A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ (Φώτης Κόντογλου)


Εἴπαμε πώς, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, ὄχι μοναχὰ δὲν διαβάζουμε, ἀλλὰ κἄν δὲν ξέρουμε ἂν ὑπάρχουνε οἱ μυστικοὶ Πατέρες ποὺ φωτίσανε τὴν Ὀρθοδοξία. Γιὰ τοὺς θεολόγους ἡ Ὀρθοδοξία κατάντησε μιὰ κούφια λέξη, ἀφοῦ ἡ μυστικὴ οὐσία της τοὺς εἶναι ἄγνωστη, ὅπως κι’ ἡ παράδοσή τους. Οἱ δικοί μας θεολόγοι παίρνουνε τὰ φῶτα ἀπὸ τὴ Δύση, γιατί ἐκεῖ ἡ θεολογία ἔχει γίνει ἐπιστήμη, κ’ ἡ ματαιοδοξία τους κολακεύεται ἀπ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἡ πίστη, γι’ αὐτούς, δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία. Θὰ μοῦ πῆτε, “θεολογία χωρὶς πίστη, γίνεται;” Μὰ κ’ ἐγὼ σᾶς ρωτῶ, μὲ τὴν ἴδια ἀπορία, “γίνεται θεολογία χωρὶς πίστη;”

Ὡστόσο, στὶς Δυτικὲς χῶρες καὶ στὴν Ἀμερική, πολὺς κόσμος ἔχει στραφεῖ πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἀπὸ τὴ δίψα τῆς ἀληθείας. Στὴν Ἑλλάδα, μοναχὰ λιγοστοὶ ἄνθρωποι καὶ κάποιοι παλιοημερολογίτες διαβάζουνε τὰ βιβλία τῶν Πατέρων, ἐκτός τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ τοὺς παίρνουνε οἱ θεολόγοι γιὰ ρήτορας καὶ γιὰ φιλολόγους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Τὰ βιβλία τῶν μυστικῶν Πατέρων δὲν ξανατυπώνουνται πιὰ καὶ καταντήσανε σπάνια. Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία τυπώνει προχειρολογήματα διάφορων νεωτεριστῶν θεολόγων, χωρὶς καμμιὰ οὐσία, ποὺ φανερώνουνε μοναχὰ τὴν ἀπίστευτη γύμνια ἐκείνων ποὺ τὰ γράφουνε. Μοναχὰ τώρα τελευταῖα ἄρχισε νὰ τυπώνει ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία τὴν Πατρολογία τοῦ Migne. Μὰ κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση εἶναι γιὰ τοὺς θεολόγους, κι’ ὄχι γιὰ τοὺς πιστούς, ἀφοῦ εἶναι τυπωμένη στὴν ἀρχαία γλῶσσα.

Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτό, ἡ ἔκδοση τῆς Πατρολογίας δὲν ἔχει καμμιὰ βαθύτερη δικαίωση, μὲ τὸ δυτικὸ χαρακτῆρα ποὺ ἔχει ἡ γενικὴ μόρφωση τῶν θεολόγων μας, ποὺ δὲν ἔχουνε καμμιὰ βαθύτερη γνώση τῆς οὐσίας τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε καὶ τῆς παράδοσής μας. Ἔτσι κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση καταντᾶ ἕνα γεγονὸς χωρὶς βαθύτερη σημασία, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ κατάλληλο ὀρθόδοξο χῶμα γιὰ νὰ ριζοβολήσει.

Στὸ νὰ στραφοῦνε οἱ Δυτικοὶ κι’ οἱ Προτεστάντες στοὺς Πατέρες τῆς Ὀρθοδοξίας, συντελέσανε πολὺ οἱ Λευκορῶσοι θεολόγοι, ποὺ σκορπίσανε στὶς διάφορες χῶρες καὶ φωτίσανε τὶς ψυχὲς μὲ τὰ σοφὰ κηρύγματά τους, μὲ τὴν ἀρετὴ τῆς ζωῆς τους, καὶ μὲ τὴν τυπικὴ εὐσέβειά τους. Ἐνῷ οἱ κληρικοὶ ποὺ στέλνουμε ἐμεῖς στὶς διάφορες παροικίες, εἶναι οἱ πιὸ ἀνίδεοι στὸ τί θὰ πεῖ Ὀρθοδοξία, κι’ οἱ ἐκκλησίες μας στὸ ἐξωτερικὸ δὲν ἔχουνε κανέναν θρησκευτικὸ προορισμό, ἀλλὰ ἔχουνε καταντήσει κέντρα κοινωνικῆς συγκεντρώσεως τῶν ὁμογενῶν κάθε Κυριακή.

Ἔτσι, ἡ Ὀρθοδοξία, δηλαδὴ ἡ πρώτη κι’ ἀπαραμόρφωτη μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἔγινε πάλι τὸ στήριγμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζητᾶνε λιμάνι σωτηρίας κι’ ὁ κανόνας τῆς χριστιανικῆς πίστης.

Στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερικὴ ἔχουνε μεταφρασθεῖ, ἕως τώρα, σὲ διάφορες γλῶσσες ἡ Φιλοκαλία, τὸ μέγα καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ βιβλίο, ποὺ στὴν Ἀθήνα τὸ βρίσκει κανένας μοναχὰ στὶς συλλογὲς τῶν βιβλιοφίλων νὰ κάθεται στὸ ράφι ἄχρηστο, σὰν κανένα ἀρχαιολογικὸ ἀντικείμενο, ὁ Εὐεργετινός, οἱ ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Βασιλείου καὶ κάποιων ἄλλων Πατέρων, οἱ λόγοι Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, μερικὰ ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ μαθητοῦ του Νικήτα Στηθάτου, καὶ κάποια ἄλλα. Ἐμεῖς, ἀλλοίμονο, τυρβάζομεν περὶ τοῦ πῶς θὰ φανοῦμε ἐπιστημονικοὶ καὶ εὐρωπαϊκότεροι ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους. Μοναχὰ κανένας “θρησκόληπτος”, καθυστερημένος κατὰ τοὺς νεωτεριστὰς αὐτοὺς παπαγάλους, διαβάζει τέτοια βιβλία.

Οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου εἶναι μεταφρασμένοι στὰ Γαλλικά, στὰ Γερμανικά, στὰ Ἐγγλέζικα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ Ρωσικά, ποὺ ἔχουνε μεταφρασθεῖ ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πρωτοτυπωθήκανε στὰ Ἑλληνικὰ ἀπὸ τ’ ἀρχαῖα χειρόγραφα. Στὴν ἁπλὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπάρχει μία θαυμάσια μετάφραση καμωμένη μὲ εὐλάβεια “παρὰ τοῦ πανοσιολογιωτάτου Διονυσίου Ζαγοραίου, τοῦ ἐνασκήσαντος ἐν τῇ ἐρημονήςῳ τῇ καλουμένῃ Πιπέρι, ἀπέναντι τοῦ Ἁγίου Ὄρους”, τυπωμένη στὴ Σύρα στὰ 1886. Ποῦ νὰ καταδεχτοῦμε, ἐμεῖς, νὰ διαβάσουμε τέτοια πράγματα, μεταφρασμένα μάλιστα ἀπὸ ἕναν ἀγράμματο καλόγερο, ποὺ καθότανε κ’ ἔγραφε ἀπάνω σὲ κάποιον βράχο, στὸ ρημονήσι Πιπέρι, μαζὶ μὲ τοὺς γλάρους; Ἐμεῖς διαβάζουμε τοὺς σοφοὺς καὶ ἀξιοπρεπεῖς καθηγητάδες ποὺ γράφουνε καθισμένοι στὶς πολυθρόνες, στὰ Παρίσια καὶ στὰ Βερολίνα! Δὲν ἀκοῦμε τί λέγει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη “Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;” Ποῦ νὰ ὑποπτευθοῦμε τὸ μυστικὸ πλοῦτο ποὺ κρύβεται μέσα σὲ τέτοιες ἁγίες ψυχές;

Λοιπόν, αὐτὴ ἡ μετάφραση δὲν ξανατυπώθηκε ἀπὸ τότε στὴν Ἑλλάδα, ποὺ τυπώνεται κάθε λογῆς ἀνοησία, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει σὲ τί πνευματικὸ σκοτάδι βρισκόμαστε, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί. Ἀπὸ τὴν προκοπὴ ποὺ ἔχουμε, βάλαμε “τὸν λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον”, κι’ ἀπάνω στὸ λυχνοστάτη βάζουμε τὶς τυπωμένες βαθυστόχαστες ἀνοησίες ποὺ ἀνάφερα, καὶ περιμένουμε νὰ μᾶς φωτίσουνε. Τοὺς βαθύτερους μυσταγωγούς, ποὺ φανήκανε στὸν κόσμο, τοὺς ἔχουμε ἄξιους νὰ τοὺς διαβάζει μοναχὰ κανένας ἀγράμματος παλιοημερολογίτης. Ἡμεῖς, οἱ ἔξυπνοι κι’ οἱ συγχρονισμένοι, βάλαμε τὴν ἐξυπνάδα μας καὶ μέσα στὰ μυστήρια τῆς θρησκείας, κι’ ἀγαπᾶμε τὰ μεγάλα λόγια καὶ τὰ ἐπιστημονικά, τί λέγει ὁ τάδε ἄθεος γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ γιὰ τὴ θρησκεία του, ἢ κανένας καμουφλαρισμένος θεομπαίχτης, ἐπειδὴ αὐτὰ δίνουνε τροφὴ στὸν ἐγωισμό μας. Καὶ βουλώνουμε τ’ αὐτιά μας γιὰ νὰ μὴν ἀκούσουμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ φωνάζει “Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;”

Ἀλλά, κοντὰ στοὺς χαλασμένους αὐτοὺς ποὺ λέγω, ὑπάρχουνε καὶ πλῆθος ἄνθρωποι ποὺ νοιώθουνε βαθειὰ τὴν οὐσία τῆς θρησκείας μας, τὴ μεγάλη σημασία τῆς λατρείας καὶ τῆς ἱερῆς παράδοσής μας. Γιὰ ὅσους ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἔχουνε πατερικὰ βιβλία, σὰν αὐτὰ ποὺ εἴπαμε παραπάνω, κ’ εἶναι σχεδὸν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, γιατί ἡ ἀδιαφορία ἐκείνων ποὺ εἶναι βαλμένοι γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά, στέρησε τὸν κόσμο ἀπὸ τέτοια ἄφθαρτη κι’ ἅγια θροφή, θὰ προσπαθήσω μὲ τὶς μικρὲς δυνάμεις μου νὰ τοὺς μεταδώσω ὅ,τι μπορέσω ἀπὸ τοὺς περιφρονημένους αὐτοὺς προγονικούς μας θησαυρούς. Ἀφοῦ οἱ θεολόγοι γινήκανε φιλόσοφοι κ’ ἐπιστήμονες, ἂς γίνουμε θεολόγοι ἡμεῖς, δίχως ἄλλο ἐφόδιο, παρὰ μοναχὰ τὴν πίστη μας, κατὰ τὰ βαθυστόχαστα λόγια του ἁγίου Νείλου, ποὺ λέγει “Εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ”. “Ἂν προσεύχεσαι ἀληθινά, εἶσαι θεολόγος”.

Πηγή: imaik.gr

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ (Φώτης Κόντογλου)

140316 KONTOGLOU


Ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ἐκεῖνα τὰ ἀγράμματα γεροντάκια καὶ οἱ γριοῦλες, ποὺ τὴν Σαρακοστὴ καὶ τὴν Μεγάλη Βδομάδα βρίσκονται ὅλη μέρα στὴν ἐκκλησία, ζήσανε ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου καὶ καταλάβανε αὐτὸ τὸ χαροποιὸν πένθος, ποὺ δὲν τὸ καταλάβανε, ἀλοίμονο, οἱ σπουδασμένοι μας, ποὺ θέλουνε νὰ τοὺς διδάξουνε, ἀντὶ νὰ διδαχθοῦνε ἀπ᾿ αυτούς.

Τώρα τὶς μέρες τῆς Σαρακοστῆς, τῆς Μεγάλης Βδομάδας καὶ τοῦ Πάσχα πορεύονται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ἀκολουθᾶνε ὁλοένα ἀπὸ πίσω του, ἀληθινά, ὄχι φανταστικά, ἀκούγοντάς Τον νὰ λέγῃ:«Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ παραδοθήσεται ὁ Ὑιὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ». Μαζί του βρίσκονται στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ δακρύζουνε ἀπὸ τὰ λόγιά Του, μαζί Του πᾶνε στὸ πραιτώριο καὶ στὸν Πιλᾶτο, μαζί Του ῥαπίζονται, μαζί Του μαστιγώνονται, μαζί Του ἐμπαίζονται, μαζί Του σταυρώνονται, μαζί Του θάβονται, μαζὶ τοῦ ἀνασταίνονται.

Τὰ μάτια τους γίνονται βρῦσες καὶ τρέχουνε, μὰ αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν εἶναι δάκρυα τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς βεβαιότητας πὼς μ᾿ αὐτὰ ποτίζεται τὸ ὁλόδροσο κι ἀμάραντο δέντρο τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς, τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὸ γίνεται κάθε χρόνο. Ὤ! Πόσο ἀληθινὰ πίστι εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστι τοῦ λαοῦ μας!... 


www.elkosmos.gr

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ (Φώτης Κόντογλου)

Βαθειά μελαγχολία αισθάνεται κανένας, βλέποντας με πόση αγάπη και με τι ζήλο καταγίνονται οι άνθρωποι να χτίσουνε τα σπίτια τους και τα εξοχικά τους, να τα στολίσουνε απ’ έξω κι από μέσα, να βάλουνε έμορφα έπιπλα, ακριβά χαλιά, βιβλιοθήκες, έργα της τέχνης, πολυέλαια και πολύφωτα, να φυλάξουνε στα ντουλάπια τα καλά τα ρούχα τους, τα δικά τους και των παιδιών τους, να στολίσουνε τις κάμαρες μ’ ένα σωρό αγαπημένα πράγματα, που τα ξεσκονίζουνε με προσοχή μην τύχει και πάθουνε τίπο­τα, να περιποιηθούνε τους κήπους τους, μ’ έναν λόγο να είναι α­φοσιωμένοι, οι καημένοι, μ’ όλη την ψυχή τους στο να κάνουνε την κατοικία τους ευχάριστη, για να περάσουνε καλή ζωή με την οικογένειά τους και με τους φίλους τους. Σαν καθήσουνε στο τραπέζι με τα καλά τα φαγητά και με τα πιοτά, λάμπουνε τα πρόσωπά τους, τα στόματά τους δεν σωπαίνουνε από τη χαρά που νοιώθουνε, και σαν αποφάνε, πιάνουνε τα τραγούδια και τα αστεία. Πολλοί παίζουνε χαρτιά όλη τη νύ­χτα, και το πρωί είναι σαν άρρωστοι. Αλλοι έχουνε μανία με τις πίπες, άλλοι με τ’ αυτοκίνητα, άλλοι με το ψάρεμα, άλλοι με το κυνήγι, άλλοι με τα θέατρα, άλλοι με τα αθλητικά κι άλλοι με άλλα.

Στη συνοικία που κάθουμαι, το κάθε σπίτι έχει κι έναν κή­πο, μικρόν ή μεγαλύτερον. Καμμιά φορά κάνω έναν μικρόν περί­πατο κι εκεί που σιγοπερπατώ, κυττάζω τα διάφορα σπίτια. Το καθένα έχει τη φυσιογνωμία του. Τα περισσότερα είναι περιποιη­μένα, βαμμένα με έμορφα χρώματα, με καλοκαμωμένες πόρτες και παράθυρα, με αερικές βεράντες, κι αν είναι κανένα παράθυ­ρο ανοιχτό, βλέπεις από μέσα, σε κάποια απ’ αυτά, κανένα συμ­παθητικό έπιπλο, καμμιά παλιά βιβλιοθήκη, δυο τρία κάντρα κα­λά, που ανάμεσά τους βρίσκεται και καμμιά προσωπογραφία. Κι απ’ όλα τούτα νοιώθεις πως εκεί μέσα υπάρχει οικογενειακή ιστο­ρία, πως περάσανε κάποιοι άνθρωποι που δεν ζούνε, αυτοί που φτιάξανε εκείνη τη ζεστή φωλιά με τα καθέκαστά της, που τ’ αγαπήσανε πολύ, μα που μ’ όλη την αγάπη τους και την ευτυχία που τους δίνανε, ήρθε μια μέρα που τ’ αφήσανε και φύγανε βια­στικά, δίχως να κυττάξουνε πίσω τους.

Σαν αρχίζει η άνοιξη ξώλαμπρα κι η καρδιά μας καταλα­βαίνει πιο γλυκά τη ζωή, στέκουμαι για μια στιγμή κοντά στον τοίχο του κήπου κανενός σπιτιού, που έχει πολλά λουλούδια που μοσχοβολάνε. Αν είναι Κυριακή ή γιορτή, ο σπιτονοικοκύρης σκά­βει, κλαδεύει, ποτίζει, περιποιέται τα λουλούδια, αφωσιωμένος στη δουλειά του, ευτυχισμένος. Πολλές φορές τον βοηθά η γυναίκα του, ο γυιός του ή η κόρη του. Βλέπεις και χαίρεσαι την ειρηνι­κή ζωή εκείνων των ανθρώπων κι από μέσα σου παρακαλείς τον Θεό να τους αφήσει να τη χαρούνε.

Μα, την ίδια στιγμή, έρχεται στον νου σου η σκέψη πως όλα αυτά στέκουνται στον αγέρα, και φτάνει ένα φύσημα για να εξα­φανισθούνε όλα και τ’ αναπαυτικά σπίτια κι οι ωραίοι κήποι και οι χαρούμενες συναναστροφές και τα πλούτη, μαζί με τους αν­θρώπους που τάχουνε. Μια μαύρη αντάρα σκεπάζει την καρδιά μου, η σκέψη της φθοράς και του θανάτου, και θολώνει τα μάτια μου και με δακρυσμένα μάτια κυττάζω ανάμεσα από τα λουλούδια του μαντρότοιχου εκείνους τους ευτυχισμένους ανθρώπους, που εί­ναι αφωσιωμένοι στην ευτυχία τους, ανύποπτοι απ’ ό,τι συλλογίζουμαι κι απ’ ό,τι γίνεται γύρω τους. Μπορεί να περάσω από δω ύστερ’ από λίγες μέρες και να δω κολλημένο δίπλα στην πόρτα ε­κείνο το χαρτί με τη μαύρη κορνίζα.

Λοιπόν, πώς να μην αναστενάξεις, πώς να ψευτογελάσεις τον εαυτό σου, αφού ο άνθρωπος κι όλα όσα κάνει κι όσα αγαπά σε τούτον τον κόσμο είναι κρεμασμένα απάνω σ’ ένα ανεμοδαρμένο κα­λάμι με μια τρίχα της αράχνης; Αλλοίμονο! Δεν υπάρχει τίπο­τα σίγουρο σε τούτον τον ψεύτικο τον κόσμο! Καλά τα είπανε όλα ίσκιους, όνειρα, φαντασίες, ξεγελάσματα. Τη ματαιότητά τους την παράστησε καλά ο προφήτης Δαυίδ και πιο καλά ακόμα ο γυιός του ο Σολομώντας. «Εγώ, λέγει, έγινα βασιλιάς του Ισ­ραήλ κι έδωσα την καρδιά μου στο να ερευνήσω και να εξετάσω με σοφία όλα όσα γίνουνται κάτω από τον ουρανό. Γιατί ο Θεός έδωσε μια πικρή συλλογή που τρώγει τους ανθρώπους. Είδα λοι­πόν όλα τα χτίσματα που έγιναν κάτω από τον ήλιο και να, όλα ή­τανε ματαιότητα και πόθος της ψυχής… Κι εγώ έχτισα παλάτια, φύτεψα αμπέλια, έκανα κήπους και περιβόλια και έβαλα μέσα κάθε λογής δέντρο. Έκανα βρύσες, συντριβάνια, απόχτησα υπη­ρέτες και υπηρέτριες και κοπάδια ζώα τόσα πολλά και μεγάλα, που δεν τα είχε κανένας άνθρωπος πριν από μένα. Μάζεψα χρυσάφι κι ασήμι, πλούτη πολλών βασιλιάδων. Είχα τραγουδιστάδες και τραγουδίστριες που ευφραίνουνε τους ανθρώπους, κεραστές και κεράστριες που κερνούσανε τα πιοτά. Έγινα μεγάλος βασιλιάς και μεγάλωσα παραπάνω απ’ όσους σταθήκανε πριν από μένα στην Ιερουσαλήμ κι απόχτησα και σοφία. Κι ό,τι ζητήξανε τα μάτια μου δεν τους το στέρησα και την καρδιά μου δεν την μπόδισα από καμμιά ευχαρίστηση κι απόλαψη. Και γύρισα και κύτταξα ε­γώ απάνω σε όλα όσα έκανα και να, όλα ήτανε ματαιότητα».

Ναι. Όλα χάνουνται, όλα τρίβουνται, όλα γίνουνται σκόνη. Όλα τα καταπίνει ο θάνατος. Τίποτα δε μπορεί να γλυτώσει από τα δόντια αυτής της ρόδας που γυρίζει βουβά κι αλέθει τα πάντα.
Καλά για τούτα τα σπίτια και για τα χειροπιαστά υπάρχοντά μας, που χάνουνται και σβήνουνε σ’ ένα ανοιγοκλείσιμο του μα­τιού. Μα σάμπως αντέχουνε περισσότερο στο φύσημα του θανά­του τα λεγόμενα πνευματικά έργα μας, που θέλουμε να βρούμε σ’ αυτά αποκούμπι και παρηγοριά, απελπισμένοι από τα άλλα, τα υ­λικά, τα χεροπιαστά; Ωστόσο, καμμία διαφορά δεν υπάρχει ανά­μεσα σε τούτα και σε κείνα! Τα πάντα ματαιότης! Τίποτα δεν θα γλυτώσει από την καταβόθρα. Μήτε οι φιλοσοφίες, μήτε τα ποιήματα, μήτε τα σοφά βιβλία, μήτε τα θαυμαστά χτίρια, μήτε τα εξαίσια αγάλματα, μήτε οι λαμπρές ζωγραφιές, όλα τούτα που τα λέμε αθάνατα, μήτε οι εξουσίες κι οι άρχοντες, μήτε η δόξα και τα φημισμένα ονόματα, που θαρρούνε όσοι τ’ αποχτήσανε πως γινήκανε αθάνατοι, πως γλυτώσανε από την εξαφάνιση! Ξεγελάσματα και ψευτοπαρηγοριές. Μέσα στην καταβόθρα που τα ρου­φά όλα, θα χαθούνε μια μέρα κι οι Μεγάλοι Αλέξανδροι κι οι Όμηροι κι οι Αισχύλοι κι οι Ευριπίδηδες κι οι Φειδίες κι οι Πολύκλειτοι και μαζί τους θα εξαφανιστούνε κι οι Παρθενώνες κι οι αγιές Σοφιές κι οι Ιλιάδες κι οι Οδύσσειες, μ’ έναν λόγο ό,τι βρίσκεται στον κόσμο και στη θύμηση των ανθρώπων. Αβυσ­σο βουβή κι άσπλαχνη θα τα καταπιεί και μην περιμένεις καμμιά παρηγοριά. Εμείς οι άνθρωποι πασκίζουμε να σώσουμε κάτι από τη φοβερή καταδίκη, για να το έχουμε για παρηγοριά, όπως κά­νουμε με τα λεγόμενα μεγάλα έργα της τέχνης μας, και τα λέμε, οι δυστυχείς, αθάνατα, γιατί τα διατηρούμε στην ύπαρξη ή στη μνήμη μας χίλια είτε δυο χιλιάδες χρόνια, που είναι σαν τις λίγες μέρες που παίρνει χάρη ο κατάδικος, ως που να έρθει η ώρα του.

Ο κακόμοιρος ο άνθρωπος φράζει τα μάτια του για να μη δει τι τον περιμένει. Δεν υπάρχει πιο θλιβερό πράγμα από τον θάνα­το ενός ανθρώπου που τον θεωρούνε μεγάλον και απέθαντον και του ψέλνουνε «Αιωνία η μνήμη!». Αυτό το «Αιωνία η μνήμη» το ακού­με σαν να λέγει: «Αιωνία η λήθη και η εξαφάνισις».

Βλέποντας λοιπόν πρώτα τον εαυτό μου κι ύστερα τους άλ­λους ανθρώπους, να καταγινόμαστε όλοι με πρόσκαιρα και ψεύτι­κα πράγματα και μάλιστα με τέτοιον ζήλο σαν να έχουμε να ζή­σουμε αιώνια, κάθουμαι και συλλογίζουμαι: Αραγε, μοναχά αυτά τα ψεύτικα και τα πρόσκαιρα πράγματα υπάρχουνε στον κόσμο ή υ­πάρχουνε και κάποια αληθινά και σίγουρα; Τόση αγάπη, τόση αφο­σίωση να δίνεται από τον κακόμοιρον τον άνθρωπο σε κάποια πρά­γματα που είναι έτοιμα να χαθούνε σε κάθε στιγμή, δεν είναι κρί­μα; Αν ήξερε λοιπόν πως υπάρχουνε και κάποια αληθινά και σί­γουρα πράγματα, πόση θα ήτανε η ευτυχία του και τότε η αγά­πη του σε κείνα τα αληθινά δεν θάτανε ακόμα πιο μεγάλη;
Ναι, αλλά οι πολλοί οι άνθρωποι δεν πιστεύουνε πως υπάρ­χουνε αλλά από τούτα τα προσωρινά, κάποια που βρίσκουνται σε έναν άλλον αληθινόν κόσμο, που τον νομίζουνε για ψεύτικον οι δυστυχισμένοι που είναι γαντζωμένοι στους ίσκιους, γιατί δεν πι­στεύουνε πως υπάρχει κάτι που είναι πιο σίγουρο από τους ίσκιους.

Ω! Πόσο αξιολύπητοι είναι οι τέτοιοι άνθρωποι, που δίνου­νε όλη τη φροντίδα τους στο τίποτα! Αυτοί είναι «οι μη έχοντες ελπίδα», που λέγει ο Απόστολος Παύλος, και που δεν τον πιστέψανε, ακούγοντάς τον να λέγει: «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν», «Δεν έχουμε, εδώ, σε τού­τη τη ζωή, πολιτεία που να μείνει, να βαστάξει επί πολύν καιρό, αλλά ζητούμε εκείνη που βρίσκεται στην άλλη ζωή». Δεν υπάρ­χουνε εδώ, σε τούτον τον κόσμο, μήτε πολιτείες, μήτε παλάτια, μήτε σπίτια, μήτε άλλα χτίρια, μήτε χτήματα, μήτε παπόρια, μή­τε πλούτη, μήτε τίποτα, που να μην είναι πρόσκαιρο, έτοιμο να χαθεί σε μια στιγμή. Υπάρχει όμως ένας άλλος κόσμος που όλα σ’ αυτόν είναι αληθινά, σίγουρα, αιώνια, γιατί αντέχουνε στη φθο­ρά, επειδή εκεί δεν υπάρχει μήτε καιρός, μήτε η κόρη του η φθο­ρά, αλλά όλα εκεί είναι άφθαρτα, ακατάλυτα, αιώνια, παντοτινά καινούρια, παντοτινά νέα.

Και ποια είναι αυτά; Είναι εκείνα που «μάτι δεν τα είδε κι αυτί δεν τα άκουσε και που δεν τα ένοιωσε η καρδιά κανενός αν­θρώπου, εκείνα που ετοίμασε ο Θεός για τους ανθρώπους που πιστέψανε στα λόγια του και τον αγαπήσανε». Αυτοί δεν καταγίνουνται με «μάταια και ψευδή», με ίσκιους και με ξεγελάσματα, αλλά χτίζουνε από τούτον τον κόσμο σε κείνον τον άλλον άλλος σπίτι, άλλος παλάτι, άλλος πολιτεία, άλλος φυτεύει αμπέλι, άλ­λος περιβόλι, άλλος κήπο, που δεν χάνεται ποτέ. Αυτοί είναι «οι έχοντες ελπίδα», για τούτο ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος τη λέ­γει «μακαρίαν ελπίδα», επειδή, αληθινά, όποιος την έχει αυτήν την ελπίδα, είναι μακάριος. Αυτός πατεί απάνω στη στερεή πέ­τρα που δεν θα σαλευθεί στον αιώνα.

Ωστόσο, όσοι καταγίνουνται μοναχά με τα πρόσκαιρα τού­της της ζωής και δεν πιστεύουνε στα αιώνια της άλλης της ζω­ής, σαν πεθάνει κανένας χριστιανός που δεν έδωσε πολλή σημα­σία σ’ εκείνα που αφωσιωθήκανε αυτοί οι άπιστοι, αλλά προσπά­θησε ν’ αποχτήσει τα αληθινά και τα σίγουρα, ζώντας με την ελ­πίδα τους, σαν αποθάνει λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος, τον περιπαίζουνε και λένε πως δεν χάρηκε τούτον τον κόσμο, επειδή εί­χε γυρισμένα τα μάτια του στον άλλον, που είναι ανύπαρχτος για εκείνους οπού τον περιπαίζουνε. Μα πολλές φορές ο χριστιανός που πέθανε με την ελπίδα του Χριστού, αγιάζει και φανερώ­νεται στους άπιστους, ή στ’ όνειρό τους ή στον ξύπνο τους, ερχό­μενος από τον άλλον κόσμο και τότε καταλαβαίνουνε οι έξυπνοι πως η εξυπνάδα τους ήτανε ανοησία και πως ο περιγελασμένος ή­ξερε καλά που βρίσκεται η αλήθεια. Σ’ αυτά απάνω, λέγει ο Σολομώντας τα παρακάτω λόγια:
«Τότε θα σταθεί ο δίκαιος με πολλή παρρησία μπροστά σ’ εκείνους που τον πικράνανε και που λέγανε πως κοπίαζε μάταια. Σαν τον δούνε, θα ταραχθούνε και θα φοβηθούνε πολύ και θ’ απορήσουνε πως γλύτωσε. Τότε θα πούνε στον εαυτό τους, μετανοιώνοντας κι αναστενάζοντας: Τούτος δεν ήτανε που κάποτε τον είχα­με για να γελούμε και που τον περιπαίζαμε εμείς οι άμυαλοι; Τη ζωή του τη θεωρήσαμε για τρέλλα και το τέλος του για άτιμο; Πώς λοιπόν λογαριάσθηκε ανάμεσα στα τέκνα του Θεού κι η κληρονομιά του με τους άγιους; Ώστε πλανηθήκαμε από το δρόμο της αλήθειας και το φως της δικαιοσύνης δεν έλαμψε απάνω μας κι ο ήλιος δεν ανάτειλε για μας. Γεμίσαμε αμαρτίες, περπατήσαμε στους δρόμους του χαμού και πορευθήκαμε σε ερημιές απάτητες, αλλά τον δρόμο του Κυρίου δεν τον γνωρίσαμε. Σε τί μας ωφέλησε η περηφάνεια; Και τί κερδίσαμε από τα πλούτη κι από την αλαζονεία μας; Όλα εκείνα περάσανε σαν ίσκιος και σαν τη φωνή που σβήνει και χάνεται. Σαν το καράβι που σκίζει το κυματιστό νερό και που σαν περά­σει, δεν μπορεί κανένας να βρει κανένα σημάδι του, μήτε το αυλάκι της καρίνας του μέσα στα κύματα. Ή σαν το όρνιο που πέτα στον α­γέρα και δεν αφήνει πίσω του κανένα σημάδι από το πέρασμά του, παρά χτυπά δυνατά τον αγέρα με τις φτερούγες του και τον σκίζει με βουητό και πίσω του δεν φαίνεται κανένα χνάρι από το πέρασμά του. Έτσι κι εμείς, γεννηθήκαμε και σβήσαμε και κανένα σημάδι από καλή πράξη δεν είχαμε να δείξουμε, αλλά ξοδέψαμε τη ζωή μας μέσα στην κακία μας. Γιατί η ελπίδα που έχει ο ασεβής είναι σαν το χνούδι που το παίρνει ο άνεμος και σαν την πάχνη που τη σκορπά η ανεμοζάλη».
Αλλά μ’ όλα αυτά που μας λέγει η Αγία Γραφή για τη μαται­ότητα τούτης της ζωής, εμείς δεν τα πιστεύουμε, και πάμε, αληθι­νά, σαν τους στραβούς στον Αδη. Ας φωνάζει η πονετικιά φωνή του Χριστού που ακούγεται από τη μια άκρη του κόσμου ως την άλ­λη: «Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσιν. Θη­σαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν. Όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών». (Ματθ. στ’, 19). «Όπου, λέγει, βρίσκεται ο θησαυρός σας, δηλαδή τα πρά­γματα που είναι για σας πολύτιμα και τ’ αγαπάτε, εκεί θα βρίσκε­ται κι η καρδιά σας».

***
Πιο καθαρά και πιο απλά δεν μπορούσε να παρασταθή η μαται­ότητα τούτου του κόσμου, απ’ όσο την παρέστησε ο Κύριος με την παραβολή του πλούσιου που καρπίσανε τα χτήματά του και που έλεγε στον εαυτό του: «ψυχή μου, έχεις πολλά αγαθά για πολλά χρό­νια, αναπαύου, φάγε, πιες, ευφραίνου». Μα μια νύχτα, αναπάντε­χα, του είπε ο Θεός, που δεν τον λογάριαζε ολότελα ο πλούσιος: «Αυτή τη νύχτα ζητούνε την ψυχή σου από σένα. Κι εκείνα που ετοί­μασες, ποιός θα τα χαρεί;». Και λέγει έπειτα ο Κύριος: «Αυτά θα πάθει όποιος θησαυρίζει για τον εαυτό του σε τούτον τον κόσμο, και δεν φροντίζει ν’ αποχτήσει τον άφθαρτο πλούτο του Θεού», δηλαδή καλά έργα και πίστη σε όσα λέγει ο Κύριος.
Κι ακόμα πιο ζωηρά και καταλεπτώς μίλησε ο Χριστός με την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου. Ένας πλούσιος, είπε, ντυνότανε μ’ ακριβά και με λαμπρά φορέματα και διασκέδαζε κάθε μέρα. Ήτανε κι ένας φτωχός λεγόμενος Λάζαρος, που κειτό­τανε πεταγμένος κοντά στην πόρτα τ’ αρχοντικού, πληγιασμένος και πολεμούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που πέφτανε από το τραπέ­ζι του πλουσίου. Όπως βλέπεις, τον πλούσιο δεν τον λέγει ο Κύριος με τ’ όνομά του, αλλά λέγει «ένας πλούσιος», ένας από τους πολλούς όμοιούς του, ενώ το φτωχό τον τιμά και τον λέγει με τ’ όνομά του, και τ’ όνομά του είναι Λάζαρος, δηλαδή τ’ όνομα τ’ αγαπημένου φί­λου του που τον ανάστησε από τους νεκρούς, για να δείξει την ιδι­αίτερη αγάπη του σ’ αυτόν.
Και δεν έφθανε πως ήτανε πεινασμένος ο δυστυχισμένος ο Λά­ζαρος, αλλά είχε και τους σκύλους που γλείφανε τις πληγές του.

Το λοιπόν, πέθανε ο φτωχός ο Λάζαρος και τον πήγανε οι άγ­γελοι στην αγκάλη του πατριάρχη Αβραάμ. Πέθανε κι ο πλούσιος και θάφτηκε. (Ο Κύριος λέγει απότομα και μ’ έναν λόγο πως θά­φτηκε και τούτο, γιατί ήτανε άνθρωπος σαρκικός κι η σάρκα θάβε­ται). Και κει που βρισκότανε στον Αδη και βασανιζότανε, σήκωσε τα μάτια του και βλέπει από μακρυά τον Αβραάμ και τον Λάζαρο στην αγκάλη του. Και τότε φώναξε: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε τον Λάζαρο να βουτήξει το δάχτυλό του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί βασανίζομαι σε τούτη τη φλόγα». Του αποκρίθηκε ο Αβραάμ: «Τέκνο μου, θυμήσου πως εσύ απόλαψες τα καλά στη ζωή σου κι ο Λάζαρος τα κακά. Τώρα, τούτος παρηγοριέται κι εσύ βασανίζεσαι. Αλλά, παρεκτός απ’ αυτό, ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ εσάς υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα κι έτσι όσοι θέλουνε να έρθουνε από δω σε σας δε μπορούνε, μήτε όσοι θέλουνε να περά­σουνε από κει σε μας δεν είναι μπορετό να το κάνουνε». Τότε είπε ο πλούσιος: «Σε παρακαλώ, να στείλεις τον Λάζαρο στο σπίτι του πατέρα μου, επειδή έχω πέντ’ αδέρφια, να τους πει τι τραβώ εδώ χάμω, για να μην έρθουνε και κείνοι σε τούτον τον τόπο με τα βα­σανιστήρια». Του λέγει ο Αβραάμ: «Έχουνε τον Μωϋσή και τους προφήτες. Ας ακούσουνε τι λένε». «Όχι, πάτερ Αβραάμ, μα αν κανένας από τους νεκρούς παρουσιασθεί σ’ αυτούς, θα μετανοήσουνε». Τότε ο Αβραάμ του είπε: «Αν δεν ακούνε τι λένε ο Μωϋσής κι οι προφήτες, μήτε αν αναστηθεί κανένας από τους νεκρούς, θα πιστέψουνε».

Πόσο καθαρά, με πόση απλότητα μιλά το γλυκύτατο στόμα του Χριστού μας, ώστε να τον καταλαβαίνει ο κάθε άνθρωπος! Και είδες πως στο τέλος λέγει ο δίκαιος Αβραάμ στον πλούσιο πως: «αφού τ’ αδέρφια σου δεν πιστεύουνε σε όσα είπανε ο Μωυσής κι οι προφήτες, μήτε κι αν σηκωθεί κανένας πεθαμένος και τους πει για άλλη ζωή και για κόλαση και για παράδεισο, μήτε τότε θα πιστέψουνε». Ο Κύριος ο παντογνώστης ήξερε καλά τι σκληρό πρά­γμα είναι η απιστία και πως απ’ αυτή χάνουνται οι ψυχές των αν­θρώπων. Για τούτο, τότε που μίλησε στους Αποστόλους πριν ν’ α­ναληφθεί, στέλνοντάς τους να κηρύξουνε το Ευαγγέλιο, είπε: «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται». Όποιος πιστέψει στον Θεό και στα λόγια του, θα σωθεί, γιατί θα κάνει αυτά που παραγγέλνει ο Κύριος, ενώ όποιος απιστήσει, θα κατακριθεί, θα κολασθεί, γιατί, αφού δεν πιστεύει, θα κάνει ό,τι ευχαριστά το σώμα του και τη σαρκική όρεξή του, όπως έκανε ο πλούσιος της παραβολής.

Μα ο άπιστος έχει τα αυτιά της ψυχής του βουλωμένα και δεν ακούει αυτά που λέγονται για τη σωτηρία της. Για τούτο ο Χριστός συχνοέλεγε: «Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω». Κι ο Από­στολος Παύλος έλεγε: «Τί σημασία έχει λοιπόν το ότι δεν πιστέψανε κάποιοι; Μήπως η απιστία τους θα καταργήσει την πίστη του Θεού; Ο Θεός θα βγει αληθινός, ενώ ο κάθε άνθρωπος είναι ψεύτης, κατά το γεγραμμένο: «Όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε», (Ρωμ. γ’, 3), που είναι λό­για του προφήτη Δαυίδ, όπου λέγει στον Θεό πως: «Εσύ Κύριε, θα δικαιωθείς για τα λόγια που είπες, και θα νικήσεις σαν κριθείς μαζί με τον άνθρωπο, που θα βγει ψεύτης». Κι αλλού λέγει ο αγγελόγλωσσος Παύλος: «Οι γαρ κατά σάρκα όντες τα της σαρκός φρονούσιν, οι δε κατά πνεύμα τα του πνεύματος. Το γαρ φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρή­νη. Διότι το φρόνημα της σαρκός έχθρα εις Θεόν. Τω γαρ νόμω του Θεού ουχ υποτάσσεται». (Ρωμ. ζ’, 5). Και πάλι ο ίδιος Από­στολος λέγει: «Ο λόγος του Σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μω­ρία εστί, τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστιν». (Α’ Κορινθ. α’, 18). Μωρία, ανοησία, λέγει, είναι ο λόγος του Χριστού για όσους πηγαίνουνε στον χαμό τους, γιατί, αν ήτανε αλλοιώς, θα πι­στεύανε σ’ αυτόν και θα προσπαθούσανε να σωθούνε.

Και παρακάτω πάλι λέγει το ίδιο: «Ψυχικός (σαρκικός) άν­θρωπος ου δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού. Μωρία γαρ αυτώ εστιν». (Α’ Κορινθ. β’, 14). Και σε άλλο μέρος λέγει: «Ει δε και έστι κεκαλυμμένον το Ευαγγέλιον ημών, εν τοις απολλυμένοις εστί κεκαλυμμένον» (Β’ Κορινθ. δ’, 13). Δηλαδή: Το Ευαγγέλιο, η διδασκαλία του Χριστού, είναι καθαρή και απλή και μοναχά για όσους είναι άπιστοι (χαμένοι), γι’ αυτούς είναι σκεπασμένη και σκο­τεινή. Παρακάτω λέγει: «Τα βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια». (Β’ Κορινθ. δ’, 18). «Η γαρ σαρξ επιθυμεί κατά του Πνεύματος, το δε Πνεύμα κατά της σαρκός. Ταύτα δε αντίκειται αλλήλοις, ίνα μη α αν θέλητε, ταύτα ποιήτε». (Γαλάτ. ε’, 17). «Ο σπείρων εις την σάρκα εαυτού εκ της σαρκός θερίσει φθοράν, ο δε σπείρων εις το πνεύμα εκ του πνεύματος θερίσει ζωήν αιώνιον». (Γαλάτ. στ’, 8). «Ελπίδα μη έχοντες και άθεοι εν τω κόσμω», λέ­γει στους Εφεσίους, «πως έναν καιρό ήσαστε χωρίς Χριστό, ξένοι των διαθηκών της επαγγελίας, μην έχοντας ελπίδα και άθεοι στον κόσμο». (Εφεσ. β’, 11). Στον Τίτο γράφει: «Επεφάνη γαρ η χά­ρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις, παιδεύουσα ημάς, ίνα, αρνησάμενοι την ασέβειαν και τας κοσμικάς επιθυμίας, σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς ζήσωμεν εν τω νυν αιώνι, προσδεχόμενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών». (Τίτ. β’, 11). «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις». (Εβρ. θ’, 27).

Κι ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος λέγει: «Αγε νυν οι πλού­σιοι, κλαύσατε ολολύζοντες επί ταις ταλαιπωρίαις υμών ταις επερχομέναις. Ο πλούτος υμών σέσηπε και τα ιμάτια υμών σητόβρωτα γέγονεν, ο χρυσός υμών και ο άργυρος κατίωται και ο ιός αυτών εις μαρτύριον υμίν έσται και φάγεται τας σάρκας υμών ως πυρ». (Ιακώβου ε’, 1).
Κι ο Απόστολος Πέτρος γράφει: «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί». (Β’ Πέτρου γ’, 10).
Τέλος, ο Απόστολος Ιωάννης γράφει: «Ημείς οίδαμεν ότι μεταβεβήκαμεν εκ του θανάτου εις την ζωήν». (Α’ Ιω. γ’, 14).

Βλέπετε, αγαπητοί, πόσα είναι γραμμένα στα άγια βιβλία της θρησκείας μας, αυτά κι άλλα πολλά, για να πιστέψουμε στη μέλλουσα αιώνια ζωή και να μην είμαστε προσκολλημένοι σε τού­τη την πρόσκαιρη; Πώς, λοιπόν, θα βρούμε απολογία στην απι­στία μας; Ο Χριστός είπε: «Ει μη ήλθον και ελάλησα αυτοίς, αμαρτίαν ουκ είχον. Νυν δε πρόφασιν ουκ έχουσι περί της αμαρτί­ας αυτών». (Ιω. ιε’, 22). «Αν δεν ερχόμουνα, λέγει, και δεν μιλούσα, αμαρτία δεν θα είχανε οι άνθρωποι. Αλλά τώρα δεν έχου­νε πρόφαση για την αμαρτία τους».

Μαθαίνουμε τόσα και τόσα μάταια πράγματα, η περιέργειά μας δεν αφήνει τίποτα χωρίς να το εξετάσει και μόνο τι λέγει το Ευαγγέλιο για τη σωτηρία μας δεν βρίσκουμε καιρό να το διαβά­σουμε και να το μάθουμε. Για να γιατρέψουμε την πιο παραμικρή αρρώστεια του κορμιού μας, ψάχνουμε και βρίσκουμε τον γιατρό και το γιατρικό, μα για το τι θα γίνει η ψυχή μας σαν πεθάνουμε και με τι τρόπο θα τη γλυτώσουμε από την καταδίκη, δεν δίνου­με καμμιά προσοχή κι ούτε νοιαζόμαστε καθόλου. Καταγινόμαστε με ψευτιές, ενώ την αλήθεια που μας φανέρωσε ο Χριστός και που πρέπει να ζητούμε να τη μάθουμε όπως τρέχαι να βρει το νερό ο διψασμένος, δεν έχουμε καιρό να τη γυρέψουμε! Για τούτο είμαστε άξιοι να καταδικαστούμε πολλές φορές και σαν θα παρουσιαστού­με μπροστά στον Κύριο, τρέμοντας, κατά τη Δευτέρα Παρουσία και μας ρωτήσει αν τον ξέρουμε, θα πούμε τότε με κλάμματα: «Πό­τε σε είδαμε, Κύριε;». Κι Εκείνος θα μας πει: «Καγώ, ουκ οίδα υ­μάς», «Κι εγώ, δεν σας γνωρίζω».

«Ζητήσατε τον Κύριον, ω κατάδικοι και κραταιώθητε τη ελπίδι, ζητήσατε το πρόσωπον αυτού δια μετανοίας και αγιασθήσεσθε τω αγιασμώ του προσώπου αυτού και των αμαρτιών υμών αποκαθαρισθήσεσθε. Δράμετε προς Κύριον όσοι εν αμαρτίαις υπεύθυνοι, τον δυνάμενον συγχωρείν αμαρτήματα. Μεθ’ όρκου γαρ είρηκε δια του προφύτου λέγων: Ζω εγώ, λέγει Κύριος. Ου βούλομαι τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν. Και πάλιν: Όλην την ημέραν διεπέτασα τας χείρας μου προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα. Όλη τη μέρα άπλωνα τα χέρια μου στους ανθρώπους που δεν θέλανε να ακούσουνε τα λόγια μου».

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Ανθη», Εκδόσεις Παπαδημητρίου)


Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Η ΔΙΨΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΜΠΟΜΠΑΣ (Φώτης Κόντογλου)

Ο κακόμοιρος ο κόσμος διψά ειρήνη. Μα χωρίς την απομέσα ειρήνη, δεν μπορεί να γίνη ειρήνη εξωτερική. Χωρίς την ψυχική ειρήνη, η πολιτική και κοινωνική ειρήνη είναι ψεύτικη. «Ειρήνη αφίημι υμίν, είπε ο Χριστός στους μαθητές Του κατά το Μυστικό Δείπνο, ειρή­νην την εμήν δίδωμι υμίν. Ου καθώς ο κόσμος δίδωσι, εγώ δίδωμι υμίν». Πρόσεξες για να δης καλά τί λέγει ο Χριστός; «Ου καθώς ο κόσμος δίδωσι, εγώ δίδωμι υμίν». «Δεν σας δίνω, λέγει, εγώ την ειρήνη που δίνει ο κόσμος», την ψεύτικη, την οργισμένη ειρήνη, την ανειρή­νευτη ειρήνη, την ειρήνη που στ’ αληθινά δεν έχει ολότελα ειρήνη και ησυχία. 

Τέτοια είναι η ειρήνη που μπορεί να κάνη ο κόσμος, οι άνθρωποι, που τρώγονται με τα πάθη τους και που τους κατατρώγει η περηφάνεια, η ματαιοδοξία-φιλαργυρία, η σκληροκαρδία και η απονιά στους άλλους, η μανία της ακολασίας και η επιθυμία της καλοπέρασης. Όλα τούτα τα πάθη είναι οργισμένα και όχι ειρηνικά. Αυτά κάνουνε τους ανθρώπους να μαλώνουνε, να εχθρεύονται ο ένας τον άλλον, αυτά λιγοστεύουνε την αγάπη, που είναι δα πολύ λίγη ανάμεσά τους, και φέρνουνε την παραζάλη, την έχθρα, «την έριδα» που λέγανε οι αρχαίοι. Με άλλα λόγια, φέρνουνε τη βασιλεία του διαβόλου επί της γης, και όχι τη βασιλεία του Θεού, που είναι η ειρήνη.

Ο Χριστός μας δίδαξε να λέμε στο «Πάτερ ημών» «ελθέτω η βασιλεία Σου». Μα ποιος πιστεύει στη βασιλεία του Θεού, παρεκτός από κάποιους λίγους, που τους έχει ο κόσμος για τρελούς; Ωστόσο, αυτός ο παραζαλισμένος κόσμος, ο βουτηγμένος στην αμαρτία, στις ηδονές, και στην ακολασία, αυτός ο κόσμος που πιστεύει μοναχά στον εαυτό του, και που δεν λογαριάζει καθόλου τον Θεό και τον νόμο του, αποζητά την ειρήνη, θέλει να μείνη ήσυχος για να χαρή τις αμαρτωλές επιθυμίες του, για να βουτηχθή ως τον λαιμό μέσα στον μαύρο βούρκο. Δεν πιστεύει στα λόγια του Θεού που λέγεται «Άρχων ειρήνης», και που είπε με το στόμα του προφήτη «Αν ακούσετε τα λόγια μου, θα ήσαστε βλογημένοι και θα ζήσετε καλά. Μα αν δεν τ’ ακούσετε αλλά πορευθήτε κατά τα πονηρά θελήματα της καρδιάς σας, θα σας καταφάγη η μάχαιρα». Αυτά τα κοροϊδεύει ο κόσμος, και τα λέγει παραμύθια.

       Και να, που ήρθε ο κόμπος στο χτένι. Η παραζάλη, γίνεται μέρα με τη μέρα χειρότερη. Ο πόθος της απόλαυσης έγινε μιαν άγρια τρέλα στους ανθρώπους, που τσαλαπατάνε ο ένας τον άλλον για να μη χάσουνε τις διάφορες φαρμακερές ηδονές, που ολοένα τις πληθαίνει ο σατανάς με τα πολύπλοκα μηχανήματά του, σαν τον ψαρά που βάζει στ’ αγκίστρι του όλο και πιο ορεχτικό δόλωμα, για να τραβήξη τα λαίμαργα τα ψάρια και να τα ψήση στη φωτιά να τα φάγη. Ο μαμωνάς σκέπασε με τις σκοτεινές φτερούγες του τον κόσμο, και τον κουνά σαν νάναι κανένα κόσκινο, και όπως αναταράζεται το σιτάρι, χοροπηδάνε οι άνθρωποι μέσα στο κόσκινό του και δαγκάνει ο ένας τον άλλον, και εξοντώνει ο αδελφός τον αδελφό, λέγοντας: «Ο θάνατός σου, ζωή μου!». Το ίδιο και τα μεγάλα κοπάδια των ανθρώπων, τα λεγόμενα έθνη, βλέπουνε τόνα τάλλο όπως βλέπει ο λύκος το πρόβατο, και λογαριάζει πότε θα μπόρεση να το πνίξη, να πιή το αίμα του, το μεγάλο να φάη το μικρό και τα μεγάλα να φάνε τόνα τάλλο. Να, λοιπόν, που αντί να έλθη η βασιλεία του Θεού, που μας είπε ο Χριστός να παρακαλούμε, ήρθε η βασιλεία του σατανά, του όφεως του αρχαίου, που ήτανε πάντα ανθρωποκτόνος, όπως λέγει το Ευαγγέλιο.

       Ο διάβολος είναι ο εξουσιαστής απάνω στη διάνοια και στην καρδιά μας, και αυτός χαίρεται για τα έργα που κάνουμε, θέλοντας να βγάλουμε ο ένας το μάτι τ’ αλλου­νού. Ανάμεσα στα δολώματα που μας έβαλε, εκείνο που μας τραβά περισσότερο η μυρουδιά του, είναι το πετρέλαιο, αυτό το βρωμόνερο που βγαίνει από την πίσσα της κόλασης, που είναι μαύρο κατοικητήριό του. Και γύρω σ’ αυτό το σιχαμερό δόλωμα μαζευτήκανε τα έθνη, μικρά και μεγάλα, και δαγκώνουνται, και σφάζουνται γι’ αυτό δίχως έλεος. Και οι άνθρωποι γινήκανε τρελοί από κακία, γεμάτοι υποκρισία, μεγαλομανία, φιληδονία, πιστοί στρατιώτες του διαβόλου. Και μέσα σ’ αυτή τη λύσσα που τους έπιασε, θέλουνε ν’ απολάψουνε, οι ανόητοι, την Ειρήνη, που είναι δώρο του Θεού, και όχι του διαβόλου.

       Ο Θεός λείπει από τον κόσμο. Πουθενά δεν γίνεται το θέλημά Του. Ο Χριστός, πριν σταυρωθή, γύρισε και είδε την Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον κόσμο, δακρυσμένος, και είπε: «Πόσες φορές θέλησα να μαζέψω τα τέκνα σου, σαν την όρνιθα που σκεπάζει με τις φτερούγες της, τα πουλιά της, και δεν θελήσατε: Ιδού αφίεται ο οίκος υμών έρημος». Έρημος οίκος είναι: ο κόσμος σήμερα. Έρημος από ειρήνη. Μέρα-νύχτα στέκεται ανύσταχτο το μάτι της πονηρής ανθρωπότητας. Μέρα-νύχτα δουλεύου­νε οι εφευρέσεις της καταστροφής, τα συμβούλια του θανάτου. Και από τ’ άλλο μέρος, οι καταδικασμένοι γλε­ντοκοπούνε, κυλιούνται στην ακολασία, κόλακες και δολοφόνοι, βλάκες και πονηρότατοι, χωρίς καρδιά, χωρίς ψυχή, χωρίς τίποτα από την εικόνα του Θεού. Όλοι παίρνουνε, κανένας δεν θέλει να δώση. Και όποιος δίνει, δίνει τον θάνατο. Σε κανένα καλό δεν συμφωνούνε, μα στο κακό, είναι όλοι θερμοί συνεργάτες.

       Η κυρά Επιστήμη, δηλαδή η ανθρώπινη γνώση, αυτή είναι το καινούριο είδωλο που λατρεύουνε οι άνθρωποι. Με τόνα χέρι προσφέρνει τα γιατρικά για να μη πεθαίνουμε οι άνθρωποι, και με τάλλο βαστά τη μπόμπα και τους φοβερίζει, μέρα-νύχτα. Αυτή η μπόμπα, ο καρπός του δέντρου της Γνώσεως, μόλεψε τον αγέρα, τα νερά, το αίμα των ίδιων των ανθρώπων που την εφεύρανε. Και αφού πρώτα, με πείσμα δαιμονικό, φαρμακώσανε την έμορφη πλάση του Θεού, τώρα φωνάζουνε κείνοι που κατασκευάσανε αυτή την καταραμένη μπόμπα: «Σώσετε την ανθρωπότητα! Σώσετε τον κόσμο! Γενεές γενεών θα πεθαίνουνε από κακές αρρώστειες!». Υποκριτές! Τώρα φωνάζετε, σαν τον Ιούδα που μετάνοιωσε αφού είχε πια σταυρωθή ο Χριστός, και η μετάνοιά του δεν ωφελούσε πια κανέναν; Καλύτερα να τινάζατε τη γη στον αγέρα μια και καλή, παρά τώρα που φαρμακώσατε τα πάντα, και τα παιδιά μας, και τα εγγόνια μας θα τα θερίζη «σκληρός θάνατος και αργός».

Άνθρωπε! Καμάρωσε τα κατορθώματά σου. Καμάρωσε το τετραπέρατο μυαλό σου, που καυχιότανε πως θάκανε παράδεισο τον κόσμο!


(Από το βιβλίο «Ο Φώτης Κόντογλου στην τρίτη διάστασή του», σελ. 124-127, έκδ. Ιερό Κοινόβιο ΟΣΙΟΥ ΝΙ­ΚΟΔΗΜΟΥ, Γουμένισσα 2003). "Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου"πηγή: alopsis.gr).

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ, Ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ (Φώτης Κόντογλου)

Ανάσταση νεκρών προφήτης Ιεζεκιήλ

Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ ̓ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ ̓ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε, δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.

Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ ̓ ἀναστηθῆ, μ ̓ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ ̓ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ ̓ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ ̓ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦνε τὴ χαροποιὰ εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»...

Βλέπεις καταπάνω σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα; ...Καὶ μ ̓ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ ̓ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ ̓ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κ ̓ ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε. Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη. Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης μας... Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας».

Ναί, ἐκείνους ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας, τοὺς μακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Καὶ στὸν Θωμᾶ, ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε: «Γιατὶ μὲ εἶδες Θωμᾶ, γιὰ τοῦτο πίστεψες; Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».

Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦμε ν ̓ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε κ ̓ ἐμεῖς μαζί του.
Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε.



Πηγή:
orthodoxfathers.com





Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Ἀληθινή καί ὄχι ψεύτικη χαρά (Φώτης Κόντογλου)



Ἀληθινή καί ὄχι ψεύτικη χαρά

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

«Ἀληθινὴ κι᾿ ὄχι ψεύτικη χαρὰ νοιώθει μονάχα ὅποιος ἔχει τὸν Χριστὸ μέσα τουκ᾿ εἶναι ταπεινός,πρᾶοςγεμάτος ἀγάπη. Ἀληθινὴ χαρὰ ἔχει μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ξαναγεννήθηκε
στὴν ἀληθινὴ ζωὴ τοῦΧριστοῦ. Κι᾿ αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ χαρὰ βγαίνει ἀπὸ καρδιὰ ποὺ πονᾶ
καὶ θλίβεται γιὰ τὸν Χριστό, καὶ βρέχεται ἀπὸ τὸ παρηγορητικὸ δάκρυο τὸ ὁποῖο δὲν τὸ
γνωρίζουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, κατὰ τὸν ἅγιο λόγο ποὺ εἶπε τὸ στόματοῦ Κυρίου: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ε´ 4), «Καλότυχοι ὅσοι εἶναιλυπημένοι, γιατὶ αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε.» Κι᾿ ἀλλοῦ λέγει:… «Καλότυχοι ὅσοι κλαῖτε τώρα, γιατὶ θὰγελάσετε.» (Λουκ. στ´ 21).

Ὅποιος λυπᾶται καὶ ὑποφέρνει γιὰ τὸν Χριστόπέρνει παρηγοριὰ οὐράνια καὶ εἰρήνη
ἀθόλωτηΠαράκληση δὲν θὰ πεῖ παρακάλεσμα, ἀλλὰ παρηγοριά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα λέγεται Παράκλητος,δηλαδὴ Παρηγορητής, ἐπειδὴ ὅποιος τὸ πάρει, παρηγοριέται σὲ κάθε θλίψη του καὶ βεβαιώνεται καὶ δὲν φοβᾶται τίποτα. Κι᾿ αὐτὴ ἡ βεβαιότητα ποὺ δέχεται μυστικά, τὸν κάνει νὰ χαίρεται πνευματικά. Καὶ πάλι λέγει ὁ Κύριος παρακάτω στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία: «Μακάριοι ἐστὲ ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶεἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα
ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ,» (Ματθ. ε´ 11). 

Καὶ κατὰ τὸν μυστικὸ Δεῖπνο εἶπε στοὺςἉγίους Ἀποστόλους: «Ἀμήν, Ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται• ὑμεῖςδὲ λυπηθήσεσθε, ἀλλ᾿ ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται.» (Ἰω.ιστ´ 20).

Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ τὰ λένε χαρὲς οἱ ἄνθρωποιδὲν εἶναι ἀληθινὲς χαρές• μιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ χαρά,τούτη ἢ ἡ πονεμένη χαρὰ τοῦ Χριστοῦποὺ ξαγοράζεται μὲ τὴ θλίψηγιὰ τοῦτο
κι᾿ ὁ Κύριος τη λέγει«πεπληρωμένη», δηλτέλειαἀληθινήσίγουρη(Ἰω. ιστ´ 25). Κι᾿ ὁ ἅγιος Παῦλος στὶς Ἐπιστολές του λέγειπολλὰ γι᾿ αὐτὴ τὴ βλογημένη θλίψη ποὺ εἶναι συμπλεγμένη μὲ τὴ χαρά: «Ἡ λύπη γιὰ τὸν Θεό, λέγει, φέρνει ἀμετάνοιωτη μετάνοια γιὰ τὴ σωτηρία (δηλ. ἡ λύπη ποὺ νοιώθει ὅποιος πιστεύει στὸν Θεό, κάνει ὥστε ἐκεῖνοςὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοιώσει καὶ νὰ σωθεῖ, χωρὶς νὰ ἀλλάξει γνώμη καὶ νὰ γυρίσει πίσω στὴν ἁμαρτία), ἐνῶ ἡλύπη τοῦ κόσμου φέρνει τὸν θάνατο.» (Κορινθ. Β´, ζ´ 10).
Κι᾿ ἀλλοῦ λέγει πὼς οἱ χριστιανοὶ φαίνουνται στοὺς ἀσεβεῖς πὼς εἶναι λυπημένοι,
μὰ στ᾿ ἀληθινὰ χαίρουνται: «ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες,» (Κορινθ. Β´, στ´ 10). Ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν παντοτινὴ χαρὰ φτερωμένος ὁ ἅγιος Παῦλος, γράφει ὁλοέναστοὺς μαθητάδες του: «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε!» (Φιλιπ. δ´ 4). «Πάλιν χαρῆτε.» (Φιλιπ. β´ 28). «Πάντοτε χαίρετε.» (Θεσσαλ. ε´ 16).

«Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε.» (Κορινθ. Ζ΄16)

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ Μέγα Μυστήριον (Φώτης Κόντογλου)




Μυστήριο ξένον, λέγει ὁ Ὑμνωδός, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ νὰ γεννηθῆ σὰν ἄνθρωπος, ὄχι κανένας προφήτης, ὄχι κανένας ἄγγελος, ἄλλα ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Ὁ ἄνθρωπος, θὰ μποροῦσε νὰ φθάσει σὲ μία τέτοια πίστη; Οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ ἄλλοι τετραπέρατοι σπουδασμένοι ἤτανε δυνατὸ νὰ παραδεχθοῦν ἕνα τέτοιο πράγμα; Ἀπὸ τὴν κρισάρα τῆς λογικῆς τους δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἢ παραμικρὴ ψευτιά, ὄχι ἕνα τέτοιο τερατολόγημα! Ὁ Πυθαγόρας, ὁ Ἐμπεδοκλῆς κι ἄλλοι τέτοιοι θαυματουργοί, ποὺ ἤτανε καὶ σπουδαῖοι φιλόσοφοι, δὲ μπορέσανε νὰ τοὺς κάνουνε νὰ πιστέψουνε κάποια πράγματα πολὺ πιστευτά, καὶ θὰ πιστεύανε ἕνα τέτοιο τερατολόγημα; Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀνάμεσα σὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ἀνάμεσα σὲ ἀπονήρευτους τσοπάνηδες, μέσα σε μία σπηλιά, μέσα στὸ παχνί, ποὺ τρώγανε τὰ βόδια.

Κανένας δὲν τὸν πῆρε εἴδηση, μέσα σε ἐκεῖνον τὸν ἀπέραντο κόσμο, ποὺ ἐξουσιάζανε οἱ Ῥωμαῖοι, γιὰ τοῦτο εἶχε πεῖ ὁ προφήτης Γεδεών, πὼς θὰ κατέβαινε ἥσυχα στὸν κόσμο, ὅπως κατεβαίνει ἡ δροσιὰ ἀπάνω στὸ μπουμπούκι τοῦ λουλουδιοῦ, «ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον». Ἀνάμεσα σὲ τόσες μυριάδες νεογέννητα παιδιά, ποιὸς νὰ πάρει εἴδηση τὸ πιὸ πτωχὸ ἀπὸ τὰ πτωχά, ἐκεῖνο ποῦ γεννήθηκε ὄχι σὲ καλύβι, ὄχι σὲ στρούγκα, ἀλλὰ σὲ μία σπηλιά; Καὶ κείνη ξένη, γιατὶ τὴν εἴχανε οἱ τσομπαναρέοι νὰ σταλιάζουνε τὰ πρόβατά τους.

Τὸ «ὑπερεξαίσιον καὶ φρικτὸν μυστήριο» τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἔγινε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε ἕνας μοναχὰ αὐτοκράτορας ἀπάνω στὴ γῆ, ὁ Αὔγουστος, ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Καίσαρα, ὕστερα ἀπὸ μεγάλη ταραχὴ καὶ αἱματοχυσία ἀνάμεσα στὸν Ἀντώνιο ἀπὸ τὴ μία μεριά, καὶ στὸν Βροῦτο καὶ τὸν Κάσσιο ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τότε γεννήθηκε κι ὁ ἕνας καὶ μοναχὸς πνευματικὸς βασιλιάς, ὁ Χριστός. Κι᾿ αὐτὸ τὸ λέγει ἡ ποιήτρια Κασσιανὴ στὸ δοξαστικὸ ποὺ σύνθεσε, καὶ ποὺ τὸ ψέλνουνε κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῶν Χριστουγέννων: «Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς, ἡ πολυαρχία τῶν ἄνθρωπων ἐπαύσατο. Καὶ Σοῦ ἐνανθρωπήσαντος ἐκ τῆς ἁγνῆς ἡ πολυθεΐα τῶν εἰδώλων κατήργηται. Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται. Καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν Θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν...».

Τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ τὴν προφητέψανε οἱ Προφῆτες. Πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους τὴν προφήτεψε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, τὴ μέρα ποὺ εὐλόγησε τοὺς δώδεκα υἱούς του, καὶ εἶπε στὸν Ἰούδα «δὲν θὰ λείψει ἄρχοντας ἀπὸ τὸν Ἰούδα μήτε βασιλιὰς ἀπὸ τὸ αἷμά του, ὡς ποὺ νὰ ἔλθει ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖον εἶναι γραμμένο νὰ βασιλεύει ἀπάν᾿ ἀπ᾿ ὅλους, κι αὐτὸν τὸν περιμένουμε ὅλα τὰ ἔθνη». Ὡς τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, οἱ Ἰουδαῖοι, τὸ γένος τοῦ Ἰούδα, εἴχανε ἄρχοντες, δηλαδὴ κριτὲς καὶ ἀρχιερεῖς, ποὺ ἤτανε κ᾿ οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντές τους. Ἀλλὰ τότε γιὰ πρώτη φορὰ ἔγινε ἄρχοντας τῆς Ἰουδαίας ὁ Ἡρώδης, ποὺ ἤτανε ἐθνικὸς καὶ ἔβαλε ἀρχιερέα τὸν Ἀνάνιλον «ἀλλογενῆ», ἐνῶ οἱ ἀρχιερεῖς εἴχανε πάντα μητέρα Ἰουδαία. Τελευταῖος Ἰουδαῖος ἀρχιερεὺς στάθηκε ὁ Ὑρκανός. Καὶ οἱ ἄλλοι προφῆτες προφητέψανε τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, προπάντων ὁ Ἡσαΐας. Τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ τὴ λένε οἱ ὑμνωδοὶ «τὸ πρὸ αἰώνων ἀπόκρυφον καὶ Ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον», κατὰ τὰ λόγια του Παύλου ποὺ γράφει: «Ἐμοὶ τῷ ἐλαχιστοτέρῳ πάντων τῶν ἁγίων ἐδόθη ἡ χάρις αὐτὴ ἐν τοῖς ἔθνεσιν εὐαγγελίσασθαι τὸν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ καὶ φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τὸν ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ, τῷ τὰ πάντα κτίσαντι διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. γ´ 8-10). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει, πὼς αὐτὸ τὸ μυστήριο δὲν τὸ γνωρίζανε καθαρὰ καὶ μὲ σαφήνεια οὔτε οἱ Ἄγγελοι, γι᾿ αὐτὸ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ μὲ τρόμο τὸ εἶπε στὴν Παναγία. Καὶ στοὺς Κολασσαεῖς γράφοντας ὁ θεόγλωσσος Παῦλος, λέγει: «Τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν, νυνὶ ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, οἷς ἠθέλησε ὁ Θεὸς γνωρίσαι τὶς ὁ πλοῦτος, τῆς δόξης τοῦ μυστηρίου τούτου ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὃς ἐστὶ Χριστὸς ἐν ἡμῖν ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης». Λέγει, πῶς φανερώθηκε αὐτὸ τὸ μυστήριο στοὺς ἁγίους, ποὺ θέλησε ὁ Θεὸς νὰ τὸ μάθουνε, καὶ αὐτοὶ θὰ τὸ διδάσκανε στὰ ἔθνη; στοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ προσκυνούσανε γιὰ θεοὺς πέτρες καὶ ζῶα καὶ διάφορα ἀλλὰ κτίσματα.

Ἑξακόσια χρόνια πρὸ Χριστοῦ ὁ βασιλιὰς Ναβουχοδονόσορ εἶδε στὸ Ὄνειρό του, πὼς βρέθηκε μπροστά του ἕνα θεόρατο φοβερὸ ἄγαλμα, καμωμένο ἀπὸ χρυσάφι, ἀσήμι, χάλκωμα, σίδερο καὶ σεντέφι: Κι ἄξαφνα ἕνας βράχος ξεκόλλησε ἀπὸ ἕνα βουνὸ καὶ χτύπησε τὸ ἄγαλμα καὶ τό ῾κανε σκόνη. Καὶ σηκώθηκε ἕνας δυνατὸς ἄνεμος καὶ σκόρπισε τὴ σκόνη, καὶ δὲν ἀπόμεινε τίποτα. Ὁ βράχος ὅμως ποὺ τσάκισε τὸ ἄγαλμα ἔγινε ἕνα μεγάλο βουνό, καὶ σκέπασε ὅλη τη γῆ. Τότε ὁ βασιλιὰς φώναξε τὸν προφήτη Δανιὴλ καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἐξήγησει τὸ ὄνειρο.

Κι ὁ Δανιὴλ τὸ ἐξήγησε καταλεπτῶς, λέγοντας πὼς τὰ διάφορα μέρη τοῦ ἀγάλματος ἤτανε οἱ διάφορες βασιλεῖες, ποὺ θὰ περνούσανε ἀπὸ τὸν κόσμο ὕστερα ἀπὸ τὸν Ναβουχοδονόσορα καὶ πὼς στὸ τέλος ὁ Θεὸς θὰ ἀναστήσει κάποια βασιλεία ποὺ θὰ καταλύσει ὅλες τὶς βασιλεῖες, ὅπως ὁ βράχος ποὺ εἶχε δεῖ στὸ ἐνύπνιό του ἐξαφάνισε τὸ ἄγαλμα μὲ τὰ πολλὰ συστατικά του: «Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν βασελέων ἐκείνων, ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τοὺς αἰῶνας οὐ διαφθαρήσεται», «κάποιο βασίλειο, λέγει, ποὺ δὲν θὰ καταλυθεῖ ποτὲ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων».

Αὐτὴ ἡ βασιλεία ἡ αἰώνια, ἡ ἄφθαρτη, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, ἡ βασιλεία τῆς ἀγάπης στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἱδρύθηκε μὲ τὴν ἁγία Γέννηση τοῦ Κυρίου ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι τέτοια βασιλεία, γι᾿ αὐτὸ θὰ εἶναι αἰώνια, γι᾿ αὐτὸ δὲν θὰ χαλάσει ποτέ, ὅπως γίνεται μὲ τὶς ἄλλες ἐπίγειες καὶ ὑλικὲς βασιλεῖες. Ὅπως ὁ βράχος μεγάλωνε κι ἔγινε ὄρος μέγα καὶ σκέπασε τὴ γῆ, ἔτσι καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ξαπλώθηκε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη, μὲ τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων: « Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν».

Ὥστε βγῆκε ἀληθινὴ ἡ ἀρχαιότερη προφητεία τοῦ Ἰακώβ, πὼς σὰν πάψει ἡ ἐγκόσμια ἐξουσία τῶν Ἰουδαίων, θὰ ἔρθει στὸν κόσμο ἐκεῖνος ποὺ προορίστηκε, «ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν».

Σημείωσε πὼς οἱ Ἑβραῖοι πιστεύανε πὼς ἡ φυλή τους μονάχα ἦταν βλογημένη, καὶ πὼς ὁ Θεὸς φρόντιζε μονάχα γι᾿ αὐτή, καὶ πὼς οἱ ἄλλοι λαοί, «τὰ ἔθνη», ἦταν καταραμένα καὶ μολυσμένα κι ἀνάξια νὰ δεχτοῦν τὴ φώτιση τοῦ Θεοῦ. Λοιπὸν εἶναι παράξενο νὰ μιλᾶ ἡ προφητεία τοῦ Ἰακὼβ γιὰ τὰ ἔθνη, γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες θὰ περιμένουν τὸν Μεσσία νὰ τοὺς σώσει καὶ μάλιστα νὰ μὴ λέει κἂν πὼς τὸν ἀναμενόμενο Σωτῆρα τὸν περιμένανε οἱ Ἰουδαῖοι μαζὶ μὲ τὰ ἔθνη, ἀλλὰ νὰ λέει πὼς τὸν περιμένανε μονάχα οἱ ἐθνικοί: «καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν». Ὅπως κι ἔγινε. Γιατί, τὴ βασιλεία ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, τὴ θεμελίωσαν μὲν οἱ ἀπόστολοι, ποὺ ἦταν Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ τὴν ξαπλώσανε καὶ τὴν στερεώσανε μὲ τοὺς ἀγῶνες τους καὶ μὲ τὸ αἷμα τοὺς οἱ ἄλλες φυλές, «τὰ ἔθνη».

Εἶναι ὁλότελα ἀκατανόητο, γιὰ τὸ πνεῦμα μας, τὸ ὅτι κατέβηκε ὁ Θεὸς ἀνάμεσά μας σὰν ἄνθρωπος συνηθισμένος καὶ μάλιστα σὰν ὁ φτωχότερος ἀπὸ τοὺς φτωχούς. Αὐτὴ τὴ μακροθυμία μονάχα ἅγιες ψυχὲς εἶναι σὲ θέση νὰ τὴ νιώσουνε ἀληθινά, καὶ νὰ κλάψουνε ἀπὸ κατάνυξη.
Κάποιοι, μ᾿ ὅλα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, δὲν θὰ νιώσουμε τίποτα ἀπὸ τὸ Μυστήριο, ποὺ γιορτάζουμε. Σ᾿ αὐτούς, ἐγὼ ὁ τιποτένιος, δὲ μπορῶ νὰ πῶ τίποτα. Μοναχὰ θὰ τοὺς θυμίσω τὰ αὐστηρὰ λόγια ποὺ γράφει στὴν ἐπιστολή του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, κι᾿ ὁ θερμότατος κήρυκας τῆς ἀγάπης: «Πᾶν πνεῦμα, ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι. Καὶ πᾶν πνεῦμα, ὃ μὴ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστίν. Οὗτος ἐστὶν ἀντίχριστος».



Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΚΡΥΦΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΠΟΣΤΕΩΜΕΝΟΣ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ (Φώτης Κόντογλου)





Σιγὰ-σιγά, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε, οἱ αἱρετικοὶ πληθαίνουνε μέσα στὴν Ἐκκλησία μας, παρεκτὸς τοὺς ἀπ' ἔξω. Οἱ ἀπ' ἔξω αἱρετικοὶ εἶναι φανεροί. Ἐδῶ θὰ μιλήσω γιὰ τοὺς κρυφοὺς αἱρετικούς, τοὺς κρυφοδαγκανιάρηδες σκύλους, αὐτοὺς ποὺ μᾶς φέρνουνε τὸν προτεσταντισμὸ καὶ τὸν καθολικισμὸ ἀπὸ τὴ Δύση, ἐκεῖ ποὺ πᾶνε καὶ σπουδάζουνε.

Καὶ πῶς νὰ μὴν τὸν φέρουνε; Ἀργήσανε μάλιστα. Χρόνια καὶ χρόνια γίνεται αὐτὴ ἡ δουλειά. Παράξενο θὰ 'τανε νὰ μὴν τὸν φέρουνε. Αὐτοί, ὅμως, δὲν φανερώνονται σὰν αἱρετικοί, μήτε κι οἱ ὅμοιοί τους τοὺς θεωροῦνε γιὰ αἱρετικούς. Μιλᾶνε συχνά, σὰν παπαγάλοι, γιὰ ὀρθοδοξία, ἀλλὰ γιὰ μία ὀρθοδοξία «ἐξελιγμένη», συγχρονισμένη, «εὐρωπαϊκὴ Ὀρθοδοξία». Τούτη ἡ Ὀρθοδοξία ποὺ ἔχουμε καὶ ποὺ τὴν κληρονονήσαμε ἀπὸ τοὺς πατεράδες μας, εἶναι παλιά, εἶναι βλάχικη Ὀρθοδοξία, ποὺ δὲν πάει νὰ τὴν ἔχουνε μοντέρνοι ἄνθρωποι, ποὺ ζήσανε στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική!

Κάθε τόσο ἔρχεται στὴν Ἑλλάδα μία φουρνιὰ ἀπὸ νεαροὺς θεολόγους, ποὺ σπουδάσανε στὴν Εὐρώπη καὶ ποὺ δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ χωνέψουνε τίποτα ἀπὸ τὰ δικά μας. Ὅλα τους φαίνονται κουτσὰ καὶ στραβά, καὶ δουλεύουνε φανατικὰ γιὰ νὰ χαλάσουνε τὴν ἁγνὴ καὶ σωστὴ πίστη τοῦ λαοῦ μας. 

Θὰ 'λεγε κανένας πὼς.... γι' αὐτοὺς ἔγραψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὰ παρακάτω λόγια: «διὰ τοὺς παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οἵτινες παρεισῆλθον κατασκοπῆσαι τὴν ἐλευθερίαν ἠμῶν, ἢν ἔχομεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἴνα ἠμᾶς καταδουλώσωνται» (Γαλάτ. β', 4).

Ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς μᾶς ἔχει, ἀληθινά, τὴν ἐλευθερία τῆς πίστεως τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, καὶ τοῦτοι οἱ νέοι γραμματεῖς μὲ τὰ διπλώματα, θέλουνε νὰ μᾶς καταδουλώσουνε στὰ ἁμαρτωλὰ ὀρθολογιστικὰ συστήματα τῆς Δύσης.

Οἱ περισσότεροι σπουδαστές μας, μόλις πατήσουνε στὴν Εὐρώπη ἀπομένουνε ἐμβρόντητοι ἀπὸ τὶς ψευτοφιλοσοφίες ποὺ διδάσκουνε κάποιοι σπουδαῖοι καθηγητές, καὶ μάλιστα σὲ ξένη γλώσσα. Ἡ ξένη γλώσσα τοὺς κάνει μεγάλη ἐντύπωση! Κατάπληξη τοὺς κάνουνε κ' οἱ μεγάλες, πολιτεῖες, οἱ φαρδιοὶ δρόμοι, τὰ μεγάλα χτίρια, οἱ λεωφόροι, τὰ τραῖνα, οἱ λογὴς-λογὴς μηχανές, οἱ ἀγορές, τὸ πολὺ χρῆμα, τὰ βλοσυρὰ Πανεπιστήμια. Κι αὐτὸ γίνεται, γιατί οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς σπουδαστὲς εἶναι χωριατόπουλα, ποὺ νοιώθουνε μέσα τοὺς ντροπὴ γιὰ τὸ χωριό τους, κι ὅ,τι βλέπουνε κι ἀκοῦνε, εἶναι γι’ αὐτοὺς οὐρανοκατέβατο!

Τοὺς ξέρω καλὰ αὐτοὺς τοὺς σπουδαστές, γιατί κι ἐμεῖς περάσαμε ἀπὸ κεῖνες τὶς χῶρες, καὶ ζήσαμε σ' αὐτὲς κάμποσα χρόνια. Ὅποτε ἐρχόντανε στὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἤτανε, στὴν ἀρχή, σαστισμένοι καὶ ζαρωμένοι, σὰν καὶ κεῖνα τὰ μαντρόσκυλα ποὺ ἀκολουθήσανε τὸν τσομπάνο καὶ βρεθήκανε στὸ κέντρο τῆς πολιτείας, μέσα στὴν ὀχλοβοὴ κι ἀνάμεσα στ' αὐ­τοκίνητα, καὶ σαστίσανε, τὰ κακόμοιρα, καὶ βάζουνε τὴν οὐρὰ τοὺς ἀνάμεσα στὰ σκέλια τους, τρομοκρατημένα.

Μὰ σὰν γυρίσουνε στὸ μαντρί, τὴν ξανασηκώνουνε περήφανα, καὶ γίνουνται θηρία ἀνήμερα. Μ' αὐτὰ τὰ σκυλιὰ μοιάζανε, στὰ μάτια τὰ δικά μας, ποὺ εἴχαμε ζήσει πρὶν ἀπὸ χρόνια στὶς μεγάλες πολιτεῖες, ἐκεῖνα τὰ νεοφερμένα Ἑλληνόπουλα, ποὺ μᾶς θεωρούσανε στὴν ἀρχὴ σὰν προστάτες τους, κ' ἤτανε ταπεινὰ καὶ φρόνιμα. Μὰ μὲ τὸν καιρὸ ξεθαρρεύανε, καὶ πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ παίρνανε στὸ τέλος ἕναν ἐγωισμὸ σιχαμερόν, μιλώντας μὲ καταφρόνηση γιὰ τὴν πατρίδα τους. Καὶ πολλὰ ἀπ' αὐτά, σὰν γυρίζανε πίσω στὴν Ἑλλάδα, κάνανε τὰ θηρία, κάνανε τοὺς πάνσοφους, κάνανε τοὺς προφέσσορας, μιλώντας ὁλοένα γιὰ τὴν Εὐρώπη καὶ γιὰ τὴν κακομοιριὰ τὴ δική μας σὲ ὅλα τὰ πράγματα. Γι' αὐτὸ λέγω, πὼς ἡ Εὐρώπη εἶναι ἡ δοκιμαστικὴ πέτρα γιὰ κάθε ἕναν ἀπό μας, ποὺ θὰ πάει σὲ κάποια χώρα της: ἢ θὰ γίνει πίθηκος ξενόδουλος, θαυμάζοντας σὰν οὐρανοκατέβατα ὅλα ὅσα βλέπει κι ἀκούει σὲ κείνη τὴ χώρα, καὶ θ' ἀρνηθεῖ τὸ γάλα τῆς μάνας του, ἢ θὰ καταλάβει πόσο ψεύτικα εἶναι τὰ φανταχτερὰ στολίδια της, καὶ πόση βαρβαρότητα ὑπάρχει κάτω ἀπὸ τὴν πολιτισμένη ἐπιφάνειά της, καὶ θὰ ἀγαπήσει μὲ πάθος τὸν τόπο του, νοιώθοντας «μὲ ἐπίγνωση», τὴν πνευματική της εὐγένεια καὶ τὴν ὑπεροχή μας, μπροστὰ σὲ κεῖνες τὶς ἀνθρωπομερμηγκιές.
ΠΗΓΗ: ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΘΕ Ν' ΑΠΟΘΑΝΩ



Τὸ νὰ μιλᾷ κανένας σήμερα καὶ νὰ γράφει γιὰ κάποια πράγματα τῆς θρησκείας, ὁ πολὺς κόσμος τὸ νομίζει γιὰ ἀνοησία. Καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀνοησία ἔχει τὴν ἰδέα πῶς εἶναι τὸ νὰ γράφει γιὰ τοὺς ἅγιους μάρτυρες, καὶ μάλιστα γιὰ κείνους ποὺ μαρτυρήσανε κατὰ τὰ νεότερα χρόνια ποὺ βασιλεύανε οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στὴ χριστιανοσύνη, ἐπειδὴς ὁ λίγος καιρὸς ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπ᾿ αὐτοὺς κάνει ὦστε νὰ τοὺς νοιώθουμε πολὺ κοντά μας, ἀνθρώπους σὰν κ᾿ ἐμᾶς, ἐνῷ τοὺς ἀρχαίους μάρτυρες τοὺς βλέπουμε μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ποὺ περάσανε ἀπὸ τότε ποὺ μαρτυρήσανε καὶ στὴ φαντασία μας παρουσιάζονται εὐκολότερά με τὸν φωτοστέφανο τοῦ ἁγίου.Κανένας λαὸς δὲν ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅσο ἔχυσε ὁ δικός μας, ἀπὸ καταβολὴ τοῦ χριστιανισμοῦ ἴσαμε σήμερα. Κι αὐτὸς ὁ ματωμένος ποταμὸς εἶναι μια πορφύρα ποὺ φόρεσε ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, καὶ ποὺ Θά ῾πρεπε νὰ τὴν ἔχουμε γιὰ τὸ μεγαλύτερο καύχημα, κι ὄχι νὰ τὴν καταφρονοῦμε καὶ νὰ μὴ μιλοῦμε ποτὲ γι᾿ αὐτή, καὶ μάλιστα νὰ ντρεπόμαστε νὰ μιλήσουμε γι᾿ αὐτή, σὲ καιρὸ ποὺ δὲ ντρεπόμαστε γιὰ τὶς πιὸ ντροπιασμένες καὶ σιχαμερὲς παραλυσίες ποὺ κάνουνε οἱ ἄνθρωποι στὸν ἀδιάντροπο καιρό μας.
Εμεῖς οἱ σημερινοὶ πονηρεμένοι ἄνθρωποι φροντίζουμε μονάχα γιὰ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ μας, καὶ γιὰ τοῦτο ἡ ψυχή μας ἔχασε τὴν εὐαισθησία της, μ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ γιατρικὰ ποὺ λέμε πῶς ἔχουμε. Καὶ γι᾿ αὐτὸ περιφρονοῦμε καὶ τοὺς λέμε ἀνόητους ἐκείνους ποὺ δὲν κοιτάζουνες τὸ ὑλικὸ συμφέρο τους, ἀλλὰ κάνουνε κάποιες θυσίες. Κατὰ πολὺ ἀνόητους καὶ μικρόμυαλους θεωροῦμε ἐκείνους ποὺ θυσιάσανε τὴ ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τους, ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἁμαρτωλὴ κρίση μας, δὲν κοιτάξανε νὰ χαροῦνε τὰ νιάτα τους καὶ ν᾿ ἀπολάψουνε τοῦτον τὸν κόσμο, ποὺ εἶναι χειροπιαστὸς καὶ σίγουρος, ἀλλὰ βασανιστήκανε, φυλακωθήκανε, δαρθήκανε καί, στὸ τέλος, σφαχτήκανε ἢ κρεμαστήκανε, οἱ ἄμυαλοι, γιὰ κάποιους ἴσκιους ποὺ λέγουνται ἀθάνατη ζωὴ καὶ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια βροντοφωνεῖ πῶς ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὰ μαρτύρια ποὺ τραβᾷ ἀπὸ αἰῶνες, εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ βλογημένη ἀπὸ τὸν Κύριο, κι ὄχι ἡ Δυτική, ἡ καλοπερασμένη ἡ ὑπερήφανη ἀφέντρα, ποὺ ὄχι μονάχα τὸ αἷμα της δὲν ἔχυσε γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἔκαιγε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν τῆς ἤτανε ὑπάκουοι.Οἱ δικοί μας οἱ ἅγιοι, ποὺ μαρτυρήσανε στὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε σκλάβοι στοὺς Τούρκους, ἤτανε ταπεινοί, ἁπλοί, λιγομίλητοι, μὲ τὴ φωτιὰ τῆς πίστης στὰ στήθιά τους, ἀπονήρευτοι κι ἀγράμματοι, ἀφοῦ τὸ μόνο ποὺ γνωρίζανε νὰ λένε μπροστὰ στὸν ἀγριεμένο τὸν κριτὴ ἤτανε Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θ᾿ ἀποθάνω!

Νέοι ἄνθρωποι, παλικάρια ἀπάνω στ᾿ ἄνθος τῆς νιότης τους, πηγαίνανε προθυμερὰ νὰ παραδοθοῦνε γιὰ τ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, κι ἀντὶς ἀρραβωνιάσματα καὶ σφαζόντανε σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ἡ κρεμαζόντανε μὲ τὴ θελιά, στὸν λαιμό τους καί, γιὰ νὰ τοὺς τυραγνᾶνε περισσότερο οἱ ἄπιστοι, κόβανε τὸν λαιμό τους σιγὰ-σιγὰ μὲ στομωμένα μαχαίρια ἢ τοὺς χωρίζανε μὲ σάπια σχοινιὰ ποὺ κοβόντανε, γιὰ νὰ τοὺς ξανακρεμάσουνε. Καὶ τὰ μόνα ποὺ ξέρανε ἀπὸ τὴ Θρησκεία μας οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ αὐτοὺς ἤτανε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: «Ὅποιος μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στους ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κὶ ἐγὼ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό, κι ὅποιος μ᾿ ἀρνηθεῖ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ κ᾿ εγώ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό». Καθὼς καὶ τὰ λόγια, τοῦτα, ποὺ εἶπε ὁ Κύριος: «Μὴ φοβηθεῖτε ἀπὸ κείνους ποὺ σκοτώνουνε τὸ σῶμα, μὰ ποὺ δὲν μποροῦνε νὰ σκοτώσουνε τὴν ψυχή», καί: «Ὅποιος χάσει τὴ ζωή του γιὰ τ᾿ ὄνομά μου, αὐτός θὰ ζήσει στην αἰώνια ζωή».Ὤ! Τι ὕψος καὶ πόση πνευματικὴ εὐπρέπεια εἶχε ἡ φυλή μας, τὸν καιρὸ ποὺ θαρροῦμε ἐμεῖς πὼς ἤτανε ἀγράμματη καὶ βάρβαρη. Ἐμεῖς, οἱ σημερινοί, εἴμαστε βάρβαροι, ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε ὅσο πρέπει την εὐγένεια καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θυσίας γιὰ τ᾿ ὄνομα του Χριστοῦ, ποὺ τὴν προσφέρανε μὲ τὰ κορμιά τους ἐκείνοι οἱ λεονταρόψυχοι, ποὺ γι᾿ αὐτούς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης πὼς δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἵματα, μήτε ἀπὸ θέλημα της σάρκας, μήτε ἀπὸ θέλημα ἀντρός, ἀλλὰ πὼς γεννηθήκανε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ γενεὰ ἡ δική μας, «ἡ μοιχαλὶς καὶ ἁμαρτωλός», ἂς κάνει τὸν ἔξυπνον ἐκεῖ ποὺ δὲν χωρᾷ καμιὰ ἐξυπνάδα, ἂς περιπαίζει ἐκείνους ποὺ δώσανε τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Θὰ ἔρθει μέρα ποὺ θὰ δώσει ἀπολογία καὶ σὲ τοῦτο τον κόσμο καὶ στὸν ἄλλον, καὶ τότε θὰ καταλάβει σὲ τί σκοτάδι βρισκότανε...

* Φώτης Κόντογλου,από το βιβλίο του,Πονεμένη Ρωμιοσύνη.

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Φώτης Κόντογλου, Ορθοδοξία, Η μεγαλομάρτυς του Χριστού



Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, κι απαρτίζεται από όσους ανθρώπους πιστεύουνε σ’ Αυτόν ορθά κι αληθινά, όπως εδίδαξε Εκείνος.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι «η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», όπως λέγει το Σύμβολον της Πίστεως. Λέγει «Μία», που θα πη πως δεν υπάρχουν άλλες Εκκλησίες.
Κι αυτή η Μία Εκκλησία είναι η Ορθόδοξος. Οι άλλες που παρουσιάζονται σαν Εκκλησίες, δεν είναι εκκλησίες, αλλά είναι αιρέσεις. Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η μόνη που κράτησε έως σήμερα όσα παρέλαβε από τους Αποστόλους κι από τους διαδόχους των, τους αγίους Πατέρας.
Η Παπική, η Προτεσταντική κι οι άλλες, μικρότερες, λεγόμενες Εκκλησίες, δεν κρατήσανε ανάλλαχτα όσα παραλάβανε από καταβολής της Χριστιανικής Εκκλησίας, αλλά τα αλλάξανε, κατά τις γνώμες και κατά τα θελήματα των ανθρώπων, και γι’ αυτό σήμερα είναι παραμορφωμένες, σε πολλά μάλιστα σε τέτοιο σημείο, που να αναρωτιέται κανείς, τι σχέση έχουνε με τη διδασκαλία του Χριστού, ορισμένα πράγματα που διδάσκουνε και κάνουνε.
Κατεβάσανε τη θεϊκή διδασκαλία στα μέτρα του αμαρτωλού ανθρώπου, με τις μικρότητες του, με τις μωροφιλοδοξίες του, με τα συμφέροντα του, με τους φυλετικούς εγωισμούς του.
Μ’ αυτό τον τρόπο, αυτές οι λεγόμενες Εκκλησίες, καταντήσανε σαν συστήματα εγκόσμια, όπως όλα τ’ άλλα που αποβλέπουνε σε εγκόσμιες σκοπιμότητες, πολλές φορές με τον πιο αποκρουστικό και σατανικό τρόπο, τόσο, που αντί να τραβούνε προς τον Χριστό τις ψυχές που διψάνε τη σωτηρία, τα απολωλότα αυτά πρόβατα, τα διώχνουνε και τα ρίχνουνε στην αθεΐα και στην αδιαφορία για την ψυχή τους, όπως κάνανε οι Φαρισαίοι, που γι’ αυτούς είπε ο Κύριος, ωργισμένος: «Αλλοίμονο σας, Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, γιατί κλείνετε τη Βασιλεία των Ουρανών (τη σωτηρία) μπροστά στους ανθρώπους∙ επειδή, μήτε εσείς οι ίδιοι μπαίνετε μέσα, μήτε τους άλλους αφήνετε να μπουν». (Ματθ. κ.γ’ 14).
Οι δήθεν αυτές Εκκλησίες είναι κατά βάθος συστηματικά βολικά, καμωμένα σύμφωνα με τις αδυναμίες και με τις αμαρτωλές επιθυμίες του ανθρώπου, γιατί, με το πρακτικό πνεύμα τους, επιχειρήσανε να καθαρίσουνε τη διδασκαλία του Χριστού από τις τάχα υπερβολές, που είναι απαράδεκτες απ’ αυτό το πρακτικό πνεύμα, όπως είναι, λ.χ. η ακτημοσύνη, η απάθεια, η τέλεια αφοσίωση στον Θεό εξ όλης της ψυχής και εξ’ όλης της διανοίας, δηλ. ο μοναχικός βίος, η αποξένωση από τον κόσμο, από τα του κόσμου, κι’ από την κοινωνική δραστηριότητα, κι από την πολιτική, η πνευματική θεωρία, η εγκατάλειψη του σώματος κ.λ.π.
Αυτά τα θεωρήσανε σαν πράγματα απάνθρωπα κι ακατόρθωτα από τον άνθρωπο, απάνω από τις δυνάμεις του. Και γι’ αυτό, συμβιβάσαμε τον Χριστιανισμό με τις αδυναμίες τους, κάνοντας ένα βολικό Χριστιανισμό, δηλαδή μια ψεύτικη διδασκαλία του Χριστού, διορθωμένη κατά τα εγκόσμια συστήματα, που δεν έχει άλλη σχέση με τον Χριστό, παρεκτός από το όνομά του.
Με άλλα λόγια, αυτές οι Εκκλησίες, που τα βολεύουνε όλα για να τραβάνε εύκολα τους ανθρώπους που δεν αντέχουν στις δοκιμασίες και στους πνευματικούς αγώνες, κατά βάθος δεν αποβλέπουνε στην μέλλουσα ζωή, αλλά σε τούτη, την υλική, και δεν λένε τα λόγια του αποστόλου Παύλου «Ούκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν», αλλά λένε τ’ ανάποδο: «Ούκ έχομεν μέλλουσαν πόλιν, αλλά την ώδε μένουσαν επιζητούμεν».
Γι’ αυτό και η λατρεία τους, αντί να έχει το λατρευτικό και λειτουργικό πνεύμα που έχει η Ορθόδοξος Εκκλησία, επήρε κοσμικόν χαρακτήρα, η τελετουργία πήρε θεατρικόν χαρακτήρα, η μουσική κι η ζωγραφική χάσανε το λειτουργικό και πνευματικό ύφος, και καταντήσανε τέχνες κοσμικές, που τις υπηρετούνε άνθρωποι κοσμικοί, όπου δεν έχουνε καμία σχέση με τη Θρησκεία και με την Εκκλησία.
Μ’ όλα ταύτα, αυτές οι λεγόμενες Εκκλησίες, που είναι, όπως είπαμε, αγνώριστες παραμορφώσεις της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού, παρουσιάζονται ως οι γνήσιες Εκκλησίες Του, και με εωσφορική έπαρση θέλουνε να ρυθμίζουμε αυτές τα ζητήματα της Χριστιανικής θρησκείας στον κόσμο, και διεκδικούν τις πρωτοκαθεδρίες στα συνέδρια.
Και τούτο γίνεται, επειδή οι χώρες, στις οποίες έχουν στήσει τις έδρες τους αυτές οι ψευτοεκκλησίες, έχουνε σήμερα πολιτική δύναμη και μηχανικόν πολιτισμό, και μ’ αυτά επιβάλλονται απάνω στην ανθρωπότητα.
Ενώ η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δηλαδή η Ορθόδοξος, η αληθινή κι απαραμόρφωτη Εκκλησία του Χριστού, που δεν άλλαξε δρόμο, χαρακτήρα και εξωτερική έκφραση μέχρι σήμερα, αυτή η «Μία Εκκλησία», που τη θεωρούνε σαν αίρεση οι αιρετικοί, κάθεται συμμαζεμένη, σαν «πτωχός γείτονας».
Κι αυτό γίνεται γιατί δεν αντιπροσωπεύει μεγάλα έθνη, που έχουνε πολιτική δύναμη και μηχανικόν πολιτισμό, δηλ. γιατί δεν έχει απάνω της τα οικόσημα του Σατανά.
Κι αντί να την αναγνωρίζουνε σαν το ακατάλυτο θεμέλιο του Χριστιανισμού, σαν τη σεβάσμια μητέρα των Χριστιανών, που απ’ αυτή διδαχθήκανε τη θρησκεία και πήρανε τα πάντα, πίστη, τελετουργία, εκκλησιαστική τέχνη κ.λ.π., της κάνουνε το δάσκαλο και τον συμβουλάτορα.
Κι αντί να γυρίσουμε πίσω στον αληθινό δρόμο αυτοί οι παραστρατημένοι, που τον αφήσανε και περιπλανηθήκανε στην έρημο της πλάνης, αυτοί έχουνε την αλαζονεία να την καλούνε επιτακτικά να αφήση το δρόμο που της χάραξε ο Κύριος, και να πάη μαζί τους.
Ω, εωσφορική αδιαντροπιά! Οι νόθοι να θεωρούνε για νόθα, τα γνήσια παιδιά της Εκκλησίας, και να κάνουνε κάθε τρόπο να τα ταπεινώσουνε και να τα ποδοπατήσουνε.
Αυτά δεν τα λέγει καμία φαντασία, αυτά τα λέγει η Ιστορία, που δεν μπορεί να την αλλάξη κανένας Ποντίφικας.
Αλλά κοντά στα άλλα γνωρίσματα που πιστοποιούν πως η γνήσια Εκκλησία είναι η Ορθόδοξος, είναι και τούτο: Το ότι αυτή η Εκκλησία καταδιώκεται, δεινοπαθεί, αγωνίζεται, ταπεινώνεται, υποφέρει μαρτύρια, από τον καιρό που εξουσιάζουνε τον κόσμο τα ρωμαϊκά στίφη έως σήμερα.
Αυτή η κακοπάθηση της Ορθοδοξίας είναι περισσότερο ατράνταχτος τίτλος της γνησιότητας της, κι από τα πρωτοτόκια της ακόμα, κατά τον λόγο που είπε ο Κύριος:«Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσι», και «Ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος» (Μαρ. 10, 43-44).
Ο απόστολος Πέτρος λέγει: «Αγαπητοί, καθ’ ο κοινωνείτε τοις του Χριστού παθήμασι, χαίρετε» (Α’ Πετρ. 4,13).
Κι ο απόστολος Παύλος λέγει: «Ειδότες ότι ώσπερ κοινωνοί έστε των παθημάτων, ούτω και της παρακλήσεως» (Β’ Κορ.1,7).
Και για να μιλήσουμε με συντομία, ο Κύριος δεν εμακάρισε ποτέ τους καλοπερασμένους και τους εξουσιαστές, αλλά τους καταδιωγμένους, τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους. Φτωχή και κατατρεγμένη είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία, πλούσιες και εξουσιαστικές είναι κάποιες από τις άλλες λεγόμενες Εκκλησίες. Ποιά, λοιπόν, απ’ αυτές είναι η αληθινή, η κατά Χριστόν Εκκλησιά, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο;
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει τα εξής λόγια:
 «Τούτο είναι εκείνο που φανερώνει σε ποιους κατοικεί το Άγιον Πνεύμα, το ότι δεν τους συνηθίζει στην καλοπέραση, στην ανάπαυση και στην αμέριμνη ζωή, αλλά όλο ταλαιπωρίες, πειρασμούς και βάσανα παραχωρεί ο Θεός να τους τυρρανούν».
Και τότε που παρακάλεσε ο απόστολος Παύλος τον Χριστό να τον γλυτώση από κάποιο βάσανο που είχε, και που το λέγει σκόλοπα (αγκάθι), ο Χριστός του είπε: «Σου φθάνει η χάρη μου. Γιατί η δύναμη μου, με τη δική σου την αδυναμία φανερώνεται».
Δηλ. «Δεν σου παίρνω τη δοκιμασία, αλλά σου δίνω τη δύναμη να την υποφέρεις.
Γιατί, αλλιώς, πως θα φανή η δύναμη μου;».
Σύμφωνα μ’ αυτά τα λόγια η Ορθοδοξία έχει την ευλογία να καταδιώκεται.
Ο Εγγλέζος αρχιεπίσκοπος που είχε ταξιδέψει στην Μόσχα παλιώτερα, δήλωσε πως η Ρωσική Εκκλησία κάνει σκληρό αγώνα καταπάνω στην αθεϊστική προπαγάνδα.
Όπου υπάρχει αγώνας για την πίστη, εκεί υπάρχει κι ο Χριστός που είπε: «Η Βασιλεία του Θεού βιάζεται, και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν».
Αλλά η δική μας Ορθόδοξος Εκκλησία, σε τούτη την πονηρή εποχή της υλοφροσύνης και των συμβιβασμών, έχασε τον ηρωικό χαρακτήρα της, και την ταπεινή επίγνωση της πως είναι η Μία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και μιλά για Ένωση!
Τα πρόβατα δεν ενώνονται με τους λύκους.
Η Ένωση, αυτό το αιώνιο τροπάρι, που λένε στην τυραννισμένη την Ορθοδοξία εκείνοι που την μισούν και που κοιτάζουνε πάντα να εκμεταλλευθούν τις αγωνίες της, οι «ψευδαδελφοί της», αυτή την Ένωση είναι η ένωση που λέγει ο λύκος στο πρόβατο.
Το κακόμοιρο το πρόβατο ταπεινό και ανύποπτο, κι ο λύκος του λέγει με γλυκειά φωνή:
«Αρνάκι μου, πόσο σ’ αγαπώ!
Να, βλέπεις πως τρέχουνε τα σάλια μου από την αγάπη.
Τώρα θα σε φάω, και θα ενωθούμε»!

Γι’ αυτή την ένωση μιλά ο αγαπητός εν Χριστώ αδελφός μας.‘Ω εσείς, οδηγοί της Ορθοδοξίας, που ερωτοτροπείτε μαζί του, και που απογυμνώνετε την Εκκλησία μας από τον σεβάσμιο και ελληνικό χαρακτήρα της, για να διευκολύνετε αυτή την καταραμένη Ένωση. Αδιάφορο αν το Γένος μας θα το καταπιεί ο Λατίνος, και θα χαθή.
Αλλοίμονο!
Σήμερα λείψανε «οι καλοί ποιμένες οίτινες την ψυχήν αυτών τιθέασιν υπέρ των προβάτων», Θέλουνε να μπάσουνε στο μαντρί τους λύκους μαζί με τα πρόβατα.
Να τι έγραφε για τους Δυτικούς, πριν από 350 χρόνια ένας Πατριάρχης παλληκάρι, που μαρτύρησε για την πίστη
: «Εκείνοι οι Ρωμαίοι (Ρωμηοί, Ορθόδοξοι) όπου υπαγαίνουν εις την Ρώμην δια να μάθουν, άλλο δεν μαθαίνουσι, παρά να εναντιούνται των Ρωμαίων. Ούτε εκείνοι όπου διδάσκουν, άλλο δεν τους δείχνουν, παρά να μάθουν να χαλούσι τα δόγματα της ανατολικής Εκκλησίας».
Ο ίδιος έγραφε στον Πάπα: «Αν δεν έχωμεν σοφίαν εξωτέραν (κοσμικήν), έχομεν, χάριτι Χριστού, σοφίαν εσωτέρα και πνευματικήν, η οποία στολίζει την ορθόδοξον πίστιν, και εις τούτο πάντοτε είμεθα ανώτεροι από τους Λατίνους, εις τους κόπους, εις τας σκληραγωγίας, και εις το να σηκώνω μεν τον σταυρόν μας και να χύνωμεν το αίμα μας δια την πίστι και την αγάπην της προς τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν.
Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκίαν δέκα χρόνους, Χριστιανούς εκεί δεν θα εύρισκες. Και εις την Ελλάδα, τώρα τριακοσίους χρόνους ευρίσκονται, και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται, δια να στέκουν εις την πίστιν τους! Λάμπει η πίστης του Χριστού και το μυστήριον της ευσεβείας, και εσείς μου λέγετε ότι δεν έχομεν σοφίαν; Την σοφίαν σου δεν τη θέλω, ομπρός εις το Σταυρόν του Χριστού».

Έτσι μιλούνε τα παλληκάρια της Ορθοδοξίας, οι Ομολογητάι κι οι Μάρτυρες, εκείνοι που την αγαπούν περισσότερο από τη ζωή τους.


Απόσπασμα από το βιβλίο:
(Σωτήρια μηνύματα για την προστασία μας στους εσχάτους καιρούς,Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη” Θεσσαλονίκη)

ΠΗΓΗ

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Τὸ ράσο καὶ τὰ γένεια (Φώτης Κόντογλου)


Φώτης Κόντογλου
(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)




Πολλὰ ἔχουν γραφῇ γιὰ τὰ ράσα καὶ τὰ γένια τῶν κληρικῶν. Οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν τὰ χωνεύουνε, εἶναι κάποιοι ποὺ θέλουνε νὰ φαίνουνται ἐλεύθεροι καὶ νεωτεριστικὰ πνεύματα. Αὐτοὶ ὅλοι εἶναι πάντα «πρακτικοὶ» ἄθρωποι, ποὺ κρίνουνε τὰ τῆς θρησκείας μὲ τὸ πρακτικὸ καὶ πεζὸ μυαλό τους, ἐνῷ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὰ πρακτικὰ μυαλά, γιατὶ εἶναι ἡ βαθύτερη ποίηση, ἡ ἄβυσσο τῆς ποίησης. Ἡ κακοδαιμονία τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχει τὴν αἰτία της, κατὰ τὴν γνώμη μου, στὸ ὅτι λείψανε ἀπ᾿ αὐτὴν οἱ ποιητικὲς ψυχές, μὲ τὴν πραγματικὴ σημαία τῆς ποίησης, καὶ γέμισε ἀπὸ «πρακτικούς ἀνθρώπους, ἤγουν ἀπὸ ξεραΐλα καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Νὰ βάλῃ κανεὶς μὲ τὸν νοῦ του καὶ ν᾿ ἀπορήσῃ τί σχέση ἔχουν αὐτοὶ οἱ «θετικοὶ καὶ πρακτικοὶ» ἄνθρωποι, οἱ λεγόμενοι φρόνιμοι καὶ ἔξυπνοι, μὲ τὸν Χριστό, ποὺ εἶπε τὰ παρακάτω λόγια: Ἂν δὲν γυρίσετε πίσω καὶ γίνετε σὰν τὰ παιδιά, δὲν θὰ μπεῖτε στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.- μὴν φροντίζετε τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιῆτε καὶ τί ροῦχο θὰ φορέσετε.- Ἐγὼ σᾶς λέγω μὴν ἀντισταθεῖτε στὸν πονηρό, ἀλλὰ ὅποιος σὲ χτυπήσει ἀπὸ τὸ δεξὶ μάγουλό σου, στρέψε καὶ τ᾿ ἄλλο.- Μακάριοι ὅσοι καταδιώκονται γιὰ μένα. - Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας.- Μὴ θησαυρίζετε θησαυροὺς ἀπάνω στὴ γῆ.- Ἐμπᾶτε ἀπὸ τὴν στενὴ πύλη, γιατὶ εἶναι στενὸς καὶ θλιμμένος, ὁ δρόμος ποὺ πηγαίνει στὴ ζωή, κ᾿ εἶναι λίγοι ποὺ τὸν βρίσκουνε.- Ἀφῆστε τοὺς νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς πεθαμένους τους.- Δὲν ἦλθα νὰ φέρω εἰρήνη ἀλλὰ μάχαιρα.- Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ παίρνεται μὲ τὴ βία κ᾿ οἱ βιαστὲς τὴν ἀρπάζουνε».

Ποιὰ σχέση μποροῦνε νὰ ἔχουνε αὐτὰ τὰ πράγματα κι᾿ ἄλλα πολλὰ ποῦ εἶπε ὁ Χριστός, μὲ τὸ πρακτικὸ μυαλό; Τὸ πρακτικὸ μυαλὸ κοιτάζει ποιὸ εἶναι τὸ συμφέρον καὶ τὸ ὠφέλιμο γιὰ τὴν ὑλικὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴν ἀσφάλειά της· δὲ μπορεῖ νὰ πετάξει ἐλεύθερο ἐκεῖ ποὺ τὸ καλεῖ ὁ Χριστός. Μιὰ θρησκεία ποὺ παραγγέλνει κάποια πράγματα ποὺ εἶναι ὁλότελα ἀνάποδα ἀπὸ ὅ,τι νοιώθει τὸ πρακτικὸ μυαλό, μπορεῖ νὰ εἶναι γιὰ πρακτικοὺς ἀνθρώπους; Πῶς νὰ παραδεχθῇ ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος πὼς δὲν ὠφελεῖται σὲ τίποτα ἂν κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον; Πῶς, αὐτὸς ὁ θετικὸς ἄνθρωπος νὰ θυσιάσει ὅλα τὰ χεροπιαστὰ τούτου τοῦ κόσμου, κυνηγώντας τοὺς ἴσκιους τῆς μέλλουσας ζωῆς; «Οἱ βιαστὲς ἁρπάζουνε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ», λέγει ὁ Χριστός. Μπορεῖ νὰ εἶναι βιαστὴς ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος, ποὺ τὰ μετρὰ ὅλα καὶ δὲν ριψοκινδυνεύει ποτέ; Πρακτικοὶ ἤτανε οἱ Φαρισαῖοι, οἱ Ρωμαῖοι, ὁ ἴδιος ὁ Ἰούδας, ποὺ φρόντιζε τόσο πολὺ γιὰ τὸ γλωσσοκόμο. Ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος δὲ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι καχύποπτος, πονηρός, κι᾿ ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς Ἰουδαίους: «Πῶς μπορεῖτε νὰ μιλᾶτε ἀγαθά, ἀφοῦ εἶστε πονηροί»; Ἡ Σαμαρείτιδα δὲ καταλάβαινε τί τῆς ἔλεγε ὁ Χριστός, ἐπειδὴ τὸ μυαλό της ἤτανε πρακτικό, καὶ σὲ καιρὸ ποὺ τῆς μιλοῦσε γιὰ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν τὸ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον», αὐτὴ μιλοῦσε γιὰ τὸ φυσικὸ νερό, «γιὰ νὰ μὴ διψᾷ, καὶ νὰ πηγαίνῃ στὸ πηγάδι νὰ τ᾿ ἀνεβάζῃ μὲ τὸν κουβᾶ», «ἵνα μὴ διψῶ, μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν».

Πρακτικοὶ ἤτανε οἱ Ἑβραῖοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κολλημένοι στὸ ἐπίγειο συμφέρον, καὶ γι᾿ αὐτό, ὅσα τοὺς ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, τὶς «επαγγελίες», τὶς καταλαβαίνανε γιὰ ὑλικές με τὸ ὑλικὸ φρόνημά τους...
Λοιπόν, οἱ πρακτικοὶ ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι καὶ μικρολόγοι, τὰ ζητήματα τῆς θρησκείας τὰ βλέπουνε καὶ τὰ κρίνουνε μὲ τὸν ὠφελιμιστικὸν τρόπο ποὺ δουλεύει τὸ μυαλό τους. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ ἀγαπᾶνε τὶς καινοτομίες στὴ λατρεία καὶ σὲ ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. Αὐτοὶ θέλουνε τὴ συντόμεψη τῶν ἀκολουθιῶν, αὐτοὶ δείχνουνε ὑπερβολικὴ φροντίδα γιὰ τὰ ἀναπαυτικὰ καθίσματα τοῦ ναοῦ, γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ τάξη καὶ καθαριότητα, γιὰ τὸν συγχρονισμὸ τῆς λατρείας μὲ εὐρωπαϊκὴ μουσική, μὲ φυσικὴ σαρκικὴ εἰκονογράφηση, μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ κάθε τί ποὺ βαστᾶ ἀπὸ τὴν παράδοση, μὲ τὴν κατάργηση τελετουργικῶν διατάξεων, καὶ τέλος, μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς τῶν κληρικῶν: Κατὰ τὴν γνώμη τους τὸ ράσο πρέπει νὰ καταργηθῇ, κι᾿ ὁ παπὰς νὰ φορᾷ πανταλόνι καὶ σακκάκι ὅπως ὅλοι οἱ ἄνδρες, πρέπει οἱ ἱερεῖς νὰ κόψουν τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ γένεια τους, νὰ ξουρίσουνε τὸ μουστάκι τους, «για νὰ εἶναι καθαροί». Βλέπετε πὼς οἱ πρακτικοὶ ἄνθρωποι προσέχουνε πολύ, ὅπως εἶπα καὶ πρίν, «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος». Λοιπόν, μὲ τὶς σοφὲς καὶ βαθυστόχαστες ὑποδείξεις τους δὲν θὰ εἶναι παραμελημένοι καὶ λεροὶ σὰν τὸν ἅγιο Γιάννη, σὰν τὸν ἅγιο Ἀντώνιο, σὰν τὸν ἅγιο Χρυσόστομο, σὰν τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ μὲ τὴν γιδότριχα, ἀλλὰ θὰ κάνουνε ταχτικὰ τὸ μπάνιο τους, θὰ συχνοξουρίζονται, καὶ θὰ μοσκοβολοῦνε, ὅπως ὅλοι οἱ σημερινοὶ πολιτισμένοι, ἀκόμα κ᾿ οἱ γκάγκστερς, οἱ μεγάλοι ἀπατεῶνες, οἱ ἄνθρωποι τῶν πάρτυ, τῶν ἱπποδρομίων, τῶν πλάζ, κλπ.

Ἔγραψα πολλὲς φορὲς γιὰ τὴν περιβολὴ τῶν ἱερωμένων καὶ γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ ὄψη τους, ἀπ᾿ ἀφορμὴ κάποιων «πρακτικῶν» νεωτεριστῶν ποὺ κόπτονται γιὰ «την ἀναχρονιστικὴ καὶ βάρβαρη ἀμφίεσή τους καὶ γιὰ τὴν ἀσχήμια (πόση εὐαισθησία καὶ καιλαισθησία!) τῶν μαλλιῶν καὶ τῶν γενιῶν των». Δὲν θὰ ξαναγράψω ὅσα ἔγραψα ἄλλη φορά, περασπίζοντας τὴν ἐξωτερικὴ μορφὴ τῶν κληρικῶν μας ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς παράδοσης.

Τοῦτο μονάχα θὰ πῶ τώρα σχετικὰ μὲ τὴν παράδοση στὸ ντύσιμο τοῦ κλήρου μας: Ἂς φαντασθῇ ὅποιος θέλει, ἂν μπορῇ νὰ σταθῇ πιὰ τίποτε ἑλληνικό, ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ θὰ ἐμφανισθῇ ὁ παπὰς στὸ χωριὸ μὲ σακκάκι καὶ μὲ πανταλόνι, μὲ γραβάτα καὶ μὲ ρεπούμπλικα, ξουρισμένος καὶ μαδημένος, ὅπως εἶναι μερικοὶ ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, καὶ ἀηδιάζει κανένας νὰ βλέπη ξουρισμένους σβέρκους, μάγουλα σὰν καθαρισμένα αὐγά, προγούλια, ἔκφραση τραπεζίτη ἢ ὀπερατὲρ τοῦ κινηματογράφου, χειρονομίες καὶ φωνὲς τῆς πιάτσας, κλπ.

Σήμερα θὰ πῶ λίγα λόγια μονάχα γιὰ τὸ ράσο καὶ γιὰ τὰ γένεια, «ἀπὸ αἰσθητικῆς ἀπόψεως», ὅπως λένε κ᾿ οἱ αἰσθητικοί, ἐπειδὴ οἱ νεωτεριστὲς ποὺ φωνάζουνε πῶς πρέπει νὰ καταργηθοῦνε, λένε πῶς ἀηδιάζουνε ἀπὸ τὴν ἀσχήμια τοῦ ράσου καὶ τῶν γενείων, καὶ πὼς ὅσα λένε τὰ λένε ἐν ὀνόματι «τῆς καλαισθησίας».

Καὶ πρῶτα - πρῶτα ποιὰ εἶναι ἡ καλαισθησία στὰ θρησκευτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα; Σ᾿ αὐτὰ δὲν ὑπάρχει «καλαισθησία» κατὰ τὰ γοῦστα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ εἶναι καλὸ καὶ ἔμορφο ὅ,τι εἶναι εὐπρεπὲς καὶ σεμνό, ὅ,τι εἶναι πρέπον στὸ πνευματικὸ ἀξίωμα τοῦ ἱερέως. Ὅπως ἡ μορφὴ ποὺ ἔχουνε τόσα ἀντικείμενα εἶναι σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησία, κτίρια, εἰκόνες, ψαλμός, σκεύη, βιβλία, ἄμφια, ποὺ εἶναι τέτοια, ὥστε νὰ ἀνεβάζουν τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ στὸν πνευματικὸ κόσμο, σὰν νὰ εἶναι σύμβολα ἱερὰ καὶ ὑπομνήματα στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, «ἀναγωγικὰ» ἀπὸ τὸν ὑλικὸ στὸν φθαρτὸ κόσμο στὸν πνευματικὸ καὶ ἄφθαρτον τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἔτσι καὶ ἡ ἀμφίεση κ᾿ ἡ ὄψη τῶν κληρικῶν, πρέπει νὰ δείχνῃ τὸ πνευματικὸ ἀξίωμά τους. Ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ποὺ ζοῦσαν πρὸ Χριστοῦ, οἱ ἱερεῖς, οἱ μάντεις, οἱ πυθίες, εἴχανε ἰδιαίτερη στολὴ κ᾿ οἱ ἄντρες εἴχανε καὶ γένεια καὶ μαλλιά, ὥστε νὰ δυναμώνῃ μὲ τὴ μορφὴ καὶ τὸ πνευματικὸ ἐπιβάλλον τους. Οἱ Ἕλληνες ποὺ ἐκτιμήσανε τὴ μορφὴ μέχρι λατρείας, δίνανε μεγάλη προσοχὴ σ᾿ αὐτὰ ποὺ τὰ νομίζουνε «ἄνευ σημασίας καὶ πάρεργα» οἱ εὐρύνοες καὶ ἐλευθερόφρονες πρακτικοὶ χριστιανοὶ μὲ τὸ θετικὸ μυαλό τους. Τουλάχιστον δὲν φαντάζονται πὼς κ᾿ ἕνα λιοντάρι στὴ φυσική του κατάστασή του, ποὺ τὸ στόλισε ὁ Θεὸς μὲ τὴ μεγαλοπρέπεια τῆς χαίτης του, θὰ γίνη σὰν ἕνα ψωρόσκυλο, ἂν τὸ κουρέψουνε; Μήτε ἕνα τόσο πρακτικὸ πράγμα δὲν βάζουνε στὸν νοῦ τους αὐτοὶ οἱ «πρακτικοὶ» κύριοι; Μὰ τέτοια κεφάλια δὲν γεμίζουνε μήτε μὲ χίλια πράγματα ποὺ μπορεῖ νὰ πῇ κανένας ἀπάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα.
Ἀλλὰ ὅπως εἶπα καὶ παραπάνω, ἂς πάρουμε τὸ πράγμα κι᾿ ἀπὸ τὴ μεριὰ «τῆς καλαισθησίας», γιατὶ τώρα τελευταῖα οἱ πρακτικοὶ νεωτεριστὲς γυρίσανε τὸ τραγούδι τοῦ ράσου καὶ τῶν γενειῶν στὴν αἰσθητική, ἴσως ἐπειδὴ ἡ ἐποχή μας ποὺ εἶναι ἡ πιὸ ἀκαλαίσθητη, δίνει μεγάλη σημασία στὴν «αἰσθητικὴ» καὶ στὸ «καλὸ γοῦστο».
Θά ῾θελα νὰ γράψω ἕνα φυλλάδιο ὁλόκληρο ποὺ νἄχῃ γιὰ τίτλο «Η ἀκαλαισθησία ὁμιλοῦσα περὶ αἰσθητκῆς». Νὰ τὸ γράψω μάλιστα στὴν καθαρεύουσα, ὥστε νὰ εἶναι σύμφωνο μὲ κείνους ποὺ μοῦ δώσανε ἀφορμὴ γιὰ νὰ γράψω.

Λοιπόν, ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀποτροπιάζονται τὸ ράσο καὶ τοὺς γενειοφόρους ἱερεῖς, στὄνομα τῆς καλαισθησίας; Ἀπάντηση; Κατὰ κανόνα εἶναι οἱ πιὸ ἀκαλαίσθητοι, οἱ ἄνθρωποι τοῦ «κακοῦ γούστου», ποὺ δὲν ἔχουνε καμία σχέση μὲ τὴν τέχνη, καὶ μήτε κἂν μὲ τὴ συνηθισμένη καλαισθησία. Μπῆτε στὰ σπίτια τους καὶ στὰ γραφεῖα του καὶ θὰ φρίξετε. Ἀρχιτεκτονική, ἔπιπλα, εἰκόνες, βιβλία, βάζα, πολύφωτα, ὅλα σε σπρώχνουνε νὰ βγῇς ἔξω. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ σοῦ κάνῃ τὴ μεγαλύτερη ἐντύπωση, εἶναι κανένα ἐλεεινὸ κάντρο μὲ ἐλεεινότερη κορνίζα, κρεμασμένο ἀπάνω ἀπὸ τὸ γραφεῖο ἢ ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ποὺ θὰ παριστάνῃ κενέναν «γλυκὺν Ἰησοῦν» γεμάτον ζαχαρίνη, μ᾿ ἐκεῖνο τὸ μειδίαμα ποὺ παραγγέλνουν οἱ φωτογράφοι στοὺς πελάτες μπροστὰ στὸ φακό, μὲ ρεφλεδάκια στὸ πρόσωπο, μὲ μαλλιὰ ποὺ ἔχουνε γίνει μποῦκλες στὸ κομμωτήριο, μὲ κινηματογραφικὲς χειρονομίες κλπ.

Ὅποτε τυχαίνει νὰ συναπαντήσω κανέναν παπᾶ, καὶ πρὸ πάντων ἂν τύχῃ νὰ εἶναι εὐμορφάνθρωπος, στέκουμαι καὶ τὸν θαυμάζω γιὰ τὴν μεγαλοπρέπειά του, γιὰ τὸ ἐπιβάλλον καὶ μαζὶ γιὰ τὴν σεμνότητα ποὺ ἔχει ἡ ὄψη του, καὶ γιὰ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ ἔχει τὸ παρουσιαστικὸ καὶ ἡ ἀμφίεσή του. Ἱερὸ πρόσωπο! Ἀλλὰ καὶ τί γραφικότητα ἔχει ὅλο τὸ παράστημά του. Εἶμαι ζωγράφος, τὸ μάτι μου εἶναι ἀκονισμένο στὸ τί εἶναι γενικὰ τὸ ἔμορφο, κι᾿ ὄχι μοναχὰ δὲν βρίσκω κανένα ψεγάδι ἀπάνω του, ἀλλὰ καὶ τὸν θαυμάζω. Καὶ νὰ συλλογίζεσαι πῶς ὑπάρχουν κάποιοι Ἕλληνες, καὶ θεολόγοι μάλιστα, ποὺ ξυνίζουνε τὰ μοῦτρα τους, ποὺ τὸν βρίσκουνε «ἀντιαισθητικόν»! Ἀντιαισθητικὸν βρίσκουνε τὸν Ὅμηρο, τὸν μάντη Τειρεσία, τὸν Μέντορα, τὸν Ἀχιλλέα μὲ τὰ μαῦρα στριφτὰ γένια, τὸν Θεμιστοκλῆ, τὸν ἅγιο Βασίλειο, τὸν ἅγιο Λουκιανὸ ποὺ τὸν εἶδε καὶ τἄχασε ὁ σκληρὸς Διοκλητιανός, τὸν ἅγιο Νικόλαο, τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Παλαιολόγο, τὸν Θανάση Διάκο, τὸν Παπαφλέσσα, τὸν Ἡσαΐα Σαλώνων, τέλος βρίσκουνε ἄσχημο τὸν πνευματικὸ λέοντα μὲ τὴν φυσικὴ χαίτη του, καὶ ἔχουνε γιὰ ὄμορφον ἐκεῖνον τὸν μαδημένον, ποὺ εἶναι σὰν τὸ κριάρι ποὺ τὸ κουρέψανε καὶ γίνηκε ἀγνώριστο, μὲ τὰ στραβὰ ποδάρια του, μὲ τὸ λαιμὸ τῆς γαλοπούλας καὶ μὲ τὸ κωμικὸ μούσι! Μὴ χειρότερα! Ποὺ μπορεῖ νὰ φτάσῃ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ξιπασιὰ γιὰ νὰ φανῆ εὐρωπαϊσμένος! Ἐμεῖς ποὺ κάτι γομᾶμε ἀπὸ τέχνη, νοιώθουμε αὐτὰ τὰ αἰσθήματα, κ᾿ οἱ ἀπελέκητοι καὶ κακόγουστοι «ἀχαλοῦν γιὰ τὴν ἄκομψον καὶ βάρβαρον ἐμφάνισιν τῶν κληρικῶν»! Ποιοί; ἐκεῖνοι ποὺ τὸ μάτι τους θέλει νὰ βλέπει τριμμένα κι᾿ ἀνέκφραστα σχήματα.

Ἀλλὰ καὶ κακοφτιαγμένος νὰ εἶναι ὁ παπάς, μὲ τὸ ντύσιμό του παρουσιάζεται εὐπρεπισμένος, παρὰ ἂν φοροῦσε σακκάκια καὶ πανταλόνια: μὲ τὰ γένια καὶ τὰ μαλλιὰ κρύβονται οἱ ἀσχήμιες τοῦ κεφαλιοῦ, τὰ προγούλια, οἱ σβέρκοι, τὰ πλατειὰ χείλια, τὰ παχειὰ μάγουλα. Βάλε καὶ τὸ καλυμαύχι, ποὺ εἶναι ἕνα θαυμάσιο κάλυμμα, καὶ ποὺ γίνεται πιὸ θαυμάσιο με τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο*. Τὰ κουσούρια (ἐλαττώματα) πάλι ποὺ ἔχει τυχὸν τὸ σῶμα ἑνὸς κληρικοῦ κρύβουνται καὶ μετασχηματίζονται ἀπὸ τὰ ράσα, οἱ κοιλιές, τὰ στραβὰ πόδια, τὰ μακρυὰ χέρια, ἡ καμπούρα, κ.ο.κ. Ὅλα ντύνουνται μὲ εὐπρέπεια καὶ πνευματικὴ ἀρχοντιά, μπροστὰ στὰ στενὰ καὶ στὰ μεσάτα των καθολικῶν, τὰ κλὸς καὶ τὰ μοδιστράδικα πλισσέ. Οἱ παπάδες μας εἶναι σὰν πνευματικοὶ ἄρχοντες. Δόξα σοι ὁ Θεὸς ποὺ βλέπουμε ἀκόμα τέτοιες βιβλικὲς μορφὲς στὸν αἰώνα τῆς μονοτονίας, τῆς ἀνέκφραστης ὁμοιομορφίας καὶ τῆς ἀντιπνευματικῆς πεζότητας! Ὡστόσο, κ᾿ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν χωνεύουν τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ ράσα, μιλοῦμε συχνὰ μὲ γεροντοκοριτσίστικη ἔκσταση γιὰ κάποιες «βιβλικές μορφές». Θέλεις μῆλον ἔπαρε, θέλεις κυδώνι λάβε, ποὺ λέγει καὶ ἡ παροιμία.

Τὸ πόσο στολίζουν τὰ γένεια ἕνα ἱερὸ πρόσωπο καὶ τοῦ δίνουνε εὐπρέπεια καὶ πνευματικὸ ἀξίωμα, τὸ δείχνει ἀνάμεσα σὲ ἄλλα καὶ τὸ ἄγαλμα τοῦ Μωϋσῇ ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Ἄγγελο. (Τὸ γράφω αὐτὸ γιὰ τοὺς δυτικόπληκτους). Ἐνῶ κατὰ τὴν ἀρχαία παράδοση ὁ Μωϋσῆς παριστάνεται σπανὸς μὲ λίγες ἀραιὲς τρίχες στὸ πηγούνι, ὁ Μιχαὴλ Ἄγγελος. δηλ. ἕνας τεχνίτης κατόλικος, ποὺ ἔβλεπε γύρω τοὺς ξουρισμένους κληρικούς, τὸν ἔκανε μὲ μακρυὰ καὶ μπλεγμένα γένεια καὶ μὲ πολλὰ σγουρὰ μαλλιά, γιὰ νὰ δώσῃ χαρακτήρα ὑπερανθρώπου καὶ ἱερατικόν, ὅπως στὸν Σαβαώθ, στοὺς Πατριάρχες καὶ στ᾿ ἄλλα σεβάσμια πρόσωπα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Κάποιος γνωστός μου κληρικὸς ποὺ ταξίδεψε πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια στὴ Συρία καὶ στὸ Λίβανο, μοῦ ῾λεγε πῶς τοῦ εἶπε ἕνας ἀρχιμανδρίτης Σῦρος πὼς ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰορδανίας Ἀβδουλλάχ, ἔλεγε στὸν μακαρίτη Πατριάρχη Ἀντιοχείας: «Ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχετε στὸ παρουσιαστικό σας κάποιο πράγμα ποὺ μᾶς κάνει, ἐμᾶς τοὺς μουσουλμάνους, νὰ νοιώθουμε σεβασμό. Ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ φραγκοπαπάδες μᾶς φαίνουνται σὰν πράκτορες ὑπόπτων ὑποθέσεων». Ἀλλὰ καὶ κάποιοι ἱερεῖς μας ποὺ πήγανε σὲ ξένες χῶρες χριστιανικὲς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, μὲ τὰ ράσα καὶ τὰ γένεια, ὅπως κάνουνε ὁ Ρῶσοι, ἤτανε σεβάσμιοι γιὰ τοὺς ντόπιους, ἐνῶ στοὺς κουρεμένους φραγκοφορεμένους δικούς μας δὲν δείχνανε κανένα σεβασμὸ σὰν σὲ θρησκευτικοὺς ἀνθρώπους. Πολλοὶ ξένοι μοῦ τὸ τονίσανε αὐτό, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ποὺ στέλνει στὶς παροικίες παπάδες, ἔχει ξεπέσει στὴν συνείδηση τῶν ξένων. Ἐξ ἄλλου, τὸ κοστούμι κ᾿ ἡ γραβάτα ἔχει μεγάλη ἐπίδραση στὸ ἦθος τῶν κληρικῶν μας ποὺ τὰ φορᾶνε.**.

Ἕνας εὐλαβὴς ἱερεύς, γνωστός μου, μοῦ ἔλεγε πὼς ὅταν τὸ βράδυ βγάλῃ τὰ ράσα γιὰ νὰ κοιμηθῇ, δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, καὶ θαρρεῖ πῶς ἡ θεία χάρη ποὺ νοιώθει ὅταν τὰ φορῇ, φεύγει ἀπὸ πάνω του.

Ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς ἢ ὁ ἀστυνόμος ποὺ ὑπηρετεῖ τὴν ἐπίγεια ἐξουσία, φορεῖ τὴ στολή του γιὰ νὰ γνωρίζεται, ἔτσι κι᾿ ὁ ἱερωμένος, καὶ πολὺ περισσότερο, γιατὶ ὑπηρετεῖ τὴν οὐράνια ἐξουσία πρέπει νὰ φορεῖ τὴν στολή του, κι᾿ ὄχι νὰ ντρέπεται, ὅπως κάνουνε ἐκεῖνοι ποὺ δὲν θέλουν τὸ ράσο. Ἂν βγάζανε τὴν ἱερατικὴ περιβολή τους οἱ παπάδες καὶ βάζανε πολιτικά, θὰ βλέπανε τί περίπαιγμα θὰ παθαίνανε ἀπὸ τοὺς ἄθρησκους, προπάντων στὴν ἐπαρχία. Γιατὶ τὸ ράσο εἶναι ἀσπίδα.

Γιὰ τοῦτο, πῶς ἀλλοίμονο ἂν παρουσιασθῇ ὁ παπὰς στὸ χωριὸ μὲ πανταλόνια καὶ μὲ γραβάτα, καὶ τὸ καλοκαίρι μὲ κοντὰ μανίκια! Ὢ τί δυστυχία! Ὢ διάλυση τῶν πάντων! Τί Ἑλλάδα μπορεῖ νὰ σταθῇ πιά; Ὅλα θὰ διαλυθοῦνε. Ὁ παπὰς στὸ χωριὸ εἶναι σύμβολο. Σύμβολο θρησκευτικὸ καὶ ἐθνικό, ἂς εἶναι καὶ ἀγράμματος, ὁ πιὸ ἀπελέκητος. Τὸ ράσο θυμίζει στὸν λαὸ τὴν ἱστορία του, τὶς θυσίες του, τοὺς πόνους του, τὶς χαρές του, καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ ράσο τὸν ζεσταίνει, τοῦ δίνει φρόνημα, πίστη, πεποίθηση, ἐμπιστοσύνη κι᾿ ἀγάπη στὴ φυλή του. Αὐτοὶ ποὺ θέλουνε νὰ καταργήσουνε τὸ ράσο καὶ νὰ μοντερνίσουνε τὴν ἀρχαία ὄψη τοῦ παπᾶ, συλλογιστήκανε καλὰ τί ζητᾶνε; Ἂς ρωτήσουν τοὺς ξενητεμένους Ἕλληνες τί χαρὰ καὶ τί κατάνυξη νοιώθουν ὅταν ἀντικρύσουν, στὶς χῶρες ποὺ ζοῦν, κάποιον ἱερέα μας μὲ γένεια καὶ μὲ ράσο. Εἶδα κάπου νὰ γράφει ἕνας διάκος εὐσεβὴς ὅτι σὲ ἕνα γράμμα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ ἕναν γνωστό του νέον, ἀλλὰ ἔγγαμον ἱερέα, ποὺ ὑπηρετεῖ στὴν Τασμανία τῆς Αὐστραλίας, ἔγραφε τὰ παρακάτω λόγια: «τὸ εὐχάριστο εἶναι ὅτι κατώρθωσα νὰ διατηρῶ τὰ ράσα καὶ τὰ γένειά μου, καὶ οὕτω ἀπολαμβάνω σεβασμοῦ καὶ πολλῆς ἐκτιμήσεως ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς της Τασμανίας».

Ἀλλὰ ἂς γυρίσουμε γιὰ λίγο ἀκόμα σὲ ἐκείνους ποὺ δὲ μποροῦνε νὰ χωνέψουνε τὸ ράσο καὶ τὰ γένεια τῶν ἱερέων ἀπὸ τὴ μεγάλη «αἰσθητική» καλλιέργεια ποὺ ἔχουνε.
Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς, ποὺ εἶναι τώρα μακαρίτης κ᾿ ἤτανε τότε ποὺ ζοῦσε καθηγητὴς σπουδαῖος της Θεολογίας, μὲ προσκάλεσε στὸ σπίτι του γιὰ νὰ μοῦ δείξῃ τὰ «καλλιτεχνήματα» ποὺ εἶχε... Δὲν ἔβλεπα τὴν ὥρα καὶ τὴν στιγμὴ νὰ φύγω ἀπὸ κεῖ μέσα καὶ σὰν βγῆκα, ἔκανα τὸν σταυρό μου, ἀνασαίνοντας βαθειά, καὶ εὐχαρίστησα τὸν Κύριο ποὺ δὲν μὲ ἀξίωσε νὰ γίνω σοφὸς καθηγητής. Λοιπόν, ἐκεῖνος ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος, ἐκεῖνος ὁ ψυχικὸς ξέρακας ποὺ περνοῦσε γιὰ σοφός, δὲν χώνευε μήτε τὰ ράσα, μήτε τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία, μήτε «την βάρβαρον βυζαντινὴν μουσικήν, ἠνάλωσε δὲ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ μέχρι τοῦ θανάτου του, μοχθήσας διὰ τὴν συγχρόνισιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν τεχνῶν»! Θεὸς συχωρέστον.



*
Κ᾿ ἡ μίτρα τοῦ δεσπότη (ἡ κορόνα) εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον ἐπιβλητικὰ καὶ θαυμαστὰ καλύμματα, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι ρώσικη. Ἐνῶ ἡ τιάρα τῶν καρδιναλίων ἐκφράζει ἀλαζονεία καὶ σατανικότητα, εἶναι καὶ κακοῦ γούστου κατασκεύασμα.



** Κάποιος πολύξερος καὶ σπουδασμένος καὶ ποὺ γνωρίζει καλὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, μοῦ ἔλεγε πὼς ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἱερωμένοι μας βγάλανε τὰ ράσα, πλήθηνε ἡ κακοήθεια τοῦ κλήρου σὲ κείνη τὴ χώρα ποὺ κατοικοῦσε.