A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον  πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ








Χριστούγεννα είναι η γέννηση του Θεανθρώπου και όχι η άνοιξη του καταναλωτικού παραλογισμού,η ανελέητη διάχυση μιας εμπρεύσιμης,κοσμικής αγάπης,η εκούσια συμμετοχή στην αγορά φρούδας Ελπίδας,που τάζουν οι επιχορηγούμενοι Έμποροι των οσονούπω,μαρκαρισμένων,καθεστωτικών Εθνών 

Τα Χριστούγεννα έρχονται.Για μας τους Ορθοδόξους του Πατρίου Ημερολογίου έχουν μια εξιδανικευμένη ιδιαιτερότητα και μια πνευματική αυθεντικότητα,όπως άλλωστε και όλες οι δεσποτικές εορτές.Είναι γιορτή,που μάθαμε,να την βιώνουμε αποκλειστικά στην πνευματική της οντότητα,στην Πατερική αναφορά της και στον ακαινοτόμητο προσανατολισμό της.Για τούτο και μόνο,τα Χριστούγεννα είναι αποκομμένα από κοσμικές δοξασίες,''λαοπρόβλητες'' καταναλωτικές επιφάνσεις και μεγαλεπίβολες,εορταστικές οινοκατανύξεις.Τα Χριστούγεννα έχουν άρωμα Εκκλησίας και γεύση Αμνοικής μεταλαβιάς!Τα προτεστάντικα τραγούδια Χριστουγέννων,τα προχριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν,η θεοποίηση των εκποιημένων κοκκινοβασίληδων του αδηφάγου εμπορίου,η ακαταίσχυντη αγαπολογία ενός ακαθόριστου και δυσδιάκριτου ''πνεύματος των Χριστουγέννων,'' ο υπερστολισμός των σπιτιών,που θυμίζουν φωτορυθμικές πίστες λαικών νυχτομάγαζων,δεν έχουν σχέση μ' εμάς.Απλά,γιατι η εκκοσμίκευση δεν υφίσταται εφ' ημών,αφού βαστάζουμε την Πατερικότητα της Εκκλησίας,ως δείγμα γραφής και ως σημείο ενδελεχούς αναφοράς.Οι ιερείς μας δεν συνεορτάζουν με προσκεκλημένους καθολικούς πάστορες,δουρειοιππικούς ουνίτες,δεν δωρίζουν κοράνια και αυτοσχέδια φιρμάνια σε αλλόδοξους,θρησκευτικούς πραματευτάδες.Κράτησαν την εορτολογική ενότητα των Ορθοδόξων,η οποία και βεβαίως άπτεται του δόγματος,αφού αυτή θεσπίστηκε από την Α΄Οικουμενική Σύνοδο.Το μικρό ποίμνιο των Ορθοδόξων του Πατρίου Ημερολογίου δεν αποτελεί ΔΕΚΟ του Δημοσίου,δεν τελεί υπό κρατική χειραγώγιση και βεβαίως δεν διέπεται από δημοσιουπαλληλικό αυτισμό.Για τούτο μπορούμε,να εορτάζουμε γνήσια τα Χριστούγεννα,ως μια δεσποτική εορτή,κατά την οποία βεβαίως θ' απουσιάζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι λοιποί,κρατικοί χορηγοί,όμως επίσημος και αυτόκλητος καλεσμένος μας θα είναι ο ίδιος ο Χριστός μας.Τα κανάλια των Τηλεοράσεων δεν θα παρευρίσκονται ορυμαγδόν,για να εκμαιεύσουν εθιμοτυπικές δηλώσεις του πρωτοκόλλου και οι εφημερίδες δεν θα έχουν πηχιαίους τίτλους και καλαίσθητες φωτογραφίες.Στις εκκλησίες μας δεν θα συναγελάζονται αριθμηδόν,καριερίστες πολιτικοί της οκκάς για τις καθιερωμένες,επιδερμικές χαιρετούρες,θα παρευρίσκονται όμως απλοί άνθρωποι του λαού,που βίωσαν την γνησιότητα της Εκκλησίας στην ευλογημένη αποτείχιση εν καιρώ αιρέσεως.Τα Χριστούγεννα των Ορθοδόξων του Πατρίου Ημερολογίου έχουν μια θεσπέσια οσμή αγνού μελισοκεριού,άλλωστε στους ναούς μας δεν χρησιμοποιείται ποτέ παραφινέλαιο.Την νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων ή το πρωί από Όρθρου βαθέως,οι λειτουργίες τελούνται με συγκινησιακή φόρτιση,συνεργούντος ενός ποιμνίου,που συμμετέχει καθ' όλα όρθιο,αφού εκλίπουν τα δεκάδες σκαλιστά καθίσματα και οι πισώπλατοι,αναπαυτικοί πάγκοι.Υπάρχουν μόνο στασίδια για τους αδυνάτους,που δεν έχουν μόνιμους,ποιμνιακούς επινοικιαστές.Το λιβάνι δεν είναι του εμπορίου,οι κανδύλες είναι αναμμένες με αγνό ελαιόλαδο και δεν έχουν αντικατασταθεί από ηλεκτρικές λάμπες,που προβάλλουν κόκκινες φλόγες του εμπορίου.Επικρατεί η κατάνυξη του πνευματικά αλώβητου,εκεί,που περισσεύει η έπαρση του πατερικά νοθευμένου.Οι Ορθόδοξοι πιστοί του Πατρίου Εορτολογίου γνωρίζουν άριστα την χρονική διαδρομή της λειτουργίας και ξέρουν,πως να είναι συμμέτοχοι και ιεροπρεπείς συνεργάτες της.Οι αγρυπνίες των Χριστουγέννων έχουν αυτήν την μυρωδιά μιας απόκοσμης,ιδεατής υπέρβασης και την ηδύτητα της Θείας Χάριτος.Κι όταν αυτές τελειώσουν,αγκαλιασμένοι με την εν Χριστώ Αγάπη και όχι την κοσμική αβροφροσύνη των μακελεμένων εμπόρων των Εθνών,θα γυρίσουμε στο σπίτι,να τερφθούμε από το γιορτινό τραπέζι της ημέρας και στο κατόπι να συνεχίσουμε την προσευχή,την ανάγνωση,τις εδαφιαίες γονυκλισίες και το ευλογημένο κομποσκοίνι...Γιατι,Χριστούγεννα είναι η γέννηση του Θεανθρώπου και όχι η άνοιξη της καταναλωτικής ευμάρειας,η ανελέητη διάχυση της κοσμικής αγάπης,η εκούσια συμμετοχή στην αγορά φρούδας Ελπίδας,που τάζουν οι δαίμονες της αποσάθρωσης της ορθής Πίστης.Τα πραγματικά Χριστούγεννα παρέχονται στο ποίμνιο από μια αποκρατικοποιημένη Εκκλησία,που δεν την διέπει ο δημοσιοϋπαλληλικός οίστρος,η υπηρεσιακή στάθμη,τα κυβερνητικά αλισβερίσια και η αλαζονία της Εξουσίας.Τα Χριστούγεννα δεν τεκταίνονται,δεν αποπνευματίζονται και δεν συναποτελούν μέρος κοσμικών γιορτών,που διυλίζονται μέσα από την δίνη της τεκτονικής Παγκοσμιοποίησης.Το πνεύμα τους μεταδίδεται από ποιμενάρχες,που δεν εκμίσθωσαν την αποστολική διακονία του πάσχοντος αδελφού τους,δεν απόσβεσαν την ποιμαντική τους με τα ένσημα του Δημοσίου και δεν ποδηγέτησαν το λειτούργημα του ιερέα στον βωμό του επαγγέλματος.Με αυτόν τον τρόπο,το ποίμνιο εισπράττει την γιορτή αυτή,ως μια επιδερμική και άοσμη εθιμοτυπία,ως μια ψυχαναγκαστική τελετουργία,που μόλις τελειώσει,αρχίζει ο αγλέουρας,ως την κοσμική μελαγχολία των αποδεκατισμένων ημερών.Η μελαγχολία,όμως κουρνιάζει σε μορφώματα,που έκαναν την Εκκλησία άνοστη και ανάλατη ομελέτα ψυχοπωλούντων,εκμαυλιστών και τεκτονικών τσελεμεντέδων.Εύχεσθε!


Για τούτο μπορούμε,να εορτάζουμε γνήσια τα Χριστούγεννα,ως μια δεσποτική εορτή,κατά την οποία βεβαίως θ' απουσιάζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι λοιποί,κρατικοί χορηγοί,όμως επίσημος και αυτόκλητος καλεσμένος μας θα είναι ο ίδιος ο Χριστός μας 

Δευτέρα 9 [22] Δεκεμβρίου,Πάτριο,Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο.Εορτή της Αγίας Άννης,μητρός Θεοτόκου σύλληψις.

Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος


Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

«Ἐπεθύμησε πόρνη …» (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)

Πόρνη ἐπιθυμοῦσε ὁ Θεός; Ναὶ πόρνη. Ἐννοῶ τὴ δική μας φύση. Ἦταν τρανὸς καὶ αὐτὴ ταπεινή. Τρανὸς ὄχι στὴ θέση ἀλλὰ στὴ φύση. Πεντακάθαρος ἦταν, ἀνερμήνευτη ἡ οὐσία του, ἄφθαρτη ἡ φύση του. Ἀχώρητος στὸ νοῦ, ἀόρατος, ἄπιαστος ἀπὸ τὴ σκέψη, ὑπάρχοντας παντοτεινά, μένοντας ἀπαράλλακτος. Πάνω ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ἀνώτερος ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῶν οὐρανῶν. Νικώντας τὴ λογικὴ σκέψη, ξεπερνώντας τὴ δύναμη τοῦ μυαλοῦ, ἀδύνατο νὰ τὸν δεῖς, μόνο νὰ τὸν πιστέψεις. Τόν ἔβλεπαν ἄγγελοι καί τρέμανε. Τά χερουβείμ σκεπάζονταν μέ τά φτερά τους, ὅλα στέκονταν μέ φόβο.

Ἔριχνε τὸ βλέμμα του στὴ Γῆ καὶ τὴν ἔκανε νὰ τρέμει. Στρεφόταν στή θάλασσα καί τήν ἔκανε στεριά Ποτάμια ἔβγαζε στὴν ἔρημο. Στ’ ἀναμέτρημά του ἔστηνε βουνά καί ζύγιζε λαγκάδια. Πῶς νά τό πῶ; Πῶς νά τό παραστήσω; Τό μεγαλεῖο του ἀπέραντο, ποῦ νά πιαστεῖ ἡ σοφία του μέ ἀριθμούς; Ἀνεξιχνίαστες οἱ ἀποφάσεις πού παίρνει κι οἱ δρόμοι του ἀνεξερεύνητοι.

Κι αὐτὸς ὁ τόσο μέγας καὶ τρανὸς πεθύμησε πόρνη. Γιατί; Γιὰ νὰ τὴν ἀναπλάσει ἀπὸ πόρνη σὲ παρθένα. Γιὰ νὰ γίνει ὁ νυμφίος της.

Τί κάνει; Δὲν τῆς στέλνει κάποιον ἀπὸ τοὺς δούλους του, δὲν στέλνει ἄγγελο στὴν πόρνη, δὲν στέλνει ἀρχάγγελο, δὲν στέλνει τὰ χερουβείμ, δὲν στέλνει τὰ σεραφείμ. Ἀλλὰ καταφθάνει αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἐρωτευμένος.

Ἐπεθύμησε πόρνη. Καὶ τί κάνει; Ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ ἀνέβει ἐκείνη στὰ ψηλά, κατέβηκε Ἐκεῖνος στὰ χαμηλά. Ἔρχεται στὴν καλύβα της. Τὴ βλέπει μεθυσμένη. Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἔρχεται; Ὄχι μὲ ὁλοφάνερη τὴ θεότητά του, ἀλλὰ γίνεται ἐντελῶς ἴδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεῖ, μήπως λαχταρήσει καὶ τοῦ φύγει. Τὴ βρίσκει καταπληγωμένη, ἐξαγριωμένη, ἀπὸ δαίμονες κυριευμένη. Καὶ τί κάνει; Τὴν παίρνει καὶ τὴν κάνει γυναίκα του. Καὶ τί δῶρα τῆς χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιὸ δαχτυλίδι; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἔπειτα λέγει. Δὲν σὲ φύτεψα στὸν Παράδεισο;

-Τοῦ λέγει, ναί.

-Καὶ πῶς ξέπεσες ἀπὸ ἐκεῖ;

-Ἦλθε καὶ μὲ πῆρε ὁ Διάβολος ἀπὸ τὸν Παράδεισο.

-Φυτεύτηκες στὸν Παράδεισο καὶ σὲ ἔβγαλε ἔξω. Νά, σὲ φυτεύω μέσα μου. Δὲν τολμᾶ νὰ μὲ πλησιάσει ἐμένα. Ὁ ποιμένας σὲ κρατάει καὶ ὁ λύκος δὲν ἔρχεται πιά.

-Ἀλλὰ εἶμαι, λέγει, ἁμαρτωλὴ καὶ βρώμικη.

-Μὴ μοῦ σκοτίζεσαι, εἶμαι γιατρός.

Δῶσε ἐδῶ μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τί κάνει. Ἦλθε νὰ πάρει τὴν πόρνη, ὅπως αὐτὴ -τὸ τονίζω- ἦταν βουτηγμένη στὴ βρῶμα. Γιὰ νὰ μάθεις τὸν ἔρωτα τοῦ Νυμφίου. Αὐτὸ χαρακτηρίζει τὸν ἐρωτευμένο: τὸ νὰ μὴ ζητάει εὐθύνες γιὰ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ νὰ συγχωρεῖ λάθη καὶ παραπατήματα.

Πιὸ πρὶν ἦταν κόρη τῶν δαιμόνων, κόρη τῆς Γῆς, ἀνάξια γιὰ τὴ Γῆ. Καὶ τώρα ἔγινε κόρη τοῦ βασιλιᾶ. Καὶ αὐτὸ γιατί ἔτσι θέλησε ὁ ἐρωτευμένος μαζί της. Γιατί ὁ ἐρωτευμένος δὲν πολυνοιάζεται γιὰ τὴ συμπεριφορά του. Ὁ ἔρωτας δὲν βλέπει ἀσχήμια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται ἔρωτας, ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς ἀγαπᾶ καὶ τὴν ἄσχημη.

Ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Χριστός. Ἄσχημη εἶδε καὶ τὴν ἐρωτεύτηκε καὶ τὴν ἀνακαινίζει.
Τὴν πῆρε ὡς γυναίκα, καὶ ὡς κόρη του τὴν ἀγαπᾶ, καὶ ὡς δούλα του τὴν φροντίζει, καὶ ὡς παρθένα τὴν προστατεύει, καὶ ὡς παράδεισο τὴν τειχίζει, καὶ ὡς μέλος τοῦ σώματός του τὴν περιποιεῖται. Τὴ φροντίζει ὡς κεφαλή της ποὺ εἶναι, τὴ φυτεύει ὡς ρίζα, τὴν ποιμαίνει ὡς ποιμένας. Ὡς νυμφίος τὴν παίρνει γυναίκα του, καὶ ὡς ἐξιλαστήριο θύμα τὴν συγχωρεῖ, ὡς πρόβατο θυσιάζεται, ὡς νυμφίος τὴ διατηρεῖ μέσα στὴν ὀμορφιά, ὡς σύζυγος φροντίζει νὰ μὴν τῆς λείψει τίποτα.

Ὤ, Σὺ Νυμφίε, ποὺ ὀμορφαίνεις τόσο τὴν ἀσχήμια τῆς νύφης!


Πηγή: www.imaik.gr/

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Η Σφαγὴ τῶν ῾Αγίων Νηπίων ὑπὸ τοῦ ῾Ηρώδου († ᾿Επισκόπου Γαρδικίου Κλήμεντος)

SfageNipion


Μία πνευματικὴ-ἡσυχαστικὴ προσέγγισις


᾿Επισκόπου Γαρδικίου Κλήμεντος


Ο ΗΡΩΔΗΣ προσπάθησε νὰ θανατώση τὸν Σωτῆρα μας Χριστόν, ὁ ῾Οποῖος ὡς Βρέφος Αἰώνιον, ὡς Παιδίον Νέον, ἀποτελοῦσε ἀπειλὴ γιὰ τὸ διεφθαρμένο βασίλειό του. Νόμιζε, ὅτι θὰ ἔπαιρνε κάποια ἡμέρα τὴν ἐξουσία του, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἀφροσύνῃ του θεωροῦσε ἄφθαρτη καὶ ἄτρωτη. Στὴν παράφορη προσπάθεια ἐξολοθρεύσεως τοῦ «ἐπιδόξου διεκδικητοῦ» τοῦ θρόνου του, ἔδωσε ἀπάνθρωπη ἐντολὴ γιὰ τὴν γενικὴ σφαγὴ τῶν νηπίων ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω...

Τὰ πρῶτα θύματα τῆς νέας Πίστεως, οἱ Πρωτομάρτυρες Αὐτῆς, ἦσαν τὰ ἀθῶα, καθαρά, ἁγνὰ καὶ ἄκακα βρέφη, αὐτὰ ποὺ ἀγαποῦσε καὶ ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους ὁ Κύριός μας καὶ ζητεῖ νὰ τὰ ὁμοιάσουμε, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὴν αἰώνιο Βασιλεία Του.

Κάθε ἕνας, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ παράγγελμα τοῦ Κυρίου μας καὶ ἐπιστρέφει στὴν παιδικὴ καθαρότητα καὶ ἀθωότητα, μέσῳ τῆς καθαρτικῆς, ζωογόνου καὶ μεταμορφωτικῆς μετανοίας, ἀντιμετωπίζει ἀργὰ ἤ γρήγορα τὸν ῾Ηρώδη ἤ τοὺς ῾Ηρῶδες του, οἱ ὁποῖοι ἀρχίζουν νὰ τὸν καταδιώκουν, προκειμένου νὰ τὸν ἀναγκάσουν ἤ νὰ παύση νὰ ἀκολουθῆ τὸν Σωτῆρα Χριστὸ ἤ νὰ ἐξολοθρευθῆ καὶ θανατωθῆ.

῞Οταν ὁ ἄνθρωπος ἀναλαμβάνη τὸν ἀγῶνα καθάρσεως διὰ τῆς μετανοίας, ἐπισύρει τὸν θανάσιμο φθόνο τῶν δαιμόνων καὶ τῶν ὀργάνων τους καὶ ὁπωσδήποτε θὰ καταδιωχθῆ. ῾Ο διάβολος καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ διαβόλου δὲν ἐπιθυμοῦν καὶ δὲν ἀνέχονται ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ νὰ «συλληφθῆ» ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ Νέος ᾿Αδάμ, τὸ Αἰώνιον Θεῖον Βρέφος, ὥστε νὰ ἀνατείλη καὶ πάλι στὴν γῆ ὁ Νοητὸς ῞Ηλιος τῆς Δικαιοσύνης, νὰ λάμψη καὶ πάλι ἡ μαρμαρυγὴ τῆς Δόξης τῶν ᾿Ακτίνων Του· προσπαθοῦν δὲ μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐμποδίσουν καὶ νὰ ματαιώσουν μία νέα ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου, διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ μία ἐπαναλαμβανόμενη νίκη τοῦ Χριστοῦ, αὔξησι καὶ οἰκοδομὴ τῆς ᾿Εκκλησίας Του, μία νέα ἧττα τοῦ διαβόλου καὶ μία ὑποχώρησι καὶ διάλυσι τοῦ σκοταδιοῦ του καὶ τῆς κοσμικῆς κυριαρχίας/ἐξουσίας του.

῾Ο πονηρὸς ἐπιδιώκει μὲ κάθε τρόπο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ποὺ μετανοεῖ νὰ μὴ φθάση τουλάχιστον στὴν ἐπίγνωσι τῆς ᾿Αληθείας καὶ στὴν Κοινωνία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή, νὰ μὴ ἀρχίση ὁ ἐν μετανοίᾳ ἄνθρωπος νὰ νήφη ἐπὶ τῶν λογισμῶν του καὶ νὰ τηρῆ καὶ φυλάσση τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν του, νὰ μὴ «μάθη» τὴν ἀδιάλειπτη Νοερὰ Προσευχή, νὰ μὴ ἀποδυθῆ στὸν ἀγῶνα τῆς πράξεως τῶν ἀρετῶν, νὰ μὴ προσέρχεται ἀξίως, μετὰ φόβου Θεοῦ, Πίστεως καὶ ᾿Αγάπης, στὴν Θεία Εὐχαριστία.

῎Αν ὁ ἄνθρωπος ἀμελήση, φοβηθῆ καὶ ἐπιστρέψη εἰς τὰ ὀπίσω, τότε ὁ ῾Ηρώδης, ἤτοι ὁ διάβολος, «κέρδισε». ῎Αν ὅμως ὁ ἄνθρωπος προχωρήση, χάριτι Θεοῦ, σὲ ὅλα τὰ ἀνωτέρω καὶ ἀρχίση μέσῳ τῆς ἐν ὑπακοῇ καὶ ταπεινώσει συμμετοχῆς στὴν Θεία Εὐχαριστία νὰ δίδη τόπον ἐντὸς τοῦ ἐσπιλωμένου σώματός του καὶ τῆς φάτνης τῆς ἀλόγου ψυχῆς του στὸ Θεῖον Βρέφος, ὥστε ἡ Βασιλεία Του νὰ ἀρχίση νὰ ἀχνοφέγγη στὴν μέχρι τότε σκοτεινὴ ψυχή του, τότε ὁπωσδήποτε ὁ ῾Ηρώδης ἤ οἱ ῾Ηρῶδες θὰ ἐξαπολύσουν γενικὴ ἐπίθεσι, ὥστε νὰ ἀνακτήσουν τὸ «χαμένο ἔδαφος».

Στὸ σημεῖο αὐτό, ἡ παραχώρησις ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ ἀγωνιζομένου πιστοῦ ἀδείας ἱκανοποιήσεως σὲ ἔστω καὶ ἕνα «κοιμισμένο» πάθος του, ἀκόμη καὶ ἡ ἀπροσεξία στὶς αἰσθήσεις ὡς καὶ ἡ ἐμμονὴ σὲ ὅ,τιδήποτε ἐγωϊστικὸ καὶ ἐμπαθές, ἀποτελοῦν τὴν θύραν διελεύσεως καὶ εἰσόδου τῶν ἐχθρῶν του ἐντός του, οἱ ὁποῖοι ἐπιποθοῦν θηριωδῶς νὰ εὕρουν τὸ Θεῖον Βρέφος γιὰ νὰ τὸ «κατασφάξουν»...

Τὸ Θεῖον Βρέφος ποτὲ δὲν παραμένει ἀφύλακτο, ἀλλὰ στὶς περιπτώσεις ἐπιδρομῆς καὶ λεηλασίας ἐντὸς τῆς ψυχῆς, ἀπὸ ἀμέλειά της, ἀπομακρύνεται ἀμέσως καὶ φεύγει εἰς γῆν Αἰγύπτου, ἤτοι εἰς ἄλλην ψυχήν, εἰς ἄλλον λαόν, πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ περίθαλψίν Του.

῞Ομως, ὁ τοιοῦτος ἔρημος ἄνθρωπος παραδίδεται ἀφύλακτος στὴν διωκτικὴ μανία τῶν κακίστων ἐχθρῶν του, οἱ ὁποῖοι ἀρχίζουν τὸ ἔργο τῆς φρικτῆς «βρεφοκτονίας». ῞Ολες οἱ ἀγαθὲς ἕξεις, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἀρχίσει νὰ βλαστάνουν ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν Παρουσία τοῦ Θείου Βρέφους, οἱ ἀγαθοὶ λογισμοί, νεύσεις, νοήσεις, δυνάμεις, διαθέσεις κλπ., ὅλα πλέον ἐκτίθενται στὴν καταστροφικὴ μανία τῶν διωκτικῶν δυνάμεων τοῦ σκότους καὶ τῆς πονηρίας, ποὺ ἐπιποθοῦν διακαῶς νὰ ἀπογυμνώσουν τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν χειροτερεύσουν, νὰ τὸν καταστήσουν καὶ πάλι σπήλαιο ληστῶν!...

῾Η καταστροφικὴ αὐτὴ διαδικασία διαρκεῖ ὅσο ὁ ἄνθρωπος παραμένει ἀναποφάσιστος καὶ παραδομένος στὴν ἐπήρεια τοῦ πειρασμοῦ. Καταπαύει δὲ καὶ ἀναστέλλεται, στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ ἀγωνιστὴς συνέρχεται καὶ ὀργανώνει τὴν ἄμυνά του, ἀντιμαχόμενος γενναίως καὶ καλῶν εἰς βοήθειαν τὸν δυνάμενον σώζειν. Αὐτόν, ποὺ ἄφησε τὰ θεῖα ῎Ιχνη Του, τοὺς θείους Χαρακτῆρες Του ἐντὸς τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς φωταυγοῦς Παρουσίας Του. ῾Η γνήσια μετάνοια, ἐν ταπεινώσει, ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ πατρός, καταπαύει τὴν ὀργὴν καὶ κοπάζει τὴν θραῦσιν...

Γι᾿ αὐτό, στὴν Θ. Λειτουργία, κατὰ τὸν Καθαγιασμό, παρακαλοῦμε τὰ Θεῖα Δῶρα νὰ μᾶς ἀποβοῦν εἰς «νῆψιν ψυχῆς». ῎Ανευ νηπτικῆς στάσεως καὶ διαθέσεως, μὲ συνθηκολογήσεις καὶ ὑποχωρήσεις στὰ πάθη, ἀκόμη καὶ στὰ παραμικρά, ἡ Θεία Κοινωνία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δράση εὐεργετικῶς ἐντὸς ἡμῶν, τὸ δὲ Θεῖον Βρέφος εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔρχεται καὶ νὰ φεύγη.

Γι᾿ αὐτὸ οἱ ῞Αγιοι Πατέρες τονίζουν πάρα πολὺ τὸ θέμα τῆς προετοιμασίας πρὸ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ καὶ τῆς προσοχῆς καὶ ἐγρηγόρσεως μετὰ ἀπὸ Αὐτήν. Μᾶς προτρέπουν δὲ νὰ εἴμεθα πάντοτε σὲ τέτοια κατάστασι, ὥστε διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν, τῆς ἐπιτελέσεως τῶν ἀρετῶν, τῆς διαρκοῦς νήψεως καὶ δὴ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς, νὰ δυνάμεθα νὰ ἑλκύσουμε τὴν Θείαν Χάριν καὶ νὰ κρατήσουμε/βαστάξουμε Αὐτήν. Διαφορετικά, θὰ ἀντιμετωπίζουμε ἐντὸς ἡμῶν ἐναλλασόμενες τραυματικὲς καταστάσεις, οἱ ὁποῖες θὰ μᾶς βασανίζουν καὶ θὰ ἐμποδίζουν τὴν πνευματική μας σταθερότητα, πρόοδο καὶ ἀνάπτυξι.

Εἴθε μὲ τὴν καλὴ καὶ συνεχῆ μετάνοιά μας νὰ ἀναπαύουμε τὸ Θεῖον Βρέφος ἐντὸς ἡμῶν, νὰ χαιρώμεθα τὴν Παρουσία Του καὶ νὰ μεταμορφωνώμεθα κατὰ τὴν Εἰκόνα Αὐτοῦ, μὴ δίδοντες θύραν εἰσόδου στὸν ἐχθρὸν διάβολον, ὁ ὁποῖος σὰν ῾Ηρώδης ποθεῖ τὴν δίωξι τοῦ Χριστοῦ, τὴν βρεφοκτονία καὶ τὴν αἰώνιο καταστροφή μας!... ῎Ας μὴ ἀγνοοῦμε λοιπὸν τὰ «νοήματά» του, ἀλλὰ ἄς διατηροῦμε καὶ καλλιεργοῦμε «νοῦν Χριστοῦ»!




Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΑΡΚΩΣΕΩΣ (Ἁγίου Συμεῶν τοῦ Νέου Θεολόγου)



(Βίβλος των Ηθικών Λόγος Α΄, Κεφάλαιο γ')



Για να προσεγγίσουμε την σάρκωση του Λόγου και την απόρρητη γέννησή του από την αειπάρθενο Μαρία και να κατανοήσουμε καλά το μυστήριο της οικονομίας για την σωτηρία του γένους μας το κρυμμένο προ των αιώνων (Εφεσίους 3:9), θα μας βοηθήσει η εξής γνωστή εικόνα:


Κατά την δημιουργία της προμήτορος Εύας ο Θεός πήρε την έμψυχη πλευρά του Αδάμ και την ολοκλήρωσε σε γυναίκα, γι’ αυτό δεν εμφύσησε σ’ αυτήν πνοή ζωής καθώς και στον Αδάμ, αλλά το μέρος που έλαβε από την σάρκα του το τελειοποίησε σε ολόκληρο σώμα γυναικός, την δε απαρχή του πνεύματος που έλαβε μαζί με την έμψυχη σάρκα την τελειοποίησε σε ψυχή ζωντανή δημιουργώντας με τα δυό μαζί έναν άλλον άνθρωπο. 

Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο πλαστουργός και κτίστης Θεός πήρε από την Αγία Μαρία έμψυχη σάρκα σαν ζύμη και μικρή απαρχή από το φύραμα της φύσεώς μας - δηλαδή από την ψυχή και το σώμα μαζί - και την ένωσε με την δική του ακατάληπτη και απρόσιτη Θεότητα.

Ή μάλλον ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση της Θεότητός του με την δική μας φύση,την έσμιξε άμικτα μ’ αυτή και την έκανε άγιο ναό του. Έτσι ο ποιητής του Αδάμ έγινε ατρέπτως και αναλλοιώτως τέλειος Άνθρωπος....

Όπως ακριβώς λοιπόν από την πλευρά του Αδάμ έπλασε την γυναίκα, έτσι, αφού δανείστηκε την σάρκα από την θυγατέρα του Αδάμ την αειπάρθενο και Θεοτόκο Μαρία και την έλαβε χωρίς σπορά, γεννήθηκε κατά τον ίδιο τρόπο με τον πρωτόπλαστο.

Ώστε όπως ακριβώς ο Αδάμ με την παράβαση έγινε η αρχή της γεννήσεως μας στην φθορά και στον θάνατο, έτσι και ο Χριστός και Θεός μας με την εκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης έγινε η απαρχή της αναγεννήσεώς μας στην αφθαρσία και την αθανασία.

Αυτό εννοεί ο θείος Παύλος όταν λέει: «Ο πρώτος άνθρωπος πλάστηκε από τη γη χοϊκός. Ο δεύτερος άνθρωπος, δηλαδή ο Κύριος, είναι επουράνιος.

 Ό,τι λογής ήταν ο χοϊκός τέτοιοι είναι και όλοι οι χοϊκοί και ό,τι λογής είναι ο επουράνιος τέτοιοι είναι και όλοι όσοι γίνονται επουράνιοι δι’ αυτού.» (Α’ Κορινθίους 15:47-48).

Και πάλι: «Η απαρχή είναι ο Χριστός, έπειτα όσοι είναι του Χριστού.» (Α’ Κορινθίους 15:23).

Επειδή λοιπόν ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με μας σε όλα εκτός από την αμαρτία, μας μεταδίδει την Θεότητά του λόγω της πίστης μας σ’ αυτόν και μας καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της Θεότητάς του.

Πρόσεξε το νέο και παράδοξο μυστήριο: Ο Θεός Λόγος έλαβε από μας σάρκα, που δεν είχε εκ φύσεως και έγινε άνθρωπος, που δεν ήταν. Από τότε μεταδίδει στους πιστούς την Θεότητά του - την οποία κανείς από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν είχε αποκτήσει - και μ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται θεοί κατά χάρη και θέση, που δεν ήταν.

Έτσι χαρίζει σ’ αυτούς την εξουσία να γίνονται τέκνα Θεού (κατά Ιωάννην 1:12) γι’ αυτό και έγιναν και πάντοτε θα γίνονται και ποτέ δεν θα πάψουν να γίνονται.

Άκουσε και τον θείο Παύλο που παρακινεί σ’αυτό: «Όπως φορέσαμε την εικόνα του γήινου, ας φορέσουμε και την εικόνα του επουράνιου.» (Α’ Κορινθίους 15:49).

Ο Θεός λοιπόν του παντός με την σωματική του παρουσία στην γη ήλθε για να αναπλάσει και να ανακαινίσει τον άνθρωπο και να ευλογήσει όλη την κτίση που επέσυρε επάνω της την κατάρα εξαιτίας του ανθρώπου.

Και πρώτα ζωοποίησε την ψυχή που έλαβε και αφθαρτώντας την τήν θέωσε, ενώ το άχραντο σώμα του, αν και το θέωσε, όμως το κρατούσε ακόμη φθαρτό και υλικό.

Γιατί το σώμα που τρώει και πίνει, κοπιάζει και ιδρώνει, δένεται και σέρνεται, υψώνεται στον σταυρό και καρφώνεται, είναι βέβαια φθαρτό και υλικό, αφού μάλιστα πέθανε και τοποθετήθηκε νεκρό στο μνημείο.

Μετά δε την ανάστασή του συνανέστησε και το σώμα του άφθαρτο, πνευματικό, όλο θείο και άυλο, γι’ αυτό και δεν συνέτριψε τις σφραγίδες του μνήματος, εισερχόταν δε και εξερχόταν ελεύθερα μέσα από τις κλειστές πόρτες...    

Αλλά γιατί μαζί με την ψυχή δεν έκανε αμέσως και το σώμα πνευματικό και άφθαρτο; επειδή και ο Αδάμ τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό ευθύς μεν με την παράβαση πέθανε κατά την ψυχή, ενώ κατά το σώμα ύστερα από πολλά χρόνια.

Γι’ αυτό και ο Χριστός πρώτα ανέστησε και ζωοποίησε την ψυχή που τιμωρήθηκε με το επιτίμιο του θανάτου, έπειτα δε οικονόμησε να απολαύσει και το σώμα την αφθαρσία δια της αναστάσεως, αυτό που δια του θανάτου επέστρεφε στην γη κατά την αρχαία απόφαση.

Κι όχι μόνον αυτό, αλλά κατέβηκε στον άδη ελευθερώνοντας από τα δεσμά τις ψυχές των εκεί φυλακισμένων αγίων και τις κατέταξε σε τόπο αναπαύσεως και ανεσπέτρου φωτός. Τα σώματά τους όμως δεν τα ανέστησε, αλλά τα άφησε στους τάφους μέχρι την κοινή ανάσταση.

Το μυστήριο λοιπόν αυτό που συντελέστηκε για όλο τον κόσμο με την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, τούτο το ίδιο γινόταν και σε κάθε άγιο και γίνεται αδιαλείπτως μέχρι σήμερα σε κάθε πιστό...

Γιατί λαμβάνοντας το πνεύμα του Δεσπότη και Θεού μας συμμετέχουμε στην θεότητά του,τρώγοντας δε την πανάμωμο σάρκα του γινόμαστε αληθινά και εξ ολοκλήρου σύσσωμοιτου Χριστού και συγγενείς του, καθώς και αυτός ο θείος Παύλος βεβαιώνει: «Είμαστε οστούν από τα οστά του και σάρκα από την σάρκα του» (Εφεσίους 5:30).


Και αλλού: «από τον πλούτο της θεότητός του όλοι εμείς λάβαμε αλλεπάλληλες δωρεές»(κατά Ιωάννην 1:16 και Κολασσαείς 2:9). Έτσι γινόμαστε κατά χάριν όμοιοι με τον φιλάνθρωπο Θεό και Δεσπότη μας ανακαινισμένοι στην ψυχή, άφθαρτοι και αναστημένοι από νεκροί που ήμαστε.

Τότε βλέπουμε αυτόν που καταδέχτηκε να γίνει όμοιός μας και βλεπόμαστε απ’ αυτόν, που μας αξίωσε να γίνουμε όμοιοί του, όπως κάποιος βλέπει από μακριά το πρόσωπο του φίλου του και διαλέγεται μ’ αυτόν και συνομιλεί και ακούει την φωνή του.

Κατά τον ίδιο τρόπο και οι απ’ αιώνος άγιοι και οι παλαιοί και οι τωρινοί πνευματικά βλέποντες δεν βλέπουν σχήμα ή είδος ή ομοίωμα, αλλά φως ασχημάτιστο, επειδή και αυτοί είναι φως εκ του φωτός, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος.

Όμως αν και φτάνουν σ’ αυτή την κατάσταση, τα σώματά τους δεν γίνονται αμέσως άφθαρτα και πνευματικά, αλλά όπως ακριβώς το σίδερο που πυρακτώνεται στην φωτιά παίρνει την λαμπρότητά της, όταν όμως απομακρυνθεί απ’ αυτήν γίνεται πάλι ψυχρό και μαύρο, έτσι ακριβώς και τα σώματα των αγίων:

Μετέχοντας και αυτά στο θείο πυρ, δηλαδή στην χάρη του Θεού, αγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγή και πολυτιμότερα από τα άλλα σώματα.

Αλλά όταν η ψυχή βγει από το σώμα, αμέσως και αυτά παραδίδονται στην φθορά και διαλύονται σιγά-σιγά.

Άλλα όμως διατηρούνται για πολλά χρόνια χωρίς να είναι ούτε εντελώς άφθαρτα ούτε πάλι τελείως φθαρτά, αλλά διασώζουν μέσα τους τα γνωρίσματα και της αφθαρσίας και της φθοράς, ώσπου να φτάσουν στην τέλεια αφθαρσία και να ανακαινιστούν την τελευταία και κοινή ανάσταση των νεκρών.

Για ποιό λόγο;

Διότι δεν έπρεπε να αναστηθούν και να αφθαρτωθούν τα ανθρώπινα σώματα, πριν από την ανακαίνιση των κτισμάτων...


αλλά όπως ακριβώς πρώτα πλάστηκε η φύση άφθαρτη και έπειτα ο άνθρωπος, έτσι πάλι πρώτα η κτίση πρέπει να μεταποιηθεί από την φθορά στην αφθαρσία και μετά μαζί μ’ αυτήν ν’ αλλάξουν και να ανακαινιστούν τα φθαρτά σώματα των ανθρώπων, ώστε ο άνθρωπος πνευματικός πια και αθάνατος να κατοικήσει σε τόπο άφθαρτο, αιώνιο και πνευματικό.

Και ότι αυτό είναι αλήθεια, άκουσε τον Απόστολο Πέτρο που το βεβαιώνει: «Θα έρθει η ημέρα του Κυρίου σαν κλέπτης την νύχτα και τότε οι ουρανοί θα διαλυθούν από την φωτιά και τα στοιχεία της φύσεως θα καούν και θα λυώσουν» (Β’ Πέτρου 3:10,12), όχι για να εξαφανιστούν, αλλά για να αναχωνευθούν και να αναστοιχειωθούν σε καλύτερη και αιώνια κατάσταση.

Από που γίνεται φανερό αυτό; Από τα λόγια που προσθέτει στην συνέχεια ο Απόστολος: «Καινούριους ουρανούς και καινούρια γη προσδοκούμε κατά την επαγγελία σου» (Β’ Πέτρου 3:13).

Τίνος την επαγγελία; Ασφαλώς του Χριστού πού είπε: «Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν» (κατά Ματθαίον 24:35).

Παρέλευση του ουρανού εννοεί την αλλαγή του, γι’ αυτό λέει ότι αν και ο ουρανός θα αλλάξει, όμως οι δικοί του λόγοι θα μένουν αναλλοίωτοι και σταθεροί.

Αυτό προανήγγειλε και ο προφήτης Δαυίδ: «Σαν μανδύα θα τους τυλίξεις και θα αλλάξουν, εσύ όμως θα παραμείνεις ο ίδιος και τα έτη της ζωής σου δεν θα εκλείψουν» (Ψαλμοί, 101:27-28). Τι θα μπορούσε να γίνει σαφέστερο από αυτά τα λόγια; 
 
  '' Ἡ εἰς Χριστόν πίστις ὁ νέος ἐστί παράδεισος ''

Ἁγίου Συμεῶν τοῦ Νέου Θεολόγου. 

Πηγή: ''Πνεύματος κοινωνία''


Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ! (Κάλαντα Βυζαντινά - Κάλαντα τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν)






ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

Τα κάλανδα των Χριστουγέννων από τους αδελφούς μας του Πάτριου που δεν δέχθηκαν την ημερολογιακή προδοσία των οικουμενιστών του 1924. Δεν ήθελαν να συνεορτάζουν τα Χριστούγεννα με τους Φράγκους της Δύσεως αλλά με τους Ορθοδόξους των Αγίων Τόπων.
Αρνήθηκαν να δεχθούν το Βατικανό να υποκαθιστά την Βηθλεέμ και τον Παπισμό να υποκλέπτει την προσδοκία!

24 Δεκεμβρίου 1930 :

Καλήν ημέραν, αδελφοί αν είνε ορισμός σας
Χριστούγεννα ορθόδοξα να πω στ’ αρχοντικόν σας.

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
τας παραδόσεις τας σεπτάς ζητούν οι Αποστόλοι.

Χριστός γεννάται σήμερον «Το δόξα εν υψίστοις»
ν’ ακούση αξιώνεται η ορθοδόξων πίστις.

Εις τα βουνά γυρίζουνε οι ορθόδοξοι έως τώρα
και η εξουσία τρέχει ευθύς χωρίς να λείψη ώρα.

Εις τα βουνά γυρίζουνε για την Ορθοδοξίαν
και αντί αστέρος τον Σταυρόν φέρουν στην Εκκλησίαν.

Και κάθε χρόνο που περνά με πόθο ερωτώμεν
σε ποιο βουνό, σε ποιο Ναό για να λειτουργηθώμεν.

Ακούσας δε ο Χρυσόστομος Δεσπότης θηριώδης
στέλνει στρατόν και δύναμιν να σφάξη ως Ηρώδης.

Πλην ο σταυρός εξ ουρανού βγαίνει και μας φωτίζει
Ορθοδοξίας καύχημα και θάρρος μας δωρίζει.

Δεν θέλουμε τα φράγκικα του Πάπα να ακούμε
κι’ αυτούς που τα πιστεύουνε ποτέ να μη τους δούμε.

Δεν θέλουμε τα φράγκικα, μόνον Ορθοδοξία
τας παραδόσεις τας σεπτάς ζητάει η Εκκλησία.

Δεν θέλουμε τα φράγκικα παπάδων κουρεμένων
κατάρες κι’ αναθέματα στην κεφαλήν τους μένουν.

Έτη καλά να ζήσετε με δόξα και ευτυχία
και όλοι πάντα σταθεροί εις την Ορθοδοξία.

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Ἃγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


Πρoς ένα Γερμανό θεολόγο:
Για την ορθόδοξη Εκκλησία και την ειρήνη τού κόσμου
(Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


Σᾶς φαίνεται ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐλάχιστα ἐνδιαφέρεται γιά τήν εἰρήνη στόν κόσμο, καί αὐτό σᾶς ταλαιπωρεῖ. Πῶς ἐλάχιστα; Ποιός θά ἐπιθυμοῦσε τήν εἰρήνη περισσότερο ἀπό τούς βασανισμένους καί τούς μάρτυρες; Καί οἱ λαοί, οἱ Ὀρθόδοξοι λαοί εἶναι βασανισμένοι καί μάρτυρες. Αὐτό τό γράφω χωρίς νά καυχιέμαι οὔτε νά παραπονιέμαι ἀλλά μόνο μαρτυρώντας τό μαρτυρημένο ἱστορικό γεγονός. 

Καί στήν ἴδια τή γλώσσα σας μπορεῖτε νά βρεῖτε βιβλία ἱστορίας καί ἀφηγήσεων ἀπό τά ταξίδια, στά ὁποῖα θά βρεῖτε περιγραφές ἀπό τά πάθη καί τά βάσανα αἰώνων τῶν ὀρθοδόξων λαῶν. Ὅμως αὐτό εἶναι ἕνα ἐλάχιστο κομμάτι ἐκείνης τῆς ἀπερίγραπτης θάλασσας τῶν παθῶν, στήν ὁποία οἱ ὀρθόδοξοι λαοί αἰῶνες ἔπλεαν. Ἐάν οἱ πλούσιοι καί ἐλεύθεροι λαοί ἐπιθυμοῦν τήν εἰρήνη, αὐτοί, φοβάμαι, τήν ἐπιθυμοῦν χωρίς νά τήν ἔχουν στερηθεῖ ἰδιαίτερα, ἐνῶ ὅταν οἱ βασανισμένοι καί φτωχοί λαοί ἐπιθυμοῦν τήν εἰρήνη, αὐτοί τήν ἐπιθυμοῦν σάν ἀναγκαία ξεκούραση. Εἶναι φυσικό, λοιπόν, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς φύλακας καί τροφός τῆς ψυχῆς τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν, νά ἐπιθυμεῖ ὁλόκαρδα τήν εἰρήνη στόν κόσμο καί ὄχι τόν πόλεμο. Γι᾿ αὐτό στούς ναούς μας τό πρωί καί τό βράδυ ὑψώνονται προσευχές «εἰρήνη τῷ κόσμῳ». Γιατί προσευχές; Γιατί ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύουμε ὅτι ἡ εἰρήνη στόν κόσμο εἶναι δῶρο Θεοῦ, τό ἴδιο ὅπως καί ὁ καλός καιρός καί ἡ καρποφορία καί ἡ βροχή καί ἡ ὑγεία καί ἡ ἴδια ἡ ζωή. Γι᾿ αὐτό προσευχόμαστε στόν Χορηγό ὅλων τῶν καλῶν δῶρων, νά χορηγήσει τήν εἰρήνη στόν κόσμο.

Ἐσεῖς γνωρίζετε ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι συνέπεια τῆς ἀρετῆς καί ὄχι ἔργο ἐπιδεξιότητας. Ξέρετε ὅτι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπό τή σπηλιά τῆς βηθλεέμ στόν ὕμνο πρῶτα τόνισαν τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί ὕστερα τήν εἰρήνη στόν κόσμο. «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β΄: 14). Ἐκεῖνοι πού δέν δοξάζουν πρῶτα μέ πίστη καί προσευχή τόν Ὕψιστο Δημιουργό τους, πῶς μποροῦν νά ἔχουν εἰρήνη στήν ψυχή, καί πῶς ἐκεῖνο πού δέν ἔχουν μέσα τους μποροῦν νά τό προσφέρουν στόν κόσμο; Ξέρετε παρακάτω τόν λόγο τοῦ Παύλου περί τοῦ Χριστοῦ: «Αὐτός γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Ἐφ. β΄: 14). Καί τί ἀκόμα νά πῶ; Ξέρετε ὅλο τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο στήν οὐσία εἶναι μόνη στόν κόσμο ὑπάρχουσα Ἐπιστήμη περί τῆς Εἰρήνης. Καί ξέροντας ὅλα αὐτά πῶς θά μπορούσατε καί ἐσεῖς νά σκέφτεστε διαφορετικά παρά ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι συνέπεια ἀρετῆς καί ὄχι ἔργο ἐπιδεξιότητας, καί ὅτι ἡ εἰρήνη μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μόνο μέ ἀρετή καί ποτέ μέ ἐπιδεξιότητα; Πάρετε γιά παράδειγμα μία οἰκογένεια, στήν ὁποία ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα, καί οἱ δύο χωρίς ἀρετή, συγκροτοῦν εἰρήνη μεταξύ τους μόνο μέ τήν τεχνική. Μπορεῖ ἄραγε ἡ εἰρήνη σέ τέτοια οἰκογένεια νά εἶναι μακρόχρονη; Στήν οἰκογένεια ὅμως, ὅπου ὁ Θεός δοξάζεται, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ τιμιότητα, σ᾿ αὐτήν ἤδη ἡ εἰρήνη ὑπάρχει ἀπό μόνη της, ὡς συνέπεια τῆς ἀρετῆς. Ὅπως ἀντίστοιχα ἡ ζέστη εἶναι συνέπεια τοῦ φωτός, ἤ τό φῶς τῆς φωτιᾶς.

Ἔτσι εἶναι καί σ᾿ ἕνα λαό, καί σέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Ἐάν δέν εἶχε ἡ ἀρέτη ταλαντευθεῖ στόν κόσμο, δέν θά μιλούσαμε τόσο περί τῆς εἰρήνης. Ἀφοῦ ἡ εἰρήνη θά ἔρρεε ἀπό τήν ἀρετή. Ὅμως στόν κόσμο σήμερα ὁμιλοῦν περισσότερο περί τῆς εἰρήνης ἀπ᾿ ὅ,τι στούς προηγούμενους καιρούς, καί οἱ ἄνθρωποι μοχθοῦν περισσότερο ἀπό ποτέ -ὄχι γιά νά ξαναγυρίσουν στήν ἀρετή ὡς ἀπαραίτητο ὅρο τῆς εἰρήνης- ἀλλά, γιά νά μαστορεύσουν τήν εἰρήνη μέ τήν τεχνική, τήν ἐπιδεξιότητα. Ἀλλά ὅπως ἡ στέγη δέν μπορεῖ νά σηκωθεῖ πρίν ἀπό τά θεμέλια, ἔτσι οὔτε ἡ εἰρήνη πρίν ἀπό τήν ἀρετή. Τό θεμέλιο καί ὁ ἐμπνευστής κάθε ἀρετῆς γιά μᾶς τούς χριστιανούς εἶναι ὁ Κύριος καί Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός. Ποιός ἄλλος θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ βάση τῆς εἰρήνης στόν κόσμο ἀπ᾿ ὅτι Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος ἐπονομαζόμενος Ἄρχων τῆς Εἰρήνης;

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ μεγάλη χαρά καί ἑτοιμότητα θά κάνει ὅλες τίς θυσίες, πού ὁ Θεός καί ἡ ἀνθρωπότητα περιμένουν ἀπ᾿ αὐτήν, γιά τήν εἰρήνη ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους ὅταν οἱ ἡγέτες τῶν λαῶν θά εἶναι πρόθυμοι νά δημιουργοῦν εἰρήνη στόν κόσμο δοξάζοντας τόν Θεό -καί ὄχι ὅπως οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί τους, οἱ ὁποῖοι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ἔχτιζαν τόν πύργο τῆς Βαβυλωνίας, ἐμπιστευόμενοι μόνο τήν ἐπιδεξιότητά τους· ὅταν λαοί καί φυλές ἁπλωθοῦν στήν προσευχή μπροστά στόν Ὕψιστο, ὅταν ὁριστεῖ νηστεία, καί διαταχθεῖ ἐγκράτεια ἀπό ὅλες τίς ζωηρότητες τουλάχιστον γιά κάποιο συγκεκριμένο χρόνο, ὅταν αὐστηρά ἀπαγορευτεῖ κάθε ὕβρις τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ κόσμου, ὅταν κάθε ἀρετή συνειδητά προαχθεῖ καί ξεκάθαρα τονιστεῖ σάν ὅρος εἰρήνης.

Ἕως τότε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά πράττει ὅ,τι στερεώνει στήν πίστη καί τήν ἀγάπη, καί ἔτσι θά τούς κάνει ἱκανούς γιά τήν εἰρήνη μεταξύ τους. Καί ἀκόμα θά προσεύχεται ἀπό μέρα σέ μέρα στόν Ἄρχοντα τῆς Εἰρήνης, νά ἀξιώσει ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς θεϊκῆς χορηγίας τῆς εἰρήνης στή γῆ.

Εἰρήνη σέ σᾶς καί χαρά ἀπό τόν Κύριο!

(Ἀπό τό βιβλίο: «Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται…», Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Α΄, Ἐκδόσεις «Ἐν πλῷ»)





Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ (Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)





«Παραπονιέσαι για τη μοναξιά στη μέση μεγάλης πόλης. Τόσος λαός γύρω σου κοχλάζει σαν μυρμηγκοφωλιά, και εσύ και πάλι αισθάνεσαι σαν στην έρημο. Στις μεγάλες γιορτές η κατάσταση είναι ανυπόφορη. Παντού πλημμυρίζει η χαρά, ενώ εσένα σε πιέζει η λύπη. Οι εορταστικές ημέρες των Χριστουγέννων και της Ανάστασης σου φαίνονται σαν κάποια άδεια δοχεία, τα οποία εσύ γεμίζεις με δάκρυα. Όταν αυτές οι άγιες γιορτές βρίσκονται μακριά πίσω ή μπροστά σου, αισθάνεσαι πιο ήρεμη. Αλλά όταν πλησιάσουν και έρθουν, η θλίψη και η ερημιά κυριεύουν την ψυχή σου.

Τί να σου κάνω; Θα σου διηγηθώ την ιστορία για τα Χριστούγεννα της Ιωάννας διότι ίσως σε ωφελήσει. Θα αφήσω όμως να σου διηγείται εκείνη όπως τα είχε διηγηθεί σε μένα.

«Σαράντα και κάτι χρόνια βλέπω εγώ αυτό τον κόσμο σαν γυναίκα. Ποτέ καμιά χαρά, εκτός από λίγη σαν παιδί στο σπίτι των γονέων μου. Αλλά μπροστά στον κόσμο δεν έδειχνα λυπημένη. Μπροστά στους ανθρώπους υποδυόμουν τη χαρούμενη, και στη μοναξιά έκλαιγα. Όλοι με θεωρούσαν ένα ευτυχισμένο πλάσμα, αφού ως τέτοια έδειχνα. Ακούω, όλοι γύρω μου παραπονούνται, και οι έγγαμοι και οι άγαμοι, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, όλοι. Και σκέφτομαι, γιατί κι εγώ να παραπονιέμαι στους δυστυχισμένους για τη δική μου δυστυχία, και μόνο να αυξάνω τη λύπη γύρω μου; Θεέ, να δείχνω χαρούμενη έτσι θα είμαι πιο χρήσιμη στον δυστυχισμένο κόσμο, ενώ το μυστικό μου θα το κρύβω μεσα μου και θα κλαίω στη μοναξιά μου. Προσευχόμουν στον Θεό, για να μου εμφανισθεί με κάποιο τρόπο, τουλάχιστον μόνο ένα δάχτυλό Του να αισθανθώ. Προσευχόμουν έτσι, για να μην σβήσω από την κρυμμένη λύπη. Από κάθε έσοδο έκανα ελεημοσύνη οπουδήποτε είχα ευκαιρία. Επισκεπτόμουν αρρώστους και ορφανούς, και έφερνα χαρά με τη δική μου φαινομενική χαρά. Πιστεύω σε Σένα, αγαθέ μου Θεέ, έλεγα συχνά, αλλά Σε παρακαλώ, εμφανίσου μου με κάποιο τρόπο, για να Σε πιστεύω ακόμα περισσότερο. «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία» (Μάρκ. 9, 24). Επαναλάμβανα αυτά τα λόγια από το Ευαγγέλιο. Και πράγματι, βίωσα να μου εμφανιστεί ο Κύριος.

Δυσκολότατες για μένα ήταν οι μεγάλες γιορτές. Μετά από τη Λειτουργία κλεινόμουν στο δωμάτιο και έκλαιγα ολόκληρα τα Χριστούγεννα και την Ανάσταση. Όμως τα προηγούμενα Χριστούγεννα εμφανίστηκε ο Θεός. Αυτό έγινε ως εξής. Πλησίαζε αυτή η μεγάλη μέρα. Εγώ αποφάσισα να ετοιμάσω όλα έτσι όπως η μητέρα μου ετοίμαζε: και κρέας, και ζυμαρικά, και γλυκά, και όλα τ’άλλα. Άπλωσα σανό στο σπίτι, πέταξα από τρία καρύδια σε κάθε γωνιά του δωματίου. Ας είναι η Αγία Τριάδα ελεήμων σε όλες και τις τέσσερις πλευρές του κόσμου. Και κάνοντας όλα αυτά ασταμάτητα προσευχόμουν: Κύριε, στείλε μου επισκέπτες αλλά εντελώς πεινασμένους και φτωχούς! Σε παρακαλώ, εμφανίσου μ’αυτόν τον τρόπο! Πού και πού, μου ερχόταν η σκέψη: τρελή Ιωάννα, τι επισκέψεις περιμένεις τα Χριστούγεννα! Αυτή την άγια μέρα ο καθένας βρίσκεται στο σπίτι του ποιος θα μπορούσε να έρθει ως επισκέπτης σε σένα; Κι εγώ έκλαιγα και έκλαιγα… Όμως και πάλι επαναλάμβανα εκείνη την προσευχή και ετοίμαζα.

Όταν τα Χριστούγεννα γύρισα από την Εκκλησία, άναψα το κερί, έστρωσα το τραπέζι, έβαλα όλα τα φαγητά, και τότε άρχισα να περπατώ από δω κι από κει στο δωμάτιο. Θεέ μου, μην με εγκαταλείψεις! Πάλι προσευχόμουν. Στο δρόμο λίγοι περνούσαν. Είναι Χριστούγεννα, αλλά και ο δρόμος μας είναι απόμερος. Όμως μόλις το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια κάποιου, εγώ πεταγόμουν στην πόρτα! Άραγε είναι ο επισκέπτης μου; Δεν είναι. Να, προσπέρασε. Το μεσημέρι ήρθε και πέρασε, και εγώ μόνη. Άρχισα να κλαίω και κραύγασα: τώρα βλέπω, Κύριε, ότι με εγκατέλειψες εντελώς! Έκλαιγα έτσι και σιγοέκλαιγα συνεχώς! Ξαφνικά χτύπησε κάποιος την πόρτα, και εγώ άκουσα φωνές: δώσε αδελφέ, δώσε αδελφή! Γρήγορα έτρεξα και άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου ένας τυφλός και ο οδηγός του, και οι δυο σκυμμένοι, κουρελιασμένοι, παγωμένοι. Ο Χριστός γεννήθηκε, κύριοί μου! φώναξα εγώ χαρούμενα. Αληθώς γεννήθηκε! κροτάλιζαν με τα δόντια εκείνοι τρέμοντας. Έλεος, αδελφή, ελέησέ μας! Δεν σου ζητάμε χρήματα. Από το πρωί κανένας δεν μας πρόσφερε ψωμί, λίγα λεφτά ή από ένα ποτήρι με ρακί. Πεινάμε πολύ. Εγώ πέταξα από τη χαρά μου ως τον τρίτο ουρανό. Τους οδήγησα στο σπίτι και τους έβαλα στο γεμάτο τραπέζι. Τους σέρβιρα κλαίγοντας από χαρά. Εκείνοι με ρώτησαν παραξενεμένοι: «Γιατί κλαις, κυρία;». Από χαρά, κύριοί μου, από καθαρή και φωτεινή χαρά! Εκείνο για το οποίο προσευχόμουν στον Θεό ο Θεός μου το έδωσε. Μερικές μέρες εγώ Του προσεύχομαι, να μου στείλει ακριβώς τέτοιους επισκέπτες όπως είσαστε εσείς, και να, Αυτός μου έστειλε. Δεν ήρθατε εσείς έτσι τυχαία, αλλά σας έστειλε ο αγαθός μου Κύριος. Αυτός σήμερα μου φανερώθηκε μέσα από σας. Αυτά είναι τα πλέον χαρούμενα Χριστούγεννα στη ζωή μου. Τώρα ξέρω, ότι είναι ζωντανός ο Θεός μας. Δόξα σ’ Εκείνον και ευχαριστία! «Αμήν», απάντησαν οι αγαπητοί μου επισκέπτες. Τους κράτησα έως το βράδυ, τους γέμισα τις τσάντες και τους αποχαιρέτησα».

Τέτοια ήταν τα προηγούμενα Χριστούγεννα της Ιωάννας. Δώσε Θεέ, να είναι φέτος ακόμα πιο χαρούμενα. Προσευχήσου κι εσύ, κόρη, να σου φανερωθεί ο ουράνιος Πατέρας με κάποιο τρόπο -και στον Θεό οι τρόποι είναι πολλοί- και θα ζήσεις θαύμα. Μην ετοιμάζεσαι για λύπη σε τούτη τη μεγάλη μέρα, αλλά να ετοιμάζεσαι για χαρά. Και ο Πανορατικός, ο Παντελεήμων, θα σε κάνει χαρούμενη. 

(Από το βιβλίο «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται» βιβλίο με επιστολές του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, ο οποίος υπήρξε Επίσκοπος της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας και θεολόγος. Έζησε από το 1881 μέχρι το 1956. Το Μάιο του 2003, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Σερβίας τον διεκήρυξε Άγιο και τον ενέταξε στο Αγιολόγιό της στις 18 Μαρτίου (Κοίμηση) και στις 3 Μαΐου (Μεταφορά Λειψάνων).Πηγή: alopsis.gr ).



Πηγή: eggolpio.blogspot.gr

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

ΙΕΡΩΝΥΜΕ ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΣΟΥ

Νύχτα Χριστουγέννων. Ἕνας ἅγιος καὶ σοφὸς ἀσκητὴς προσεύχεται ἀπὸ ὥρα γονατιστὸς μέσα στὸ ἅγιο Σπήλαιο, στὴ Βηθλεέμ. Στὸ σπήλαιο ποὺ πρὶν ἀπὸ περίπου 400 χρόνια εἶχε φιλοξενήσει τὸν νεογέννητο Χριστό μας. Ὁ ἀσκητὴς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο, ποὺ κατέγραψε καὶ τὰ ὅσα συνέβησαν ἐκεῖ.

Ἐκείνη τὴ νύχτα ὁ Ὅσιος εἶχε ἀφήσει τὸ ἀσκητήριο του, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ ἅγιο Σπήλαιο, καὶ εἶχε ἀποφασίσει νὰ τὴν περάσει ξάγρυπνος καὶ προσευχόμενος μπροστὰστὴν ἁγία Φάτνη.
Ἡ καρδιά του ἦταν γεμάτη εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ μεγάλη δωρεὰ τοῦ Θεοῦ: νὰ ἔλθει ὁ Ἴδιος στὴ γῆ, νὰ γίνει ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ τὰ νύχια τοῦ θανάτου!
Ἀπόλυτη σιωπὴ ἐπικρατοῦσε μέσα στὴ νύχτα στὸν ἱερὸ χῶρο…
.
Ξαφνικὰ ἀκούστηκε νὰ προφέρει τὸ ὄνομά του μιὰ γλυκιὰ φωνή:
Ἱερώνυμε!
Ξαφνιάστηκε ὁ Ὅσιος… Κοίταξε παραξενεμένος γύρω του… Τίποτε… Δὲν ὑπῆρχε κανείς.
Ἱερώνυμε! ξανακούστηκε ἡ φωνή…
Ναί! Ἐρχόταν ἀπὸ τὴν ἁγία Φάτνη… καὶ ἔκανε τὴν καρδιά του νὰ τρέμει συγκλονισμένη.
Ἱερώνυμε, τί δῶρο θὰ μοῦ κάνεις ἀπόψε στὴ γιορτή μου;
Ἦταν πράγματι ἡ γλυκιὰ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ.

Ξέσπασε σὲ λυγμοὺς ὁ Ἅγιος:
Ὦ Κύριε, τὸ ξέρεις ὅτι γιὰ Σένα τὰ ἄφησα ὅλα: τὸ παλάτι τοῦ αὐτοκράτορα, τὰ μεγαλεῖα τῆς Ρώμης, τὶς ἀνέσεις. Ἡ καρδιά μου, ἡ σκέψη μου, ὅλα σὲ Σένα εἶναι στραμμένα! Τί ἄλλο μπορῶ νὰ Σοῦ προσφέρω; Δὲν ἔχω τίποτε!
Καὶ ὅμως, Ἱερώνυμε, ἔχεις κάτι ἀκόμα ποὺ μπορεῖς καὶ πρέπει νὰ μοῦ τὸ προσφέρεις… Αὐτὸ θὰ μὲ εὐχαριστήσει πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, καὶ αὐτὸ θέλω…
.
Ἔπεσε σὲ συλλογὴ ὁ Ὅσιος… Πέρασαν λίγα λεπτὰ καὶ μετὰ τόλμησε νὰ ψελλίσει:
Κύριε, δὲν βρίσκω κάτι… Πές μου, τί θὰ μποροῦσα ἀκόμη νὰ Σοῦ προσφέρω καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ σκεφτῶ;
Μεσολάβησε μικρὸ διάστημα σιγῆς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ξανακούστηκε:
.
Ἱερώνυμε, τὶς ἁμαρτίες σου θέλω. Δῶσε μου τὶς ἁμαρτίες σου!
Τὶς ἁμαρτίες μου; Τί νὰ τὶς κάνεις, Κύριε, τὶς ἁμαρτίες μου;
Θέλω τὶς ἁμαρτίες σου γιὰ νὰ σοῦ τὶς συγχωρήσω, ἀφοῦ γι᾿ αὐτὸ ἦρθα στὸν κόσμο, ἀπάν­τησε ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐπικράτησε βαθιὰ σιωπή.
.
Συγκλονισμένος ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ἄ­­­φησε τὰ δάκρυά του, δάκρυα εὐγνωμοσύνης, νὰ πλημμυρίσουν τὸν ἱερὸ χῶρο ὅλη τὴ νύχτα.
Ἄφησε καὶ σὲ μᾶς τὴν ἔμπρακτη παραγγελία νὰ μὴ λησμονοῦμε κάθε Χριστούγεννα τὸ ὡραιότερο δῶρο πρὸς τὸν Σωτήρα μας, τὴ μετάνοιά μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ καλύτερος ἑορτασμὸς τῆς μεγάλης ἑορτῆς…
.
Περιοδικό «Ο ΣΩΤΗΡ», Τεῦχ. 2057

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ (Ἀναγνωστικό Ε΄Δημοτικοῦ 1966)

- Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία...

῞Ολη ἡ Γειτονιὰ ἀντηχοῦσε ἀπ’ τὰ χαρμόσυνα κάλαντα, ποὺ τραγουδοῦσαν τὰ παιδάκια τὴν παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς. Καὶ τὸ βράδυ, μαζεμένη γύρω στὸ τζάκι ἡ οἱκογένεια τοῦ παπα - Θύμιου, καμάρωνε τὰ δῶρα, ποὺ χάρισε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, καὶ περίμενε τὴν ὥρα τῆς βασιλόπιτας.

῾Ο Γιῶργος, μαθητὴς τῆς πέμπτης τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἐπάνω κάτω ἕντεκα χρονῶ, κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα χρυσοδεμένο βιβλίο καὶ τὸ στριφογύριζε ἀπ’  ὅλες τὶς μεριὲς καὶ ξεφύλλιζε τὶς εἰκόνες του. Καὶ ἡ Μαρία, ἕνα χρόνο μικρότερη, κρατοῦσε καὶ χάιδευε καὶ καμάρωνε μιὰ πανώρια κούκλα.

Καὶ πάλι ἀντήχησαν στὴ γειτονιὰ οἱ χαρούμενες φωνὲς τῶν παιδιῶν

- Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία.

- Ποῦ εἶναι ἡ Καισαρεία, μπαμπά; ρώτησε ἡ Μαρία.

- Εἶναι πέρα στὴν Ἀνατολή, παιδί μου. Μὰ τὴ λένε Καισάρεια καὶ ὄχι Καισαρεία.

- Καὶ γιατί τὰ παιδιὰ τὴ λένε ἔτσι;

- Γιατὶ ἔτσι ταιριάζει καλύτερα στὸ τραγούδι τους. Μήπως θέλετε νὰ σᾶς πῶ τὴν ἱστορία τοῦ Ἁι - Βασίλη; ῎Ετσι θὰ περάση καὶ ἡ ὥρα, ὅσο νὰ κόψωμε τὴ  βασιλόπιτα.

Χαρούμενα τὰ παιδιὰ τριγύρισαν τὸν παπα - Θύμιο. ῾Η παπαδιὰ ἔριξε κι ἄλλα ξύλα στὴ φωτιά, ἔδωσε σ’ ὅλους ἀπὸ ἕναν κουραμπιὲ κι ὁ παπὰς ἄρχισε τὴν ἱστορία.

- ῞Οπως σᾶς εἶπα καὶ πρωτύτερα, ἡ Καισάρεια εἶναι βαθιὰ στὴν Ἀνατολή, σὲ μιὰ χώρα ποὺ τὴ λένε Καππαδοκία. ᾽Εκεῖ γεννήθηκε ὁ Ἁι - Βασίλης τριακόσια τριάντα χρόνια ὕστερ’ ἀπ’ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Οἱ γονεῖς του, ὅπως οἱ περισσότεροι πατριῶτες του, ἦταν εἰδωλολάτρες. ῾Η μητέρα του, ἡ ᾽Εμμέλεια, ἦταν μιὰ σπάνια γυναίκα κι ἔδωσε στὸ παιδί της πολὺ καλὴ ἀνατροφή. Πόσα χρωστοῦμε ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ στὴν καλὴ αὐτὴ μητέρα!

Ὅταν μεγάλωσε ὁ Βασίλειος, πῆγε στὴν Ἀθήνα νὰ σπουδάση κι ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο. ῎Εγινε στὴν ἀρχὴ δικηγόρος. Στὴν πατρίδα του ἦταν καὶ  δάσκαλος μερικὰ χρόνια. Ἀλλὰ οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο ἐπάγγελμα τοῦ γέμιζε τὴν ψυχή.

Μὲ τὸ δυνατό του μυαλὸ εἶδε, πὼς ἡ νέα θρησκεία τοῦ Χριστοῦ ἦταν καλύτερη ἀπ’ τὴν παλιά. ῎Εβλεπε κάθε μέρα νὰ κυνηγοῦν τοὺς Χριστιανοὺς καὶ νὰ τοὺς  βασανίζουν. Ὁ αὐτοκράτορας ἦταν κι αὐτὸς εἰδωλολάτρης καὶ δὲν ἤθελε να πληθαίνουν οἱ Χριστιανοί.

῾Η ψυχὴ τοῦ Βασιλείου δὲ μποροῦσε νὰ ὑποφέρη τὶς ἀδικίες αὐτές. Σὲ ἡλικία 27 χρονῶν ἔγινε Χριστιανός, μοίρασε ὅλη τὴν περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ  ξεκίνησε νὰ γυρίση κι ἄλλους τόπους, νὰ γνωρίση κι ἄλλους Χριστιανούς, ν’ ἀγωνιστῆ κι αὐτὸς γιὰ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ.

Θέλοντας νὰ ἰδῆ μὲ τὰ μάτια του τὰ μέρη, ποὺ γεννήθηκε κι ἔζησε ὁ Χριστός, ταξίδεψε στὴν Αἴγυπτο, τὴν Παλαιστίνη, τὴ Συρία, τὴ Μεσοποταμία. Στὴν Αἴγυπτο  γνώρισε καὶ τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο.

Βλέπω στὰ μάτια σας, παιδιά μου, ν’ ἀναγαλλιάζη ἡ ψυχή σας ἀκούοντας τὰ ταξίδια αὐτά, σὰ νὰ τὰ ζηλεύετε. Μὰ λέτε, πὼς ἦταν εὐχάριστα τὰ ταξίδια αὐτά;  ᾽Εκεῖνον τὸν καιρὸ οὔτε σιδηρόδρομοι ὑπῆρχαν, οὔτε ἀτμόπλοια, οὔτε αὐτοκίνητα. Μὴν ξεχνᾶτε, πὼς οὔτε χρήματα εἶχε πιὰ ὁ Βασίλειος. Μὴν ξεχνᾶτε καὶ πόσο  κυνηγούσανε παντοῦ τοὺς Χριστιανούς καὶ, θὰ καταλάβετε πόσο βασανισμένο ἦταν αὐτὸ τὸ μεγάλο ταξίδι τοῦ Βασιλείου.
Σ’ ἕνα ἄλλο του ταξίδι στὸν Πόντο, ποὺ εἶχε κι ἕνα πατρικό του κτῆμα, ἀποφάσισε νὰ ζήση κάμποσον καιρὸ στὴν ἐρημιά, μόνος του σὰν καλόγερος. Διάλεξε μιὰ  τοποθεσία ἥσυχη· καὶ τερπνὴ κι ἀφοσιώθηκε στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀκοῦστε, πῶς περιγράφει ὁ ἴδιος σ’ ἕνα γράμμα στὸ φίλοτου Γρηγόριο, τὸν τόπο ποὺ διάλεξε νὰ ζήση:

- «Ἀφοῦ ἀπελπίστηκα πιὰ ὅτι θὰ μ’ ἀκολουθήσης, ζήτησα καταφύγιο ἐδῶ, στὸν Πόντο. Καὶ ὁ Θεὸς μ’ ὁδήγησε σ’ ἕναν τόπο, ποὺ μ’ εὐχαριστεῖ πάρα πολύ.

Θυμᾶσαι καμιὰ φορά, ποὺ παίζοντας πλάθαμε μὲ τὴ φαντασία μας ὄμορφες τοποθεσίες;
Τέτοιο εἶναι καὶ τὸ μέρος ποὺ ζῶ σήμερα. Εἶναι ἕνα ψηλὸ βουνὸ  σκεπασμένο ἀπὸ πυκνὸ δάσος. ᾽Εδῶ κι ἐκεῖ τρέχουν κρύα καὶ κατακάθαρα νερά. Στὰ πόδια τοῦ βουνοῦ εἶναι μιὰ πεδιάδα, ποὺ ποτίζεται ἄφθονα ἀπὸ τὰ νερὰ αὐτά. Στὴν πεδιάδα αὐτὴ μόνα τους ἔχουν φυτρώσει ὅλων τῶν λογιῶν τὰ δέντρα καὶ τόσο πυκνά, ποὺ καμιὰ φορὰ δυσκολεύεται κανένας νὰ περάση. Μπροστὰ
στὴν τοποθεσία αὐτὴ δὲν εἶναι τίποτε τὸ νησὶ τῆς Καλυψῶς, ποὺ τόσο θαύμασε τὴν ὀμορφιά του ὁ ῞Ομηρος». Πολλοὶ φίλοι του πηγαίνανε νὰ τὸν ἰδοῦν στὴν ἐρημικὴ ζωή του· πῆγε κι ὁ Γρηγόριος, μὰ πολὺ λίγο ἔμεινε μαζί του, γιατὶ δὲν τοῦ ἄρεσε ἡ ζωὴ τῆς ἐρημιᾶς.

Ἁλλὰ κι ὁ Βασίλειος ἀναγκάστηκε ν’ ἀφήση τὴ μοναχικὴ ζωή· Οἱ διωγμοὶ τῶν Χριστιανῶν ἐξακολουθοῦσαν ἀγριότεροι καὶ ἡ ἐξάπλωση τῆς νέας θρησκείας τοῦ  Χριστοῦ κινδύνευε νὰ σταματήση· ῾Ο αὐτοκράτορας ᾽Ιουλιανὸς προστάτευε μὲ φανατισμὸ τὴν εἰδωλολατρεία.

Γύρισε στὴν πατρίδα του ὁ Βασίλειος καὶ χειροτονήθηκε παπάς, τὸν ἴδιο σχεδὸν καιρὸ μὲ τὸ Γρηγόριο. Μὲ τὴ ρητορική του δύναμη ἔδωσε θάρρος στοὺς  κατατρεγμένους Χριστιανοὺς καὶ μὲ τὴν ἁπλὴ καὶ φιλάνθρωπη ζωή του ἔδωσε τὸ καλύτερο παράδειγμα τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανοῦ. Καὶ ὅταν ἕνας μεγάλος λιμὸς  ξαπλώθηκε σ’ ὅλη τὴν Καππαδοκία καὶ τὸν Πόντο, ὁ Βασίλειος τρέχοντας παντοῦ, μάζευε βοηθήματα ἀπὸ τοὺς πλούσιους καὶ μοίραζε στοὺς φτωχοὺς καὶ  παρηγοροῦσε τοὺς δυστυχισμένους, θυσιάζοντας καὶ τὴ λίγη περιουσία, ποὺ τοῦ εἶχε ἀπομείνει.

Σὲ ἡλικία σαράντα χρονῶν, ὁ Βασίλειος ἔγινε ᾽Επίσκοπος Καππαδοκίας κι ἔμεινε πάντα ὁ πατέρας τοῦ λαοῦ κι ὁ φίλος τῶν δυστυχισμένων. Φορώντας πάντα τὸ  ἴδιο ράσο καὶ τρώγοντας μόνο ψωμὶ καὶ χόρτα, ἐξοικονομοῦσε ὅ,τι χρειαζόταν γιὰ τοὺς φτωχοὺς κι ἔχτισε στὴν Καισάρεια μεγάλο νοσοκομεῖο καὶ πτωχοκομεῖο. Κι  ἔτσι ὅλος ὁ βίος του ἦταν ἕνα πολύτιμο στήριγμα τῆς χριστιανοσύνης.

Ὁ νέος αὐτοκράτορας Οὐάλης - ἐχθρὸς κι αὐτὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔστειλε στὴν Καισάρεια ἕναν ἀξιωματικό, τὸ Μόδεστο, γιὰ νὰ φοβίση τὸ Βασίλειο καὶ νὰ τὸν  ἀναγκάση νὰ πάψη τὸ κήρυγμά του καὶ τὶς φιλανθρωπίες του.

Ἀτάραχος ἔμεινε ὁ Βασίλειος στὶς φοβέρες τοῦ ἀξιωματικοῦ.

- Πῶς, τοῦ λέει αὐτός, δὲ φοβᾶσαι τὴ δύναμή μου;

- Καὶ γιατί νὰ τὴ φοβηθῶ ; ἀπάντησε ὁ Βασίλειος. Τί μπορεῖς νὰ μοῦ κάμης;

- Τί μπορῶ νὰ σοῦ κάμω; ῞Ολα εἶναι στὴν ἐξουσία μου. Μπορῶ νὰ δημέψω τὴν περιουσία σου, μπορῶ νὰ σ’ ἐξορίσω, μπορῶ νὰ σὲ βασανίσω, μπορῶ ἀκόμη καὶ νὰ σὲ θανατώσω.

- Μὲ τίποτε ἄλλο νὰ μὲ φοβερίσης, γιατὶ αὐτὰ δὲν τὰ φοβοῦμαι. Τὴ δήμευση δὲν τὴ φοβοῦμαι, Γιατὶ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο ἀπὸ δυὸ τριμμένα ράσα καὶ λίγα βιβλία. Τὴν ἐξορία δὲν τὴ φοβοῦμαι, γιατὶ ὅλη τὴ γῆ τὴ θεωρῶ πατρίδα μου. Τὰ βάσανα δὲν τὰ φοβοῦμαι, γιατὶ τὸ σῶμα μου εἶναι τόσο ἀδύνατο, ὥστε θὰ νεκρωθῆ,  πρὶν προφτάσης νὰ τὸ βασανίσης. Καὶ τέλος, δὲ φοβοῦμαι τὸ θάνατο, γιατὶ αὐτὸς θὰ μὲ φέρη συντομώτερα κοντὰ στὸ Θεό.

- Ποτὲ δὲν ἄκουσα τέτοια λόγια, ἀποκρίθηκε ὁ ἀξιωματικὸς μὲ ἀληθινὴ κατάπληξη.

- Γιατὶ καὶ ποτὲ δὲν ἀπάντησες ἀληθινὸν ᾽Επίσκοπο. ᾽Εμεῖς εἴμαστε ἥσυχοι καὶ ταπεινοί, ὄχι μοναχὰ μπροστὰ στὸ βασιλιά, ἀλλὰ καὶ στὸν τελευταῖο ἄνθρωπο. Ἅμα ὅμως πρόκειται γιὰ τὴν πίστη μας στὸ Θεό, οὔτε τὴ φωτιὰ φοβόμαστε, οὔτε τὸ σπαθί, οὔτε τὰ ἄγρια θηρία· αὐτὰ τὰ θεωροῦμε διασκέδαση. Αὐτὰ ἂς μάθη ὁ  αὐτοκράτορας μιὰ γιὰ πάντα.

Τέτοιος, ἐξακολούθησε ὁ παπα - Θύμιος, ἦταν, παιδιά μου, ὁ σπάνιος αὐτὸς ᾽Επίσκοπος. Καὶ μὲ τὸ ἀσθενικό του σῶμα καὶ μέσα σὲ πολλὲς κακουχίες αὐτὸς  ἐξακολούθησε νὰ περιοδεύη παντοῦ, νὰ ἐλεῆ τοὺς δυστυχισμένους, νὰ παρηγορῆ τοὺς θλιμμένους, νὰ δίνη θάρρος στοὺς βασανισμένους Χριστιανούς.

Κι ἀπὸ  τοὺς κόπους καὶ τὶς στερήσεις πέθανε σὲ ἡλικία πενήντα χρονῶν, τὴν ἡμέρα τῆς πρωτοχρονιᾶς.

Ὅλος ὁ τόπος ἔχασε τὸν πατέρα του καὶ τὸν προστάτη του. Χιλιάδες ἀπ’ ὅλη τὴν ἐπαρχία ἔτρεξαν στὴν κηδεία του. Χριστιανοὶ καὶ ᾽Ιουδαῖοι καὶ εἰδωλολάτρες  ἔκλαψαν μαζὶ τὴν ἡμέρα αὐτή. Ἀπὸ τὸν πυκνὸ συνωστισμὸ πολλοὶ βρῆκαν τὸ θάνατο κι οἱ ἄλλοι τοὺς καλοτύχιζαν, ποὺ πέθαναν μαζὶ μὲ τὸ Βασίλειο.

- Καὶ τώρα, παιδιά μου, εἶπε τελειώνοντας ὁ παπα - Θύμιος, ἂς ζητήσωμε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁι - Βασίλη καὶ ἄς κόψωμε τὴ βασιλόπιτα γιὰ τήν καλὴ χρονιά.

Πηγἠ: www.kapodistrias.info

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ (Ἀναγνωστικό Γ΄Δημοτικοῦ 1955)

δάσκαλος ἐξήγησε σήμερα γιατί κάνομε στὰ σπίτια μας βασιλόπιττα.

Στὰ παλιὰ χρόνια, εἶπε στὰ παιδιά, ὅταν ἦτο ἐπίσκοπος στὴν Καισάρεια ὁ Μέγας Βασίλειος, ἔτυχε νὰ εἶναι διοικητὴς τῆς Καππαδοκίας ἕνας εἰδωλολάτρης, πολὺ  κακός, σκληρὸς καὶ φιλοχρήματος ἄνθρωπος. Οἱ ἐπισκέψεις του στὰ διάφορα μέρη τῆς ἐπαρχίας του σκοπὸ εἶχαν τὴ διαρπαγὴ καὶ λεηλασία τῶν θησαυρῶν τῶν Χριστιανῶν. Κάποτε λοιπόν, ποὺ θὰ ἔκανε τὴν ἐπίσκεψί του ὁ κακὸς αὐτὸς ἄρχοντας στὴν Καισάρεια, οἱ Χριστιανοὶ ἔτρεξαν φοβισμένοι στὸ Μέγαν Βασίλειο καὶ τοῦ  ἐζήτησαν τὴ συνδρομή του.

Ἀδελφοί μου, εἶπε ὁ Βασίλειος, τὴ σωτηρία θὰ τὴ ζητήσωμε πρῶτα ἀπὸ τὸ Θεό.

Ξεύρετε βέβαια γιὰ ποιὸ σκοπὸ κάνει τὴν ἐπίσκεψί του ὁ κακὸς αὐτὸς  ἄνθρωπος. Σᾶς συμβουλεύω νὰ μοῦ δώσῃ ὁ καθένας σας ὅ,τι πολύτιμο ἀντικείμενο ἔχει, καὶ ὄταν θὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε, θὰ τοῦ τὰ παραδώσω μὲ τρόπο, γιὰ νὰ  σωθοῦμε.

Οἱ Χριστιανοὶ συμμορφώθηκαν μὲ τὰ λόγια τοῦ Βασιλείου καὶ ἔδωσαν πρόθυμα ὅ,τι ἠμποροῦσαν. Ἄλλοι ἔδωσαν φλουριά, ἄλλοι στολίδια, οἱ πλούσιοι ἔδωσσν καὶ  γιὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἔτσι ἐμαζεύθηκε ἀρκετὸ χρυσάφι.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ὅμως ἔκαμε τὸ θαῦμά του. Ὁ κακὸς διοικητής, εἴτε γιατὶ ἔμεινε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν ὑποδοχὴ καὶ τὴν προσφώνησι τοῦ ἐπισκόπου, εἴτε γιατὶ ἔφθασε Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀπὸ τὴν Πὸλι, ἔφυγε καὶ δὲν ἐπῆρε μαζί του τὸν συγκεντρωμένο θησαυρό.

Μετὰ τὴν ἀναχώρησι τοῦ διοικητοῦ, συγκέντρωσε ὁ Μέγας Βασίλειος τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τοὺς εἶπε:

Ἀδελφοί μου, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὰ δῶρά σας ἐγλύτωσαν ἀπὸ τὸν ἄρχοντα. Τὴν Κυριακή, ποὺ μᾶς ἔρχεται, θὰ δώσω στὸν καθένα ὅ,τι χρυσαφικὰ ἤ  φλουριὰ μοῦ ἔδωσε.
Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐπιστρέψῃ ὅλον ἐκεῖνον τὸ θησαυρὸ στοὺς κατόχους του; Ποῦ νὰ ξεύρῃ τί προσέφερε ὁ καθένας;

Διέταξε λοιπὸν ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ἔφτειασαν τὸ Σαββατόβραδο μικρὲς πίττες γιὰ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς καὶ μέσα σὲ κάθε πίττα ἔβαλε ἀπὸ ἕνα χρυσαφικό.  Ὅσα ἐπερίσσευσαν διέταξε καὶ τὰ ἐμοίρασαν στοὺς πτωχούς.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα, δηλαδὴ τὴν Κυριακή, ἔδωσε ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπὸ μιὰ πίττα σὲ κάθε Χριστιανὸ καὶ ἔτσι οἱ Χριστιανοί, καθὼς ἔτρωγαν τὴν πίττα, εὕρισκαν τὸ  πολύτιμο ἀντικείμενο καὶ τὸ ἔπαιρναν δικό τους.

Ἀπὸ τότε ἔμεινε συνήθεια νὰ κάμνουν οἱ Χριστιανοὶ βασιλόπιττες καὶ νὰ βάζουν νομίσματα στὴν ἐπέτειο τῆς ἑορτῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.




Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ: Εύαγγέλιο (Ὁ Θεός σῶζει - Νικητής)






Ἀναχωρησάντων τῶν μάγων ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ  Ἰωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ  Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό. 14  Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον, 15 καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς  Ἡρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου. 16 Τότε  Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων. 17 τότε ἐπληρώθη τὸ ρηθὲν ὑπὸ  Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· 18 Φωνὴ ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν. 19 Τελευτήσαντος δὲ τοῦ  Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ  Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ 20 λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν  Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. 21 ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν  Ἰσραήλ. 22 ἀκούσας δὲ ὅτι  Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς  Ἰουδαίας ἀντὶ  Ἡρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας, 23 καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.

Μετά τα Χριστούγεννα

Ο Θεός σώζει

Την Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα το ιερό Ευαγγέλιο μας παρουσιάζει όλες εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές του διωγμού του θείου Βρέφους από τον Ηρώδη. Όταν αναχώρησαν οι Μάγοι, λέει ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος, άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον Ιωσήφ, σε όνειρο, και του είπε: Σήκω και πάρε το Βρέφος και την Παναγία Μητέρα του και φύγε στην Αίγυπτο. Μείνε εκεί μέχρι να σου πω, διότι ο Ηρώδης θέλει να σκοτώσει το παιδί. Κι ο Ιωσήφ πήρε αμέσως μες στη νύχτα το θείο Βρέφος και την Θεοτόκο κι αναχώρησε για την Αίγυπτο.
Όταν όμως ο Ηρώδης κατάλαβε ότι οι Μάγοι τον εξαπάτησαν, θύμωσε πολύ. Κι έστειλε στρατιώτες οι οποίοι σκότωσαν όλα τα παιδιά που ήταν στη Βηθλεέμ και σ’ όλα τα περίχωρα και σύνορά της από δύο ετών και κάτω σύμφωνα με το χρόνο που υπολόγισε από τα λόγια των Μάγων. Τότε πραγματοποιήθηκε πλήρως εκείνο που προανήγγειλε ο προφήτης Ιερεμίας: Φωνή σπαρακτική ακούστηκε στο χωριό Ραμά, θρήνος και κλάματα και οδυρμός πολύς. Η σύζυγος του Ιακώβ Ραχήλ, που ήταν εκεί θαμμένη, κλαίει τα παιδιά της, και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παρηγορηθεί, διότι τα αθώα αυτά παιδιά δεν υπάρχουν πλέον στη ζωή.
Πλήθος νηπίων είχε σφαγιασθεί. Και ο Ηρώδης ασφαλώς θα ησύχασε. Θα νόμιζε ότι θανάτωσε τον τεχθέντα βασιλέα. Άλλωστε όλα τα είχε οργανώσει τόσο καλά, όπως νόμιζε. Έκανε τα πάντα για να σκοτώσει τον βασιλιά που γεννήθηκε. Οργάνωσε προσεκτικά το φονικό του σχέδιο, πήρε πληροφορίες, υπολόγισε την ηλικία του παιδιού, έστειλε στρατεύματα, εξολόθρευσε όλα τα βρέφη της περιοχής. Τι κατάφερε όμως τελικά; Απολύτως τίποτε! Όλες οι δυνάμεις του κακού έπεσαν εναντίον του Κυρίου και δεν κατόρθωσαν τίποτε. Διότι στην κρίσιμη ώρα μίλησε ο ουρανός, επενέβη ο Θεός και ο Ιησούς σώθηκε. Έφυγε για την Αίγυπτο.
Τι έχει να πει σε μας αυτό το γεγονός; Ότι η εξέλιξη των πραγμάτων στην πορεία της ζωής μας βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Και ότι ακόμη κι αν όλη η μανία των οργάνων του σκότους πέσει επάνω μας, δεν μπορεί να καταφέρει εναντίον μας απολύτως τίποτε. Διότι μας προστατεύει ο Κύριος, εφόσον κι εμείς βρισκόμαστε κοντά Του. Ενδιαφέρεται κάθε στιγμή για μας. Δεν αδιαφορεί, όταν βρισκόμαστε σε δυσκολίες και κινδύνους. Είναι κοντά μας στις αγωνίες και στις δυσκολίες μας, μας δίνει θάρρος και δύναμη. Και στην κατάλληλη στιγμή επεμβαίνει και μας λυτρώνει από πειρασμούς και από πολλούς κινδύνους σωματικούς και ψυχικούς. Στις δύσκολες λοιπόν στιγμές που θα συναντήσουμε στη ζωή μας να μην ξεχάσουμε ποτέ πως έχουμε βοηθό τον παντοδύναμο Θεό.

Νικητής

Όταν λοιπόν πέθανε ο Ηρώδης, άγγελος Κυρίου φάνηκε στον Ιωσήφ σε όνειρο στην Αίγυπτο και του είπε: Σήκω και πάρε το Παιδί και τη Μητέρα του και πήγαινε με την ησυχία σου στην χώρα του Ισραήλ. Διότι έχουν πεθάνει πλέον εκείνοι που ζητούσαν τη ζωή του παιδιού. Και ο Ιωσήφ σηκώθηκε, πήρε το Παιδί και τη Μητέρα του και ήλθε στην Παλαιστίνη. Αλλά όταν άκουσε ότι στην Ιουδαία βασίλευε ο Αρχέλαος, αντί για τον πατέρα του Ηρώδη, φοβήθηκε να πάει εκεί. Με εντολή όμως που του έδωσε ο Θεός στο όνειρό του, αναχώρησε στα μέρη της Γαλιλαίας, όπου ήταν ηγεμόνας ο Ηρώδης ο Αντίπας, που ήταν λιγότερο σκληρός από τον αδελφό του Αρχέλαο. Κι αφού ήλθε εκεί, κατοίκησε στην πόλη που λεγόταν Ναζαρέτ. Για να πραγματοποιηθεί εκείνο που ειπώθηκε από τους Προφήτες, ότι ο Ιησούς θα ονομασθεί περιφρονητικά από τους εχθρούς του Ναζωραίος.
Ο Ναζωραίος λοιπόν νίκησε, και ο διώκτης του Ηρώδης πέθανε. Και πώς πέθανε; Με θάνατο φρικτό, όπως περιγράφει η ιστορία. Πεθαίνουν λοιπόν κάποτε οι διώκτες. Ο θάνατος δίνει τέλος στην κακία τους. Οι διωγμοί τελειώνουν. Όσο σκληροί κι αν είναι. Μέσα στην εκκλησιαστική ιστορία αναφέρονται τόσοι και τόσοι διωγμοί. Διωγμοί ύπουλοι και φοβεροί, άμεσοι και έμμεσοι, με νόμους και διατάγματα, με μαρτύρια και με θανατώσεις, με εξευτελισμούς και περιθωριοποιήσεις. Και οι διώκτες και οι διωγμοί μένουν στην ιστορία ως αποτρόπαιες σελίδες του δαιμονικού κόσμου των εχθρών του Χριστού.
Αυτός όμως που μένει νικητής και θριαμβευτής της ιστορίας είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός ο Ναζωραίος. Αυτός εξέρχεται Νικητής. Θριαμβευτής. Διότι δεν είναι ένας άνθρωπος που κινδυνεύει, αλλά ο Θεός που σώζει. Είναι ο ρυθμιστής της ζωής του κόσμου και της δικής μας. Στα χέρια του είναι η ζωή μας, η ζωή των λαών και των κρατών. Στα χέρια του βρίσκεται η Εκκλησία του και ο λαός του. Αυτός ανατρέπει τυράννους και καθεστώτα. Αυτός συντρίβει κάθε υπερφίαλο διώκτη που νομίζεις ότι μπορεί να σταθεί εμπόδιο στο σχέδιό του. Μη φοβόμαστε λοιπόν σε κάθε εποχή, σε κάθε διωγμό άμεσο ή έμμεσο, φανερό ή κρυφό, κατά μέτωπον ή ύπουλο. Ας μένουμε πάντοτε με τον νικητή, με τον θριαμβευτή Ναζωραίο Κύριο. Η νίκη είναι πάντα δική του.

Περιοδικό “Ο Σωτήρ”

Πηγή: www.xfd.gr



Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Χριστούγεννα στό Μέτωπο (Αναγνωστικό ΣΤ' Δημοτικού 1952)

statiotes proseyxomenoi




Ὅλοι ὑπερήφανοι. Ξαστεριά· κλαράκι δὲν κουνιέται.Τὸ φεγγάρι φωτίζει καθαρά, κατακάθαρα τὰ βουνὰ τῆς Μανωλιάσας καὶ τοῦ Ὀλύτσικα, ποὺ τέτοια ὥρα μᾶς φαίνονται διπλὰ στὸν ὄγκο καὶ στὸ ὕψος. Μπορεῖ κανεὶς νὰ  διακρίνη τὶς προφυλακές μας ἐπάνω σ’ αὐτά, σωροὺς ἀπὸ φαντάρους ριγμένους τὸν ἕνα ἐπάνω στὸν ἄλλο, νὰ  ξεκουράζωνται στὴν ἀστροφεγγιά, ποὺ εἰναι γι’ αὐτοὺς πολύτιμη· γιατὶ δὲν ἀφήνει τοὺς Ἀρβανίτες νὰ μεταχειριστοῦν ἕναν ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς τρόπους ποὺ ξέρουν, τὸν αἰφνιδιασμό, γιὰ νὰ φτάσουν στὴ γραμμὴ καὶ νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦν. Θ’ ἀναπαυτοῦν ἀπόψε.
Ποῦ καὶ ποῦ κανένας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες μας πετιέται ξαφνικὰ καὶ δός του ἐπάνω κάτω νὰ ζεστάνη λίγο τὸ παγωμένο του κορμί.
Τὸ δυνατὸ κρύο μᾶς περονιάζει τὰ κόκκαλα καὶ κάνει τὴ μέση μας καὶ τὶς πλάτες νὰ πονοῦν.
Μιὰ βραδυὰ εἶναι καὶ αὐτὴ καὶ θὰ περάση, βρὲ παιδιά· ὅλοι ὑποφέρουν σήμερα γιὰ τὴν πατρίδα· ὅλα θὰ περάσουν, εἶπα. Οὔτε κουβέντα πιά... Γύριζα καὶ δὲν μποροῦσα νὰ βγάλω ἀπὸ τὸ μυαλό μου, ὅτι ἡ βραδυὰ ἐκείνη ἡταν  Χριστουγεννιάτικη. Ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες μου κανένας δὲν τὸ εἶχε σκεφτῆ. Ἤμουν νευρικὸς καὶ προσπαθοῦσα νὰ  συνηθίσω τὸν ἐαυτό μου στὴ συγκίνηση ποὺ θὰ δοκίμαζα μὲ τὴ χαρὰ τῶν στρατιωτῶν μου γιὰ κάτι ἔκτακτο ποὺ τοὺς προετοίμαζα.
Βρισκόμουν ἀπέξω ἀπὸ τὸ καλυβάκι μας, όταν ἄκουσα τὸ στρατιώτη, ποὺ ἔγραφε ἕνα γράμμα, νὰ ρωτᾶ πόσες τοῦ μηνὸς εἴχαμε.
Ρώτα τὸν κὺρ λοχία, τοῦ εἶπε ἕνας.
Εἴκοσι τέσσερες, τοῦ φώναξα κι ἀποτραβήχτηκα βιαστικός.
Βρὲ παιδιά, εἴκοσι τέσσερες! Παραμονὴ Χριστούγεννα σήμερα καὶ δὲν τὸ σκεφτήκαμε... Γιὰ σκεφτῆτε, βρὲ παιδιά... Ἔφτασαν στ’ αὐτιά μου τὰ λόγια αὐτὰ ἀπὸ δέκα στόματα.
Εἶχα ἀρκετὰ τραβηχτῆ ἀπὸ τὸ φυλάκιο, ὅταν εἶδα τοὺς φαντάρους μου ἕνα ἕνα νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ καλυβάκι καὶ νὰ μὲ πλησιάζουν· σὲ λίγο ἦταν ὅλοι γύρω μου.
Ἀκοῦς, Χριστούγεννα, κὺρ λοχία, καὶ νὰ μὴν τὸ καταλάβωμε καθόλου. Πῶς θὰ τὴν περάσουν τὴν αὐριανὴ μέρα τὰ  καημένα τὰ σπίτια μας... Ἄχ! δόλια μάνα!
Καὶ κοίταζαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ὅλοι μαζὶ ἐμένα. Τὶ ζητοῦσαν ἀπὸ μένα; Κι ἐγὼ εἶχα σπίτι καὶ μάνα· ἡ ἀλήθεια εἶναι  ὅτι ἐγὼ ἤμουν ὁ μόνος ἀνώτερός τους ἐκεῖ.
Ἤμαστε ὅλοι περισσότερο περήφανοι, γιατὶ μιὰ τέτοια μέρα τόσο ὑποφέραμε· ἤμουν ἀκόμη πιὸ εὐτυχὴς ἐγώ, γιατὶ  περίμενα ἔπειτα ἀπὸ λίγο κάτι νὰ παρουσιάσω στοὺς στρατιῶτες μου, ποὺ ἀπὸ μέρες τώρα ζοῦσαν μόνο μὲ ψωμί, καὶ αὐτὸ σὰν ἀντίδωρο.
Σὲ λίγο ἕνας ἕνας τραβήχτηκαν στὸ καλυβάκι, κι ἔμεινα μόνος.
Παραμονὴ Χριστούγεννα! Πῶς περνούσαμε ἄλλες  χρονιὲς μὲ τὸν πατέρα, τὴ μητέρα καὶ τ’ ἀδερφάκια μας! Ἀπὸ νωρὶς ψώνια καὶ ψώνια, Τὰ μικρὰ τί χαρές! Γέμιζε τὸ σπίτι ἀπὸ γέλια κι ἀπαιτήσεις.
Μαμά, τὸ βράδυ νὰ μὲ σηκώσης νὰ πάω στὴν ἐκκλησία.
stratiotis koimomenos
Καλά, κοιμήσου τώρα, ἂν θέλης νὰ σηκωθῆς.
Πῶς πεταγόμαστε τὴ νύχτα ἀπὸ τὸν ὕπνο, όταν ἀκούγαμε τὸ γλυκό, χαρμόσυνο ἦχο 
τῆς καμπάνας. Στὸ δρόμο ἐκεῖνο τὸ βράδυ κανένας φόβος· ἕνας ἕνας, νέοι, γέροι, γριές, παιδιά, χωμένοι στὰ παλτά τους, τραβοῦσαν γιὰ τὴν   ἐκκλησία· ἀλήθεια, πῶς μᾶς ἄρεσε κι ἐμᾶς τῶν παιδιῶν ἡ ἐκκλησία ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τί χαρά!  Χριστόψωμα, γαλοποῦλες, φροῦτα· παντοῦ ἑορτάσιμα ροῦχα, στὰ σπίτια, στοὺς δρόμους, παντοῦ. Οὔτε σχολεῖο  ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες οὔτε τίποτε.
Καὶ τώρα, ἐπάνω στὸν ᾽Ολύτσικα, ἔχομε τὸ κανόνι γιὰ καμπάνα καὶ τὸ ὕπαιθρο γιὰ ἐκκλησία· κάτι εἴμαστε κι ἐμεῖς τώρα. Πολλὲς φορὲς ὁ στρατηγὸς θὰ σκέφτηκε: «καὶ ἀπὸ κεῖ καλὰ εἴμαστε ἀσφαλισμένοι». Καὶ οἱ στρατιῶτες ἐπάνω στὴ Μανωλιάσα, ποὺ τοὺς φυλάγαμε τὰ πλευρά, πάντα πιὸ ῆσυχα θὰ κοιμόνταν, ὅταν μᾶς ἔνιωθαν πλάϊ τους.
Τί τιμὴ ἀλήθεια! Καλὰ ἧταν τὰ περασμένα Χριστούγεννα, ἀλλὰ τὰ τωρινὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ δὲ θὰ ξεχάσωμε ποτέ. Οἱ στρατιῶτες μου κοιμοῦνται· τί ὄνειρα νὰ βλέπουν; Ἀσφαλῶς οἱ περισσότεροι θὰ εἶναι στὰ σπίτια τους, μερικοὶ καὶ  στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ τους.
Ἑτοιμασίες. Βήματα ἀπὸ τὸ μονοπάτι, ποὺ εἶχα προσδιορίσει γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Δεναξᾶ καὶ τοῦ Πράγια, μὲ  ἔκαναν νὰ τρέξω πρὸς τὰ ἐκεῖ.
Καλῶς ὥρισες, Δεναξᾶ· τί γίνεται, βρὲ παιδί; ποῦ εἷναι ὁ Πράγιας;
Γειά σου, κὺρ λοχία· χρόνια πολλά· μὲ τὸ καλὸ στὰ σπίτια μας, καὶ τοῦ λόγου σου μὲ μακρὺ σπαθί.
Μὲ μακρὺ σπαθί· ὥστε τὸ καταλάβαιναν οἱ στρατιῶτες μου, ὅτι κάτι μπορoῦσε νὰ βγῆ καὶ γιὰ μένα ἀπὸ τὴ νίκη, σκέφτηκα.
Ὁ Πράγιας, κὺρ λοχία, ἐξακολούθησε ὁ Δεναξᾶς, ψήνει τὸ κρέας κάτω στὴ ρεματιά· σὲ μιὰ ὥρα θὰ εἶναι ἕτοιμο· ἕξη ὀκάδες χοιρινὸ πρώτης γραμμῆς· ἔχομε κι ἁλάτι καὶ πιπέρι· ἕνα παγούρι κονιάκ, τρία κουτιὰ λουκούμια καὶ δυὸ ψωμιὰ χωριάτικα, φίνα· μοῦ εἶπε ὁ ὑποσιτιστής, ότι θά μᾶς στείλουν καὶ χριστόψωμα, ἀλλὰ αὐτά, νὰ σοῦ πῶ, κὺρ  λοχία, δὲν τὰ περιμένω· εἶδα νὰ δουλεύουν δυὸ τρεῖς στοὺς φούρνους, ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔλεγαν καλημέρα σὲ  φούρναρη στὴν πατρίδα.
Ἄφησε τὰ σακκίδια, Δεναξᾶ, ἀπέξω ἀπὸ τὸ καλύβι καὶ πήγαινε, παιδί μου, νὰ βοηθήσης τὸν Πράγια.
Πραγματική λειτουργία Ἔφυγε κι ἐγὼ τράβηξα στὸ καλύβι. Τοὺς βρῆκα ὅλους νὰ κοιμοῦνται.
Ἔ, παιδιά, σηκωθῆτε, τοὺς εἶπα ἐπιτακτικά· δὲ σεβάστηκα ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸν ὕπνο τους.
Ξαφνιασμένοι πετάχτηκαν ὅλοι ἐπάνω καὶ ἅπλωσαν τὰ χέρια στὰ τουφέκια,
Τί εἶναι; τί τρέχει, κὺρ λοχία; Εἶχαν συνηθίσει τόσον καιρὸ σὲ τέτοια ξυπνήματα.
Καθίστε κάτω, τοὺς εἶπα· ἀφῆστε τὰ ὅπλα δὲν εἶναι τίποτε· κάτι ἤθελα νὰ σᾶς πῶ.
Κάθισαν ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλο, τακτοποιώντας τοὺς μανδύες καὶ τὶς παλάσκες τους, ποὺ τόσον καιρὸ τώρα ἔγιναν ἀναπόσπαστες ἀπὸ τὴν τουαλέττα τοῦ ὕπνου τους.
Ἀκοῦστε, παιδιά, νὰ σᾶς πῶ. Τέτοια μέρα καὶ ὥρα — ἦταν περασμένα μεσάνυχτα — οί καμπάνες στὰ χωριὰ καὶ  στὶς πόλεις χτυποῦν καὶ οἱ Χριστιανοὶ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νὰ γιορτάσουν τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας καὶ νὰ  τοῦ ζητήσουν τὴν εὐλογία του. Κι ἐμεῖς ἐδῶ ἐπάνω, ποὺ εἴμαστε, δὲν πάψαμε νὰ εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ νὰ ἔχωμε ἀκόμη περισσότερη ἀνάγκη ἀπὸ τὴ βοήθειά του. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σᾶς ξύπνησα, νὰ κάνωμε τὴν προσευχή μας καὶ νὰ ποῦμε κανένα χριστουγεννιάτικο τροπάριο· ἐγὼ ξέρω μερικά, καί, ἂν ξέρη καὶ κανένας ἀπὸ σᾶς, τὸ λέει· δὲν ἔκανα καλά, παιδιά;
Καλὰ ἔκανες, κὺρ λοχία.
Γονάτισα καὶ γονάτισαν καὶ οἱ στρατιῶτες μου· ἔκανα τὸ σταυρό μου, τὸν ἔκαναν κι αὐτοὶ μὲ τὸ κεφάλι κάτω.
«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε...», ἀκούστηκε σιγανή, ραγισμένη ἀπὸ τὴ συγκίνηση, ἡ φωνή μου
magoi-2
Μερικοὶ στρατιῶτες μου σταυροκοποῦνται διαρκῶς καὶ ἄλλοι σταματοῦν γιὰ λίγο, γιὰ νὰ ξαναρχίσουν πάλι· ὅλοι μουρμουρίζουν καὶ βοηθοῦν. Τὰ δάκρυά μας κατρακυλοῦν στὶς ἄπλυτες γενειάδες μας· ἡ συγκίνηση μᾶς παραλύει τὰ σαγόνια καὶ μᾶς κόβει τὴ φωνὴ στὸ λαρύγγι.
Δὲν ξέρω πῶς τελείωσε ἐκεῖνο τὸ τροπάρι· ἕνας στρατιώτης ἀρχίζει τώρα δυνατώτερα:
«Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει...».
Βοηθοῦμε ὅλοι, κρατοῦμε τὸ ἴσο. Ἡ πρώτη συγκίνηση πέρασε καὶ ἡ ψαλμωδία μας τώρα ἀκούγεται πιὸ ἁρμονική. Δυὸ στρατιῶτες μου κρυφομιλοῦν καὶ πιάνοντας τὰ τουφέκια τους ἑτοιμάζονται νὰ βγοῦν. Τοὺς κοίταξα στὰ μάτια.
Νὰ ἔρθουν κι ἐκεῖνοι οἱ καημένοι, ν’ ἀκούσουν λίγη λειτουργία, μοῦ εἶπαν καὶ ὑπονοοῦσαν τοὺς διπλοσκοπούς.
Κι ἔφυγαν.
Τὰ λόγια αὐτὰ μὲ συγκίνησαν τόσο πολύ, ποὺ νόμισα γιὰ μιὰ στιγμή, ότι θὰ σταματήση ἡ καρδιἀ μου. Τὸ στῆθος μου στένευε, τὰ μάτια μου ἔτρεχαν, τὁ σῶμα μου ἔτρεμε. Λειτουργία! Πραγματικὴ λειτουργία ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ εἶχε  ἐξαγνίσει ὁ πόλεμος καὶ ποὺ τὴν καρδιά τους πλημμύριζαν τὰ πιὸ εὐγενικὰ αἰσθήματα. Ἠταν πραγματικὴ προσευχὴ  ἐκείνη
«Ἡ γέννησίς Σου, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν», ψάλλαμε τώρα. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη οἱ διπλοσκοποί, ποὺ τοὺς ἄλλαξαν οἱ  ἄλλοι δυό, ποὺ βγῆκαν πρωτύτερα, πρόβαλαν τὸ κεφάλι τους στὸ καλύβι. Ἔκαναν τὸ σταυρό τους καὶ γονάτισαν κι αὐτοί.
Δὲν ξέραμε τίποτε ἄλλο νὰ ποῦμε κι ἡ λειτουργία τελείωσε.
Ἡ συγκίνησή μας. Οἱ στρατιῶτες μου σταυροκοπιόνταν ἀκόμη, ὅταν γύρισα μὲ τὸ σακκίδιο, ποὺ εἶχε ἀφήσει ἔξω ἀπὸ τὸ καλύβι ὁ Δεναξᾶς. Ἄνοιξα ἕνα κουτὶ λουκούμια καὶ τὸ πρότεινα στοὺς στρατιῶτες μου νὰ πάρουν ἀπὸ ἕνα· τὸ πῆραν. Τοὺς ἔδωσα καὶ τὸ παγούρι μὲ τὸ κονιάκ.
Πιέτε λιγάκι, παιδιά, νὰ ζεσταθῆτε καὶ νὰ εὐχηθῆτε γιὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα.
Ἥπιαν ὁλοι καὶ τελευταῖος ἐγώ. Ἐτρέμαμε ὁλοι· μερικοὶ δὲν μπορούσαμε οὔτε νὰ εὐχηθοῦμε· σηκώναμε μόνο τὸ  παγούρι στὴν ὑγειὰ τῶν ἄλλων, χωρὶς νὰ μιλοῦμε καθόλου.
Νὰ καὶ ὁ Δεναξᾶς μὲ τὸν Πράγια μὲ τὸ ψημένο κρέας τεμαχισμένο σ’ ἕνα ἀντίσκηνο· οἱ στρατιῶτες τὰ ἔχασαν.
Ἄ! κὺρ λοχία, ποιός τὸ περίμενε!
Κι ἔνιωθα τὰ χέρια τους νὰ μοῦ χαϊδεύουν τὰ γένεια, τὰ μαλλιά, τὶς πλάτες· ἡ εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴ μικρή μου  φροντίδα γι’ αὐτοὺς μιὰ τέτοια μέρα ξέσπασε στὰ χάδια ἐκεῖνα. Πόσο ἤμουν εὐχαριστημένος γιὰ τὴ δική τους εὐχαρίστηση.
Ἐμπρός, παιδιά· τρῶτε καὶ ὁ Θεὸς νὰ δώση τὸ Πάσχα νὰ τὸ κἀνωμε στὰ σπίτια μας νικητές.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὅλοι ψαχουλεύαμε, χωρὶς νὰ τρώη κανείς. Ἡ συγκίνηση μᾶς εἶχε κόψει τελείως τὴν ὄρεξη.
Ὅποτε τὰ θυμήθηκα τὰ Χριστούγεννα ἐκεῖνα, ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ συγκρατήσω τὴν καρδιά μου νὰ μὴν τρέμη καὶ τὰ  μάτια μου νὰ μὴν τρέχουν...


Χαράλαμπος Βασιλογιώργης


Πηγή: kapodistrias.info