Ἐπισήμου Ἐκκλησίας ἀντιπροσώπευεν μία ὀλιγάριθμος μερὶς ὀρθοδόξων ἐν Κων/πόλει μὴ μολυνθεῖσα ὑπὸ τῆς λύμης τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Ἡ μερὶς αὕτη διετέλει ὑπὸ τὴν ποιμαντορίαν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὅστις ἐν τῷ παρεκκλησίῳ τῆς Ἀγ. Ἀναστασίας διὰ κηρυγμάτων ἀποπνεόντων τὸ θυμῆρες καὶ θεῖον ἄρωμα τῆς Ὀρθοδοξίας κατεκεραύνου τὴν κακόδοξον καὶ ψυχοφθόρον αἵρεσιν τοῦ Ἀρείου. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ἡ μερὶς αὐτοῦ, οὐ μόνον δὲν ἀπετέλεσαν ἰδίαν Ἐκκλησίαν διακόψαντες τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Ἀρειανιζούσης Ἱεραρχίας, ἀλλὰ καὶ ὡς ὀρθοδοξοῦντες ἐχρησίμευσαν μετέπειτα ὡς ἀρραβὼν διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῆς ὅλης Ἐκκλησίας ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Ὀρθοδοξίας, διὰ τῆς ἀποπτύσεως τῆς Ἀρειανῆς αἱρέσεως καὶ μιαρὰς κακοδοξίαςὭστε δεδομένου, ὅτι τὴν ὑπόστασιν τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ τὸ Ὀρθόδοξον πνεῦμα καὶ ὄχι ὁ τύπος καὶ ὁ ἀριθμός, οἴκοθεν ἐννοεῖται ὅτι τὴν ἀρχαίαν καὶ ἀκαινοτόμητον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἀποτελοῦμεν καὶ ἐκπροσωποῦμεν ἡμεῖς ὡς συνεχισταὶ τῶν πατρῴων παραδόσεων καὶ τῶν Ὀρθοδόξων θεσμῶν καὶ ὄχι οἱ καινοτόμοι Ἀρχιερεῖς, οἵτινες ἀποτελοῦν τὸν τύπον καὶ τὸν ἀριθμόν".
(Άπαντα, τόμ. β΄, Κρίσεις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ 2 τοῦ Σχεδίου Συντάγματος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ κ. Κ. Τσάτσου Βουλευτοῦ Ἀθηνῶν [Ἀθῆναι 1949], σελ.176)
Βλέπετε, κ. Ρίζο, την εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία του Αγίου Ιεράρχου, του οποίου τα κείμενα δεν μπήκατε στον κόπο να μελετήσετε, πριν καταπιαστείτε με μια τόσο σοβαρή εργασία;
Αλλά και το ότι χειροτόνησε Επισκόπους και έκανε Σύνοδο δεν είναι κάτι πρωτοφανές, όπως έχει αποδειχθεί εδώ (κείμενο που επίσης δεν έχει αναιρεθεί). 
Για δε τα περί "αναθεματισμών" και "διακηρύξεως ακυρότητας των Μυστηρίων" δεν χρειάζονται μεγάλη ανάλυση, διότι στερούνται σοβαρότητος. Από την μία, ποτέ οι Παλαιοημερολογίτες δεν αναθεμάτισαν τους Νεοημερολογίτες, από την άλλη, όπως θα δείτε εδώ, για την "ακυρότητα των Μυστηρίων" οι μόνοι που δεν πρέπει να ομιλούν είναι οι φανατικοί οπαδοί του νέου ημερολογίου.
Όσο για το ότι οι Παλαιοημερολογίτες δεν "επεδίωκαν την διόρθωση και θεραπεία των προβλημάτων από τις άλλες Τοπικές εκκλησίες", έχετε προφανή άγνοια της Ιστορίας των Παλαιοημερολογιτών (διότι θα ξέρατε τί αγώνας έγινε, κυρίως εκ μέρους του πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ο οποίος ταξίδεψε στα Πατριαρχεία, αλλά και άλλων κληρικών και λαϊκών, για να ευαισθητοποιηθούν οι άλλες Τοπικές Εκκλησίες) και αυτό μεγαλώνει ακόμη την απορία μου, κ. Ρίζο, για το τόλμημά σας να καταπιαστείτε με ένα θέμα για το οποίο γνωρίζετε ελάχιστα. Τί ωφέλιμο θα ήταν, αντί να μελετούσατε το ιρλανδοσκωτσέζικο πασχάλιο και την συμβολή του Διονυσίου του μικρού στην κατάπαυση της έριδας μεταξύ της Ρώμης και της Αλεξάνδρειας, να είχατε ασχοληθεί με αυτούς που θέλετε πάση θυσία να καταδικάσετε;
ιδ. Κλείνετε το κεφάλαιο  "Η αντικανονική απόφαση της Εκκλησίας" (βέβαια το ορθό είναι "κάποιων Τοπικών Εκκλησιώνκαι όχι  "της Εκκλησίας") με την εξής παράγραφο: "Οι Γ.Ο.Χ. προς υπεράσπιση τους αναφέρουν την δήλωση του Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου (τότε αρχιμανδρίτη) σε ειδική συνοδική επιτροπή που έλεγε ότι: «Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν δύναται να χωρισθή των λοιπών Εκκλησιών και να αποδεχτεί νέον ημερολόγιον χωρίς να καταστή σχισματική απέναντι των άλλων».Η δήλωση αυτή όμως δεν την εκλαμβάνουμε καθόλου ως αξιόλογη και είναι αδιάφορη, ισχνότατη και παντελώς άχρηστη εξ αιτίας του ότι την τεκμηρίωση που επιζητούμε για την αντιμετώπιση του προβλήματος δεν την αναζητούμε σε δηλώσεις του κάθε αρχιμανδρίτη και μάλιστα του ενόχου, άλλα στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων, των Συνόδων και το βίωμα της Εκκλησίας.  Στο consensus Patrum". 
Κι όμως, κ. Ρίζο, στην Ιστορία καμία πηγή δεν είναι "αδιάφορη, ισχνότατη και παντελώς άχρηστη", ακόμη και αυτές που δεν μας "βολεύουν". To δε Consensus Patrum αφορά την Θεολογία, όχι την Ιστορία. Χάριν της αληθείας όμως, πρέπει να σας ενημερώσω, ότι η δήλωση αυτή δεν είναι του ενόχου, αλλά της ειδικής "ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἡμερολογίου" πενταμελούς Επιτροπής (στην οποία ανήκε και ο ένοχος), όπως φαίνεται από το σχετικό ΦΕΚ:


(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
Νικόλαος Μάννης