A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

«Ἐπεθύμησε πόρνη …» (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)

Πόρνη ἐπιθυμοῦσε ὁ Θεός; Ναὶ πόρνη. Ἐννοῶ τὴ δική μας φύση. Ἦταν τρανὸς καὶ αὐτὴ ταπεινή. Τρανὸς ὄχι στὴ θέση ἀλλὰ στὴ φύση. Πεντακάθαρος ἦταν, ἀνερμήνευτη ἡ οὐσία του, ἄφθαρτη ἡ φύση του. Ἀχώρητος στὸ νοῦ, ἀόρατος, ἄπιαστος ἀπὸ τὴ σκέψη, ὑπάρχοντας παντοτεινά, μένοντας ἀπαράλλακτος. Πάνω ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ἀνώτερος ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῶν οὐρανῶν. Νικώντας τὴ λογικὴ σκέψη, ξεπερνώντας τὴ δύναμη τοῦ μυαλοῦ, ἀδύνατο νὰ τὸν δεῖς, μόνο νὰ τὸν πιστέψεις. Τόν ἔβλεπαν ἄγγελοι καί τρέμανε. Τά χερουβείμ σκεπάζονταν μέ τά φτερά τους, ὅλα στέκονταν μέ φόβο.

Ἔριχνε τὸ βλέμμα του στὴ Γῆ καὶ τὴν ἔκανε νὰ τρέμει. Στρεφόταν στή θάλασσα καί τήν ἔκανε στεριά Ποτάμια ἔβγαζε στὴν ἔρημο. Στ’ ἀναμέτρημά του ἔστηνε βουνά καί ζύγιζε λαγκάδια. Πῶς νά τό πῶ; Πῶς νά τό παραστήσω; Τό μεγαλεῖο του ἀπέραντο, ποῦ νά πιαστεῖ ἡ σοφία του μέ ἀριθμούς; Ἀνεξιχνίαστες οἱ ἀποφάσεις πού παίρνει κι οἱ δρόμοι του ἀνεξερεύνητοι.

Κι αὐτὸς ὁ τόσο μέγας καὶ τρανὸς πεθύμησε πόρνη. Γιατί; Γιὰ νὰ τὴν ἀναπλάσει ἀπὸ πόρνη σὲ παρθένα. Γιὰ νὰ γίνει ὁ νυμφίος της.

Τί κάνει; Δὲν τῆς στέλνει κάποιον ἀπὸ τοὺς δούλους του, δὲν στέλνει ἄγγελο στὴν πόρνη, δὲν στέλνει ἀρχάγγελο, δὲν στέλνει τὰ χερουβείμ, δὲν στέλνει τὰ σεραφείμ. Ἀλλὰ καταφθάνει αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἐρωτευμένος.

Ἐπεθύμησε πόρνη. Καὶ τί κάνει; Ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ ἀνέβει ἐκείνη στὰ ψηλά, κατέβηκε Ἐκεῖνος στὰ χαμηλά. Ἔρχεται στὴν καλύβα της. Τὴ βλέπει μεθυσμένη. Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἔρχεται; Ὄχι μὲ ὁλοφάνερη τὴ θεότητά του, ἀλλὰ γίνεται ἐντελῶς ἴδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεῖ, μήπως λαχταρήσει καὶ τοῦ φύγει. Τὴ βρίσκει καταπληγωμένη, ἐξαγριωμένη, ἀπὸ δαίμονες κυριευμένη. Καὶ τί κάνει; Τὴν παίρνει καὶ τὴν κάνει γυναίκα του. Καὶ τί δῶρα τῆς χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιὸ δαχτυλίδι; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἔπειτα λέγει. Δὲν σὲ φύτεψα στὸν Παράδεισο;

-Τοῦ λέγει, ναί.

-Καὶ πῶς ξέπεσες ἀπὸ ἐκεῖ;

-Ἦλθε καὶ μὲ πῆρε ὁ Διάβολος ἀπὸ τὸν Παράδεισο.

-Φυτεύτηκες στὸν Παράδεισο καὶ σὲ ἔβγαλε ἔξω. Νά, σὲ φυτεύω μέσα μου. Δὲν τολμᾶ νὰ μὲ πλησιάσει ἐμένα. Ὁ ποιμένας σὲ κρατάει καὶ ὁ λύκος δὲν ἔρχεται πιά.

-Ἀλλὰ εἶμαι, λέγει, ἁμαρτωλὴ καὶ βρώμικη.

-Μὴ μοῦ σκοτίζεσαι, εἶμαι γιατρός.

Δῶσε ἐδῶ μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τί κάνει. Ἦλθε νὰ πάρει τὴν πόρνη, ὅπως αὐτὴ -τὸ τονίζω- ἦταν βουτηγμένη στὴ βρῶμα. Γιὰ νὰ μάθεις τὸν ἔρωτα τοῦ Νυμφίου. Αὐτὸ χαρακτηρίζει τὸν ἐρωτευμένο: τὸ νὰ μὴ ζητάει εὐθύνες γιὰ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ νὰ συγχωρεῖ λάθη καὶ παραπατήματα.

Πιὸ πρὶν ἦταν κόρη τῶν δαιμόνων, κόρη τῆς Γῆς, ἀνάξια γιὰ τὴ Γῆ. Καὶ τώρα ἔγινε κόρη τοῦ βασιλιᾶ. Καὶ αὐτὸ γιατί ἔτσι θέλησε ὁ ἐρωτευμένος μαζί της. Γιατί ὁ ἐρωτευμένος δὲν πολυνοιάζεται γιὰ τὴ συμπεριφορά του. Ὁ ἔρωτας δὲν βλέπει ἀσχήμια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται ἔρωτας, ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς ἀγαπᾶ καὶ τὴν ἄσχημη.

Ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Χριστός. Ἄσχημη εἶδε καὶ τὴν ἐρωτεύτηκε καὶ τὴν ἀνακαινίζει.
Τὴν πῆρε ὡς γυναίκα, καὶ ὡς κόρη του τὴν ἀγαπᾶ, καὶ ὡς δούλα του τὴν φροντίζει, καὶ ὡς παρθένα τὴν προστατεύει, καὶ ὡς παράδεισο τὴν τειχίζει, καὶ ὡς μέλος τοῦ σώματός του τὴν περιποιεῖται. Τὴ φροντίζει ὡς κεφαλή της ποὺ εἶναι, τὴ φυτεύει ὡς ρίζα, τὴν ποιμαίνει ὡς ποιμένας. Ὡς νυμφίος τὴν παίρνει γυναίκα του, καὶ ὡς ἐξιλαστήριο θύμα τὴν συγχωρεῖ, ὡς πρόβατο θυσιάζεται, ὡς νυμφίος τὴ διατηρεῖ μέσα στὴν ὀμορφιά, ὡς σύζυγος φροντίζει νὰ μὴν τῆς λείψει τίποτα.

Ὤ, Σὺ Νυμφίε, ποὺ ὀμορφαίνεις τόσο τὴν ἀσχήμια τῆς νύφης!


Πηγή: www.imaik.gr/

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΚΑΙ ΚΕΝΟΔΟΞΙΑ (Ἃγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος)

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ να συνετίσεις έναν υπερήφανο άνθρωπο, μη μεταχειριστείς πολλά λόγια. Θύμισέ του μόνο την ανθρώπινη φύση του και τη ρήση του σοφού Σειράχ: «Γιατί έχει τόση αλαζονεία το χώμα και η στάχτη;» (10:9). Κι αν εκείνος σου πει, ότι χώμα και στάχτη θα γίνει μετά το θάνατό του, δώσ’ του να καταλάβει ότι και τώρα, που ζει, δεν είναι τίποτα περισσότερο. Ας μην ξεγελιέται, βλέποντας την ομορφιά του, έχοντας την υγεία του, νιώθοντας τη δύναμή του, απολαμβάνοντας τις χαρές της σύντομης επίγειας ζωής. Χώμα και στάχτη είναι, «αφού, και όσο ακόμα ζει, αρχίζει η φθορά του» (Σοφ. Σειρ. 10:9). 

Ας παρατηρήσει ο καθένας μας, πόσο ασήμαντη είναι η ύπαρξή μας. Ας μην περιμένει τη μέρα του θανάτου του, για να συνειδητοποιήσει τη μηδαμινότητά του. Ας την αντιληφθεί από τώρα, στρέφοντας φιλοσοφημένα τη σκέψη του μέσα του και γύρω του, στον εαυτό του και στους άλλους. Ας μη χάσει, όμως, το θάρρος του, διαπιστώνοντας την ανθρώπινη φθαρτότητα. Ο Θεός δεν έκανε έτσι τα πράγματα επειδή μας μισεί, αλλ’ απεναντίας επειδή μας αγαπά και νοιάζεται για μας. Μ’ αυτό τον τρόπο μας παρέχει πολλές αφορμές, για να γινόμαστε ταπεινοί. Αλήθεια, αν ο άνθρωπος, παρόλο που είναι πλασμένος από το χώμα της γης, τόλμησε να πει, «Θ’ ανέβω στον ουρανό» (Ησ. 14:13), πού θα έφθανε με το λογισμό του, αν δεν τον συγκρατούσε σαν χαλινάρι η αδύναμη φύση του;

Όταν, λοιπόν, δεις κάποιον να φουσκώνει από υπερηφάνεια, να τεντώνει το λαιμό του, ν’ ανασηκώνει τα φρύδια του, να κυκλοφορεί με ακριβά αμάξια, να απειλεί, να κάνει κακό στους συνανθρώπους του, πες του «Γιατί έχει τόση αλαζονεία το χώμα και η στάχτη, αφού, και όσο ακόμα ζει, αρχίζει η φθορά του;» (Σοφ. Σερ. 10:9).

Αυτό ισχύει όχι μόνο για τον κοινό άνθρωπο, αλλά και γι’ αυτόν που κάθεται σε βασιλικό θρόνο. Μην κοιτάς τη βασιλική πορφύρα, το στέμμα, τα χρυσοκέ­ντητα ενδύματα. Κοίτα και στοχάσου την ανθρώπινη φύση του βασιλιά. Τότε θ’ αναφωνήσεις κι εσύ μαζί με τον προφήτη: «Κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι κι η δόξα του όλη φευγαλέα σαν το αγριολούλουδο» (Ησ. 40:6).

Γιατί, λοιπόν, υπερηφανεύεσαι, άνθρωπέ μου; Κατέβα από τα ύψη της ανόητης αλαζονείας σου και εξέτασε την ευτέλειά σου. Χώμα και στάχτη είσαι, καπνός και χορτάρι και σκιά, χορτάρι κι αγριολούλουδο. Τι πιο γελοίο από το να καμαρώνεις; Εξουσιάζεις μήπως πολλούς ανθρώπους; Και τι ωφελείσαι, όταν εξουσιάζεις ανθρώπους και εξουσιάζεσαι από τα πάθη σου; Είσαι σαν κι εκείνον που στο σπίτι του δέρνεται από τους υπηρέτες του και στην αγορά εμφανίζεται καμαρωτός επειδή έχει άλλους κάτω από την εξουσία του. Μακάρι να ήσουνα εξουσιαστής των παθών σου και όμοιος μ’ όσους συναντάς στην αγορά. Αν, λοιπόν, είναι αξιοκατάκριτος όποιος υπερηφανεύεται για τις πραγματικές αρετές του, δεν είναι στ’ αλήθεια γελοίος όποιος υπερηφανεύεται για πράγματα ολότελα τιποτένια;

Ταλαίπωρε άνθρωπε! Η ψυχή σου λιώνει από την πιο φοβερή αρρώστια, την αρρώστια της αμαρτίας, κι εσύ καμαρώνεις για τα πολλά σου χρήματα και κτήματα; Μα όλα τούτα δεν είναι δικά σου. Κι αν δεν πιστεύεις στα λόγια μου, κοίτα τι έγινε μ’ εκείνους που έζησαν πριν από σένα. Αν, πάλι, είσαι τόσο μεθυσμένος από τα πλούτη ή τη δόξα και δεν διδάσκεσαι από τα παθήματα των άλλων, περίμενε λίγο, και θα γνωρίσεις από το δικό σου πάθημα τη ματαιότητα των επίγειων αποκτημάτων και απολαύσεων. Όταν θα φεύγεις από τον πρόσκαιρο αυτό κόσμο και δεν θα έχεις πια στην εξουσία σου ούτε μιαν ώρα, όλα όσα διαθέτεις, χωρίς να το θέλεις, θα τ’ αφήνεις σε άλλους, ίσως μάλιστα σ’ εκείνους που πρωτύτερα δεν ήθελες καν ν’ αντικρίσεις.

Ο άνθρωπος και τ’ ανθρώπινα δεν είναι, θα το ξαναπώ, παρά χώμα και στάχτη και καπνός και σκιά και ό,τι πιο μηδαμινό απ’ αυτά. Γιατί, πες μου, τι είν’ εκείνο που θεωρείς μεγάλο; Ένα πολιτειακό αξίωμα; Ποιο; Το αξίωμα του υπάτου (ανώτερος άρχοντας στο ρωμαϊκό κράτος); Βέβαια, πολλοί νομί­ζουν ότι μεγαλύτερο αξίωμα δεν υπάρχει. Ε, λοιπόν, από τον άνθρωπο που ανέβηκε τόσο ψηλά, τίποτα λιγότερο δεν έχει ένας άλλος, που δεν είναι ύπατος. Και οι δύο στην ίδια ανθρώπινη κατάσταση βρίσκονται. Και οι δύο ύστερ’ από λίγο δεν θα υπάρχουν.

Πότε έγινε ύπατος; Και για πόσον καιρό έμεινε ύπατος; Πες μου! Για δυο μέρες; Μα αυτό γίνεται και στα όνειρα. Ναι, αλλά είναι όνειρα, απαντάς. Ε, και; Όσα συμβαίνουν την ημέρα δεν είναι όνειρα; Γιατί να μην τα λέμε κι αυτά όνειρα; Όπως όταν ξημερώσει, αποδεικνύεται ότι τα όνειρα δεν είναι τίποτα, έτσι και όταν νυχτώσει, αποδεικνύεται ότι τα γεγονότα της ημέρας δεν είναι τίποτα. Και όπως την ημέρα δεν δο­κιμάζει κανείς ευχαρίστηση από τα όνειρα που είδε τη νύχτα, έτσι και τη νύχτα δεν δοκιμάζει καμιάν απόλαυση απ’ όσα έγιναν την ημέρα.

Έγινες, λοιπόν, ύπατος; Έγινα κι εγώ τη νύχτα στ’ όνειρό μου. Ναι, λες, αλλά εγώ έγινα πραγματικά, ενώ εσύ φανταστικά. Και τι μ’ αυτό; Δεν έχεις τίποτα περισσότερο από μένα, εκτός από το ότι οι άνθρωποι λένε για σένα, “Ο τάδε είναι -ή ήταν- ύπατος”, κι από τη φράση τούτη δοκιμάζεις μια κενόδοξη ευχα­ρίστηση. Τέλειωσε η φράση; Εξαφανίστηκε και η ευχαρίστηση. Το ίδιο συμβαίνει και με την πραγματι­κότητα: Τέλειωσε η υπατεία; Εξαφανίστηκε η δόξα.

Ας δεχθούμε, όμως, ότι κάποιος έγινε ύπατος κι έμεινε στο αξίωμα αυτό όχι για δυο μέρες, αλλά για δυο ή τρία ή τέσσερα χρόνια. Σε ρωτάω, λοιπόν, πού είναι όσοι διετέλεσαν ύπατοι για δέκα χρόνια; Που­θενά. Τους ξέχασαν όλοι. Σκέψου τώρα τον απόστολο Παύλο. Ξεχάστηκε μήπως κι αυτός; Όχι. Ονομαστός ήταν όσο ζούσε, περισσότερο ονομαστός έγινε αφού πέθανε, κοσμοξάκουστος είναι και σήμερα, τόσους αιώνες μετά την κοίμησή του. Και αυτό μόνο στη γη. Γιατί ποια λόγια μπορούν να παραστήσουν τη δόξα και τη λαμπρότητά του στον ουρανό;

Όπως βλέπουμε τα κύματα, τη μια στιγμή ν’ ανεβαίνουν σε τεράστιο ύψος και την άλλη να χαμηλώνουν, έτσι βλέπουμε και όσους κυριεύονται από αλαζονεία για τα πλούτη τους ή τη δόξα τους, τη μια στιγμή να είναι ψηλά και την άλλη να ταπεινώνονται ελεεινά. Αυτούς υπαινίσσεται ο μακάριος Δαβίδ, όταν λέει: «Μην ταράζεσαι όταν ένας άνθρωπος πλουτίζει ή όταν μεγαλώνει η δόξα του σπιτιού του» (Ψαλμ. 48:17) . Καλά είπε: «Μην ταράζεσαι». Γιατί ύστερ’ από λίγο, θα δεις τον πλούσιο ή τον δοξασμένο να είναι πεσμένος χάμω, νεκρός και ακίνητος, γυμνωμένος από τα επίγεια αγαθά. Τίποτε απ’ αυτά δεν μπορεί να πάρει μαζί του. Τ’ αφήνει όλα εδώ και φεύγει για πάντα, φορτωμένος μόνο με την κακία του και τις αμαρτίες του.

Σωστά, λοιπόν, το πάθος αυτό έχει ονομαστεί κενοδοξία, που σημαίνει κενή, δηλαδή άδεια, δόξα∙ γιατί ουσιαστικά είναι άδεια, δεν έχει τίποτα το χρήσιμο. Είναι σαν ένα προσωπείο με υπέροχα εξωτερικά χαρακτηριστικά, που, καθώς είναι ψεύτικο και κενό από μέσα, μολονότι ωραιότερο από αληθινό ανθρώπινο πρόσωπο, δεν κάνει ποτέ κανέναν να το ερωτευθεί. Τέτοια είναι και η τιμή, η υπόληψη που θέλει ν’ απολαμβάνει κανείς από τον κόσμο, ή μάλλον πολύ χειρότερη. Γιατί τίποτα δεν αποξενώνει τόσο τον άνθρωπο από τη φιλανθρωπία του Θεού, τίποτα δεν τον ρίχνει τόσο εύκολα στη φωτιά της κολάσεως όσο η κενοδοξία, η υπερηφάνεια, η έπαρση, η αλαζονεία.

Έχουμε υπερηφάνεια; Η ζωή μας είναι ακάθαρτη, έστω κι αν είμαστε σωματικά αγνοί, έστω κι αν κάνουμε νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες.«Ακάθαρτος είναι μπροστά στον Θεό κάθε υπερήφανος», λέει η Γραφή (Παροιμ. 16:5). Και είναι τόσο μεγάλο κακό η κενοδοξία, όχι μόνο γιατί παρασύρει στην αμαρτία όσους κυριεύει, αλλά και γιατί συνοδεύει συχνά ακόμα και την αρετή. Αν δεν μπορέσει να μας βγάλει από το δρόμο της αρετής, μας βλάπτει χρησιμοποιώντας την ίδια την αρετή, καθώς μας αναγκάζει να υπομένουμε τους κόπους της, μας στερεί όμως τους καρπούς της. Δεν είναι δυνατόν, όταν κανείς επιθυμεί και την αρετή και την δόξα, να πετύχει και τις δύο. Μπορεί, βέβαια, ν’ αποκτήσει και τις δυο, όταν επιδιώκει μόνο τη μία, την ουράνια αρετή, οπότε είναι δυνατό ν’ ακολουθήσει και η δόξα. Όταν, όμως, επιθυμεί και τις δύο, καμιά δεν θα πετύχει.

Εκείνος, δηλαδή, που κάνει μια καλή πράξη, προσπαθώντας να κερδίσει και τη δόξα των ανθρώπων, είτε μπορέσει ν’ αποκτήσει αυτή τη δόξα είτε όχι, παίρνει την αμοιβή του στην παρούσα ζωή, και καμιάν ανταμοιβή δεν θα πάρει για την καλή του πράξη στην άλλη ζωή. Γιατί; Επειδή στέρησε τον εαυτό του από τη γενναιοδωρία του Κυρίου, προτιμώντας τη μικρή δόξα των ανθρώπων από τη μεγάλη και αιώνια δόξα του δίκαιου Κριτή.

Από το άλλο μέρος, εκείνος που ασκεί κάποια πνευματική αρετή μόνο και μόνο για να είναι ευάρεστος στον Θεό, και την αρετή του διατηρεί ακέραιη και πλούτο αδαπάνητο αποταμιεύει στον ουρανό και παρηγοριά μεγάλη νιώθει από τη χρηστή προσδοκία της μελλοντικής αιώνιας ζωής. Αυτός, μαζί με τη θεϊκή ανταμοιβή του, που βρίσκεται ασφαλισμένη στο θησαυροφυλάκιο του ουρανού, θα γνωρίσει, χωρίς να το θέλει, και την ανθρώπινη δόξα. Γιατί τότε απολαμβάνουμε άφθονη τη δόξα, όταν αδιαφορούμε γι’ αυτήν, όταν δεν την επιζητούμε.

Έτσι, λοιπόν, όλα τα κερδίζει όποιος ταπεινά κάνει το καθετί για τον Θεό, κι όλα τα χάνει όποιος υπερήφανα επιδιώκει την τιμή των ανθρώπων.

(Από το βιβλίο: «ΘΕΜΑΤΑ ΖΩΗΣ Β΄» ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)


Πηγή: alopsis.gr

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Η ΛΑΙΜΑΡΓΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΘΗ (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)


Τίποτα δεν προξενεί τόση ευχαρίστηση αλλά και τόση υγεία, όσο το να τρώει και να πίνει κανείς με κριτήριο την πραγματική ανάγκη του σώματός του, έτσι που να μην παίρνει βάρος μεγαλύτερο από το κανονικό. Και για να πεισθείς, παρατήρησε πρώτα εκείνους που τρώνε με μέτρο κι υστέρα εκείνους που τρώνε υπερβολικά. Τα σώματα των πρώτων είναι κατά κανόνα γερά, υγιή, εύρωστα, με όργανα που λειτουργούν ομαλά, ενώ των άλλων είναι πλαδαρά, βαριά, δυσκίνητα και ευπρόσβλητα από ασθένειες. Αυτό, λοιπόν, είναι ευχάριστο; Και μπορούμε να πούμε ότι ο λαίμαργος αισθάνεται πραγματικά ηδονή, τρώγοντας πολλά και ποικίλα φαγητά; Αλλά πότε υπάρχει αληθινή ηδονή; Όταν προηγείται επιθυμία και ακολουθεί ικανοποίηση της επιθυμίας αυτής. Αν, όμως, επιδιώκεται μια απόλαυση χωρίς να υπάρχει επιθυμία ή πέρα από τα όρια της επιθυμίας, τότε η ευχαρίστηση από την ηδονή εξαφανίζεται. 


Όπως ένα πλοίο, όταν φορτωθεί με περισσότερα εμπορεύματα απ’ όσα μπορεί να σηκώσει, βουλιάζει, έτσι και το σώμα μας, όταν πάρει περισσότερη τροφή απ’ όση χρειάζεται, βυθίζεται στο πέλαγος της καταστροφής. Το βαρυφορτωμένο πλοίο δεν το ωφελεί η καλή κατασκευή του ούτε η καλοκαιρία ούτε η ικανότητα του καπετάνιου ούτε το πλήθος των ναυτών. Κι εκείνους που ρίχνονται στις υλικές απολαύσεις και τα φαγοπότια, δεν τους ωφελούν νουθεσίες και συμβουλές ούτε προειδοποιήσεις και απειλές ούτε ο φόβος του θανάτου και της κολάσεως. Λες και δεν τρώνε για να ζήσουν, αλλά ζούν για να τρώνε. Αφού, λοιπόν, τουρλώσουν την κοιλιά τους και παχύνουν το σώμα τους, φεύγουν από τη ζωή αυτή, μην έχοντας κατορθώσει τίποτ’ άλλο παρά το να προετοιμάσουν με τη σάρκα τους πιο πλούσιο γεύμα για τα σκουλήκια. Γιατί η παχυσαρκία, καθώς προξενεί πολλές ασθένειες, οδηγεί συχνά σε πρόωρο θάνατο. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, πως τα πλούσια τραπέζια είναι χειρότερα κι από τα δηλητήρια. Γιατί τα δηλητήρια ξαποστέλνουν γρήγορα και ανώδυνα εκείνους που τα παίρνουν, ενώ τα πλούσια τραπέζια δημιουργούν ζωή χειρότερη από χίλιους θανάτους, καθώς αργοσκοτώνουν τον άνθρωπο. Και όσους υποφέρουν από οποιεσδήποτε άλλες αρρώστιες, πολλοί τους συμπονούν, ενώ όσους υποφέρουν από αρρώστιες, που τις προκαλεί η κατάχρηση φαγητών και ποτών, δεν μπορούν να τους συμπονέσουν οι άνθρωποι, και αν ακόμα θέλουν. Γιατί οι ίδιοι γίνονται πρόξενοι των ασθενειών τους, οδηγώντας θεληματικά τον εαυτό τους στο βάραθρο των κακών.
Ένα άγριο θηρίο δεν μπορεί να μας βλάψει τόσο, όσο η επιθυμία των υλικών απολαύσεων. Γιατί το θηρίο μπορεί να κατασπαράξει μόνο το σώμα, ενώ η επιθυμία των υλικών απολαύσεων, όταν εγκατασταθεί στην καρδιά μας, μαζί με το σώμα καταστρέφει και την ψυχή.
Δεν λέω να επιδοθείτε στη σκληραγωγία, αν δεν θέλετε. Ας αποφεύγουμε τα περιττά, ας κόψουμε ό,τι δεν είναι απαραίτητοΠοια συγχώρηση θα έχουμε, αλήθεια, όταν άλλοι δεν απολαμβάνουν ούτε το απαραίτητο, μολονότι το δικαιούνται, κι εμείς απολαμβάνουμε περισσότερα απ’ όσα μας χρειάζονται; Αλλά και ποιος μπορούμε να πούμε ότι απολαμβάνει περισσότερο, εκείνος που τρέφεται με χορταρικά και είναι υγιής ή εκείνος που τρώει συβαριτικά και υποφέρει από διάφορες παθήσεις; Ο πρώτος, φυσικά, απολαμβάνει περισσότερο, αφού έχει την υγεία του.
Ας μη ζητάμε, λοιπόν, τίποτα παραπάνω από το αναγκαίο. Σου φτάνουν τα όσπρια για να ζήσεις με υγεία; Τρώγε όσπρια. Είσαι ασθενικός και έχεις ανάγκη από φρούτα και λαχανικά; Δεν σ’ εμποδίζει κανείς να φας. Είσαι ακόμα πιο αδύνατος και σου χρειάζεται κρέας; Δεν θα σου το στερήσουμε. Ο σκοπός μας δεν είναι η βλάβη των ανθρώπων, αλλά η περικοπή των περιττών· και περιττό είναι ό,τι ξεπερνάει το αναγκαίο, καθετί παραπάνω απ’ αυτό που μας αρκεί, για να ζούμε με υγεία και ευπρέπεια.
Δεν βλέπετε που παλεύουμε ενάντια σε δυνάμεις ασώματες; Πώς, λοιπόν, θα τις νικήσουμε, αφού είμαστε σάρκες; Αν εκείνος που παλεύει με ανθρώπους, πρέπει να προσέχει τη διατροφή του, πολύ περισσότερο πρέπει να το κάνει, όταν έχει να παλέψει με δαίμονες. Τι γίνεται, όταν προσπαθεί να παίξει κανείς κιθάρα, που οι χορδές της δεν είναι καλά τεντωμένες; Όσο δεξιοτέχνης κι αν είναι ο κιθαριστής, τίποτα δεν καταφέρνει. Oι χαλαρές χορδές δεν αφήνουν τα δάχτυλά του να δείξουν την ικανότητά τους. Το ίδιο συμβαίνει και με το σώμα.Όταν είναι χαλαρό και μαλθακό από τις υλικές απολαύσεις, δεν αφήνει την ψυχή να προκόψει πνευματικά. Γι’ αυτό, λοιπόν, ας τρώμε και ας πίνουμε τόσο, όσο φτάνει για να ευχαριστιόμαστε, αλλά και για να διατηρείται το σώμα μας σε φυσική κατάσταση τέτοια, που να μη βλάπτει την ψυχή.
Πραγματικά, τίποτα δεν είναι τόσο αγαπητό στο διάβολο, όσο η πολυφαγία, η πολυποσία και, γενικά, οι υλικές απολαύσεις, που μεταβάλλουν τον άνθρωπο σε γουρούνι ή και κάτι χειρότερο. Γιατί το γουρούνι και το γαϊδούρι και το σκυλί και όλα τα άλογα ζώα δεν τρώνε και δεν πίνουν ποτέ περισσότερο απ’ όσο χρειάζονται, ενώ ο λογικός άνθρωπος, ο τιμημένος με την εικόνα του Θεού, γίνεται άλογος, υπερβαίνοντας το μέτρο. Ο ίδιος μάλιστα, αν έχει ζώα, δεν τα αναγκάζει ποτέ να φάνε ή να πιουν παραπάνω απ’ όσο θέλουν. Και αν τον ρωτήσεις το γιατί, θα σου απαντήσει: “Για να μην πάθουν κακό και υποφέρουν”. Για τον εαυτό του, όμως, δεν παίρνει αυτή τη φροντίδα. Έτσι παντοτινά υποφέρει. Γιατί οι, συνέπειες της λαιμαργίας και της μέθης -προπαντός της μέθης- διαρκούν πολύ. Όπως, όταν περάσει ο πυρετός, η αδυναμία παραμένει, έτσι και όταν περάσει η μέθη, η ζάλη παραμένει τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή. Το ταλαίπωρο σώμα είναι σαν παράλυτο, όπως ένα ναυαγισμένο πλοίο· και η πιο ταλαίπωρη ψυχή, καθώς το σώμα βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση, σηκώνει νέα τρικυμία και ανάβει ζωηρότερη την επιθυμία. Πόσα κακά προξενούνται στους ανθρώπους από τη μέθη, ντρέπομαι να πω. Αφήνω τη συνείδησή σας, που τα γνωρίζει καλύτερα, να κρίνει.
Αλήθεια, τι υπάρχει χειρότερο από τον μεθυσμένο, που τριγυρνάει τρικλίζοντας εδώ κι εκεί και γίνεται αιτία να βλασφημούνται από τους ανόητους τα δώρα του Θεού; Γιατί ακούω πολλούς, όταν βλέπουν τα καμώματα των μεθυσμένων, να λένε: “Καλύτερα να μην υπήρχε το κρασί”. Τι ανοησία! Άλλοι φταίνε, κι εσύ κατηγορείς του Θεού τα δώρα; Μήπως το κρασί κάνει το κακό, άνθρωπέ μου; Όχι το κρασί, αλλά η ασωτία εκείνων που το απολαμβάνουν με κακό τρόπο. Να λές, λοιπόν, “Ας μην υπάρχει μέθη”, όχι “Ας μην υπήρχε κρασί”. Γιατί έτσι, αν προχωρήσεις λίγο ακόμα, θα πεις: “Ας μην υπήρχε μαχαίρι, για να μη σκοτώνουν οι φονιάδες. Ας μην υπήρχε νύχτα, για να μην αρπάζουν οι κλέφτες. Ας μην υπήρχε γυναίκα, για να μην πέφτουμε στην πορνεία”. Και κοντολογίς, θα ζητήσεις να μην υπήρχε τίποτα.
Μην κατηγορείς, λοιπόν, το κρασί, αλλά τη μέθη και όποιον μεταχειρίζεται το καλό για κακό. Αυτόν, όταν θα τον βρεις νηφάλιο, πλησίασέ τον και πες του: “Το κρασί μας δόθηκε από το Θεό για να ευφραινόμαστε, όχι για να κάνουμε απρέπειες· για να γελάμε, όχι για να γινόμαστε γελοίοι· για να διατηρούμε την υγεία μας, όχι για ν’ αρρωσταίνουμε· για να δυναμώνουμε το σώμα, όχι για να εξασθενίζουμε την ψυχή μας”.
Πράγματι, το λίγο κρασί και ευφροσύνη χαρίζει -όπως λέει ο ψαλμωδός, «ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου» (Ψαλμ. 103:15)- αλλά και υγεία, καθώς βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος, συμβουλεύοντας το μαθητή του Τιμόθεο: «Να χρησιμοποιείς λίγο κρασί για το στομάχι σου και για τις συχνές σου ασθένειες» (Α’ Τιμ. 5:23). Στον καθέναν από μας, βέβαια, ο απόστολος θα έλεγε: “Να χρησιμοποιείς λίγο μόνο κρασί για τον κίνδυνο της πορνείας, για τις αισχρολογίες και για τις πονηρές επιθυμίες, που συνήθως ξεσηκώνει η μέθη”.
Όσοι από σας μεθάτε, καταστρέφετε τα προτερήματα του κρασιού. Και την υγεία σας κλονίζετε και την ευφροσύνη στερείστε. Αλήθεια, τι χειρότερο υπάρχει από το να χάνουμε τον αυτοέλεγχό μας, να αισθανόμαστε απερίγραπτη δυσφορία, να θαρρούμε πως όλα στριφογυρίζουν ολόγυρά μας, να βυθιζόμαστε σε πυκνό σκοτάδι, να χρειαζόμαστε βοήθεια και περιποίηση, όπως οι άρρωστοι, να βασανιζόμαστε με τόσα και τόσα κακά;
Εκείνοι που παραδίνονται στη μέθη, όσο περισσότερο κρασί πίνουν, τόσο περισσότερο διψούν. Το πιοτό εντείνει όλο και περισσότερο τη δίψα τους. Και η ηδονή, που προξενεί το κρασί, εξαφανίζεται, η δίψα όμως, επειδή γίνεται ακατάσχετη, παρασύρει στον γκρεμό της μέθης όσους αιχμαλωτίζει. Μήπως νομίζουμε ότι το φάρυγγα τον έχουμε, για να του ρίχνουμε μέσα ακατάπαυστα φαγητά και ποτά; Δεν τον έχουμε γι’ αυτό, αλλά για να κάνουμε στο Θεό προσευχές, για να διδάσκουμε τους θείους νόμους, για να συμβουλεύουμε τους συνανθρώπους μας ό,τι ωφελεί και συμφέρει τις ψυχές τους.
Τα ορμητικά ποτάμια δεν διαβρώνουν και δεν καταστρέφουν τις όχθες τους τόσο εύκολα, όσο η τρυφή και η απόλαυση, η λαιμαργία και η μέθη τη σωματική και ψυχική μας υγεία. Γιατί το σώμα το κάνουν πλαδαρό, αδύναμο, φιλάσθενο· και την ψυχή την κάνουν ράθυμη, δειλή, χαύνη.
Δεν είναι, λοιπόν, κακό το να τρώμε. Κάθε άλλο. Η λαιμαργία είναι κακό. Δεν είναι, επίσης, κακό το να πίνουμε κρασί. Το άμετρο κρασοπότι, που οδηγεί στη μέθη, είναι κακό. Ο Κύριος μας έδωσε υλικό σώμα, που δεν μπορεί να συντηρηθεί αλλιώς, παρά μόνο με τροφές. Στη λήψη τους, όμως, χρειάζεται μέτρο, για να διατηρείται η υγεία και η ευεξία μας.
Ας προσέχουμε, επομένως, να τρώμε και να πίνουμε τόσο μόνο, όσο και πραγματική ηδονή μας χαρίζει και το σώμα μας τρέφει, ώστε να είναι ικανό για την εκτέλεση των εντολών του Χριστού. Έτσι, με τη χάρη Του, και στην παρούσα ζωή θα περάσουμε καλά και τη μελλοντική θα κερδίσουμε.
(Πηγή: Από το βιβλίο «Θέματα ζωής». Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’ )
Πηγή: alopsis.gr

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

«ΤΑ ΤΑΛΑΝΤΑ...» (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

Πρόσεξε δέ ὅτι παντοῦ δέν ἀπαιτεῖ ἀμέσως αὐτά πού ἐνεπιστεύθη. Διότι εἰς τήν παραβολήν τοῦ ἀμπελῶνος (Ματθ. 21, 33), ἀφοῦ τόν παρέδωκεν εἰς τούς γεωργούς, ἀπεδήμησε. Καί ἐδῶ ἐνεπιστεύθη τά τάλαντα καί ἀπεδήμησε. Διά νά μάθῃς μ᾽ αὐτό τήν μακροθυμίαν Του. Ἐγώ δέ νομίζω ὅτι λέγοντας αὐτά ὑπαινίσσεται καί τήν Ἀνάστασιν. Μόνον πού ἐδῶ δέν ἀναφέρονται πλέον γεωργοί καί ἀμπελών, ἀλλά ὅλοι εἶναι ἐργάται. Διότι δέν ἀναφέρεται μόνον στούς ἄρχοντας, οὔτε στούς Ἰουδαίους, ἀλλά σέ ὅλους. Καί ἐκεῖνοι μέν πού προσφέρουν ὁμολογοῦν μέ εὐγνωμοσύνη καί τά ἰδικά τους, ἀλλά καί ὅσα τούς ἔδωκεν ὁ δεσπότης. Ἔτσι ὁ μέν ἕνας λέγει: «Κύριε, πέντε τάλαντα μοῦ ἔδωσες», ὁ δέ ἄλλος λέγει «δύο», δεικνύοντες ὅτι ἀπό Ἐκεῖνον ἔλαβαν τό κεφάλαιον τῆς ἐργασίας των, καί Τοῦ ἀναγνωρίζουν μεγάλην χάριν, καί ἀποδίδουν τό πᾶν εἰς Αὐτόν.

Τί λέγει λοιπόν ὁ δεσπότης; «Εὖγε, δοῦλε καλέ» (διότι αὐτό εἶναι ἴδιον τοῦ ἀγαθοῦ, τό νά βλέπῃ εἰς τόν πλησίον) «καί πιστέ· εἰς ὀλίγα ἐφάνηκες πιστός, εἰς πολλά θά σέ ἐγκαταστήσω. Εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου», δηλώνων μέ τήν ἀπάντησιν αὐτήν ὅλην τήν μακαριότητα. Δέν μιλάει ὅμως καί ὁ ἄλλος ἔτσι, ἀλλά πῶς; «Ἐγνώριζα ὅτι εἶσαι σκληρός ἄνθρωπος καί ὅτι θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἔσπειρες καί μαζεύεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἐσκόρπισες. Καί ἐπειδή ἐφοβήθηκα, ἔκρυψα τό τάλάντόν σου. Ὁρίστε, πάρε πίσω αὐτό πού εἶναι ἰδικόν σου». Τί τοῦ ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Δεσπότης; «Ἔπρεπε νά βάλῃς τά χρήματά σου στούς τραπεζίτας», δηλαδή, ἔπρεπε νά ὁμιλήσῃ, νά παραινέσῃ, νά συμβουλεύσῃ. Ἀλλά δέν πείθονται; Αὐτό δέν ἀφορᾷ ἐσένα. Τί θά μποροῦσε νά γίνῃ περισσότερο λογικό ἀπό αὐτό;

 Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν κάνουν ἔτσι, ἀλλά καθιστοῦν ὑπεύθυνον τοῦ ἀπαιτουμένου εἰσοδήματος τόν ἴδιον τόν δανειστήν των. Αὐτός ὅμως δέν ἐνεργεῖ ἔτσι, ἀλλά λέγει ὅτι σύ ἔπρεπε νά πληρώσῃς καί νά μοῦ ἐπιστρέψῃς τό ἀπαιτούμενον κέρδος. «Καί ἐγώ θά τά ἔπαιρνα πίσω μέ τόκον»· τόκον ἐννοώντας τήν ἐπίδειξιν τῶν ἔργων. Σύ ἔπρεπε νά κάμῃς τό εὐκολώτερον καί νά ἀφήσῃς τό δυσκολώτερον εἰς ἐμέ. Ἐπειδή λοιπόν δέν ἔκαμεν αὐτό, λέγει: «Πάρετε τό τάλαντον ἀπό αὐτόν καί δῶστέ το εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει τά δέκα τάλαντα, διότι εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει θά δοθοῦν καί ἄλλα καί θά περισσεύσουν. Ὅμως ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δέν ἔχει, θά τοῦ ἀφαιρεθῇ καί αὐτό πού ἔχει».

Τί σημαίνει λοιπόν αὐτό; Ἐκεῖνος πού ἔχει τό χάρισμα τοῦ λόγου καί τῆς διδασκαλίας διά νά ὠφελῇ καί δέν χρησιμοποιεῖ τό χάρισμά του, θά χάσῃ καί τό χάρισμα. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού καταβάλλει προσπάθειαν, θά δεχθῇ περισσοτέραν δωρεάν, ὅπως ἐκεῖνος χάνει καί αὐτό πού εἶχε λάβει. Δέν περιορίζεται ὅμως μόνο μέχρις ἐδῶ ἡ ζημιά γιά ὅποιον δέν ἐργάζεται, ἀλλά τόν ἀναμένει καί βαριά τιμωρία καί μαζί μέ τήν τιμωρία καί ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη μέ βαριά κατηγορία. Διότι λέγει: «Τόν ἄχρηστον δοῦλον ρίξτε τον ἔξω στό σκοτάδι, ὅπου θά ὑπάρχῃ τό κλάμα καί τό τρίξιμο τῶν ὀδόντων».

Εἶδες ὅτι ὄχι μόνο ἐκεῖνος πού ἁρπάζει καί εἶναι πλεονέκτης, οὔτε ἐκεῖνος πού κάμνει κακά, ἀλλά τιμωρεῖται μέ τήν ἐσχάτη τιμωρίαν καί ἐκεῖνος πού δέν κάμνει ἀγαθές πράξεις. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τά λόγια αὐτά. Ὅσο εἶναι καιρός ἄς φροντίσουμε γιά τή σωτηρία μας. Ἄς πάρουμε λάδι στίς λαμπάδες.

Ἄς καλλιεργήσουμε τό τάλαντο. Διότι ἐάν ἀμελήσουμε καί ἐάν διερχώμεθα τό χρόνο μας ἐδῶ χωρίς νά ἐργαζώμεθα, δέν θά μᾶς ἐλεήσῃ κανείς ἐκεῖ, ἔστω καί ἄν χύσουμε μύρια δάκρυα. Ἐκατηγόρησε τόν ἑαυτόν του καί ἐκεῖνος πού εἶχε βρωμερά ἐνδύματα, ἀλλά δέν ὠφέλησε τίποτε. Ἐπέστρεψε καί ὅ,τι τοῦ ἐνεπιστεύθη καί ἐκεῖνος πού εἶχε λάβει τό ἕνα τάλαντο, καί ὅμως καταδικάστηκε. Παρεκάλεσαν καί οἱ παρθένοι καί ἦρθαν καί χτύπησαν τήν πόρτα, ἀλλά μάταια. Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτά, ἄς καταθέσουμε καί χρήματα καί προθυμία καί προστασία καί ὅλα διά τήν ὠφέλειαν τοῦ πλησίον. Διότι τάλαντα ἐδῶ εἶναι ἡ δυνατότητα πού διαθέτει καθένας, εἴτε γιά νά προστατεύσει, εἴτε σέ χρήματα, εἴτε δυνατότητα διδασκαλίας, εἴτε εἰς ὁποιοδήποτε παρόμοιο πρᾶγμα.

Ἄς μή προφασίζεται κανείς ὅτι ἕνα μόνο τάλαντο ἔχω καί δέν μπορῶ νά κάμω τίποτε. Διότι μπορεῖς καί μέ ἕνα νά προκόψῃς. Δέν εἶσαι πτωχότερος ἀπό ἐκείνη τήν χήρα (Μάρκ. 12, 42). Δέν εἶσαι περισσότερον ἀκαλλιέργητος ἀπό τόν Πέτρον καί τόν Ἰωάννην (Πράξ. 3, 6), οἱ ὁποῖοι καί ἄπειροι ἦσαν καί ἀγράμματοι, ἀλλ᾽ ὅμως ἐπειδή ἔδειξαν προθυμία καί ἔκαναν τά πάντα διά τό κοινόν συμφέρον, κέρδησαν τούς οὐρανούς. Διότι τίποτε δέν ἀγαπᾶ ὁ Θεός τόσο, ὅσο τό νά ζοῦμε καί νά κάνουμε ὅτι καλό μποροῦμε γιά τούς ἄλλους.

Γι᾽ αὐτό μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός τή δυνατότητα τοῦ λόγου, καί τά χέρια καί τά πόδια καί τή σωματική δύναμι καί τόν νοῦν καί τήν φρόνησιν, διά νά τά χρησιμοποιήσουμε ὅλα αὐτά καί διά τήν ἰδικήν μας σωτηρίαν, ἀλλά καί γιά τήν ὠφέλεια τοῦ πλησίον. Διότι ὁ λόγος δέν εἶναι χρήσιμος μόνον διά νά ὑμνοῦμε καί εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾽ εἶναι χρήσιμος καί γιά νά διδάσκουμε καί νά συμβουλεύουμε.

Καί ἐάν μέν τόν χρησιμοποιήσουμε γιά αὐτό τό σκοπό, μιμούμεθα τόν Δεσπότη. Ἐάν ὅμως ὄχι, τότε μιμούμεθα τόν διάβολον. Διότι καί ὁ Πέτρος, ὅταν μέν ὡμολόγησε τόν Χριστό, ἐμακαρίσθη ἐπειδή ὡμολόγησε τά λόγια τοῦ Πατρός (Ματθ. 16, 16-18), ἐνῷ ὅταν παρεκάλεσε τόν Κύριον νά ἀποφύγῃ τήν σταύρωσιν, ἐπετιμήθη πολύ, διότι ἐφρόνει ἐκεῖνα πού ἀρέσουν στό διάβολο (Ματθ. 16, 22-23). Καί ἄν γι᾽ αὐτό πού εἶπε τότε ἀπό ἄγνοια ὁ Πέτρος τόση ἦταν ἡ κατηγορία, ποία συγγνώμη θά ἔχουμε ἐμεῖς, ὅταν ἁμαρτάνωμε πολύ καί ἑκούσια;

Ἄς ὁμιλήσουμε λοιπόν ἔτσι, ὥστε ἀπό τήν ὁμιλία μας νά γίνωνται φανερά τά λόγια τοῦ Χριστοῦ. Διότι δέν λέγω τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἐάν πῶ μόνο «σήκω καί περπάτησε» (Πράξ. 3, 6), οὔτε ἄν εἴπω «Ταβιθά σήκω» (Πράξ. 9, 40). Ἀλλά πολύ περισσότερο, ὅταν ἐνῷ μέ βρίζουν εὐλογῶ. Ἐνῷ μέ ἀπειλοῦν προσεύχομαι ὑπέρ ἐκείνου πού μέ ἀπειλεῖ (Ματθ. 5, 44).

Ἄλλοτε μέν λοιπόν ἔλεγα ὅτι ἡ γλῶσσα μας εἶναι χέρι τό ὁποῖο ψαύει τά πόδια τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως μέ πολλήν ἐπίτασιν λέγω, ὅτι ἡ γλῶσσα μας εἶναι γλῶσσα, πού μιμεῖται τήν γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν βέβαια ἐπιδεικνύῃ τήν πρέπουσα προσοχή, ὅταν λέμε ὅσα Ἐκεῖνος θέλει. Ποία δέ εἶναι αὐτά πού Ἐκεῖνος θέλει νά λέμε; Εἶναι τά γεμᾶτα ἐπιείκεια καί πραότητα λόγια. Ὅπως λοιπόν μιλοῦσε καί Ἐκεῖνος, λέγοντας σ᾽ αὐτούς πού Τόν ὕβριζαν: «Ἐγώ δέν ἔχω δαιμόνιον» (Ματθ. 11, 18), καί ἀλλοῦ: «Ἐάν μίλησα κακῶς ὁμολόγησε τό κακό πού εἶπα» (Ἰω. 18, 23). Ἐάν ἔτσι μιλᾶς καί σύ, ἄν μιλᾶς ἀποβλέποντας στήν διόρθωσι τοῦ πλησίον, ἔχεις γλῶσσα πού μοιάζει μέ τή γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτά τά λέγει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, μέ τό νά λέει: «αὐτός πού βγάζει ἔντιμο ἀπό ἀνάξιο, εἶναι σάν στόμα μου» (Ἰερ. 15, 19).

Ὅταν λοιπόν ἡ γλῶσσα σου εἶναι ὅπως ἡ γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ, καί τό στόμα σου γίνῃ στόμα τοῦ Πατρός, καί εἶσαι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε μέ ποιά τιμή θά μποροῦσε νά συγκριθῇ αὐτή; Διότι οὔτε ἐάν τό στόμα σου ἦταν φτιαγμένο ἀπό χρυσάφι, οὔτε ἄν ἦταν ἀπό πολυτίμους λίθους, θά ἔλαμπε τόσο, ὅπως λάμπει τώρα, πού φωτίζεται ἀπό τόν κόσμο τῆς ἐπιεικείας. Διότι τί εἶναι πιό ποθητό ἀπό ἕνα στόμα πού δέν ξέρει νά βρίζει, ἀλλά ἔχει μάθει νά εὐλογῇ καί νά καλομιλάει; Ἐάν δέ δέν ἀνέχεσαι νά εὐλογῇς ἐκεῖνον πού σέ καταρᾶται, τότε σιώπα, καί αὐτό κάμε το στήν ἀρχή.

Ἔπειτα βαδίζοντας στήν ὁδό καί προσέχοντας, θά φτάσῃς καί σ᾽ ἐκεῖνο καί θά ἀποκτήσῃς στόμα τέτοιο σάν αὐτό πού ἀναφέραμε προηγουμένως. Καί μή νομίσῃς πώς εἶναι τολμηρό αὐτό πού εἶπα. Διότι ὁ Δεσπότης εἶναι φιλάνθρωπος καί αὐτό θά σοῦ δοθῇ σάν δῶρο τῆς ἀγαθότητάς Του. Τολμηρό εἶναι νά ἔχῃ στόμα πού νά μοιάζει στό διάβολο, νά ἔχῃ γλῶσσα ὅμοια μέ τοῦ πονηροῦ δαίμονα, ἰδιαίτερα μάλιστα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμμετέχει σέ τόσο μεγάλα μυστήρια καί κοινωνεῖ τήν Ἴδια τήν Σάρκα τοῦ Δεσπότου.

Ἔχοντας λοιπόν στό νοῦ σου αὐτά, γίνε ὅπως ταιριάζει σέ Ἐκεῖνον ὅσο μπορεῖς. Ὅταν λοιπόν γίνῃς ὅμοιος μέ Αὐτόν, δέν θά μπορέσῃ ὁ διάβολος πλέον νά σέ ἰδῇ κατά πρόσωπον. Διότι διακρίνει στή μορφή σου τόν χαρακτήρα τόν βασιλικόν. Γνωρίζει τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ, μέ τά ὁποῖα ἡττήθηκε. Καί ποία εἶναι αὐτά; Ἡ ἐπιείκεια καί ἡ πραότης. Διότι, ὅταν κατά τούς πειρασμούς τόν ἐξέσχισεν στό ὄρος καί τόν ἐξέπληξε (Ματθ. 4, 1-11), δέν ἦταν γνωστό, ὅτι ἦταν ὁ Χριστός, ἀλλά τόν ἔδιωξε μέ τά λόγια μόνον. Τόν νίκησε μέ τήν ἐπιείκεια, τόν κατετρόπωσε μέ τήν πραότητα. Αὐτό κάνε καί σύ. Ὅταν δῇς ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔγινε διάβολος καί σέ πλησιάζει, ἔτσι νίκησέ τον καί σύ. Σοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός τήν δύναμη νά Τοῦ μοιάσῃς ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό σένα. Μή φοβηθῇς ἀκούοντας τοῦτο. Φόβος εἶναι νά μή γίνῃς ὅπως ἐκεῖνος.

Μίλησε λοιπόν ὅπως Ἐκεῖνος καί Τοῦ ἔμοιασες σ᾽ αὐτό, στά ἀνθρώπινα βέβαια μέτρα. Γι᾽ αὐτό εἶναι ἀνώτερος ἐκεῖνος πού μιλάει ἔτσι, παρά ἐκεῖνος πού προφητεύει. Διότι ἡ μέν προφητεία ὁλόκληρος εἶναι χάρισμα. Ἐνῷ ἐδῶ, τό νά μιλᾶς δηλαδή ὅπως ὁ Χριστός, χρειάζεται καί κόπος δικός σου καί ἱδρώτας. Δίδαξε τήν ψυχήν σου νά σοῦ διαπλάσσῃ τό στόμα ἔτσι, πού νά μοιάζῃ μέ τό στόμα τοῦ Χριστοῦ. Γιατί μπορεῖ ἐάν θέλη καί αὐτό νά κατορθώσῃ. Γνωρίζει τόν τρόπο, ἄν δέν εἶναι ράθυμη. Καί πῶς διαπλάσσεται τέτοιο στόμα; Μέ ποιά χρώματα; Μέ ποιό ὑλικό; Μέ κανένα ὑλικό βέβαια καί χρῶμα, παρά μόνο μέ ἀρετή καί ἐπιείκεια καί ταπεινοφροσύνη.

 Ἄς δοῦμε πῶς διαπλάσσεται καί τό στόμα τοῦ διαβόλου, γιά νά μή φτιάξουμε ποτέ κάτι τέτοιο. Πῶς πλάσσεται λοιπόν; Μέ κατάρες, μέ ὕβρεις, μέ βασκανίες, μέ ἐπιορκίες. Διότι ὅταν κάποιος χρησιμοποιῇ τά λόγια τοῦ διαβόλου παίρνει καί τήν γλῶσσαν του. Ποίαν λοιπόν συγχώρηση θά ἔχουμε, ἤ μᾶλλον ποία τιμωρία δέν θά ὑποστοῦμε, ὅταν ἐπιτρέπουμε στή γλῶσσα, μέ τήν ὁποία ἀξιωθήκαμε νά γευθοῦμε τῆς Σαρκός τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, νά χρησιμοποιῇ λόγια τοῦ διαβόλου;

Ἄς μή τῆς ἐπιτρέψουμε λοιπόν, ἀλλά ἄς καταβάλουμε κάθε προσπάθεια νά τήν ἐκπαιδεύσουμε νά μιμῆται τόν Δεσπότην της. Διότι ἄν τήν διδάξωμε αὐτό, μέ πολλή παρρησία θά μᾶς τοποθετήσῃ στό Βῆμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐάν κανείς δέν γνωρίζῃ νά μιλάῃ ἔτσι, οὔτε ὁ Κριτής θά τόν ἀκούσῃ. Γιατί ὅπως, ὅταν συμβῇ νά εἶναι Ρωμαῖος ὁ δικαστής, δέν θά καταλάβῃ τί λέει ἐκεῖνος πού ἀπολογεῖται καί δέν γνωρίζει νά μιλάει Ρωμαϊκά, ἔτσι καί ὁ Χριστός. Ἄν δέν μιλᾶς μέ τό δικό Του τρόπο, δέν θά σέ ἀκούσῃ, οὔτε θά σέ προσέξῃ. Ἄς μάθουμε λοιπόν νά μιλᾶμε ἔτσι, ὅπως συνήθισε νά ἀκούῃ ὁ Βασιλιάς ὁ δικός μας. Ἄς προσπαθήσουμε νά μιμούμεθα τήν γλῶσσαν Ἐκείνη.

Καί ἄν βρεθῇς σέ πένθος, πρόσεχε νά μή σοῦ διαστρεβλώσῃ τό στόμα ἡ μεγάλη λύπη, ἀλλά νά μιλήσῃς ὅπως ὁ Χριστός. Διότι ἐπένθησε καί Αὐτός τόν Λάζαρον (Ἰω. 11, 33-35) καί τόν Ἰούδα. Ἄν βρεθῇς σέ φόβο, φρόντισε πάλιν νά μιλήσῃς ὅπως Ἐκεῖνος. Διότι βρέθηκε καί Αὐτός σέ φόβο γιά σένα “κατ᾽ οἰκονομίαν”. Εἰπέ καί σύ: «Ἄς μή γίνῃ ὅμως τό θέλημά μου ἀλλά τό δικό σου» (Λουκᾶ 22, 42). Καί ὅταν κλαῖς, δάκρυσε ἤρεμα ὅπως Ἐκεῖνος. Καί ὅταν βρεθῇς σέ σκευωρίες καί λύπη, καί αὐτά ἀντιμετώπισέ τα ὅπως ὁ Χριστός. Διότι καί μηχανορραφίες ἀντιμετώπισε καί λυπήθηκε, ἀλλά εἶπε: «Ἡ ψυχή μου εἶναι λυπημένη μέχρι θανάτου» (Ματθ. 26, 38). Καί σοῦ χάρισε ὅλα τά ὑποδείγματα, διά νά τηρῇς αὐτά “ὡς μέτρον” καί νά μή καταστρατηγῇς τούς κανόνες, πού σοῦ ἔχουν δοθῇ.

 Ἔτσι θά μπορέσῃς νά ἔχῃς στόμα, ὅμοιο μέ τό στόμα Ἐκείνου. Ἔτσι, ἐνῷ θά βαδίζῃς ἐπάνω στή γῆ, θά ἐπιδεικνύῃς σέ μᾶς γλῶσσα ὅμοια μέ τήν γλῶσσαν Ἐκείνου πού βρίσκεται στόν οὐρανό, διατηρώντας τό μέτρο στή λύπη , στήν ὀργή, στό πένθος, στήν ἀγωνία. Πόσοι ἀπό σᾶς εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦν νά ἰδοῦν τήν μορφήν Του;  Νά λοιπόν, ὅτι εἶναι δυνατόν ὄχι μόνον νά Τόν δοῦμε, ἀλλά καί νά γίνουμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν, ἄν προσπαθήσουμε.

Ἄς μήν ἀναβάλλουμε λοιπόν. Διότι δέν ἀγαπᾷ τόσον τό στόμα τῶν προφητῶν, ὅσον ἐκεῖνο τῶν ἐπιεικῶν καί πράων ἀνθρώπων. «Πολλοί», λέγει, «θά μοῦ ποῦν: Δέν προφητεύσαμε στό ὄνομά Σου; Καί ἐγώ θά τούς εἰπῶ: Δέν σᾶς γνωρίζω» (Ματθ. 7, 22). Τό δέ στόμα τοῦ Μωυσέως, ἐπειδή ἦταν πολύ ἐπιεικής καί πρᾶος (διότι «ὁ Μωυσῆς», λέγει, «ἦταν ἄνθρωπος πρᾶος περισσότερο ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς γῆς» Ἀριθμ. 12, 3), τόσο πολύ τό ἀγαποῦσε, ὥστε νά πεῖ: «ὡμιλοῦσε ἀπό πολύ κοντά, στόμα μέ στόμα, ὅπως μιλάει ἕνας φίλος μέ τόν φίλο του» (Ἐξ. 33, 11 καί Ἀριθμ. 12, 8). Δέν θά δίνεις ἐντολές στούς δαίμονες τώρα, ἀλλά θά διατάσσῃς τότε ἐκεῖ τό πῦρ τῆς γεέννης, ἐάν βέβαια ἔχῃς τό στόμα σου ὅμοιο μέ τό στόμα τοῦ Χριστοῦ.

Θά διατάσσῃς τήν ἄβυσσο τοῦ πυρός καί θά λέγῃς: «Σιώπα φιμώσου» (Μάρκ. 4, 39), καί μέ πολλήν παρρησία θά ἀνέβῃς στούς οὐρανούς καί θά ἀπολαύσῃς τή βασιλεία, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχουμε ὅλοι ἐμεῖς, μέ τήν Χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖον ἀνήκει, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή: imaik.gr

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Η ΚΟΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)

Η προσευχή της Εκκλησίας έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε και αν ακόμη είμαστε πιο άφωνοι και από τις πέτρες, θα μπορούσε να κάνει τη γλώσσα μας πιο ελαφρά από το φτερό. Διότι, όπως ο ζέφυρος όταν φυσάει στα πανιά του πλοίου το κάνει να τρέχει πιο γρήγορα από το βέλος, έτσι και η προσευχή της Εκκλησίας όταν πέσει στη γλώσσα αυτού που την λέει, κινεί τον λόγο δυνατότερο από τον ζέφυρο.
Πόση τιμή δε έχει το πράγμα, να είναι κάποιος άνθρωπος και να συνομιλεί με το Θεό, όλοι το γνωρίζουν, αλλά να δείξουν με λόγια το μέγεθός της δεν μπορούν οι πολλοί, διότι αυτή η τιμή ξεπερνά και των Αγγέλων τη μεγαλοπρέπεια. Αυτό το γνωρίζουν οι ίδιοι οι Άγγελοι, αφού φαίνονται πως έφερναν τις δεήσεις των Προφητών στο Θεό, τους ύμνους και τις λατρείες στο Δεσπότη με φόβο πολύ, έχοντας και τα πόδια σκεπασμένα από την μεγάλη ευλάβεια. Αλλά αν εκείνοι που πετούν και δεν ησυχάζουν καθόλου δείχνουν το φόβο που έχουν, τούτο μου φαίνεται ότι το κάνουν για να εκπαιδεύουν εμάς στον καιρό της προσευχής να λησμονούμε την ανθρώπινη φύση· και με την προθυμία και τον φόβο που έχουμε, να μη βλέπουμε, ούτε να φανταζόμαστε κανένα πράγμα τούτου του κόσμου, αλλά να μας φαίνεται πως είμαστε μεταξύ των Αγγέλων και προσφέρουμε τη λατρεία που προσφέρουν κι εκείνοι. Διότι όλα τα άλλα, τα δικά μας, είναι πολύ χωρισμένα από τα δικά τους· και η φύση και ο τρόπος ζωής και η σοφία και η φροντίδα και ό,τι άλλο· η προσευχή όμως είναι κοινό έργο των Αγγέλων και των ανθρώπων. Αυτή η προσευχή σε ξεχωρίζει από τα άλογα ζώα, αυτή η προσευχή σε κάνει σύντροφο των Αγγέλων· αυτή μπορεί γρήγορα να σε ανεβάσει στη δική τους πολιτεία, στη ζωή, στη δίαιτα, και την τιμή και την συγγένεια, και τη σύνεση και τη σοφία, και να σε κάνει να φροντίζεις όλη σου τη ζωή να βρίσκεσαι σε προσευχές και στη λατρεία του Θεού.
«O Πέτρος» λέει «ήταν στη φυλακή· η εκκλησία προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό γι’ αυτόν» (Πράξ. 12, 5). Ακούτε πώς τους αισθάνονταν τους δασκάλους τους;Δεν επαναστάτησαν, δεν θορυβήθηκαν, αλλά κατέφυγαν στην προσευχή, την πραγματικά άμαχη σύμμαχο… Άρα τίποτε δεν είναι καλύτερο από την μέτρια θλίψη. Ανυμνούσαν το Θεό με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, αγόρια, κορίτσια, και είχαν γίνει με την θλίψη πιο καθαροί από τον ουρανό. Ενώ τώρα, αν δούμε μικρό κίνδυνο, πέφτουμε σε αδράνεια. Τίποτε δεν ήταν λαμπρότερο από εκείνη την Εκκλησία. Ας τους μιμηθούμε αυτούς, ας τους ζηλέψουμε. Η νύκτα δεν έγινε για να κοιμόμαστε συνεχώς και να βρισκόμαστε σε αργία. Κι αυτό το μαρτυρούν οι χειροτέχνες, οι αμαξηλάτες, οι έμποροι, η Εκκλησία του Θεού, που ξυπνά μέσα στη νύκτα. Σήκω και συ και κοίταξε το χορό των άστρων, την βαθιά σιγή, την πολλή ησυχία. Τότε η ψυχή είναι καθαρότερη· είναι πιο ελαφρά και πιο λεπτή, πετά πιο ελεύθερη· αυτό το σκοτάδι, η σιγή η πολλή, είναι ικανά να προκαλέσουν κατάνυξη. Κι αν δεις τον ουρανό και τα στίγματα των άστρων σαν να είναι άπειρα μάτια, θα αισθανθείς κάθε γλυκύτητα, φέρνοντας αμέσως στον νου σου τον Δημιουργό. Αν σκεφτείς ότι αυτοί που στη διάρκεια της ημέρας κραυγάζουν, γελούν, σκιρτούν, πηδούν, πλεονεκτούν, απειλούν ότι θα προκαλέσουν χιλιάδες κακά, αυτοί τώρα δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους νεκρούς, θα κατηγορήσεις όλη την ανθρώπινη αυθάδεια.
Ήρθε ο ύπνος να ελέγξει τη φύση· είναι εικόνα του θανάτου, εικόνα της συντέλειας. Αν σκύψεις στο στενό, δεν θα ακούσεις φωνή· αν δεις στο σπίτι, θα τους δεις όλους ξαπλωμένους κάτω, σαν σε τάφο. Όλα αυτά είναι αρκετά για να διεγείρουν τη ψυχή και να της προκαλέσουν την έννοια της συντέλειας. Γονάτισε, στέναξε, παρακάλεσε τον Κύριό σου να δείξει ευσπλαχνία· κάμπτεται ευκολότερα στις νυκτερινές προσευχές, όταν συ κάνεις την ώρα της αναπαύσεως ώρα θρήνων. Θυμήσου τον Βασιλέα Δαυίδ τί έλεγε: «κουράστηκα από το στεναγμό μου, κάθε νύχτα λούζω το κρεβάτι μου, και βρέχω το στρώμα μου με τα δάκρυα μου» (Ψαλμ. 6, 6). Όσο και να ζεις μέσα στις ανέσεις, πάντως όχι περισσότερο από εκείνον, όσο και να είσαι πλούσιος, δεν είσαι πλουσιότερος από τον Δαυίδ. Και πάλι ο ίδιος λέγει: «τα μεσάνυκτα σηκωνόμουν…» (Ψαλμ. 118, 62). Τότε ούτε η κενοδοξία μας ενοχλεί διότι πώς να μας ενοχλήσει, όταν όλοι κοιμούνται και δεν βλέπουν; Τότε δεν μας επιτίθεται η ραθυμία και το χασμουρητό· πώς να μας επιτεθεί, όταν η ψυχή έχει τόσες αφορμές να διεγείρεται;
Μετά δε από τέτοιες αγρυπνίες και ο ύπνος είναι γλυκός και αποκαλύψεις θαυμαστές συμβαίνουν. Όπου είναι ο Χριστός στη μέση, εκεί υπάρχει και πλήθος πολύ· όπου είναι ο Χριστός, απαραιτήτως βρίσκονται και Άγγελοι και Αρχάγγελοι κι άλλες νοερές Δυνάμεις. Άρα δεν είσθε μόνοι, αφού έχετε τον Κύριο των όλων.
Αλλά κουράσθηκα, λέει, την ημέρα πολύ και δεν μπορώ. Αυτά είναι δικαιολογίες και προφάσεις, επειδή όσο και να κουρασθείς δεν θα κοπιάσεις όσο ο σιδηρουργός, που κτυπά τόσο βαρύ σφυρί από πολύ ψηλά πάνω στα πυρωμένα σίδερα και δέχεται όλη την κάπνα στο σώμα του, κι όμως το μεγαλύτερο μέρος της νύκτας το καταναλώνει έτσι. Κάνε λοιπόν και συ πνευματικό σιδηρουργείο που θα κατασκευάσει όχι χύτρες και καζάνια, αλλά τη ψυχή σου, που είναι πολύ πιο πολύτιμη από τον σιδηρουργό και τον χρυσοχόο. Αυτήν που πάλιωσε από τις αμαρτίες, βάλε την μέσα στο χωνευτήρι της εξομολογήσεως· κτύπησε το βαρύ σφυρί από πολύ ψηλά, δηλαδή τους λόγους της κατακρίσεως του εαυτού σου· άναψε τη φωτιά του Πνεύματος. Έχεις πολύ μεγαλύτερη τέχνη. Δεν συναρμολογείς σκεύη χρυσά, αλλά την πολυτιμότερη απ’ όλα τα χρυσάφια ψυχή.
Άναψε τη ψυχή με τη προσευχή. Πίστεψέ με, δεν έχει τόσο την ικανότητα να καθαρίζει τη σκουριά η φωτιά, όσο η νυχτερινή προσευχή τη σκουριά των αμαρτιών μας. Ας ντραπούμε, αν όχι κανέναν άλλον, τους νυκτερινούς φύλακες. Εκείνοι περιέρχονται τους δρόμους για τον ανθρώπινο νόμο, φωνάζοντας δυνατά μέσα στην παγωνιά και περπατώντας μέσα από τα στενά, και πολλές φορές βρέχονται και παγώνουν για σένα και την σωτηρία σου και για τη φύλαξη των χρημάτων σου. Εκείνος για τα χρήματα σου παίρνει τόσα προνοητικά μέτρα, ενώ εσύ ούτε για τη δική σου ψυχή; Και μάλιστα εγώ δεν σε αναγκάζω να περιφέρεσαι έξω στο ύπαιθρο όπως εκείνος, ούτε να πιέζεσαι φωνάζοντας δυνατά, αλλά μένοντας μέσα σ’ έναν απόμερο χώρο, στο ίδιο το δωμάτιο σου, γονάτισε, παρακάλεσε τον Δεσπότη. Γιατί αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης διανυκτέρευσε πάνω στο όρος των Ελαιών; Όχι για να γίνει πρότυπο για μας; Τότε αναπνέουν τα φυτά, τη νύχτα εννοώ· τότε και η ψυχή, ακόμη περισσότερο απ’ αυτά, δέχεται τη δροσιά. Αυτά τα οποία ο ήλιος της ημέρας τα ξήρανε, αυτά τη νύχτα δροσίζονται. Αποτελεσματικότερα από κάθε δροσιά είναι τα δάκρυα που χύνονται εναντίον των επιθυμιών και κάθε φλογώσεως και καύσωνα και δεν αφήνουν να πάθουμε κανένα κακό.
Αν δεν απολαύσει (η ψυχή) αυτή τη δροσιά, την ημέρα θα ξεραθεί εντελώς.Αλλά όχι, να μη συμβεί κανένας από μας να τροφοδοτήσει εκείνη τη φωτιά, αλλά αφού δροσιστούμε και απολαύσουμε τη φιλανθρωπία του Θεού, έτσι όλοι να ελευθερωθούμε από το φορτίο των αμαρτιών μας με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.

(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)

Πηγή: alopsis.gr




Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)


Όσο καιρό βρισκόμαστε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, είναι ανάγκη να αγωνιζόμαστε. Και όταν μένουμε μέσα στο σπίτι, και όταν πηγαίνουμε στην αγορά, και όταν καθόμαστε στο τραπέζι για να φάμε, και όταν είμαστε άρρωστοι, και όταν είμαστε υγιείς. Ιδιαίτερα μάλιστα κατά τον καιρό της αρρώστιας, τότε προπάντων, είναι κατάλληλος ο καιρός γι’ αυτή τη μάχη. Όταν τα βάσανα από παντού συνταράζουν την ψυχή, όταν την πολιορκούν ισχυροί πόνοι, όταν ο διάβολος παραμονεύει και μας παρακινεί να πούμε κάποιο κακό λόγο όπως τον Ιώβ.


Τότε λοιπόν κατ’ εξοχήν πρέπει να ασφαλιζόμαστε, να περιφράσσουμε την ψυχή μας με το θώρακα, με την ασπίδα, με το κράνος, και με όλα τα άλλα όπλα, και να ευχαριστούμε συνεχώς το Θεό.

Αυτά είναι φοβερά βέλη εναντίον του εχθρού, αυτό είναι θανατηφόρο πλήγμα κατά του δαίμονα, τότε προπάντων είναι λαμπρά και τα στεφάνια. Διότι είναι γνωστό ότι και τον μακάριο Ιώβ (διότι τίποτε δεν μας εμποδίζει να καταφύγουμε πάλι σ’ αυτόν και να τον θυμηθούμε) αυτό προπάντων τον έκαμε λαμπρό και ένδοξο, αυτό τον ανακήρυξε, αυτό τον στεφάνωσε, το ότι στον καιρό του πειρασμού και της ασθένειας και της φτώχειας, έδειξε αμετάβλητο χαρακτήρα, ακλόνητη διάνοια. Το ότι εξέφρασε ευχαριστήρια λόγια στο Θεό και πρόσφερε την πνευματική εκείνη θυσία, διότι θυσία πνευματική ήταν τα λόγια του εκείνα με τα οποία έλεγε: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα αφαίρεσε. Όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι και έγινε. Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου αιωνίως».

Αυτό λοιπόν ας κάνουμε κι εμείς πάντοτε, κατά τον καιρό των πειρασμών και των περιστάσεων και των επιβουλών, ας δοξάζουμε το Θεό και ας τον ευλογούμε συνέχεια, διότι σ’ αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία εις τον ΣΤ΄ Ψαλμόν, ΕΠΕ, Ιω. Χρυσοστόμου Έργα, Πατερικές Εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ, Θεσσαλονίκη 1982, τ. 5, σελ. 240.


Πηγή: hristospanagia3.blogspot.gr

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

ΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

Ευλόγησον Πάτερ,
Χαίρω και ευφραίνομαι, βλέποντας σήμερον στολισμένην την Εκκλησίαν τού Θεού με το πλήθος των παιδιών της, και όλους σας, όπου με πολλήν χαράν εσυντρέξατε. Διότι όταν αποβλέπω εις τα χαρού­μενά σας πρόσωπα, έχω σημείον μεγαλώτατον της ψυχικής σας ηδονής, καθώς έ­λεγε και κάποιος σοφός˙ «Καρδίας ευφραινομένης θάλλει πρόσωπον». Δια τούτο λοιπόν και εγώ εσηκώθηκα σήμερον με περισσοτέραν προθυμίαν, δια να σας μεταδώσω εις τον αυτόν καιρόν αυτήν την πνευματικήν χαράν, και να σας γένω μη­νυτής τού ερχομού της αγίας Τεσσαρακο­στής, του ιατρικού λέγω των ψυχών μας. Διότι ο κοινός απάντων ημών Δεσπότης, θέλων ως φιλόστοργος Πατήρ να ξεπλύνωμεν τας αμαρτίας, όπου εκάμαμεν εις όλον τον καιρόν, επενόησεν εις ημάς τηνθεραπείαν, και δια μέσου της αγίας Τεσ­σαρακοστής.

 
Ας μη γίνεται λοιπόν τις κατηφής˙ ας μη γίνεται τις σκυθρωπός, αλλ’ ας χορεύη, και ας χαίρεται και ας δοξάζη τον κηδεμόνα, και επιμελητήν των ψυχών μας, όπου μας άνοιξεν αυτήν την εξαίρετον στράταν, και ας δεχθή με πολλήν χαράν τον ερχομόν της. Ας εντραπώσιν οι Έλληνες, ας κα­ταισχύνονται οι Εβραίοι βλέποντες την αγάπην μας, όπου αποδεχόμεθα και ασπαζόμεθα τον ερχομόν της με ιλαράν προθυμίαν, και ας μανθάνωσι δια μέσου της δοκιμής των πραγμάτων, πόση διαφορά είναι αναμέσον ημών και αυτών. Και ας ονομάζωσιν εκεί­νοι εορτάς και πανηγύρεις την μέθην και όλας τας άλλας ακολασίας, και ασχημοσύνας, όπου από εδώ είναι πρέπον να σύρουν εις τού λόγου τους. Αλλά η Εκκλησία τού Θεού ας ονομάζη εορτήν τα εναντία εκείνων, την Νηστείαν, δηλαδή, την καταφρόνησιν της κοιλίας, και κάθε άλλην αρετήν, όπου ακολουθεί εις αυτήν διότι αυτή είναι αληθινή εορτή. Εκεί ό­που είναι σωτηρία ψυχών εκεί όπου είναι ειρήνη και ομόνοια˙ εκεί όπου είναι απο­διωγμένη κάθε κοσμική φαντασία· εκεί όπου είναι μακρά η κραυγή και η σύγχυσις και τα τρεξίματα των μαγείρων, και τα σφαξίματα των άλογων ζώων και αντί δι’ αυτά πολιτεύεται κάθε ησυχία, και γα­λήνη, και αγάπη, και χαρά, και ειρήνη, και πραότης λόγου και άλλα αμέτρητα α­γαθά.

Ελάτε λοιπόν σας παρακαλώ να διαλεχθώμεν ολίγα τινά δι’ αυτήν προς την αγάπην σας, παρακαλώντας σας πρώτον τούτο να δεχθήτε με πολλήν ησυχίαν τους λόγους μου, δια να καρποφορηθήτε κανέ­να άξιον, και να αναχωρήσετε ύστερον εις τα οσπήτια σας. Διότι δεν είμεθα εδώ συν­αθροισμένοι απλώς και ματαίως, δια να ομιλήση ο ένας, και ο άλλος να κροτήση απλώς τα λεγόμενα, και ούτω να αναχωρήσωμεν απ’ εδώ, αλλά δια να λαλήσωμεν ημείς κανένα ωφέλιμον, και απ’ εκείνα όπου συγκροτούσι την σωτηρίαν μας, και εσείς, αφ’ ου κερδήσετε από τα λεγόμενα, και λάβετε πολλήν ωφέλειαν, ούτω να ευγήτε απ’ εδώ˙ επειδή η Εκκλησία είναι ιατρείον πνευματικόν και πρέπει εκείνοι όπου έρχονται εδώ να λαμβάνουσι τα αρ­μόδια ιατρικά, και να τα βάνουσιν επάνω εις τα τραύματά τους, και ούτω να στρέφωνται εις τους οίκους των.
Και ότι μοναχή η ακρόασις δεν ωφελεί τίποτε, αν δεν την βάλη τις εις πράξιν και με τα έργα· άκουε τον Παύλον, όπου λέ­γει. «Ου γαρ οι ακροαταί τού νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ’ οι ποιηταί τού νόμου δικαιωθήσονται». Και ο Χριστός δημηγορών έλεγεν. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς».
Ηξεύροντες λοιπόν, αγαπητοί, πως από την ακρόασιν δεν θέλομεν έχει καμμίαν ωφέλειαν, αν δεν ήθελεν ακολουθήσει και το τέλος δια μέσου των έργων, ας μη γενώμεθα μοναχά ακροαταί, αλλά και κατορ­θωταί όπως ακολουθούντα τα έργα εις τους λόγους, ήθελαν γείνει αφορμή εις η­μάς πολλής παρρησίας.
Απλώσαντες λοιπόν τους κόλπους της διανοίας σας, δεχθήτε εις αυτόν τον τρό­πον τους περί νηστείας λόγους. Και κα­θώς εκείνοι όπου θέλουσι να λάβουν δια γυναίκα καμμίαν σώφρονα, και κοσμίαν, και ευγενή, στολίσαντες εις κάθε μέρος τας νυμφικάς παστάδας με παραπετάσμα­τα και καθαρίσαντες όλον τον οίκον, μη δίδοντες άδειαν να πατηθή από όλαις ταις ανεπιμέληταις, και ρερυπωμέναις δουλεύτραις, τοιουτοτρόπως εισάγουσι την νύμφην εις τας παστάδας, με τον ίδιον τρόπον θέλω και εγώ να καθαρίσε­τε τον λογισμόν σας, και ποραιτήσαντες την τρυφήν, και λοιπήν πολυφαγίαν, ού­τω να δεχθήτε με ανοικτούς τους κόλ­πους την μητέρα όλων των καλών, και την διδασκάλισσαν της σωφροσύνης, και κάθε άλλης αρετής, λέγω την νηστείαν, δια να απολαύσετε και σεις περισσοτέραν ηδονήν, και να δώση αυτή εις σας την αρμοδίαν θεραπείαν της.
Διότι αν οι ιατροί, όταν μέλλωσι να δώσουν ιατρι­κά εις εκείνους, όπου θέλουσι να καθαρί­σουν τον σεσαπημένον και διεφθαρμένον χυμόν, τους προστάζουσι να απέχουν απ’ αυτήν την σωματικήν τροφήν, δια να μη εμπόδιση την δύναμιν του ιατρικού, αλλά να ενεργήση και να δείξη το έργον του, πολύ περισσότερον ημείς όπου μέλλομεν να υποδεχθώμεν τούτο το πνευμα­τικόν φάρμακον, την ωφέλειαν λέγω, όπου προέρχεται από την νηστείαν, πρέ­πει να καθαρίσωμεν τον λογισμόν μας με την δίαιταν, και να κάμωμεν ελαφρότε­ραν την διάνοιάν μας, δια να μη καταποντισθή από την μέθην, και κάμη άχρηστον, και ανωφελή την ωφέλειαν, όπου προξενείται από την νηστείαν.
Και ηξεύρω ότι εις πολλούς φαίνονται παράξενα αυτά, όπου λέγομεν σή­μερον, αλλά παρακαλώ ας μη δουλεύωμεν απλώς εις την συνήθειαν, αλλά με στοχασμόν ας κυβερνώμεν τα πράγματά μας. Διότι μήπως θέλει είσθαι εις ημάς κανένα κέρδος από την καθημερινήν πολυφαγίαν, και από την μέθην την πολλήν; και τί λέγω κέρδος; μάλι­στα πολλή ζημία, και βλάβη ανυπόφο­ρος˙ επειδή όταν καταπνιγή ο λογισμός από την πολυποσίαν τού οίνου, ευθύς απ’ αυτήν την αρχήν, και απ’ αυτά τα προοίμια θέλομεν απορρίψει το κέρδος όπου προέρχεται από την νηστείαν. Διότι ειπέ μου, τί άλλο πράγμα είναι ανοστότερον, και τί άλλο ασχημότερον, όταν ρουφώντες έως το μεσονύκτιον τον άκρατον οίνον οι άνθρωποι την αυγήν όταν προβάλλη η ηλιακή ακτίνα, αποπνέουσιν ωσάν να ήσαν γεμισμένοι από έγκαιρον οίνον, και φαίνονται αηδείς εις εκείνους, όπου τους συναπαντώσι, και εις τους δουλευτάδες των ευκολοκαταφρόνητοι, και καταγελώνται από όλους εκείνους, όπου γνωρίζουσιν οπωσδήποτε το πρέπον, εξαιρέτως δε σύρουσιν εις τον εαυτόν τους και την αγανάκτησιν του Θεού, δι’ αυτήν την ακρασίαν, και την άκαιρον αμετρίαν και ανωφέλευτον;
Διότι λέγει˙ «Οι μέ­θυσοι Βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι». Τί άλλο πλέον άθλιον απ’ αυ­τούς ήθελε γένει, όπου δι’ ολίγην, και βλαβεράν ηδονήν, αποδιώκονται από τα πρόθυρα της Βασιλείας; Αλλά μη γέ­νοιτο να νικηθή τις από τους εδώ συνα­θροισμένους απ’ αυτό το πάθος. Αλλ’ εντρυφήσαντες και κατά την παρούσαν ημέραν με όλην την φιλοσοφίαν και σω­φροσύνην, και ελευθερωθέντες από την ζάλην και ταραχήν, όπου συνειθίζει να κάμη η μέθη, να καταντήσωμεν εις τον λιμένα των ψυχών μας, εις την νηστείαν λέγω, δια να ημπορέσωμεν να απολαύσωμεν με πλουσιοπαροχίαν τα καλά, όπου προέρχονται απ’ αυτήν. Διότι καθώς η πολυφαγία γίνεται αιτία και πρόξενος μυρίων κακών εις το γένος των ανθρώ­πων, ούτω και η νηστεία και καταφρόνησις λέγω της κοιλίας, έγεινε πάντοτε αφορμή εις ημάς άρρητων αγαθών. Διότι ο Θεός πλάσσας εις την αρχήν τον άνθρωπον και ηξεύρων ότι αυτό το ιατρικόν τού χρειάζεται μάλιστα δια την σωτηρίαν της ψυχής του, ευθύς και κατ’ αρχάς έδωκεν αυτήν την παραγγελίαν εις τον πρωτόπλαστον Αδάμ, λέγοντας˙ «Από παντός ξύλου τού εν τω Παραδείσω βρώσει φαγή, από δε του ξύλου τού γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ’ αυτού». Το δε να ειπή τούτο τρώγε, και τούτο μη τρώγης, ήτο μία εικών και τύπος της νηστείας· αλλά όντως πρέπει να φυλάξη την παραγγε­λίαν, δεν το έκαμε και δια την ακρα­σίαν της κοιλίας του νικηθείς, και κα­νών την παρακοήν, κατεδικάσθη εις θά­νατον. Διότι είδεν ο πονηρός εκείνος διάβολος, και εχθρός της φύσεώς μας, την διαγωγήν τού πρωτοπλάστου Αδάμ εις τον Παράδεισον, και την ζωήν εκείνην την ακοπίαστον, και ότι ωσάν άγγε­λος ούτως ων συμπεπλεγμένος με το σώμα επολιτεύετο επάνω εις την γην θέλων να τον κρημνίση με την ελπίδα των μεγαλυτέρων ταξιμάτων, τον έβγαλε και απ’ εκείνα, όπου είχεν εις τα χέρια του. Τοιούτον είναι το να μη στέκη τις εις τα όριά του, και να επιθυμή τα μεγα­λύτερα. Και τούτο το ίδιον θέλων να φανέρωση κάποιος σοφός έλεγε˙ «Φθόνω δε διαβόλου θάνατος εισήλθε εις τον κόσμον».

Είδες αγαπητέ πως εξ αρχής έλαβε το έμβασμα ο θάνατος από την λαιμαργίαν; Στοχάσου πάλιν και ύστερα την Θείαν Γραφήν όπου κατηγορεί συχνάκις την τροφήν και όπου λέγει τώρα μεν «Εκάθησεν ο λαός φαγείν και πιείν, και ανέστησαν παίζειν» ˙ άλλην φοράν δε «Έφαγε και έπιε και ελιπάνθη και επαχύνθη, και απελάκησεν ο ηγαπημένος». Ακόμη εκείνοι όπου εκατοίκουν εις τα Σόδομα, μαζύ με τα άλλα κακά από τούτο έσυ­ραν εις τον εαυτόν τους εκείνην την απαραίτητον οργήν διότι άκουσε τον Προφήτην όπου λέγει. «Τούτο το ανόμημα Σοδόμων, ότι εν πλησμονή άρτων εσπατάλων» επειδή είναι ωσάν μία βρύσις και ρίζα όλων των κακών.

Είδες την βλάβην όπου προξενεί η πο­λυφαγία; κάμε μου τώρα την χάριν και ιδές πάλιν τα κατορθώματα της νηστείας. Ο Μωϋσής ενήστευσε τεσσαράκοντα ημέ­ρας και ημπόρεσε να λάβη τας πλάκας της νομοθεσίας· και επειδή καταβαίνων είδε του λαού την παρανομίαν, έρριψε κατά γης και εσύντριψεν εκείνας τας πλάκας, όπου με τόσην προσκαρτερίαν και υπομονήν ίσχυσε να λάβη, στοχαζόμενος πως είναι, άτοπον ένας λαός μεθυστής και παράνομος να δεχθή του Δεσπότου την νομοθεσίαν. Δια τούτο ήτον ανάγκη να νηστεύση άλλας τεσσαράκοντας ημέρας εκείνος ο θαυμαστός Προ­φήτης, δια να δυνηθή να λάβη πάλιν από τον Θεόν τας πλάκας εκείνας, και να ταις κατεβάση, όπου δια την παρανο­μίαν τους εσύντριψε.
Και ο μέγας Ηλίας έκαμε νηστείαν τόσων ημερών και απέφυγε την τυραννίαν τού θανάτου, και αναβάς ως εις τον ουρανόν με πύρινον άρμα, ακόμη δεν εδοκίμασεν έως της σήμερον τον θάνα­τον. Και Δανιήλ ο άνδρας των επιθυ­μιών ενήστευσεν ημέρας πολλάς και ού­τως ηξιώθη να ιδή εκείνην την θαυμα­στήν οπτασίαν, ο οποίος εχαλίνωσε και τον θυμόν των λεονταρίων και τον μετέβαλεν εις ημερότητα προβάτων, μη μετα­βάλλων την φύσιν, αλλά αλλάσσων την προαίρεσίν τους, ενώ έμενεν η θηριωδία.
Αυτήν την νηστείαν εμεταχειρίσθησαν και οι Νινευίται, και εμετάβαλαν την απόφασιν του Δεσπότου, κάνοντες και δείχνοντες αυτήν την νηστείαν ομού με τους ανθρώπους και το γένος των άλογων ζώων, και ούτως αποφυγόντες καθ’ ένας από τα πονηρά επιτηδεύματα, έσυ­ραν εις φιλανθρωπίαν τον Δεσπότην των όλων. Και τί καταγίνομαι ακόμη εις τους δούλους; διότι έχομεν να απαριθμήσωμεν και άλλους πολλούς και εις την παλαιάν και νέαν Γραφήν, όπου δια μέ­σου της νηστείας επρόκοψαν. Είναι ανάγ­κη να έλθωμεν εις τον κοινόν ημών απάντων Δεσπότην διότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δείχνων και αυτός νη­στείαν τεσσαράκοντα ημερών, ούτως άρ­χισε να παλεύση με τον διάβολον δίδων εις ημάς όλους παράδειγμα, δια να αρματωνώμεθα δια μέσου αυτής, και λαμ­βάνοντες την δύναμιν, όπου προξενείται απ’ αυτήν, ούτω να αντιστεκώμεθα εις την προς τον διάβολον μάχην.
Αλλ’ εδώ ίσως ήθελεν είπει τις απ’ εκείνους όπου βλέπουσιν οξέως, και έχουσιν έξυπνον την διάνοιαν διατί φαίνεται να ενήστευσεν ο Δεσπότης ταις ίδιαις ημέραις όπου ενήστευσαν και οι δούλοι, και δεν υπερέβη τον αριθμόν; Δεν έγει­νεν απλώς και ματαίως τούτο, αλλά και τούτο έγεινε με σοφίαν και κατά την άφατον και ανερμήνευτον φιλανθρωπίαν του, διότι δια να μη νομίσωσιν οι άν­θρωποι ότι ήλθε κατά φαντασίαν και δεν έλαβε σάρκα, ή ότι ήτον έξω από την φύσιν των ανθρώπων, δια τούτο νη­στεύει τον ίδιον αριθμόν των ημερών και δεν προσθέτει εν ταις ημέραις, δια να αποστομώση την φιλονεικίαν εκείνων όπου θέλουσι να ομιλούσιν αδιάντροπα. Διότι αν ήναι μερικοί ακόμη και τώρα όπου αποτολμούσι να λέγουν αυτά, μ’ όλον όπου έγεινεν αυτό, αν δεν απέκοπτε με την πρόγνωσίν του αυτήν την αφορμήν τους, τι δεν ήθελαν επιχειρήσει να ειπούν; Δια τούτο δεν υποφέρει να νηστεύση περισσοτέρας ημέρας, αλλά ενή­στευσεν όσας ενήστευσαν και οι δούλοι, δια να μας διδάξη και δια μέσου αυτών των πραγμάτων, ότι ήτον και αυτός ενδεδυμένος την ιδίαν σάρκα, και δεν ήτον εξω από την φύσιν μας.
Αλλ’ ότι είναι μεγάλη η δύναμις της νηστείας, και πολύ το κέρδος όπου έρχε­ται εις την ψυχήν απ’ αυτήν και από τους δούλους και από τον Δεσπότην έγεινε φανερόν εις ημάς. Παρακαλώ λοι­πόν την αγάπην σας, ηξεύρων το κέρδος όπου προξενεί, να μη αποδιώξετε δια οκνηρίαν την ωφέλειαν οπού προέρχεται απ’ αυτήν, μηδέ να δυσχεραίνετε εις τον ερχομόν της, αλλά να χαίρεσθε και να αγαλλιάσθε, καθώς λέγει ο μακάριος Παύλος· «Όσω γαρ ο έξωθεν ημών άνθρωπος διαφθείρεται τοσούτω ο έσω ανακαινούται». Διότι η νηστεία είναι τροφή της ψυχής· και καθώς αυτή η σω­ματική τροφή παχύνει το σώμα, ούτω και η νηστεία κάνει την ψυχήν πλέον έν­τονον και δυνατήν της κατασκευάζει ελαφρόν το πτερόν, την υψώνει, την κά­μει να φαντάζεται τα άνω, και την κά­νει ανωτέραν από ταις ηδοναίς και ταις γλυκύτητες της παρούσης ζωής.

Και κα­θώς τα ελαφρά πλοία διαπερνώσι με περισσοτέραν γρηγοράδα τα πελάγη, αλλά εκείνα, όπου βαρύνονται με πολύ φόρ­τωμα βυθίζονται, ούτω και η νηστεία κατασκευάζουσα ελαφρότερον τον λογισμόν, τον κάνει να διαπερνά με ευκολίαν το πέλαγος της παρούσης ζωής, και να ήναι όλος προσηλωμένος εις τον ουρανόν και εις εκείνα όπου είναι εις τους ου­ρανούς, και να μη ψηφά τα παρόντα, αλλά να τα παρατρέχη ωσάν μηδαμινότερα από την σκιάν και τα ονείρατα˙ αλλά η μέθη και η πολυφαγία, βαρύνοντας τον λογισμόν και παχύνοντας την σάρκα, αιχμαλωτίζει την ψυχήν, αποκλείοντάς την από κάθε μέρος, και μη αφίνοντας να έχη υγιεινόν του λογισμού το κριτήριον, την κάνει να τρέχη εις τους κρημ­νούς και να εργάζεται όλα εναντίον της σωτηρίας της.
Ας μη κυβερνούμεν λοιπόν αγαπητοί με οκνηρίαν εκείνα όπου συμβάλλουσιν εις την σωτηρίαν μας˙ αλλά ηξεύροντες όσα κακά γεννώνται απ αυτήν, ας φύγωμεν την βλάβην όπου προξενεί. Διότι ου μόνον εις την Νέαν Διαθήκην, εις την οποίαν είναι περισσοτέρα η αύξησις της φιλοσοφίας και μεγαλύτερα τα παλαίσματα, και μεγάλοι οι ίδρωτες και πολλά τα βραβεία, και άρρητα τα στέφανα, εμπο­δίζεται η τρυφή και η διασκέδασις, αλλά και εις την Πάλαιαν, όταν εκάθοντο ακό­μα σιμά εις την σκιάν και ήσαν προση­λωμένοι εις το λυχνάρι, και όπως τα παι­δία όπου τρέφονται με το γάλα, ούτως απ’ ολίγον κατ’ ολίγον ωδηγούντο, ουδέ τότε επεθύμουν να διασκεδάσουν και δια να μη νομίσετε ότι απλώς και ως έτυχε λέγομεν αυτά, κατηγορούντες την τρυφήν, ακούσατε τον Προφήτην όπου λέ­γει˙ «Ω οι ερχόμενοι εις ημέραν καλήν, οι καθεύδοντες επί κλινών ελεφαντίνων και κατασπαταλώντες επί ταις στρωμναίς αυτών! οι ερίφους εκ ποιμνίων και μο­σχάρια εκ μέσου βουκολίων γαλαθηνά! οι πίνοντες τον διυλισμένον οίνον και τα πρώτα μύρα χριόμενοι, ως εστώτα ελογίσαντο, και ουχί ως φεύγοντα»!

Ίδετε πόσην κατηγορίαν έκαμε της τρυφής ο Προφήτης και μάλιστα όταν εδιαλέγετο με τους Εβραίους, τους αναί­σθητους, τους αχάριστους, όπου καθ’ ημέραν 
εγαστριμαργούσαν; διότι στοχασθήτε την ακρίβειαν των λόγων, αφ’ ου εκατηγόρησε την πολλήν αδηφαγίαν και την πολλήν μέθην από το κρασί, τότε είπεν «ως εστώτα ελογίσαντο, και ούχι ως φεύγοντα»· δείχνων σχεδόν ότιέως τον φάρυγγα και εις τα χείλη είναι η απόλαυσις και παρέκει δεν περνά˙ αλλ’ η ηδονή είναι ολίγη και προσωρινή, ο δε πόνος είναι παντοτεινός και δεν έχει τέ­λος˙ και αυτά, λέγει, μαθόντες δια μέσον της δοκιμής, τα ενόμισαν όλα πραγμα­τικά, τα οποία στέκονται και μένουσι, και ουχί ως πράγματα όπου φεύγουσι, δηλαδή όπου πετούσι και δεν στέκονται ουδέ στιγμήν.

Διότι τοιαύτα είναι όλα τα ανθρώπινα και τα σαρκικά, ακόμη δεν έφθασαν και επέταξαν τοιαύτη είναι η τρυφή, τοιαύ­τη είναι η ανθρωπινή δόξα και η δυνα­στεία, τοιούτος είναι ο πλούτος, τοιαύτη κάθε ευτυχία της παρούσης ζωής˙ δεν έχει κανένα βέβαιον, ουδέ στάσιμον, ου­δέ στερεόν, αλλά παρατρέχει και διαβαί­νει γρηγορώτερα από τα ρεύματα των ποταμών, και αφίνει έρημους και γυ­μνούς εκείνους, όπου είναι όλως διόλου εις αυτά δεδομένοι και εκστατικοί. Αλλά δεν είναι τοιαύτα τα πνευματικά, αλλά ενάντια αυτών, βέβαια, ακίνητα, δεν δέχονται μεταβολήν και εξαπλώνονται εις όλον τον αιώνα. Πόση λοιπόν ανοη­σία δεν ήθελεν είσθαι να αλλάξω μεν τα ακίνητα δια τα κινούμενατα αιώνια δια τα πρόσκαιρα; εκείνα όπου στέκονται πάντοτε, δι’ εκείνα όπου πετούσι και φεύγουσιν; εκείνα όπου προξενούσι πολ­λήν απόλαυσιν εις τον μέλλοντα αιώναδι’ εκείνα όπου μας ετοιμάζουσιν εκεί πολλήν τιμωρίαν;

Αυτά λοιπόν όλα στοχαζόμενοι, αγα­πητοί, και φροντίζοντες κατά πολλά δια την σωτηρίαν μας, ας καταφρονήσωμεν την τρυφήν την ανωφέλευτον και βλαβεράν
ας αγαπήσωμεν την νηστείαν και όλην την άλλην φιλοσοφίαν, και ας δεί­ξωμεν πολλήν την μεταβολήν της ζωής μας˙ και καθ’ ημέραν ας βιαζώμεθα εις την πράξιν των αγαθών έργων, όπως πραγματευσάμενοι εις όλον τον καιρόν τηςΤεσσαρακοστής την πνευματικήν πραγματείαν και συναθροίσαντες πολλήν πλούτον της αρετής, ηθέλαμεν καταξιωθή να φθάσωμεν και εις την Κυρίαν ημέραν τού Πάσχα, και με θάρρος να πλησιάσωμεν εις την φρικτήν και πνευ­ματικήν Τράπεζαν και να μεταλάβωμεν εκείνα τα απόρρητα και αθάνατα αγαθά, με καθαράν συνείδησιν, και να γεμισθούμεν από την εκείθεν χάριν με ταις ευχαίς και πρεσβείαις των Αγίων όπου ευηρέστησαν εις αυτόν τον Χριστόν τον φιλάνθρωπον Θεόν μας˙ μεθ’ ου τω Πατρί, άμα τω αγίω Πνεύματι, δόξα, κρά­τος, τιμή, νυν και αεί, και εις τους αιώ­νας των αιώνων.
Αμήν.
ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

(«ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΙ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ)


Πηγή: alopsis.gr