A

A

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον  πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος.

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

"ΠΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΝΤΑΝ ΟΣΟΙ ΕΚΑΝΑΝ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ;" - Απαντήσεις από την Εκκλησιαστική Ιστορία και Γραμματεία



ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Αποτείχιση, με απλά λόγια, ονομάζουμε την διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον Επίσκοπο που κηρύσσει αίρεση. Σε Αποτείχιση προέβαιναν πάντοτε οι Ορθόδοξοι σε περίοδο αιρέσεως. Στην εποχή μας, με την μεγάλη αίρεση του Οικουμενισμού, του οποίου φορείς είναι σχεδόν όλοι οι Επίσκοποι των επισήμων Εκκλησιών, η Αποτείχιση είναι επιβεβλημένη, αλλά είναι εύλογο να προκύπτει, σε αυτούς που προβαίνουν σε αυτήν, ένα σοβαρό ερώτημα: "Που θα εκκλησιαζόμαστε πλέον;". Σε αυτό το ερώτημα απαντά η Εκκλησιαστική Ιστορία και Γραμματεία, οι οποίες διασώζουν τα έργα και την διδασκαλία των Ορθοδόξων Πατέρων μας. Ας τα δούμε.



ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Οι Ορθόδοξοι της Αντιοχείας επί Ευζωΐου
Το 360 επίσημος Επίσκοπος Αντιοχείας, στη θέση του εξορισθέντος Αγίου Μελετίου, τοποθετήθηκε ο Ευζώιος. Ο Ευζώιος ήταν αρειανόφρονας γι' αυτό και οι Ορθόδοξοι  "διαχωρισθέντες ἀπὸ τοὺς κακοδόξους, συνηθροίζοντο εἰς τὴν Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν κειμένην ἐν τῇ καλουμένη Παλαιᾷ" (Μελετίου Αθηνών, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος α΄, Βιέννη, 1783, σελ. 349). Χωρίσθηκαν δηλαδή όχι μόνο από τον Ευζώιο, αλλά και από τους συν αυτώ και εκκλησιαζόντουσαν στην παλιά πόλη της Αντιόχειας, σε έναν ναό που είχαν κτίσει οι Απόστολοι. Όπως γράφει ο ιστορικός: "χωρισθέντες ἀπὸ τὴν Ἀρειανικὴν συμμορίαν, τὰς θείας ἐτέλουν λειτουργίας ἐν τῇ καλουμένῃ Παλαιᾷ" (στο ίδιο, σελ. 379).

Οι Ορθόδοξοι της Κωνσταντινουπόλεως από το 350 έως το 379
Το 350 επίσημος Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, στη θέση του εξορισθέντος Αγίου Παύλου, τοποθετήθηκε ο Μακεδόνιος, ο οποίος ήταν Πνευματομάχος. Μετά τον Μακεδόνιο εκλέχθηκε ο από Αντιοχείας αρειανόφρονας Ευδόξιος. Με τον θάνατο του Ευδοξίου εκλέγεται ο επίσης αρειανόφρονας Δημόφιλος. Όμως ο εξόριστος Άγιος Ευστάθιος Αντιοχείας, ο οποίος κρυβόταν σε κάποιο σπίτι των λιγοστών Ορθοδόξων της Πόλεως χειροτονεί για αυτούς (πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια!) Ορθόδοξο Επίσκοπο τον Ευάγριο. Μόλις το μαθαίνει ο αρειανόφρονας αυτοκράτορας Ουάλης, εξορίζει τον Ευάγριο και δημεύει τους λιγοστούς ναούς των Ορθοδόξων, παραχωρώντας τους στον Δημόφιλο, τον οποίο και αναγνωρίζει ως επίσημο Επίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως. Μόλις ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος φθάνει στην Πόλη το 379 (είχε αποσταλεί από την Ορθόδοξη Σύνοδο της Αντιοχείας του 378 ως Επίσκοπος Σασίμων για να οργανώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως) συναντά ένα θλιβερό θέαμα. Οι εναπομείναντες Ορθόδοξοι ήταν ελάχιστοι και ασύντακτοι, εκκλησιάζονταν δε σε βουνά και σπηλιές ή και καθόλου. Ας δούμε την περιγραφή του Αγίου: "Τοῦτο τὸ ποίμνιον ἦν, ὅτε μικρόν τε καὶ ἀτελὲς ἦν, ὅσον ἐπὶ τοῖς ὁρωμένοις, καὶ οὐδὲ ποίμνιον, ἀλλὰ ποίμνης τι μικρὸν ἴχνος, ἢ λείψανον, ἀσύντακτον, καὶ ἀνεπίσκοπον, καὶ ἀόριστον, μήτε νομὴν ἐλευθέραν ἔχον, μήτε μάνδρᾳ περιεχόμενον, πλανώμενον ἐν ὄρεσι, καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς, ἄλλο ἀλλαχοῦ διεσπαρμένον τε καὶ διεῤῥιμμένον, ὡς ἕκαστον ἔτυχε σκεπόμενον, ἢ νεμόμενον, καὶ διακλέπτον ἀγαπητικῶς τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν" (P. G. 36, 460). Μόλις φθάνει ο Άγιος Γρηγόριος τότε οι Ορθόδοξοι με την καθοδήγηση του Αγίου ανασυντάσσονται και αποκτούν δικό τους ναό (ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων γράφει πως μετέτρεψαν ένα σπίτι σε ναό!), τον οποίο ο Άγιος ονόμασε "Ἀναστασίαν ὅπως συμβολικῶς τὸ ὄνομα σημαίνῃ τὴν ἐν τούτῳ ἀνάστασιν καὶ ἀναζωογόνησιν τῆς τέως νεκρᾶς ὀρθοδοξίας ἐν Κωνσταντινουπόλει" (Βασιλείου Σμύρνης, Περί του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Αθήνα, 1903, σελ. 111-112).

Οι Ορθόδοξοι της Κωνσταντινουπόλεως επί Νεστορίου
Μόλις διαπιστώθηκε πως ο Νεστόριος δεν δεχόταν την υποστατική ένωση των δύο φύσεων του Χριστού μας (και ως εκ τούτου απέρριπτε τον όρο "Θεοτόκος" για την Παναγία μας), οι Ορθόδοξοι εξεγέρθηκαν και εγκατέλειψαν τους ναούς που μνημονευόταν το όνομά του. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας αναφέρει σε επιστολή του προς τον Άγιο Κελεστίνο, Πάπα Ρώμης, πως το μεγάλο πλήθος των πιστών έχει εγκαταλείψει τους ναούς της Κωνσταντινουπόλεως, εκτός από λίγους αδιάφορους και κόλακες! Και όχι μόνο ο λαός, αλλά και οι μοναχοί και οι αρχιμανδρίτες! Συγκεκριμένα γράφει: "῏Ην ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπίσκοπος ὀνόματι Δωρόθεος, τὰ αὐτὰ φρονῶν αὐτῷ (τῷ Νεστορίῳ), ἀνὴρ χρειοκόλαξ, καὶ προπετὴς χείλεσι, καθὼς γέγραπται· ὃς ἐν συνάξει, καθεζομένου ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς ἐκκλησίας τοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως εὐλαβεστάτου (σ. ημ. επειδή δεν είχε καθαιρεθεί ακόμη τον προσφωνεί με τον τίτλο "ευλαβέστατο", όπως λέμε σήμερα "σεβασμιώτατος", "παναγιώτατος" κ.τ.ο.) Νεστορίου, ἀναστὰς μεγάλῃ τῇ φωνῇ τετόλμηκεν εἰπεῖν· Εἴ τις Θεοτόκον εἶναι λέγει τὴν Μαρίαν, οὗτος ἀνάθεμα ἔστω. Καὶ γέγονε μὲν κραυγὴ μεγάλη παρὰ παντός τοῦ λαοῦ καὶ εκδρομή (ἔξοδος). Οὐ γὰρ ἤθελον ἔτι κοινωνεῖν αὐτοῖς τοιαῦτα φρονοῦσιν, ὥστε καὶ νῦν ἀποσυνάκτους εἶναι τοὺς λαοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πλὴν ὀλίγων ἐλαφροτέρων καὶ τῶν κολακευόντων αὐτόν. Τὰ δὲ μοναστήρια σχεδὸν ἅπαντα καὶ οἱ τούτων ἀρχιμανδρῖται καὶ τῆς συγκλήτου πολλοὶ οὐ συνάγονται, δεδιότες μὴ ἀδικηθῶσιν εἰς πίστιν, αὐτοῦ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ οὓς ἀπὸ τῆς Ἀντιοχείας ἀναβαίνων ἤγαγε, πάντων λαλούντων τὰ διεστραμμένα" (P.G. 77, 81). 

Οι Ορθόδοξοι της Κωνσταντινουπόλεως μετά την Ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας
Όταν το 1439 επέστρεψαν από την Φλωρεντία οι ορθόδοξοι επίσκοποι, οι οποίοι είχαν υπογράψει την ψευδοένωση με τους Παπικούς, ο πιστός λαός τους γύρισε την πλάτη αδειάζοντας τους ναούς τους. Ήταν τόσος ο ζήλος του λαού που και υποψία να υπήρχε ότι κάποιος κληρικός ήταν λατινόφρονας εγκατέλειπαν τον ναό! Ο Σιλβέστρος Συρόπουλος αναφέρει ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: "Ἱερεύς τις ἠθέλησεν ἰδεῖν ὅπως γίνεται ἡ τοῦ πατριάρχου (σ. ημ. Μητροφάνους του Β΄, λατινόφρονος) πρόβλησις· ὄνομα τῷ ἱερεῖ Θεοφύλακτος. Ἐδανείσατο οὖν ἵππον (οὐδέ γάρ ἐκέκτητο) καί ἦλθεν εἰς τά βασίλεια, καί ἰδών τήν πρόβλησιν, ἦλθε μεθ’ ἡμῶν μέχρι καί τοῦ πατριαρχείου. Εἶτα ὑπέστρεψεν εἰς τό ἴδιον οἴκημα, καί κατά τήν ὥραν τοῦ ἑσπερινοῦ ἐσήμανεν (ἦν γάρ ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως), καί οὐδείς ἦλθεν εἰς τόν ναόν αὐτοῦ· ὡσαύτως καί εἰς τόν ὄρθρον, καί οὐδείς ἦλθε· ἐξεδέχετο δέ καί εἰς τήν ὥραν τῆς λειτουργίας, ἵνα φέρῃ τις αὐτῷ λειτουργίαν, καί οὐκ ἔφερε· διό οὐδέ ἐλειτούργησεν· Ἀγανακτήσας προσῆλθε τοῖς εἰωθόσιν ἐκκλησιάζεσθαι ἐν τῷ ναῷ καί ἠρώτα τίνος χάριν οὐκ ἦλθον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἑορτῆς οὔσης; Οἱ δέ ἔλεγον αὐτῷ· Διότι ἠκολούθησας καί σύ τῷ πατριάρχῃ καί ἐλατίνισας. Ἔλεγεν οὖν ὁ ἱερεύς· Καί πῶς ἐλατίνισα; ἐγώ ἀπῆλθον ἁπλῶς ἵνα ἴδω τήν τάξιν μόνον ἥν οὐδέποτε εἶδον, καί οὔτε ἐφόρεσα οὔτε ἔψαλα οὔτε τι ἱερατικόν ἐποίησα. Πῶς οὖν ἐλατίνισα; Οἱ δέ εἶπον· Ἀλλ’ ἀνεμίχθης καί συνοδοιπόρεις μετά τῶν λατινισάντων ἔμπροσθεν τοῦ λατινόφρονος πατριάρχου καί ἔφθανέ σοι ἡ εὐλογία αὐτοῦ. Τότε ἠγανάκτησεν, ἵνα δυσωπῇ αὐτούς μεθ’ ὑποσχέσεων ἐνόρκων, ὡς οὐκέτι ἀπελεύσεται εἰς τόν πατριάρχην ἤ εἰς τούς πλησιάζοντας αὐτῷ, καί μόλις ἠδυνήθη καταπεῖσαι αὐτούς συνέρχεσθαι πάλιν εἰς τήν ἐκκλησίαν" (V. Laurent, Les mémoires du grand ecclésiarque de l'Église de Constantinople Sylvestre Syropoulos, Paris, 1971, p. 556).
Και το 1452, όταν με το ουνιτικό συλλείτουργο της 12ης Δεκεμβρίου στην Αγιά Σοφιά διακηρύχθηκε η Ψευδοένωση με τους Παπικούς, ο λαός πάλι έδειξε την απέχθειά του αποφεύγοντας να λειτουργείται στον ναό. Γράφει χαρακτηριστικά ο ιστορικός της εποχής Δούκας: "Οἱ δὲ τῆς πόλεως ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἐν ᾗ ἐγένετο τάχα ἡ ἕνωσις ἐν τῇ Μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ, ὡς Ἰουδαίων συναγωγὴν τοῦτον ἀπέφευγον καὶ οὐκ ἦν ἐν αὐτῇ οὔτε προσφορά, οὔτε ὁλοκαύτωσις, οὔτε θυμίαμα. Εἴ ἔτυχέ τις τῶν ἱερέων λειτουργῆσαι Θεῷ ἐν ἡμέρα ἐπισήμῳ, οἱ προσευχόμενοι μέχρι τῆς ὥρας τῆς προσφορᾶς ἵσταντο· καὶ τότε πάντες ἐξήρχοντο οὕτω γυναῖκες ὡς ἄνδρες, οὕτω μοναχοὶ ὡς μονάζουσαι. Τὶ χρὴ λέγειν; καὶ τὸν ναὸν ὡς βωμὸν (τῶν εἰδώλων), καὶ τὴν θυσίαν (λειτουργίαν) ὡς Ἀπόλλωνι τελουμένην ἐνόμιζον" (P. G. 157, 1072).

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

Οι Άγιοι Απόστολοι (διά του Αγίου Κλήμεντος, Πάπα Ρώμης) διατάζουν την αποφυγή κάθε είδους συμπροσευχής με τους αιρετικούς: "Eἰ μὴ δυνατὸν ἐν ἐκκλησίᾳ προϊέναι διὰ τοὺς ἀπίστους, κατ' οἶκον συνάξεις, ὦ ἐπίσκοπε, ἵνα μὴ εἰσέρχηται εὐσεβὴς εἰς ἐκκλησίαν ἀσεβῶν· οὐχ ὁ τόπος γὰρ τὸν ἄνθρωπον ἁγιάζει, ἀλλ' ὁ ἄνθρωπος τὸν τόπον. Ἐὰν δὲ ἀσεβεῖς κατέχωσιν τὸν τόπον, φευκτέος ἔστω σοι διὰ τὸ βεβηλῶσθαι ὑπ' αὐτῶν· ὡς γὰρ οἱ ὅσιοι ἱερεῖς ἁγιάζουσιν, οὕτως οἱ ἐναγεῖς μιαίνουσιν. Eἰ δὲ μήτε ἐν οἴκῳ ἅμα μήτε ἐν ἐκκλησίᾳ συναθροισθῆναι δυνατόν, ἕκαστος παρ' ἑαυτῷ ψαλλέτω, ἀναγινωσκέτω, προσευχέσθω, ἢ καὶ ἅμα δύο ἢ τρεῖς· «Ὅπου γὰρ ἂν ὦσι, φησὶν ὁ Κύριος, δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν». Πιστὸς μετὰ κατηχουμένου μήτε κατ' οἶκον προσευχέσθω· οὐ γὰρ δίκαιον τὸν μεμυημένον μετὰ τοῦ ἀμυήτου συμμολύνεσθαι· εὐσεβὴς μετὰ αἱρετικοῦ μήτε κατ' οἶκον συμπροσευχέσθω· «Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;»" (P. G. 1, 1136-1137).
Ο Μέγας Βασίλειος συνιστά στους πρεσβυτέρους της Νικοπόλεως, αν οι αιρετικοί κατέχουν τους ναούς, να τελούν τις ακολουθίες στην ύπαιθρο: "Εἰ δὲ ὅτι ὁ δεῖνα τὸν οἶκον κατέχει τῆς προσευχῆς, ὑμεῖς δὲ ἐν τῷ ὑπαίθρῳ προσκυνεῖτε τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς Δεσπότην, τοῦτο ὑμᾶς ἀνιᾷ, ἐνθυμήθητε, ὅτι οἱ μὲν ἕνδεκα μαθηταὶ ἐν τῷ ὑπερῴῳ ἦσαν ἀποκεκλεισμένοι, οἱ δὲ σταυρώσαντες τὸν Κύριον ἐν τῷ περιβοήτῳ ναῷ τὴν Ἰουδαϊκὴν λατρείαν ἐπλήρουν" (P. G. 32, 896-897).
Ο Μέγας Αθανάσιος προτρέπει τους Ορθοδόξους να εκκλησιάζονται μόνοι τους, χωρίς τους κληρικούς τους (όταν εκείνοι είναι αιρετικοί), για να μη κολαστούν μαζί τους: «Ἐάν ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζωσι τόν λαόν, χρή αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον ἤ μετ’ αὐτῶν ἐμβληθῆναι ὡς μετά Ἄννα καί Καϊάφα εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός» (P.G. 35, 33).
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός ο Β΄ απαγορεύει στους ορθοδόξους να εκκλησιάζονται σε ναούς που λειτουργούν λατινόφρονες: "Ὅσοι τῆς καθολικῆς (ὀρθοδόξου) ἐκκλησίας ἐστὲ τέκνα γνήσια, φεύγειν ὅλῳ ποδὶ ἀπὸ τῶν ὑποπεσόντων ἱερέων τῇ λατινικῇ ὑποταγῇ, καὶ μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν τούτοις συνάγεσθε, μηδὲ εὐλογίαν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν δἐχεσθε τὴν τυχοῦσαν· κρεῖσσον γάρ ἐστιν ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι καταμόνας, ἢ ἐπ' ἐκκλησίας συνάγεσθαι μετὰ τῶν λατινοφρόνων ὑποταγάτων" (Γερμανού Β΄ Κωνσταντινουπόλεως, Επιστολή Β΄ προς τους Κυπρίους στο Κωνσταντίνου Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμος Β΄, Βενετία,  1873, σελ. 18).

Νικόλαος Μάννης


Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

ΔΗΛΩΣΗ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΑΠΟ ΚΡΗΤΕΣ ΙΕΡΕΙΣ



Πρωτοπρεσβύτερος Γαβριήλ Μαζανάκης
Πρεσβύτερος Ἐμμανουήλ Σαρρῆς
Πρεσβύτερος Σπυρίδων Δαμανάκης
Πρεσβύτερος Παῦλος Μαζανάκης
        (ἡ ἐπιστολὴ δόθηκε στοὺς ἐπισκόπους ὅπου ὑπάγονται οἱ πατέρες, δηλαδὴ στόν Σεβ. Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου κ.Δαμασκηνό, στόν Σεβ. Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου κ.Εὐγένιο, καί στόν Σεβ. Λάμπης καί Σφακίων κ. Εἰρηναῖο.)

  05.03.2017  

Θέμα:  Δήλωση  Διακοπῆς  Μνηµμοσύνου

Σεβασμιώτατοι,  

Μετὰ λύπης, ἀλλὰ καὶ πολλῆς πνευματικῆς χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, ἐπιθυµούμε διὰ  τοῦ παρόντος νὰ σᾶς γνωστοποιήσουμε ὅτι, ἀκολουθώντας τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση στὸ θέμα τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικούς, διακόπτουμε τὴ µνημόνευση τοῦ  ὀνόματός σας στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες, γιατὶ σεῖς καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνεπίσκοποί σας ἐγκαταλείψατε αὐτὴν τὴν θεία Παράδοση καὶ εὑρίσκεσθε ἐκτὸς τῆς ὁδοῦ τῶν Ἁγίων  Πατέρων.  
Ἡ θεάρεστη καὶ ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες ἐπαινούμενη αὐτὴ ἐνέργεια συμβολικὰ θὰ γίνει τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας (05.03.2017), ὁπότε ἑορτάζουμε τὴν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ διαβάζουµε τὸ «Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας» µὲ τὰ ἀναθέματα ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρετικῶν, ὥστε νὰ δηλώσουµε καὶ µέσα στὸν ἱερὸ χῶρο τῆς Θείας Λατρείας ὅτι  καταδικάζουμε τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἀπορρίπτουμε τὴν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τὶς αἱρέσεις ὡς ἐκκλησίες καὶ ἀποδέχθηκε τὸν  συγκρητιστικὸ καὶ καταστροφικὸ Οἰκουμενισµό.   
Εἰκονομαχία  καὶ  Οἰκουμενισµός 
Μετὰ ἀπὸ  ἑκατὸ περίπου χρόνια ποὺ ἐπιτρέψαμε τὸ νέφος  τῶν αἱρέσεων νὰ θολώνει καὶ νὰ σκοτεινιάζει τὸν καταγάλανο οὐρανὸ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, νὰ διαιρεῖ καὶ νὰ σχίζει τὸ ὀρθόδοξο πλήρωµμα, νὰ  διασπᾶ τὴν ἀδιάσπαστη  ἀκολουθία καὶ διαδοχὴ τῶν ὀρθοδόξων δογµάτων, τώρα µὲ τὴ Χάρη καὶ συνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τῶν θεοδιδάκτων καὶ θεοφωτίστων Ἁγίων Πατέρων θὰ συντελέσουµε μὲ τὴν θερμὴ ὀρθόδοξη Ὁμολογία µας, ὥστε νὰ πνεύσει ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἰσχυρότερα καὶ  νὰ σκορπίσει τὸ νέφος τοῦ παναιρετικοῦ  Οἰκουµενισµοῦ, ὅπως ἐσκόρπισε τὸ νέφος τῆς Εἰκονοµαχίας, ἡ ὁποία ταλαιπώρησε καὶ τότε τὴν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ ἕνα αἰώνα. Ἐμεῖς  κάνουμε τὴν ἀρχὴ μαζὶ μὲ  ἄλλους Πατέρες, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ἄντεξαν τὴν σκοτεινιὰ καὶ βγῆκαν ἤδη στὸ ξέφωτο, ὅπως ἔκαναν γιὰ τὴν Εἰκονομαχία καὶ οἱ µοναχοὶ τοῦ Ὀλύµπου τῆς Βιθυνίας, καὶ  ἐλπίζουμε ὅτι θὰ ἀναστήσει καὶ θὰ ἀναδείξει ὁ Θεός, ὅπως καὶ τότε, πατριάρχας καὶ  ἐπισκόπους, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὸν νέον θρίαµβο τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῶν νέων κρυφῶν καὶ  ἐπικίνδυνων δυνάμεων τοῦ σκότους.  
Καὶ γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ἄστοχη ἡ σύγκριση Εἰκονομαχίας καὶ Οἰκουµενισµοῦ  προλαβαίνουμε ἐδῶ νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι χειρότερος κατὰ πολὺ τῆς Εἰκονομαχίας, διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων σοβαρῶν δογματικῶν παρεκλίσεων, ἀπορρίπτει τὴν προσκύνηση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων στὸν χῶρο τοῦ Προτεσταντισμοῦ καὶ προσβάλλει καὶ ὑποτιµᾶ τὸ ὑπέρτιµο καὶ μοναδικὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὴν τιμὴ τῶν  λοιπῶν Ἁγίων. Μὲ αὐτοὺς τοὺς εἰκονοµάχους καὶ ἁγιοµάχους, τοὺς ἐχθροὺς τῆς  Παναγίας  καὶ τῶν Ἁγίων, συναγελαζόμαστε καὶ συνυπάρχουμε μέσα στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο   Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ἐξευτελίζοντες τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ μεταβάλοντάς  την ἀπὸ «στύλο καὶ ἑδραίωµα τῆς Ἀληθείας»[1], ἀπὸ Νύμφη Χριστοῦ καὶ Σῶμα Χριστοῦ[2],σὲ ἰσάξια καὶ ἰσότιμη μὲ τὴν πιὸ μικρὴ καὶ ἄθλια προτεσταντικὴ αἵρεση[3]. Καὶ µόνο αὐτὸ ἀρκεῖ γιὰ νὰ  ἀπορρίψουµμε τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία ἐπαινεῖ τὸ προτεσταντικὸ αὐτὸ συνονθύλευµμα τῶν αἱρέσεων καὶ συνιστᾶ νὰ ἐξακολουθήσουμε τὴν συμετοχή μας σ᾽αὐτὸ καὶ τὸν ἐξευτελισμὸ τῆς  Ἐκκλησίας.      
Ἐπὶ  δεκαετίες  ἀποδοκιµάζεται ὁ Οἰκουμενισµός 
Δὲν πρόκειται ἐδῶ νὰ παρουσιάσουμε ὅσα ἀντικανονικά, ἀντορθόδοξα,  ἀντιπατερικά, ἀντισυνοδικὰ συνέβησαν  καὶ συμβαίνουν στὶς σχέσεις μας μὲ τὶς παλαιὲς καὶ τὶς νέες αἱρέσεις, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἶχαν ὁδηγήσει σὲ καθαιρέσεις τοὺς παραβάτες τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ Παραδόσεων καὶ σὲ συνοδικὴ καταδίκη τους. Ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες Ἅγιοι Γέροντες, ὁµολογητές, ἀρχιερεῖς καὶ λοιποὶ κληρικοὶ καὶ µοναχοί, σοφοὶ καὶ νουνεχεῖς  καθηγηταὶ καὶ μεγάλο μέρος τοῦ ὑγιοῦς ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ἰδιαίτερα τὸ Ἅγιον Ὄρος, ζητοῦσαν  καὶ ζητοῦν νὰ ἀποχωρήσουµε ἀπὸ τὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο   Συµβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδὴ αἱρέσεων, καὶ νὰ καταδικάσουμε τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως ἀξιεπαίνως τὸ ἔπραξαν οἱ ἐκκλησίες Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας. Ἀκόμη καὶ πρόσφατα τὸ θέμα αὐτὸ ταράσσει τὶς συνειδήσεις ὅσων γνωρίζουν τὸ μέγεθος αὐτῆς τῆς  ἐκκλησιολογικῆς ἐκτροπῆς.  
      Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» ἐκφράζοντας αὐτὴ τὴν μακροχρόνια ἀνησυχία καὶ ἀγωνία, συνέταξε καὶ ἐκυκλοφόρησε τὸ 2009 τὴν «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ  Οἰκουμενισμοῦ», ἕνα ἱστορικὸ ὄντως κείµενο, ποὺ τὸ ὑπέγραψαν εὐάριθμοι ἀρχιερεῖς, ἑκατοντάδες κληρικῶν καὶ μοναχῶν καὶ χιλιάδες πιστῶν, στὸ ὁποῖο οἱ τίτλοι τῶν σχετικῶν ἑνοτήτων λέγουν τὰ ἑξῆς:
         1) Φυλάττουµε ἀμετακίνητα  καὶ ἀπαραχάρακτα ὅσα οἱ Σύνοδοι καὶ οἱ Πατέρες θέσπισαν.  
         2) Διακηρύσσουμε ὅτι ὁ Παπισµὸς εἶναι μήτρα αἱρέσεων καὶ πλανῶν. 
         3) Τὰ  ἴδια  ἰσχύουν, σὲ μεγαλύτερο βαθµό, γιὰ τὸν Προτεσταντισµό, ὁ ὁποῖος ὡς  τέκνο τοῦ Παπισµοῦ κληρονόμησε πολλὲς αἱρέσεις, προσέθεσε δὲ πολὺ  περισσότερες.  
         4) Ὁ µόνος τρόπος γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ κοινωνία μας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι ἡ ἐκ μέρους τους ἀποκήρυξη τῆς πλάνης καὶ ἡ µετάνοια, ὥστε νὰ ὑπάρξει ἀληθινὴ ἕνωση καὶ εἰρήνη· ἕνωση μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ ὄχι μὲ τὴν πλάνη καὶ τὴν  αἵρεση.  
          5) Ἐφ᾽ ὅσον οἱ αἱρετικοὶ ἐξακολουθοῦν νὰ παραµένουν στὴν πλάνη,  ἀποφεύγουµε τὴν µετ᾽ αὐτῶν κοινωνία, ἰδιαίτερα τὶς συμπροσευχές.  
          6) Μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἡ Ἐκκλησία εἶχε σταθερὰ καὶ ἀμετάβλητα ἀπορριπτικὴ καὶ καταδικαστικὴ στάση ἔναντι ὅλων τῶν αἱρέσεων.  
          7) Ὁ διαχριστιανικὸς συγκρητισµὸς ποὺ υἱοθέτησε καὶ ἐνεθάρρυνε τὸ  Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο πρῶτο, διευρύνθηκε τώρα καὶ σὲ διαθρησκειακὸ συγκρητισµό, ὁ ὁποῖος ἐξισώνει ὅλες τὶς θρησκεῖες μὲ τὴ μοναδικὴ θεόθεν ἀποκαλυφθεῖσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ θεοσέβεια καὶ ζωή.  
          8) Ἐμεῖς πιστεύουµε καὶ ὁµολογοῦμε ὅτι μόνον ἐν τῷ Χριστῷ ὑπάρχει ἡ  δυνατότης σωτηρίας. Οἱ  θρησκεῖες τοῦ κόσµου καὶ οἱ αἱρέσεις ὁδηγοῦν στὴν  ἀπώλεια.  
          9) Ὑπάρχουν βέβαια καὶ συλλογικὲς εὐθύνες, καὶ κυρίως τῶν οἰκουμενιστικῶν φρονηµάτων Ἱεραρχῶν καὶ Θεολόγων μας, ἀπέναντι στὸ ὀρθόδοξο πλήρωµμα καὶ  στὸ ποίμνιό τους[4].   
Ὁ  Οἰκουμενισµὸς  νομιμοποιεῖται  καὶ εἰσάγεται  στὴν Ἐκκλησία. 
 Ὁ πολεµούμενος προηγουµένως Οἰκουµενισμὸς καὶ καταδικαζόμενος ἀπὸ τὴν ἀγρυπνοῦσα ὀρθόδοξη συνείδηση, ἔχει ἀποκτήσει γιὰ πρώτη φορὰ συνοδικὴ κατοχύρωση, ἡ ὁποία βέβαια ἀλλάσει ὁλοκληρωτικά τὸ ἐκκλησιολογικὸ τοπίο καὶ θέτει ὅλους πρὸ τῶν  εὐθυνῶν μας. Δὲν εἶναι ἴδια ἡ κατάσταση πρὶν ἀπὸ τὴν «Σύνοδο» καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν. «Δὲν εἶναι ὁ περσινὸς καιρὸς ὁ φετεινὸς χειµώνας», ὅπως ἔλεγαν οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ 1821  µπροστὰ στὴν ἐπικίνδυνη στρατιὰ τοῦ Δράμαλη. Μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια προσπαθοῦν οἱ  ὑποστηρικτὲς τῆς «Συνόδου» νὰ  δικαιολογήσουν τὰ ἀδικαιολόγητα. Καὶ ἐπειδὴ δὲν διαθέτουν θεολογικὰ ἐπιχειρήματα, γιὰ νὰ καλύψουν τὰ θεολογικὰ καὶ κανονικὰ  ἀτοπήματα, ὑβρίζουν, συκοφαντοῦν καὶ διώκουν ὅσους ἀντιδροῦμε, ἐξωτερικεύοντας  τὴν  ἐσωτερική τους σύγχυση καὶ  ἐμπάθεια.  
        Ἡ ἀποδοχὴ τῆς «Συνόδου» μεταφέρει τὸν Οἰκουμενισµὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀποσιώπηση ἢ ἡ ἀπόκρυψη τῶν ἀποφάσεών της, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται ἡ συνοδικὴ καταδίκη τους. Ἀς σημειωθεῖ ἐπίσης ὅτι ἡ µνημόνευση τῶν ἐπισκόπων «ἐπ᾽ ἐκκλησίαις» δὲν εἶναι ἀπροϋπόθετη, ἀλλὰ συναρτᾶται πρὸς τὴν ὀρθόδοξη  πίστη τους καὶ δείχνει ὅτι   ὁ μνηµονευόμενος καὶ οἱ μνημονεύοντες ἔχουν τὴν ἴδια πίστη[5].    
Τί δον γενέσθαι; Διακοπὴ Μνημοσύνου.   
Καὶ τώρα ποῦ βρισκόμαστε; Τί δέον γενέσθαι; Θὰ ἀφήσουµε τὴν ἀσθένεια τοῦ  Οἰκουμενισμοῦ νὰ λυµμαίνεται τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας; Ἤδη ἔχει προσβάλει ἀπὸ καιρὸ µεγάλο µέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας καὶ τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης μὲ πρωταγωνιστὴ στὴ διάδοση τῆς νόσου τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Δικαιολογηµμένα οἱ Ἁγιορεῖτες καὶ κάποιοι ἀρχιερεῖς τῶν λεγοµένων «Νέων Χωρῶν» διέκοψαν τὸ µνηµόσυνο τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀθηναγόρα κατὰ τὰ ἔτη 1969-1972, τὸ ὁποῖο καλῇ τῇ πίστει ἐπανέλαβαν τὸ 1973 μὲ τὴν ἄνοδο στὸ θρόνο τοῦ σεμνοῦ καὶ ταπεινοῦ Δημητρίου, διαψευσθέντες ὅµως, διότι καὶ αὐτὸς ἀκολούθησε τὰ βήματα τοῦ προκατόχου του. Ὁ σημερινὸς οἰκουµενικὸς  πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ξεπέρασε τοὺς προκατόχους του σὲ αἱρετικὰ καὶ ἀντορθόδοξα τολµήµατα. Φρίττει καὶ ἰλιγγιᾶ κανείς, ὅταν ἀναγινώσκει αἱρετικὲς  δηλώσεις του ἢ στὴν πράξη ἱεροκανονικὲς παραβάσεις μὲ συµπροσευχὲς καὶ ἄλλα.
Ὅ,τι ὅμως μέχρι τώρα καὶ ἂν ἔλεγαν καὶ ἔπρατταν ὁ πατριάρχης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἦσαν προσωπικές τους γνῶμες, δὲν εἶχαν ἐκκλησιαστικὴ ἐπικύρωση. Ἀδυνατοῦσαν νὰ τὶς παρουσιάσουν ὡς διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης αὐτὸ ἔχει ἀνατραπῆ. Στὸ ὑψηλότερο ἐπίπεδο αὐθεντίας καὶ περιφανείας, ἐπ᾽ὄρους ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου, στὸ συνοδικὸ ἐπίπεδο, οἱ αἱρέσεις γαυριοῦν καὶ καυχῶνται ὅτι εἶναι ἐκκλησίες, ὁ διαχριστιανικὸς καὶ διαθρησκειακὸς Οἰκουμενισµὸς τοῦ Ἀντιχρίστου, τὸ  µυστήριο τῆς ἀνοµίας θρονιάστηκε στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ, τὰ κελεύσµατα τῆς συνόδου διαβάστηκαν μέσα στοὺς ναοὺς καὶ διανεµήθηκαν ἀπὸ χέρια ἐπισκόπων καὶ ἱερέων.  
  Ἁγιορεῖτες  μοναχοὶ σὲ Μοναστήρια, σκῆτες καὶ σὲ κελλιά, ἀφοῦ εἶδαν ὅτι ἡ ἐπίσημη Ἁγιορειτικὴ Κοινότητα σιωπᾶ καὶ συμπορεύεται, διέκοψαν ἤδη τὸ μνηµόσυνο τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἀκολουθοῦντες τὴν σταθερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων. Δὲν ἄντεχε ἡ συνείδησή τους νὰ μνημονεύουν τὸ ὄνομα τοῦ Βαρθολοµαίου ὡς  ἀρχιεπισκόπου στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ νὰ δηλώνουν μὲ αὐτὸ ὅτι ἔχουν τὴν ἴδια πίστη, ὅτι  συµμφωνοῦν μὲ τὰ αἱρετικά του φρονήματα καὶ μὲ τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης.    
Ἀπαραίτητη  προϋπόθεση γιὰ τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐπισκόπου εἶναι νὰ  ὀρθοδοξεῖ, νὰ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας.  
Ἀσφαλῶς εἶναι σηµαντικὴ καὶ ἐπιφανὴς ἡ θέση τοῦ ἐπισκόπου στὴν Ἐκκλησία, καὶ ὅλοι τὴν σεβόμεθα καὶ τὴν ἀναγνωρίζουμε, καὶ δὲν χρειάζεται νὰ μᾶς ἀραδιάζουν οἱ  οἰκουμενιστὲς γνωστὰ κείμενα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες. Ὅλα αὐτὰ ἰσχύουν ὑπὸ τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὅτι ὁ ἐπίσκοπος ὀρθοδοξεῖ, ὅτι ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας, ὅτι δὲν κηρύσσει αἵρεση. Ὅταν κηρύσσει αἵρεση, διακόπτουμε κάθε  σχέση μαζί του καὶ κοινωνία καὶ δὲν τὸν μνημονεύουμε στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Ἂς ξεκολλήσουν κάποιοι ἀπὸ τὴν καινοτοµία τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ· τὰ μυστήρια  τελοῦνται στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ ὄχι στὸ ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου, κατὰ τὴν ἀµάρτυρη καὶ βλάσφηµη ζηζιούλια ἐκκλησιολογία. Δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωση καὶ καθῆκον ὑπακοῆς στὸν αἱρετικὸ ἐπίσκοπο· ὑπάρχει κακὴ ὑπακοὴ καὶ  ἁγία ἀνυπακοή. Ἂν συνέβαινε τὸ ἀντίθετο, δὲν θὰ ὑπῆρχε σήμερα ἡ Ἐκκλησία, διότι οἱ  κατὰ καιροὺς αἱρετικοὶ πατριάρχες, ἐπίσκοποι καὶ λοιποὶ κληρικοὶ θὰ εἶχαν ἐπιβάλει μὲ τόσες αἱρετικὲς συνόδους ποὺ συνεκάλεσαν, μὲ τὴν βοήθεια µάλιστα αἱρετικῶν  αὐτοκρατόρων, τὴν αἵρεση, καὶ θὰ ἐθριάμβευε τὸ σκότος τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἐπιθυμοῦν ὅσοι καὶ σήμερα διώκουν, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἐπικρίνουν τοὺς δῆθεν ἀνυπάκουους καὶ ἀπείθαρχους κληρικούς. Ἂς ξαναδιαβάσουν προσεκτικὰ τοὺς Κανόνες, τὸν 31ο καί 33ο Ἀποστολικὸ, τὸν 2ο τῆς ἐν Ἀντιοχείας συνόδου, τόν 33ο τῆς ἐν Λαοδικείας συνόδου καὶ τὸν 15ο τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τοῦ Μ. Φωτίου, καὶ ἂς μὴ ἐπικαλοῦνται ἄσχετους κανόνες, ἀποδεικνύοντες καὶ τὴν θεολογική τους ἀµάθεια. Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς  Κρήτης καὶ ὅσοι τὴν  ὑποστηρίζουν φανερὰ καὶ ἀπροκάλυπτα, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», ἐμπίπτουν στὸν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας. Σὲ αὐτὸν ἀντὶ νὰ τιμωροῦνται, ἐπαινοῦνταν καὶ τιµῶνται  οἱ  ἱερεῖς ποὺ διακόπτουν τὸ µνηµόσυνο τοῦ αἱρετικοῦ  ἐπισκόπου[6].  
Δὲν  πρέπει  νὰ  λέμε ψέµματα μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα. 
Ὡς πρὸς τὸν πατριάρχη Βαρθολοµαῖο καὶ πρὸ τῆς «Συνόδου» ἦταν δικαιολογηµένη ἡ διακοπὴ μνημοσύνου, πολὺ περισσότερο μετὰ ἀπὸ αὐτήν, διότι αὐτὸς ἦταν ὁ πρωτουργὸς καὶ πρωτεργάτης. Εἶναι συγκλονιστικὸ καὶ ἀκαταµάχητο τὸ ἐπιχείρημα τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων στὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλαν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η´ Παλαιολόγο, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ψευδοένωση τῆς Λυὼν (1273) τοὺς ἐπίεζε νὰ μνηµονεύουν στὴν Θ.  Λειτουργία τὸ ὄνομα τοῦ πάπα. Ἀποκρούοντες αὐτὴν τὴν ἀπαίτηση ἀντιτείνουν: Πῶς εἶναι  δυνατόν, ἐνῶ ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς συνιστᾶ οὔτε στὸν δρόµο νὰ χαιρετοῦμε τοὺς  αἱρετικούς, οὔτε νὰ τοὺς δεχόμαστε σὲ κοινὲς οἰκίες, ἐμεῖς νὰ τοὺς εἰσάγουμε μέσα στοὺς ναούς, ὅταν στὴν φρικτὴ καὶ μυστικὴ τράπεζα θύεται καὶ σφαγιάζεται ἀθύτως ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Μόνον ἀπὸ τὸν Ἅδη θὰ µποροῦσε νὰ ἐκπορεύεται φωνὴ ποὺ μνηµονεύει τὸν ἐχθρὸ τοῦ  Θεοῦ, τὸν πάπα. Ἄν ὁ ἁπλὸς χαιρετισμὸς τῶν αἱρετικῶν μᾶς κάνει κοινωνοὺς τῆς αἱρέσεως, πόσο  περισσότερο ἰσχύει αὐτὸ γιὰ τὴν  φωνητικὰ ἰσχυρὴ μνηµόνευσή του, ὅταν τελοῦνται τὰ θεῖα καὶ φρικτὰ μυστήρια; Καὶ ἂν ὁ Χριστός, ὁ ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης κείµενος, εἶναι ἡ  αὐτοαλήθεια, πῶς θὰ δεχθεῖ τὸ μεγάλο ψεῦδος, τὸ νὰ συµμπαραθέτουμε τὸν πάπα ὡς ὀρθόδοξο πατριάρχη μὲ τοὺς λοιποὺς ὀρθοδόξους πατριάρχες; Τὴν ὥρα τῶν φρικτῶν μυστηρίων θὰ παίζουµμε θέατρο καὶ θὰ παρουσιάζουμε τὸ ἀνύπαρκτο ὡς ὑπαρκτό, τὴν αἵρεση ὡς Ὀρθοδοξία; Πῶς θὰ τὰ ἀνεχθεῖ αὐτὰ ἡ ὀρθόδοξη ψυχὴ καὶ δὲν θὰ διακόψει τὴν  κοινωνία πρὸς αὐτοὺς ποὺ μνημονεύουν καὶ δὲν θὰ τοὺς θεωρήσει ὡς καπήλους καὶ ἐκμεταλευτὲς τῶν θείων;[7] Καὶ στὸ σηµεῖο αὐτὸ οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐξηγοῦν γιὰ ποιό λόγο μνημονεύουμε τὸ ὄνοµα τοῦ ἀρχιερέως κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία. Αὐτὸ γίνεται, ὄχι  γιατὶ χωρὶς τὴν μνηµόνευση τοῦ ὀνόµατος τοῦ ἀρχιερέως δὲν ἐπιτελεῖται τὸ μυστήριο, κατὰ τὴν σφαλερὴ γνώμη μερικῶν συγχρόνων, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανεῖ ἡ «τέλεια συγκοινωνία», ἡ ταυτότητα πίστεως τοῦ μνημονεύοντος καὶ τοῦ μνημονευομένου. Ἀναφέρουν μάλιστα καὶ τὴν ἐξήγηση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Θεοδώρου Ἀνδίδων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἱερουργὸς ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιερέως γιὰ νὰ δείξει ὅτι κάνει ὑπακοὴ στὸν προϊστάμενό του, ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μὲ αὐτὸν καὶ ὅτι εἶναι διάδοχος  τῶν θείων μυστηρίων[8].  
Ὀρθῶς, λοιπόν, καὶ σύµφωνα μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες καὶ τὴν Παράδοση τῆς  Ἐκκλησίας οἱ Ἁγιορεῖτες διέκοψαν παλαιὰ τὸ µνηµόσυνο τοῦ ἐπισκόπου τους, τοῦ Ἀθηναγόρα, καὶ οἱ σημερινοὶ κελλιῶτες τὸ μνηµόσυνο τοῦ Βαρθολοµαίου. Ὀρθῶς ἐπίσης   ἔπραξαν τὸ 1970 οἱ τρεῖς ἀρχιερεῖς τῶν «Νέων Χωρῶν», δηλαδὴ οἱ μητροπολίτες Ἐλευθερουπόλεως Ἀµβρόσιος, Φλωρίνης Αὐγουστῖνος καὶ Παραµυθίας Παῦλος, ποὺ  διέκοψαν ἐπίσης τὸ μνηµόσυνο τοῦ Ἀθηναγόρα, χωρὶς νὰ ἐλεγχθοῦν ἢ νὰ ἐπιτιμηθοῦν ἀπὸ  τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τότε. Τώρα τρέμουν καὶ δειλιοῦν καὶ δὲν θέλουν οὔτε νὰ ἀκούσουν τὴν   λέξη Διακοπὴ Μνηµοσύνου ἢ Ἀποτείχιση, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Βαρθολομαῖος ὑπερέβη ὅλα τὰ  ἐκκλησιολογικὰ ὅρια καὶ εἰσήγαγε μὲ τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης τὴν παναίρεση τοῦ  Οἰκουµενισμοῦ μέσα στὸν ἱερὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἰσήγαγε τὸν πάπα καὶ ἄλλους αἱρετικοὺς μέσα στὸ θυσιαστήριο τὴν ὥρα τῆς Ἐπιτελέσεως τῆς Θείας Μυσταγωγίας.  
         Στὴν κατηγορία αὐτὴ τῶν οἰκουµενιστῶν ἐπισκόπων ἀνήκετε ὁλοφάνερα καὶ σεῖς, Σεβασμιώτατε κ. Δαμασκηνέ. Ὅση προσπάθεια καὶ ἂν καταβάλλετε, σεῖς καὶ οἱ ἄλλοι  ἐπίσκοποι, νὰ ἐξωραΐσετε τὴν ψευδοσύνοδο, δὲν πρόκειται νὰ τὸ ἐπιτύχετε, διότι αὐτὴ δὲν  εἶναι οὔτε ἁγία, οὔτε μεγάλη, οὔτε σύνοδος, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀληθῆ  μαρτυρία  τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐµπίπτετε σὲ ὅσα περὶ ἐπισκόπων ποὺ κηρύσσουν αἵρεση  διαλαµβάνει ὁ 15ος Κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τοῦ Μ. Φωτίου (861), συνοψίζοντας τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση, γι᾽ αὐτὸ διακόπτουμε τὴν μνηµόνευση τοῦ ὀνόματός σας κατὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες συμβολικὰ ἀπὸ σήμερα Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν ἀνέχεται ἡ ἱερατική μας συνείδηση ἡ µὲν Ἐκκλησία διὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων Συνόδων νὰ καταδικάζει σήμερα ὅλες τὶς αἱρέσεις καὶ τοὺς εἰκονομάχους, σεῖς  ὅμως νὰ ἀναγνωρίζετε τὶς αἱρέσεις ὡς ἐκκλησίες καὶ νὰ συναποτελεῖτε μὲ τοὺς εἰκονοµάχους Προτεστάντες τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». Μνηµονεύοντας τὸ ὄνοµά σας δηλώνουμε ὅτι εἶµαστε καὶ ἐμεῖς οἰκουμενιστές, ὅτι ἔχουμε τὴν ἴδια πίστη  μὲ  σᾶς  καὶ  ψευδόμαστε ἐνώπιον τῆς Ἀληθείας, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ  θύοντος  καὶ θυοµένου ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ὅπως ψεύδονται τώρα καὶ ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι παλαιᾶς καὶ νέας Ἑλλάδος ἰσχυριζόμενοι ἐκφώνως ὅτι ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ὀρθοτοµεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας.  
Θὰ χαρούμε  πολύ, ἄν, ἐφαρµόζοντας καὶ σεῖς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, ἰδιαίτερα τὸν 15ο τῆς Πρωτοδευτέρας, μάς ἐπαινέσετε γιὰ τοὺς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἢ τουλάχιστον µάς ἀφήσετε νὰ ἐπιτελούμε τὸ λειτουργικὸ ἔργο στίς ἐνορίες μας. Ἔτσι ἔπραξε ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ὅταν οἱ Ἁγιορεῖτες τοῦ ἔκοψαν τὸ µνηµόσυνο. Δὲν ἔλαβε κανένα µέτρο ἐναντίον τους καὶ ἔτσι ἀποφεύχθηκαν τὰ σχίσματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχαν ἀποφευχθεῖ καὶ ἄν, μετὰ τὴν μεταρύθμιση τοῦ Ἡµερολογίου, ἡ Ἐκκλησία ἄφηνε ὅσους ἤθελαν νὰ ἀκολουθοῦν τὸ παλαιὸ Ἡμερολόγιο µέσα στοὺς κόλπους της, ὅπως ἄφησε καὶ πολλὲς  τοπικὲς ἐκκλησίες καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἂν ἀρχίσετε τὶς διώξεις, σεῖς θὰ εἶσθε παραβάτης τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ δηµιουργὸς σχισματικῶν καταστάσεων. Ἐμεῖς δὲν θὰ προκαλέσουμε σχίσµα, διότι δὲν θὰ προσχωρήσουμε σὲ σχισματικὴ ὁµάδα, οὔτε θὰ  µνημονεύουμε ἄλλον ἐπίσκοπο. Θὰ  ἀναµμένουμε µετὰ καλῶν ἐλπίδων νὰ  ἐπαναλάβουμε  τὸ μνηµόσυνό σας, ὅταν δημοσίως καὶ «ἐπ᾽ ἐκκλησίαις» καταδικάσετε τὶς αἱρέσεις τοῦ  Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Παπισμοῦ, τοῦ Προτεσταντισμοῦ, τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενι-σμοῦ καὶ ἀπορρίψετε τὴν σύνοδο τῆς Κρήτης. Ἂν παραµείνετε στὰ οἰκουμενιστικά σας φρονήματα, δὲν θέλουμε τοῦ λοιποῦ νὰ ἔχουμε καµμία κοινωνία μαζί σας, ἀκολουθώντας τὸν ἄτλαντα τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸν Ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, ὁ ὁποῖος συνοψίζοντας τὴν συνοδικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἔλεγε ὅτι «ὅλοι οἱ διδάσκαλοι τῆς ἐκκλησίας, ὅλες οἱ  σύνοδοι καὶ ὅλη ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς παρακινοῦν νὰ ἀποφεύγουμε τοὺς ἑτεροδόξους καὶ νὰ μὴν ἔχουμε κοινωνία μαζί τους»[9]. Συνιστοῦσε νὰ ἀποφεύγουμε τοὺς λατινόφρονες, ἀντίστοιχους τῶν σηµερινῶν οἰκουµενιστῶν, ὅπως φεύγει κανεὶς ἀπὸ τὰ φίδια[10].  Εἶχε τὴν πεποίθηση ὅτι ὅσο ἀποµακρύνεται ἀπὸ τὸν  λατινόφρονα  πατριάρχη  καὶ τοὺς ὁµοίους του τόσο προσεγγίζει πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς Ἁγίους, καὶ ὅταν χωρίζεται ἀπὸ αὐτούς, ἑνώνεται μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας[11].  
            Ἐμεῖς ὡς µικροὶ ποιμένες πράξαμε τό καθῆκον μας. Εὐχόμαστε  καὶ  σεῖς  ὡς  μεγαλοποιµένας νὰ πράξετε ὅ,τι σᾶς φωτίσει ὁ Θεός.  

Μὲ  σεβασµὸ  στὴν  ἀρχιερωσύνη  σας.
Πρωτοπρεσβύτερος Γαβριήλ Μαζανάκης
Πρεσβύτερος Ἐμμανουήλ Σαρρῆς
Πρεσβύτερος Σπυρίδων Δαμανάκης
Πρεσβύτερος Παῦλος Μαζανάκης
        
        (ἡ ἐπιστολὴ δόθηκε στοὺς ἐπισκόπους ὅπου ὑπάγονται οἱ πατέρες, δηλαδὴ στόν Σεβ. Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου κ.Δαμασκηνό, στόν Σεβ. Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου κ.Εὐγένιο, καί στόν Σεβ. Λάμπης καί Σφακίων κ. Εἰρηναῖο.)
          

[1] .  Α´  Τιµμ.  3,  15.  
[2] .  Α´  Κορ.  12,  27.  Ἐφ.  1,  23  καὶ  Ἐφ.  κεφ.  4  καὶ  5.  
[3] .    Βλ.  Ἀπολογία  πατριάρχου  Ἰωσὴφ  πρὸς  τὸν  αὐτοκράτορα  Μιχαὴλ  Η´  Παλαιόγον,  ἐν  V.  LAURENT    J.  DARROUZES,  Dossier  Grec  de  l’  Union  de  Lyon  1273-­‐‑1277),  Paris  1976,  σ.  289:  «Διὰ  τοῦτο   καὶ   ἡμεῖς,   ἡ   τοῦ   Χριστοῦ   ἐκκλησία,   ἣν   ἑαυτῷ   νύμφην   “ἄµμωμον”   καὶ   ἀμίαντον  ἐμνηστεύσατο,   φυλάξασθε   ἀπὸ   τοῦ   μιάσματος   τούτου,   παρακαλῶ,   τοῦ   τῶν   Ἰταλῶν·∙   μὴ  προσάψωµεν  ἑαυτοῖς  τὸν  ἐκ  τούτου  μιασµόν,  καὶ  ἀποστραφῆ  ἡμᾶς  ὁ  τῶν  ψυχῶν  νυμφίος  καὶ  αἰωνίως  καταισχυνώμεθα. “Μὴ δῶμεν  τόπον  τῷ  διαβόλῳ”».  Ὁ  πατριάρχης  Ἰωσὴφ  εἶναι  ἅγιος  τῆς  Ἐκκλησίας  καὶ  ἑορτάζει  στὶς  30  Ὀκτωβρίίου.  
[4] .   ΣΥΝΑΞΗ   ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ   ΚΛΗΡΙΚΩΝ   ΚΑΙ   ΜΟΝΑΧΩΝ,   Ὁµμολογία   Πίστεως   κατὰ   τοῦ  
Οἰκουμενισμοῦ,  Ἰούλιος  2009.    
[5] .  Τὸ  κείμενο εἰς Θεοδροµία 18 (2016) 495‑502. 
[6] .               Κανὼν 31ος Ἁγίων Ἀποστόλων: Εἴ τις Πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου, χωρὶς   συναγάγει, καὶ θυσιαστήριον ἕτερον πήξει, µηδὲν κατεγνωκὼς τοῦ Ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ, καὶ δικαιοσύνῃ, καθαιρείσθω, ὡς  φίλαρχος. Τύραννος γάρ ἐστιν· ὡσαύτως δὲν καὶ οἱ λοιποὶ Κληρικοί, καὶ ὅσοι ἂν αὐτῷ προσθῶνται, οἱ δὲ λαϊκοὶ  ἀφοριζέσθωσαν.Ταῦτα δὲ μετὰ μίαν,καὶ δευτέραν καὶ τρίτην παράκλησιν τοῦ Ἐπισκόόπου,γινέσθω».  
                Κανὼν 15ος Πρωτοδευτέρας Συνόδου: «Τὰ ὁρισθέντα περὶ  Πρεσβυτέρων  καὶ Ἐπισκόπων καὶ Μητροπολιτῶν,   πολλῷ μᾶλλον ἐπὶ Πατριαρχῶν ἁρμόζει. Ὥστε εἴ τις Πρεσβύτερος, ἤ Ἐπίσκοπος, ἤ Μητροπολίτης τολµήσοι ἀποστῆναι   τῆς πρὸς τὸν οἰκεῖον Πατριάρχην κοινωνίας, καὶ μὴ ἀναφέρει τὸ ὄνομα αὐτοῦ, κατὰ  τὸ ὡρισµένον καὶ τεταγµένον, ἐν τῇ  θείᾳ Μυσταγωγίᾳ, ἀλλὰ πρὸ ἐµφανείας συνοδικῆς καὶ τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως, σχίσµα ποιήσοι· τοῦτον ὥρισεν ἡ  ἁγία  Σύνοδος πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ  µόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανοµήσας.Καὶ ταῦτα μὲν  ἐσφράγισταί  τε καὶ ὥρισται περὶ τῶν προφάσει τινῶν ἐγκληµμάτων τῶν οἰκείων ἀφισταµένων προέδρων, καὶ σχίσµα ποιούντων, καὶ   τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων. Οἱ γὰρ δι᾽ αἵρεσίν τινα παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων, ἢ Πατέρων,   κατεγνωσμένην, τῆς  πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι τὴν αἵρεσιν  δηµμοσίᾳ κηρύττοντος, καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾽ Ἐκκλησίας  διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ   ἐπιτιµήσει οὐχ ὑπόκεινται πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούµενον ἐπίσκοπον κοινωνίας  ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γὰρ Ἐπισκόπων, ἀλλὰ  ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ  σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».  
[7] .  Ἐπιστολὴ ὁμολογητικὴ τῶν Ἁγιορειτῶν πρὸς τὸν βασιλέα Μιχαὴλ Παλαιολόγον, ἐν  V. LAURENT – J. DARROUZES,  Dossier  Grec,  ἔνθ᾽  ἀνωτ.,  σελ.  397-­‐‑399.  
[8] .  Αὐτόθι,  σελ.  399:  «Ἄνωθεν  γὰρ  ἡ  τοῦ  Θεοῦ  ὀρθόδοξος  ἐκκλησία  τὴν  ἐπὶ  τῶν  ἀδύτων  ἀναφορὰν  τοῦ  ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο·  γέγραπται γὰρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας   λειτουργίας ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τὸ τοῦ ἀρχιερέως ὄνοµα,“δεικνύων καὶ τὴν πρὸς τὸ ὑπερέχον  ὑποταγὴν καὶ ὅτι κοινωνὸς αὐτοῦ τῆς πίστεως καὶ τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος”». ΘΕΟΔΩΡΟΥ  ἐπισκόπου  Ἀνδίδων,  Προθεωρία  κεφαλαιώδης περὶ τῶν ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ γινοµμένων  συµμβόλων καὶ  μυστηρίων  32,    PG  140,  460‐461: «Εἶτα ἡ ἐκφώνησις· Ἐν πρώτοις µνήσθητι  Κύριε τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν∙ ἀφ᾽ ἧς  δείκνυται ὑποταγὴ ἡ πρὸς τὸ ὑπερέχον καὶ ὅτι τούτου μνηµονευοµένου τοῦ ἀρχιερέως κοινωνός ἐστι καὶ ὁ  προσφέρων τῆς πίστεως καὶ τῆς παραδόσεως τῶν μυστηρίων διάδοχος, ἀλλ᾽οὐχὶ καινὸς τις μύστης ἢ εὑρετὴς  τῶν παρ᾽ αὐτοῦ προσφεροµένων συμβόλων». 
[9] .  ΜΑΡΚΟΥ  ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ,  Ὁµμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως ἐκτεθεῖσα ἐν Φλωρεντίᾳ 5, Patrologia Orientalis  17,  442: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι καὶ πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαὶ φεύγειν τοὺς   ἑτερόφρονας παραινοῦσι καὶ τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι».  
[10] Τοῦ  αὐτοῦ,  Ἐγκύκλιος τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καὶ τῶν νήσων εὑρισκομένοις Χριστιανοῖς 6, ἐν  ΙΩΑΝΝΟΥ  ΚΑΡΜΙΡΗ, Τὰ Δογµατικὰ καὶ Συµβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1960 ,τόµος  Α´, σελ.427: «Φευκτέον αὐτούς, ὡς φεύγει τις ἀπὸ ὄφεως, ὡς αὐτοὺς ἐκείνους ἢ κακείνων πολλῷ χείρονας, ὡς  χριστοκαπήλους καὶ χριστεμπόρους».  
[11] .Τοῦ αὐτοῦ, Λόγοι ἐν τῇ τελευτῇ  αὐτοῦ, Patrologia Orientalis 17,485: «Πέπεισμαι γὰρ ἀκριβῶς ὅτι ὅσον   ἀποδιίσταµαι τούτου  καὶ  τῶν  τοιούτων ἐγγίζω τῷ Θεῷ καὶ πᾶσι τοῖς Ἁγίοις, καί, ὥσπερ τούτων  χωρίζοµαι,  οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καὶ τοῖς Ἁγίοις Πατράσι καὶ Θεολόγοις τῆς Ἐκκλησίας».  

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Η «ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΣ» ΩΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΩΣ ΠΡΑΞΙΣ (π.Εὐθύμιος Μπαρδάκας)

Αποτέλεσμα εικόνας για Ευθύμιος Μπαρδάκας

Ὁ ὃρος «ἀποτειχίζομαι», χρησιμοποιεῖται ἐδῶ, μέ τήν ἒννοιαν τοῦ «ἀποκόπτομαι» ἀπό ἓνα σύνολον εἰς τό ὁποῖον εἶμαι ἐντεταγμένος, λόγω διαφωνιῶν μέ τάς ἀρχάς του, ἢ μέ μέρος αὐτῶν.
Ἡ σημασία τοῦ ὃρου μέ βάσιν τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν, εἶναι «κτίζω ἓναν τοῖχο ἀνάμεσα σέ μένα καί σέ κάποιους ἂλλους».

Μᾶς εἶναι χρήσιμος σήμερον, διότι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνός φαινομένου, τό ὁποῖον μπορεῖ νά χαρακτηρισθῆ ὡς «ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΝ», ἀλλά γιά νά εἶναι ἀποτελεσματικόν καί ἀπολύτως ἐπωφελές, πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό σωστή τακτική, μεθοδολογία καί νά ἒχη κατάληξη ἡ ὁποία δέν θά ἐμπεριέχη κινδύνους δημιουργίας καταστάσεων δυναμένων νά σκανδαλίσουν τούς Πιστούς, ὁπότε ἀντί εὐεργετικῶν καί θετικῶν ἀποτελεσμάτων θά ἒχωμεν ἀρνητικά.
Καί γιά νά ἐπεξηγήσωμεν τ’ἀνωτέρω, τά ἀναλύομε, ὣστε νά καταστοῦν ΠΛΗΡΩΣ κατανοητά ἀπό ΟΛΟΥΣ.
Τό «φαινόμενον» εἰς τό ὁποῖον ἀνεφέρθημεν ἀνωτέρω, εἶναι ἡ αὐξανομένη ἐμφάνισις Ἱερωμένων τῆς κρατούσης Ἐκκλησίας, ὃλων τῶν βαθμίδων, οἱ ὁποῖοι, μέ τήν βοήθειαν Τοῦ Θεοῦ, ἀποφασίζουν νά ἐκφράσουν μετά σθένους καί κατά πρόσωπον, τήν ΠΛΗΡΗ διαφωνίαν των μέ τήν ἀντιορθόδοξον καί λίαν ἐπικίνδυνον τακτικήν τῆς κρατούσης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία, διά τῶν «ταγῶν» της, ἀκολουθεῖ κατά γρᾶμμα τάς ἐντολάς τοῦ Πάπα καί τῶν πάσης μορφῆς «παγκοσμιοποιητῶν»..!
Αἱ διαφωνίαι αὐταί, εὑρίσκονται εἰς τήν σκέψιν καί πολλῶν ἂλλων Ἱερωμένων τῆς μνημονευούσης Ἐπισκόπους καί Πατριάρχας παποδούλους καί ὁπαδούς τῆς ΕΠΑΡΑΤΟΥ παγκοσμιοποιήσεως, κρατούσης Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἐλέγχονται ἀπό τήν συνείδησίν των διά τάς θέσεις των αὐτάς, ἀλλά γιά διαφόρους λόγους, δέν ἀποτολμοῦν τό τελευταῖον καί ἀποφασιστικόν βῆμα πρός ἐξωτερίκευσιν τῶν, πάσης φύσεως, ἐνστάσεών των.
Οἱ λόγοι αὐτοί, ἒχουν σχέσιν καί μέ θέματα τά ὁποῖα οὐδείς δύναται νά παραβλέψη.
Ἓνας Ἱερωμένος τῆς Κρατούσης Ἐκκλησίας, ἒχων πλήρη ἐξάρτησιν μισθολογικήν ἀπό τόν φορέα εἰς τόν ὁποῖον ὑπάγεται, πρέπει νά σκεφθῆ τήν οἰκογένειάν του (ἂν εἶναι ἒγγαμος καί μάλιστα ἐάν ἒχη καί τἐκνα) καί δέν τοῦ εἶναι εὒκολον νά διαφωνίση μέ τούς «προΐσταμένους» του, διότι ἒτσι, αὐτοί θά τόν ἀποκόψουν ἀπό τό σῶμα τῆς Ἱεραρχίας των καί θά τοῦ στερήσουν κάθε πρόσοδον διά τήν ἐπιβίωσίν του (τοῦ ἰδίου καί τῆς οἰκογενείας του), εἰς ἀντίθεσιν μέ ἓναν Ἱερωμένον τῆς Ἐκκλησίας μας (τῶν «Παλαιοημερολογιτων»), ὁ ὁποῖος ἀπό τῆς ἀρχικῆς του ἐντάξεως εἰς τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μας, γνωρίζει πώς ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΙΣΘΟΝ καί πώς ἡ ἐπίβίωσίς του ἐξαρτᾶται άπό τήν βοήθειαν τοῦ Ποιμνίου του καί κυρίως ἀπό τήν Θείαν Πρόνοιαν.
Καί ἐρχόμεθα τώρα εἰς τό κυρίως θέμα μας, τό ὁποῖον εἶναι τό τῆς διευκρινήσεως τοῦ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΣ καί κυρίως, ποῖοι ΚΑΝΟΝΕΣ πρέπει νά τηροῦνται, προκειμένου ἡ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΣ αὐτή νά ἒχη ἀγαθά ἀποτελέσματα, σέ ΟΛΟ τό φᾶσμα τῆς ὑλοποιήσεώς της.
Οἱ ἐπαναστατοῦντες Ἱερωμένοι τῆς Κρατούσης Έκκλησίας, ἀπαρνούμενοι τάς σχετικάς προσόδους των καί διαφωνοῦντες ἀνοικτά μέ τάς θέσεις τῶν μη ἀκολουθούντων τάς Ὀρθοδόξους, ΑΠΑΡΑΒΑΤΟΥΣ Ἀρχάς, Ἐπισκόπους καί Πατριάρχας, δηλώνουν πώς ΠΑΥΟΥΝ ΤΗΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΙΝ ΤΩΝ καί διαχωρίζουν τάς θέσεις των ἀπέναντί των, ΟΙΑΣΔΗΠΟΤΕ ΣΥΝΕΠΕΙΑΣ καί ἂν ἒχουν αἱ δηλώσεις των αὐταί.
Καί ἐδῶ ἀρχίζουν τά ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ.
Οἱ Ἱερωμένοι αὐτοί, ΑΠΟΤΕΙΧΙΖΟΝΤΑΙ, κτίζοντες ἓναν τοῖχον ἀνάμεσα σέ αὐτούς καί στους αιρετικούς ταγούς των, ἀλλά δρῶντες μεμονωμένως, τελικῶς ἀπομονώνονται καί ΔΕΝ ΑΝΗΚΟΥΝ εἰς Ἐκκλησίαν, παραμένοντες χωρίς κανονικήν νομιμοποίησιν. Κινδυνεύουν νά καταστοῦν τελικῶς, ὁ καθείς μόνος του «μία… ἐκκλησία…» μια προσωποπαγης κατάσταση!
Τό πόσο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ εἶναι αὐτό, εἶναι, νομίζω, ΠΡΟΦΑΝΕΣ.
Ἒτσι δημιουργοῦνται, τελικῶς, τά ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ .. «ΠΑΡΑΜΑΓΑΖΑ», τά ὁποῖα ὁδηγοῦν εἰς ΠΟΛΥΔΙΑΣΠΑΣΙΝ τῶν Ὀρθοδόξων καί ἐμφάνισιν πυρήνων, δυναμένων νά ἐξελιχθοῦν, ἀκόμα καί εἰς ΑΙΡΕΤΙΚΑΣ ΚΥΨΕΛΛΑΣ.
Ἡ εὐλογημένη στιγμή τῆς λήψεως τῆς ΗΡΩΙΚΗΣ των ἀποφάσεως νά ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΤΟΥΝ, μέ τόν μεμονωμένον τρόπον πού γίνεται, δημιουργεῖ κάποιες «ΜΟΝΑΔΕΣ» εὐάλωττες καί εὒκολη λεία στα νύχια καί αἱρετικῶν ἀκόμα, οἱ ὁποῖοι εἶναι πάντοτε ἓτοιμοι νά ἐκμεταλλευθοῦν τήν ἀδυναμίαν τῶν μεμονωμένων καί .. «ξεκομμένων» ἀτόμων, ἐνῶ, ἐάν ΟΛΟΙ αὐτοί ἐνετάσσοντο εἰς μίαν Ὁμάδα μαχητικήν καί ἀπολύτως ΠΙΣΤΗΝ στα Ὀρθόδοξα Ἰδεώδη, θά ἀποτελοῦσαν μίαν πραγματικήν ΔΥΝΑΜΙΝ, μέ ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ δυνατότητες.
Ἂς τό σκεφθοῦν οἱ φωτιζόμενοι, ἒστω καί κάπως ἀργά, ἀδελφοί Ἱερωμένοι τῆς κρατούσης Ἐκκλησίας καί ἂς μήν ἐπιτρέψουν εἰς τήν παρόρμησιν τῆς κρισίμου στιγμῆς τῆς λήψεως τῶν ΑΛΗΘΩΣ ΗΡΩΙΚΩΝ των ἀποφάσεων, νά τούς παρασύρη καί νά τούς ἀφήση «ξεκομμένους» καί ἀδυνάμους τελικῶς.
π.Ευθύμιος Μπαρδάκας