A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ π. Θεοδωρήτου στήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ

(Πάρος 2007. Ὁ π. Καλλίνικος μπροστά στόν ἄπνου ὑποτακτικό του π. Θεοδώρητο.
Ἀρχείο Παναγιώτου & Μαρίνας Ἠλιοπούλου)

Τό θαῦμα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἕνα ἀπό τά σπάνια, διά τόν τρόπον τόν ὁποῖον ἐκτέλεσε ὁ Κύριος τό θαῦμα αὐτό, διότι πάντοτε κατόπιν αἰτήσεως ἔδινε τή χάρη Του. Ζητοῦσαν, παρακαλοῦσαν, ἐπλησίαζαν καί ἰᾶτο καί ἐθεράπευε καί ἔβγα­ζε τά δαιμόνια. Αὐτή τή φορά περνῶντας ἀπ’ τά Ἱεροσόλυμα, ὅταν εἶδε τόν τυφλόν, μόνος Του ἐπλησίασε, χωρίς νά Τοῦ πεῖ τίποτα ὁ τυφλός, καί ἔπτυσε κάτω, ἔκανε πηλό, λάσπη δηλαδή, τήν ἀκούμπησε στά μάτια του καί τοῦ εἶπε «πήγαινε νά πλυθεῖς στοῦ Σιλωάμ τήν πηγή», χωρίς νά τοῦ πεῖ τίποτε ἄλλο, ὅτι «θά γίνεις καλά» ἢ «ἔλα μετά πίσω νά σέ κάνω καλά». Ἀπόλυτη ὑπακοή, σά νἄχε πληροφορία μέσα ὁ τυφλός ὅτι ἐδῶ συμβαίνει κάτι μεγάλο, καί πῆγε κι ἦτανε μακριά ἡ πηγή  (θά τόν συνώδευσαν φαίνεται ἄλλοι) καί πλύθηκε καί ἐπέστρεψε λέει βλέπων. Οἱ Πατέρες ἐξη­γοῦν, ὅτι αὐτό τό ἔκανε ὁ Κύριος, ἀφ’ ἑνός γιά νά φανεῖ ἡ ὑπακοή του, ἀλλά καί γιά νά τόν δοῦν πορευόμενον τόσοι πολλοί, μέχρι νά πάει στοῦ Σιλωάμ, καί νά λένε «τί ἔπαθε αὐτός ὁ τυφλός, γιατί πάει ἐκεῖ καί τόν συνοδεύουν» καί νά γίνει τό θαῦμα ἀκουστό παντοῦ ὕστερα. 
Αὐτό τό ἔμαθαν κατόπιν οἱ Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι καί τούς πείραξε πάρα πολύ, γιατί ἔγινε τό Σάββατο. Φανταστεῖτε τυφλότητα τώρα! Ἀντί νά δώσουν δόξα στό Θεό καί νά ποῦνε πράγματι ἐδῶ πρόκειται περί γνησίου νά κάνει τέτοια θαύματα, αὐτοί ἀμέσως ἄρχισαν, ὅπως ἀκούσατε στό Εὐαγγέλιο, νά τόν ἐξετάζουν συνέχεια, νά καλοῦνε τούς γονεῖς μέ ἀποτέλεσμα ὁ ἁπλός αὐτός ὁ τυφλός ὁ ἀγράμματος νά τούς πεῖ κάπως εἰρωνικά: «μήπως θέλετε νά γίνετε μαθηταί [Αὐτοῦ];». Καί αὐτοί ἀμέσως μέ ὑπερηφάνειά: «ἐμεῖς τοῦ Μωϋσέως ἐσμέν μαθηταί, αὐτός εἶναι ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, δέν τόν εἴδαμε πόθεν ἐστί». Ἐνῶ ὅλα τά ξέρανε, εἶχανε πεῖ καί στόν Ἡρώ­δη ἀκόμη, ὅταν ἐγεννᾶτο, ἀπό τίς προφητείες, ποῦ θά γεννηθεῖ. Ἀλλά ἡ κακία ὅτι θά χάσουνε τό βασίλειο καί τήν ἐξουσία πού εἶχαν διά τῆς διδασκαλίας δέν τούς ἄφηνε νά πιστέψουν. Αὐτή τήν τυφλότητα οἱ Πατέρες τήν διεκτραγωδοῦν στά ἔργα τους.
Τρία κακά μεγάλα εἶναι ἀπό τά ὁποῖα ὑποφέρει ὁ ἄνθρωπος: ἡ ἄγνοια (ἡ λήθη ὅπως λέγεται), ἡ ἀκηδία, ὅταν πέσει κανείς σέ πνευματική ἀφασία, νά μήν ἐνδιαφέρεται γιά τίποτα· ἡ ἄγνοια λοιπόν, ἡ πνευματική ἀφασία καί τό σκότος τῆς διανοίας, ὅπως εἶχανε πέσει τώρα οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι. Αὐτό τό σκότος, τό ἀποκαλεῖ ὁ Μέγας Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἀκαθαρσία τοῦ νοῦ, δηλαδή ὁ νοῦς σκοτίζεται ἐκείνη τήν ὥρα καί κάνει τά ἀντίθετα ἀπ' ὅ,τι πρέπει γιά τή σωτηρία, ὅπως ἔκαναν καί οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι. Τό ἴδιο βλέπομε δυστυχῶς νά συμβαίνει διά μέσου τῶν αἰώνων κατ’ ἐπανάληψιν ὅπως στούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους καί σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους πού δέν πιστεύουν καί εἰρωνεύονται καί κοροϊδεύουν, σάν ἀνοιχτομάτηδες αὐτοί, τούς «χαζούληδες» τοῦ Θεοῦ, πού ἀκοῦνε τό νόμο τοῦ Θεοῦ, πού πάνε στήν ἐκκλησία κι «ἐσύ [λένε] πήγαινε μέ τό Σταυρό μπροστά καί νομίζεις θ’ ἁγιάσεις», ἐνῶ ἐκεῖνοι ἔχουν ἄλλο τρόπο νά νικᾶνε στή ζωή. Εἶναι φοβερή ἡ ὑπερηφάνεια, πού ρίχνει ἡ ἄγνοια τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, διότι νομίζει ὅτι αὐτός ἔχει μόνο τήν ἀλήθεια, ὅπως οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι καί τόν ρίχνει σέ κακία καί σέ κατάκριση. 
Ὅταν ὁ Κύριος ἐθεράπευσε τόν τυφλόν τόν ἐκ γενετῆς, μετά ὅτι ἔμαθε μέ τό διάλογο πού εἶχαν μέ τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους, τόν πέταξαν αὐτοί ἔξω, ὅταν τούς ἔκανε τόν διδάσκαλο, γιατί πράγματι τούς ἔκανε τόν διδάσκαλο καί ἦταν φωτισμένος καί ἤθελε νά τούς ὁδηγήσει στό Φῶς. Καί μόλις τό ἔμαθε αὐτό ἀμέσως ὁ Κύριος, πάει μόνος Του τόν πλησιάζει καί γίνεται ἐκεῖ ἕνας καταπληκτικός διάλογος. «Ἐσύ πιστεύεις στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ;», τοῦ λέει. «Καί τίς ἐστίν Κύριε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύσω»; «Καί ἑώρακας Αὐτόν - τοῦ λέει [ὁ Κύριος] -, καί ὁ λαλῶν μετά σοῦ, Αὐτός ἐστίν». Καί ἀμέσως ἐκεῖνος «πιστεύω, Κύριε!» καί πεσών προσεκύνησε. Ἐπανελήφθη δηλαδή αὐτό πού ἔγινε μέ τή Σαμαρείτιδα τήν περασμένη Κυριακή. «Τίς ἐστιν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ;», ρωτάει ὁ τυφλός. «Ἐγώ ὁ λαλῶν σοι!». Σέ κανέναν δέν τό εἶπε αὐτό [παρά μόνο] στόν τυφλό καί στήν ἁμαρτωλή, τόσο φανερά νά ἀπεκαλύψει τήν Μεσιακή του ἰδιότητα, διότι ἦτο καθαρή ψυχή μέ ταπείνωση, εἴχε πραότητα, εἶδε ὁμολογία, πρό πάντων ὁμολογία, αὐτό Τον εὐχαρίστησε τόν Κύριο. Διότι ἕνας ἀγράμματος ἔκανε ὁμολογία ἐνώπιον τῶν Γραμ­­ματέων καί τῶν Φαρισαίων καί τούς ταπείνωσε. 
Ὅπως πολλές φορές ἀκούω με­ρι­κούς δικούς μας, τοῦ παλαιοῦ ἑορτολογίου, νά μιλοῦν μέ θεολόγους καί νά τούς ταπεινώνουν κι’ ἄς εἶναι θεολόγοι, διότι ἡ πράξη ζωοποιεῖ τήν ἀλήθεια πού ἔχουμε μέσα μας καί τήν θεωρία καί μᾶς κάνει διδασκάλους. Ἡ πράξη ἔχει μεγάλη σημασία. Αὐτό τό φωτισμό πού πῆρε ὁ τυφλός κινδυνεύουμε κι' ἑμεῖς νά τόν χάσουμε, νά μή ἔχουμε αὐτόν τόν φωτισμό πού λαβαίνουμε ἀπό τό Βάπτισμα καί ἀπό τήν Ἐκκλησία καί νά πέσουμε στήν τάξη τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων στό σκοτάδι, ἐάν δέν ἀνανεώνουμε μέ ζῆλο αὐτόν τό φωτισμό, ὁ ὁποῖος πρέπει νά μᾶς στοιχίσει καί σέ χρόνο καί σέ πράξη.
Ὅπως οἱ Πατέρες μας τό 1924. Φτωχοί ἦτανε τότε, ἀγράμματοι οἱ περισσότεροι, ἀλλά πηγαίνανε σέ ἀγρυπνίες, τούς κοροϊδεύανε στίς ἐργασίες τους, πολλοί χάσαν καί τίς εργασίες τους. Ἔχουμε καί μάρτυρα ἔγκυο γυναίκα [πού πῆγε] νά ὑπερασπιστεῖ τόν παπᾶ της καί νά τῆς δώσει μέ τόν ὑποκόπανο ὁ χωροφύλακας καί νά πεθάνει καί αὐτή καί τό μωρό. Λοιπόν, ὅλα αὐτά εἶναι ἀκριβῶς παράλληλα μέ τήν ὁμολογία τοῦ τυφλοῦ. Ἐπειδή ἔκανε τήν ὁμολογία, ἀξιώθηκε νά μιλήσει μέ τόν Μεσσία καί νά Τοῦ ὁμολογήσει ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας. Ἔτσι λοιπόν μή ζητᾶμε πρό τῆς ὁμολογίας, τά τῆς χάριτος τῆς ὁμολογίας καί τήν χαρά πού φέρνει ἡ ὁμολογία! Εἴδατε, ἂν ἔχετε διαβάσει στό Γεροντικό, ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος μές στούς πολλούς πειρασμούς πού εἶχε, κάποτε κουράστηκε πάρα πολύ, ὅλη τή νύχτα τόν πειράζαν οἱ δαίμονες, τόν σέρνανε νά τόν βγάλουνε μέσα ἀπό τό κελί. Στό τέλος δέν ἄντεξε καί σάν νά δάκρυσε καί εἶπε: «Ποῦ εἶσαι, Κύριε, ποῦ ἦσουν;», ὅταν ἦρθε ἕνα Φῶς καί σκόρπισε τούς δαίμονες: «Ἐδῶ ἦμουν Ἀντώνιε, περίμενα νά δῶ τόν ἀγῶνα σου». Ἡ ἐπιβράβευση ἔρχεται μετά τήν ὁμολογία. Πρέπει πρῶτα νά κάνουμε κάτι, νά ἐφαρμόσουμε τόν νόμο, ὄχι προτοῦ καί μέ τήν πρώτη προσευχή πού κάνουμε, θέλουμε ὅλα τά αἰτήματα νά ἐκπληρωθοῦν. Διότι μέσα στόν σκοτισμό πού ἔχουμε (ὅλοι μας εἴμαστε σκοτισμένοι, ὅταν ἕνας Ἅγιος [Γρηγόριος] Παλαμᾶς ἔλεγε: «Παναγία μου, φώτισόν μου τό σκότος», γιατί ἤθελε περισσότερη λάμψη ἀπ’ ἐκείνη πού εἶχε) πάει νά πεῖ ὅτι δέν ξέρουμε τό συμφέρον μας καί δέν πρέπει νά αντιδρούμε καί νά τά βάζουμε μέ τό Θεό ὅταν δέν λαβαίνουμε αὐτά πού ζητᾶμε. Γι' αὐτό λέει, πολύ ὡραῖα, καί ὁ Ἅγιος ὁ Χρυσόστομος: «τί φωνάζεις; ἔλαβες ἐντο­λήν λαβεῖν». Στήν ὥρα δηλαδή πού δέν ἔλαβες, ἔλαβες, διότι ἦταν ἡ ἀπάντη­ση τοῦ Θεοῦ, ὅτι δέν σέ σύμφερε αὐτό τό πρᾶγμα, ἐκείνη τήν ὥρα, γιά κεῖνο τό σκοπό, γιά κεῖνο τό πρόσωπο, γιά κεῖνη τήν περίπτωση. Ὁ φωτισμός καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἔχει μεγάλη σημασία στή ζωή μας. Νά φανταστείτε ὅτι ὁ Κύριος ἀποκαλεῖ «αἰώνιον ζωήν» τήν γνῶσιν τοῦ θελήματός Του. Ὅταν ἔκανε τήν ἀρχιερατική προσευχή ὁ ἵδιος ὁ Κύριος εἶπε: «Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή ἵνα γινώσκωσί Σε, Πάτερ, τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν». Αὐτή εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, γιά νά νά σέ γνωρίζουμε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν. «Καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν».  Βλέπετε λοιπόν, ἡ αἰώνια ζωή ἀρχίζει ἀπό τώρα μέ τήν γνώση τοῦ Θεοῦ. Και γιά νἄρθει ἡ γνώση πρέπει νά διαβάζουμε, νά μετέχουμε τῶν Μυστηρίων, νά ὁμολογοῦμε αὐτό πού πιστεύουμε, χωρίς τή βία καί τότε, ἀπό κεῖνη τήν ὥρα νά γνωρίζουμε ὅτι ἡ Χάρις καί οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες καί ἡ Εἰρήνη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, θ’ ἀρχίσει ἀπό τώρα νά βιοῦται καί νά κορυφωθεῖ εἰς τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.


Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΔΕΙΤΕ ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΑΝΑΜΜΕΝΟ ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΙ ΚΑΙ ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ

Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση έχουμε αναμμένο στο εικονοστάσι του σπιτιού μας ένα καντήλι ως θυσία σεβασμού και τιμής προς τον Θεό, την Παναγία και τους αγίους.

Η συνήθεια αυτή φωτίζει τις ψυχές μας, αλλά διατηρεί και τον βαθύ χριστιανικό συμβολισμό της. Τι συμβολίζει λοιπόν το καντήλι και γιατί πρέπει να είναι πάντα αναμμένο; Και ποια είναι η ευχή που πρέπει να συνοδεύει το άναμμά του;

Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει ότι το λάδι που καίει στα καντήλια μας «τον του Θεού υπεμφαίνει έλαιον». Το έλεος του Θεού που φανερώθηκε όταν η περιστερά του Νώε επέστρεψε στην Κιβωτό για να σημάνει την παύση του κατακλυσμού έχοντας στο ράμφος της κλάδο ελαίας. Ή όταν ο Ιησούς, καθώς προσευχόταν εκτενώς, πότιζε με τους θρόμβους του ιδρώτος του την ελιά, κάτω από τα κλαδιά της οποίας γονάτισε τη μαρτυρική εκείνη νύχτα στο Όρος των Ελαιών.

Το λάδι λοιπόν συμβολίζει το άπειρο έλεος του Θεού, αλλά και τα καντήλια συμβολίζουν την Εκκλησία που είναι μεταδοτική Θείου ελέους και φωτιστική. Και όπως ο Κύριος προσευχήθηκε στον κήπο των Ελαιών, έτσι και ο ναός με τα καντήλια, αλλά και το εικονοστάσι μας, μετατρέπεται σε νέο κήπο και ελέους (λαδιού) και ελέους θεϊκού.

Γιατί πρέπει να κρατάμε το καντήλι μας αναμμένο μπροστά στις άγιες εικόνες;

1ον: Γιατί η πίστη μας είναι φως. «Εγώ ειμί το φως του κόσμου», είπε ο Κύριος. Το φως της κανδήλας λοιπόν μας θυμίζει το φως με το οποίο ο Χριστός καταυγάζει τις ψυχές μας.

2ον: Για να μας θυμίζει ότι η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή σαν των αγίων. Εμείς οι χριστιανοί είμαστε «τέκνα φωτός», κατά τον Απόστολο Παύλο.

3ον: Για να ελέγχει τα σκοτεινά μας έργα, τις κακές μας ενθυμήσεις και επιθυμίες. Για να λάμψει «το φως ημών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν ημών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς».

4ον: Είναι μια μικρή δική μας θυσία, σημείο και δείγμα της ευγνωμοσύνης και της αγάπης που οφείλουμε στον Θεό για τη μεγάλη θυσία που έκανε για μας. Με αυτήν την προσφορά και με την προσευχή μας τον ευχαριστούμε για τη ζωή, για τη σωτηρία και για όλα όσα μας χαρίζει η άπειρη αγάπη του.

5ον: Για να είναι φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους, που μας επιτίθενται με ιδιαίτερη πονηρία πριν και κατά την ώρα της προσευχής και θέλουν να απομακρύνουν τη σκέψη μας από τον Θεό. Οι δαίμονες αγαπούν το σκοτάδι και τρέμουν το φως – και του Χριστού αλλά και εκείνων που αγαπούν τον Χριστό.

6ον: Για να μας παρακινεί σε αυτοθυσία. Όπως δηλαδή με το λάδι καίγεται στο καντήλι το φυτίλι, έτσι και το δικό μας θέλημα να καίγεται με τη φλόγα της αγάπης για τον Χριστό και να υποτάσσεται πάντοτε στο θέλημα του Θεού.

7ον: Για να μάθουμε ότι, όπως δεν ανάβει το καντήλι χωρίς τα δικά μας χέρια, έτσι και το εσωτερικό καντήλι της καρδιάς μας δεν ανάβει χωρίς τα χέρια του Θεού.

Η Προσευχή κατά το άναμμα του καντηλιού:
Ούτω λαμψάτω το φως ημών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν ημών τα καλά έργα και δοξάσωσιν τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς.


Πηγή: asimpiestos.blogspot.com

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

ΑΝΑΛΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ (π.Εὐθύμιος Μπαρδάκας)

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Νεκταριος\

(Τό αφιερώνω στόν Μακαριστόν Ποιμενάρχη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατακτητήν της καρδιάς μου καί Αστέρα Μέγιστον της Ορθοδοξίας, Αγιον Πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον εκ Μαδύτου!!!



…………Ἡ ἐγκυρότης, εἶναι κάτι τό ὁποῖο ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ ἀπό τόν Πιστό, ὁ ὁποῖος διά τῆς συμπεριφορᾶς του καί τῆς ἐν γένει παρουσίας του στό περιβᾶλλον του, κερδίζει τήν ἐκτίμηση καί τήν ἀποδοχή τῶν γύρω του, μέ ἀποτέλεσμα νά ἒχη θετική ἐπίδραση ἐπάνω τους καί νά «μετροῦν» ο λόγος του καί αἱ θέσεις του.
Τό ἲδιο, φυσικά, συμβαίνει καί μέ τόν ὃρο «ἐπίδρασις».
Αἱ ἰδιότητες αὐταί, ἐνυπάρχουν στον ἀληθινά Πιστό, καί ἀποτελοῦν ΔΩΡΑ τῆς ἰδίας του τῆς Πίστεως (π.Ευθύμιος).


Ὁ Ἃγιος Νεκτάριος, μεταξύ τῶν πολλῶν Προσευχῶν καί Διδαχῶν τίς ὁποῖες μᾶς ἂφησε, μᾶς ἒδωσε καί ἓνα ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ κείμενο, στό ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ κατά τρόπο, ὂχι μόνον γλαφυρό ἀλλά καί μέ καταπληκτικῆς ἐπιτυχίας στόχευση, στήν ΟΥΣΙΑ τοῦ θέματος τό ὁποῖον θίγει.
Εἶναι τό περί ΠΙΣΤΕΩΣ κείμενό του, τό ὁποῖο πρέπει νά μελετήσωμε καί νά άναλύσωμε ὃσο καλλίτερα μποροῦμε.
Μᾶς λέγει:
«Ἡ Πίστις εἶναι τό ὑπό τοῦ Χριστοῦ ἐν τῆ καρδία τῶν πιστῶν φυτευμένον δένδρον, τοῦ ὁποίου οἱ καρποί εἶναι το ΘΑΡΡΟΣ, ἡ ΜΕΓΑΛΟΨΥΧΙΑ, ἡ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΙΣ, ἡ ΥΠΟΜΟΝΗ, ἡ ΚΑΡΤΕΡΙΑ, ἡ ΙΣΧΥΣ και ἡ ΒΟΥΛΗΣΙΣ.
Την ἀλήθειαν ταύτην, μαρτυροῦσι τά κατορθώματα τῶν Ἁγίων και ἐνδόξων Πατέρων μας, οἳτινες τοιαῦτα καί τηλικαῦτα ἒργα εἰργάσαντο καί ἠγωνίσαντο Βασιλείας…… Και κατώρθωσαν διά τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀγώνων να ἐπικρατήση ἡ Ὀρθοδοξία»
Ὃλες αὐτές οἱ ἰδιότητες τίς ὁποῖες χαρίζει στον Πιστό ἡ ΠΙΣΤΙΣ, ἂν τίς προσέξωμε θά δοῦμε πώς τόν καθιστοῦν ΑΤΡΩΤΟΝ σέ κάθε ἐπίθεση τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων καί τοῦ δίδουν τήν δυνατότητα νά άντιμετωπίση κάθε εἲδους ἐπιβουλή.
Εἰδικῶς στίς ἡμέρες μας, δηλαδή στήν σημερινή πραγματικότητα στήν ὁποία ΚΥΡΙΟΣ στόχος τῶν πάσης φύσεως σκοτεινῶν δυνἀμεων εἶναι ἡ Χριστιανωσύνη καί εἰδικῶς ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, αὐτά τά «ὃπλα» μᾶς εἶναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ.
Γιά νά ἀξιοποιηθοῦν, ὃμως, πλήρως, εἶναι φυσικόν νά πρέπη νά τά γνωρίζωμε πολύ καλά.
Ἂς προσπαθήσωμε, λοιπόν, νά γνωρίσωμε καλλίτερα αὐτά τά «ὃπλα», ἐμβαθύνοντας, κατά τό δυνατόν, στα νοήματα τά ὁποῖα, ἓκαστον ἐξ αὐτῶν ἐκφράζει, ἐξετάζοντας κατ’ἀρχήν τήν σημασίαν ἑκάστης λέξεως κατά τήν καθαρῶς «γλωσσικήν» της διάστασιν καί ἐν συνεχεία προσπαθῶντας νά «εἰσέλθωμε» στό νόημα μέ τό ὁποῖο ὁ Ἃγιος Νεκτάριος τήν Χρησιμοποιεῖ.

ΘΑΡΡΟΣ:
Εἰς τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν ἡ λέξις Θάρρος, σημαίνει κυρίως : «ἀφοβία», «κουράγιο», «τόλμη πρός πρᾶξιν τινά ἢ ἐναντίον κάποιου».
Ἡ Πίστις λοιπόν, μᾶς ὁπλίζει μέ τίς ἀνωτέρω ἰδιότητες καί δυνάμεις, πού, ὃπως γίνεται εὐχερῶς ἀντιληπτὀν, εἶναι γιά κάθε Πιστό, «ὃπλα» πολύ ἰσχυρά
Τό δένδρον, λοιπόν,τῆς Πίστεως, καθιστᾶ τόν Πιστόν ἱκανόν νά ΜΗ ΦΟΒΑΤΑΙ τούς κινδύνους πού τοῦ παρεμβάλλουν στον δρόμο του αἱ σκοτειναί δυνάμεις, τόν ἐφοδιάζει μέ τό κουράγιο πού ἀπαιτεῖται νά ἒχη προκειμένου νά ἀντιμετωπίση τίς δυσκολίες αἱ ὁποῖαι λυγίζουν τούς, μακρᾶν τῆς Πίστεως, ἀνθρώπους καί τόν καθιστᾶ ἱκανόν νά μή διστάζη νά προβαίνη εἰς ἐνεργείας ἀκόμα καί ἐνεργητικῆς ἀντιδράσεως ἒναντι κακοδόξων, αἱρετικῶν καί προσπαθούντων νά διασπάσουν καί νά βλάψουν τάς Ὀρθοδόξους διδασκαλίας καί Ἀρχάς.
Εἶναι τό ὃπλον μέ τό ὀποῖον οἱ Μάρτυρες τῆς πίστεώς μας ἀντιμετώπισαν ἀπειλάς, βασανιστήρια ἀκόμα καί τόν σωματικόν θάνατον πού τούς ἐπέβαλαν οἱ παντεῖοι διῶκται των.
Εἶναι ἡ ἐσωτερική ἐκείνη δύναμις ἡ ὁποία ὣπλισε τούς ΠΑΙΔΑΣ ΕΝ ΤΗ ΚΑΜΙΝΩ καί τούς κατέστησε ἀτρώτους ἀπέναντι τῶν παμφάγων πυρίνων γλωσσῶν.
Εἶναι ἡ δύναμις ἡ καθιστῶσα τούς ΑΛΗΘΩΣ Πιστούς Ἱερωμένους (ἀλλά καί Λαϊκούς), ἱκανούς νά μή φοβοῦνται νά ἐλέγξουν τάς ἀντιορθοδόξους καί αἱρετικάς θέσεις ρασοφόρων καί μή, κατεχόντων ἐξεχούσας θέσεις εἰς τήν Ἱεραρχίαν διαφόρων κακοδόξων ὁμάδων ἀτόμων, ἀνεξαρτήτως τῶν συνεπειῶν.
Καί τό θάρρος αὐτό, ἒρχεται ὡς φυσική συνἐπεια τῆς ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΟΣ πώς Ὁ Ἀρχηγός τῆς Πίστεώς μας, εἶναι ἀνά πᾶσαν στιγμήν εἰς τό πλευρόν τοῦ Πιστεύοντος μέ ΖΕΟΥΣΑΝ καί ΕΝΕΡΓΟΝ πίστιν.
ΜΕΓΑΛΟΨΥΧΙΑ :
Μέ τόν ὃρον αὐτόν, ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα, ἀποδίδει τό «μεγαλεῖον τῆς ψυχῆς», τήν «μεγαλοφροσύνην», τήν «γενναιοδωρίαν» (ἀλλά καί ἀρνητικές ἰδιότητες ὃπως π.χ. «ψευτοπαλληκαριά», «ὑπεροψίαν», «καυχησιολογίαν», πού, ὃπως εἶναι φυσικόν, δέν ἒχουν σχέσιν μέ τήν ἒννοιαν τἠν ὁποίαν προσδίδει εἰς τόν ὃρον Ὁ Ἃγιος Νεκτάριος)
Κυρίως, ἐδῶ, ὁ ὃρος χρησιμοποιεῖται γιά νά ἐπισημάνη τήν ὓπαρξιν γενναιοδωρίας, τόσον εἰς ὑλικά θέματα ὃσον καί εἰς θέματα ἁπτόμενα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων καί τῆς ἀνεκτικότητος ἒναντι τῶν κακοτήτων τῶν ἐκδηλουμένων ὑπό συνανθρώπων μας.
Ἡ μεγαλοψυχία, ἒχει ἂμεσον σχέσιν μέ τό νά μή «ξεσυνεριζόμαστε» (ὃπως λέει ὁ Λαός μας) τίς ἐπιβουλές, τίς κακόβουλες, καθ’ἡμῶν, ἐνέργειες καί τίς πάσης φύσεως βλαπτικές ἐνέργειες, τίς προερχόμενες ἀπό συνανθρώπους μας καί ἀντί νά τούς «καταρώμεθα» νά παρακαλοῦμε Τόν Κύριο νά τούς συνετίση καί νά μή τούς καταμετρήση τίς ἐχθρικές των ἀντιδράσεις, ενῶ ἐμεῖς τούς ἒχωμε συγχωρήσει άπό μέσα τήν καρδιά μας.
ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ
Ἡ αὐταπάρνηση, εἶναι ταυτόσημος μέ τήν αὐτοθυσία καί σημαίνει, κατά βάσιν, τήν «πιστή ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος».
Σημαίνει, ὃμως, πολύ περισσότερα.
Εἶναι ἡ ἑδραία ἀπόφασις τοῦ ἀνθρώπου, νά μή «λογαριάση» οὒτε τήν ἲδια του τήν ζωή, προκειμένου νά παραμείνη πιστός στις ἐντολές τῆς Πίστεώς του καί νά σταθῆ στό πλευρό κινδυνευόντων συνανθρώπων του, γιά νά τούς βοηθήση ὃσο μπορεῖ.
Ἡ ἀδιαφορία γιά τά ταπεινά, γήινα καί ὑλικά συμφέροντα, μέσα στα ὁποῖα συμπεριλαμβάνεται καί ἡ ἲδια του ἡ ζωή, προκειμένου νά μή γίνη ἐπίορκος καί περιφρονήση τά νάματα τῆς Πίστεώς του, πρέπει νά γίνη βίωμα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἂν θέλη νά εἶναι πραγματικά μέλος τοῦ ποιμνίου Τοῦ Κυρίου μας.
Πρέπει νά ἐνθυμούμεθα πάντοτε, πώς οἱ παντεῖοι ἐχθροί πού κατέκτησαν καί βασάνισαν τόν Λαό μας, τό ΠΡΩΤΟ πού ζητοῦσαν ἦτο τό νά ΑΛΛΑΞΟΠΙΣΤΗΣΩΜΕ...! μέ τήν ἀπειλή Βασανιστηρίων καί θανάτου...!
Καί ἐκεῖ ἡ αὐταπάρνησις πρέπει νά θριαμβεύση. Ὃταν ὁ Λαός μας εἶχε ὡς προμετωπίδα του «ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΗΝ ΑΓΙΑ», οὐδείς ἐδέχετο αὐτόν τόν ταπεινωτικόν καί προδοτικόν συμβιβασμόν, ἀλλά προτιμοῦσε ἀκόμα καί αὐτόν τόν θάνατον, προκειμένου νά μή προδώση τήν Ἁγίαν του Πίστιν (μέ τάς ἀπαραιτήτους, πάντοτε, ἐξαιρέσεις).
Καί ὃταν οἰ δυνάστες ἒβλεπαν τήν ἀποφασιστικότητα καί τήν δύναμιν πού ἒκρυβαν στά στήθη των οἱ «ραγιάδες» πού ἒδειχναν τόσην αὐταπάρνησιν, πολλές φορές, λύγιζαν οἱ ἲδιοι, καί μάλιστα, ἀρκετοί μετεστράφησαν καί ἂλλαξαν αὐτοί...!
Τό παράδειγμα αὐτῶν πού διέθεταν αὐτήν τήν δύναμιν στούς νεωτέρους, ἦτο πάντοτε καταλυτικόν καί εὐεργετικόν, καθ’ὃσον ἀτσάλωνε τήν ἀποφασιστικότητα καί τήν αὐταπάρνησιν καί τῶν νεωτέρων.
ΥΠΟΜΟΝΗ - ΚΑΡΤΕΡΙΑ
Ἡ ὑπομονή, ἡ ὁποία εἶναι σχεδόν ταυτόσημος μέ τήν καρτερίαν, εἶναι ἡ ἐγκαρτέρησις καί ἡ ἀνεκτικότης.
Ὃ,τι καί νά μᾶς συμβαίνη, δέν πρέπει νά ἀπελπιζώμεθα.
Μέ τά μάτια μας στραμμένα στον Οὐρανό, μέ τήν θερμή καί μετά οὐσιαστικῆς Πίστεως Προσευχή μας, καί μέ τήν ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ πώς, ἐκεῖ ψηλά, Ὁ Κύριός μας μᾶς ἀκούει καί εἶναι πάντοτε ἓτοιμος νά μᾶς παράσχη τήν ἀμέριστη βοήθειά Του, δέν δικαιούμεθα νά ἀγωνιοῦμε ὑπερμέτρως, νά ἀπελπιζώμεθα καί νά καταρρέωμε, μή ἒχοντες ὑπομονήν καί καρτερίαν.
Ὃλες οἱ δυσκολίες παρέρχονται καί τό μόνο πού ἀφήνουν πίσω τους εἶναι ἡ πικρή γεύση τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ὀλιγοπιστίας μας.
Οἱ δοκιμασίες, πάσης φύσεως, πρέπει νά γίνωνται ΜΑΘΗΜΑΤΑ καί νά μᾶς φέρνουν πιό κοντά στήν Προσευχή, τήν Ἱκεσία μας πρός τόν Οὐράνιον Πατέρα μας καί τήν διάθεσίν μας νά ὑπομείνωμεν τά πάντα μέ τήν ΕΛΠΙΔΑ νά μή λείπη ἀπό τήν ψυχή μας, διότι ἡ ἀπελπισία εἶναι ἓνα ἀπό τά σατανικά ὃπλα πού χρησιμοποιοῦν αἱ σκοτειναί δυνάμεις γιά νά ποδηγετήσουν τούς ἀνθρώπους...!
Στό μυαλό τῶν ἀνθρώπων, «μπαίνουν» σκέψεις (ὂχι ἀπό μόνες τους βέβαια), ὃπως «χάθηκαν ὃλα», «δέν ὑπάρχει ἐλπίδα», «καταστροφή», κ.λπ., πού μεταβάλλουν τό ἂτομο σέ μία καταρρακωμένη προσωπικότητα, πού ὁδηγεῖται σταδιακῶς στόν μαρασμό, τήν ἀπομόνωσή του καί τελικῶς στήν ἀπελπισία καί τήν καταφυγή του σέ ψυχιάτρους καί ἀρρωστημένες καταστάσεις.
Ἡ Ἁγία Ὑπομονή, περιμένει τήν ἐπίκλησή μας, προκειμένου νά σταθῆ δίπλα μας καί νά μᾶς στηρίξη σέ ΚΑΘΕ μας δύσκολη στιγμή.
Καί αὐτήν τήν δυνατότητα τήν «κερδίζει» ὁ κάθε Πιστός Χριστιανός, αὐτομάτως μέ τό νά ἒχη ΖΕΟΥΣΑ καί ΕΝΕΡΓΟ πίστιν...!
ΙΣΧΥΣ
Πολλές οἱ σημασίες πού ἒχει αὐτή ἡ λέξις. «σωματική δύναμις, ρώμη», «στρατιωτική δύναμις», «ἐξουσία», «δύναμις ἐπιβολῆς», «ὑλική βία», «ἐπίδρασις», «ἐγκυρότης», φυσικά, μποροῦμε εὐχερῶς νά ἀπορρίψωμε τάς σημασίας αἱ ὁποῖαι δέν συνάδουν μέ τό νόημα τῆς «γραφῆς» τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, («στρατιωτική δύναμις- ἐξουσία-δύναμις ἐπιβολῆς- ὑλική βία), ὁπότε μᾶς μένουν αἱ σημασίαι «ἐπίδρασις» καί «ἐγκυρότης».
Ἡ ἐγκυρότης, εἶναι κάτι τό ὁποῖο ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ ἀπό τόν Πιστό, ὁ ὁποῖος διά τῆς συμπεριφορᾶς του καί τῆς ἐν γένει παρουσίας του στό περιβᾶλλον του, κερδίζει τήν ἐκτίμηση καί τήν ἀποδοχή τῶν γύρω του, μέ ἀποτέλεσμα νά ἒχη θετική ἐπίδραση ἐπάνω τους καί νά «μετροῦν» λόγος του καί αἱ θέσεις του.
Τό ἲδιο, φυσικά, συμβαίνει καί μέ τόν ὃρο «ἐπίδρασις».
Αἱ ἰδιότητες αὐταί, ἐνυπάρχουν στον ἀληθινά Πιστό, καί ἀποτελοῦν ΔΩΡΑ τῆς ἰδίας του τῆς Πίστεως.
ΒΟΥΛΗΣΙΣ
Τά «Πιστεύω» καί τά «Θέλω» τοῦ κάθε Πιστοῦ, δέν εἶναι δυνατόν νά διαφοροποιοῦνται ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Πίστιν του καί κατά συνέπειαν, πρέπει νά συνειδητοποιηθῆ ἀπό ΟΛΟΥΣ, πώς ἡ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΒΟΥΛΗΣΙΣ μέ τήν ὁποίαν μᾶς «ὣπλισε» Ὁ Πανάγαθος, πρέπει νά κατατεθῆ εἰς τούς πόδας Του, μέ τήν θερμή παράκληση, τήν ΙΚΕΣΙΑ θά λέγαμε, νά μᾶς κατατάξη στό ποίμνιό του.
Ἡ Βούλησις αὐτή, σημαίνει πώς ὁ Πιστός ὑλοποιεῖ καί ἀκολουθεῖ τό «ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ ΕΛΘΕΙΝ», δέν πειθαναγκάζεται καί δέν ἐκβιάζεται νά ἀκολουθήση τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά μέ τήν θέλησή του ἀκολουθεῖ τόν δύσκολο δρόμο τῆς Ἀρετῆς καἰ ὂχι τόν, φαινομενικῶς, «εὒκολον» καί γεμᾶτον «διασκέδασιν» καί «γλέντι» δρόμον τῆς ἁμαρτίας.
Ὃλα αὐτά, τά κλείνει μέσα στό μικρό του κείμενο ὁ Ἃγιος Νεκτάριος, καί μᾶςἐπισημαίνει τήν δύναμίν των, μέ τό νά μᾶς θυμίζη πώς μέ αὐτά τά «ὃπλα» Ἃγιοι καί ἒνδοξοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, «...τοιαῦτα καί τηλικαῦτα ἒργα εἰργάσαντο καί ἠγωνίσαντο (ἀντιματώποισαν) Βασιλείας... καί κατώρθωσαν διά τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀγώνων νά ἐπικρατήση ἡ Ὀρθοδοξία»...!
Ἂς μελετήσωμε λοιπόν, τά ΣΟΦΑ του λόγια καί ἂς προσπαθήσωμε νά κατανοήσωμε τό πόσα καί ποῖα «ὃπλα» μᾶς χαρίζει αὐτή ταύτη ἡ Ὀρθὀδοξος Πίστις...!

π.Ευθύμιος Μπαρδάκας


Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Η ΜΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ (Μητροπολίτου Φιλίππων καί Μαρωνείας Γ.Ο.Χ. κ. Ἀμβροσίου)

Σχετική εικόνα


τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Φιλίππων καί Μαρωνείας κ. Ἀμβροσίου

Σεβασμιώτατε άγιε Θεσ/νίκης κ. Γρηγόριε,
Άγιοι Αρχιερείς,
Ευλαβείς Πρεσβυτέροι και Διάκονοι,

Χορεία των Ιεροψαλτών,

Αξιότιμοι κύριοι Πρόεδροι και Μέλη των Δ/κών Συμβουλίων των Ιερών Κοινοτήτων,

Λαέ του Θεού ηγαπημένε·          
Στο εορτολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θες/νίκης, εορτάζει στις 14 Νοεμβρίου∙ ημερομηνία κατά την οποία εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου σε ηλικία εξήντα τριών ετών το 1359. Εννέα χρόνια μόλις μετά  τον  θάνατό  του,  μετά  την  κοίμησή  του, το 1368  με  Συνοδική  απόφαση  του Πατριαρχείου Κων/πόλεως για πρώτη φορά η μνήμη του αναγράφηκε στο ημερολόγιο του Μεγάλου Ναού της του Θεού Σοφίας και καθιερώθηκε να εορτάζεται και τη δεύτερη Κυριακή των Νηστειών, γιατί η σημερινή ημέρα είναι προέκταση της Κυριακής της Ορθοδοξίας, είναι η συνέχεια της νίκης της Εκκλησίας εναντίον της πλάνης και των αιρέσεων.
Στην Κων/πολη γεννήθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς το 1296. Μαθήτευσε στις ελεύθερες σπουδές κοντά στον διάσημο Θεολόγο και Φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη.

Σε νεαρή ηλικία εγκαταλείπει τις επιστημονικές σπουδές και αποσύρεται στην ερημική ζωή, για να σπουδάσει την Πατερική Θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.  Ασκήτευσε στο Παπίκιον Όρος της Θράκης, στο Άγιον Όρος, στην περιοχή της Βεροίας και πάλι στο Άγιον Όρος. Αναδείχθηκε Θεολόγος της ησυχαστικής ασκήσεως και της μετανοίας και όχι των πτυχίων και των Πανεπιστημιακών τίτλων.

Ο Θεός τον επροίκησε με πολλά χαρίσματα. Είναι  ο  Θεολόγος  της  θείας  χάριτος,  γι’αυτό  όταν η Εκκλησία του Χριστού κινδύνευε από την διδασκαλία του μοναχού Βαρλαάμ και του Σλάβου Θεολόγου Ακινδύνου αλλά και των οπαδών τους,οι οποίοι μετέφεραν από την Δύση, από την Ιταλία, έναν εκκοσμικευμένο χριστιανισμό και μετέδιδαν τις παπικές αιρέσεις και πλάνες στην Ανατολή, στο Βυζάντιο, ο άγιος Γρηγόριος εγκαταλείπει-αφήνει την ησυχία της ερήμου και υπερασπίζεται την ορθόδοξη πίστη.

Μας άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο∙ δογματικά, ασκητικά, λειτουργικά, ποιμαντικά, αγιολογικά, ηθικά, ομιλίες  και  επιστολές.

Εμείς από το συγγραφικό του έργο θα σταχυολογήσουμε, θα τρυγήσουμε μερικές διδασκαλίες του για ν’απαντήσουμε στο ερώτημα: «Με ποιόν τρόπο και μέχρι ποίου σημείου είναι δυνατόν ο θνητός και πεπερασμένος, αυτός πού έχει αρχή και τέλος, άνθρωπος να μιμηθεί, να ομοιάσει τον αθάνατο, απεριόριστο και αιώνιο Θεό;»

Από την αρχή πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το να προσπαθεί ο άνθρωπος να ομοιάσει τον Θεό στον τέλειο βαθμό ως προς την αρετή χαρακτηρίζεται κατά τον Κλήμη Αλεξανδρέα ως βλασφημία. Αλλά χαρακτηριστική είναι η ερμηνεία που δίνει ο άγιος  Γρηγόριος στη φράση «αμίμητον μίμημα» δηλαδή μίμηση χωρίς επιτυχία του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Κατά την γνώμη του αγίου η παράδοξη αυτή φράση διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν στον άνθρωπο, δεν μπορεί ο άνθρωπος να ενωθεί μέσω της μιμήσεως με τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι υπεράνω κάθε ανθρώπινης προσπάθειας, είναι αμίμητος και συνεχίζει ο άγιος, πρέπει όμως ο άνθρωπος να προσπαθεί να μιμηθεί, να ομοιάσει τον αμίμητον, γιατί έτσι μόνον θ’αποκτήσει τις ευλογίες, τις δωρεές του Θεού και θα γίνει κατά χάρην Θεός. (Υπέρ των ιερών Ησυχαζόντων 3, 1, σελ. 367). Η μίμηση λοιπόν του Θεού είναι σχετική, δεν μπορεί να είναι τέλεια από τον άνθρωπο, γιατί κατά την ουσία του ο Θεός παραμένει αμίμητος. Ο άνθρωπος όμως μπορεί να πλησιάσει την αγιότητα του Θεού ανάλογα με τις δυνάμεις του και αυτό  το  πετυχαίνει  μόνον  με  την  χάρη  του Θεού∙ «ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ΙΕ, 5) μας υπενθυμίζει ο Κύριος, στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

Βέβαια εκτός από τον αόρατο Θεό Πατέρα, εμείς οι Χριστιανοί έχουμε τον Υιό του Θεού, τον Χριστό μας, που έγινε τέλειος κατά πάντα άνθρωπος αλλά παραμένει και τέλειος Θεός «ομοούσιος τω Πατρί» και μπορούμε να τον μιμηθούμε και πάλι μέσα στις δυνατότητες μας τις ανθρώπινες. Και κάτι ακόμη∙ η διδασκαλία περί μιμήσεως του Χριστού, δηλαδή το να προσπαθούμε να ομοιάσουμε όσο είναι δυνατόν τον Χριστό μας, ήταν από την αρχή γνωστή στην Πατερική παράδοση, η οποία και συμφωνεί απόλυτα με την διδασκαλία της Αγίας Γραφής.

Στα Ιερά Ευαγγέλια όλη η ζωή του Χριστού παρουσιάζεται ως πρότυπο, ως παράδειγμα για τη ζωή των πιστών. Ο ίδιος ο Ιησούς προετοίμασε « ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσι» (Ιω. ΙΕ, 20) και κάλεσε τους μαθητές του «ει τις θέλει οπίσω μου έλθειν…» (Ματθ. Ι5, 24) ν’ακολουθήσουν το παράδειγμα Του, να τον  μιμηθούν.

Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, στο Μυστικό Δείπνο ο Ιησούς, αφού πλένει τα πόδια των μαθητών του, τους λέγει χαρακτηριστικά: «υπόδειγμα δέδωκα υμίν, ίνα καθώς εγώ εποίησα υμίν, και υμείς ποιειτε» (ΙΓ, 14). Σας έδωσα ένα παράδειγμα, να κάνετε και εσείς όπως και εγώ έπραξα σε σας, δηλαδή να δείχνετε την αγάπη σας προς τους συνανθρώπους με έργα και όχι μόνον με λόγια. Αργότερα ο απ. Παύλος θα διακηρύξει στην προς Γαλάτας επιστολή ότι ο Χριστιανισμός είναι «πίστις δι’αγάπης ενεργούμενη» (Ε, 6). Οι άγιοι Απόστολοι και αργότερα οι διωκόμενοι χριστιανοί καλούνται να μιμηθούν, να βαδίσουν τον δρόμο του Γολγοθά  όπως  ο διδάσκαλος μας Ιησούς.

Γράφει λοιπόν ο απ. Πέτρος στην πρώτη του επιστολή: «Χριστός έπαθεν υπέρ ημών υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού» (Β, 21). Ο Χριστός έπαθε για χάρη μας και άφησε παράδειγμα ν’ακολουθήσετε και να βαδίσετε επάνω  στα  ίχνη  του.

Ο απ. Παύλος, μιμείται τον Χριστό και καλεί όλους τους πιστούς να τον ακολουθήσουν∙ γράφει στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή: «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (ΙΑ, 1). Η προτροπή αυτή του απ. Παύλου βρίσκει τέλεια εφαρμογή στη ζωή των αγίων μαρτύρων. Ο πρωτομάρτυρας Στέφανος την ώρα που τον λιθοβολούν οι Ιουδαίοι προσεύχεται: « Κύριε μη στήσης αυτοίς  την αμαρτίαν ταύτην» (Πρ. ζ, 60). Κύριε μη καταλογίσεις σ’αυτούς αυτήν την αμαρτία∙  με άλλα λόγια, συγχώρεσέ τους Κύριε, που με σκοτώνουν. Ο μάρτυρας Στέφανος μιμήθηκε τον Μεγάλομάρτυρα του Γολγοθά, τον διδάσκαλο και Αρχηγό της πίστεως μας Ιησού Χριστό, ο οποίος συγχώρεσε αυτούς που τον σταυρώσανε.

Από τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος Επίσκοπος Αντιοχείας, οδηγούμενος στα θηρία της Ρώμης έγραφε προς τους χριστιανούς της μεγάλης πόλεως, οι οποίοι εφρόντιζον να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο; «Επιτρέψατέ μοι μιμητήν είναι του πάθους του Θεού μου» (Επιστ. Ρωμ. 6, 3). Αλλά και οι άγιοι Πατέρες από τον Μ. Βασίλειο, τον Γρηγόριο Θεολόγο, τον Μάξιμο Ομολογητή μέχρι τον Γρηγόριο Παλαμά διδάσκουν∙ όταν ο χριστιανός ακολουθεί πιστά την διδασκαλία του Χριστού, πλησιάζει προς την τελειότητα χωρίς να βρίσκει  τέλος  στην  πορεία  αυτή.

Κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου ο τελικός σκοπός κάθε πιστού χριστιανού είναι να μιμηθεί την ζωή του Χριστού, κάνοντας πράξη την διδασκαλία Του. Γράφει ο άγιος: «αν ουν ενταύθα τω Υιώ του Θεού δια των έργων ομοιώσης σ’αυτόν και δείξης  επί πάντας χριστός, ως κακείνος επί πάντας Χριστός έστιν…προς  αυτόν ομοίωσιν λήψη τω φωτί της του Υψίστου δόξης περιλαμπόμενος…μακαριότητος» (Ομιλ. 45, 7). Σε ελεύθερη ερμηνεία∙ εάν λοιπόν, με τα έργα σου ομοιάσεις τον Υιό του Θεού και συμπεριφέρεσαι σε όλους όπως Εκείνος, τότε θα ομοιάσεις τον Χριστό και θα ζήσεις στην αιώνια ζωή, στον Παράδεισο.

Αρχή της μιμήσεως αυτής είναι το βάπτισμα, ως τύπος της συμμετοχής του ανθρώπου στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού: «ταύτης δε της μιμήσεως αρχή μεν ημίν έστι το άγιον βάπτισμα, τύπος ον της του Κυρίου ταφής τε και αναστάσεως» (Ομιλ. 2Ι). Στη συνέχεια ακολουθεί ο ενάρετος βίος και τέλος η προσπάθεια να νικήσουμε τα πάθη μας. Αλλά ακόμη και μετά την αναγέννηση του αγίου βαπτίσματος ο άνθρωπος παραμένει στην κατάσταση της φθοράς και του θανάτου∙ όμως ο Θεός παραχωρεί τις δωρεές του αγίου Πνεύματος, με σκοπό ο άνθρωπος να φθάσει στην ηθική τελείωση. Έτσι ο πιστός ετοιμάζεται «προς υποδοχήν της αφθαρσίας» να υποδεχθεί την αθάνατη ζωή, την οποία  θα  ζήσει  στην  μακαριότητα του Παραδείσου.

Στη συνέχεια διδάσκει ο άγιος ότι, η μίμηση του Χριστού επαναφέρει τον άνθρωπο στη φυσική κατάσταση του « κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν Θεού». Πρίν από την πτώση του ο άνθρωπος εθεώρει –έβλεπε τον Θεό,τον είχε μπροστά του για να τον μιμηθεί, όπως οι αγαθοί Άγγελοι. Όταν όμως ο άνθρωπος παραβίασε την εντολή και απομακρύνθηκε από τη θεωρία του Θεού, τότε ο Θεός έγινε άνθρωπος «και συμπολιτευσάμενος ημίν ευατόν εις υπόδειγμα της προς ζωής επανόδου προτίθησιν» (Ομιλία Ι6). Και αφού έζησε ανάμεσα μας (ως άνθρωπος) παρουσιάζει τον εαυτό Του ως υπόδειγμα για την επάνοδο μας στη ζωή.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι όταν προσπαθούμε να εφαρμόσουμε τις εντολές του Θεού στη ζωή μας, ερχόμαστε σε αντίθεση με την φυσική ζωή, όπως την ονομάζουμε, και τούτο γιατί ο νόμος του Ευαγγελίου έρχεται σε αντίθεση με τις επιθυμίες της σαρκός. «Οίδαμεν ότι ο νόμος πνευματικός έστιν∙ εγώ δε σαρκικός είμι, πεπραμένος υπό την αμαρτία» (Ρωμ. Ζ, 14). Δηλαδή, γνωρίζουμε ότι ο νόμος του Θεού είναι πνευματικός εγώ όμως είμαι σαρκικός, σκλάβος στην κυριαρχία της αμαρτίας, μας βεβαιώνει ο απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή.

Σημειώνει ο άγιος∙ ο άνθρωπος που ακολουθεί και μιμείται τον Χριστό, με την χάρη του αγίου Πνεύματος και με τις δικές του δυνάμεις ξαναβρίσκει τον πραγματικό του εαυτό και κατευθύνεται για να φθάσει στον αληθινό προορισμό του που είναι η αιώνια ζωή. Ο προορισμός αυτός χαράχθηκε-εντυπώθηκε στην ψυχή μας από την αρχή, όταν ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο «κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν»∙ και συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος: «επειδή ο Αδάμ παρασύρθηκε από τον διάβολο και αστόχησε, ήλθε ο Χριστός και πρόβαλε τον εαυτό του ως πρότυπο προς μίμηση των πιστών για να κάνει πάλι κατορθωτή την ομοίωση του ανθρώπου προς τον Θεό». Στη συνέχεια ο άγιος κάνει μία παρατήρηση: «Τάχα πολλοί τον Αδάμ αιτιώνται, πως ευκόλως τω πονηρώ συμβούλω πεισθείς την θείαν ηθέτησεν εντολήν και δια της τοιαύτης αθετήσεως ημίν τον θάνατον προεξένησεν». Πολλοί λένε ότι ο Αδάμ είναι η αιτία που έφερε τον θάνατο στο ανθρώπινο γένος, γιατί υπέκυψε στον πειρασμό και παραβίασε την εντολή του Θεού.

Αλλά ο Αδάμ, όταν δεχόταν τις πονηρές συμβουλές του διαβόλου, δεν είχε ακόμη την φοβερή εμπειρία του θανάτου, δεν γνώριζε τι ήταν ο θάνατος. Περισσότερο κατακριτέος και αδικαιολόγητος από τον Αδάμ είναι ο χριστιανός εκείνος που παραβιάζει τις εντολές του Θεού, γιατί γνωρίζει τον θάνατο, έχει εμπειρία του θανάτου στα πρόσωπα των συνανθρώπων του, γι’αυτό ο κάθε χριστιανός έχει  χρέος να μιμηθεί και ν’ακολουθήσει τη ζωή του Χριστού, για να πετύχει τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας από το «κατ’εικόνα» να φθάσει στο «καθ’ομοίωσιν» (Ομιλία 31).

Η πορεία αυτή πρό την αγιότητα, προς την θέωση δεν είναι πλέον ομαλή, γιατί υπάρχει ανά πάσα στιγμή ο κίνδυνος της πτώσεως, δηλαδή να ξεφύγουμε από την πορεία πρός την τελειότητα. Ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να παρασυρθεί, ν’απομακρυνθεί από τον Θεό Πατέρα, όπως και γίνεται. Γι’αυτό και ο άγιος συμβουλεύει: Όταν ο άνθρωπος ρυθμίζει τις επιθυμίες του κατά το θέλημα του Θεού και τον μιμείται στις πράξεις του, παρουσιάζεται ως υιός του Θεού. «Ούτω και δια των αγαθών επιθυμιών και πράξεων εξομοιούται τω Θεώ, υιοποιείται τούτω και κληρονόμος γίνεται της βασιλείας αυτού» (ομιλία 27).

Επισημαίνει στη συνέχεια τον μεγάλο κίνδυνο για τον άνθρωπο: Όταν όμως ο άνθρωπος επιθυμεί και πράττει τα έργα του διαβόλου, γίνεται όμοιος με αυτόν και παρουσιάζεται ως υιός του διαβόλου. «Οράτε πως εκ των πονηρών επιθυμιών και πράξεων υιοποιείται ο άνθρωπος τω διαβόλω και ούτω κληρονόμος γίνεται του αιωνίου πυρός» (Ομιλία 27).

Ο αγώνας αυτός εναντίον των επιθυμιών, εναντίον των λογισμών είναι πολύ κουραστικός και ισόβιος, γι’αυτό πρέπει να γίνεται με θερμή προσευχή και μεγάλη προσοχή.

Συνεχής φροντίδα του χριστιανού πρέπει να είναι η συστηματική καταπολέμηση των λογισμών και των παθών. Πρέπει να βρισκόμαστε πάντοτε σε συναγερμό: «Νήψατε, γρηγορήσατε∙ ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πετρ. Ε, 8). Μας προειδοποιεί ο απ. Πέτρος στην πρώτη επιστολή του: Εγκρατευθείτε, αγρυπνείτε και προσέχετε∙ γιατί ο αντίπαλος και κατήγορος διάβολος, σαν λεοντάρι που ωρύεται, που βρυχάται, περιπατεί με μανία και ζητά ποιόν να καταπιεί, να παρασύρει  στην  αιώνια  κόλαση.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ακολουθεί την παράδοση των νηπτικών Πατέρων και ρίχνει το βάρος στην εσωτερική, στην ψυχική κατάσταση του ανθρώπου και όχι στις συγκεκριμένες αμαρτωλές πράξεις.  Οι  πονηρές  επιθυμίες  και  τα  πάθη μας οδηγούν στην διάπραξη της αμαρτίας∙ επομένως αυτές πρέπει να πολεμήσουμε, για να μην φθάσουμε στην αμαρτία. Ο αγώνας, τον οποίο καλούμαστε να κάνουμε, πρέπει να έχει ως στόχο την αιτία και όχι τα συμπτώματα της διαστροφής. Όπως αιτία της αμαρτίας υπήρξε η πονηρά συμβουλή του διαβόλου και η προτίμηση της πρόσκαιρης ηδονής από τον άνθρωπο, έτσι η θεραπεία του ανθρώπου γίνεται με την συμβουλή, με τις εντολές του Χριστού, ακολουθώντας συγχρόνως την στενή και τεθλιμμένη οδό πού μας οδηγεί στην αιωνιότητα.
Στο έργο του «Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσίας» ο Ιερός  Πατήρ διδάσκει: «όταν παραβιάζουμε τις εντολές του Θεού, χάνουμε την εν Χριστώ υιοθεσία» δεν είμαστε πλέον παιδιά του Θεού, με αποτέλεσμα να μοιάζουμε με τον διάβολο». Μεταξύ άλλων λέγει: «ου συκοφαντήσεις, ινα μη εξομοιωθης τω την αρχήν προς την Εύαν τον Θεόν συκοφαντήσαντι και επικατάρατος κατ’εκείνον γένη». Μη γίνεσαι συκοφάντης, μην διαδίδεις ψευδείς κατηγορίες, για να μην γίνεις όμοιος με τον διάβολο που συκοφάντησε τον Θεό στην Εύα.

Σε άλλη του ομιλία «εις την Ανάληψιν του Χριστού» σημειώνει: Το ουράνιο ύψος στο οποίο ανήλθε-ανέβηκε ο Χριστός κατά την ημέρα εκείνη και την δόξα, την οποία κατά σάρκα έλαβε, το πέτυχε «διά ταπεινώσεως και αδοξίας» (Ομιλία 22) και συνεχίζει, «εάν ο Θεός υπερύψωσε τον Χριστόν του, επειδή ταπεινώθηκε, ατιμάσθηκε και υπέμεινε τον σταυρικό θάνατο, πώς θα δοξάσει και θ’ανυψώσει ημάς τους ανθρώπους, εάν δεν ταπεινωθούμε και δεν δείξουμε αγάπη μεταξύ μας, υπομονή  και  αυταπάρνηση;» (Ομιλία 16).
Η μίμηση του Χριστού προϋποθέτει και την άρση του σταυρού αυτού: δηλαδή να σηκώσουμε τον σταυρό και ν’ακολουθήσουμε τον Κύριο. «Ει τις θέλει οπίσω μου έλθειν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι» (Ματθ. ΙΣΤ, 24).

Κατά τον άγιο δύο είναι οι τρόποι με τους οποίους ο πιστός σηκώνει  τον  σταυρό  του  Χριστού∙ ο μαρτυρικός θάνατος και ο αγώνας εναντίον των παθών μας.
Όταν διώκεται η χριστιανική πίστη ή το Ορθόδοξο Δόγμα, πρέπει ο χριστιανός να είναι έτοιμος να προσφέρει και την ζωή του ακόμη για την αλήθεια της πίστεως μας. Με αυτόν τον τρόπο σηκώνει τον σταυρό και γίνεται μιμητής και επικοινωνεί με το πάθος και την ανάσταση του Χριστού, όπως οι άγιοι μάρτυρες (Ομιλία 11).

Ιδιαίτερα αυτή η μίμηση του Χριστού αναφέρεται στα συγγράμματα των Θεολόγων Πατέρων, οι οποίοι έζησαν  την  περίοδο  των  διωγμών.
Ο Ιερός πατήρ αναφερόμενος στον Θεσσαλονικέα άγιο Δημήτριο, τον παρουσιάζει ως μαρτυρήσαντα κατά χάριν Χριστού (Ομιλία 43), δηλαδή ο Άγιος Δημήτριος μαρτύρησε, αφού έλαβε την χάρη και  μιμήθηκε  τον  Χριστό.

Σε περίοδο ειρήνης της Εκκλησίας η άρση του σταυρού του Χριστού και η μίμηση  του  μαρτυρίου του πραγματοποιούνται  με  τον  εσωτερικό  αγώνα εναντίον των λογισμών, εναντίον των παθών και των πονηρών  επιθυμιών,  όπως  μαρτυρούν  οι  όσιοι πατέρες  και  μητέρες  αλλά  και  κάθε  πιστός χριστιανός.

Σε  ομιλία  του  ο  άγιος,  ακολουθώντας  τον Μ. Βασίλειο και την πατερική παράδοση, εξηγεί και διδάσκει το σωστό νόημα της νηστείας, η οποία είναι και η πρώτη εντολή και συμβουλή του Θεού προς τον Αδάμ. Ενώ αυτή είναι εντολή ζωής, η ακρασία –αυτός που δεν μπορεί να  συγκρατήσει  τα πάθη του - είναι συμβουλή θανάτου πού δόθηκε με δόλιο τρόπο στον Παράδεισο από τον διάβολο στην Εύα και τον Αδάμ «είς έκπτωσιν της ζωής και απαλλοτρίωσιν της εκ Θεού θείας χάριτος» (Ομιλία 13) δηλαδή σε απώλεια της ζωής και αποξένωση-απομάκρυνση της χάριτος  του  Θεού.

Σαράντα ημέρες νήστευσε ο Μωυσής και αξιώθηκε την θεωρία-την θέα του Θεού, για να πάρει τις δέκα εντολές. Οι προφήται Ηλίας και Δανιήλ αξιώθηκαν θεοπτίας, αλλά και αυτοί προηγουμένως  εκαθαρίσθησαν με την  νηστεία. Το μεγαλύτερο όμως παράδειγμα που προβάλλει ο άγιος είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος «υποδεικνύς ημίν τον τρόπον της κατά του διαβόλου νίκης, ενήστευσε και ενίκησεν αυτόν αποκρούσας πάντα πειρασμόν» (Ομιλία 13)  παρουσιάζοντας σε  μας  τον τρόπο της νίκης κατά του διαβόλου: νήστευσε και  τον  νίκησε,  αφού  έδιωξε  κάθε  πειρασμό.

Σε αντίθεση με τον Αδάμ, ο οποίος άρχισε την πορεία της ζωής του με την ακρασία, με την αδυναμία να ελέγξει τον εαυτό του, γι’αυτό και απομακρύνθηκε από τον Παράδεισο, ο Ιησούς Χριστός άρχισε το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων στη γή με την νηστεία και με αυτήν πολέμησε και κατενίκησε τον διάβολο, αυτόν που μας πολεμά με τους λογισμούς και τα πάθη.

Η νηστεία βέβαια αποτελεί το μέσον, τον τρόπο για να καταπραϋνουμε τα πάθη και να κατακτήσουμε τις αρετές, γι’αυτό και ο ιερός πατήρ εξηγεί: «αληθινή-σωστή νηστεία είναι εκείνη πού γίνεται για να μαραθεί η σαρκική επιθυμία, να ταπεινωθεί η ψυχή, να μεταστραφεί το μίσος σε αγάπη, να σβηστεί ο θυμός, ν’αποκτήσει η διάνοια και η προσευχή μας καθαρότητα» (Ομιλία Ι3).

Με την νηστεία και την εγκράτεια φθείρεται ο έξω άνθρωπος, το σώμα και όσο περισσότερο φθείρεται, τόσο περισσότερο γίνεται ξανά καινούργιος ο έσω άνθρωπος, η ψυχή μας.
Άγιοι Αρχιερείς,
Πάτερες και αγαπητοί
Εν Χριστώ αδελφοί.
        
Απ’όλα όσα έχουμε αναφέρει γίνεται φανερό ότι η σημασία  της μιμήσεως του Χριστού, στο να προσπαθούμε ως χριστιανοί να ομοιάσουμε τον Θεάνθρωπο Χριστό μας, κατέχει κεντρική θέση στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος ακολουθώντας την Αποστολική και Πατερική παράδοση προβάλλει διαρκώς το πρόσωπο του Χριστού ως παράδειγμα και προτρέπει κάθε πιστό χριστιανό να προσπαθήσει να εφαρμόσει στη ζωή του τη διδασκαλία και τη ζωή του Κυρίου μας, για να καταλήξει στον τελικό σκοπό πού είναι η αιώνια ζωή, ο Παράδεισος.
Πρέπει επίσης ν’αναφέρουμε ότι στην πορεία της μιμήσεως του Χριστού μας έχουμε βοηθούς και παραδείγματα τους αγίους, πού και αυτοί μιμήθηκαν το Χριστό.
Σαν άνθρωποι μάλιστα και αυτοί έπεσαν σε αμαρτίες, αλλά μας προσφέρουν δύο μεγάλες ανθρώπινες αρετές, πού πρέπει και επιβάλλεται να εφαρμόζουμε στη ζωή μας, την Μετάνοια και το πένθος για τις αμαρτίες μας∙ ανθρώπινες αρετές τις οποίες δεν είχε ο αναμάρτητος Θεάνθρωπος Ιησούς.

Οι πρεσβείες του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά να μας συνοδεύουν στο υπόλοιπον της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. ΑΜΗΝ.

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΗΣΑΪΑΣ Ο ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ: 27 Κεφάλαια περὶ τηρήσεως τοῦ νοῦ

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Ησαΐας ο αναχωρητής

1. Ἡ ὀργή εἶναι φυσική ἰδιότητα τοῦ νοῦ. Καί χωρίς ὀργή οὔτε στήν καθαρότητα φτάνει ὀ ἄνθρωπος, ἄν δέν ὀργιστεῖ ἐναντίον ὅλων τῶν πονηρῶν λογισμῶν πού σπέρνει μέσα του ὁ διάβολος. Καί ὅταν τόν βρῆκε ὁ Ιώβ, ἔβρισε τούς ἐχθρούς του μ’ αὐτά τά λόγια: «Ἄτιμοι καί ἐξαχρειωμένοι, πού δέν ἔχετε κανένα καλό πάνω σας, πού δέν σᾶς θεωρῶ οὔτε σάν τούς σκύλους τῶν ποιμνίων μου»(Ιώβ 30, 1, 4). 


Ἐκείνος πού θέλει νά φτάσει στή φυσική ὀργή (δηλαδή σ' ἐκείνη πού στρέφεται ἐναντίον τοῦ διαβόλου καί τῶν παθῶν), κόβει ὅλα τά θελήματά του μέχρις ὅτου φτάσει στήν κατάσταση τοῦ νοῦ του, ὅπως τή δημιούργησε ὁ Θεός.

2. Ἄν ἀντιστέκεσαι στήν καταδρομή τοῦ διαβόλου καί δεῖς ὅτι ἐξασθένησε καί ὑποχωρεῖ, μή χαρεῖς, γιατί ἡ κακία τῶν πονηρῶν πνευμάτων δέν ἐξαντλήθηκε ἀκόμη, ἀλλά ἀκολουθεῖ πίσω ἀπό αὐτά. 

Ἐτοιμάζουν πόλεμο χειρότερο ἀπό τόν πρῶτο, τόν ἔχουν ἀφήσει πίσω ἀπό τήν πόλη καί τοῦ ἔδωσαν ἐντολή νά μή κινηθεῖ. Καί ἄν ἀντισταθεῖς σ' αὐτούς, φεύγουν νικημένοι. 

Ἄν ὅμως ὑπερηφανευτεῖς ὅτι τούς ἔδιωξες καί ἀφήσεις ἀφύλαχτη τήν πόλη, τότε ἄλλοι ἔρχονται ἀπό πίσω καί ἄλλοι στέκονται ἐμπρός, καί ἡ ταλαίπωρη ψυχή ἀνάμεσά τους δέ βρίσκει καταφύγιο πουθενά. Πόλη εἶναι ἡ προσευχή. Ἀντίσταση εἶναι ἡ ἀντίκρουση τῶν πονηρῶν λογισμῶν στό ὄνομα του Ἰησοῦ Χριστοῦ. Βάση εἶναι ὁ θυμός.

3. Λοιπόν, ἀγαπητοί, ἄς σταθοῦμε μέ φόβο Θεοῦ καί ἄς φυλάγομε τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν καί ἄς μή βάζομε ἐμπόδιο στή συνείδησή μας· ἄς προσέχομε τόν ἑαυτό μας μέ φόβο Θεοῦ, μέχρις ὅτου ἡ συνείδησή μας ἐλευθερωθεῖ καί μαζί της κι ἐμεῖς καί πραγματοποιηθεῖ ἕνωση ἀνάμεσα σ' αὐτήν καί σ' ἐμάς. 

Καί τότε ἡ συνείδηση γίνεται φύλακάς μας καί μᾶς δείχνει ποῦ σφάλλομε. Ἄν ὅμως δέν ὑπακούσομε σ' αὐτήν, θά φύγει ἀπό μᾶς καί θά μᾶς ἐγκαταλείψει καί τότε πέφτομε στά χέρια τῶν ἐχθρῶν καί δέν μᾶς ἀφήνουν πλέον. Ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Κύριός μας: 

«Ἄκουσε τόν ἀντίδικό σου ἕως ὅτου βρίσκεσαι μαζί του στό δρόμο γιά τό δικαστήριο»(Ματθ. 5,25). Ἀντίδικος, ἐννοοῦν μερικοί ὅτι εἶναι ἡ συνείδηση, ἡ ὁποία ἀντιστέκεται στόν ἄνθρωπο πού θέλει νά κάνει τό ἀμαρτωλό του θέλημα. Καί ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀκούσει τήν συνείδησή του, τότε αὐτή τον παραδίνει στούς ἐχθρούς του.

4. Ἄν ὁ Θεός δεῖ ὅτι ὑποτάχθηκε σ' Αὐτόν ὁ νοῦς μέ ὅλες του τίς δυνάμεις καί δέν ἔχει ἄλλη βοήθεια παρά Αὐτόν μόνο, τότε τόν ἐνδυναμώνει καί λέει: «Μή φοβάσαι, παιδί μου Ἰακώβ, ὀλιγάριθμε Ἰσραήλ»(Ησ. 41,13). 

Καί πάλι λέει: «Μή φοβάσαι, γιατί σέ λύτρωσα. Σοῦ ἔδωσα τό ὄνομά μου, σύ εἶσαι δικός μου. Καί ἄν περνᾶς ἀπό νερό, εἶμαι μαζί σου, ποτάμια ὁλόκληρα δέν θά σέ παρασύρουν, κι ἄν περάσεις ἀνάμεσα ἀπό φωτιά δέ θά καεῖς και ἡ φλόγα δέν θά σέ κατακάψει, γιατί ἐγώ εἶμαι ὁ Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ, πού σέ σώζω»(Ησ. 43, 1-3).

5. Ἄν λοιπόν ὁ νοῦς ἀκούσει αὐτά τά ἐνθαρρυντικά λόγια, ἀψηφᾶ τούς δαίμονες λέγοντας: «Ποιός εἶναι ποὺ μέ πολεμᾶ; Ἄς σταθεῖ ἀπέναντί μου. Ποιός ἀντιδικεῖ μ' ἐμένα; Ἄς μέ πλησιάσει. Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου, ποιός θά μοῦ κάνει κακό; Ὅλοι ἐσεῖς θά παλιώσετε ὅπως τά ροῦχα πού τρώει ὁ σκόρος»(Ἡσ. 50,8).

6. Ἄν ἡ καρδιά σου ἔφτασε νά ἀποκτήσει σάν φυσικό τό μίσος κατά τῆς ἁμαρτίας, τότε νίκησε καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό ἐκεῖνα πού γεννοῦν τήν ἁμαρτία καί ἔβαλε στήν μνήμη σου τήν κόλαση. Καί γνώριζε ὅτι Ἐκεῖνος πού σέ βοηθεῖ μένει κοντά σου. 

Καί σύ νά μήν Τόν λυπεῖς μέ καμία ἁμαρτία, ἀλλά κλαῖε ἐμπρός Του καί λέγε: «Ἐσύ Κύριε ἔχεις τό ἔλεος γιά νά μέ γλυτώσεις ἀπό τήν ἁμαρτία καί τούς δαίμονες, γιατί ἐγώ ἀδυνατῶ νά ξεφύγω ἀπό τούς ἐχθρούς χωρίς τήν βοήθειά Σου». Καί πρόσεχε νά μήν παραδεχτεῖς πονηρές σκέψεις, καί Αὐτός σέ φυλάγει ἀπό κάθε κακό.

7. Ὀφείλει ὁ μοναχός νά κλείσει ὅλες τίς πόρτες τῆς ψυχῆς, δηλαδή τίς αἰσθήσεις του, γιά νά μήν πέσει ἐξαιτίας τους στήν ἁμαρτία. Καί ὅταν δεῖ ὁ νοῦς ὅτι δέν κυριεύεται ἀπό κανένα πάθος, ἑτοιμάζεται γιά τήν ἀθανασία καί μαζεύει τίς αἰσθήσεις του ὅλες κοντά καί τίς κάνει ἕνα σῶμα. 

8. Ἄν ἀπαλλαγεῖ ὁ νοῦς ἀπό κάθε ἐλπίδα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, αὐτό εἶναι τό σημεῖο ὅτι πέθανε μέσα σου ἡ ἁμαρτία.

9. Ἄν ὁ νοῦς μείνει ἐλεύθερος ἀπό τά κοσμικά πράγματα, τότε ἐκείνη ἡ ἀπόσταση πού ὑπάρχει μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Θεοῦ, χάνεται.

10. Ἄν ἐλευθερωθεῖ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ὅλους τοὺς ἐχθρούς του, δηλ. ἀπό τά πάθη, καί ἀναπαυτεῖ, τότε βρίσκεται σέ καινούργια ζωή καί σκέφτεται καινούργια πράγματα, θεϊκά καί ἄφθαρτα. Ὅπου βρίσκεται τό πτῶμα, ἐκεῖ θά μαζευτοῦν οἱ ἀετοί(Λουκ. 17,37), (δηλαδή ὅπου ἡ ἠρεμία ἀπό τά πάθη, ἐκεῖ καί οἱ θεϊκές καί ἄφθαρτες σκέψεις).

11. Οἱ δαίμονες συνηθίζουν νά ἀποτραβιοῦνται μέ δόλο προσωρινά, γιά νά ξεθαρρευτεῖ ὁ ἄνθρωπος νομίζοντας ὅτι ἔγινε ἀπαθής καί νά ἀφήσει τόν ἑαυτό του χωρίς προσοχή, Καί τότε ξαφνικά πηδοῦν πάνω στήν ταλαίπωρη ψυχή του καί τήν ἁρπάζουν σάν σπουργίτι. 

Καί ἄν τήν νικήσουν, τή ρίχνουν χωρίς οἶκτο σέ κάθε ἁμάρτημα, χειρότερο ἀπό ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα ζητοῦσε πρωτύτερα συγχώρηση. Ἄς σταθοῦμε λοιπόν μέ φόβο Θεοῦ καί ἄς φυλάξομε τήν καρδιά μας, ἐκτελώντας τήν ἄσκησή μας. Καί ἄς κρατοῦμε τίς ἀρετές, πού ἀποτελοῦν ἐμπόδιο στήν κακία τῶν ἐχθρῶν δαιμόνων. 

12. Ὁ δάσκαλός μας Ἰησοῦς Χριστός πού γνωρίζει τήν ἀσπλαχνία τῶν δαιμόνων καί σπλαχνίζεται τό ἀνθρώπινο γένος, μᾶς ἔδωσε αὐστηρή ἐντολή λέγοντας: «Νά εἶστε ἕτοιμοι γιά κάθε ὥρα, γιατί δέν γνωρίζετε ποιά ὥρα ἔρχεται ὁ ληστής, μήπως ἔρθει καί σᾶς βρεῖ νά κοιμᾶστε»(Ματθ. 24, 42-44). 

Καί σέ ἄλλο μέρος λέει: «Προσέχετε μή βαρύνουν οἱ καρδιές σας ἀπό τήν κραιπάλη καί τήν μέθη καί τίς βιοτικές μέριμνες καί ἔρθει ξαφνικά ἡ ὥρα γιά σᾶς»(Λουκ. 21, 34). 

Στάσου λοιπόν καλά καί πρόσεχε τίς αἰσθήσεις σου. Καί ἄν κρατεῖς εἰρηνικά στό νοῦ σου τή μνήμη τοῦ Θεοῦ, τότε βλέπεις τούς ληστές δαίμονες πού προσπαθοῦν νά τήν ἀφαιρέσουν κρυφά. 

Γιατί ἐκεῖνος πού προσέχει μέ ἀκρίβεια τούς λογισμούς του, ἀντιλαμβάνεται ἐκείνους πού θέλουν νά μποῦν καί νά τόν μολύνουν. Οἱ κακοί λογισμοί ταράζουν τό νοῦ γιά νά γίνει μετέωρος, φουσκωμένος καί ἀργός. Ἀλλά ἐκεῖνοι πού γνωρίζουν τήν κακία τους, μένουν ἀτάραχοι, προσευχόμενοι στόν Κύριο.

13. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν μισήσει τά ἔργα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, δέν μπορεῖ νά λατρεύσει τόν Θεό. Καί ποιά εἶναι ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ; 

Τό νά μήν ἔχει κανείς τίποτε ξένο στό νοῦ του, ὅταν προσεύχεται σ' Αὐτόν· νά μήν νιώθει ἄλλη ἡδονή, ὅταν Τόν δοξολογεῖ. νά μή διατηρεῖ καμιά κακία, ὅταν ψάλλει σ' Αὐτόν. νά μήν ἔχει μίσος ἐναντίον κανενός, ὅταν προτιμᾶ Αὐτόν· οὔτε νά ὑπάρχει καμιά ζηλοφθονία πονηρή πού νά μᾶς ἐμποδίζει ὅταν ἀπευθυνόμαστε σ' Αὐτόν συνεχῶς καί νά τόν θυμόμαστε πάντοτε. 

Γιατί τά παραπάνω σκοτεινά ἐμπόδια εἶναι τεῖχος πού περικυκλώνει τή δυστυχισμένη ψυχή καί δέν μπορεῖ νά λατρεύσει καθαρά τόν Θεό, ἐφόσον τά ἔχει αὐτά. 

Γιατί τῆς γίνονται ἐμπόδια στό δρόμο της πρός τόν Θεό καί δέν τήν ἀφήνουν νά Τόν συναντήσει καί νά Τόν δοξολογήσει μέσα της καί νά προσευχηθεῖ σ' Αὐτόν μέ γλυκύτητα στήν καρδιά γιά νά φωτιστεῖ ἀπό Αὐτόν. Γι' αὐτό ὁ νοῦς σκοτίζεται πάντοτε καί δέν μπορεῖ νά προκόψει κατά Θεόν, γιατί δέν φροντίζει νά τά κόψει ὅλα αὐτά μέ πνευματική γνώση.

14. Ὅταν ὁ νοῦς σώσει τίς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς ἀπό τά θελήματα τῆς σάρκας καί τίς ὁδηγήσει στήν ἀπάθεια καί ξεχωρίσει τήν ψυχή ἀπό τά θελήματα τῆς σάρκας, τότε ἄν δεῖ ὁ Θεός τήν ἀδιαντροπιά τῶν παθῶν, ὅτι ὁρμοῦν πάνω στήν ψυχή γιά νά φέρουν τίς αἰσθήσεις στήν ἁμαρτία, καί φωνάξει ὁ νοῦς κρυφά ἀπό τό Θεό καί ἀκατάπαυστα, στέλνει τήν βοήθειά Του καί ὅλα αὐτά ἀμέσως τά καταστρέφει.

15. Σέ παρακαλῶ, ἐφόσον βρίσκεσαι στή ζωή, μήν ἀφήσεις ἐλεύθερη τήν καρδιά σου. Γιατί ὅπως ὁ γεωργός δέν μπορεῖ νά εἶναι σίγουρος γιά τούς καρπούς του, ἐπειδή δέν γνωρίζει τί μπορεῖ νά συμβεῖ μέχρις ὅτου τούς μαζέψει, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος δέν ἐπιτρέπεται νά ἀφήσει ἀφύλαχτη τήν καρδιά του ὅσο ἀναπνέει. 

Ὅπως δέν γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος ποιό πάθος θά τοῦ ἔρθει ὡς τήν τελευταία του πνοή, ἔτσι δέν πρέπει νά ἀφήσει ἐλεύθερη τήν καρδιά του μέχρι τήν ὥρα ἐκείνη, ἀλλά πρέπει πάντοτε νά φωνάζει πρός τό Θεό νά τόν βοηθήσει καί νά τόν ἐλεήσει.

16. Ἐκεῖνος πού δέν βρίσκει βοήθεια σέ καιρό πολέμου, οὔτε στήν εἰρήνη μπορεῖ νά ἔχει ἐμπιστοσύνη.

17. Ὅταν χωριστεῖ κανείς ἀπό τήν ἁμαρτωλή ζωή, θά γνωρίσει μέ ἀκρίβεια ὅλα τά ἁμαρτήματα μέ τά ὁποῖα ἁμάρτησε στό Θεό. Γιατί δέν βλέπει τίς ἁμαρτίες του πρίν χωριστεῖ ἀπό αὐτές, πράγμα πού θά τοῦ φανεῖ πικρό καί δύσκολο. 

Ὅσοι φτάνουν σ' αὐτό τό μέτρο, κλαῖνε γιά τίς ἁμαρτίες τους καί παρακαλοῦν καί ντρέπονται μπροστά στό Θεό, φέρνοντας στό νοῦ τίς πονηρές φιλίες πού εἶχαν μέ τά πάθη. Ἄς ἀγωνιστοῦμε λοιπόν ἀδελφοί κατά τήν δύναμή μας καί ὁ Θεός μᾶς βοηθᾶ κατά τό πλῆθος τοῦ ἐλέους Του. 

Καί ἄν δέν φυλάξαμε καθαρή τήν καρδιά μας, τουλάχιστον ἄς βάλομε τά δυνατά μας νά φυλάξομε τά σώματά μας, ὅπως ζητάει ὁ Θεός, ἀναμάρτητα καί ἄς πιστεύομε ὅτι κατά τόν καιρό τῆς πνευματικῆς πείνας πού μᾶς βρῆκε, μᾶς ἐλεεῖ μαζί μέ τούς Ἁγίους Του.

18. Ἐκεῖνος πού ἔδωσε τήν καρδιά του στήν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ μέ ἀληθινή εὐσέβεια, δέν μπορεῖ νά σκέφτεται ὅτι εἶναι ἀρεστός στό Θεό. Ἐπειδή ὅσο τόν ἐλέγχει ἡ συνείδησή του γιά τίς ἁμαρτίες πού ἔκανε, δέν ἀπόκτησε τήν ἐλευθερία. 

Ἐφόσον ὑπάρχει ὁ ἐλέγχος, ὑπάρχει καί ἐκεῖνος πού κατηγορεῖ· καί ἐφόσον ὑπάρχει κατηγορία, δέν ὑπάρχει ἐλευθερία. Ἄν λοιπόν στήν προσευχή σου δεῖς ὅτι δέν σέ κατηγορεῖ κανένα εἶδος κακίας, ἄρα εἶσαι ἐλεύθερος καί μπῆκες στήν ἁγία ἀνάπαυση τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τό θέλημά Του. 

Ἄν δεῖς ὅτι ὁ καλός καρπός δυνάμωσε καί δέν τόν πνίγουν πλέον τά ζιζάνια τοῦ ἐχθροῦ· καί ὅτι δέν ἔφυγαν μόνοι τους οἱ ἐχθροί καί ἔπαψαν ἀπό πανουργία νά πολεμοῦν πλέον μέ τίς αἰσθήσεις σου· καί ἄν ἡ νεφέλη ἔριξε τή σκιά της πάνω στή σκηνή καί ὁ ἥλιος δέν σέ ἔκαψε τήν ἡμέρα, οὔτε ἡ σελήνη τή νύχτα(Ψαλμ.120,6)· καί ἄν βλέπεις ὅτι ἑτοίμασες τήν σκηνή νά τή στήσεις καί νά τή φυλάξεις κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ ἔχεις νικήσει. 

Καί τότε Αὐτός θά ρίξει τή σκιά Του πάνω στή σκηνή γιατί εἶναι δική Του. Καί ἕως ὅτου γίνεται πόλεμος, ὁ ἄνθρωπος ἔχει φόβο καί τρόμο, ἤ νά νικήσει σήμερα, ἤ νά νικηθεῖ· ἤ νά νικηθεῖ αὔριο ἤ νά νικήσει· γιατί ὁ ἀγώνας σφίγγει τήν καρδιά ὁλόγυρα. 

Ἡ ἀπάθεια ὅμως εἶναι ἀκαταμάχητη, γιατί ἔλαβε πιά τό βραβεῖο καί ἔπαψε πιά νά μεριμνᾶ γιά κάποιο ἀπό τά τρία μέρη, ἐπειδή εἰρήνευσαν μεταξύ τους καί μέ τό Θεό. 

Τά τρία αὐτά μέρη εἶναι ψυχή, σῶμα καί πνεῦμα. Ὅταν λοιπόν τά τρία αὐτά γίνουν ἕνα μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν μποροῦν πλέον νά χωριστοῦν. 

Μή νομίζεις λοιπόν τόν ἑαυτό σου ὅτι εἶσαι νεκρός ὡς πρός τήν ἁμαρτία, ὅσο στενοχωρεῖσαι καί πολεμεῖσαι μέ ὁρμή ἀπό τούς ἐχθρούς σου τούς δαίμονες, εἴτε ξυπνητός, εἴτε στόν ὕπνο σου. Ὅσο ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος βρίσκεται στό στάδιο τοῦ ἀγώνα, δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀσφαλής.

19. Ἄν ὁ νοῦς ἀποκτήσει πνευματική δύναμη καί ἑτοιμάσει τόν ἑαυτό του νά ἀκολουθήσει τήν ἀγάπη πού σβήνει ὅλα τά πάθη τοῦ σώματος καί πού δέν ἀφήνει μέ τή δύναμή της καμιά κακία νά ἐξουσιάζει τήν καρδιά, τότε ὁ νοῦς ἀντιστέκεται ἐναντίον τῆς κακίας μέχρις ὅτου τήν χωρίσει ἀπό τίς καλές διαθέσεις τῆς ψυχῆς.

20. Ἐξέταζε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέ μεγάλη προσοχή τόν ἑαυτό σου, ἀδελφέ, κάθε ἡμέρα, καί βλέπε τήν καρδιά σου, ποιό πάθος βρίσκεται μέσα σ' αὐτήν. Καί πέταξέ το μακριά ἀπό τήν καρδιά σου, γιά νά μή σοῦ γίνει ἀφορμή καταδίκης.

21. Πρόσεχε λοιπόν ἀδελφέ μου τήν καρδιά σου καί ἀγρύπνα γιά ν' ἀντιμετωπίσεις τούς ἐχθρούς σου. Γιατί εἶναι πανοῦργοι καί μέ κάθε εἶδος κακίας. 

Καί πίστεψε μέσα σου βαθιά ὅτι εἶναι ἀδύνατο ὁ ἄνθρωπος πού πράττει τό κακό, νά πράξει καλά. Γι' αὐτό καί ὁ Σωτήρας μας μᾶς δίδαξε νά εἴμαστε προσεκτικοί καί ἄγρυπνοι, λέγοντας: «Ὅτι εἶναι στενή ἡ πύλη καί δύσκολος ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στή ζωή καί εἶναι λίγοι ὅσοι τόν βρίσκουν»(Ματθ. 7,14).

22. Πρόσεχε λοιπόν στόν ἑαυτό σου μήπως κάτι ἀπ' ὅσα ὁδηγοῦν στήν ἀπώλεια σέ ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καί φύλαγε τήν καρδιά σου καί μήν ἀμελήσεις καί πεῖς: 

«Πῶς νά φυλάξω τήν καρδιά μου, ἀφοῦ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός;» Γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείψει τίς ἁμαρτίες του καί ἐπιστρέψει στό Θεό μετανοιωμένος, ἡ μετάνοια τόν ξαναγεννᾶ καί τόν κάνει ὅλον καινούργιο.

23. Παντοῦ ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή, μιλᾶ γιά τή φύλαξη τῆς καρδιᾶς. Ὁ Δαβίδ λέει: «Γιοί τῶν ἀνθρώπων, ὡς πότε θά ἔχετε βαριά καρδιά;(Ψαλμ. 4,3), καί πάλι: «Ἡ καρδιά τούς εἶναι κούφια»(Ψαλμ. 5,10). 

Γιά ἐκείνους πάλι πού σκέφτονται μάταια, λέει: «Εἶπε μέσα στήν καρδιά του, θά μείνω ἀμετακίνητος»(Ψαλμ.9,27). Καί πάλι: «Εἶπε μέσα στήν καρδιά του, ξεχάστηκε ὁ Θεός»(Ψαλμ. 9,32), καί ἄλλα πολλά παρόμοια. 

Ὀφείλει λοιπόν ὁ μοναχός νά ἐννοεῖ τό σκοπό τῆς Γραφῆς, γιά ποιόν καί πότε μιλάει, καί νά κρατᾶ συνεχῶς τόν ἀγώνα τῆς ἀσκήσεως. νά προσέχει τίς ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου καί σάν καλός πλοίαρχος νά ξεπερνᾶ τά κύματα, καθώς θά τόν κυβερνᾶ ἡ χάρη, χωρίς νά ξεφεύγει ἀπό τόν δρόμο του καί νά προσέχει μόνο στόν ἑαυτό του. καί νά πλησιάζει τό Θεό, χωρίς νά πλανιέται ἡ σκέψη του ἐδῶ κι ἐκεῖ, καί χωρίς περιέργεια τοῦ νοῦ του.

24. Ὁ καιρός τῶν ἀγώνων ἀπαιτεῖ ἀπό μᾶς τήν προσευχή, ὅπως τόν πλοίαρχο οἱ ἄνεμοι καί οἱ τρικυμίες καί οἱ φουρτοῦνες. Γιατί δεχόμαστε προσβολή λογισμῶν καί ἐναρέτων καί κακῶν. 

Κύριος τῶν παθῶν εἶναι ὁ εὐσεβής καί φιλόθεος λογισμός. Πρέπει ἐμεῖς οἱ ἡσυχαστές μέ σύνεση νά διακρίνομε καί νά ξεχωρίζομε καί τίς ἀρετές καί τίς κακίες. καί ποιές ἀρετές νά ἐργαζόμαστε μπροστά στούς ἀδελφούς μας καί ποιές μόνοι μας. καί ποιά εἶναι ἡ πρώτη ἀρετή, ποιά ἡ δεύτερη καί ποιά ἡ τρίτη. καί ποιό πάθος εἶναι ψυχικό καί ποιό σωματικό, καί ποιά ἀρετή ψυχική καί ποιά σωματική· καί ἀπό ποιά ἀρετή ἡ ὑπερηφάνεια χτυπᾶ τό νοῦ, ἀπό ποιά ἔρχεται ἡ κενοδοξία, ἀπό ποιά πλησιάζει ὁ θυμός καί ἀπό ποιά ἔρχεται ἡ γαστριμαργία. 

Γιατί ὀφείλομε νά ἀνατρέπομε τίς πονηρές σκέψεις καί κάθε ὑψηλοφροσύνη πού ὑψώνεται καί ἐμποδίζει τούς ἀνθρώπους νά γνωρίσουν τό Θεό(Β΄ Κορ. 10,5).

25. Πρώτη ἀρετή εἶναι ἡ ἀμεριμνία, δηλαδή θάνατος σέ σχέση μέ κάθε ἄνθρωπο καί κάθε πράγμα. Αὐτή γεννᾶ τήν ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτή πάλι γεννᾶ τή φυσική ὀργή, ἡ ὁποία ἀντιστέκεται σέ κάθε πειρασμό τοῦ διαβόλου. Τότε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ βρίσκει κατοικία στόν ἄνθρωπο καί διαμέσου τοῦ φόβου φανερώνεται ἡ ἀγάπη.

26. Πρέπει τήν προσβολή τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ νά τήν ἀνατρέπομε ἀπό τήν καρδιά μας μέ εὐσεβῆ ἀντιλογία κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, μήπως καί βρεθοῦμε νά προσευχόμαστε στό Θεό μέ τά χείλη, ἐνῶ στήν καρδιά νά σκεφτόμαστε τά ἄτοπα. 

Γιατί ὁ Θεός δέν δέχεται ἀπό τόν ἡσυχαστή προσευχή θολή καί περιφρονητική. Σέ ὅλα τά μέρη της ἡ Γραφή συνιστᾶ ἔντονα νά φυλάγομε τίς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς. 

Ἄν ὑποταχθεῖ τό θέλημα τοῦ μοναχοῦ στό νόμο τοῦ Θεοῦ, κατά τό νόμο αὐτό θά κυβερνήσει καί ὁ νοῦς ὅσα ἐξαρτῶνται ὡς ὑπήκοοί του ἀπό αὐτόν, δηλ. ὅλες τίς ψυχικές κινήσεις καί ἰδιαίτερα τό θυμό καί τήν ἐπιθυμία. Αὐτοί εἶναι οἱ ὑπήκοοι τοῦ νοῦ. 

Ἀρετή ἐργαστήκαμε καί κάναμε τό σωστό, στρέψαμε τήν ἐπιθυμία στό Θεό καί τά θελήματά Του, καί τό θυμό κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου. Τί εἶναι λοιπόν ἐκεῖνο ποὺ ζητεῖται ἀπό μας; Ἡ ἐσωτερική μελέτη.

27. Ἄν ὁ σπόρος τῆς αἰσχρότητας σπαρεῖ στήν καρδιά σου, ὅταν κάθεσαι στό κελί σου, πρόσεξε. Ἀντιστάσου κατά τῆς κακίας, μήπως σέ κυριεύσει. Θυμήσου τό Θεό ὅτι εἶναι παρών καί σέ προσέχει, καί ὅ,τι ἔχεις στήν καρδιά σου εἶναι φανερό μπροστά Του. 

Πές λοιπόν στήν ψυχή σου: «Ἄν φοβᾶσαι ὁμοίους σου ἀνθρώπους ἁμαρτωλούς νά μή δοῦν τίς ἁμαρτίες σου, πόσο μᾶλλον τό Θεό ποὺ ὅλα τά βλέπει; Καί ἀπό αὐτό φανερώνεται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή σου. 

Καί ἄν μείνεις μαζί του, μένεις ἀκίνητος ὡς πρός τά πάθη, ὅπως εἶναι γραμμένο: «Ὅσοι στηρίζονται στόν Κύριο εἶναι σάν τό ὅρος Σιῶν. δέν θά σαλευτεῖ στόν αἰώνα ὅποιος κατοικεῖ στήν Ἱερουσαλήμ»(Ψαλμ. 124, 1). Καί σέ κάθε πράγμα πού κάνεις, νά πιστεύεις ὅτι ὁ Θεός βλέπει κάθε σκέψη σου καί δέν θά ἁμαρτήσεις ποτέ. Σ' Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Πηγή: aegeanhawk.blogspot.gr